Αναζήτηση
Χρηστικό λεξικό

- -λατρία (συχνά αδόκ.) -λατρεία: β' συνθετικό θηλυκών ουσιαστικών∙ δηλώνει πάθος, εμμονή ή πίστη σε αυτό που εκφράζει το α' συνθετικό: φυσιο-λατρία.|| (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) Αρχαιο-λατρία/εγω~ (πβ. -πάθεια)/ξενο~ (πβ. -μανία)/προγονο~/τυπο~.|| Eιδωλο-λατρία.
- ανακάθομαι [ἀνακάθομαι] α-να-κά-θο-μαι ρ. (αμτβ.) {ανακάθι-σα (αδόκ. ανακάθη-σα) -σμένος}: ανασηκώνομαι, για να καθίσω: ~σε στο κρεβάτι/στην καρέκλα. Έμεινε για λίγο ~σμένος. ΣΥΝ. ανακαθίζω (1) [< μτγν. ἀνακάθημαι]
- αναστηλώνω [ἀναστηλώνω] α-να-στη-λώ-νω ρ. (μτβ.) {αναστήλω-σε, αναστηλώ-θηκε, -μένος} & (αδόκ.) αναστυλώνω 1. επισκευάζω και αποκαθιστώ κατεστραμμένο κτίριο ή συνηθέστ. ιστορικό μνημείο (ή τμήμα του), χρησιμοποιώντας τα αρχιτεκτονικά μέλη που έχουν διασωθεί: Νεοκλασικά κτίρια που ~θηκαν. (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~μένος: ναός. Πβ. αναπλάθω, ανοικοδομώ, ανορθώνω. 2. (μτφ.) αποκαθιστώ: ~θηκε το γόητρο/ηθικό του. [< μτγν. ἀναστηλῶ ‘αναγράφω ή χαράσσω σε στήλη’, γαλλ. restaurer]
- αναστήλωση [ἀναστήλωση] α-να-στή-λω-ση ουσ. (θηλ.) & (αδόκ.) αναστύλωση: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναστηλώνω: ~ της Ακρόπολης/του Παρθενώνα. Έργα συντήρησης και ~ης. Πβ. ανάπλαση, ανοικοδόμηση, ανόρθωση.|| (μτφ.) ~ της δημοκρατίας (= αποκατάσταση). ● ΣΥΜΠΛ.: η αναστήλωση των (ιερών) εικόνων: ΙΣΤ. επαναφορά της λατρείας τους από τη Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως το 843 μ.Χ., μετά τη λήξη της εικονομαχίας. Βλ. εικονολατρία, Κυριακή της Ορθοδοξίας. [< μτγν. ἀναστήλωσις, γαλλ. restauration]
- αντιβαίνει [ἀντιβαίνει] α-ντι-βαί-νει ρ. (αμτβ.) {αντέβαινε, αντιβαίν-οντας, μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (απαιτ. λεξιλόγ.): αντιτίθεται, αντίκειται σε κάτι: Πράξη/ρύθμιση που ~ στους/(σπανιότ.) προς τους/(συχνότ. αδόκ.) τους νόμους. ~ει στα συμφέροντα του κράτους. Πβ. εναντιώνομαι, προσκρούω. ΑΝΤ. συμφωνεί, ταιριάζει. [< αρχ. ἀντιβαίνω, γαλλ. aller à l΄encontre]
- απορροφώ [ἀπορροφῶ] α-πορ-ρο-φώ ρ. (μτβ.) {απορροφ-άς | απορρόφ-ησα, -ώμαι, -άται ... -ήθηκα, -ώντας, (λόγ. θηλ. μτχ.) -ώσα κ. -ούσα, -ώμενος κ. -ούμενος, -ημένος} & απορροφάω 1. (μτφ.) χρησιμοποιώ και αξιοποιώ (αγαθά ή ανθρώπους): ~ήθηκε στο σύνολό της η βαμβακοπαραγωγή. Έχουν ~ηθεί ευρωπαϊκά κονδύλια ύψους ... ευρώ. Πβ. καταναλώνω. 2. (μτφ.) ενσωματώνω κάποιον ή κάτι σ' ένα ισχυρότερο σύνολο, αφομοιώνω, συγχωνεύω: Η μια κοινότητα ~ησε την άλλη. Οι μικρές επιχειρήσεις ~ήθηκαν από τις μεγάλες. ~ώσα: εταιρεία. Πβ. εντάσσω. 3. {συνήθ. μεσοπαθ.} (μτφ.) απασχολώ κάποιον, τραβώ πλήρως την προσοχή του· προσηλώνομαι σε κάτι: Οι επαγγελματικές του δραστηριότητες τον ~ούν πλήρως. Μας ~ησε η δουλειά. Πβ. συνεπαίρνω, δεν σηκώνω κεφάλι.|| Δεν πρόσεξα τι είπε, γιατί είχα ~ηθεί στις σκέψεις μου. Είχε ~ηθεί από την ταινία. ΣΥΝ. αφοσιώνομαι ● απορροφά & απορροφάει 1. (για σώμα, οργανισμό ή υλικό που) επιτρέπει σε ουσία, συνήθ. υγρή ή αέρια, να το διαπεράσει και να παραμείνει στο εσωτερικό του: Τα δέντρα ~ούν το διοξείδιο του άνθρακα. Το βαμβάκι/το σφουγγάρι ~ (= τραβάει) τα υγρά. Ο οργανισμός ~ το ασβέστιο/τις βιταμίνες/τα θρεπτικά συστατικά των τροφών. Τα βαμβακερά ρούχα ~ούν τον ιδρώτα. Αφήνουμε το ρύζι να ~ήσει όλο το νερό. Η κρέμα ~ήθηκε γρήγορα από το δέρμα. ~ώμενα: (αδόκ. ~ούμενα) ράμματα (πβ. απορροφήσιμος). Πβ. πίνω, ρουφώ. 2. ΦΥΣ. (για υλικό ή οργανισμό) συγκρατεί εξ ολοκλήρου (συνήθ. ακτινοβολία, ηχητικό κύμα) χωρίς αντανάκλαση ή μετάδοση: ~ τη θερμότητα/τους κραδασμούς/τις πιέσεις. Πβ. αποσβένω. Βλ. προσροφά. ● ΣΥΜΠΛ.: απορροφούμενη/απορροφώμενη δόση βλ. δόση [< μεσν. απορροφώ, γαλλ. absorber]
- αρχαιολατρία [ἀρχαιολατρία] αρ-χαι-ο-λα-τρί-α ουσ. (θηλ.) (συχνά αδόκ. αρχαιολατρεία): θαυμασμός και εξιδανίκευση της αρχαιότητας. Βλ. -λατρία, αρχαιο-μανία, -πληξία.
- διδάσκων , ουσα, ον δι-δά-σκων επίθ./ουσ. {διδάσκ-οντος, -οντα | -οντες, -όντων | αδόκ. διδάσκοντας (ο)} (επίσ.): πρόσωπο που διδάσκει: ~ων: καθηγητής. Η ~ουσα (καθηγήτρια). ~ον: προσωπικό.|| (κυρ. ως ουσ.) ~οντες και διδασκόμενοι. Σύλλογος ~όντων (σχολείου, σχολής). Πβ. δάσκαλος, εκπαιδευτικός. [< αρχ. διδάσκων]
- εγωλατρία [ἐγωλατρία] ε-γω-λα-τρί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.) (συχνά αδόκ. εγωλατρεία): εγωπάθεια. Βλ. -λατρία.
- εικονολατρία [εἰκονολατρία] ει-κο-νο-λα-τρί-α ουσ. (θηλ.) (συχνά αδόκ. εικονολατρεία) 1. (μτφ.) αποθέωση της εικόνας στην ενημέρωση και την ψυχαγωγία: σύγχρονη ~. ~ των καναλιών. Βλ. -λατρία. 2. ΙΣΤ. η λατρεία των ιερών εικόνων και η θεολογική άποψη που υποστήριζε τη λατρευτική τους χρήση και τους απέδιδε θαυματουργές ιδιότητες. Βλ. αναστήλωση των (ιερών) εικόνων. [< γαλλ. iconolâtrie, αγγλ. iconolatry]
- κιλοβατώρα κι-λο-βα-τώ-ρα ουσ. (θηλ.) (σύμβ. kWh): ΦΥΣ. ποσό ενέργειας που παράγει μηχανή ισχύος ενός κιλοβάτ σε μία ώρα: ~ ηλεκτρισμού. Η τιμή της ~ας. Χρέωση κιλοβατωρών (αδόκ. κιλοβατώρων). Καταναλώνει ... ~ες την ημέρα/τον μήνα/τον χρόνο. [< γαλλ. kilowattheure, αγγλ. kilowatt-hour]
- πατριδολατρία πα-τρι-δο-λα-τρί-α ουσ. (θηλ.) (συχνά αδόκ. πατριδολατρεία): υπερβολική αγάπη για την πατρίδα. Πβ. πατριδολαγνεία, πατριωτισμός, φιλοπατρία. Βλ. -λατρία.
- περιπτερούχος [περιπτεροῦχος] πε-ρι-πτε-ρού-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.) & (αδόκ.) περιπτεριούχος (λόγ.): περιπτεράς. Βλ. -ούχος1.
- προγονολατρία προ-γο-νο-λα-τρί-α ουσ. (θηλ.) (συχνά αδόκ. προγονολατρεία: προγονοπληξία. Βλ. -λατρία.
- σέλας σέ-λας ουσ. (ουδ.) {άκλ. | γεν. σέλαος κ. αδόκ. σέλατος}: ΑΣΤΡΟΝ. φωτεινό ουράνιο φαινόμενο που συμβαίνει στα ανώτερα στρώματα της ατμόσφαιρας, είναι ορατό στις πολικές περιοχές και οφείλεται στον βομβαρδισμό της ιονόσφαιρας από ηλεκτρικώς φορτισμένα σωματίδια του ηλιακού ανέμου: βόρειο/νότιο/πολικό ~. [< αρχ. σέλας 'φως, λάμψη', γαλλ. aurore polaire]
- τυπολατρία τυ-πο-λα-τρί-α ουσ. (θηλ.) (συχνά αδόκ. τυπολατρεία: υπερβολική προσήλωση στους τύπους: στείρα ~. Πβ. σχολαστικότητα, φορμαλισμός. Βλ. -λατρία.
αναστήλωση
αναστήλωση[ἀναστήλωση] α-να-στή-λω-ση ουσ. (θηλ.) & (αδόκ.) αναστύλωση: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναστηλώνω: ~ της Ακρόπολης/του Παρθενώνα. Έργα συντήρησης και ~ης. Πβ. ανάπλαση, ανοικοδόμηση, ανόρθωση.|| (μτφ.) ~ της δημοκρατίας (= αποκατάσταση). ● ΣΥΜΠΛ.: η αναστήλωση των (ιερών) εικόνων: ΙΣΤ. επαναφορά της λατρείας τους από τη Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως το 843 μ.Χ., μετά τη λήξη της εικονομαχίας. Βλ. εικονολατρία, Κυριακή της Ορθοδοξίας. [< μτγν. ἀναστήλωσις, γαλλ. restauration]
δόση
δόσηδό-ση ουσ. (θηλ.) 1. καθορισμένη ποσότητα φαρμακευτικής ουσίας η οποία χορηγείται σε κάποιον ανά τακτά χρονικά διαστήματα: (σε συνταγή γιατρού:) μέγιστη (προτεινόμενη/συνιστώμενη) ~ ... Χορήγηση ~ης. Παίρνει ισχυρή/υπερβολική/υψηλή ~ ινσουλίνης/κορτιζόνης/φαρμάκων. Του αύξησαν/μείωσαν τη ~. Πότε πρέπει να γίνει η αναμνηστική/επόμενη ~ του εμβολίου; 2. (γενικότ.) ποσότητα ουσίας την οποία λαμβάνει ή στην οποία εκτίθεται κάποιος ή κάτι: Ήπιε/πήρε γερή ~ αλκοόλ. Δέχτηκε μεγάλη ~ ακτινοβολίας.|| (για ναρκωτικά:) Ενδοφλέβια/θανατηφόρα ~. Πέθανε από ισχυρή ~ (ηρωίνης).|| (αργκό) Έχει πάρει τη ~ του (= συμπεριφέρεται αλλόκοτα). 3. (γενικότ.) μικρή ποσότητα: μια-δυο ~εις αλάτι/αλεύρι. Πβ. πρέζα. Βλ. μονο~.|| (μτφ.) Διακρίνω μια ~ ειρωνείας/κακίας/υπερβολής στα λόγια του (πβ. ίχνος, σταγόνα, στάλα, υποψία). Με λίγη/μεγάλη ~ τρέλας.|| (ειρων.) Κατέφθασε η πρώτη ~ τουριστών (= φουρνιά). ● δόσεις (οι): ΟΙΚΟΝ. μορφή πώλησης με πίστωση κατά την οποία ο αγοραστής συμφωνεί να καταβάλει τμηματικά, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, το τίμημα του αντικειμένου συναλλαγής μέχρι την τελική εξόφλησή του: αγορές με άτοκες/μηνιαίες ~. (Χρεολυτικές) ~ δανείου. ΑΝΤ. αντικαταβολή, εφάπαξ, τοις μετρητοίς. Βλ. βερεσέ. ● Υποκ.: δοσούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: απορροφούμενη/απορροφώμενη δόση: ΦΥΣ. ΠΥΡ. η ποσότητα ενέργειας από ιονίζουσα ακτινοβολία που απορροφάται ανά μονάδα μάζας υλικού (μετριέται σε ραντ). [< αγγλ. absorbed dose, 1963] , ισοδύναμη δόση: ΦΥΣ. ΠΥΡ. μέγεθος το οποίο εκφράζει τη βλάβη που μπορεί να προκαλέσει σε ιστό η απορροφώμενη δόση συγκεκριμένης ακτινοβολίας. Βλ. ρεμ. [< αγγλ. equivalent dose, 1963] , δόση/ίχνος αλήθειας βλ. αλήθεια [< αρχ.-μτγν. δόσις, γαλλ. dose]
εικονολατρία
εικονολατρία[εἰκονολατρία] ει-κο-νο-λα-τρί-α ουσ. (θηλ.) (συχνά αδόκ. εικονολατρεία) 1. (μτφ.) αποθέωση της εικόνας στην ενημέρωση και την ψυχαγωγία: σύγχρονη ~. ~ των καναλιών. Βλ. -λατρία. 2. ΙΣΤ. η λατρεία των ιερών εικόνων και η θεολογική άποψη που υποστήριζε τη λατρευτική τους χρήση και τους απέδιδε θαυματουργές ιδιότητες. Βλ. αναστήλωση των (ιερών) εικόνων. [< γαλλ. iconolâtrie, αγγλ. iconolatry]
-λατρία
-λατρία(συχνά αδόκ.) -λατρεία: β' συνθετικό θηλυκών ουσιαστικών∙ δηλώνει πάθος, εμμονή ή πίστη σε αυτό που εκφράζει το α' συνθετικό: φυσιο-λατρία.|| (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) Αρχαιο-λατρία/εγω~ (πβ. -πάθεια)/ξενο~ (πβ. -μανία)/προγονο~/τυπο~.|| Eιδωλο-λατρία.
-ούχος<sup>1</sup>
-ούχος<sup>1</sup>(λόγ.): επίθημα αρσενικών και θηλυκών ουσιαστικών∙ δηλώνει αυτόν που (κατ)έχει ό,τι εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: εκατομμυρι~/κεφαλαι~/οικοπεδ~. Συνταξι~.|| Aδει~/δικαι~.
προσροφά
προσροφά[προσροφᾷ] προσ-ρο-φά ρ. (μτβ.) {προσρόφ-ησε, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: ΦΥΣ.-ΧΗΜ. (για σώμα, οργανισμό ή υλικό που) επιτρέπει σε ουσία, συνήθ. υγρή ή αέρια, να το διαπεράσει επιφανειακά: Προϊόν που ~ ευκολότερα την υγρασία. Φίλτρα που ~ούν την ηλιακή ακτινοβολία. Βλ. απορροφά. [< γαλλ. adsorber, 1907]