Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • κεντιά κε-ντιά ουσ. (θηλ.) 1. (ποιητ.) κέντρισμα: ~ στην καρδιά (= συναισθηματικός πόνος). Πβ. τσίμπημα. 2. ΓΕΩΠ. {συνήθ. στον πληθ.} καθεμιά από τις κάθετες ή οριζόντιες τομές που γίνονται με τη χρήση αιχμηρού και αυλακωτού εργαλείου στο μαστιχόδεντρο με σκοπό τη συλλογή της μαστίχας. Πβ. εντομή, κέντημα, χαραγματιά.