Αναζήτηση
Χρηστικό λεξικό

- Οπορτουνιστης [ἄλλοθι] άλ-λο-θι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΝΟΜ. ένδειξη αθωότητας υπόπτου ή κατηγορουμένου που προκύπτει από τον ισχυρισμό του ότι βρισκόταν αλλού κατά τη διάπραξη του αδικήματος για το οποίο κατηγορείται: αδιάσειστο/ακλόνητο/ισχυρό/ψεύτικο ~. Ο κατηγορούμενος είχε/παρουσίασε/πρόβαλε ατράνταχτο ~, ότι βρισκόταν στο εξωτερικό την ημέρα του φόνου. 2. (κατ' επέκτ.) δικαιολογία, πρόσχημα: βολικό/ιδεολογικό/κοινωνικό ~. Βρίσκω/δίνω ~. Επικαλούμαι/χρησιμοποιώ κάτι ως ~. Πβ. πρόφαση. [< αρχ. ἄλλοθι, διεθν. λατ. alibi]
- ανθρακο- & ανθρακό- & ανθρακ- α' συνθετικό λέξεων που αναφέρεται 1. ΧΗΜ. στον άνθρακα: ανθρακ-ασβέστιο/~ούχος. 2. (λόγ.) στο κάρβουνο: ανθρακο-φόρο. [< μτγν. ἀνθρακ(ο)-, διεθν. anthrac(o)-, γαλλ. carbon-]
- άτριο [ἄτριο] ά-τρι-ο ουσ. (ουδ.): ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. αίθριο σε σπίτια με ρωμαϊκό αρχιτεκτονικό πρότυπο. [< διεθν., λατ. atrium]
- βασιλίσκος βα-σι-λί-σκος ουσ. (αρσ.) 1. ΟΡΝΙΘ. το μικρότερο πτηνό της Ελλάδας (επιστ. ονομασ. Regulus ignicapillus), με μαύρη γραμμή ανάμεσα στα μάτια και χαρακτηριστική κίτρινη-πορτοκαλί λωρίδα (στέμμα) στο κεφάλι. 2. ΖΩΟΛ. δενδρόβια σαύρα της Νότιας Αμερικής με μικρό λοφίο στο πίσω μέρος του κεφαλιού (διεθν. ονομασ. Basiliscus), η οποία μπορεί να περπατά πάνω στο νερό, καθώς κινείται πάρα πολύ γρήγορα. Βλ. ιγκουάνα. 3. ΑΣΤΡΟΝ. ο φωτεινότερος αστέρας του Λέοντα (επιστ. ονομασ. Regulus). 4. (μειωτ.) ανάξιος βασιλιάς. Βλ. -ίσκος. [< 2, 3: μτγν. βασιλίσκος, αγγλ. basilisk 4: αρχ. ~]
- γεροντο- : λεξικό πρόθημα που αναφέρεται σε ηλικιωμένο άτομο: (μειωτ.) ~έρωτας/~κόρη/~κρατία/~παλίκαρο.|| (ΙΑΤΡ.) ~λογία. ● βλ. γερο- & γερό-1, γηρο- & γηρ- [< αρχ. γεροντ(ο)- , διεθν. geront(o)-]
- γιγα- & γκιγκα- (σύμβ. G): ΦΥΣ. α' συνθετικό μονάδων μέτρησης που αντιπροσωπεύει το πολλαπλάσιο κατά ένα δισεκατομμύριο: ~βόλτ/~μπάιτ/~χέρτζ. Βλ. κιλο-, μεγα-. [< διεθν. giga- ]
- γλυκίδια γλυ-κί-δι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {γλυκιδί-ων, σπάν. στον εν. γλυκίδιο}: ΒΙΟΧ. υδατάνθρακες. Βλ. -ίδια, άμυλο, δεξτρίνη, κυτταρίνη, σάκχαρο. [< διεθν. glycide]
- εγκεφαλ- & εγκεφαλο- : α' συνθετικό επιθέτων και ουσιαστικών που αναφέρονται στον εγκέφαλο: εγκεφαλο-νωτιαίος.|| Εγκεφαλο-γράφημα/~πάθεια. Eγκεφαλ-ίτιδα. [< διεθν. encephal(o)-, cérébro-]
- επιτόκιο [ἐπιτόκιο] ε-πι-τό-κι-ο ουσ. (ουδ.) {επιτοκί-ου | -ων}: ΟΙΚΟΝ. τόκος τον οποίο αποδίδει κεφάλαιο εκατό νομισματικών μονάδων μέσα σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, συνήθ. ένα έτος: ανταγωνιστικό/βασικό/διατραπεζικό/διευθετήσιμο/ετήσιο/ισχύον/κλιμακούμενο/μεταβλητό/μηνιαίο/ονομαστικό/πραγματικό/προνομιακό/χρεωστικό ~. ~ αναφοράς/αναχρηματοδότησης/δανεισμού/επενδύσεων/καταθέσεων/ταμιευτηρίου/χορηγήσεων. ~ υπερημερίας (: βάσει του οποίου υπολογίζονται οι τόκοι επί ληξιπρόθεσμων οφειλών). ~ 6%. Βραχυπρόθεσμα/μακροπρόθεσμα ~α. ~α πιστωτικών καρτών. Επιδότηση ~ου. Αναπροσαρμογή/άνοδος/αύξηση/μείωση/πτώση των ~ων. Συμφωνία ανταλλαγής ~ων. Βλ. ευρω~. ● ΣΥΜΠΛ.: παρεμβατικό επιτόκιο: επιτόκιο που ορίζεται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. [< διεθν. Εuribor (Euro Interbank Offered Rate)] , σταθερό επιτόκιο: που παραμένει αμετάβλητο. [< αγγλ. fixed (interest) rate] , κυμαινόμενο επιτόκιο βλ. κυμαίνεται, προεξοφλητικό επιτόκιο βλ. προεξοφλητικός [< μτγν. ἐπιτόκιον]
- ίντεξ [ἴντεξ] ί-ντεξ ουσ. (αρσ. + ουδ.) {άκλ.}: αλφαβητικός κατάλογος όρων και ονομάτων, συνήθ. στο τέλος βιβλίου. Πβ. γλωσσάριο, ευρετήριο. Βλ. περιεχόμενα. [< διεθν. index]
- λιβερμόριο λι-βερ-μό-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. τεχνητό ραδιενεργό στοιχείο (σύμβ. Lv, Ζ 116). Βλ. φλερόβιο. [< διεθν. livermorium, 2012 < αμερικ. πόλη Livermore]
- λιπο- & λιπό- & λιπ-<sup>2</sup> (κυρ. επιστ.): το ουσιαστικό λίπος ως α' συνθετικό λέξεων: (ΒΙΟΛ.) λιπο-σώματα. (ΦΥΣΙΟΛ.) Λιπο-κύτταρα. (ΒΙΟΧ.) Λιπό-λυση.|| Λιπο-διαλυτός (βλ. υδατο-). [< διεθν. lip(o)-]
- μικρό(ν) μι-κρό(ν) ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): ΜΕΤΡΟΛ. μικρόμετρο. [< διεθν. micron < αρχ. μικρόν]
- μυελικός , ή, ό μυ-ε-λι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τον νωτιαίο μυελό ή τον μυελό των οστών: ~ός: αυλός. ~ή: απλασία (πβ. απλαστική αναιμία). [< διεθν. myelic]
- παρωνυχία πα-ρω-νυ-χί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή του δέρματος που περιβάλλει το νύχι. Βλ. ονυχομυκητίαση. [< αρχ. παρωνυχία, διεθν. paronychia]
- πηκτοειδής , ής, ές πη-κτο-ει-δής επίθ. (σπάν.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: πηκτοειδής πυρήνας: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. μαλακή ζελατινώδης ουσία στο κεντρικό τμήμα του μεσοσπονδύλιου δίσκου. Βλ. -ειδής. [< διεθν. nucleus pulposus]
- πικο- : ΜΕΤΡΟΛ. α' συνθετικό που δηλώνει υποπολλαπλάσια μονάδων (σύμβ. p), ίσα με το ένα τρισεκατομμυριοστό τους: ~αμπέρ/~γραμμάριο. Βλ. γιγα-, κιλο-, μεγα-, μικρο-, μιλι-, νανο-, πετα-, τερα-. [< διεθν. pico-
- τρισδιάστατος , η, ο τρισ-δι-ά-στα-τος επίθ. (διεθν. συντομ. 3D): που έχει ή μοιάζει να έχει τρεις διαστάσεις (μήκος, πλάτος, ύψος): ~ος: χάρτης/χώρος. ~η: απεικόνιση/εικόνα/μοντελοποίηση (π.χ. κτιρίων)/πραγματικότητα/ψηφιοποίηση (μνημείων). ~ο: αντικείμενο/(εικονικό) περιβάλλον/μοντέλο (λ.χ. εδάφους)/ολόγραμμα/σχέδιο/σχήμα. ~α: γραφικά. Τοπίο σε ~η μορφή. Βλ. μονο-, δισ-, πολυ-διάστατος.|| (κατ' επέκτ., που αναφέρεται στην ~η προβολή:) ~ος: κινηματογράφος. ~η: οθόνη/τεχνολογία.|| ~α: γυαλιά (: για την παρακολούθηση ~ων ταινιών).|| ~ος: ήχος (: που γίνεται αντιληπτός από τον ακροατή σαν να προέρχεται από διαφορετικά σημεία του περιβάλλοντος χώρου· βλ. ντόλμπι).|| (μτφ.-επιτατ.-μειωτ.) Είναι ~ (= πάρα πολύ παχύς, ψηλός και γεροδεμένος)! ● επίρρ.: τρισδιάστατα [< γαλλ. à trois dimensions, tridemensionnel, 1953, γερμ. dreidimensional, αγγλ. tridemensional, three-dimensional]
- φλερόβιο φλε-ρό-βι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. τεχνητό ραδιενεργό στοιχείο (σύμβ. Fl, Ζ 114). Βλ. λιβερμόριο. [< διεθν. flerovium, 2012 < ρωσ. ανθρ. G. N. Flërov]
γερο- & γερό-<sup>1</sup>
γερο- & γερό-<sup>1</sup>: α' συνθετικό λέξεων που αναφέρεται σε ηλικιωμένο άτομο ή στα χαρακτηριστικά του, συνήθ. αρνητικά: γερό-λυκος.|| (μειωτ.) Γερο-μπαμπαλής/~μπισμπίκης/~ξεκούτης/~παράξενος.|| (πριν από κύρια ονόματα με ενωτικό:) γερο-Δήμος/~-Νικόλας. Βλ. προτακτικός. ● βλ. γεροντο-, γηρο- & γηρ- [< μεσν. γερο-]
γιγα-
γιγα-& γκιγκα- (σύμβ. G): ΦΥΣ. α' συνθετικό μονάδων μέτρησης που αντιπροσωπεύει το πολλαπλάσιο κατά ένα δισεκατομμύριο: ~βόλτ/~μπάιτ/~χέρτζ. Βλ. κιλο-, μεγα-. [< διεθν. giga- ]
-ειδής
-ειδής, ής, ές {-ειδούς | -ειδείς (ουδ. -ειδή)} (επιστ. ή λόγ.): καταληκτικό επίθημα για τον σχηματισμό επιθέτων∙ δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο έχει τα χαρακτηριστικά της κατηγορίας που ορίζεται από το θέμα: (κυρ. επιστ.) αδενο~/απλο~/διπλο~/αστερο~/κυματο~. (ειδικότ. ουσιαστικοπ. για ζώα ή φυτά που ανήκουν στην ίδια τάξη:) Αιλουρο~ή/πιθηκ~ή/φοινικο~ή.|| (μειωτ., για πρόσ. ή συμπεριφορά:) Ανθρωπο~. Χονδρο~. Βλ. -μορφος.
ιγκουάνα
ιγκουάνα[ἰγκουάνα] ι-γκου-ά-να ουσ. (ουδ. + θηλ.) {άκλ.}: ΖΩΟΛ. ερπετό (επιστ. ονομασ. Iguana iguana) της τροπικής Αμερικής, που ανήκει στην οικογένεια των σαυροειδών, έχει σώμα καλυμμένο από κερατίνη και σειρά αγκαθωτών εξογκωμάτων κατά μήκος της ράχης: πράσινο ~. [< γαλλ. iguane]
-ίσκος
-ίσκος{σπανιότ. θηλ. -ίσκη} (λόγ.): υποκοριστικό επίθημα ουσιαστικών: κολπ-ίσκος/πυργ~. (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Αμφορ-ίσκος/κρατηρ~.|| (μειωτ.) Aρχηγ-ίσκος/παραγοντ~.|| (συνήθ. ειρων.) (Η) παιδ-ίσκη (βλ. -ούλα). Πβ. -άκι.|| (με απώλεια της υποκ. σημ.:) Aστερ-ίσκος.
κιλο-
κιλο-: ΜΕΤΡΟΛ. α' συνθετικό μονάδων μέτρησης που δηλώνει το πολλαπλάσιο κατά χίλια: ~βάτ/~μπάιτ/~χέρτζ. Πβ. χιλιο-. Βλ. μεγα-, μιλι-.
κυμαίνεται
κυμαίνεταικυ-μαί-νε-ται ρ. (αμτβ.) {κυμάν-θηκε, -θεί, κυμαιν-όμενος}: (για μέγεθος) αυξομειώνεται μεταξύ ορισμένων ορίων: Οι τιμές ~ονται ανάμεσα σε ... και ... ευρώ. Ο ρυθμός ανάπτυξης ~θηκε (κοντά) στο ... %. Η θερμοκρασία θα ~θεί σε υψηλά/χαμηλά (για την εποχή) επίπεδα. Πού θα ~θούν φέτος οι βάσεις (ενν. εισαγωγής στα ΑΕΙ); ~όμενο: βάθος/ύψος. Αριθμός μελών ~όμενος από ... μέχρι ... άτομα.|| (ΟΙΚΟΝ.) Τίτλοι σταθερής ή ~όμενης απόδοσης. Οικονομία με ~όμενη ισοτιμία.|| (σπανιότ. στο α', β' πρόσ., προφ.) ~ομαι από 70 έως 75 κιλά. ΣΥΝ. διακυμαίνεται ● ΣΥΜΠΛ.: κυμαινόμενο επιτόκιο : ΟΙΚΟΝ. που αυξομειώνεται ανάλογα με την διακύμανση του εκάστοτε βασικού επιτοκίου: καταναλωτικό/στεγαστικό δάνειο με ~ ~. ΑΝΤ. σταθερό επιτόκιο [< αγγλ. floating (interest) rate] [< αρχ. κυμαίνω 'έχω κύματα', γαλλ. fluctuer, αγγλ. fluctuate]
λιβερμόριο
λιβερμόριολι-βερ-μό-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. τεχνητό ραδιενεργό στοιχείο (σύμβ. Lv, Ζ 116). Βλ. φλερόβιο. [< διεθν. livermorium, 2012 < αμερικ. πόλη Livermore]
μονο- & μονό- & μον-
μονο- & μονό- & μον-α' συνθετικό λέξεων με τη σημασία του 1. ενός: μονο-εδρικός/~ετής/~θέσιος. Μονό-γλωσσος. Μονό-στηλο.|| Μονο-κοτυλήδονα (βλ. δι-). Μον-οξ(ε)ίδιο. 2. (μτφ.) αποκλειστικού, μοναδικού: μονο-πωλιακός.|| (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) Μονο-διάστατος/~μερής. Μονό-πλευρος. ΑΝΤ. πολυ-.
ονυχομυκητίαση
ονυχομυκητίαση[ὀνυχομυκητίαση] ο-νυ-χο-μυ-κη-τί-α-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μυκητίαση των νυχιών. Βλ. δερματόφυτα, παρωνυχία. [< γαλλ. onychomycose, αγγλ. onychomycosis]
προεξοφλητικός
προεξοφλητικός, ή, ό προ-ε-ξο-φλη-τι-κός επίθ.: που εξοφλείται εκ των προτέρων· κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: προεξοφλητικό επιτόκιο: ΟΙΚΟΝ. τόκος με τον οποίο η κεντρική τράπεζα επιβαρύνει διάφορες χρηματοδοτήσεις, συνήθ. σε εμπορικές τραπέζες-μέλη της. [< αγγλ. discount rate]
φλερόβιο
φλερόβιοφλε-ρό-βι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. τεχνητό ραδιενεργό στοιχείο (σύμβ. Fl, Ζ 114). Βλ. λιβερμόριο. [< διεθν. flerovium, 2012 < ρωσ. ανθρ. G. N. Flërov]