Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 500 εγγραφές  [1-20]


  • αβάνς [ἀβάνς] α-βάνς ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. χρονισμός ανάφλεξης σε μηχανές εσωτερικής καύσης: αυτόματο/μεταβαλλόμενο ~. ~ κινητήρα/μοτέρ. Πβ. προ-ανάφλεξη, -πορεία. [< γαλλ. avance]
  • αβγοδάρτης [ἀβγοδάρτης] α-βγο-δάρ-της ουσ. (αρσ.) & αυγοδάρτης: ΤΕΧΝΟΛ. χτυπητήρι αβγών: ~ες μαρέγγας. Βλ. αναδευτήρας.
  • αβγολέμονο [ἀβγολέμονο] α-βγο-λέ-μο-νο ουσ. (ουδ.) & αυγολέμονο: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ωμό αβγό χτυπημένο με χυμό λεμονιού, που προστίθεται σε φαγητά: αγκινάρες/γιουβαρλάκια/σούπα (με) ~. Αρνάκι/χοιρινό με σέλινο ~. Περιχύνω με ~. Μου έκοψε το ~. [πβ. αγγλ. avgolemono, 1950]
  • αβγοτάραχο [ἀβγοτάραχο] α-βγο-τά-ρα-χο ουσ. (ουδ.) & αυγοτάραχο: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. έδεσμα από αβγά ψαριών (κυρ. κεφάλου) αλατισμένα και διατηρημένα σε κέρινο περίβλημα: επεξεργασμένο/νωπό ~. ~ ρέγκας/σολομού/τόνου. ~ από μπακαλιάρο. ~ Μεσολογγίου. Βλ. ταραμάς, χαβιάρι. [< μεσν. αβγοτάραχον]
  • αβγουλάτο [ἀβγουλάτο] α-βγου-λά-το ουσ. (ουδ.) & αυγουλάτο: ΒΟΤ. -ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ποικιλία σταφυλιού με μεγάλες κίτρινες ρώγες. Βλ. -άτο, σαββατιανό.
  • άγκιστρο [ἄγκιστρο] ά-γκι-στρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίστρου} (λόγ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. όργανο ή τμήμα εργαλείου με κυρτή και αιχμηρή άκρη, για ποικίλες χρήσεις (κρέμασμα, ανάρτηση ή σύνδεση αντικειμένων): αλιευτικό/μεταλλικό/οβάλ/ορθοδοντικό/περιστρεφόμενο/πλευρικό/πτυσσόμενο/σιδερένιο/συρμάτινο/χαλύβδινο/χειρουργικό ~. ~ ανύψωσης/αποσκευών/ασφαλείας/ασφάλισης (σε κλειδαριά)/γερανού/ελατηρίου/έλξης (σε τρακτέρ)/ζεύξης/καλωδίων/κουμπώματος/κουρτίνας (: γαντζάκι)/ρυμούλκησης/στήριξης/σφαγείων (: τσιγκέλι)/φωτιστικού. Απασφαλίζω το ~. ~ με ιμάντα/κλιπ. Πβ. γάντζος, κρεμαστάρι. Βλ. πολυ~, -τρο. 2. {κυρ. στον πληθ.} καθένα από τα τυπογραφικά σημεία ή σύμβολα { } που χρησιμοποιούνται κατά ζεύγη: (ΓΛΩΣΣ.) ~α για δήλωση μορφημάτων/γραμματικών πληροφοριών στο παρόν λεξικό.|| (ΜΑΘ.) ~α για αλγεβρικές/αριθμητικές παραστάσεις/για δήλωση συνόλου.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~α αποθήκευσης/μνήμης. Λειτουργικό ~. Εντολές μέσα σε ~α (πβ. μπλοκ). Πβ. μύστακας. Βλ. αγκύλη, παρένθεση. [< αρχ. ἄγκιστρον, 1: αγγλ. hook 2: αγγλ. brace]
  • αγκύλιο [ἀγκύλιο] α-γκύ-λι-ο ουσ. (ουδ.) {αγκυλίου}: ΤΕΧΝΟΛ. χαλύβδινο εξάρτημα σχήματος U που χρησιμοποιείται ως συνδετικό μέσο, ναυτικό κλειδί: ~ συνένωσης τεμαχίων. Ανοξείδωτα ~α από χάλυβα.|| (ΙΑΤΡ., στον πληθ.) σιδεράκια. [< μτγν. ἀγκύλιον, γαλλ. manille, 1902]
  • αγκύριο [ἀγκύριο] α-γκύ-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. εξάρτημα για ενίσχυση, υποστήριξη, σύνδεση δύο δομικών υλικών ή τμημάτων του ίδιου υλικού, το οποίο εισχωρεί και στερεώνεται μέσα σε αυτά: μεταλλικό/πλαστικό/χαλύβδινο/χημικό ~. ~α αντιστήριξης/βράχου/κολόνας. Βλ. κοχλίας, ροδέλα. [< μτγν. ἀγκύριον 'μικρή άγκυρα', αγγλ. anchor, tie bolt]
  • αγκυρώνω [ἀγκυρώνω] α-γκυ-ρώ-νω ρ. (μτβ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. γαντζώνω, αγκιστρώνω κάτι: Τα άγκιστρα ~ουν στο μπετόν. (Κάτι) ~εται στη δοκό/στο έδαφος/στον πυθµένα. 2. (λόγ.-μτφ.) σταθεροποιώ, παγιώνω: ~ τη δημοκρατία. [< γερμ. verankern, γαλλ. ancrer]
  • αγκύρωση [ἀγκύρωση] α-γκύ-ρω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. σύνδεση ή ενίσχυση της σύνδεσης δύο δομικών στοιχείων με μεταλλικό μέσο, αγκύριο: ~ οπλισμού/υδρορροής. Φουρκέτα για ~ σε τοιχίο. ~ των επισφαλών τμημάτων του βράχου με ράβδους από χάλυβα. Μηχανικές ~ώσεις. Τοίχοι αντιστήριξης με ~ώσεις. 2. (μτφ.) πρόσδεση σε, εξάρτηση από κάποιον ή κάτι (ιδεολογία, πρακτική): κοινωνική/πολιτική ~. [< γερμ. Verankerung, αγγλ. anchoring, γαλλ. ancrage]
  • αγροβιοτεχνολογία [ἀγροβιοτεχνολογία] α-γρο-βι-ο-τε-χνο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) & αγροτοβιοτεχνολογία: ΒΙΟΛ. -ΤΕΧΝΟΛ. η εφαρμογή βιοτεχνολογικών μεθόδων στη γεωργία: Ινστιτούτο/εταιρείες ~ας. Βλ. γενετικά/γενετικώς τροποποιημένος. [< αγγλ. agrobiotechnology]
  • αγωγιμόμετρο [ἀγωγιμόμετρο] α-γω-γι-μό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή για τη μέτρηση της αγωγιμότητας ενός υλικού. Βλ. -μετρο. [< αγγλ. conductometer, γαλλ. conductomètre, 1935]
  • αδαμαντοφόρος , ος/α, ο [ἀδαμαντοφόρος] α-δα-μα-ντο-φό-ρος επίθ. 1. ΤΕΧΝΟΛ. που έχει προσαρμοσμένο πάνω του διαμάντι: ~α εργαλεία κοπής. 2. ΓΕΩΛ. (συνήθ. για τόπο) που έχει, παράγει διαμάντια: ~ο: κοίτασμα/ορυχείο. Βλ. -φόρος. [< γαλλ. diamantifère]
  • αδιαπέραστος , η, ο [ἀδιαπέραστος] α-δι-α-πέ-ρα-στος επίθ. & αδιαπέρατος 1. που δεν μπορεί κανείς να τον διαπεράσει, να τον διαβεί ή κατ' επέκτ. να τον υπερβεί: ~ος: δρόμος (ΣΥΝ. αδιάβατος)/ποταμός. ~η: βλάστηση. ~ο: δάσος/πλήθος/φαράγγι. ~α: βουνά/μονοπάτια/τείχη.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Αδιαπέρατη επιφάνεια. ~ο: στρώμα. ~α: τοιχώματα. Υλικό ~ο (= μη διαπερατό) από αέρια/το νερό. Πβ. στεγανός.|| ~ος: γραφειοκρατικός μηχανισμός. ~ο: εμπόδιο/σύστημα ασφαλείας. ~ες: διαχωριστικές γραμμές. ΑΝΤ. διαπερατός 2. (μτφ.) πυκνός, που δεν μπορεί κανείς να δει μέσα από αυτόν, να τον διερευνήσει: ~η: ομίχλη. ~ο: σκοτάδι.|| ~ο πέπλο μυστηρίου καλύπτει την υπόθεση. [< γαλλ. impénétrable]
  • αδιαπερατότητα [ἀδιαπερατότητα] α-δι-α-πε-ρα-τό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. η ιδιότητα του αδιαπέρατου: αυξημένη/υψηλή ~. ~ σκυροδέματος. ~ στο νερό. Πβ. αδιαβροχία, στεγανότητα. ΑΝΤ. διαπερατότητα [< γαλλ. imperméabilité]
  • αδιατάρακτος , η, ο [ἀδιατάρακτος] α-δι-α-τά-ρα-κτος επίθ. & (προφ.) αδιατάραχτος: που δεν διαταράσσεται: ~ος: δεσμός/ύπνος. ~η: αρμονία/ευτυχία/ζωή/ηρεμία/σχέση/τάξη/φιλία (= αδιασάλευτη). Ο ~ κύκλος της ζωής. (ΤΕΧΝΟΛ.) ~η κοπή και διάτρηση δομικών υλικών.|| (για πρόσ.) ~ και απερίσπαστος. ~ από εξωτερικές επιδράσεις. Μένει/στέκει ~ στη θέση του (= απόλυτα σταθερός). ΑΝΤ. διαταραγμένος ● επίρρ.: αδιατάρακτα: ομαλά/σταθερά και ~. [< μεσν. αδιατάρακτος, γαλλ. imperturbable]
  • αδρανειακός , ή, ό [ἀδρανειακός] α-δρα-νει-α-κός επίθ.: ΦΥΣ. που σχετίζεται με την αδράνεια: ~ός: μηχανισμός. ~ή: δύναμη/κίνηση/μάζα.|| (ΤΕΧΝΟΛ.-ΑΕΡΟΝΑΥΤ.) ~ή: καθοδήγηση/πλοήγηση. [< γαλλ. inertiel]
  • αδρανής , ής, ές [ἀδρανής] α-δρα-νής επίθ. {αδραν-ούς | -είς (ουδ. -ή)} 1. που δεν δραστηριοποιείται, δεν αντιδρά: Παρακολουθούσε ~ (= απαθής) τον καβγά. Οι Αρχές παρέμειναν ~είς μπροστά ... Πβ. νωθρός.|| (κατ' επέκτ.) ~είς (τραπεζικοί) λογαριασμοί. 2. ΧΗΜ. (για υλικό σώμα) που η κατάστασή του δεν μπορεί να μεταβληθεί χωρίς εξωτερική επίδραση: ~ής: πυρήνας. ~ής: ατμόσφαιρα/μάζα. ~ές: στοιχείο (: που δεν αντιδρά εύκολα με άλλα στοιχεία ή ενώσεις)/σύστημα.|| ~ή: απόβλητα (: που δεν υφίστανται καμία σημαντική φυσική, χημική ή βιολογική μετατροπή). ● ΣΥΜΠΛ.: αδρανή υλικά: ΤΕΧΝΟΛ. δομικά υλικά (π.χ. άμμος, πέτρες, χαλίκια) από τα οποία μέσω κατάλληλου συνδετικού μέσου, λόγω της χημικής τους αδράνειας σε αυτό, προκύπτει σύνθετο συμπαγές υλικό (λ.χ. τσιμεντοκονίαμα, σκυρόδεμα). [< αγγλ. aggregate] , ευγενή/αδρανή/σπάνια αέρια βλ. αέριο [< 1: αρχ. ἀδρανής 2: γαλλ. inerte]
  • αδράχτι [ἀδράχτι] α-δρά-χτι ουσ. (ουδ.) 1. (παλαιότ.) κυλινδρικό εργαλείο για γνέσιμο υφαντικής ύλης, συνήθ. μαλλιού ή βαμβακιού. Βλ. ρόκα, σφοντύλι, τυλιγάδι.|| (μτφ.) Οι Μοίρες έκλωθαν με το ~ το νήμα της ζωής των θνητών.|| (συνεκδ. η ποσότητα του νήματος που μπορεί να τυλιχτεί γύρω από αυτό) Της έλειπαν δυο ~ια μαλλί, για να τελειώσει το πλεχτό της. ΣΥΝ. άτρακτος (5) 2. ΤΕΧΝΟΛ. περιστρεφόμενος άξονας διαφόρων μηχανημάτων, άτρακτος: ~ ελαιοτριβείου/κλωστικής μηχανής/νερόμυλου. 3. ΝΑΥΤ. το κυρίως τμήμα, ο κορμός της άγκυρας. [< 1: μεσν. αδράχτι 2: γαλλ. fuseau]
  • αδρομερής , ής, ές [ἁδρομερής] α-δρο-με-ρής επίθ. (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από έλλειψη σε βάθος επεξεργασίας, λεπτότητας, κατεργασίας, γενικός: ~ής: έλεγχος/σχεδιασμός/υπολογισμός (πβ. αδρός, χονδρικός). ~ής: αναφορά/εξέταση/επισκόπηση (θεωριών)/παρουσίαση (βιβλίου)/προσέγγιση. ΑΝΤ. αναλυτική/εξονυχιστική, λεπτομερής.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ή: υλικά (π.χ. κροκάλες, λατύπες, άμμος) (ΣΥΝ. χονδρόκοκκα).|| (ΓΕΩΛ.) ~ή: ιζήματα. Βλ. -μερής. ● επίρρ.: αδρομερώς [-ῶς]: περιληπτικά, χονδρικά: Αναπτύσσω/περιγράφω κάτι ~.|| Οίκημα κτισμένο με ~ επεξεργασμένους ογκόλιθους. [< μτγν. ἁδρομερής]

αγκύλη

αγκύλη[ἀγκύλη] α-γκύ-λη ουσ. (θηλ.) {αγκυλ-ών} 1. {συνήθ. στον πληθ.} τυπογραφικό σημείο ή σύμβολο που χρησιμοποιείται κυρ. στα μαθηματικά, την πληροφορική, τη φιλολογία, τη φυσική: αγκιστροειδείς (= άγκιστρα, μύστακες {})/καμπύλες (= παρενθέσεις)/τετράγωνες ~ες ([]). Άνοιγμα/ζεύγος/κλείσιμο ~ών. Αριθμοί/εντολές/λέξεις (μέσα) σε ~ες. Χαρακτήρες εκτός/εντός ~ών. Βάζω/γράφω κάτι (μέσα) σε ~ες. Οι γωνιώδεις ~ες < > χρησιμοποιούνται στις κριτικές εκδόσεις για δήλωση προσθήκης.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Κωδικοί που περικλείονται σε ~ες. 2. ΑΝΑΤ. καμπή, τόξο: ανοιχτή/κλειστή/κολική/τραχηλική/φακοειδής ~. Η ~ του μέσου εντέρου. ~ες των σπονδυλικών νεύρων. Ορθοδοντικές ~ες. 3. ΝΑΥΤ. (σπάν.) θηλιά σχοινιού ή συρματόσχοινου για το δέσιμο πλοίου και γενικότ. κάθε θηλιά. [< 1: αρχ. ἀγκύλη, γαλλ. crochet, αγγλ. bracket 2: αγγλ. ansa, loop]

αέριο

αέριο[ἀέριο] α-έ-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {αερί-ου | -ων}: κατάσταση ή φάση της ύλης κατά την οποία τα άτομα συνδέονται ασθενώς· σώμα που διαχέεται ακαθόριστα, καταλαμβάνοντας όλο τον χώρο στον οποίο εισάγεται ή περιέχεται: άοσμο/αποπνικτικό/άχρωμο/δακρυγόνο/δηλητηριώδες/δύσοσμο/εκρηκτικό/εύφλεκτο/καύσιμο/καυστικό/προωθητικό/πτητικό (: που εξαερώνεται γρήγορα)/ραδιενεργό/τοξικό ~. Θειούχα/φθοριούχα/φυσικά/χημικά ~α. ~α καύσης (πβ. απ-, καπν-αέρια). Εκπομπή ~ων. Κινητική θεωρία/νόμοι των ~ων. Βλ. βιο~, υγρ~, υδρ~, φωτ~, στερεό, υγρό. ● ΣΥΜΠΛ.: αέρια του θερμοκηπίου & θερμοκηπιακά αέρια: τα αέρια συστατικά της ατμόσφαιρας (κυρ. το διοξείδιο του άνθρακα, το μεθάνιο και οι υδρατμοί) που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου: αύξηση/εκπομπές/μείωση των ~ων ~. [< αγγλ. greenhouse gases] , εντερικά αέρια/αέρια (του εντέρου): ΙΑΤΡ. αυτά που σχηματίζονται στο έντερο με τη ζύμωση των τροφών και μέρος τους αποβάλλεται από τον πρωκτό· (ευφημ.) πορδές: Τα περισσότερα ~ ~ παράγονται από την πέψη των υδατανθράκων.|| Έχει βαρυστομαχιά και ~., ευγενή/αδρανή/σπάνια αέρια: ΧΗΜ. στοιχεία που σχηματίζουν πολύ λίγες χημικές ενώσεις: Τα ~ ~ (: αργό, ήλιο, κρυπτό, νέον, ξένο, ραδόνιο) αποτελούν τη μηδενική ομάδα του περιοδικού πίνακα. [< γαλλ. inerte, noble, rare gaz] , ιδανικό αέριο & (σπάν.) τέλειο αέριο: ΦΥΣ.-ΧΗΜ. υποθετικό αέριο στο οποίο δεν ασκούνται δυνάμεις έλξης μεταξύ των μορίων. [< αγγλ. ideal gas] , υγροποιημένο αέριο πετρελαίου: υγραέριο. [< αγγλ. Liquefied Petroleum Gas - LPG, 1943, γαλλ. gaz de pétrole liquéfié] , υγροποιημένο φυσικό αέριο (συντομ. ΥΦΑ): ΧΗΜ. που ψύχεται σε πολύ χαμηλή θερμοκρασία, προκειμένου να μετατραπεί σε υγρό, ώστε να διευκολύνεται η αποθήκευση και μεταφορά του. [< αγγλ. Liquefied Natural Gas - LNG, 1940, γαλλ. gaz naturel liquéfié] , φυσικό αέριο: ΧΗΜ. μείγμα αέριων κορεσμένων υδρογονανθράκων που χρησιμοποιείται ως (οικολογικό) καύσιμο και ως πρώτη ύλη της χημικής βιομηχανίας: αγωγός ~ού ~ου (πβ. αεριαγωγός). Βλ. μεθάνιο. [< γαλλ. gaz naturel, αγγλ. natural gas] , χημικά/πολεμικά αέρια: ΣΤΡΑΤ. αέριες ή υγρές χημικές ουσίες που βλάπτουν τον ανθρώπινο οργανισμό και χρησιμοποιούνται ως όπλο στον πόλεμο: Μάσκες που προστατεύουν από ~ ~. [< αγγλ. war gas, 1934, γαλλ. gaz de combat] , αέριο του γέλιου βλ. υποξείδιο του αζώτου, αέριο της μουστάρδας βλ. μουστάρδα, αντιασφυξιογόνα/αντιασφυξιογόνος μάσκα & μάσκα αερίων βλ. αντιασφυξιογόνος, ασφυξιογόνα (αέρια) βλ. ασφυξιογόνος, θάλαμος αερίων βλ. θάλαμος, κροτούν αέριο βλ. κροτεί [< γαλλ. gaz]

αναδευτήρας

αναδευτήρας[ἀναδευτήρας] α-να-δευ-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. εργαλείο ή μηχάνημα ανάδευσης. Πβ. αναμικτήρας, μίξερ, χαρμανιέρα, χτυπητήρι. Βλ. -τήρας, σέικερ. [< αγγλ. shaker]

-άτο

-άτοεπίθημα ουδέτερων ουσιαστικών που δηλώνουν: 1. μικρό κράτος ή διοικητική περιφέρεια και ειδικότ. το αξίωμα του ανώτατου άρχοντα της περιοχής: εμιρ~/πριγκιπ~.|| (κυρ. παλαιότ.) Προτεκτορ~.|| (ΙΣΤ.) Δεσποτ~/εξαρχ~/καπεταν~.|| Xαλιφ~.|| (οργανωμένη ομάδα:) Συνδικ~/φουσ~. 2. (παλαιότ.) νόμισμα: κωνσταντιν~. 3. είδος φαγητού, γλυκού ή ποτού: κυδων~/λεμον~/ρετσιν~/ριγαν~. 4. {μόνο στον πληθ.} τοπωνύμιο: Μεταξ-άτα.

κοχλίας

κοχλίαςκο-χλί-ας ουσ. (αρσ.) (επίσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. βίδα: δεξιόστροφος/ρυθμιστικός/φυτευτός (= μπουζόνι) ~. Η κεφαλή/το σπείρωμα του ~α. ~ες αγκύρωσης/ανύψωσης (βλ. γρύλος)/κίνησης/μεταφοράς/σύνδεσης. Βλ. περικόχλιο. 2. ΑΝΑΤ. ελικοειδές τμήμα του λαβυρίνθου του αυτιού, μέσα στο οποίο βρίσκεται το αισθητήριο όργανο της ακοής. Βλ. αίθουσα, ημικύκλιοι σωλήνες. 3. ΖΩΟΛ. σαλιγκάρι. ● ΣΥΜΠΛ.: ατέρμων/ατέρμονας (κοχλίας) βλ. ατέρμονος [< 1,2: μτγν. κοχλίας, γαλλ. cochlée 3: αρχ. ~]

-μερής

-μερής, ής, ές {-μερούς | -μερείς (ουδ. -μερή)} (λόγ.) επίθημα που συνδυάζεται 1. συνήθ. με απόλυτα αριθμητικά για τον προσδιορισμό των μερών ενός συνόλου: μονο~/δι~/τρι~ (συμφωνία). Βλ. -μελής.|| (ΧΗΜ.) Πολυ-μερής ένωση. 2. με επίθετα για τη δήλωση του τρόπου κατανομής: (αν)ομοιο-μερής/(αν)ισο~.

-μετρο

-μετρο{-μετρου (σπάν. λόγ.) -μέτρου} β' συνθετικό ουδέτερων ουσιαστικών για τη δήλωση 1. οργάνου μέτρησης: αμπερό~/βαρό~/γωνιό~/διαστημό~/θερμιδό~ (πβ. -μετρητής)/θερμό~/μικρό~/παρκό~/παχύ~/πεδιό~/πιεσό~/υδρό~ (πβ. υδροδείκτης)/χρονό~/ψυχρό~. 2. μονάδας μήκους, πολλαπλάσιας ή υποπολλαπλάσιας του μέτρου: δεκά~/εκατοστό~. Xιλιό~.|| Yποδεκά~.

ταραμάς

ταραμάςτα-ρα-μάς ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. πολτός από αβγά ψαριού, κυρ. κυπρίνου, βασικό συστατικό της ταραμοσαλάτας· συνεκδ. η συγκεκριμένη σαλάτα ως ορεκτικό: κόκκινος ~ (βλ. χαβιάρι). Άσπρος ~, ανώτερης ποιότητας.|| Σαρακοστιανά πιάτα με χταπόδι και ~ά. Βλ. αβγοτάραχο. 2. (μειωτ.) βλάκας. ● ΦΡ.: μασάει η κατσίκα ταραμά; (μτφ.-προφ.): για να δηλωθεί ότι κάποιος δεν μπορεί να ξεγελαστεί, να πέσει θύμα παραπλάνησης. Πβ. τρώω/μασάω κουτόχορτο. [< τουρκ. tarama, γαλλ. ~, περ. 1960]

-φόρος

-φόρος, α/ος, ο (λόγ.) επίθημα που δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο 1. κρατά, μεταφέρει ή διαθέτει ό,τι εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: (ουσ.) (ο) αχθο~/σκευο~. (Το) απορριμματο-φόρο.|| (επίθ.) Πετρελαιο~. Ηλεκτρο~/ρευματο~.|| (ουσ.) (O/η) λαμπαδη~ (πβ. -δρόμος)/σημαιο~.|| (κατ' επέκτ.) (Ο/η) Βαθμο~/τιτλο~ (πβ. -ούχος). 2. φέρει, φορά κάτι: γενειο~/κουκουλο~/μασκο~/πωγωνο~.|| (ουσ.) (Οι) ρασο-φόροι. 3. έχει συγκεκριμένο αποτέλεσμα: κερδο~/προσοδο~.|| Ελπιδο~.|| Θανατη~/νικη~.