Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • πινγίν πιν-γίν ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.}: ΓΛΩΣΣ. σύστημα μεταγραφής της κινεζικής γλώσσας με λατινικούς χαρακτήρες στο οποίο οι τόνοι αποδίδονται με διακριτικά σύμβολα. [< αγγλ. pinyin, 1963, γαλλ. ~, περ. 1970, < κινεζ. pīn-yīn]