Αναζήτηση
Χρηστικό λεξικό

- αγαλλιάζω [ἀγαλλιάζω] α-γαλ-λι-ά-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {αγαλλία-σα} & αγαλλιώ, (εσφαλμ.) αγαλιάζω (λόγ.-λογοτ.): προκαλώ ή αισθάνομαι πολύ μεγάλη χαρά και ευφορία: ~ στην απαράμιλλη θέα. ~ει η καρδιά/ο νους/η ψυχή. ~σε με τα λόγια του. Ανθισμένα φυτά/τραγούδια που σε ευχαριστούν και σε ~ουν. ΣΥΝ. αναγαλλιάζω, ευφραίνομαι ● ΦΡ.: χαίρετε και αγαλλιάσθε βλ. χαίρω [< μεσν. αγαλλιάζω]
- αγελάδα [ἀγελάδα] α-γε-λά-δα ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) γελάδα 1. το θηλυκό του βοδιού μετά την πρώτη γέννα: άσπρη/γαλακτοφόρος/μαύρη/παχιά ~. (Νωπό/παστεριωμένο/φρέσκο) γάλα/κοπριά/μαστάρια ~ας. Το μικρό της ~ας (= το μοσχάρι). ~ες γαλακτοπαραγωγής/ελευθέρας βοσκής/κρεατοπαραγωγής. Αρμέγω/εκτρέφω ~ες. Οι ~ες βόσκουν/μηρυκάζουν/μουκανίζουν. Αρμεκτήρια ~ων. Πβ. δαμάλα.|| (ειρων.) Έχει το βλέμμα της ~ας (: πνευματικά νωθρό άτομο). Βλ. ταύρος. 2. (μτφ.-υβριστ.) για παχύσαρκη, άχαρη και δυσκίνητη γυναίκα. Πβ. χοντρός. ● Υποκ.: αγελαδίτσα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: ασθένεια/νόσος των τρελών αγελάδων & (προφ.) τρελές αγελάδες: ΚΤΗΝ. σπογγώδης εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών. [< αγγλ. mad cow disease, 1988] , ιερή αγελάδα (μτφ.): πρόσωπο, θεσμός, ζήτημα που κανείς δεν τολμά να θίξει. [< αγγλ. sacred cow, 1910, γερμ. heilige Kuh] ● ΦΡ.: βρήκε (α)γελάδα ν' αρμέγει (μτφ.): για κάποιον που απομυζά, εκμεταλλεύεται πρόσωπα ή καταστάσεις. ΣΥΝ. βρήκε τον μήνα που τρέφει τους έντεκα, περίοδος/εποχή (των) ισχνών/παχιών αγελάδων (εσφαλμ. παχέων): περίοδος φτώχειας/ευμάρειας: Άρχισε/ήρθε/πέρασε/συνεχίζεται/τέλειωσε η ~ ~. Βλ. τότε που δέναν τα σκυλιά με τα λουκάνικα. [< μεσν. αγελάδα]
- αίολος , η, ο (εσφαλμ.) βλ. έωλος
- ακολουθώ [ἀκολουθῶ] α-κο-λου-θώ ρ. (μτβ. κ. σπάν. αμτβ.) {ακολουθ-είς κ. -άς ...| ακολούθ-ησα, -είται, -ήθηκε, -ούμενος, -ώντας} & (προφ.) ακολουθάω 1. κινούμαι πίσω από κάποιον ή πηγαίνω μαζί του, τον συνοδεύω: ~ τον ξεναγό. Το σκυλί με ~ούσε (: με είχε πάρει από πίσω). Άρχισε να προχωρεί κι ο φίλος του τον ~ησε. Ακολουθήστε (εσφαλμ. ακολουθείστε) με (= ελάτε μαζί μου)! ~ήστε το προπορευόμενο αυτοκίνητο. Βλ. παρ~.|| ~ από κοντά. Τον ~εί σε όλες του τις εκδηλώσεις. Η οικογένειά του τον ~ούσε παντού.|| Οι ενοχές/οι τύψεις τον ~ούσαν (πβ. κατα-διώκω, -τρύχει). Τα λάθη μας μάς ~ούν (: υφιστάμεθα τις συνέπειές τους). Βλ. προηγούμαι. 2. βρίσκομαι ή έρχομαι (χρονικά, τοπικά, σε σειρά) ύστερα από κάτι ή κάποιον, εμφανίζομαι ως συμπλήρωμα ή συνέπεια: ~εί πολιτική διαφήμιση. Στο διάγραμμα/κείμενο/στη σελίδα που ~εί, παρουσιάζεται ... Στο πρωτάθλημα κυριαρχεί ο ... και ~ούν οι ... Στους αιώνες/στα χρόνια που ~ησαν ... (Μετά τα εγκαίνια) θα ~ήσει δεξίωση/συζήτηση. Τις καταρρακτώδεις βροχές ~εί (= διαδέχεται) η διάβρωση του εδάφους. Τις εκρήξεις ~ησε πανικός. Μετά την οικονομική κρίση ~ησε (= επακολούθησε, επήλθε) ανάκαμψη. ~είται η ίδια διαδικασία. Η δήλωσή του ~ήθηκε (: συνοδεύτηκε) από κραυγές ενθουσιασμού. Πβ. συν~. ΣΥΝ. έπομαι 3. κινούμαι προς ορισμένη κατεύθυνση, ασχολούμαι με κάποιο επάγγελμα ή δραστηριότητα: ~ το μονοπάτι. ~ησε τα ίχνη του δραπέτη. Η πομπή ~ούσε τη διαδρομή ...|| (μτφ.) ~ησε τον δρόμο της προόδου. Οι δείκτες ~ησαν ανοδική/καλπάζουσα/φθίνουσα πορεία.|| ~ησε θεωρητικές/τεχνολογικές σπουδές. ~ησε πανεπιστημιακή καριέρα/το επάγγελμα του πατέρα του/τη νομική επιστήμη. 4. (μτφ.) σκέφτομαι ή ενεργώ σύμφωνα με κάτι, τηρώ, εφαρμόζω: ~ μια λύση/μια μέθοδο/τη μόδα/τον νόμο/τις οδηγίες (πβ. εκτελώ)/την παράδοση/την πεπατημένη/μια πολιτική/ένα πρόγραμμα/τις συστάσεις (πβ. συμμορφώνομαι, υπακούω)/μια τακτική. ~ τη γνώμη/τη γραμμή/το παράδειγμα/ένα πρότυπο (πβ. μιμούμαι)/τη συμβουλή κάποιου. ~ μια στάση/έναν τρόπο ζωής. ~εί το ένστικτό του/τη φωνή της καρδιάς/της συνείδησής του. ~ησε τα όνειρά σου! Ο κόσμος ~εί τους χαρισματικούς ηγέτες (: τους αποδέχεται ως αρχηγούς). ~ησε δίαιτα χαμηλή σε λιπαρά/την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή. Ποιες διατροφικές συνήθειες ~είτε; ~ήθηκε εξατομικευμένη θεραπεία/η συνήθης διαδικασία. Βλ. εξ~. ● ΦΡ.: ακολουθεί τη μοίρα/την τύχη κάποιου: παθαίνει τα ίδια με κάποιον: Ο τόπος ~ησε ~ της υπόλοιπης περιοχής (: σε περιπτώσεις ξένης κατοχής)., ακολούθησε (κάποιον) στον τάφο/στον θάνατο: πέθανε και ο ίδιος ύστερα από μικρό χρονικό διάστημα: Ένα μήνα αργότερα ~ τη γυναίκα του ~., ακολουθώ κάποιον/κάτι με το βλέμμα/με τα μάτια: παρατηρώ κάποιον, κάτι που μετακινείται: Τον ακολούθησε ~, ώσπου εκείνος χάθηκε στην ομίχλη. [< γερμ. jemandem mit den Augen folgen] , ακολουθώ κατά βήμα/βήμα προς βήμα βλ. βήμα, ακολουθώ κατά πόδας βλ. πους, ακολουθώ τα/βαδίζω στα βήματα/χνάρια βλ. βήμα [< αρχ. ἀκολουθῶ, αγγλ. follow, γαλλ. suivre, γερμ. folgen]
- ακριτομυθία & ακριτομύθια [ἀκριτομυθία] α-κρι-το-μυ-θί-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): το να μιλά κάποιος χωρίς σκέψη και κρίση με αποτέλεσμα την αποκάλυψη ενός μυστικού και (συνεκδ. στον πληθ.) άκριτα λόγια: Το σχέδιό του δημοσιοποιήθηκε εξαιτίας της ~ας των συνεργατών του. Πβ. αδολεσχία.|| Ανεπίτρεπτες ~ες (εσφαλμ. ακριτομύθειες). Από ~ες μαθαίνουμε ότι ... ΑΝΤ. εχεμύθεια [< μεσν. ακριτομυθία ‘δυσερμήνευτη ομιλία’]
- αλιτήριος [ἀλιτήριος] α-λι-τή-ρι-ος ουσ. (αρσ.) & (εσφαλμ.) αλητήριος (μειωτ.): αλήτης, απατεώνας: Με ξεγέλασε ο ~! ~οι και καιροσκόποι. (προφ.) Γιατί, βρε ~ε, έκανες πως δεν με είδες; Πβ. άθλιος, αλητάμπουρας, δόλιος, κατεργάρης, πανούργος, παλιάνθρωπος, φαύλος. [< αρχ. ἀλιτήριος 'ασεβής, ένοχος']
- αναψηλάφηση [ἀναψηλάφηση] α-να-ψη-λά-φη-ση ουσ. (θηλ.) , (εσφαλμ.) αναψηλάφιση (απαιτ. λεξιλόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναψηλαφώ: Επιχειρεί μια/κάνει/προβαίνει σε ~ των γεγονότων/δεδομένων/στοιχείων.|| (ΝΟΜ.) Άσκηση/δικαίωμα ~ης κατά της απόφασης. Το εφετείο απέρριψε την αίτηση ~ης. Πβ. επανεξέταση. Βλ. ένσταση. ● ΣΥΜΠΛ.: αναθεώρηση/αναψηλάφηση της δίκης/της υπόθεσης βλ. αναθεώρηση [< μεσν. αναψηλάφησις, γαλλ. révision]
- ανδριάντας [ἀνδριάντας] αν-δρι-ά-ντας ουσ. (αρσ.) (λόγ.), (εσφαλμ.) αδριάντας: ολόσωμο άγαλμα επιφανούς προσώπου: έφιππος/μπρούντζινος/χάλκινος ~. Η ανέγερση/τα αποκαλυπτήρια/η στέψη ενός ~α. Βλ. γλυπτό, προτομή. [< αρχ. ἀνδριάς]
- ανέκαθεν [ἀνέκαθεν] α-νέ-κα-θεν επίρρ. (λόγ.) (εσφαλμ. από ~): πάντα, από την πρώτη στιγμή, εξαρχής: ~ θεωρούσε τον εαυτό της ... Τη ζήλευε ~. Βλ. -θεν. ΑΝΤ. ποτέ (1) [< αρχ. ἀνέκαθεν]
- ανημέρωτος , η, ο [ἀνημέρωτος] α-νη-μέ-ρω-τος επίθ. 1. που δεν έχει εξημερωθεί. ΣΥΝ. ανήμερος, ατιθάσευτος 2. (εσφαλμ.) ανενημέρωτος. [< 1: αρχ. ἀνημέρωτος]
- απαξιώ [ἀπαξιῶ] α-πα-ξι-ώ ρ. (μτβ.) {απαξι-οίς ... | απαξίω-σα} (λόγ.-συνήθ. ειρων.): θεωρώ ότι δεν μου αξίζει, δεν μου αρμόζει να κάνω κάτι, επειδή με μειώνει ως άτομο, δεν καταδέχομαι: ~ να σου απαντήσω! ~οί/(εσφαλμ.) ~εί να σχολιάσει το θέμα. [< αρχ. ἀπαξιῶ]
- απαυδώ [ἀπαυδῶ] α-παυ-δώ ρ. (αμτβ.) {απαυδ-άς ... | (συνηθέστ.) απηύδ-ησα, απαυδ-ήσει, απηυδ-ισμένος} & (σπάν.) απαυδίζω: εξαντλείται η υπομονή μου, κουράζομαι ψυχικά, δεν αντέχω άλλο: ~ησα με τη δουλειά. ~ησε να ακούει συνέχεια ψεύτικες υποσχέσεις. Έχω απαυδήσει/(εσφαλμ.) απηυδήσει με τα καμώματά του! ~ισμένος από την καθυστέρηση. Πβ. αγανακτώ, αποκάνω, δεινοπαθώ, μπαϊλντίζω. [< αρχ. ἀπαυδῶ]
- αποδύομαι [ἀποποιοῦμαι] α-πο-ποι-ού-μαι ρ. (μτβ.) {αποποι-είσαι ... | -ήθηκα, -ούμενος} (+ αιτ./εσφαλμ. γεν.) (απαιτ. λεξιλόγ.): δεν αποδέχομαι, αρνούμαι: ~είται κάθε ευθύνη/τις ευθύνες του (συχνότ. των ευθυνών του). ~ήθηκε: την εκλογή του (στο αξίωμα του ...). (ΝΟΜ.) ~ήθηκε την κατηγορία/κληρονομιά. Πβ. απορρίπτω. ΣΥΝ. απεκδύομαι ΑΝΤ. δέχομαι (2) [< μτγν. ἀποποιοῦμαι]
- αποτείνω [ἀποτείνω] α-πο-τεί-νω ρ. (μτβ.) {απέτεινα κ. απότεινα, αποτά-θηκα, αποτα-θώ (συχνότ. εσφαλμ. αποτανθώ), αποτειν-όμενος} (επίσ.): απευθύνω κάτι σε κάποιον: ~ χαιρετισμό προς τους παρευρισκομένους. Του απέτεινε τον λόγο. Απέτειναν προσευχή/ύμνο προς τον Κύριο. Βλ. αποτίω. ● Παθ.: αποτείνομαι: απευθύνομαι σε κάποιον, συνήθ. επίσημο φορέα, προκειμένου να ζητήσω, να μάθω ή να υποβάλω κάτι: ~όμενος στους βουλευτές, είπε ... Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να ~ονται στους αρμόδιους φορείς/στις κατά τόπους Υπηρεσίες. ~θηκε στη Δικαιοσύνη. Πού μπορώ να ~θώ για βοήθεια/πληροφορίες; Πβ. προσφεύγω, στρέφομαι. [< γαλλ. s'adresser] [< αρχ. ἀποτείνω ‘επεκτείνω, αναφέρομαι, κάνω υπαινιγμό’]
- αρρώστια [ἀρρώστια] αρ-ρώ-στια ουσ. (θηλ.) & (εσφαλμ.) αρρώστεια 1. (προφ.) ασθένεια, νόσος, πάθηση: βαριά/επικίνδυνη/κακιά (: επάρατη)/σοβαρή/σπάνια/ύπουλη ~. Χτυπημένος από ~.|| Το άγχος είναι η ~ της εποχής μας (βλ. μάστιγα). 2. (μτφ.) διαστροφή: ~ του μυαλού/της ψυχής. 3. (μτφ.) μανία, πάθος: η ~ του καταναλωτισμού. Το ποτό/ο τζόγος τού έγιναν ~. Έχει ~ με τα αυτοκίνητα (= τρέλα). Πβ. εμμονή. ● ΣΥΜΠΛ.: παιδική ασθένεια/αρρώστια βλ. ασθένεια [< 1: μεσν. αρρώστια 2,3: γαλλ. maladie]
- ατάκτως [ἀτάκτως] α-τά-κτως επίρρ. (λόγ.): χωρίς τάξη, απείθαρχα: Το στράτευμα υποχώρησε ~.|| (ειρων.) Η κυβέρνηση υπαναχωρεί ~. ● ΦΡ.: (λίθοι,) πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμμένα & ατάκτως ερριμμένα (εσφαλμ. ερριμμένοι): (λόγ.) για να δηλωθεί έλλειψη οργάνωσης, τάξης ή ερείπωση, καταστροφή: ~ ~ , χαρακτήρισε το νομοσχέδιο ο εκπρόσωπος της αντιπολίτευσης.|| ~ ~ ήταν ό,τι απέμεινε μετά τον σεισμό.|| (μτφ.) Σκέψεις ατάκτως ερριμμένες. [< αρχ. ἀτάκτως]
- αφορά [ἀφορᾷ] α-φο-ρά ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.}: σχετίζεται με, αναφέρεται σε, ενδιαφέρει κάποιον ή κάτι: Θέμα που ~ τον/(σπανιότ.-λόγ.) στον κλάδο των εκπαιδευτικών. Δεν σ' ~. Δεν με ~ πια (: έπαψα να ενδιαφέρομαι για εκείνον/εκείνη). Εκθέσεις που ~ούν την περιβαλλοντική μόλυνση (πβ. αγγίζει, άπτεται, έχει να κάνει με). Στον βαθμό που με ~ ... ● ΦΡ.: όσον/σε ό,τι/καθόσον αφορά ... (επίσ.): αναφορικά, σχετικά με: Όσον ~ (εσφαλμ. ως αναφορά) την εξωτερική πολιτική, ... Σε ό,τι με ~, έχω ήρεμη τη συνείδησή μου. Σε ό,τι ~ την (σπανιότ. στην) υψηλή τεχνολογία ... Καθόσον ~ τις επιχειρήσεις, διευκρινίζεται ότι ... [< γαλλ. en ce qui concerne] [< πβ. αρχ. ἀφορῶ 'κοιτάζω προσεκτικά', γαλλ. regarder, concerner]
- γενηθήτω γε-νη-θή-τω ρ. & (εσφαλμ.) γεννηθήτω (λόγ.): κυρ. στις ● ΦΡ.: γενηθήτω το θέλημά σου (από το Πάτερ ημών): ως αποδοχή της θείας βούλησης· (συνήθ. ειρων.) για δήλωση συγκατάβασης., γενηθήτω φως (και εγένετο φως) (ΠΔ) 1. (προφ.) για να ανάψουν τα φώτα ή για επαναφορά του ηλεκτρικού ρεύματος μετά από διακοπή. 2. (μτφ.) ως απαίτηση να πέσει άπλετο φως στη διερεύνηση μιας υπόθεσης. [< αρχ. γενηθήτω, προστ. αορ. του ρ. γίγνομαι]
- γραφειοκρατία γρα-φει-ο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.) & (εσφαλμ.) γραφειοκρατεία: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. κατάσταση που επικρατεί στις δημόσιες κυρ. υπηρεσίες, η οποία χαρακτηρίζεται από σχολαστικές και περιττές διατυπώσεις, καθυστερήσεις στη διεκπεραίωση υποθέσεων, συγκέντρωση αρμοδιοτήτων στους υψηλά ιστάμενους και ελάχιστες πρωτοβουλίες στους ιεραρχικά κατώτερους, με αποτέλεσμα την ταλαιπωρία των πολιτών: η ~ του Δημοσίου. Η γλώσσα της ~ας (βλ. σχολαστικότητα, τυπολατρία). Καταπολέμηση/μείωση/πάταξη/περιορισμός της ~ας. Έχω μπλέξει με τη ~.|| (μτφ.) Η Λερναία Ύδρα της ~ας. Δέσμιοι/έρμαια/όμηροι της ~ας. Στα γρανάζια/πλοκάμια της ~ας. Πβ. υπαλληλοκρατία, χαρτοβασίλειο. Βλ. τεχνοκρατία, -κρατία. [< γαλλ. bureaucratie, γερμ. Bürokratie]
- γυνή γυ-νή ουσ. (θηλ.) {γυναικ-ός (εσφαλμ. γυνής)} (λόγ.): γυναίκα. Στις ● ΦΡ.: η δε γυνή ίνα φοβήται τον άνδρα: ΕΚΚΛΗΣ. (από το μυστήριο του γάμου) προτροπή να σέβεται και να τιμά η γυναίκα τον σύζυγό της., πυρ, γυνή και θάλασσα (μειωτ.): διατύπωση που εμφανίζει τη γυναίκα ως μία από τις μεγαλύτερες συμφορές., συν γυναιξί και τέκνοις (ΚΔ): (για άνδρα) μαζί με τη γυναίκα και τα παιδιά του· κατ' επέκτ. οικογενειακώς: Ήταν όλοι εκεί ~ ~. [< αρχ. γυνή]
αναθεώρηση
αναθεώρηση[ἀναθεώρηση] α-να-θε-ώ-ρη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναθεωρώ: αναλυτική/μερική/ολική/πλήρης/ριζική ~. ~ μιας απόφασης/απόψεων/του βιβλίου/εκτίμησης/θέσης/του λεξικού/στάσης/συνθήκης. ~ των προβλέψεων/προϋποθέσεων. Προβαίνω/προχωρώ/υπόκειται σε ~. Γίνεται ~ (άρθρων) του Συντάγματος (: συμπλήρωση, τροποποίηση ή κατάργηση).|| ~ άδειας/διπλώματος (οδήγησης) (= επανέλεγχος)/βαθμολογίας (= αναβαθμολόγηση). ΣΥΝ. αλλαγή (1), επανεξέταση ● ΣΥΜΠΛ.: αναθεώρηση/αναψηλάφηση της δίκης/της υπόθεσης: ΝΟΜ. επανεξέταση τελεσίδικης δικαστικής απόφασης: Ο Άρειος Πάγος απέρριψε το αίτημα για ~ ~. [< γαλλ. (La) révision d'un procès] [< μτγν. ἀναθεώρησις, γαλλ. révision]
αποτίω
αποτίω[ἀποτίω] α-πο-τί-ω ρ. (μτβ.) {απέτ-ισα} & αποτίνω (επίσ.): αποδίδω. Κυρ. στη ● ΦΡ.: αποτίω/(σπάν.) αποτίνω φόρο τιμής {συνήθ. στο γ' πρόσ.}: τιμώ επιφανή νεκρό ή (ηρωικώς) πεσόντες: ~ ~ στο έργο/στη μνήμη/στη σορό (κάποιου). Η ταινία ~ει ~ και ευγνωμοσύνης στο μεγάλο καλλιτέχνη. Χιλιάδες λαού ~ισαν τον ύστατο ~ ~ στα θύματα του πολέμου. [< αρχ. ἀποτίνω]
ασθένεια
ασθένεια[ἀσθένεια] α-σθέ-νει-α ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -είας | -ών} (λόγ.): αρρώστια, νόσος: ανίατη/γενετική/διανοητική/εκφυλιστική/θανατηφόρα/ιάσιμη/κληρονομική/μεταδοτική/μολυσματική/νεοπλασματική/πολυπαραγοντική/χρόνια ~. Ιογενείς ~ες. ~ του αναπνευστικού. Ανακούφιση/διάγνωση/εξέλιξη/κρούσματα/παρακολούθηση/πρόληψη/συμπτώματα μιας ~ας. Φάρμακο κατά της ~ας ... Άδεια/βιβλιάριο/επίδομα/παροχές ~είας. Φορείς ~ών. Κόλλησε/μετέφερε την ~. Πάσχει/προσβλήθηκε/υποφέρει από ~. Η ~ εκδηλώθηκε/εξαπλώθηκε. Πβ. νόσημα, πάθηση. Βλ. μυ~, νευρ~.|| (ΚΤΗΝ.) Παρασιτική ~. (ΓΕΩΠ.) ~ των δέντρων/του φυλλώματος. ~ του αμπελιού (π.χ. περονόσπορος, φυλλοξήρα). ~ες καλλωπιστικών φυτών. Μυκητολογικές ~ες λαχανικών.|| (μτφ.) Κοινωνική/πνευματική ~. ● ΣΥΜΠΛ.: διπλωματική ασθένεια: σε περιπτώσεις που κάποιος προφασίζεται ότι είναι άρρωστος, για να αποφύγει δυσάρεστη κατάσταση: σκηνοθετημένη ~ ~., επαγγελματική ασθένεια & νόσος: που οφείλεται στη φύση ορισμένων επαγγελμάτων. Βλ. αμιάντωση, βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα, ιατρική της εργασίας. [< αγγλ. occupational disease, 1901, occupational illness] , παιδική ασθένεια/αρρώστια 1. ΙΑΤΡ. που προσβάλλει κυρ. παιδιά. Βλ. ανεμοβλογιά, ιλαρά, κοκίτης, οστρακιά, παρωτίτιδα. 2. (μτφ.-συνήθ. ειρων.) αρνητικό στοιχείο που δηλώνει ανωριμότητα, επιπολαιότητα, απειρία: (στο μπάσκετ) Η ~ ~ των πολλών χαμένων βολών., ασθένεια του φιλιού βλ. φιλί, ασθένεια/νόσος του ύπνου βλ. ύπνος, ασθένεια/νόσος των τρελών αγελάδων βλ. αγελάδα, αυτοάνοσο νόσημα/αυτοάνοση ασθένεια/νόσος βλ. αυτοάνοσος, γρίπη των πτηνών/των πουλερικών βλ. πτηνό, ψυχική ασθένεια βλ. ψυχικός [< αρχ. ἀσθένεια, γαλλ. maladie, asthénie, αγγλ. asthenia]
βήμα
βήμα[βῆμα] βή-μα ουσ. (ουδ.) {βήμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. καθεμία από τις κινήσεις που κάνει κάποιος εναλλάξ, όταν περπατά, σηκώνοντας το ένα πόδι και κατεβάζοντάς το μπροστά από το άλλο· κατ' επέκτ. βηματισμός και ειδικότ. τρόπος βαδίσματος, περπατήματος: Προχωρούσε με μεγάλα (= δρασκελιές)/μικρά ~ατα. Έκανε μερικά ~ατα μπροστά/πίσω (πβ. οπισθοχωρώ)/προς την πόρτα.|| Αποφασιστικό/αργό/βαρύ/βιαστικό/γρήγορο/διστακτικό/ζωηρό/κουρασμένο/σταθερό/στρατιωτικό ~. Επιτάχυνε το ~ της. (για ζώο) Το ~ του αλόγου (βλ. καλπασμός). Ψηφιακός μετρητής ~άτων (: εργομετρικό όργανο γυμναστικής).|| (μτφ.) Τα έργα προχωρούν με γοργά ~ατα (= με γρήγορους ρυθμούς).|| (συνεκδ., συνήθ. στον πληθ., ο ήχος των ~άτων:) Άκουσα ~ατα πίσω μου.|| (συνεκδ., συνήθ. στον πληθ.) Άφησε τα ~ατά (= αποτυπώματα, ίχνη, πατημασιές, χνάρια) της στην άμμο.|| (μτφ., για να δηλωθεί κοντινή απόσταση) Στεκόταν δύο ~ατα πιο πέρα. Το σπίτι δεν είναι πολύ μακριά· λίγα/πέντε ~ατα από την πλατεία. 2. (μτφ.) ενέργεια, προσπάθεια ή συμβάν που οδηγεί προοδευτικά στην επίτευξη ενός στόχου: ~ατα βελτίωσης (της σχέσης τους)/προόδου (ενάντια στον καρκίνο)/προσέγγισης (μεταξύ των δύο χωρών). Έχουν γίνει αποφασιστικά/καθοριστικά/κρίσιμα/ουσιαστικά/σημαντικά ~ατα για την επίλυση του προβλήματος (βλ. άλμα). Έκαναν ένα ~ προς αυτή την κατεύθυνση. Ό,τι πετύχαμε είναι ένα πρώτο ~. Πρέπει να σκεφτούμε σοβαρά/να σχεδιάσουμε προσεκτικά τα επόμενά μας ~ατα. Πβ. δραστηριότητα, κίνηση. Βλ. διάβημα. 3. (μτφ.) καθένα από τα στάδια μιας διαδικασίας: (σε οδηγίες) ~ 1ο(ν): κάνετε κλικ στο εικονίδιο ... ~ 2ο(ν): Πληκτρολογείτε ... Πέντε απλά/βασικά ~ατα για σύνδεση στο ίντερνετ. Ακολουθήστε τα ~ατα προσεκτικά. Τα ~ατα ενός αλγορίθμου. 4. {συνήθ. στον πληθ.} οποιαδήποτε από τις κινήσεις των ποδιών στον χορό: Μαθαίνω τα ~ατα του χασάπικου. (σε μάθημα) (Κάνεις) ένα ~ μπρος, ένα ~ αριστερά ... 5. (μτφ.) χώρος έκφρασης και ανταλλαγής απόψεων: ανοιχτό/δημόσιο/ελεύθερο ~. ~ διαλόγου/ιδεών/συζήτησης. Ας μας δοθεί ένα ~, για να πούμε τη γνώμη μας.|| (τίτλος ιστότοπου ή περιοδικού:) Εκπαιδευτικό ~. 6. βάθρο, εξέδρα, συνήθ. κοινοβουλίου: Ανέβηκε στο/κατέβηκε από το ~. Εξαπέλυσε δριμύ κατηγορώ/μίλησε από το ~ της Βουλής. Πβ. πόντιουμ. 7. {συνήθ. στον εν.} ρυθμικός βηματισμός (π.χ. σε παρέλαση): Έχασε το ~ του (: τον συγχρονισμό του με τους άλλους). Άλλαξε το ~ σου! Έδινε το ~ με τη σφυρίχτρα (: καθόριζε τον ρυθμό του βαδίσματος). 8. ΤΕΧΝΟΛ. {συνήθ. στον πληθ.} απόσταση ανάμεσα σε δύο διαδοχικές σπείρες (π.χ. βίδας) ή προεξοχές (π.χ. οδοντωτού τροχού). Πβ. πάσο. ● βήματα (τα): ΑΘΛ. (στο μπάσκετ) παράβαση κατά την οποία ο κάτοχος της μπάλας μετακινεί τα πόδια του, χωρίς να τη χτυπήσει στο έδαφος, ή (π.χ. στο μπάσιμο) κάνει περισσότερα από τα δύο επιτρεπόμενα βήματα. ● Υποκ.: βηματάκι (το): στις σημ. 1-3. ● ΣΥΜΠΛ.: βήμα/βάδισμα (της) χήνας: στρατιωτικός βηματισμός κατά τον οποίο τα πόδια κινούνται ψηλά, χωρίς να κάμπτονται τα γόνατα: παρέλαση με ~ ~. [< γαλλ. pas de l'oie] , Ιερό/Άγιο Βήμα: ΕΚΚΛΗΣ. το ιερό χριστιανικού ναού. ΣΥΝ. άβατο (2), τα Άγια των Αγίων (1), βήμα κουκκίδας βλ. κουκκίδα ● ΦΡ.: ακολουθώ κατά βήμα/βήμα προς βήμα 1. βαδίζω πίσω από κάποιον, παρακολουθώντας τον στενά: (κυριολ.) Οι τηλεοπτικές κάμερες ακολουθούσαν ~ ~ το δημοφιλές ζευγάρι.|| (μτφ.) Η ομάδα ακολουθεί ~ ~ την πρωτοπόρο της βαθμολογίας. ΣΥΝ. ακολουθώ κατά πόδας (3) 2. (μτφ.) εφαρμόζω κάτι χωρίς παρεκκλίσεις: Ακολούθησα ~ τις συμβουλές του. 3. (μτφ.) αντιγράφω πιστά, μιμούμαι: Το νέο μοντέλο ακολουθεί ~ το προηγούμενο της ίδιας εταιρείας., ακολουθώ τα/βαδίζω στα βήματα/χνάρια & ακολουθώ τα/βαδίζω στα ίχνη κάποιου (μτφ.): κινούμαι στην ίδια κατεύθυνση με κάποιον, έχοντάς τον ως πρότυπο, ακολουθώ το παράδειγμά του: ~εί ~ του πατέρα/προκατόχου του. Η ελληνική αγορά ~εί τα χνάρια/~ει στα χνάρια της ευρωπαϊκής. [< γαλλ. marcher sur les pas de quelqu'un] , ανοίγω το βήμα/τον βηματισμό μου 1. περπατώ πιο γρήγορα: Άνοιξε το ~ του για να την προλάβει. 2. (μτφ.) επεκτείνω τις δραστηριότητές μου: Η εταιρεία είναι έτοιμη ν' ανοίξει ~ της στην Ευρώπη. Πβ. ανοίγω/απλώνω (τα) φτερά μου., βήμα-βήμα/βήμα προς βήμα/κατά βήμα: προσεκτικά, πιστά (και χωρίς παρεκκλίσεις)· αργά και σταθερά: Ακολουθήστε ~ ~ τις οδηγίες εγκατάστασης!|| Οι προσπάθειες προσέγγισης πάνε/προχωρούν βήμα-βήμα. [< γαλλ. pas à pas] , δεν κάνω (ούτε ένα) βήμα 1. (κυριολ.) δεν (μετα)κινούμαι: Όλη μέρα δεν ~ει ~ από τον καναπέ.|| (μτφ.) Η μητέρα του δεν τον αφήνει να κάνει ~ μακριά της (: τον παρακολουθεί στενά, δεν τον αφήνει ελεύθερο). 2. (μτφ.) δεν υποχωρώ: Δεν θα ~ουμε ~ πίσω από τις διεκδικήσεις μας., δεν κάνω βήμα χωρίς ...: δεν προβαίνω σε κάποια ενέργεια, χωρίς κάποιον ή κάτι πολύ απαραίτητο: Δεν ~ει ~ χωρίς τον άνδρα της/το κινητό του. Δεν μπορεί να κάνει ~ χωρίς τα γυαλιά του. ΣΥΝ. δεν κάνω χωρίς κάποιον/κάτι [< γαλλ. ne pas faire un pas sans] , ένα βήμα (πριν) από (μτφ.): λίγο πριν από κάτι: Απέχει ~ ~ την τρέλα/τη χρεοκοπία., ένα βήμα μπρος/μπροστά και δυο (βήματα) πίσω (μτφ.): για ανακοπή της αναπτυξιακής ή εξελικτικής πορείας, πισωγύρισμα: Οι διαπραγματεύσεις πάνε ~ ~., ένα βήμα πιο κοντά: για να δηλωθεί πλησίασμα, προσέγγιση: Έλα ~ ~ (= πλησίασε)!|| Εμβόλιο που φέρνει τους επιστήμονες ~ ~ στην αντιμετώπιση της ασθένειας., κάνει τα πρώτα (του) βήματα 1. (μτφ.) βρίσκεται στο ξεκίνημα, στις αρχές: Στην επαρχία έκανε τα πρώτα της (δειλά/διστακτικά) ~ στο τραγούδι.|| Τα πρώτα βήματα του διαδικτύου/του κινηματογράφου. 2. μαθαίνει να περπατά: (κυριολ. για παιδί) Μόλις άρχισε να κάνει ~ ~.|| (μτφ.) Μαζί κάναμε τα πρώτα μας ~ατα (= μεγαλώσαμε παρέα)., κάνω το πρώτο βήμα (μτφ.): κάνω την αρχή, την πρώτη κίνηση: Περιμένει απ' αυτόν να ~ει ~.|| Έγινε το πρώτο βήμα για ... [< γαλλ. faire le premier pas] , τα βήματά μου με οδηγούν/φέρνουν (κάπου) (μτφ.): κατευθύνομαι ενστικτωδώς: Τα ~ατά του τον έφεραν/οδήγησαν γρήγορα στο κέντρο της πόλης., το μετέωρο βήμα: για κάτι που επιχειρείται διστακτικά, με έλλειψη αποφασιστικότητας και χωρίς ελπίδα ή πιθανότητες επιτυχίας: ~ ~ προς την εγκαθίδρυση της ειρήνης., ένα βήμα μπροστά/βήματα μπροστά βλ. μπροστά, με βήμα σημειωτόν βλ. σημειωτόν, με ρυθμούς χελώνας βλ. χελώνα, σέρνω τα πόδια/τα βήματά μου βλ. σέρνω [< αρχ. βῆμα, γαλλ. pas, αγγλ. step]
γλυπτό
γλυπτόγλυ-πτό ουσ. (ουδ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. έργο γλυπτικής: μαρμάρινο/ξύλινο/χάλκινο ~. Αρχαία ~ά. Τα ~ά του Παρθενώνα (βλ. ελγίνεια). Βλ. άγαλμα, ανάγλυφο, ανδριάντας, προτομή. ● ΣΥΜΠΛ.: κινητικό γλυπτό βλ. κινητικός [< μτγν. γλυπτόν]
ένσταση
ένσταση[ἔνσταση] έν-στα-ση ουσ. (θηλ.) 1. αντίρρηση, αντίθεση σε κάτι που ειπώθηκε ή αποφασίστηκε: γραπτή/διοικητική/προφορική ~. Η ~ή μου είναι ότι ... ~ επί της απόφασης/της διαδικασίας/της εφαρμογής (του κανονισμού). Διατυπώνει/εκφράζει τις ~άσεις του. Εγείρουν/έχουν/προβάλλουν ~άσεις. Υπάρχουν ~άσεις. Το νομοσχέδιο έγινε δεκτό χωρίς ~άσεις. 2. ΝΟΜ. διαδικαστική πράξη κατά την οποία ασκείται το δικαίωμα απόκρουσης της αγωγής του κατήγορου με επίκληση νέων κανόνων ή γεγονότων: αναβλητική/ανατρεπτική ~. ~ εκκρεμοδικίας/παραγραφής. ~ κατά του ... Ασκήθηκε/κατατέθηκε/υποβλήθηκε ~. Απορρίφθηκε/έγινε δεκτή/εκδικάστηκε η ~. Το δικαστήριο εξετάζει την ~. ~άσεις στο εκλογοδικείο. Βλ. αντ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ένσταση απαρτίας βλ. απαρτία [< 1: αρχ. ἔνστασις]
έωλος
έωλος, η/ος, ο [ἕωλος] έ-ω-λος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.), (εσφαλμ.) αίολος: αβάσιμος, αστήρικτος: ~ος: ισχυρισμός. ~η: κατηγορία. ~α: επιχειρήματα. Άποψη ~η επιστημονικά.|| (ως ουσ.) Το ~ο των καταγγελιών. ΣΥΝ. αθεμελίωτος (1), ανυπόστατος [< αρχ. ἕωλος 'μπαγιάτικος, παλιομοδίτικος']
-θεν
-θεν(λόγ.) & (διαλεκτ.-λαϊκό) -θε: επίθημα τοπικών επιρρημάτων που δηλώνουν 1. θέση ή προέλευση: εκατέρω-θεν/έμπροσ-θεν. Πανταχό-θεν (πβ. ολού-θε). Μητρό-/πατρό-θεν.|| (σε έκφρ.) Έν-θεν κακεί-θεν.|| Άλλο-θεν (κ. αλλού-θε). Πάνω-θε/πού~ (πβ. πό-θεν). 2. χρονική αφετηρία: ανέκα-θεν/εντεύ~. Παιδιό-θεν/παλαιό~. 3. (σπάν.) κατεύθυνση: (έκφρ.) Δώ-θε και κεί-θε.
πους
πουςουσ. (αρσ.) {ποδ-ός, -α | -ες, -ών} & πόδας 1. (αρχαιοπρ.) πόδι. 2. ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μήκους. ● ΣΥΜΠΛ.: μετρικός πους/πόδας: ΜΕΤΡ. σύνολο συλλαβών που αποτελούν τη βασική δομική μονάδα στα μέτρα κυρ. της αρχαίας ποίησης. Βλ. ανάπαιστος, δάκτυλος, ίαμβος, τροχαίος., άκρο πόδι βλ. πόδι ● ΦΡ.: ακολουθώ κατά πόδας & καταπόδας (λόγ.) 1. (μτφ.) κατά γράμμα, πιστά: ~ησαν ~ το παράδειγμά του. 2. (μτφ.) έχω μικρή (βαθμολογική) διαφορά από κάποιον: Οι αντίπαλοι μας ~ούν ~. 3. πηγαίνω πίσω από κάποιον, συνήθ. παρακολουθώντας τον. Πβ. καταπόδι, ξοπίσω. ΣΥΝ. ακολουθώ κατά βήμα/βήμα προς βήμα (1), παίρνω (κάποιον) στο κατόπι [< αρχ. κατά πόδας] , επί ποδός (λόγ.): σε ετοιμότητα: ~ ~ πολέμου. Η τροχαία βρίσκεται/τέθηκε ~ ~ για την ομαλή διεξαγωγή της κυκλοφορίας. Πβ. σε εγρήγορση., παρά πόδα & (καταχρ.) παρά πόδας: ΣΤΡΑΤ. (ως παράγγελμα) ο οπλίτης να κρατήσει όρθιο το όπλο δίπλα στο δεξί του πόδι· συνεκδ. η αντίστοιχη θέση. Βλ. αρμ, επ' ώμου. [< αρχ. πούς]
προηγούμαι
προηγούμαι[προηγοῦμαι] προ-η-γού-μαι ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {προηγ-είται ... | προηγ-ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος} ΑΝΤ. ακολουθώ, έπομαι: πηγαίνω, βρίσκομαι πιο μπροστά από κάποιον ή κάτι άλλο, προπορεύομαι ή προέχω, υπερέχω: ~είται αξιολογικά/στη βαθμολογία/στη γενική κατάταξη/στις προτιμήσεις των ψηφοφόρων. ~ήθηκε με μεγάλη/μικρή διαφορά (έναντι) του αντιπάλου του. Οι γηπεδούχοι ~ούνται στο σκορ με 1-0 (: έχουν το προβάδισμα). Η ομάδα ~ήθηκε (= άνοιξε το σκορ), αλλά τελικά ισοφαρίστηκε.|| (ως έκφρ. ευγένειας) Οι κυρίες ~ούνται (: έχουν προτεραιότητα).|| ~είται (= πρωτοπορεί) στον τομέα της έρευνας. ● προηγείται: συμβαίνει, γίνεται, δρα πριν από κάποιον ή κάτι άλλο: (+ γεν.) Διαδικασία που ~ της σύναψης συμβάσεως. Συμπτώματα που ~ούνται της καρδιακής προσβολής. Ο Τύπος αποκαλύπτει όσα ~ήθηκαν της εκλογής.|| Με βάση την ανάλυση που ~ήθηκε, προκύπτει ότι ... Στα χρόνια που ~ήθηκαν ... Έγινε δεκτή η πρότασή του, χωρίς να έχει ~ηθεί συζήτηση. [< αρχ. προηγοῦμαι]
σχολαστικότητα
σχολαστικότητασχο-λα-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. τυπολατρία, φορμαλισμός: γραφειοκρατική ~. 2. προσήλωση, έμφαση στη λεπτομέρεια· λεπτολογία: Οι όροι ασφαλείας τηρούνται με ~. Επιμελήθηκε το έργο με ιδιαίτερη ~. Βλ. -ότητα.
ταύρος
ταύρος[ταῦρος] ταύ-ρος ουσ. (αρσ.) 1. ΖΩΟΛ. αρσενικό βόδι που προορίζεται για αναπαραγωγή: εκτροφή ~ων. Βλ. αγελάδα.|| (ΑΡΧ.-ΛΑΟΓΡ.) Θυσία ~ου (= ταυροθυσία). 2. ΑΣΤΡΟΝ.-ΑΣΤΡΟΛ. (συνήθ. με κεφαλ. Τ) αστερισμός του Βόρειου Ημισφαιρίου· το δεύτερο από τα ζώδια του ζωδιακού κύκλου (21 Απριλίου-20 Μαΐου) μεταξύ Κριού και Διδύμων· {κ. θηλ. προφ. ταυρίνα} (συνεκδ.) ο αστρολογικός χαρακτηρισμός του προσώπου που έχει γεννηθεί αυτή την περίοδο. Βλ. Πλειάδες. 3. (μτφ.) δυνατός ή εξοργισμένος άνδρας: Δεν τον φοβάμαι στη δουλειά, είναι ~ (πβ. σκύλος).|| Όρμηξε (καταπάνω του) σαν ~ σε κόκκινο πανί. Κατέφτασε σαν αφηνιασμένος ~. Βλ. τίγρη. ● Υποκ.: ταυράκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: μαινόμενος ταύρος (λόγ.): έξαλλoς, εξαγριωμένος άνθρωπος: Όταν νευριάσει γίνεται ~ ~. Όρμησε σαν ~ ~ στον αγωνιστικό χώρο. ● ΦΡ.: πιάνω τον ταύρο από τα κέρατα: αντιμετωπίζω με ταχύτητα και αποφασιστικότητα μια δύσκολη κατάσταση., σαν ταύρος σε υαλοπωλείο & (λόγ.) ως ταύρος εν υαλοπωλείω: για άτομο που αντιδρά ανεξέλεγκτα και παρορμητικά, προξενώντας καταστροφές σε έναν χώρο: Μπήκε/μπούκαρε μέσα ~ ~. Χίμηξε ~ ~ και τα διέλυσε όλα. [< αρχ. ταῦρος]
τεχνοκρατία
τεχνοκρατίατε-χνο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.) (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. θεωρία σύμφωνα με την οποία η τεχνολογική γνώση είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη λήψη αποφάσεων σχετικά με οικονομικά και κοινωνικά θέματα· κατ' επέκτ. κυριαρχία των ειδικών επιστημόνων στην άσκηση της πολιτικής. Βλ. -κρατία, μηχανοκρατία, τεχνοδομή. [< αγγλ. technocracy, 1919, γερμ. Technokratie, γαλλ. technocratie, 1930]
τότε
τότετό-τε επίρρ. & (λαϊκό) τότες & ετότε 1. σε συγκεκριμένο χρονικό σημείο του παρελθόντος ή του μέλλοντος: ~ τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά. Θυμάσαι ~ που ... Ήταν ~ που είχε πρωτοέρθει στην Αθήνα. ~ ήμουν είκοσι χρονών. Δεν υπήρχαν τόσες ανέσεις ~. Δεν έχω τις ίδιες απόψεις που είχα ~. Όπως ~, έτσι και τώρα ...|| Θα περάσουν τα χρόνια και ~ θα καταλάβουν. 2. (εμφατ.) εκείνη τη στιγμή: Και ~ άρχισε να βρέχει. ~ πήρε το θάρρος και μίλησε. Σηκώνεται ~ κι αυτός και βγαίνει έξω. Νευριάζει με το παραμικρό και ~ είναι δύσκολο να τον συγκρατήσεις. Μου το είπε δεύτερη φορά και πάλι ~ δεν έδωσα σημασία. 3. σε αυτή την περίπτωση: Αλλά ~ γεννιέται το ερώτημα ... Πες πως έρχεται ξαφνικά, τι κάνουμε ~; Αν δεν έχει αυτός την ευθύνη, ~ ποιος την έχει; Δεν σου αρέσει; Ε, ~ λοιπόν, άλλαξέ το. Αν είχαν παίξει καλά, ~ θα είχαμε κερδίσει.|| (ειρων.) Αν αυτός είναι επιστήμονας, ~ εγώ είμαι αστροναύτης (: όσο αυτός είναι ..., άλλο τόσο είμαι και εγώ ...). 4. (ως επίθ., + άρθ.) για κάποιον ή κάτι που εντάσσεται στην χρονική περίοδο στην οποία αναφέρεται ο ομιλητής: ο ~ αρμόδιος/διευθυντής/επικεφαλής/πρέσβης/πρόεδρος. Η ~ διοίκηση/ηγεσία/κατάσταση/κυβέρνηση. Οι ~ συνεργάτες. Οι ~ (= τοτινές) συνθήκες. Τα ~ δεδομένα/στελέχη. ● Ουσ.: τότε (το): οι συνθήκες που ίσχυαν παλαιότερα, το παρελθόν: Συγκρίνοντας το ~ και το σήμερα. Οι δύο γενιές συναντώνται και μιλούν για το ~ και το τώρα. ● ΦΡ.: από τότε: από εκείνη τη χρονική στιγμή ή περίοδο: ~ ~ μέχρι σήμερα πολλά έχουν αλλάξει. ~ ~ που μετακόμισε, έχουμε χαθεί (πβ. αφότου). Πέρασαν είκοσι χρόνια ~ ~ που τον είδα τελευταία φορά., ε/εμ τότε (προφ.): για δήλωση συμπεράσματος: ~ ~ δεν διαφωνούμε! ~ ~ φταίνε αυτοί. Πβ. λοιπόν, μα., ως/μέχρι τότε: μέχρι ένα χρονικό σημείο: ~ ~ έχουμε πολλά ακόμα να μάθουμε. Ήταν η μεγαλύτερη διαδήλωση που είχε γίνει ~ ~.|| (ως επίθ.) Οι ~ ~ σύμμαχοι. [< αρχ. τότε]
χαίρω
χαίρωχαί-ρω ρ. (αμτβ.) {παρατ. έχαιρε} (λόγ.) 1. (ως χαιρετισμός) χαίρομαι: (σε κάποιον που συναντάμε για πρώτη φορά:) ~ πολύ (για τη γνωριμία)! ~ετε, τι κάνετε/πώς είστε;|| (ειρων.) ~ πολύ, κάτι μας είπες τώρα! Βλ. επι~, συγ~. 2. (+ γεν.) γίνομαι αποδέκτης θετικής αντιμετώπισης, απολαμβάνω: ~ει άκρας υγείας/ασυλίας/γενικής αποδοχής/δημοφιλίας. Δεν ~ει ειδικής μεταχείρισης/κάποιας ιδιαίτερης εύνοιας/προνομίων. Το νέο προϊόν ~ει μεγάλης ανταπόκρισης/απήχησης στο καταναλωτικό κοινό. Έχαιρε της απολύτου εμπιστοσύνης του προέδρου. ΣΥΝ. απολαύω ● ΦΡ.: χαίρετε και αγαλλιάσθε {στο β' εν. χαίρε και αγάλλου} (ΚΔ, λόγ.): να νιώθετε χαρά και αγαλλίαση., χαίρει (της) εκτίμησης/εκτιμήσεως βλ. εκτίμηση [< αρχ. χαίρω]