Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 7 εγγραφές  [0-7]


  • γκορτσιά γκορ-τσιά ουσ. (θηλ.) (διαλεκτ.): ΒΟΤ. άγρια αχλαδιά. [< βουλγ. gornic(a)]
  • κόσα κό-σα ουσ. (θηλ.) & κοσιά (παλαιότ.-λαϊκό): δρεπάνι με μακριά ξύλινη λαβή. [< σλαβ. kos, βουλγ. kosa]
  • κούρκος [κοῦρκος] κούρ-κος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): ΟΡΝΙΘ. αρσενική γαλοπούλα· γάλος, διάνος. Βλ. αγριόκουρκος. [< βουλγ. kurka]
  • λεβ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. λέβα}: ΟΙΚΟΝ. το βουλγαρικό νόμισμα. [< βουλγ. lev]
  • μπράτιμος μπρά-τι-μος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-παρωχ.) 1. στενός συγγενής ή φίλος του γαμπρού ή της νύφης που βοηθούσε στον παραδοσιακό γάμο. 2. επιστήθιος φίλος, αδελφοποιτός. Πβ. βλάμης. [< βουλγ. bratim(ya)]
  • πέστροφα πέ-στρο-φα ουσ. (θηλ.): ΙΧΘΥΟΛ. εδώδιμο ψάρι κυρ. του γλυκού νερού (επιστ. ονομασ. Salmo trutta) με λεπτό σώμα και αιχμηρά δόντια: ~ ιχθυοτροφείου. Βλ. σολομός.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) Καπνιστή/ψητή ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ιριδίζουσα πέστροφα: είδος πέστροφας (επιστ. ονομασ. Oncorhynchus mykiss) που έχει χαρακτηριστική κοκκινωπή ιριδίζουσα γραμμή κατά μήκος και των δύο πλευρών της. [< μεσν. πέστροφα < βουλγ. pŭstŭrva]
  • Πομάκοι Πο-μά-κοι ουσ. (αρσ.) (οι) {στον εν. Πομάκος, Πομάκα (η)}: μουσουλμανική θρησκευτική μειονότητα της Θράκης. [< βουλγ. pomak]

αγριόκουρκος

αγριόκουρκος[ἀγριόκουρκος] α-γρι-ό-κουρ-κος ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. μεγάλο, ορνιθόμορφο, δασόβιο πουλί (επιστ. ονομασ. Tetrao urogallus).

σολομός

σολομόςσο-λο-μός ουσ. (αρσ.) , (εσφαλμ.) σολωμός: ΙΧΘΥΟΛ. μεγάλο ανάδρομο ψάρι (επιστ. ονομασ. Salmo salar), το οποίο έχει χαρακτηριστικές μαύρες βούλες και αλιεύεται ή εκτρέφεται για το εκλεκτό και εύγευστο κρέας του: αβγά ~ού. Βλ. πέστροφα.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ καπνιστός/μαριναρισμένος/φιλέτο. Άγριος ~ στη σχάρα/στο γκριλ. Χαβιάρι ~ού (= μπρικ). [< μεσν. *σολομός < λατ. salmo]