Αναζήτηση
Χρηστικό λεξικό

- άκων , ουσα, ον [ἄκων] ά-κων επίθ. {εύχρ. το αρσ.} (αρχαιοπρ., με επιρρ. χρ.): που κάνει ή παθαίνει κάτι αθέλητα, αναγκαστικά: Προσήλθε ~ στις διαπραγματεύσεις. Κάνω κάτι ~. Πβ. ακούσιος. ΑΝΤ. εκών ● ΦΡ.: εκών άκων: που συμβαίνει παρά τη θέληση κάποιου, με το ζόρι: Εκόντες άκοντες (= θέλοντας και μη) αναγκάστηκαν να ενδώσουν. [< αρχ. ἄκων]
- αντιποιούμαι [ἀντιποιοῦμαι] α-ντι-ποι-ού-μαι ρ. (μτβ.) {αντιποιείται ...· εύχρ. στον ενεστ., σπανιότ. αντιποι-ήθηκε}: ΝΟΜ. οικειοποιούμαι παράνομα ξένο δικαίωμα, ιδιοκτησία ή εκμεταλλεύομαι εξουσία που κατέχω: Πρόσωπο που ~είται τις αρμοδιότητες του εισαγγελέα/την άσκηση δημόσιας υπηρεσίας/την ιατρική ιδιότητα. Πβ. ιδιοποιούμαι, σφετερίζομαι. [< αρχ. ἀντιποιοῦμαι]
- αντιφάσκω [ἀντιφάσκω] α-ντι-φά-σκω ρ. (αμτβ.) {εύχρ. κυρ. στο ενεστ. θ., παρατ. αντέφασκε} (λόγ.): πέφτω σε αντιφάσεις, αναιρώ αυτά που έχω ήδη πει: ~εις με όσα έγραψες προηγουμένως. Πβ. αυτοαναιρούμαι. ● ΦΡ.: φάσκει και αντιφάσκει βλ. φάσκω [< μτγν. ἀντιφάσκω]
- απάγω [ἀπάγω] α-πά-γω ρ. (μτβ.) {εύχρ. κυρ. ο αόρ.· απήγαγε, απαγάγει, απήχθη, απαχθεί, (μτχ. απα-χθείς, -χθείσα, -χθέν), κυρ. στο γ' πρόσ.} 1. κάνω απαγωγή: Τον απήγαγαν με τη βία/με την απειλή όπλου και ζητούν λύτρα. Απήχθη από συμμορία. Δημοσιογράφοι έχουν απαχθεί και κρατούνται όμηροι. Απελευθέρωση του ~χθέντος επιχειρηματία. Πβ. κλέβω. 2. απομακρύνω κάτι από τη θέση του ή από συγκεκριμένο χώρο: (ΦΥΣΙΟΛ.) Μυς που (εκτείνει και) ~ει τον βραχίονα (βλ. δελτοειδής)/τον ώμο (βλ. τραπεζοειδής). Οι φλέβες ~ουν το αίμα από την καρδιά και το μεταφέρουν στους ιστούς.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Σύστημα που ~ει (: οδηγεί προς τα έξω) τη θερμότητα/τα καυσαέρια/το νερό (από το φράγμα) μέσω σωληνώσεων. [< αρχ. ἀπάγω, αγγλ. abduct]
- απολλύω [ἀπολλύω] α-πολ-λύ-ω ρ. (μτβ.) {εύχρ. μόνο στους τ. απώλε-σα, απολέ-σει, απωλέ-σθηκε (λόγ. -σθη, μτχ. απολε-σθείς, -σθείσα, -σθέν), απολε-σθεί} (επίσ.): χάνω: ~σε το αξίωμα/τις ελπίδες του/κάθε έννοια αξιοπρέπειας. Μετοχές που ~σαν το ...% της αξίας τους. ~σθη η ευκαιρία να ... Αντικείμενα που ~σθηκαν ή εκλάπησαν κατά τη μεταφορά.|| Οπλίτες που ~σθησαν κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων (= χάθηκαν, σκοτώθηκαν). ● ΦΡ.: μωραίνει Κύριος ον βούλεται απολέσαι βλ. μωραίνω ● βλ. απολεσθείς [< αρχ. ἀπολλύω, ἀπόλλυμι]
- αστυνομοκρατείται [ἀστυνομοκρατεῖται] α-στυ-νο-μο-κρα-τεί-ται ρ. (αμτβ.) {εύχρ. σε ενεστ. κ. παρατ.} (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): ελέγχεται ή φρουρείται από ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις: Το αεροδρόμιο/η περιοχή/η χώρα ~. Βλ. -κρατείται, στρατοκρατείται. ● Μτχ.: αστυνομοκρατούμενος , η, ο: ~ο: καθεστώς/κράτος.|| (μτφ.) ~η: κοινωνία. Βλ. -κρατούμενος.
- εξίσταμαι [ἐξίσταμαι] ε-ξί-στα-μαι ρ. (αμτβ.) {εξίστ-αται, -ανται· εύχρ. μόνο στον ενεστ.} (λόγ.): εκπλήσσομαι. Κυρ. στη ● ΦΡ.: απορώ και εξίσταμαι βλ. απορώ [< αρχ. ἐξίστημι, ἐξίσταμαι]
- σημειωτέος , α, ο ση-μει-ω-τέ-ος επίθ. {εύχρ. στο ουδ.} (λόγ.): που πρέπει να σημειωθεί, να αναφερθεί με προσοχή: ~α τα εξής ... Συνήθ. στη ● ΦΡ.: σημειωτέον ότι/πως (επίσ.): πρέπει, αξίζει να επισημανθεί ότι: ~ ~, αν δεν έχετε λάβει έγκριση, δεν καλύπτονται τα έξοδα. [< μτγν. σημειωτέος]
- στρατοκρατείται [στρατοκρατεῖται] στρα-το-κρα-τεί-ται ρ. (αμτβ.) {στρατοκρατ-ούμενος· εύχρ. σε ενεστ. κ. παρατ.} (αρνητ. συνυποδ.): (για χώρα, περιοχή) κυβερνάται ή ελέγχεται από τον στρατό: Η πόλη ~ από στρατεύματα κατοχής. ~ούμενο: καθεστώς/κράτος (πβ. ολοκληρωτικό). Βλ. αστυνομοκρατείται, -κρατείται.
- συνίσταται συ-νί-στα-ται ρ. (αμτβ.) {-ανται, παρατ. συνίστ-ατο, -αντο, μτχ. συνιστά-μενος, -μενη κ. -μένη, -μενο· εύχρ. σε ενεστ. κ. παρατ.} (λόγ.) 1. (+ από) αποτελείται, συντίθεται (από κάτι): Η κατασκευή ~ από γερά υλικά. Άσβεστοι που κυρίως ~ανται από οξείδιο ή υδροξείδιο του ασβεστίου. 2. έγκειται, βρίσκεται: Το πρόβλημα ~ στην κατάσταση που επικρατεί στην περιοχή. Η εργασία του/το καθήκον του ~ στο να/ότι ... Σε τι ~ (= που οφείλεται) η ιδιαιτερότητα αυτή; ● Μτχ.: συνιστάμενος , η, ο: Στόλος ~ (= απαρτιζόμενος) από φορτηγά πλοία.|| Σκοπός ~ στην προώθηση της συνεργασίας. [< αρχ. συνίσταμαι, γαλλ. consister]
- φυτοζωώ [φυτοζωῶ] φυ-το-ζω-ώ ρ. (αμτβ.) {φυτοζω-είς ... -ώντας, εύχρ. σε ενεστ. κ. παρατ.} 1. ζω σε συνθήκες μεγάλης ανέχειας και στέρησης: Από τότε που έμεινε άνεργος ~εί. ΣΥΝ. ψευτοζώ 2. (μτφ.) παρακμάζω, υπολειτουργώ: Πολλές επιχειρήσεις ~ούν εξαιτίας της οικονομικής κρίσης. [< γαλλ. végéter]
- φωλεύει φω-λεύ-ει ρ. (αμτβ.) {εύχρ. σε ενεστ. κ. παρατ.} (λογοτ.): φωλιάζει: Τα πουλιά ~ουν στα γύρω δέντρα.|| (μτφ.) Η ελπίδα ~ στην καρδιά του (πβ. ριζώνει). Βλ. εμ~. [< αρχ. φωλεύω]
- φωνασκώ [φωνασκῶ] φω-να-σκώ ρ. (αμτβ.) {φωνασκ-είς ...· εύχρ. μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (λόγ.): μιλώ με δυνατή φωνή, συνήθ. ενοχλώντας τους άλλους: ~ούν στα τηλεπαράθυρα. Το ακροατήριο ~ούσε εναντίον του κατηγορουμένου. Πβ. φωνάζω. [< πβ. μτγν. φωνασκῶ 'ασκώ τη φωνή, εξασκούμαι στην απαγγελία']
- φωσφορίζει φω-σφο-ρί-ζει ρ. (αμτβ.) {εύχρ. κυρ. στον ενεστ. κ. παρατ., λόγ. μτχ. ενεστ. φωσφορίζ-ων, -ουσα, -ον}: εκπέμπει φως ως συνέπεια του φαινομένου του φωσφορισμού· γενικότ. λάμπει: Ψάρια που ~ουν. Οι πυγολαμπίδες ~ουν στο σκοτάδι. Βλ. φθορίζει.|| ~ουσα: μπογιά/οθόνη/πρωτεΐνη. ~ον: γιλέκο. ~οντες: δείκτες (ρολογιού). ~ουσες: λωρίδες/ουσίες/πινακίδες. ~οντα: αυτοκόλλητα/χρώματα. Πβ. φωσφοριζέ.|| Τα μάτια της μοιάζουν να ~ουν. [< γαλλ. phosphoriser, αγγλ. phosphorize]
απολεσθείς
απολεσθείς, είσα, έν [ἀπολεσθείς] α-πο-λε-σθείς επίθ. (επίσ.): χαμένος: ~είσα: ταυτότητα. ~είσες: αποσκευές/ώρες μαθημάτων. ~έντα: έγγραφα. Αναπλήρωση ~έντος εισοδήματος. Εύρεση ~έντων και κλαπέντων αντικειμένων.|| (ως ουσ.) Οι ~έντες του ναυαγίου. ● Ουσ.: απολεσθέντα (τα): τμήμα συνήθ. σε αεροδρόμιο για αντικείμενα που έχουν χαθεί ή δεν έχουν φτάσει στον προορισμό τους: Αναζήτηση αποσκευών στα ~. Γραφείο ~έντων. ● βλ. απολλύω [< αρχ. ἀπόλλυμι]
απορώ
απορώ[ἀπορῶ] α-πο-ρώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {απορείς ... | απόρ-ησα, απορ-ώντας, -ημένος}: δεν μπορώ να κατανοήσω, να εξηγήσω κάτι, δεν είμαι βέβαιος· μένω έκπληκτος: ~ μαζί του/με σένα/με τον εαυτό μου. ~εί γιατί δεν τον ειδοποίησαν. ~ πού το έχει το μυαλό του. ~ούν αν θα είναι όλα έτοιμα στην ώρα τους. Πβ. αναρωτιέμαι, διερωτώμαι.|| ~ησε, μόλις τον είδε. ~ησαν με τις γνώσεις του. Πβ. εκπλήσσομαι, ξαφνιάζομαι, παραξενεύομαι. ● ΦΡ.: απορώ και εξίσταμαι (λόγ.-εμφατ.): δοκιμάζω ισχυρή έκπληξη, αδυνατώ να κατανοήσω κάτι: ~ ~ με αυτά που λέτε/με τη νοοτροπία σας., απορώ και θαυμάζω (εμφατ.): για να δηλωθεί μεγάλη απορία ή κατάπληξη: ~εί και ~ει την επινοητικότητα πολλών αρχαίων λαών., είναι να απορεί κανείς: είναι άξιο απορίας: ~ ~ για την αντοχή του. ~ ~ που δεν τα κατάφερε.|| Είναι να απορείς με την επιμονή του. [< αρχ. ἀπορῶ]
αστυνομοκρατείται
αστυνομοκρατείται[ἀστυνομοκρατεῖται] α-στυ-νο-μο-κρα-τεί-ται ρ. (αμτβ.) {εύχρ. σε ενεστ. κ. παρατ.} (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): ελέγχεται ή φρουρείται από ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις: Το αεροδρόμιο/η περιοχή/η χώρα ~. Βλ. -κρατείται, στρατοκρατείται. ● Μτχ.: αστυνομοκρατούμενος , η, ο: ~ο: καθεστώς/κράτος.|| (μτφ.) ~η: κοινωνία. Βλ. -κρατούμενος.
-κρατούμενος
-κρατούμενος, η, ο: η μετοχή κρατούμενος ως β' συνθετικό: μηχανο~/οχλο~/στρατο~/τεχνο~.|| (μτφ.) Ανδρο~/γυναικο~ χώρος. Bλ. -κρατείται/-κρατούνται.
μωραίνω
μωραίνωμω-ραί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) (λόγ.): αποβλακώνω ή φέρομαι ως ανόητος: ~ει ο έρωτας (= τυφλώνει).|| Άρχισε να γερνά και να ~εται. Πβ. ξεκουτιαίνω, ξεμωραίνομαι. ΑΝΤ. βάζω μυαλό/νιονιό (1) ● ΦΡ.: μωραίνει Κύριος ον βούλεται απολέσαι (λόγ.): σε περιπτώσεις που κάποιος κάνει εντελώς παράλογες ή ανόητες πράξεις. [< αρχ. μωραίνω ‘είμαι ανόητος ή τρελός’]
φάσκω
φάσκωφά-σκω ρ. (αμτβ.) (λόγ.): στη ● ΦΡ.: φάσκει και αντιφάσκει: για κάποιον που υποστηρίζει κάτι και μετά το αναιρεί, που ο λόγος του χαρακτηρίζεται από ανακολουθία και ασυνέπεια. [< αρχ. φάσκω ‘λέω’]
φθορίζει
φθορίζειφθο-ρί-ζει ρ. (αμτβ.) {μόνο στον ενεστ., λόγ. μτχ. φθορίζ-ων, -ουσα, -ον}: εκδηλώνει το φαινόμενο του φθορισμού: Ορυκτά που ~ουν (βλ. φθορίτης). Βλ. φωσφορίζει. [< γαλλ. fluorescer]