Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 505 εγγραφές  [0-20]


  • -άκις (λόγ. ή αρχαιοπρ.): επίθημα παραγωγής επιρρημάτων που δηλώνει επανάληψη: δεκ~/εξ~/οσ~/πλειστ~/πολλ~ (: πολλές φορές).
  • άγαν [ἄγαν] ά-γαν επίρρ. (αρχαιοπρ.): υπερβολικά, πάρα πολύ. Κυρ. στη ● ΦΡ.: μηδέν άγαν (αρχαίο γνωμ.): (ως προτροπή) τίποτα σε υπερβολικό βαθμό. ΣΥΝ. μέτρον άριστον [< αρχ. ἄγαν]
  • αγλαός , ή, ό [ἀγλαός] α-γλα-ός επίθ. (αρχαιοπρ.): λαμπρός, φωτεινός· κατ' επέκτ. έξοχος, υπέροχος, σπουδαίος, κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αγλαοί καρποί: λαμπρά και αξιοθαύμαστα επιτεύγματα: ~ ~ της ελευθερίας/παιδείας. Η συνεργασία απέδωσε ~ούς ~ούς. [< αρχ. ἀγλαός]
  • αγνώμων , ων, ον [ἀγνώμων] α-γνώ-μων επίθ. {αγνώμ-ονος, -ονα (ουδ., αρχαιοπρ. άγνωμον) | -ονες (ουδ. -ονα)} (λόγ.) & (προφ.) αγνώμονας: που δεν αναγνωρίζει την ευεργεσία προς το πρόσωπό του, που δείχνει αχαριστία: ~ων: φίλος. ~ονες: πολίτες. Στάθηκε/φάνηκε ~ προς τους/απέναντι στους συνεργάτες του. Θα ήμουν ~, αν δεν ευχαριστούσα τους γονείς μου για ... Έδειξε ~ονα συμπεριφορά. ΣΥΝ. αχάριστος ΑΝΤ. ευγνώμων [< αρχ. ἀγνώμων]
  • αγορεύω [ἀγορεύω] α-γο-ρεύ-ω ρ. (αμτβ.) {αγόρευ-σα} (λόγ.) ΣΥΝ. ρητορεύω 1. εκφωνώ λόγο ενώπιον ακροατηρίου (στη Βουλή, στο δικαστήριο): ~ από το βήμα της Βουλής/ενώπιον του δικαστηρίου/επικριτικά. ~σε για τον μετριασμό της ποινής. Ο συνήγορος/η υπεράσπιση ~ει. Βλ. αν~, προσ~. 2. (ειρων.) μιλώ με προσποιητό, πομπώδες ύφος: ~ει με στόμφο. ● ΦΡ.: τις αγορεύειν βούλεται; (αρχαιοπρ.): (ερώτηση του κήρυκα στην Εκκλησία του Δήμου της αρχαίας Αθήνας) ποιος θέλει να μιλήσει, να εκφωνήσει λόγο, το βήμα είναι ελεύθερο γι' αυτόν που θέλει να πάρει τον λόγο. [< 1: αρχ. ἀγορεύω]
  • άδικος , η, ο [ἄδικος] ά-δι-κος επίθ. {-ου (λόγ.) -ίκου} 1. που παραβιάζει το νομικό δίκαιο ή το γενικό περί δικαίου αίσθημα: ~ος: άνθρωπος/κανονισμός/κόσμος/κριτής (ΑΝΤ. (ακριβο)δίκαιος, αμερόληπτος)/νόμος/χαρακτηρισμός. ~η: απόφαση/δίωξη/επίθεση/κατηγορία/κριτική/µεταχείριση (πβ. άνιση, ανισότιμη. ΑΝΤ. δίκαιη, ίση, ισότιμη)/ποινή/πράξη/τιμωρία. ~α: κέρδη (: που αποκτήθηκαν παράνομα)/μέτρα. Μη γίνεσαι ~! Γιατί είσαι ~η απέναντί/μαζί μου; Θα ήμουν ~, αν έλεγα ότι δεν με στήριξε (πβ. αχάριστος).|| (ως ουσ.) Η καθυστέρηση απονομής της δικαιοσύνης αποθαρρύνει τους δικαίους και ενθαρρύνει τους αδίκους. 2. που δεν έχει αποτέλεσμα, ανώφελος: ~ος: αγώνας. ~η: προσπάθεια/ταλαιπωρία. ΣΥΝ. μάταιος (1) 3. για κάτι δυσάρεστο που συνέβη σε κάποιον χωρίς να του αξίζει: ~ος: θάνατος. ~η: ήττα (ομάδας)/μοίρα. ~ο: τέλος. ~α: έξοδα. Ο ξαφνικός και ~ χαμός της μας συγκλόνισε. ● επίρρ.: άδικα & (λόγ.) αδίκως 1. με τρόπο άδικο, αντίθετο προς το δίκαιο: ~ βασανίστηκε/καταδικάστηκε. Έφυγε/χάθηκε ~ (= πέθανε, ΣΥΝ. πήγε άδικα). 2. αδικαιολόγητα, μάταια, ανώφελα, άσκοπα: ~ στενοχωριέμαι/χάνω τον καιρό μου. Έχει δοθεί μεγάλη δημοσιότητα στο θέμα και όχι ~. Προσπάθησα να επικοινωνήσω μαζί του, αλλά ~. ● ΣΥΜΠΛ.: άδικος/μάταιος κόπος βλ. κόπος ● ΦΡ.: άδικα των αδίκων (επιτατ.): πολύ άδικα: ~ ~ θρηνήσαμε τόσα θύματα., ήρξατο χειρών αδίκων (αρχαιοπρ.): διέπραξε πρώτος μια άδικη, μεμπτή, αξιόποινη πράξη., πάει άδικα: για πρόσ. που παθαίνει κάτι χωρίς να του αξίζει ή γενικότ. για κάτι που δεν αξιοποιείται, πηγαίνει χαμένο: Κρίμα νέο παιδί να πάει έτσι ~ (: να πεθάνει)!|| Δεν πήγε ~ η θυσία/προσπάθειά τους., (βρέχει) επί δικαίους και αδίκους βλ. δίκαιος, γυρίζει σαν την άδικη κατάρα βλ. κατάρα, τελεί εν αδίκω βλ. τελώ, τζάμπα κι άδικα βλ. τζάμπα [< αρχ. ἄδικος]
  • αδολεσχία [ἀδολεσχία] α-δο-λε-σχί-α ουσ. (θηλ.) (αρχαιοπρ.): φλυαρία, πολυλογία: ακατάσχετη/δημαγωγική ~. Φληναφήματα και ~ες. Πβ. αμετροέπεια, βερμπαλισμός, παπαρδέλα. [< αρχ. ἀδολεσχία]
  • άδω [ᾄδω] ά-δω ρ. {μόνο στον ενεστ.} (αρχαιοπρ.): τραγουδώ: (ειρων.) Λαϊκοί τραγουδιστές που ~ουν παράφωνα. ● ΦΡ.: (των οικιών υμών εμπιπραμένων) υμείς άδετε: (ειρων.) για όσους αδιαφορούν ή ασχολούνται με επουσιώδη ζητήματα, ενώ πρέπει να λύσουν σοβαρά προβλήματα. Πβ. εδώ ο κόσμος χάνεται/καίγεται, περί άλλα τυρβάζει. [< αρχ. ᾄδω]
  • αεί [ἀεί] α-εί επίρρ. (αρχαιοπρ.): πάντα, αιώνια, κυρ. στις ● ΦΡ.: ες αεί βλ. εσαεί., γηράσκω αεί διδασκόμενος βλ. γηράσκω, νυν και αεί βλ. νυν, όμοιος ομοίω αεί πελάζει βλ. πελάζει, στο νυν και αεί βλ. νυν [< αρχ. ἀεί]
  • αείποτε [ἀείποτε] α-εί-πο-τε επίρρ. (αρχαιοπρ.) 1. πάντοτε, συνεχώς: Ορκίστηκε ότι θα μείνει ~ πιστός. Πβ. στον αιώνα τον άπαντα. ΑΝΤ. ουδέποτε 2. από παλιά, ανέκαθεν: της ~ θαλασσοκράτειρας. Βλ. πάλαι ποτέ. [< ἀεί + αρχ. ποτέ]
  • αήρ [ἀήρ] α-ήρ ουσ. (αρσ.) {αέρ-ος, -α} 1. (αρχαιοπρ.) αέρας: Τα τέσσερα επίγεια στοιχεία: πυρ, γη, ύδωρ και ~. 2. ΕΚΚΛΗΣ. (σπάν.) λειτουργικό άμφιο που καλύπτει τα ιερά σκεύη στην Αγία Τράπεζα: χρυσοκέντητος ~. ΣΥΝ. αέρας (7) [< αρχ. ἀήρ]
  • Αθήνησι [Ἀθήνησι] Α-θή-νη-σι (αρχαιοπρ.): στην Αθήνα: το ~ Πανεπιστήμιο (= ΕΚΠΑ). [< αρχ. ἀθήνησι]
  • αΐδιος , ος, ον [ἀΐδιος] α-ΐ-δι-ος επίθ. (αρχαιοπρ.): αιώνιος, αέναος: ~ος: Θεός. ~ος: δόξα/ζωή/μνήμη. [< αρχ. ἀΐδιος]
  • αιθεροβάμων [αἰθεροβάμων] αι-θε-ρο-βά-μων επίθ./ουσ. {αιθεροβάμ-ονος, -ονα | -ονες (ουδ. -ονα), -όνων} (αρχαιοπρ.) & αιθεροβάμονας: που δεν αντιμετωπίζει την πραγματικότητα ρεαλιστικά: ~ονες: πολιτικοί.|| (ως ουσ.) Ο λόγος του προσγείωσε τους ~ονες. ΣΥΝ. αεροβάτης, ονειροπόλος, ουρανοβάμων (2), φαντασιόπληκτος [< μεσν. αιθεροβάμων]
  • αιμάσσω [αἱμάσσω] αι-μάσ-σω ρ. {κυρ. στο γ' πρόσ. κ. στη μτχ. αιμάσσ-ων, -ουσα, -ον} (αρχαιοπρ., συνήθ. μτφ.): αιμορραγώ: η ~ουσα: οικονομία/πληγή του εμφυλίου πολέμου. Βλ. αφ~. [< αρχ. αἱμάσσω]
  • αίνος [αἶνος] αί-νος ουσ. (αρσ.) (αρχαιοπρ.): εγκώμιο, ύμνος, λόγος που αποδίδει τιμή και δόξα (συνήθ. στον Θεό). ● αίνοι (οι): ΕΚΚΛΗΣ. οι δοξαστικοί ψαλμοί του Δαβίδ, οι τρεις τελευταίοι που ψάλλονται στο τέλος του όρθρου: στιχηρά/τροπάρια των ~ων. [< αρχ. αἶνος]
  • αινώ [αἰνῶ] αι-νώ ρ. (μτβ.) {μόνο στον ενεστ.} (αρχαιοπρ.): ΕΚΚΛΗΣ. εξυμνώ, δοξολογώ: ~είτε τον Κύριον. [< αρχ. αἰνῶ]
  • αισχύνη [αἰσχύνη] αι-σχύ-νη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ντροπή: ~ και όνειδος. Πβ. αίσχος, κατ~. ● ΦΡ.: οποία (κατ)αισχύνη! (αρχαιοπρ.-εμφατ.): τι (μεγάλη) ντροπή! ~ ~ για την κοινωνία! [< αρχ. αἰσχύνη]
  • Περασμενο [αἰώνας] αι-ώ-νας ουσ. (αρσ.) {-α (λόγ.) -ος} (συντομ. αι.) 1. χρονική περίοδος εκατό ετών ή ειδικότ. καθεμιά από τις διαδοχικές περιόδους εκατό χρόνων στο σημερινό χρονολογικό σύστημα (με βάση τη γέννηση του Χριστού) και συνεκδ. περίοδος, θεωρούμενη ως ιστορική ή πολιτισμική ενότητα, που σηματοδοτείται από μια προσωπικότητα ή από ένα σημαντικό γεγονός: έναν ~α αργότερα/μετά/νωρίτερα. Από ~ες/προ ~ων. Πριν από έναν ~α. Μισός ~ (: πενήντα χρόνια) εξελίξεων. Στο πέρασμα των ~ων. Ένας ολόκληρος ~ πέρασε από τότε που ... Η πόλη μας συμπληρώνει έναν ~α ζωής. ΣΥΝ. εκατονταετία.|| Ο επόμενος/περασμένος/προηγούμενος ~. Εικοστός πρώτος ~ (: ο ~ μας). Στις αρχές/στα μέσα/στα τέλη του ~α. Η αλλαγή/το τελευταίο τέταρτο του ~α. (καθ' υπερβολή:) Η αγορά του ~α (: η πιο δαπανηρή και εντυπωσιακή, κυρ. μαχητικών αεροσκαφών). Η ανακάλυψη του ~α (: η πιο σημαντική).|| O ~ (= εποχή) του ανθρωπισμού/διαφωτισμού/ρομαντισμού. Πβ. ημέρες, καιρός, κεφάλαιο, χρόνοι. 2. (οικ.) υπερβολικά μεγάλο χρονικό διάστημα (για κάτι): Περίμενα έναν ~α να δω αύξηση! Δευτερόλεπτα αγωνίας που του φάνηκαν ~. 3. ΓΕΩΛ. καθεμιά από τις μεγάλες περιόδους στις οποίες διαιρείται ο χρόνος της δημιουργίας και εξέλιξης του πλανήτη Γη: γεωλογικός ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ο μέλλων/μέλλοντικός αιώνας: ΘΕΟΛ. η μεταθανάτια ζωή: ο Πατήρ/το φως του ~οντος ~ος., χρυσός αιώνας & (λόγ.) χρυσούς αιών: ιστορική περίοδος που χαρακτηρίζεται από μεγάλη ακμή, κυρ. στις τέχνες και τα γράμματα: ο ~ ~ του Περικλή/της Αθήνας (: ο 5ος π.Χ. αι.). (ειρων.) Ο ~ ~ της παραπληροφόρησης. Πβ. χρυσή εποχή., αζωικός αιώνας/αζωική περίοδος βλ. αζωικός, αργυρός αιώνας βλ. αργυρός, αρχαιοζωικός/αρχαϊκός αιώνας βλ. αρχαιοζωικός, καινοζωικός αιώνας βλ. καινοζωικός, κοσμικός αιώνας βλ. κοσμικός, μεσοζωικός αιώνας βλ. μεσοζωικός, ο Αιώνας των Φώτων βλ. φως, παλαιοζωικός αιώνας βλ. παλαιοζωικός ● ΦΡ.: αιώνες τώρα: από πολύ παλιά, εδώ και πολλές εκατονταετίες. ΣΥΝ. επί αιώνες, ανά τους/μέσα στους αιώνες & (λόγ.) διά μέσου/μέσω των αιώνων: κατά τη διάρκεια, στο πέρασμα των εκατονταετιών: το θέατρο ~ ~. Η εξέλιξη της ελληνικής γραφής ~ ~., επί αιώνες (λόγ.): για πάρα πολλά χρόνια: Άντεξε ~ ~ στις επιδρομές. Η ~ ~ αντιπαράθεση. ΣΥΝ. αιώνες τώρα, σε άλλον αιώνα (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.-χιουμορ.): σε διαφορετική, παλαιότερη εποχή: Καλά! Ζει ~ ~!, στο/με το γύρισμα του αιώνα/στη στροφή του αιώνα: κατά την αλλαγή του αιώνα: Τα πολιτικά γεγονότα που συντάραξαν τον κόσμο στο ~ ~. [< αγγλ. at the turn of the century] , στους αιώνες των αιώνων/στον αιώνα τον άπαντα & (αρχαιοπρ.) εις τους αιώνας των αιώνων/εις τον αιώνα του αιώνος/εις τον αιώνα τον άπαντα 1. (εμφατ. σε καταφατικές προτάσεις) παντοτινά, για πάντα, αιωνίως: Έργα που μένουν ~ ~. Πβ. επ΄ άπειρον, εσαεί, στο διηνεκές. 2. (εμφατ. σε αρνητικές προτάσεις) ποτέ: Ερωτήματα στα οποία δεν πρόκειται να βρούμε απαντήσεις ~ ~. Πβ. του Αγίου Ποτέ. , χάνεται στους αιώνες: για κάτι που έχει πλούσιο παρελθόν, μακραίωνη ιστορία και παράδοση: Χώρα με πολιτισμό που ~ ~., μέχρι συντελείας του αιώνος βλ. συντέλεια, τα βάθη του χρόνου/των αιώνων βλ. βάθος [< 1: γαλλ. siècle 2: αρχ. αἰών 3: γαλλ. âge, ère , αγγλ. age, era]
  • άκρατος<sup>2</sup> , η, ο [ἄκρατος] ά-κρα-τος επίθ. (αρχαιοπρ.) 1. που δεν έχει αναμειχθεί με κάτι άλλο: ~ος: οίνος (: χωρίς προσθήκη νερού). (ΑΡΧ.) ~ες: σπονδές (: που τελούνταν με ~ο οίνο). 2. (σπάν.-μτφ.) γνήσιος, καθαρός, ατόφιος: ~ος: λυρισμός. ΣΥΝ. ακραιφνής [< αρχ. ἄκρατος]

αζωικός

αζωικός, ή, ό [ἀζωικός] α-ζω-ι-κός επίθ.: που δεν έχει ίχνη ζωής ή δεν ευνοεί την ανάπτυξή της. ΑΝΤ. ζωικός2 ● ΣΥΜΠΛ.: αζωικός αιώνας/αζωική περίοδος: ΓΕΩΛ. μεγάλη γεωλογική περίοδος κατά την οποία δεν είχε ακόμη αναπτυχθεί ζωή στη Γη. ΣΥΝ. αρχαιοζωικός/αρχαϊκός αιώνας [< γαλλ. azoïque, αγγλ. azoic]

άργυρος

άργυρος[ἄργυρος] άρ-γυ-ρος ουσ. (αρσ.) {αργύρ-ου}: ΧΗΜ. χημικό στοιχείο (συμβ. Ag, Z 47), πολύτιμο μέταλλο λευκού-γκρι χρώματος· ασήμι: νιτρικός ~. Βλ. χαλκός, χρυσός, ψευδ~. [< αρχ. ἄργυρος, γαλλ. argent]

αρχαιοζωικός

αρχαιοζωικός, ή, ό [ἀρχαιοζωϊκός] αρ-χαι-ο-ζω-ι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αρχαιοζωικός/αρχαϊκός αιώνας: ΓΕΩΛ. η αρχαιότερη γεωλογική εποχή, που μεσολάβησε ανάμεσα στον σχηματισμό του στερεού φλοιού της Γης και την εμφάνιση ζωής. ΣΥΝ. αζωικός αιώνας/αζωική περίοδος [< γαλλ. ère archéozoïque/archéenne]

βάθος

βάθοςβά-θος ουσ. (ουδ.) {βάθ-ους | -η, -ών} 1. η απόσταση ανάμεσα σε ένα ανώτερο και ένα κατώτερο επίπεδο: το ~ του γκρεμού/λάκκου/πηγαδιού. ~ γεώτρησης/εκσκαφής ... μέτρα. Σεισμός μικρού ~ους (= επιφανειακός). Έσκαψαν/καταδύθηκαν/κατέβηκαν σε μεγάλο ~. 2. η απόσταση ανάμεσα σε ένα πρόσθιο και ένα οπίσθιο επίπεδο: το ~ της σπηλιάς/στοάς (πβ. εσωτερικό). (στη ζωγραφική) Η αίσθηση/εντύπωση του ~ους (= του χώρου· βλ. προοπτική). Στο ~ (= φόντο) του πίνακα διακρίνονται δύο φιγούρες. 3. (μτφ.) έκταση, εύρος, μέγεθος: το ~ της γνώσης/σκέψης/σοφίας του. Το ~ ενός προβλήματος.|| Το απύθμενο ~ της ψευτιάς. ΣΥΝ. πλάτος (2) 4. (μτφ.) ουσία, περιεχόμενο: το ~ (= βαθύτερο νόημα) των λέξεων. Πολιτική με ~. Άνθρωπος χωρίς ~ (= κενός). 5. ΦΙΛΟΣ. (στη Λογική) το σύνολο των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων μιας έννοιας, με τα οποία διαφοροποιείται από κάθε άλλη. Βλ. γένος, πλάτος. ● ΣΥΜΠΛ.: βάθος πεδίου: ΦΩΤΟΓΡ. η απόσταση ανάμεσα στο πιο κοντινό στον φακό αντικείμενο και στο πιο απομακρυσμένο από αυτόν, όταν αυτά απεικονίζονται με ευκρίνεια στη φωτογραφία: Αλλάζω/βελτιώνω/ελαχιστοποιώ/μεγιστοποιώ το ~ ~. [< γαλλ. p rofondeur du champ ] , βάθος χρώματος: ΠΛΗΡΟΦ. ο αριθµός των δυαδικών στοιχείων που διατίθενται για την αποθήκευση της πληροφορίας του χρωµατισµού κάθε εικονοστοιχείου: Το ~ ~ ανέρχεται σε/φτάνει τα ... μπιτ. [< αγγλ. color depth] , θόρυβος βάθους: ΤΗΛΕΠ. που προέρχεται από πηγή (ήχου) διαφορετική από αυτή που ηχογραφείται. [< αγγλ. background noise] , βαθιά οικολογία/οικολογία του βάθους βλ. οικολογία, εστιακό βάθος βλ. εστιακός, ψυχολογία του βάθους βλ. ψυχολογία ● ΦΡ.: από τα βάθη της καρδιάς/της ψυχής (μου) & (λόγ.) εκ βάθους/από μέσης καρδίας: για έκφραση γνήσιων και έντονων συναισθημάτων: Σας ευχαριστώ/συγχαίρω ~ ~ (= ειλικρινά)! Εύχομαι ~ ~ υγεία και μακροημέρευση! ΣΥΝ. από καρδιάς, με όλη μου την ψυχή/την καρδιά [< γαλλ. du fond de mon coeur] , εν τω βάθει (επιστ.): στο βάθος: (ΙΑΤΡ.) ~ ~ λοίμωξη/φλεβική θρόμβωση. ~ ~ καμπτήρας (δακτύλων). ΑΝΤ. επιπολής, κατά (/στο) βάθος: στην πραγματικότητα: ~ ~, είναι καλός άνθρωπος.|| Ξέρω, ~ ~ (: βαθιά μέσα μου), ότι λέει ψέματα. [< γαλλ. au/dans le fond] , με βάθος χρόνου 1. με προοπτική: επένδυση/συνεργασία ~ ~. 2. (για στόχο) με προβλεπόμενο χρονικό όριο για την επίτευξή του: έργα ~ ~ τα πέντε έτη/το 2020 (= με χρονικό ορίζοντα)., σε βάθος & (λόγ.) εις βάθος: που φτάνει στην ουσία των πραγμάτων: ανάλυση/έρευνα ~ ~ (= λεπτομερής, σχολαστική). Γνωρίζω ~ ~ το θέμα. Εξέτασε ~ ~ την υπόθεση (= διεξοδικά).|| Καθαριότητα ~ ~. Βλ. επιφανειακός. [< αγγλ. in depth, γαλλ. au fond de, à fond] , σε βάθος και (σε) πλάτος/σε πλάτος και (σε) βάθος 1. λεπτομερώς, από όλες τις πλευρές: έλεγχος ~ ~. Τα δεδομένα μελετήθηκαν ~ ~. ΣΥΝ. ενδελεχώς. 2. σε όλα τα επίπεδα: διεύρυνση/μεταρρύθμιση ~ ~., σε βάθος χρόνου 1. μακροπρόθεσμα, μελλοντικά: εφαρμογή του μέτρου σε (ικανό) ~ ~, όχι αμέσως. Αλλαγές που πραγματοποιούνται σταδιακά και ~ ~. 2. (προκειμένου για συγκεκριμένη χρονική προθεσμία) σε διάστημα: υλοποίηση του προγράμματος ~ ~ οκτώ μηνών. [< αγγλ. in time depth] , τα βάθη του χρόνου/των αιώνων: το πολύ μακρινό παρελθόν: Ιστορία/πολιτισμός που ξεκινά από τα/που χάνεται στα ~ ~., το βάθος/τα βάθη (συνήθ. προηγείται η πρόθ. σε ή από) 1. το εσώτερο σημείο, το πίσω μέρος: Στο ~ διακρίνεται το χωριό. Στο ~ του ορίζοντα. Τον είδε στο ~ της αίθουσας/του διαδρόμου.|| (μτφ.) Εικόνες από ~ της μνήμης/του μυαλού (πβ. μύχια). 2. το πιο απομακρυσμένο ή πάρα πολύ μακρινό σημείο: ταξίδι στα ~ της ερήμου (πβ. πέρατα). 3. {συνήθ. στον πληθ.} πολύ χαμηλό ή το χαμηλότερο σημείο: από τα/στα ~ της Γης (πβ. έγκατα)/της θάλασσας (πβ. πυθμένας). Αποστολές στα (άγνωστα) ~ των ωκεανών (πβ. άβυσσος). Στο ~ (= στον πάτο) της λίμνης., χαίρε βάθος αμέτρητον (από τον Ακάθιστο Ύμνο) (λόγ.-ειρων.): για δήλωση χαοτικής, άναρχης κατάστασης ή για κάτι εντελώς ασαφές και απροσδιόριστο., ή του ύψους ή του βάθους βλ. ύψος, φως στο τούνελ βλ. τούνελ [< αρχ. βάθος, γαλλ. fond, αγγλ. depth, γερμ. Tiefe]

γηράσκω

γηράσκωγη-ρά-σκω ρ. (αμτβ.) {μόνο στον ενεστ.} (λόγ.): γερνώ. Κυρ. στη ● ΦΡ.: γηράσκω αεί διδασκόμενος (αρχαιοπρ.): όσο γερνώ μαθαίνω περισσότερα, αποκτώ μεγαλύτερη πείρα. [< αρχ. γηράσκω]

δίκαιος

δίκαιος, η, ο δί-και-ος επίθ. 1. που είναι σύμφωνος με το δίκαιο: ~ος: αγώνας/διακανονισμός/όρος. ~η: αμοιβή/απαίτηση/αποζημίωση/διανομή (κληρονομιάς)/διεκδίκηση/δίκη/επιλογή/κρίση/μεταχείριση/ποινή/πολιτική/ρύθμιση. ~ο: αίτημα. Είναι ~ο να/που ... (: ορθό, πρέπον, σωστό). Αν θέλουμε να είμαστε ~οι, … Η διεθνής κοινότητα αναζητά μια ~η και βιώσιμη λύση/διευθέτηση του ζητήματος.|| (για πρόσ.) ~ος: εξεταστής/κριτής (= ακριβο~, αμερόληπτος, αντικειμενικός, ΑΝΤ. μεροληπτικός). ΑΝΤ. άδικος (1) 2. δικαιολογημένος: ~ος: εκνευρισμός/χαρακτηρισμός. ~η: αγανάκτηση/αντίδραση/αντιμετώπιση/αυστηρότητα/δυσφορία/έκρηξη οργής/επιθυμία. ~ο: παράπονο. ΑΝΤ. αδικαιολόγητος (1) 3. επάξιος: ~ος: έπαινος. ~η: αναγνώριση/επιτυχία/νίκη. ● ΣΥΜΠΛ.: εναλλακτικό και αλληλέγγυο εμπόριο βλ. εμπόριο ● ΦΡ.: (βρέχει) επί δικαίους και αδίκους (ΚΔ, λόγ.) & (εσφαλμ.) επί δικαίων και αδίκων: (συνήθ. για κάτι δυσάρεστο) προς όλους ανεξαιρέτως: Η υποψία αιωρείται ~ ~., κοιμάται τον ύπνο του δικαίου βλ. ύπνος, τίμια/δίκαια πράγματα! βλ. τίμιος ● βλ. δίκαια [< αρχ. δίκαιος]

εσαεί & ες αεί

εσαεί & ες αεί[ἐσαεί] ε-σα-εί επίρρ. (αρχαιοπρ.): συνέχεια, αιώνια, για πάντα: Δεν μπορεί να κρύβεται ~. Πβ. επ' άπειρον, στους αιώνες των αιώνων. ● ΦΡ.: κτήμα ες αεί/αιεί βλ. κτήμα [< αρχ. ἐς αἰεί, εἰς ἀεί]

καινοζωικός

καινοζωικός, ή, ό και-νο-ζω-ι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: καινοζωικός αιώνας: ΓΕΩΛ. ο τελευταίος γεωλογικός αιώνας της ιστορίας της Γης (πριν από περ. 65 εκατομμύρια χρόνια) με κύριο χαρακτηριστικό την εμφάνιση του ανθρώπου. Βλ. παλαιο-, μεσο-ζωικός, Τριτο-, Τεταρτο-γενές. [< αγγλ. Cainozoic, caenozoic, γαλλ. cénozoïque, 1924]

κατάρα

κατάρακα-τά-ρα ουσ. (θηλ.) 1. φράση που δηλώνει επιθυμία να πάθει κάποιος κάτι κακό, συχνά με επίκληση υπερφυσικής δύναμης: βαριά ~. Η ~ της έπιασε (= πραγματοποιήθηκε). Την ~ μου να 'χει! Εκστομίζει ~ες.|| (ως επιφών.) ~ (σ)τη στιγμή/(σ)την ώρα που ... (= ανάθεμα)! Βλ. ευλογία. 2. (μτφ.) συμφορά, δυστυχία: η ~ του πολέμου (πβ. μάστιγα). Η χαρτοπαιξία είναι ~. Κάποια ~ τον βαραίνει/βρήκε. ~ έπεσε στο ... Τι ~ είν' αυτή να μη στεριώνει πουθενά! Είναι κατάρα και ευχή μαζί. Βλ. ευτυχία. ● ΦΡ.: γυρίζει σαν την άδικη κατάρα (προφ.): περιφέρεται άσκοπα., ευχή και κατάρα 1. για κάτι που έχει θετικές και αρνητικές πλευρές: Η δόξα/ομορφιά είναι ~ ~ (μαζί). 2. (προφ.) για να δηλωθεί εντολή επιτακτική και δεσμευτική για τον αποδέκτη της: ~ ~ σου αφήνω/δίνω, μην ασχοληθείς ποτέ σου με .../φύγε μακριά!, κατάρα στον λαδέμπορα! βλ. λαδέμπορος [< αρχ. κατάρα]

κόπος

κόποςκό-πος ουσ. (αρσ.) 1. καταβολή έντονης σωματικής ή ψυχικής προσπάθειας και η συνακόλουθη κούραση: υποβλήθηκε στον ~. Κατέβαλε (τον) ~ να … Απαιτείται/χρειάζεται ~ (για) να ... Πήγε στράφι/τζάμπα/χαμένος ο ~ μου. Ύστερα από πολύ ~ο κατάφερε να ... Με μεγάλο ~. Με ~ο και αγώνα/θυσίες/ιδρώτα. Χωρίς ~ο δεν γίνεται τίποτε. Οι ~οι της χρονιάς αποδίδουν καρπούς/δικαιώνονται. Aνταμείβομαι για/απολαμβάνω τους ~ους μου. Δεν φείδεται ~ων και εξόδων, προκειμένου να πετύχει αυτό που θέλει. Πβ. κάματος, μόχθος. 2. (προφ.) σωματική ή πνευματική εργασία και η ανταμοιβή της: Δεν πληρώθηκα τον ~ο μου. Πάρε αυτό/κάτι για τον ~ο σου! Πβ. αμοιβή, μισθός. ● ΣΥΜΠΛ.: άδικος/μάταιος κόπος: χωρίς αποτέλεσμα: Είναι ~ ~ να ασχοληθείς σοβαρά με το θέμα. Πβ. ματαιοπονία. ● ΦΡ.: βάζω (κάποιον) σε κόπο & σε φασαρία (συνήθ. με άρνηση και ως έκφραση ευγένειας) (προφ.): προκαλώ σωματική ή και ψυχική κούραση, ταλαιπωρία: Χαίρομαι να σε φιλοξενώ, δεν με ~εις ~. -Να σας φτιάξω έναν καφέ; -Μη σας βάλω ~., κάνω τον κόπο/μπαίνω σε/στον κόπο (συνήθ. με άρνηση και ως έκφραση ευγένειας) (προφ.): προβαίνω σε ενέργεια, αφιερώνω χρόνο για να κάνω κάτι: Μην κάνεις τον ~ να ... Μην μπαίνετε σε ~. Αν δε σου κάνει κόπο, μου φέρνεις ένα ποτήρι νερό; Δεν μπήκες καν στον ~ να με ενημερώσεις., μετά (πολλών/μυρίων) κόπων και βασάνων (λόγ.) & (προφ.) με κόπους και βάσανα/με χίλια βάσανα: με μεγάλη προσπάθεια, με πολλές δυσκολίες και ταλαιπωρίες: Φτάσαμε ~ ~. ~ ~ κατάφερε τελικά να μπει στο Πανεπιστήμιο. Πβ. με (τα) χίλια (δυο) ζόρια., τα αγαθά κόποις κτώνται (λόγ.): απαιτείται προσπάθεια και κούραση, προκειμένου να επιτευχθεί κάτι καλό., αξίζει τον κόπο βλ. αξίζω [< αρχ. κόπος]

κοσμικός

κοσμικός, ή, ό κο-σμι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με τον κόσμο ως σύνολο ανθρώπων και κυρ. με τη ζωή της υψηλής κοινωνίας: ~ός: γάμος/τρόπος ζωής (= κοσμικότητα)/τύπος. ~ή: κίνηση/κυρία/παραλία/ταβέρνα. ~ό: γεγονός/θέρετρο/κέντρο/μέρος/νησί/ρεπορτάζ. ~οί: κύκλοι. ~ές: εκδηλώσεις (π.χ. δεξιώσεις, χοροεσπερίδες)/στήλες (εφημερίδας/περιοδικού)/συγκεντρώσεις. ~ά: νέα/σαλόνια. Πβ. κοινωνικός. 2. που αναφέρεται στην επίγεια κοινωνική ζωή σε αντίθεση με την εκκλησιαστική: ~ός: άρχοντας/ηγέτης/συγγραφέας/χαρακτήρας (της εκπαίδευσης/του κράτους). ~ή: ιστορία/μουσική/τέχνη. ~ά: αγαθά. Πβ. εγκόσμιος.|| ~ός: κλήρος (: σε αντιδιαστολή προς τους μοναχούς). Πβ. λαϊκός. ΑΝΤ. θρησκευτικός 3. που έχει σχέση με το Σύμπαν ή ειδικότ. το διάστημα σε αντιδιαστολή προς τη Γη: ~ός: θόρυβος/νόμος/χρόνος. ~ή: έκρηξη/ταχύτητα. ~ό: κενό/νέφος/φαινόμενο/χάος. ~οί: άνεμοι. ~ές: δομές (π.χ. σμήνη γαλαξιών). Πβ. διαστημ-, συμπαντ-ικός. Βλ. μακρο~, μικρο~. ΑΝΤ. γήινος (1) ● Ουσ.: κοσμικά (τα) 1. θέματα που αφορούν τις εκδηλώσεις της υψηλής κυρ. κοινωνίας. 2. τα εγκόσμια., κοσμικός (ο) 1. ο λαϊκός σε αντίθεση με τον κληρικό ή τον μοναχό. 2. πρόσωπο που του αρέσουν οι κοινωνικές εκδηλώσεις ή συχνάζει σε αυτές. ΑΝΤ. απόκοσμος (2) ● ΣΥΜΠΛ.: κοσμική ακτινοβολία/κοσμικές ακτίνες: ΑΣΤΡΟΝ. ακτινοβολία που αποτελείται από σωματίδια τα οποία κινούνται πολύ γρήγορα (αδρόνια, λεπτόνια, φωτόνια), διασχίζουν την ατμόσφαιρα και φτάνουν στην επιφάνεια της Γης από το Σύμπαν. [< γαλλ. rayonnement cosmique/rayons cosmiques, αγγλ. cosmic ray, 1925] , κοσμική/(σπανιότ.) εγκόσμια εξουσία: η κρατική, πολιτική εξουσία σε αντίθεση προς τη θρησκευτική., κοσμικό/γαλαξιακό έτος: ΑΣΤΡΟΝ. το απαιτούμενο χρονικό διάστημα (περ. 245 εκατομμύρια χρόνια) για μια πλήρη περιστροφή του ηλιακού μας συστήματος γύρω από το κέντρο του γαλαξία., κοσμικό/λαϊκό κράτος: στο οποίο η εξουσία ασκείται από πολιτικά πρόσωπα χωρίς την παρέμβαση θρησκευτικών παραγόντων σε αντιδιαστολή προς το θεοκρατικό κράτος., κοσμικός αιώνας: ΓΕΩΛ. το χρονικό διάστημα εξέλιξης της Γης από τη στιγμή που έγινε για πρώτη φορά αυτοτελές ουράνιο σώμα μέχρι τον πιθανό σχηματισμό του φλοιού της., αστρική/κοσμική/διαστημική σκόνη βλ. σκόνη, κοσμική/μικροκυματική ακτινοβολία υποβάθρου βλ. ακτινοβολία [< 1: γαλλ. mondain 2: μεσν. κοσμικός 3: αρχ. ~, γαλλ. cosmique, αγγλ. cosmic]

μεσοζωικός

μεσοζωικός, ή, ό με-σο-ζω-ι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: μεσοζωικός αιώνας: ΓΕΩΛ. ο μεσαίος γεωλογικός αιώνας της ιστορίας της Γης (περ. 245-65 εκατομμύρια χρόνια πριν), κατά τη διάρκεια του οποίου πρωτοεμφανίστηκαν τα πτηνά και τα θηλαστικά. Βλ. παλαιο-, καινο-ζωικός, Τριαδικό, Ιουρασικό, Κρητιδικό. ΣΥΝ. Δευτερογενές [< γαλλ. mésozoïque, αγγλ. mesozoic]

νυν

νυν[νῦν] επίρρ. (αρχαιοπρ.) 1. τώρα. 2. (ως επίθ., με άρθ.) τωρινός, σημερινός: Ο ~ δήμαρχος/πρύτανης. Ο ~ και ο μέλλων πρόεδρος. Πβ. παρών. ΑΝΤ. πρώην, τέως ● ΦΡ.: νυν και αεί: (εκκλησιαστική φρ.) τώρα και πάντα: ~ ~ και εις τους αιώνας των αιώνων., στο νυν και αεί: στο έσχατο όριο αντοχής, στο απροχώρητο: Τον έχει φέρει ~ ~ με τα καμώματά της! Δεν μπορούσε πια τα ψέματά του, είχε φτάσει ~ ~. ΣΥΝ. στο αμήν (1), νυν υπέρ πάντων ο αγών βλ. αγώνας [< αρχ. νῦν]

πάλαι

πάλαιπά-λαι επίρρ. (αρχαιοπρ.): προ πολλού, τα παλιά χρόνια. ● ΦΡ.: πάλαι ποτέ: κάποτε, στο παρελθόν: Το ~ ~ ισχυρό κόμμα. Ο ~ ~ μεγιστάνας. [< αρχ. πάλαι]

παλαιοζωικός

παλαιοζωικός, ή, ό πα-λαι-ο-ζω-ι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: παλαιοζωικός αιώνας: ΓΕΩΛ. ένας από τους τρεις γεωλογικούς αιώνες (περ. 600 ως 245 εκατομμύρια χρόνια πριν) που έληξε με την επικράτηση των ερπετών στην ξηρά. Βλ. κάμβριο, μεσο-, καινο-ζωικός, πέρμιο. ΣΥΝ. Πρωτογενές [< γαλλ. ère paléozoïque, αγγλ. palaeozoic era]

πελάζει

πελάζειπε-λά-ζει ρ.: μόνο στη ● ΦΡ.: όμοιος ομοίω αεί πελάζει (αρχαιοπρ.-αρνητ. συνυποδ.): ο καθένας επιλέγει να συναναστρέφεται ανθρώπους που του μοιάζουν στον χαρακτήρα. Πβ. βρήκε ο Φίλιππος τον Ναθαναήλ, κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι. ΣΥΝ. όμοιος (σ)τον όμοιο κι η κοπριά (σ)τα λάχανα [< αρχ. πελάζω ‘πλησιάζω, προσεγγίζω’]

συντέλεια

συντέλειασυ-ντέ-λει-α ουσ. (θηλ.): μόνο στις ● ΦΡ.: μέχρι συντελείας του αιώνος (ΚΔ): ως το τέλος του κόσμου., συντέλεια του κόσμου 1. το τέλος του κόσμου· κατ' επέκτ. σε περιπτώσεις που κάποιος δίνει τραγικές και πολύ δυσάρεστες διαστάσεις σε ένα άσχημο συμβάν, μια αρνητική κατάσταση: (ΘΕΟΛ.) Έρχεται η ~ ~. Πβ. Δευτέρα Παρουσία.|| Πώς κάνεις έτσι, δεν ήρθε και η ~ ~. Βλ. (κάποιος) φέρνει την καταστροφή. 2. (μτφ.) σε περιπτώσεις ακραίων καιρικών φαινομένων: Γίνεται η ~ ~ έξω. Πβ. θεομηνία, κοσμοχαλασιά. Βλ. καρεκλοπόδαρο. [< μτγν. συντέλεια]

τελώ

τελώ[τελῶ] τε-λώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {τελ-είς ...| τέλε-σα, τελέ-σει, -στηκε, -στεί, (λόγ.) τετελεσμένος, τελ-ώντας, -ούμενος} (λόγ.) 1. εκτελώ, πραγματοποιώ επίσημη εκδήλωση ή θρησκευτικό μυστήριο, διαπράττω: ~εί (= έχει αναλάβει) χρέη ταμία. Έθιμο που ~είται (= γίνεται) και σήμερα.|| Τον γάμο ~σε ο ιερέας της Ενορίας. Η βάπτιση θα ~στεί στον ιερό ναό ... Η κηδεία ~στηκε δημοσία δαπάνη.|| (ΝΟΜ.) ~ούμενα: αδικήματα/εγκλήματα. ΣΥΝ. διενεργώ 2. βρίσκομαι σε ορισμένη κατάσταση, υφίσταμαι, αντιμετωπίζω: ~εί εν αποστρατεία. Η έκθεση ~εί υπό την αιγίδα του Υπουργείου. ~ούν εν αναμονή των εξελίξεων. Η κατάσταση ~εί υπό έλεγχο. ~εί υπό παρακολούθηση. ~εί εν αγνοία του ... Η ισχύς του μέτρου ~εί εν αμφιβόλω. Η περιοχή ~εί υπό κατοχή. Η σχολή ~εί υπό κατάληψη. Το κίνημα ~εί υπό διωγμό(ν). Η χώρα ~εί υπό καθεστώς επιτήρησης/ομηρίας.|| (ειρων.) Η επιτροπή ~εί εν υπνώσει.|| (ΝΟΜ.) ~εί εν χηρεία. Η εταιρεία ~εί υπό πτώχευση. Ο κατηγορούμενος ~εί υπό προσωρινή κράτηση. Πβ. δια~. ● ΦΡ.: είμαι/τελώ εν γνώσει: (+ γεν.) είμαι ενήμερος, γνώστης ενός πράγματος: ~ ~ του γεγονότος/των κινδύνων/των συνεπειών. Το θέμα είναι ~ του αρμόδιου υπουργείου., τελεί εν αδίκω: έχει άδικο, διαπράττει άδικη πράξη. [< 1: αρχ. τελῶ 2: γαλλ. être]

τζάμπα

τζάμπατζά-μπα επίρρ. & τσάμπα (προφ.) 1. δωρεάν ή πολύ φτηνά: Το ηχείο το πήρα ~ από ένα φίλο (: μου το χάρισε). (ως επίθ.) ~ φαγητό. Βρήκα ~ εισιτήρια/προσκλήσεις.|| Το αγόρασε σε τιμή ευκαιρίας, σχεδόν ~. Πβ. πάμφθηνα.|| ~ δουλεύει (: για πολύ λίγα χρήματα).|| (ως ουσ.) Έχει μάθει/συνηθίσει στο ~. Πβ. τζαμπέ. 2. (μτφ.) μάταια: ~ ο ενθουσιασμός/ο κόπος (= κρίμα, χαράμι· ΑΝΤ. χαλάλι)/η κούραση/η φασαρία. ~ ανησυχείς/ταλαιπωρείσαι/χάνεις την ώρα σου. ~ ήρθαμε, δεν είναι κανείς εδώ. 3. (ως επίθ.) (μτφ.-ειρων.) που δεν έχει βαρύτητα ή συνέπειες, χωρίς αιτία ή κόστος: ~ αντίσταση/κριτική/λόγια/μαγκιά/υποσχέσεις (πβ. ανέξοδος, εύκολος). ~ επαναστάτες.|| Ο καθένας μπορεί να λέει ό,τι θέλει, ~ είναι! ● ΣΥΜΠΛ.: πεταμένα/τζάμπα/κοροϊδίστικα λεφτά βλ. λεφτά ● ΦΡ.: στο τζάμπα (προφ.-ειρων.): χωρίς καθόλου χρήματα ή με πολύ λίγα: Δεν πλήρωσαν είσοδο, μπήκαν ~ ~. Τη βγάζουν ~ ~, πάντα τους κερνάνε., τζάμπα και βερεσέ (προφ.): άδικα, άσκοπα: Τόση δουλειά πήγε ~ ~ (= στράφι)!, τζάμπα κι άδικα (προφ.): χωρίς λόγο, μάταια: ~ ~ στενοχωριέσαι., τζάμπα ξίδι, γλυκό σαν μέλι (παροιμ.): για να δηλωθεί ότι αυτό που προσφέρεται χωρίς αντάλλαγμα είναι πάντα ευχάριστο και καλοδεχούμενο., τζάμπα πράμα & πράγμα (προφ.): κυρ. για προϊόν σε πολύ καλή τιμή: Παρ' το, ~ ~ είναι. Βλ. κελεπούρι., τζάμπα μάγκας βλ. μάγκας, τι/τζάμπα τα έχουμε/πήραμε/φοράμε τα γαλόνια; βλ. γαλόνι2 [< τουρκ. caba]

φως

φως[φῶς] ουσ. (ουδ.) {φωτ-ός | φώτ-α, -ων} 1. ΦΥΣ. ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία που εκπέμπεται από φυσική ή τεχνητή πηγή και διεγείρει την όραση· συνεκδ. η αντίστοιχη πηγή: αμυδρό/απαλό/άπλετο/αχνό/διάχυτο/δυνατό/εκτυφλωτικό/έντονο/ηλιακό/καθαρό/λαμπερό/ορατό/υπεριώδες ~. Ανάκλαση/ανάλυση/(ευθύγραμμη) διάδοση/διάθλαση/πόλωση/ταχύτητα του ~ός. Ακτίνα/δέσμη/κύματα/φάσμα ~ός. Το ~ των αστεριών/του Ήλιου/της Σελήνης. Εκπέμπω ~ (πβ. ακτινοβολώ, λάμπω, φωτίζω). Ξεκίνησαν το ταξίδι με το πρώτο ~ της ημέρας (: το χάραμα).|| Ηλεκτρικό ~. Το ~ της λάμπας/του φάρου. Τα ~α του δρόμου/της πόλης. Τα ~α (= τα φανάρια) της Τροχαίας (Κύπρος). Φωτογραφίζω κόντρα στο ~. Βλ. ημίφως, σκοτάδι.|| Διακόπτης ~ός. Ανάβω/κλείνω/σβήνω το ~. Ανοιχτά/πολύχρωμα/χαλασμένα/χαμηλωμένα ~α. (σε μηχανήματα:) ~α εργασίας. Βλ. γλόμπος, λάμπα, λαμπτήρας, λυχνία.|| (μτφ.) Τα ~α της ράμπας (: το θέατρο, η θεατρική ζωή). 2. (συνεκδ.) η αίσθηση της όρασης: Έχασε/ξαναβρήκε το ~ του. 3. {κυρ. στον πληθ.} (μτφ.) η γνώση, η εμπειρία, κάποιου συνήθ. πάνω σε έναν τομέα: Έχω ένα πρόβλημα και χρειάζομαι τα ~α σας.|| Πόλη/χώρα που (μετ)έδωσε τα ~α του πολιτισμού στον κόσμο. 4. {κυρ. στον πληθ.} (μτφ.) το ενδιαφέρον των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης για κάποιον/κάτι: Όλα τα ~α είναι στραμμένα στον τελικό του Κυπέλλου. 5. οτιδήποτε διαφωτίζει τον άνθρωπο: το ~ της αγάπης/ειρήνης. Το αιώνιο ~ της αλήθειας.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Το ~ του κόσμου (= ο Χριστός). Το ~ της Βασιλείας των Ουρανών/του Λόγου του Θεού. ● Υποκ.: φωτάκι (το): ΣΥΝ. λαμπάκι ● ΣΥΜΠΛ.: Άγιο Φως: ΕΚΚΛΗΣ. το φως της Ανάστασης που λαμβάνεται από τον Πανάγιο Τάφο το μεσημέρι του Μ. Σαββάτου: το θαύμα/η τελετή αφής του ~ου ~ός., λευκό φως: ΦΥΣ. που περιέχει όλα τα μήκη κύματος του ορατού φάσματος με την ίδια περίπου ένταση όπως το ηλιακό φως., ο Αιώνας των Φώτων: η εποχή του Διαφωτισμού., πράσινο φως (μτφ.): άδεια, έγκριση: Δόθηκε το ~ ~ στο νέο νομοσχέδιο. Η κυβέρνηση άναψε/έδωσε ~ ~ για την έναρξη των συνομιλιών με τους ... Πήρε το ~ ~ για την ανέγερση εμπορικού κέντρου. [< αγγλ. green light, 1937] , φως ασφαλείας: φωτισμός που εξακολουθεί να λειτουργεί σε περίπτωση διακοπής του ηλεκτρικού ρεύματος: ηλιακό ~ ~., φώτα διασταύρωσης & μεσαία φώτα: μπροστινοί προβολείς οχήματος τους οποίους οι οδηγοί υποχρεούνται να ανάβουν μισή ώρα μετά τη δύση του Ηλίου., φώτα έκτακτης/επείγουσας ανάγκης & φώτα κινδύνου: αλάρμ., φώτα θέσης & μικρά φώτα & (σπάν.) φώτα στάσης: τα φώτα τoυ oχήματoς πoυ χρησιμoπoιoύνται για να διακρίνεται αυτό και τo πλάτoς τoυ: ~ ~ μπρoστά/πίσω., φώτα πορείας & μεγάλα φώτα & φανοί πορείας: μπροστινά φώτα οχήματος (ή σκάφους) για επαρκή φωτισμό σε απόσταση τουλάχιστον εκατό μέτρων. [< γερμ. Fernlicht] , άκτιστο(ν) φως βλ. άκτιστος, διασπορά του φωτός βλ. διασπορά, έτος φωτός βλ. έτος, ζωδιακό φως βλ. ζωδιακός, η πόλη του φωτός βλ. πόλη, ήχος και φως βλ. ήχος, παλμικό φως βλ. παλμικός, φως ιλαρόν βλ. ιλαρός ● ΦΡ.: είδε το (πρώτο) φως της ζωής/της (η)μέρας/του ήλιου (μτφ.): (για πρόσ.) γεννήθηκε ή (για πράγμα) κυκλοφόρησε ή ανακαλύφθηκε: ~ ~ πριν από σαράντα χρόνια.|| Το δεύτερο βιβλίο του μόλις ~ ~.|| Ένα σημαντικό εύρημα ~ ~ κατά τις ανασκαφές., μου άλλαξε τα φώτα & τα πετρέλαια/τα πέταλα (προφ.): κάποιος ή κάτι με ταλαιπώρησε πολύ: Οι παίκτες ~ξαν ~ στην αντίπαλη ομάδα. Οι αυξήσεις των τιμών μάς ~ξαν ~. ΣΥΝ. μου άλλαξε/μου έβγαλε τον αδόξαστο/την πίστη/την Παναγία, ποιος στραβός/τυφλός δεν θέλει το φως του; (εμφατ.): ως έκφραση που δηλώνει ότι όλοι θα ήθελαν να τους συμβεί κάτι πολύ καλό ή να λυθεί κάποιο πρόβλημά τους., ρίχνω φως 1. φωτίζω: Ρίξε μου λίγο ~ με τον φακό. 2. (μτφ.) ξεκαθαρίζω, διαλευκαίνω: Η έρευνα ~ξε ~ στο ζήτημα/στην υπόθεση. Πβ. ξεδιαλύνω., στο φως: για κάτι που αποκαλύπτεται, δημοσιοποιείται: Η έρευνα έφερε ~ ~ νέα στοιχεία για την υπόθεση. Η αλήθεια πρέπει να βγει ~ ~.|| Όλα ~ ~! Βγήκαν/ήρθαν ~ ~ (: στην επιφάνεια) απόρρητα έγγραφα., υπό το φως (λόγ.) & κάτω από το φως 1. (μτφ.) από την οπτική γωνία, από τη σκοπιά: Το δικαστήριο θα επανεξετάσει την απόφαση ~ ~ των νέων αποκαλύψεων/στοιχείων. Οι σχέσεις των δύο χωρών θα πρέπει να εξεταστούν ~ ~ των πρόσφατων εξελίξεων. 2. με το φως: Δείπνο ~ ~ των κεριών/του φεγγαριού. [< γαλλ. à la lumière] , φως μου!: προσφώνηση προσφιλούς, οικείου προσώπου: Σ' αγαπώ ~ ~!, (είναι) φως φανάρι! βλ. φανάρι, βλέπει το φως/έρχεται στο φως της δημοσιότητας βλ. δημοσιότητα, γενηθήτω φως (και εγένετο φως) βλ. γενηθήτω, φως στο τούνελ βλ. τούνελ [< αρχ. φῶς, γαλλ. lumière, αγγλ. light]