Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 23 εγγραφές  [0-20]


  • άπειρος1 , η, ο [ἄπειρος] ά-πει-ρος επίθ. 1. που δεν έχει τέλος: ~ος: χρόνος/χώρος. ~η: ακολουθία (ψηφίων)/ποσότητα/πυκνότητα/ταχύτητα/τιμή. ~ο: κενό/μήκος.|| (ΘΕΟΛ.) Ο ~ Θεός.|| (ΜΑΘ.) ~ο: σύνολο (= απειροσύνολο). ~οι: αριθμοί.|| (μτφ.) ~η: αγάπη/δουλειά/καλοσύνη/υπομονή/χαρά. Πβ. απέραντος, απεριόριστος. ΑΝΤ. πεπερασμένος 2. {συνήθ. στον πληθ.} (κυρ. επιτατ.) που δεν μπορεί να μετρηθεί, να υπολογιστεί, αναρίθμητος: ~ος: κόσμος. ~ο: πλήθος (= αμέτρητο). ~οι: συνδυασμοί/τρόποι. ~ες: δυνατότητες/ευκαιρίες/εφαρμογές/λύσεις/περιπτώσεις/(ΜΑΘ.) σειρές. ~α: λάθη/παραδείγματα/προβλήματα/(ΜΑΘ.) σημεία. Υπάρχουν ~οι λόγοι, για να το ξανασκεφτείς. Η περιοχή έκρυβε ~ους κινδύνους για τους ταξιδιώτες. Περνούν ~ες ώρες μαζί. Έχουν κάνει τη διαδρομή αυτή ~ες (= πάρα πολλές) φορές. Πβ. αμέτρητος, ανυπολόγιστος, απεριόριστος. ● επίρρ.: απείρως {+ συγκρ. επιθ.}: πολύ, ασύγκριτα περισσότερο: ~ ανώτερος/καλύτερος/μεγαλύτερος. ● ΦΡ.: απείρου κάλλους βλ. κάλλος [< αρχ. ἄπειρος]
  • αργά [ἀργά] αρ-γά επίρρ. {συγκρ. αργότερα} 1. σιγά, χωρίς βιασύνη, με χαλαρούς ρυθμούς: ~ και με προσοχή. Γράφω/κινούμαι/οδηγώ ~. Πολύ ~ περνάει σήμερα η ώρα. Κατευθύνθηκε ~ ~ προς το μέρος της. Προσθέτουμε ~ ~ αλεύρι στη ζύμη (ΣΥΝ. λίγο-λίγο, σταδιακά). Πβ. βραδέως. ΑΝΤ. γρήγορα (1), ταχέως (1) 2. σε περασμένη ώρα: ~ το απόγευμα/τη νύχτα/το πρωί. Ξύπνησα ~. Γύρισα σπίτι ~ (= το βράδυ). Φτάσαμε ~ και είχαν ήδη φύγει (= καθυστερημένα· ΑΝΤ. έγκαιρα). Θα δουλεύω μέχρι ~. ΑΝΤ. νωρίς (2) 3. (κυρ. στον συγκρ.) μετά από την καθορισμένη ώρα ή γενικότ. στο μέλλον: Δέκα λεπτά/χρόνια αργότερα. Συναντήθηκαν το μεσημέρι και αργότερα πήγαν για φαγητό. Η εκδήλωση αναβλήθηκε για αργότερα. Καν' το τώρα, για να μην το μετανιώσεις αργότερα. ● Υποκ.: αργούτσικα ● ΦΡ.: αργά ή γρήγορα: δηλώνει βεβαιότητα πως κάποια στιγμή θα επιβεβαιωθούν τα λεγόμενα του ομιλητή: ~ ~ θα συναντηθούν/τιμωρηθεί., αργά και πού: σπάνια, σε ειδικές ή έκτακτες περιπτώσεις. ΣΥΝ. αραιά και πού, αργά, αλλά σταθερά: λέγεται συνήθ. για να δηλωθεί ότι δεν υπάρχουν απότομες διακυμάνσεις ή για να μετριαστεί η καθυστέρηση που παρατηρείται: ~ ~ εξελίσσεται η κατάσταση της υγείας του/προχωρούν τα έργα., είναι αργά: έχει περάσει η καθορισμένη ώρα ή το κατάλληλο χρονικό διάστημα: ~ ~ για παραγγελίες/για να γυρίσει πίσω. ~ ~ και όλα τα μαγαζιά είναι κλειστά. Πήγαινε τώρα πριν να ~ ~. Ποτέ δεν ~ ~. Αύριο θα ~ ~, θα έχει πετάξει το πουλάκι. Το καταλάβαμε το λάθος όταν πια ήταν ~., τα ζώα μου αργά (ειρων.-χιουμορ.): για να δηλωθούν οι αργοί ρυθμοί, η αδράνεια ή έλλειψη ευστροφίας κάποιου: Καλά, αυτός είναι ~ ~! Δεν παίρνει στροφές, είναι ~ ~., το αργότερο: για να δηλωθεί η τελευταία προθεσμία: ~ ~ (ως) τη Δευτέρα θα έχουν ανακοινωθεί οι βαθμολογίες. Σήμερα ή ~ ~ αύριο όλα θα έχουν τελειώσει. ΑΝΤ. το νωρίτερο, κάλλιο αργά παρά ποτέ βλ. κάλλιο ● βλ. αργός [< μεσν. αργά] ΑΡΓΑ
  • αρχαίος , α, ο [ἀρχαῖος] αρ-χαί-ος επίθ. {συγκρ. αρχαιό-τερος, υπερθ. -τατος): που χρονολογείται σε πολύ πρώιμη εποχή, πριν από τον Μεσαίωνα και ειδικότ. από την αρχή των ιστορικών χρόνων (1100 π.Χ.) μέχρι τη διάλυση του Δ. ρωμαϊκού κράτους (395 ή 476 μ.Χ): ~ος: κόσμος/ναός/οικισμός/πολιτισμός/τάφος. ~α: αγορά/γραμματεία/Ελλάδα/κωμωδία. ~ο: θέατρο. ~α: κείμενα. ~α Εκκλησία (= πρωτοχριστιανική). Οι ~οι ημών πρόγονοι.|| ~τατο έθιμο (= πανάρχαιο).|| (προφ.-ειρων.) Πού το βρήκες αυτό το ~ο (= παμπάλαιο) φόρεμα (βλ. αρχαιολογία); ● Ουσ.: αρχαία (τα): (προφ.) ενν. ευρήματα, μνημεία: Βρέθηκαν ~. Πβ. αρχαιότητες., Αρχαίοι (οι): ενν. Έλληνες (και Ρωμαίοι)., ο αρχαιότερος: ο παλαιότερος σε έναν χώρο (π.χ. εργασίας) και συνήθ. ανώτερος ιεραρχικά: ~ στη δουλειά/στον στρατό. [< αγγλ. senior] ● ΣΥΜΠΛ.: Αρχαία Ελληνική & Αρχαία Ελληνικά (συντομ. ΑΕ) & (προφ.) Αρχαία (τα) & (σπάν.) Αρχαία (η): η ελληνική γλώσσα από το 2000 π.Χ. ως το 300 περ. π.Χ.· ειδικότ. η Ελληνική των κλασικών χρόνων (5ου και 4ου αι. π.Χ.): γραμματική/συντακτικό της ~ας (~ής).|| (συνεκδ. το αντίστοιχο μάθημα, Αρχαία (Ελληνικά):) ~ από μετάφραση/το πρωτότυπο. Πόσο πήρες στα ~; ● ΦΡ.: από αρχαιοτάτων χρόνων (λόγ.) & από τα πανάρχαια χρόνια: από πολύ παλιά: Η περιοχή κατοικείται ~ ~. Πβ. ανέκαθεν, από καταβολής κόσμου. [< αρχ. ἀρχαῖος, γαλλ. antique, ancien]
  • βέλτιστος , η, ο βέλ-τι-στος επίθ. (λόγ.): ο καλύτερος δυνατός, ο άριστος: ~η: ποιότητα (εικόνας). Ο ~ σχεδιασμός/τρόπος. ~ες: πρακτικές. Η ~η λύση. Το ~ο αποτέλεσμα.|| (ως ουσ.) Εύχομαι τα ~α (= τα καλύτερα). ΣΥΝ. τέλειος (1) ΑΝΤ. κάκιστος, χείριστος ● επίρρ.: βέλτιστα ● ΦΡ.: εκ/μεταξύ δύο κακών το μη χείρον βέλτιστον (αρχαιοπρ.): από δύο αρνητικές καταστάσεις η λιγότερο αρνητική είναι καλύτερη. Βλ. (και) μη χειρότερα., επί τα βελτίω/επί τα χείρω βλ. επί & επ' & εφ' [< αρχ., υπερθ. βαθμός του συγκρ. βελτίων, αγγλ. optimal, γαλλ. ~, 1906]
  • βράδυ βρά-δυ ουσ. (ουδ.) {πληθ. βράδ-ια} 1. το χρονικό διάστημα από τη δύση του ήλιου μέχρι τα μεσάνυχτα· κατ' επέκτ. νύχτα: βροχερό/γλυκό/δροσερό/ζεστό/κυριακάτικο ~. Ανοιξιάτικα/καλοκαιρινά/χειμωνιάτικα ~ια. Το ~ των εκλογών/της Πρωτοχρονιάς. Αργά/νωρίς το ~. Κατά/προς το ~. Απόψε το/αύριο (το)/χθες (το) ~. Το ~ της 3ης προς 4η Ιουλίου ... Στις εννιά το ~. Έπεσε/έρχεται/ζυγώνει το ~. Κοντεύει ~. Ανανεώνουμε το ραντεβού μας για το ~ της Τρίτης. (ως πρόταση για έξοδο:) Είσαι ελεύθερη/κάνεις κάτι (σήμερα) το ~; (επαναλαμβανόμενη συνήθεια:) Κάθε ~/το ~/τα ~ια βλέπει τηλεόραση. (σε διήγηση:) Ήταν Σάββατο ~, όταν ... Περάσαμε ένα ήρεμο/ήσυχο ~ (= βραδιά). Πβ. εσπέρα. Βλ. απόγευμα, πρωί.|| Ατελείωτο ~. Τι όνειρο είδες το ~; (λογοτ.) ~ια αξημέρωτα. ΑΝΤ. ημέρα (1) 2. (κατ΄επέκτ.) κοινωνική δραστηριότητα (δείπνο, έξοδος) που έλαβε χώρα το συγκεκριμένο διάστημα: Σ’ ευχαριστώ πολύ για το αξέχαστο/όμορφο/υπέροχο ~! ● Υποκ.: βραδάκι (το): οι πρώτες βραδινές ώρες: Έλα (κατά) το ~. Βλ. απογευματ-, μεσημερ-άκι. ● ΦΡ.: από/απ' το πρωί ως/μέχρι το βράδυ & (λόγ.) από πρωίας μέχρι νυκτός: διαρκώς, συνεχώς: Διαβάζει/τρέχει ~ ~. Είναι μαζί ~ ~ (= είναι αχώριστοι)., βράδυ-βράδυ (προφ.-λογοτ.): το σούρουπο, πριν νυχτώσει πολύ., καλό βράδυ! (ευχετ.): καληνύχτα: ~ ~ και όνειρα γλυκά! ~ ~, τα λέμε αύριο!|| Να έχεις (ένα) ~ ~!, πρωί βράδυ 1. & (λογοτ.) βράδυ πρωί: συνέχεια, όλη μέρα: Δουλεύει ~ ~ (= νυχθημερόν). Το κατάστημα είναι ανοιχτό ~ ~. Βλ. χειμώνα καλοκαίρι. 2. δύο φορές την ημέρα, μία το πρωί και μία το βράδυ: Βουρτσίζει τα δόντια του ~ ~. Βγάζει τον σκύλο βόλτα ~ ~., μας πήρε (το) μεσημέρι/μας πήρε το βράδυ βλ. παίρνω, μας πήρε/μας έπιασε/μας βρήκε η νύχτα/το βράδυ βλ. νύχτα [< μεσν. βράδυ, πιθ. βράδι(ον), συγκρ. βαθμός του επιρρ. βραδέως]
  • γελοιώδης , ης, ες γε-λοι-ώ-δης επίθ. {συνήθ. στον συγκρ. γελοιωδέστ-ερος κ. υπερθ. -ατος} (λόγ.): γελοίος, ανόητος: ~ης: δικαιολογία (= αβάσιμη, ανυπόστατη). ~εις: υπεκφυγές. Πβ. βλακώδης, καταγέλαστος. Βλ. ευτράπελος, -ώδης. ● επίρρ.: γελοιωδώς [-ῶς] [< μτγν. γελοιώδης]
  • γέρος γέ-ρος ουσ. (αρσ.) {συγκρ. γεροντ-ότερος} 1. ηλικιωμένος άνδρας, κυρ. άνω των εβδομήντα ετών, που παρουσιάζει συμπτώματα και χαρακτηριστικά βιολογικής φθοράς: σοφός ~. Είναι ~ και άρρωστος. ~οι μόνοι και αβοήθητοι. Πβ. γέροντας, παππούς. Βλ. παλιό-, πορνό-γερος.|| (ως επίθ.) Δεν έχω πολλές αντοχές, είμαι και ~ άνθρωπος. Είναι ~ για τέτοια δουλειά.|| Νιώθω πολύ ~ (πβ. γερασμένος). ΑΝΤ. νεαρός, νεαρή, νέος (1) 2. (προφ.) (συνήθ. + κτητ. αντων.) χαρακτηρισμός ηλικιωμένου άνδρα από τη σύζυγο ή τα παιδιά του· (στον πληθ.) οι γονείς: Μου τα 'λεγε ο ~ (= πατέρας) μου, αλλά εγώ δεν τον άκουγα.|| Πάω να δω τι κάνουν οι ~οι (μου). Πβ. γερόντια. ● Υποκ.: γεράκος (ο) ● ΦΡ.: (τώρα στα γεράματα), μάθε γέρο γράμματα βλ. γεράματα ● βλ. γριά [< μεσν. γέρος]
  • για1 & γι’ πρόθ. (συνήθ. + όν./αντων. στην αιτ.) δηλώνει 1. αιτία: Ευχαριστώ ~ το δώρο! Συγχαρητήρια ~ το πτυχίο! Μετανιώνω ~ τα λάθη μου. Σε ζηλεύουν ~ την επιτυχία σου. Θύμωσε ~ (= με) την αποτυχία μου. Φυλακίστηκε ~ χρέη (πβ. εξαιτίας, λόγω).|| Δεν πέρασε ~ δύο μονάδες (ενν. που του έλειπαν). 2. σκοπό: νομοσχέδιο ~ (= προς) ψήφιση. Πάω ~ μπάνιο/φαΐ. Διαβάζω ~ τις εξετάσεις. (σπανιότ. + ονομαστ.) Έβαλε υποψηφιότητα/πάει ~ πρόεδρος. Έκανε τα χαρτιά του ~ μόνιμος. (+ συγκρ. επίρρ.) Ήρθα από 'δω ~ πιο γρήγορα/καλά/σίγουρα. Πβ. για να.|| Δίψα/κέφι ~ ζωή. (προφ.) Πεθαίνω ~ (μια/λίγη) σοκολάτα. Τρελαίνεται ~ βιβλία. Το μηχανάκι το έχω ~ πούλημα.|| (προορισμό:) Γεννήθηκε ~ κάτι σπουδαίο. ~ ποιον είναι το γράμμα; Το πήρα/φύλαξα ~ σένα/τον εαυτό μου/πάρτη μου.|| (καταλληλότητα:) Απορρυπαντικό ~ τα πιάτα. Κρέμα ~ τα μάτια. Ποτήρια ~ κρασί (= του κρασιού). Σιρόπι ~ το βήχα. Στολή ~ καταδύσεις. Διάβαση ~ τους πεζούς. Δεν είμαι ~ τέτοια! Είναι τέλειο ~ τη δουλειά που το θέλω. Το πανί αυτό το έχω ~ τα τζάμια. 3. τόπο (κυρ. κατεύθυνση): Μόλις έφυγε ~ τον σταθμό. Το τρένο ταξιδεύει ~ (= προς) Θεσσαλονίκη. Πηγαίνουν ~ (= κατά) τη θάλασσα.|| (+ επίρρ.) ~ πού το 'βαλες; Αλλού γι΄αλλού.|| (σπανιότ. + γεν., ελλειπτ.:) Έφυγε πριν λίγο ~ της μητέρας του (ενν. το σπίτι). 4. αναφορά: ~ μένα (= σε ό,τι με αφορά) το ζήτημα έχει λήξει. Όσο ~ σένα, θα τα πούμε αργότερα. Ποια είναι η γνώμη σου/τι πιστεύεις γι' αυτό (= σχετικά με); ~ τι (= περί τίνος) πρόκειται; ~ (= κατά) τον γράφοντα, το θέμα είναι πρωτότυπο. Έμαθες τίποτα ~ τον ανιψιό σου; Έκανε εκπομπή ~ τους μετανάστες. Αρκετά ~ σήμερα! Δεν είναι εύκολο ~ εκείνον να το αποδεχτεί (= δεν του είναι εύκολο). Δεν είναι άξιοι ~ πρόκριση.|| (σύγκριση:) Είναι πολύ ώριμη ~ (= σε σχέση με) την ηλικία της. ~ αρχάριος καλά τα πήγε. 5. χρόνο: Τον ψάχναμε ~ (= επί) ώρες (: διάρκεια). ~ πρώτη φορά νιώθει δικαιωμένος. Στο φύλαξα ~ του χρόνου/όταν θα το χρειαστείς.|| (+ επίρρ.) ~ πότε μιλάς; ~ τότε που χαθήκαμε. ~ αύριο βλέπουμε/έχει ο Θεός. 6. ωφέλεια· ζημιά: δωρεά ~ (= προς) το ίδρυμα. Τηλεμαραθώνιος ~ τους σεισμοπαθείς (πβ. υπέρ). Συμβιβασμός ~ το κοινό συμφέρον (πβ. χάριν). Εγώ το λέω ~ το καλό σου. Όλα αυτά τα κάνω ~ σένα (= για χάρη σου/για το χατίρι σου). Θυσιάστηκε ~ τα παιδιά της. Πολέμησαν ~ την ελευθερία/την πατρίδα. Ζούμε ο ένας ~ τον άλλο.|| Πρόστιμο ~ τους παραβάτες. 7. αξία, αντίτιμο· ανταπόδοση· εξίσωση, συσχετισμό: Αγόρασε μετοχές ~ (= προς) δέκα ευρώ τη μία. Έδωσε την εταιρεία ~ πέντε εκατομμύρια (πβ. έναντι). Τι ζητάς γι' αυτό το τραπέζι; Το πούλησε ~ ένα κομμάτι ψωμί.|| Πώς να σε ξεπληρώσω ~ τη βοήθειά σου;|| Δουλεύω/κάνω/τρώω ~ τρεις (: όσο τρία άτομα μαζί). 8. αντικατάσταση: Θα απαντήσω εγώ ~ σένα (= στη θέση σου). Αντί ~ κλιματιστικό χρησιμοποιεί ανεμιστήρα. Μου δώσανε ντομάτες θερμοκηπίου ~ υπαίθριες. 9. γενικευμένη αναφορά (με επανάληψη του ουσ. ή του επιρρ. για έμφαση): Δεν έμεινε δέντρο ~ δέντρο από τη φωτιά. Είμαι πέρα ~ πέρα (= πλήρως) ικανοποιημένος από ... Τα έδωσε όλα ~ όλα. Ντιπ ~ ντιπ (= εντελώς) βλάκας. 10. πραγματική ή υποθετική ιδιότητα: Τον έχει/παίρνει μαζί του ~ γούρι/ξεναγό/παρέα. Έχω/χρησιμοποιώ το σαλόνι ~ γραφείο. Δεν κάνει ~ δάσκαλος. Δεν μοιάζεις ~ άρρωστος/ξένος (= με ξένο). Μας τον σύστησε ~ θείο του. Τον περάσαμε ~ γιατρό. Περνιέται ~ αυθεντία (: θεωρείται, χωρίς να είναι). Τον είχαμε/νομίζαμε ~ έντιμο άνθρωπο. Πβ. σαν, ως.|| (προληπτικά:) Πάει ~ καθηγητής πανεπιστημίου. ● ΦΡ.: για γέλια και για κλάματα βλ. γέλιο, για δεύτερη φορά βλ. δεύτερος, για καλό και για κακό βλ. καλό, για λέγε/πες βλ. λέω, για λογαριασμό (κάποιου) βλ. λογαριασμός, για μισό/για ένα λεπτό βλ. λεπτό, για πάντα βλ. πάντα, για πότε βλ. πότε, για τα καλά βλ. καλά, για τα μάτια του κόσμου βλ. μάτι, για τα πανηγύρια βλ. πανηγύρι, για την ψυχή της μάνας μου βλ. ψυχή, για την ώρα βλ. ώρα, για το θεαθήναι βλ. θεαθήναι, για το τίποτα βλ. τίποτα, για τον φόβο των Ιουδαίων βλ. Ιουδαίος, Ιουδαία, για ψύλλου πήδημα βλ. ψύλλος, είναι για τα σίδερα βλ. σίδερο, ικανός για όλα βλ. ικανός, μια (και) για πάντα βλ. πάντα, ο χρόνος δουλεύει/εργάζεται για/υπέρ/σε βάρος μας βλ. χρόνος, πάμε γι' άλλα βλ. πηγαίνω & πάω [< μεσν. για]
  • επί & επ' & εφ' [ἐπί] ε-πί πρόθ. {"επ'" πριν από φωνήεν, "εφ'" πριν από παλαιότ. δασυνόμενο φωνήεν} (λόγ.) δηλώνει 1. (+ γεν.) προσδιορισμό στον χρόνο ή στον τόπο ή αναφορά: ~ Ενετών/Tουρκοκρατίας (: την εποχή της Tουρκοκρατίας).|| ~ ξένου εδάφους. Η συνέχεια ~ της οθόνης. Στάση ~ της οδού Πειραιώς. Είναι ~ των επάλξεων της απεργίας (: μάχιμος). (ως εκκλησ. ευχή) ~ γης ειρήνη. (ΑΘΛ.) Χόκεϊ ~ πάγου/χόρτου.|| Διευκρινίσεις ~ της διαδικασίας. Προτάσεις ~ του σχεδίου νόμου. Ποσοστό ~ του συνόλου. (Οι υπάλληλοι) ~ της υποδοχής. 2. (+ αιτ.) διάρκεια ή χρονικό διάστημα, κατεύθυνση ή τάση προς κάτι: ~ πολλή ώρα/πολύ (= για πολύ). Απουσίαζε ~ (= για) δύο μήνες/χρόνια. (+ γεν.) Η υπηρεσία λειτουργεί ~ εικοσιτετραώρου/μονίμου βάσεως (= συνέχεια).|| (ΣΤΡΑΤ.) Κλίνατε επ' αριστερά/~ δεξιά (: παράγγελμα για στροφή προς την αντίστοιχη κατεύθυνση).|| (+ λόγ. επίθ. συγκρ.) ~ το ελληνικότερον (: επεξηγηματικά). 3. (λόγ., σε στερεότυπες φρ.) τρόπο, σκοπό ή αιτία: εργασία ~ αμοιβή (= με αμοιβή· πβ. έναντι ~ής). ~ τη εορτή/τη επετείω. ~ παραδείγματι (= για παράδειγμα/παραδείγματος χάριν/χάρη). Πρέσβης ~ τιμή (πβ. επίτιμος). Διατριβή ~ υφηγεσία.|| Καταδικάστηκε ~ (= για) εσχάτη προδοσία/κατασκοπεία. 4. ΜΑΘ. το σημείο του πολλαπλασιασμού (×): δύο ~ δέκα (2×10). ● ΣΥΜΠΛ.: (άλμα) επί κοντώ βλ. κοντός, εναίσιμος (επί διδακτορία) διατριβή βλ. εναίσιμος, κυρία (επί) των τιμών βλ. τιμή ● ΦΡ.: επί τα βελτίω/επί τα χείρω (λόγ.): προς το καλύτερο/προς το χειρότερο: αλλαγή ~ ~. Η κατάσταση βαίνει επί τα χείρω., (βρέχει) επί δικαίους και αδίκους βλ. δίκαιος, (επί) τοις εκατό/στα εκατό βλ. εκατό, ατάκα κι επί τόπου βλ. ατάκα, γενεές (επί) γενεών βλ. γενεά, επ' αγαθώ βλ. αγαθό, επ' ανδραγαθία βλ. ανδραγαθία, επ' αόριστον βλ. αόριστος, επ' άπειρον βλ. άπειρο, επ' αυτού βλ. αυτός, επ' αυτοφώρω βλ. αυτόφωρος, επ' εσχάτων βλ. έσχατος, επ' ονόματι βλ. ονόματι, επ' ουδενί (λόγω) βλ. ουδείς, ουδεμία, ουδέν, επ' ώμου βλ. ώμος, επ' ωφελεία βλ. ωφέλεια, επί αιώνες βλ. αιώνας, επί θύραις/προ των θυρών βλ. θύρα, επί ίσοις όροις βλ. ίσος, επί λέξει βλ. λέξη, επί μακρόν βλ. μακρός, επί μάλλον και μάλλον βλ. μάλλον, επί ματαίω βλ. μάταιος, επί μέρους βλ. μέρος, επί ξύλου κρεμάμενος βλ. ξύλο, επί ξυρού ακμής βλ. ακμή, επί παντός (του) επιστητού βλ. επιστητό, επί πιστώσει βλ. πίστωση, επί πληρωμή βλ. πληρωμή, επί ποδός βλ. πους, επί ποινή βλ. ποινή, επί πτυχίω βλ. πτυχίο, επί σειρά(ν) ετών βλ. έτος, επί σκηνής βλ. σκηνή, επί σκοπόν βλ. σκοπός, επί συμβάσει βλ. σύμβαση, επί συνόλου βλ. σύνολο, επί τη εμφανίσει βλ. εμφάνιση, επί της αρχής βλ. αρχή, επί της ουσίας βλ. ουσία, επί το έργον βλ. έργο, επί το λαϊκότερον βλ. λαϊκός, επί το ορθότερο(ν) βλ. ορθός, επί τόπου βλ. τόπος, επί του θέματος βλ. θέμα, επί του παρόντος/προς το παρόν βλ. παρόν, επί του πιεστηρίου βλ. πιεστήριο, επί του προκειμένου βλ. προκείμενος, επί τούτου βλ. τούτος, επί τροχάδην/επιτροχάδην βλ. τροχάδην, επί των ημερών (κάποιου) βλ. ημέρα, επί χάρτου βλ. χάρτης, επί χρήμασι βλ. χρήμα, επί/περί του πρακτέου βλ. πρακτέον, εφ' ενός ζυγού βλ. ζυγός, εφ' όλης της ύλης βλ. ύλη, εφ' όπλου λόγχη βλ. λόγχη, εφ' όρου ζωής βλ. όρος, ζητώ την κεφαλή (κάποιου) επί πίνακι βλ. ζητώ, θέτω επί τάπητος βλ. τάπητας, θέτω τον δάκτυλον εις/επί τον τύπον των ήλων βλ. ήλος, κατόπιν παραγγελίας βλ. παραγγελία, με την ευκαιρία βλ. ευκαιρία, παίρνω (κάτι) επί πόνου βλ. πόνος, πατά(ει) επί πτωμάτων βλ. πτώμα, στη βάση βλ. βάση, συζητήσεις επί συζητήσεων βλ. συζήτηση, ως επί το πλείστον βλ. πλείστοι [< αρχ. ἐπί]
  • ήσσων & ήττων , ων, ον [ἥσσων] ήσ-σων επίθ. {ήσσ-ονος, -ονα | -ονες (ουδ. -ονα)} (λόγ.): μικρότερος, ελάσσων. Κυρ. στα ● ΣΥΜΠΛ.: η αρχή/η λογική/ο νόμος της ήσσονος προσπάθειας: επιδίωξη κάποιου στόχου με όσο το δυνατό μικρότερο κόπο. [< γαλλ. la lois du moindre effort], ήσσονος/δευτερεύουσας σημασίας & (λογιότ.) δευτερευούσης σημασίας: για κάτι που δεν είναι ιδιαίτερα σημαντικό: Υπάρχουν κάποια λάθη στο κείμενο, αλλά είναι ~ ~. [< γερμ. von sekundärer Bedeutung] ● ΦΡ.: ουχ ήττον (αρχαιοπρ.): όμως, παρ' όλα αυτά: Οι πιθανότητες για νίκη δεν είναι πολλές· ~ ~, εμείς θα συνεχίσουμε τον αγώνα μας. Πβ. εντούτοις., κατά το μάλλον ή ήττον βλ. μάλλον [< αρχ. ἥσσων, συγκρ. του επιρρ. ἧκα ‘ελαφρά, λίγο’]
  • κακός , ή/ιά, ό κα-κός επίθ. {συγκρ. χειρότερος, υπερθ. (λόγ.) κάκιστος, χείριστος} ΑΝΤ. καλός 1. που χαρακτηρίζεται από αρνητικά συναισθήματα απέναντι στους άλλους, που επιδιώκει να τους βλάψει ή/και χαίρεται με τη δυστυχία τους, που σκέφτεται και ενεργεί με δόλιο τρόπο: ~ός: χαρακτήρας (βλ. αισχρός, ανήθικος, πονηρός, φθονερός). Δεν είναι ~ άνθρωπος, απλά δύστροπος. Μην ακούς κανέναν, ο κόσμος είναι ~. Είναι ~, δεν νιώθει συμπόνια (βλ. άκαρδος, άπονος, άσπλαχνος). Γιατί είσαι τόσο ~ μαζί μου; Έλα τώρα, μη γίνεσαι ~! Πείτε με ~ό, αλλά δεν τους θέλω εδώ!|| Έχει ~ή/ιά ψυχή (= είναι κακόψυχος). Έδειξε την ~ή του πλευρά/το ~ό του πρόσωπο.|| ~ό: σκυλί (= άγριο, επιθετικό).|| (σε παραμύθια:) Ο ~ (ο) δράκος/λύκος. Η ~ιά μάγισσα (πβ. διαβολικός). ΑΝΤ. άκακος (1) 2. ανυπάκουος, αγενής, ανήθικος: (οικ.) Γιατί, ~ό κορίτσι, δεν έφαγες το φαΐ σου; Μην κάνεις παρέα με ~ά παιδιά (= παλιόπαιδα)! Πβ. απείθαρχος.|| ~ή: ανατροφή (βλ. κακοαναθρεμμμένος)/διαγωγή/συμπεριφορά. Έχει ~ούς τρόπους (βλ. ανάγωγος, απρεπής, κακομαθημένος). Ντροπή να λες ~ές λέξεις/~ά λόγια (= αισχρολογίες, βρισιές)! 3. που δεν έχει κοινωνική αναγνώριση, κακόφημος: ~ό: όνομα. ~ές: παρέες/συναναστροφές.|| ~ή: γειτονιά/περιοχή. 4. που δεν ανταποκρίνεται σε κοινώς αποδεκτές αξίες ή απαιτήσεις: ~ός: εργοδότης (ΑΝΤ. δίκαιος)/πελάτης/πολίτης (πβ. ανεύθυνος, ασυνείδητος)/σύζυγος/υπάλληλος (πβ. ανέντιμος, ασυνεπής)/φίλος (βλ. υστερόβουλος). 5. ανίκανος, ακατάλληλος: ~ός: γιατρός/δάσκαλος/ηγέτης (πβ. ανάξιος)/ηθοποιός/μαθητής (= αδύνατος, αμελής)/οδηγός (πβ. απρόσεκτος)/παίκτης (βλ. αδέξιος)/συνομιλητής. Ήμουν πάντα ~ στη διπλωματία. 6. που δεν τηρεί κάποιες προδιαγραφές, που δεν είναι ικανοποιητικός ή/και ποιοτικός· ανεπαρκής: ~ός: μισθός (βλ. κακοπληρωμένος)/φωτισμός. ~ή: απόδοση/διαχείριση (= κακοδιαχείριση)/διατροφή/κατασκευή (πβ. κακοτεχνία)/κατάσταση/λειτουργία/οργάνωση/προσπάθεια/σοδειά/συνεργασία/(στοματική) υγιεινή/υγεία/φωνή (βλ. κακόφωνος)/φωτογραφία. ~ό: θέαμα/φαγητό (βλ. κακομαγειρεμένος). ~οί: δρόμοι (: με λακκούβες). ~ές: επιδόσες/υπηρεσίες. Μέτρια έως ~ή ταινία. Έχει ~ή ακοή/μνήμη/όραση (= μειωμένη). Η ομάδα έκανε ~ή εμφάνιση. Πήρε ~ούς (= χαμηλούς) βαθμούς. Κάνει ~ά (= άσχημα, δυσανάγνωστα) γράμματα. 7. ατυχής, άστοχος, λανθασμένος: ~ός: προγραμματισμός/συγχρονισμός/υπολογισμός/χειρισμός. ~ή: αρχή/βολή/διάγνωση/δικαιολογία/εκτίμηση/επιλογή/ιδέα/μεταχείριση (= κακομεταχείριση)/στάση/συμβουλή/συνεννόηση/τακτική/χρήση. ~ό: επιχείρημα/ξεκίνημα. ΑΝΤ. σωστός. 8. βλαβερός: ~ή: ακτινοβολία.|| ~ή: επίδραση/επιρροή. ~ές: συνήθειες (π.χ. κάπνισμα). ~ά: πρότυπα. Είναι ~ό για τα νεύρα σου. Δεν είναι ~ό (= είναι χρήσιμο) να ξέρεις πέντε πράγματα. ΑΝΤ. ωφέλιμος.|| (νηπιακή γλ.) Τζιζ ~ό/~ά (: για αποτροπή)! 9. δυσάρεστος, άσχημος: ~ή: γεύση/διάθεση (= κακοδιαθεσία)/εμπειρία/ψυχολογία. ~ό: όνειρο (= εφιάλτης). ~ές: ειδήσεις. ~ά: νέα. Μην κάνεις ~ές σκέψεις! 10. αρνητικός, δυσμενής: ~ός: καιρός (= κακοκαιρία)/οιωνός. ~ή: συγκυρία/χρονιά. ~ό: προαίσθημα/σημάδι (= γρουσούζικο, δυσοίωνο). ~ές: προοπτικές/συνθήκες. ~ή εποχή για επενδύσεις. Ήρθα μήπως σε ~ή (= ακατάλληλη) ώρα; Με βρίσκεις/πετυχαίνεις σε ~ή (= ακατάλληλη) στιγμή. Κατηγορεί την ~ή του μοίρα. Έριξα ~ή ζαριά. (σε χαρτοπαίγνιο και μτφ.:) Έχει ~ό χαρτί. Έρχονται ~ές μέρες (: θα χειροτερέψουν τα πράγματα). ΑΝΤ. ευνοϊκός.|| ~ά: σχόλια (= κακεντρεχή, κακόβουλα, κακοήθη). ~ές: πράξεις/προθέσεις. Δεν τον εμπιστεύομαι, έχει ~ό σκοπό (βλ. κακοπροαίρετος). Μου έκανε ~ή εντύπωση το ύφος του. Το έργο πήρε ~ές κριτικές. Του έδωσαν ~ές συστάσεις. Μη δίνεις σημασία στα ~ά λόγια. ΑΝΤ. θετικός. ● Ουσ.: ο κακός: ενν. άνθρωπος, ήρωας (έργου): ο ~ της ταινίας (βλ. καρατερίστας)/υπόθεσης. ΑΝΤ. ο καλός ● επίρρ.: κακά: Είναι πολύ ~ (= άσχημα) φτιαγμένο! Βλ. κακώς. ΑΝΤ. καλά (1) ● ΣΥΜΠΛ.: κακή θρέψη βλ. θρέψη, κακή πίστη βλ. πίστη, κακή χοληστερόλη/χοληστερίνη βλ. χοληστερόλη, κακό μάτι βλ. μάτι, καλός/κακός αγωγός βλ. αγωγός ● ΦΡ.: γίνομαι κακός (προφ.): γίνομαι αντιπαθής λέγοντας σε κάποιον κάτι ενοχλητικό ή δυσάρεστο: Να της πω ότι δεν της πάει ή θα γίνω ~; Χωρίς να θέλω να γίνω ~, ... Τώρα γίνεσαι λίγο ~!, δεν είναι (και) κακό (συγκαταβατικά, ως απάντηση ή σχόλιο): είναι αρκετά καλό: -Πώς σου φαίνεται; -~ ~!|| (ειρων.) Δεν ειν' κακό!, κακό χρόνο να 'χεις!: ως κατάρα., (παίρνω τον) κακό/στραβό δρόμο βλ. δρόμος, βλέπω/παίρνω (κάποιον/κάτι) με καλό/με κακό μάτι βλ. μάτι, για καλή/για κακή μου τύχη βλ. τύχη, δεν θα έχω καλά ξεμπερδέματα/θα έχω κακά/άσχημα ξεμπερδέματα βλ. ξεμπέρδεμα, δίνω το (καλό/κακό) παράδειγμα βλ. παράδειγμα, είναι κακός σύμβουλος βλ. σύμβουλος, έχω τα χάλια/τις μαύρες/τις κακές/τις κλειστές μου βλ. έχω, η κακιά (η) ώρα βλ. ώρα, η σάρα (και) η μάρα (και το κακό συναπάντημα) βλ. σάρα, κακά τα ψέματα βλ. ψέμα, κακά, ψυχρά κι ανάποδα βλ. ανάποδα, κακές γλώσσες βλ. γλώσσα, κακιά πεθερά βλ. πεθερά, κακό σκυλί ψόφο δεν έχει βλ. σκυλί, κακό σπυρί να βγάλεις! βλ. σπυρί, κακός δαίμονας βλ. δαίμονας, κακός μπελάς (που) με βρήκε! βλ. μπελάς, κακός, ψυχρός κι ανάποδος βλ. ψυχρός, καλό/κακό προηγούμενο βλ. προηγούμενο, μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη, τρεις και η κακή του μέρα/ώρα/τρεις και τον τσακώσανε βλ. κλέφτης, ουδείς εκών κακός βλ. εκών, την κακή (και την ψυχρή) σου μέρα! βλ. μέρα, της κακιάς ώρας βλ. ώρα, τον κακό σου τον καιρό/τον φλάρο! βλ. φλάρος, χίλιοι καλοί χωρούν(ε)/χωράνε (, ένας κακός δεν χωρεί) βλ. χίλιοι [< αρχ. κακός]
  • καλός , ή, ό κα-λός επίθ. {συγκρ. καλύτερος, υπερθ. άριστος (λόγ.) κάλλιστος} ΑΝΤ. κακός 1. που χαρακτηρίζεται από θετικά συναισθήματα και φιλική διάθεση απέναντι στους άλλους, αγάπη, ανιδιοτέλεια, συμπόνια και πραότητα: Είναι ~ άνθρωπος/χαρακτήρας (πβ. αγαθός, άδολος, άκακος, ήρεμος). Είστε τόσο ~ (βλ. εξυπηρετικός)! Είναι ο ~ μου άγγελος (πβ. φύλακας άγγελος)! Είναι ~ή με όλους (βλ. ευγενικός, ευπροσήγορος, καλοσυνάτος, καταδεκτικός, μειλίχιος, προσηνής, προσιτός). || Έχει ~ή καρδιά/ψυχή (= είναι καλό-καρδη, -ψυχη). Δείχνει τον ~ό του εαυτό/την ~ή του πλευρά.|| ~ές πράξεις/~ά έργα (βλ. φιλανθρωπία). Έχει ~ό σκοπό/~ές προθέσεις (βλ. αγνός).|| Παριστάνει τον ~ό. Μου έκανε την ~ή μέχρι να την εξυπηρετήσω. 2. ηθικός, ήσυχος, υπάκουος· ευπρεπής, κόσμιος: ~ κι ενάρετος. Πβ. έντιμος.|| (οικ.) ~ό: σκυλάκι. Τα ~ά παιδιά δεν κάνουν αταξίες! Θα πας αμέσως στο κρεβάτι σου σαν ~ό κοριτσάκι που είσαι! Τι κάνει σήμερα το ~ό μας το αγόρι;|| ~ή: μεταχείριση. Κανόνες ~ής συμπεριφοράς (πβ. σαβουάρ βιβρ). Αποφυλακίστηκε λόγω ~ής διαγωγής. Έχει πάρει ~ή αγωγή/ανατροφή. Έχει ~ούς τρόπους. 3. που διαθέτει κύρος και κοινωνική αναγνώριση, λόγω πλούτου, επαγγέλματος ή/και ήθους: νέος ~ής οικογενείας. Είναι από ~ή γενιά/~ό σόι. Πβ. αριστοκρατικός. Βλ. ανφάν γκατέ, ελίτ, τζετ σετ.|| Απέκτησε ~ό όνομα/~ή φήμη (βλ. αναγνωρισμένος, αξιόπιστος).|| Πήγε σε ~ό σχολείο. Μπήκε σε ~ή σχολή. Έκανε ~ό γάμο. Διατίθεται σε όλα τα ~ά καταστήματα (βλ. επιλεγμένος). 4. σύμφωνος με κοινώς αποδεκτές αξίες ή απαιτήσεις, σωστός: ~ός: εργοδότης (πβ. δίκαιος)/πολίτης (πβ. υπεύθυνος)/υπάλληλος (πβ. ευσυνείδητος, συνεπής)/φίλαθλος/χριστιανός (πβ. ευσεβής, πιστός). Υπήρξε ~ πατέρας και σύζυγος.|| Θα μου δανείσεις το βιβλίο σου, σαν ~ φίλος που είσαι; 5. ικανός: ~ός: αθλητής/γιατρός/δάσκαλος/επιστήμονας/ηθοποιός/μαθητής/μουσικός/οδηγός/πολιτικός/συγγραφέας. Είναι ~ (= κάνει) για δικηγόρος. ~ στο να λύνει προβλήματα. Πβ. άξιος, επιδέξιος.|| Ήταν ~ σε όλα τα μαθήματα (πβ. γερός, δυνατός).|| ~ός: ακροατής (πβ. προσεκτικός). 6. που τηρεί κάποιες προδιαγραφές· επαρκής, ικανοποιητικός: ~ός: έλεγχος (πβ. διεξοδικός). ~ή: γνώση (της Αγγλικής)/διατροφή/μόρφωση. Συμβουλές για ~ή υγεία. Χρειάζεσαι έναν ~ό ύπνο! Παρέα μ' ένα ~ό βιβλίο. -Τι λες για το σχέδιό μου; -~ό μου ακούγεται! Έχει ~ούς βαθμούς.|| Πολύ ~ές συνθήκες (= εξαιρετικές). Χαρτί ~ής ποιότητας. Μεταχειρισμένο αμάξι σε πολύ ~ή κατάσταση.|| ~ή: δόση/μερίδα.|| (ΑΘΛ.) (για δρομέα:) Έκανε ~ό χρόνο. Έκαναν αρκετά ~ή εμφάνιση/προσπάθεια. Στον ημιτελικό δεν ήταν καθόλου ~οί.|| ~ός: φωτισμός. ~ή: ορατότητα. Δεν έχει καλή όραση/φωνή (: είναι παράφωνος).|| Βρήκε ~ή δουλειά.|| Λάτρης του ~ού φαγητού (πβ. καλοφαγάς).|| ~ός: μισθός. ~ό: μεροκάματο. ~ά: λεφτά.|| ~ό: ανακάτεμα/καθάρισμα/ξέβγαλμα/πλύσιμο (πβ. σχολαστικός). Το κρέας θέλει ~ό ψήσιμο (πβ. καλοψημένος).|| Δέκα ~οί λόγοι για να ... 7. επιτυχημένος, εύστοχος: ~ός: συγχρονισμός/υπολογισμός/χειρισμός. ~ή: βολή/παρατήρηση/πρόταση/σκέψη/συμβουλή/τακτική. ~ό: άλλοθι/επιχείρημα/ερώτημα. Καμιά ~ή ιδέα; Δεν έγινε ~ή συνεννόηση. (προφ.) Καλόοο! Ελπίζω να έχεις μια ~ή δικαιολογία που άργησες. 8. χρήσιμος· συμφέρων, επικερδής: Θες μια ~ή συμβουλή; Πήρα ~ές πληροφορίες. Δεν θα σου χρειαστεί άμεσα, αλλά ~ό είναι να το ξέρεις.|| ~ή: ευκαιρία/περίπτωση/συμφωνία. ~ές: αγορές/τιμές. Δεν κάνει ~ή (= συνετή) χρήση των χρημάτων. Η χρονιά ήταν ~ή (ενν. οικονομικά) για την περιοχή. (ευχετ.) ~ές δουλειές! Πβ. αποδοτικός, κερδο-, προσοδο-φόρος.|| Φάρμακο ~ό για τον λαιμό. Πβ. ωφέλιμος.|| Άμα δεν ξέρεις, ~ό θα ήταν να μην μιλάς! 9. ευνοϊκός, θετικός· ευχάριστος: ~ή: διάθεση/τύχη (πβ. καλοτυχία). ~ό: προαίσθημα. ~ές: προοπτικές. (ευχετ.) ~ά αποτελέσματα!|| ~ός: καιρός (πβ. καλοκαιρία).|| ~ή εποχή για διακοπές. Τον πέτυχα σε ~ή στιγμή. Ήρθες σε ~ή ώρα.|| Διαπραγματεύσεις μέσα σε ~ό κλίμα (ΑΝΤ. δυσμενής).|| Χρειάζομαι μια ~ή ζαριά. Έχει ~ό χαρτί.|| Έκανε ~ή εντύπωση. Το έργο πήρε ~ές κριτικές. Έχει ~ές συστάσεις. Πες της και κανά ~ό λόγο για μένα! Μόνο ~ά λόγια άκουσα για σένα! ΑΝΤ. αρνητικός.|| Αν έχεις ~ή παρέα, δεν θες τίποτε άλλο. Φέρνω ~ά νέα. Επιτέλους και μια ~ή είδηση! (προφ.) Τώρα αυτό είναι ~ό; ΑΝΤ. δυσάρεστος. 10. ωραίος, συμπαθητικός: ~ή: εμφάνιση. ~ό: παρουσιαστικό/σώμα. ~ά: χαρακτηριστικά.|| Δεν κάνει ~ά γράμματα. Έχει ~ό γούστο.|| (συγκαταβατικά) -Πώς σου φαίνεται; -~. ΑΝΤ. άσχημος (1) 11. επίσημος: Θα στρώσω το ~ό τραπεζομάντιλο. Πέρασα τις σημειώσεις στο ~ό τετράδιο. (μτφ., σε φωτογράφιση:) Θέλω να μου χαρίσετε το ~ό σας χαμόγελο! Έβαλα/φόρεσα τα ~ά μου παπούτσια/ρούχα. Βλ. καθημερινός, πρόχειρος. 12. που βολεύει κάποιον περισσότερο: Γράφω με το ~ό χέρι (βλ. αριστερό-, δεξιό-χειρας). Κλότσα τη μπάλα με το ~ό σου πόδι! 13. στενός, εγκάρδιος: Είναι ~οί φίλοι. Έχει πολύ ~ές σχέσεις με τους γονείς της. 14. χωρίς προβλήματα, ομαλός: Ήταν ~ή η μέρα σου σήμερα; Είχε ~ά γεράματα.|| (κυρ. ευχετ.) ~ό δρόμο/μήνα! ~όν ύπνο! ~ή: ανάρρωση/αντάμωση (: για αποχαιρετισμό)/αρχή/επιτυχία/ξεκούραση/όρεξη/πρόοδο/τύχη/χρονιά/χώνεψη! ~ή Ανάσταση και ~ό Πάσχα! ~ή σου μέρα (= καλημέρα)! ~ό: καλοκαίρι/κουράγιο/ταξίδι/τριήμερο! ~ές: διακοπές! 15. (ειρων.) (για ώρα ή χρονικό σημείο) περασμένος: Μέχρι να γυρίσει, ~ό Σεπτέμβρη/~ά μεσάνυχτα! ● Ουσ.: ο καλός: ενν. άνθρωπος, ήρωας (έργου): Στη ζωή δεν νικάνε πάντα οι ~οί.|| Έπαιζε τον ρόλο του ~ού. ΑΝΤ. ο κακός ● Υποκ.: καλούτσικος , η, ο: σχετικά καλός. Πβ. μέτριος. [< μεσν. καλούτσικος] ● ΣΥΜΠΛ.: Καλές Τέχνες βλ. τέχνη, καλές υπηρεσίες βλ. υπηρεσία, καλή ζωή βλ. ζωή, καλή θέληση βλ. θέληση, καλή λευτεριά! βλ. λευτεριά, καλή πίστη βλ. πίστη, καλή χοληστερόλη/χοληστερίνη βλ. χοληστερόλη, καλός/κακός αγωγός βλ. αγωγός, ο καλός Θεός/θεούλης βλ. θεός, ο καλός κόσμος βλ. κόσμος, υψηλή/καλή κοινωνία βλ. κοινωνία ● ΦΡ.: βρε καλέ μου, βρε χρυσέ μου (προφ.): για να δηλωθεί η μάταιη προσπάθεια να (μετα)πειστεί κάποιος: ~ ~, τίποτα αυτός, τον χαβά του! Πβ. βρε αμάν, βρε ζαμάν., καλά όλ' αυτά, αλλά ... (προφ.): ως έκφρ. επιφύλαξης σε άποψη ή κατάσταση που γίνεται μόνο συγκαταβατικά αποδεκτή: Θα μου πεις ~ ~ πώς μπορεί κάποιος να τα εφαρμόσει; Πβ. ναι μεν, αλλά., καλέ μου άνθρωπε! (προσφών.-ευφημ.): Λυπήσου με, ~ ~! Γιατί, ~ ~, φωνάζεις έτσι;, καλό κι αυτό/καλό και τούτο! (προφ.): για να δηλωθεί έκπληξη: ~ ~! Τι άλλο θ' ακούσουμε; (ειρων.) Αυτόν επέλεξαν; ~ ~!, καλός είναι κι αυτός/και τούτος/του λόγου του! (προφ.-ειρων.): επικριτικά για κάποιον που η συμπεριφορά του εκπλήσσει ή ενοχλεί. Πβ. άλλος (κι) αυτός!, καλός/καλή/καλό μου (οικ.): για αγαπημένο πρόσωπο: (προσφών.) Ήρθες, ~έ μου; Έλα εδώ, ~ό μου, γιατί κλαις;|| (ως ουσ., ερωτικός σύντροφος:) Περιμένει τον ~ό της/την ~ή του (βλ. αγαπημένος, φίλος/φιλενάδα)., με την καλή έννοια (του όρου) (προφ.): ως διευκρίνιση για χαρακτηρισμό ή δήλωση που μπορεί να παρεξηγηθεί: Σε ζηλεύω, ~ ~!|| (ειρων.-χιουμορ.) Είναι τρελή, ~ ~ (πάντα)!, ο καλός καλό δεν έχει (παροιμ.): ο καλόκαρδος άνθρωπος δεν βρίσκει ευτυχία και ανταπόδοση της καλοσύνης του., ο καλός/η καλή σου (ειρων.): για να δηλωθεί ενόχληση ή το ευτράπελο μιας συμπεριφοράς, χωρίς να κατονομαστεί ο δράστης: Στρίβω δεξιά, από πίσω κι ο ~ ~! Κινώ, λοιπόν, ο ~ ~, να πάω στο ... Έφυγε η ~ ~ και μ' άφησε να βγάλω εγώ το φίδι απ' την τρύπα! Πάει να σηκωθεί, πάρτην κάτω την ~ή ~!, όλοι οι καλοί χωράνε: (προτρεπτικά) για να δηλωθεί ότι όλοι οι καλόβολοι άνθρωποι είναι ευπρόσδεκτοι: Μπείτε κι εσείς, ~ ~. Πβ. χίλιοι καλοί χωρούν(ε)/χωράνε., πολύ καλός για ...: πολύ ανώτερος από κάποιον άλλον ή από τον μέσο όρο: ~ ~ό για να είναι αληθινό! Είναι πολύ ~ή για σένα (= σου πέφτει πολλή)!, τέλος καλό, όλα καλά: όταν κάτι έχει αίσιο τέλος, ξεχνά κανείς τις δυσκολίες και τα προβλήματα που συνάντησε: Πέρασε κάποιες περιπέτειες με την υγεία του αλλά ~ ~. [< αγγλ. all's well that ends well] , το δέκα/το δύο το καλό (στην τράπουλα): το δέκα καρό ή το δύο σπαθί: (μτφ., για καλή τύχη:) Έχει πιάσει το δέκα ~ ~., (αγωνίστηκε/έδωσε) τον αγώνα τον καλό βλ. αγώνας, βλέπω/παίρνω (κάποιον/κάτι) με καλό/με κακό μάτι βλ. μάτι, για καλή/για κακή μου τύχη βλ. τύχη, δεν θα έχω καλά ξεμπερδέματα/θα έχω κακά/άσχημα ξεμπερδέματα βλ. ξεμπέρδεμα, δεν λες καλά/καλύτερα (που) ... βλ. λέω, δίνω το (καλό/κακό) παράδειγμα βλ. παράδειγμα, η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται βλ. μέρα, η ώρα η καλή! βλ. ώρα, κάθε εμπόδιο για καλό βλ. εμπόδιο, καλά ξεμπερδέματα βλ. ξεμπέρδεμα, καλά ξυπνητούρια! βλ. ξυπνητούρια, καλά στέφανα! βλ. στέφανα, καλά/καλό θα 'τανε βλ. καλά, καλές γιορτές! βλ. γιορτή, καλή καρδιά! βλ. καρδιά, καλή του ώρα βλ. ώρα, καλή ώρα βλ. ώρα, καλής γειτονίας βλ. γειτονία, καλό βόλι βλ. βόλι, καλό βράδυ! βλ. βράδυ, καλό κατευόδιο! βλ. κατευόδιο, καλό ξημέρωμα! βλ. ξημέρωμα, καλό/κακό προηγούμενο βλ. προηγούμενο, Καλός πολίτης! βλ. πολίτης, καλός, χρυσός και άγιος, αλλά ... βλ. άγιος, καλούς απογόνους! βλ. απόγονος, μέσα/μες στην καλή/τρελή χαρά βλ. χαρά, μια/μία ωραία πρωία βλ. πρωία, ο καλός ποιμήν βλ. ποιμένας, ο καλός Σαμαρείτης βλ. Σαμαρείτης, ο παλιός καλός ... βλ. παλιός, οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους βλ. λογαριασμός, όλα καλά/όλα ωραία, όλα ανθηρά βλ. ανθηρός, όλοι (οι καλοί) μαζί/όλοι αντάμα κι ο ψωριάρης χώρια βλ. ψωριάρης, παίρνω τον καλό δρόμο βλ. δρόμος, σε καλά χέρια βλ. χέρι, σε καλή μεριά! βλ. μεριά, σε καλό δρόμο/σε καλή πορεία βλ. δρόμος, στα καλά καθούμενα/του καθουμένου βλ. καθούμενος, το καλό πρά(γ)μα αργεί να γίνει βλ. αργώ, το καλό το παλικάρι ξέρει κι άλλο μονοπάτι βλ. παλικάρι, του καλού καιρού βλ. καιρός, χίλιοι καλοί χωρούν(ε)/χωράνε (, ένας κακός δεν χωρεί) βλ. χίλιοι ● βλ. καλά, καλό, καλώς [< αρχ. καλός]
  • καλύτερος , η, ο κα-λύ-τε-ρος επίθ. 1. (συγκρ.) πιο καλός: ελπίδα για έναν ~ο κόσμο. Έρχονται ~ες μέρες.|| Ήταν ~ και δίκαια νίκησε. Είσαι πολύ ~ός (= ανώτερός) του. ΑΝΤ. χειρότερος (1) 2. (υπερθ., συνήθ. με άρθρο) ο πιο καλός: βραβείο ~ης ταινίας. Ψηφίστηκε ως ο ~ ηθοποιός.|| H ~η (δυνατή) επιλογή/λύση (= η πιο ενδεδειγμένη· πβ. κάλλιστος). Προϊόντα στις ~ες τιμές (= στις πιο συμφέρουσες)!|| Ο ~ός μου φίλος (= o πιο αγαπημένος). Είσαι ο ~ άνθρωπος του κόσμου! Τα φετινά ήταν τα ~α γενέθλια της ζωής μου (= τα ομορφότερα, τα πιο ευτυχισμένα).|| (ως ουσ.) Ας κερδίσει ο ~! Θα προσπαθήσουμε για το ~ο! Βγήκε πρώτος ανάμεσα στους ~ους. Εύχομαι τα ~α (= τα βέλτιστα). ● ΦΡ.: ό,τι καλύτερο: το πιο καλό: Θέλουν ~ ~ για τα παιδιά τους. Έκανα ~ ~ μπορούσα! Είσαι ~ ~ έχω γνωρίσει/μου έχει συμβεί! Το να μείνεις χωρίς δουλειά σίγουρα δεν είναι κ(α)ι ~ ~.|| (ως ευχή:) Εύχομαι ~ ~ (= όλα τα καλά) σε σένα και την οικογένειά σου! ΑΝΤ. ό,τι χειρότερο, προς το καλύτερο: για να δηλωθεί σταδιακή βελτίωση: Η κατάσταση της υγείας του πάει ~ ~ (= βελτιώνεται, καλυτερεύει). Τα πράγματα αλλάζουν/εξελίσσονται ~ ~., τα καλύτερα έρχονται! & τα καλύτερα είναι μπροστά: (ως ενθάρρυνση) η κατάσταση θα βελτιωθεί: Μην ανησυχείς, ~ ~! Yπομονή, γιατί ~ ~!, (από/καλύτερα) μακριά και αγαπημένοι βλ. μακριά, δεν λες καλά/καλύτερα (που) ... βλ. λέω, δίνω/δείχνω τον καλύτερό μου εαυτό βλ. εαυτός, η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση βλ. άμυνα, κλάσεις ανώτερος βλ. κλάση2, ο καλύτερος του χωριού βλ. χωριό, πρώτος και καλύτερος βλ. πρώτος, τόσο το καλύτερο/το χειρότερο βλ. τόσο [< μεσν. καλύτερος]
  • μεγάλος , η, ο με-γά-λος επίθ. {συγκρ. μεγαλύ-τερος, λόγ. υπερθ. μέγιστος} ΑΝΤ. μικρός 1. & (λόγ.) μέγας, μεγάλη, μέγα: που έχει μέγεθος πιο πάνω από τον μέσο όρο ή το συνηθισμένο: ~ος: καθρέφτης/ποταμός (ΣΥΝ. μακρύς). ~η: βεράντα/λίστα/μύτη/πίστα/πόλη/πυρκαγιά/συσκευασία/φωτογραφία. ~ο: διαμέρισμα/κύμα/νησί. ~α: γράμματα (πβ. κεφαλαία). Φυτά ~ης καλλιέργειας. Παγκόσμιο πρωτάθλημα ~ων (= μακρινών) αποστάσεων. Ο σεισμός είχε ~ο εστιακό βάθος.|| Τρένα ~ης ταχύτητας.|| (ως προς το πλήθος, την ποσότητα:) ~ος: αριθμός (προσώπων)/δήμος/θίασος (ΣΥΝ. πολυπληθής)/μισθός. ~η: οικογένεια/παρέα/προσέλευση (θεατών)/συμμετοχή/συναυλία. ~ο: συλλαλητήριο (: με πολύ κόσμο). Η ~η πλειοψηφία του λαού (: σχεδόν όλος ο λαός). Έχει ~η ζήτηση/έχει σημειώσει ~η πρόοδο.|| ~η: περιουσία. Έχετε ~ες (= πολλές) δυνατότητες.|| (ως προς τη διάρκεια:) ~ος: περίπατος. ~η: αναμονή/διαδρομή (ΑΝΤ. σύντομος)/καθυστέρηση. ~ο: ταξίδι. Οι ~ες μέρες του καλοκαιριού. 2. με επιτατική σημασία: ~ος: έρωτας/θυμός/πόνος. ~η: ανάγκη/αντοχή/δίψα/έκπληξη/ζέστη/πείνα/προσπάθεια/χαρά. ~ο: ενδιαφέρον. Σου αξίζει ένα ~ο μπράβο. Ήταν το ~ο φαβορί και το απέδειξε. Οφείλω ένα ~ο ευχαριστώ σε όλους σας. Ακολούθησα τις οδηγίες με ~η ακρίβεια. Η ημερίδα πραγματοποιήθηκε με ~η επιτυχία. Είχα τη ~η τύχη να συνεργαστώ μαζί του.|| (για πρόσ. που παρουσιάζει μια ιδιότητα σε υπερβολικό βαθμό:) ~ος: αλήτης/πότης/ψεύτης (= ψευταράς). Ο ~ος νικητής/χαμένος (π.χ. των εκλογών/του πρωταθλήματος). 3. (μτφ.) αξιόλογος, σημαντικός· διάσημος, επιτυχημένος, ισχυρός, πάρα πολύ καλός σε κάποιον τομέα, χώρο: ~ος: διαγωνισμός/κίνδυνος/πολιτισμός/ρόλος/στόχος. ~η: ανακάλυψη/άνοδος (της μετοχής)/απόφαση/είδηση/εμφάνιση/επίδοση/ευκαιρία/ζημιά/νίκη/προσφορά. ~ο: βήμα/γεγονός/δίλημμα/έργο/κίνητρο/κόλπο/λάθος/μυστικό/πλεονέκτημα/πλήγμα/πρόβλημα/ρεκόρ/σχέδιο. ~ες: αλήθειες/αλλαγές/αντιθέσεις/απώλειες/ελλείψεις (πβ. σοβαρός)/προσδοκίες. Έφτασε η ώρα του ~ου τελικού. Ζήσαμε ~ες στιγμές μαζί.|| (για πρόσ.) ~ος: αθλητής/επιστήμονας/ερευνητής/ηγέτης/ηθοποιός/καλλιτέχνης/όμιλος/οργανισμός/παίκτης/πολιτικός/συγγραφέας/φιλόσοφος. ~η: εταιρεία/ομάδα/προσωπικότητα. ~ο: κόμμα. ~οι: ευεργέτες. Λόγια και έργα ~ων ανδρών. Χάσαμε έναν ~ο φίλο (= πολύ καλό).|| Είναι ένα από τα ~τερα ονόματα του παγκόσμιου τένις. 4. που έχει μεγάλη ηλικία ή μεγαλύτερη σε σχέση με κάποιον άλλο: ο ~ος μου αδελφός (: που γεννήθηκε πριν από μένα ή/και από τα άλλα μου αδέλφια, εφόσον υπάρχουν).|| Παντρεύτηκε ~ος (: σε μεγαλύτερη ηλικία, σε σχέση με τον μέσο όρο).|| Είναι αρκετά ~η, ώστε να τρώει μόνη της (: είναι σε θέση να ..., δεν χρειάζεται βοήθεια για να ...). Μικροί και ~οι (= ενήλικοι).|| Είναι τρία χρόνια μεγαλύτερή μου. Βλ. μικρομέγαλος. ● Ουσ.: μεγάλε (νεαν. αργκό): ως οικεία προσφώνηση: (για να δηλωθεί επιδοκιμασία, θαυμασμός:) Πες τα ρε ~! Μπράβο ~, έγραψες πάλι!|| (συχνά ειρων.:) Σώπα ρε ~! Καλά ρε ~ ποιος νομίζεις ότι είσαι;|| (συνήθ. μεταξύ φίλων:) Πού ήσουν ρε ~ τόση ώρα; ~ έχεις δίκιο!, μεγάλος (ο) 1. άνθρωπος μεγάλης ηλικίας ή σχετικά μεγάλης ηλικίας· ενήλικος ή ηλικιωμένος: ο κόσμος των ~ων. Βιβλίο/έκθεση για μικρούς και ~ους. Παράσταση μόνο για ~ους.|| Είναι πολύ ~ πια, περπατάει με δυσκολία. 2. μεγάλοι (οι): οι ισχυροί, οι πλούσιοι ή οι καλύτεροι, οι πιο σπουδαίοι σε έναν τομέα, χώρο: οι ~οι της βιομηχανίας/της (ροκ) μουσικής. ● Υποκ.: μεγαλούτσικος , η/ια, ο: κυρ. στις σημ. 1,3. ● ΣΥΜΠΛ.: η Μεγάλη Ελλάδα: ΑΡΧ. το σύνολο των ελληνικών αποικιών στη Σικελία και τη νότια Ιταλία., Μεγάλες Δυνάμεις: ισχυρές χώρες που επηρεάζουν τις διεθνείς εξελίξεις. Βλ. υπερδύναμη., μεγάλη καρδιά (μτφ.): για άνθρωπο καλόψυχο, συμπονετικό, που δεν κρατά κακία., Μεγάλη Τετάρτη (συντομ. Μ. Τετάρτη): ΕΚΚΛΗΣ. η Τετάρτη της Μεγάλης Εβδομάδας., γερό/μεγάλο πορτοφόλι βλ. πορτοφόλι, η Μεγάλη Εβδομάδα βλ. εβδομάδα, η μεγάλη οθόνη βλ. οθόνη, θεωρία της μεγάλης έκρηξης βλ. έκρηξη, μεγάλα λόγια βλ. λόγια, Μεγάλη Άρκτος βλ. άρκτος, Μεγάλη Δευτέρα βλ. Δευτέρα, Μεγάλη Είσοδος βλ. είσοδος, μεγάλη ζωή βλ. ζωή, Μεγάλη Ιδέα βλ. ιδέα, Μεγάλη Παρασκευή βλ. Παρασκευή1, Μεγάλη Πέμπτη βλ. Πέμπτη, Μεγάλη Σαρακοστή βλ. Σαρακοστή, Μεγάλη Τρίτη βλ. Τρίτη, μεγάλο κεφάλι βλ. κεφάλι, Μεγάλο/Μέγα Σάββατο βλ. Σάββατο, μεγάλος αδελφός βλ. αδελφός, Μεγάλος Οδηγός βλ. οδηγός, ο μεγάλος ασθενής βλ. ασθενής, τα μεγάλα μέσα βλ. μέσο, το αιώνιο/μεγάλο/τελευταίο/στερνό/αγύριστο ταξίδι βλ. ταξίδι ● ΦΡ.: γερό στομάχι βλ. στομάχι, ένα μεγάλο μηδενικό βλ. μηδενικό, έχει (γερό/μεγάλο) δόντι βλ. δόντι, έχει μεγάλη γλώσσα βλ. γλώσσα, έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του βλ. ιδέα, έχει μεγάλο στόμα βλ. στόμα, η μεγάλη ώρα βλ. ώρα, κατά (ένα) μεγάλο μέρος βλ. μέρος, με/χωρίς (μεγάλες/σοβαρές) αξιώσεις βλ. αξίωση, μεγάλα καράβια, μεγάλες φουρτούνες βλ. καράβι, μεγάλη γιορτή βλ. γιορτή, μεγάλη η χάρη του/της βλ. χάρη, μεγάλη μπουκιά φάε, μεγάλη κουβέντα/μεγάλο λόγο μην λες/πεις βλ. μπουκιά, μεγάλης/ευρείας κλίμακας βλ. κλίμακα, μεγάλο/γερό φαγοπότι βλ. φαγοπότι, μεγάλος/μέγας/σπουδαίος και τρανός βλ. τρανός, ο Θεός είναι μεγάλος βλ. θεός, ο μεγάλος απών βλ. απών, σε μεγάλα/τρελά κέφια βλ. κέφι, τα μεγάλα πνεύματα συναντώνται/συναντιούνται! βλ. συναντώ, το μεγάλο μπαμ βλ. μπαμ, το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό βλ. ψάρι, υπάρχει άμεση/μεγάλη/(κατ)επείγουσα ανάγκη βλ. ανάγκη [< μεσν. μεγάλος]
  • μείζων , ων, ον μεί-ζων επίθ. {συγκρ. του επίθ. μέγας· μείζ-ονος, -ονα | -ονες (ουδ. -ονα), -όνων} & θηλ. μείζονα (λόγ.) ΑΝΤ. ελάσσων 1. μεγάλος ή μεγαλύτερος ως προς την έκταση, το μέγεθος: περιήγηση στη ~ονα (= ευρύτερη) περιοχή της συμπρωτεύουσας.|| (ΠΟΛΙΤ.) Η ~ων/~ονα αντιπολίτευση (: η ισχυρότερη παράταξή της).|| (ΑΝΑΤ.) ~ γλουτιαίος (μυς). 2. (μτφ.) πάρα πολύ σημαντικός, σοβαρός: ~ων: κίνδυνος/παράγοντας/στόχος (πβ. κύριος, πρωταρχικός, πρωτεύων). ~ων: απειλή/απόφαση/μεταρρύθμιση. ~ονες: αλλαγές. ~ονα: ζητήματα/θέματα (πβ. καυτά, κρίσιμα, φλέγοντα). Προβλήματα ~ονος σημασίας.|| (ΨΥΧΟΛ.) ~ κατάθλιψη (: βαριάς μορφής).|| (για πρόσ.) Οι ~ονες (= σπουδαιότεροι) εκπρόσωποι της γενιάς του '30. ΑΝΤ. ασήμαντος, δευτερεύων (1) 3. ΜΟΥΣ. χαρακτηρισμός ανιούσας διαδοχής φθόγγων, κατά την οποία σχηματίζονται στη σειρά δύο φορές τόνοι, μία φορά ημιτόνιο, τρεις φορές τόνοι και μία φορά ημιτόνιο: σονάτα σε λα ~ονα (ενν. κλίμακα). Βλ. ματζόρε. ● ΣΥΜΠΛ.: μείζονες εκλογικές περιφέρειες: ΠΟΛΙΤ. στις οποίες χωρίζεται η ελληνική επικράτεια (δεκατρείς συνολικά) και στις οποίες συγκεντρώνονται οι αδιάθετες, από την πρώτη κατανομή, έδρες., μείζων πρόταση 1. ΦΙΛΟΣ. (στη λογική) η πρώτη από τις δύο προκείμενες ενός απλού συλλογισμού. Βλ. ελάσσων πρόταση. 2. ΝΟΜ. εφαρμοστέος κανόνας δικαίου. ● ΦΡ.: κατά κύριο/πρώτο/μείζονα λόγο βλ. κύριος [< 1,2: αρχ. μείζων 3: ιταλ. maggiore]
  • μικρός , ή, ό μι-κρός επίθ. {(λόγ.) θηλ. -ά | συγκρ. μικρότ-ερος, υπερθ. μικρότ-ατος, ελάχιστος} 1. που το μέγεθός του είναι πιο κάτω από τον μέσο όρο ή το συνηθισμένο: ~ός: δήμος/οικισμός (: με λίγους κατοίκους)/πληθυσμός/χώρος. ~ή: αμοιβή/απόσταση/δόση/ιδιοκτησία/παρέα (= ολιγάριθμη)/συμμετοχή (= περιορισμένη). ~ό: βάρος/γεύμα (= ελαφρύ)/δίκτυο (π.χ. υπολογιστών)/έργο/κεφάλαιο/κόστος/μήκος/πλάτος/ποσό (= μικροποσό)/ποτάμι/σημάδι/σπίτι/ύψος. ~ά: βήματα. Όπλο ~ού βεληνεκούς/διαμετρήματος. Ιατρείο ~ών ζώων. Εργασίες ~ής κλίμακας. (σε συνταγές μαγειρικής) Κόψτε τις πιπεριές σε ~ά κομμάτια. Η συμμετοχή ήταν ~ερη του αναμενόμενου.|| (που βρίσκεται στις πρώτες θέσεις μιας ιεραρχίας που ακολουθεί αύξουσα σειρά:) Διδάσκει σε ~ές τάξεις. ΑΝΤ. μεγάλος (1) 2. που έχει σύντομη διάρκεια ή ένταση: ~ή: επίσκεψη/καθυστέρηση/συζήτηση/ταχύτητα (ΣΥΝ. αργός). ~ό: αφιέρωμα/διάλειμμα/ταξίδι/χρονικό διάστημα. ~ές: βροχοπτώσεις/μέρες/νύχτες. Η ζωή είναι ~ή.|| ~ός: ήχος/θόρυβος. ~ή: κραυγή/φωνή. 3. (μτφ.) που δεν έχει μεγάλη σημασία, αξία ή δύναμη: ~ός: άνθρωπος (= μικροπρεπής)/κίνδυνος/μέτοχος/παίκτης/τελικός. ~ή: αλλαγή (π.χ. σε ένα πρόγραμμα)/άνοδος/βελτίωση/βοήθεια/διαφορά/ελπίδα/εμβέλεια/ζημιά (= ασήμαντη)/νίκη/παράβαση/προσπάθεια/προσφορά/πτώση. ~ό: δώρο/λάθος/ψέμα. ~ές: αλήθειες/απώλειες/ειδήσεις/επισκευές/λεπτομέρειες/χαρές. ~ά: κόμματα/μυστικά ομορφιάς. Ερώτηση ~ής βαρύτητας. ~ές και μεσαίες επιχειρήσεις (= μικρομεσαίες). (ΑΘΛ.) Τοπικό πρωτάθλημα ~ών κατηγοριών.|| (για πρόσ.) Αποδείχτηκε πολύ ~ για σένα (= ανάξιος). Βλ. παρα~. 4. που έχει μικρή ή μικρότερη ηλικία σε σχέση με κάποιον άλλο· νεαρός: ~ός: αδελφός/θεατής/μαθητής. ~ό: κορίτσι. Διοργανώνουμε πάρτι για τους ~ούς μας φίλους (: για τα παιδιά). Είμαι η ~ερη της παρέας. Δεν κάνει σχέσεις με ~ερούς της (ενν. άνδρες). Είσαι πολύ ~ ακόμα για να... Από ~ στα βάσανα/φαινόταν ότι ... ~οί (= ανήλικοι) και μεγάλοι αναζητούν λίγη δροσιά.|| (ως οικ. προσφών.) Τι κάνεις, ~έ; ● Ουσ.: μικρή (η) (προφ.): νεαρή: Φώναξε τη ~ για φαγητό., μικρό (το) 1. νεογνό, βρέφος ή συνήθ. παιδί. Βλ. μωρό. 2. πεζό γράμμα. Βλ. κεφαλαίο., μικροί (οι): οι ασθενείς κοινωνικές τάξεις από οικονομική ή πολιτική άποψη., μικρός (ο) 1. μικρό αγόρι. 2. (ειδικότ.-παλαιότ.) νεαρός που εργαζόταν συνήθ. ως σερβιτόρος ή βοηθός κάποιου. 3. το μικρό δάχτυλο του χεριού. ● Υποκ.: μικράκι (το): μόνο στη σημ. 4., μικρούλης , α, -ικο/-ι: κυρ. στις σημ. 1,2: Του αρέσουν οι ~ες (: οι νεαρές γυναίκες)., μικρούλικος , η/ια, ο: κυρ. στις σημ. 1,2., μικρούτσικος , η, ο: κυρ. στις σημ. 1,2. ● ΣΥΜΠΛ.: μικρές ώρες: οι πρώτες ώρες μετά τα μεσάνυχτα και πριν το ξημέρωμα., η μικρή οθόνη βλ. οθόνη, Μικρά Είσοδος βλ. είσοδος, μικρές αγγελίες βλ. αγγελία, Μικρή Άρκτος βλ. άρκτος, Μικρό Απόδειπνο βλ. απόδειπνο, μικρό όνομα βλ. όνομα ● ΦΡ.: (τι) μικρός που είναι ο κόσμος/πόσο μικρός είναι ο κόσμος!: σε περιπτώσεις που συναντά κάποιος τυχαία γνωστό του πρόσωπο ή ακούει από τρίτους να αναφέρονται σε αυτό, χωρίς να το περιμένει., μικρό(ς), αλλά θαυματουργό(ς): για κάτι που έχει θεαματικά αποτελέσματα παρά το μικρό μέγεθός του., από μικρό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια βλ. αλήθεια, δεν είναι και λίγο/μικρό πράγμα βλ. πράγμα, δεν τον φτάνεις/δεν του μοιάζεις ούτε στο νυχάκι/(μικρό του) δαχτυλάκι/δάχτυλο βλ. δάχτυλο, ή μικρός μικρός παντρέψου ή μικρός καλογερέψου βλ. καλογερεύω, μικρό/λίγο το κακό! βλ. κακό, σαν μικρό/μωρό παιδί βλ. παιδί, το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό βλ. ψάρι [< αρχ. μικρός]
  • ό,τι [ὅ τι] ό-τι αναφ. αντων. {άκλ., μόνο στην ονομαστ. κ. αιτ. εν.}: αυτό που ή όποιος: (ως ουσ.) Ας λένε ~ θέλουν. Από μουσική έχει ~ μπορείς να φανταστείς. Θα εφαρμοστεί ~ προβλέπει ο νόμος. Θα κάνω ~ (τυχόν) χρειαστεί. (ως ευχή) ~ επιθυμείς! ~ είναι να γίνει, θα γίνει. (συγκαταβατικά) Κάνε ~ (= όπως) νομίζεις/σου αρέσει. ~ πεις. (δηλωτικό θυμού) Εγώ ~ είχα να πω, το είπα. (προφ.) Θα πιω ~ κι εσύ (: ό,τι θα πιεις κι εσύ). Πβ. οτιδήποτε.|| (με επίθ. συγκρ. βαθμού για τον σχηματισμό υπερθ.) Είναι ~ πιο (= το πιο) όμορφο έχω δει στη ζωή μου.|| (ως επίθ.) ~ (= οποιοδήποτε) πρόβλημα προκύψει, θα το αντιμετωπίσουμε μαζί. Τηλεφώνησέ μου ~ ώρα (= όποτε) θες. Απ’ ό,τι γνωρίζω, … ● ΦΡ.: ό,τι έχω και δεν έχω (εμφατ.): οτιδήποτε μου ανήκει, όλη μου η περιουσία, τα πάντα: Έχασε ό,τι είχε και δεν είχε. ~ ~ είναι δικό σου., ό,τι κι αν/ό,τι και να & οτιδήποτε κι αν/οτιδήποτε και να: για να δηλωθεί ότι το περιεχόμενο της κύριας πρότασης ισχύει ανεξάρτητα από το νόημα της δευτερεύουσας: ~ ~ γίνει/συμβεί, εγώ θα είμαι πάντα μαζί σου. ~ ~ πει, είναι λίγο/έχει δίκιο. ~ ~ λες, δεν σε πιστεύω.|| Πάρε με ό,τι ώρα και να 'ναι., ό,τι κι ό,τι (προφ-μειωτ.): (σε αρνητ. πρόταση) για κάτι που είναι κατώτερης αξίας, ποιότητας: Δεν τρώω ~ ~. (ειρων.) Α, σε παρακαλώ, δεν φοράει ~ ~, μόνο επώνυμα ρούχα. Βλ. όπου κι όπου., ό,τι να 'ναι (αργκό): για να δηλωθεί έλλειψη λογικής, συγκρότησης: (για πρόσ.) Ο τύπος είναι ~ ~ (βλ. είναι/ζει στον κόσμο του).|| Επικρατεί μια κατάσταση ~ ~. Λέει ~ ~ (πβ. άλλα αντ' άλλων)., ό,τι να 'ναι! (προφ.): ως έκφραση αδιαφορίας: -Τι θα πιεις; -~ ~! (για το φύλο εμβρύου) Γερό παιδί να 'ναι κι ~ ~!, και ό,τι ήθελε προκύψει βλ. θέλω, ό,τι βάλει ο νους (του ανθρώπου) βλ. νους, ό,τι βρέξει ας κατεβάσει βλ. βρέχω, ό,τι δεν σε σκοτώνει, σε κάνει πιο δυνατό βλ. σκοτώνω, ό,τι έγινε έγινε βλ. γίνομαι, ό,τι έγινε/γίνεται δεν ξεγίνεται βλ. ξεγίνεται, ό,τι θέλει ας γίνει/ας γίνει ό,τι θέλει βλ. θέλω, ό,τι θέλει λέει βλ. θέλω, ό,τι καλύτερο βλ. καλύτερος, ό,τι καταλαβαίνεις βλ. καταλαβαίνω, ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός βλ. λάμπω, ό,τι πρέπει βλ. πρέπει, ό,τι σπείρεις, θα θερίσεις βλ. θερίζω, ό,τι φάμε κι ό,τι πιούμε (κι ό,τι αρπάξει ο κώλος μας) βλ. τρώω, ό,τι χειρότερο βλ. χειρότερος, όσα δε φτάνει/πιάνει η αλεπού, τα κάνει κρεμαστάρια βλ. αλεπού, όσα/ό,τι φέρνει η ώρα δεν τα/το φέρνει ο χρόνος (όλος) βλ. χρόνος [< αρχ. ὅ τι]
  • πιο επίρρ. & (λαϊκό) πλιο: περισσότερο, πλέον (για τον περιφραστικό σχηματισμό του συγκριτικού και του υπερθετικού βαθμού): (στον συγκρ.) (+ επίθ.) Είναι ~ φιλόζωος από τον αδερφό του. (+ επίρρ.) Το χωριό του βρίσκεται ~ ψηλά (= ψηλότερα) από το δικό μου. (+ ουσ.) Είναι ~ μάγκας από σένα. Κάνει ~ ζέστη/κρύο από χθες.|| (στον υπερθ.) Ο ~ γνωστός καλλιτέχνης. Ο ~ ευτυχισμένος άνθρωπος. [< μεσν. πλιο < αρχ. πλέον]
  • πολύ πο-λύ επίρρ. {συγκρ. περισσότερο} 1. σε μεγάλο βαθμό: (με ρήμα) Κουράζομαι/με ενοχλεί/τρώω ~. Λυπήθηκα/χάρηκα ~ που ... Ευχαριστώ ~! Έβρεξε ~ (: έντονα). Μου αρέσει/προσπάθησα πάρα ~.|| (+ επίθ./επίρρ., ως απόλυτος υπερθ.) ~ αυστηρός/ευγενικός/όμορφος/πειθαρχημένος. ~ ήσυχα/σιγά/ωραία. Είναι ~ πιθανό. Πήρε ~ σωστές αποφάσεις. Είμαι ~ καλά. Πάρα ~ φτωχοί. Μιλούσε (πάρα) ~.|| (+ επίθ./επίρρ. ως συγκρ., επιτατ.) Είναι ~ εξυπνότερος/πιο έξυπνος από τα αδέρφια του. Έγινε ~ χειρότερα. ΑΝΤ. λίγο 2. για μεγάλο χρονικό διάστημα: Έχει αργήσει ~. Η κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί για/(λόγ.) επί ~ (ακόμα). ● ΦΡ.: δε θέλει πολύ (για) να ... (προφ.): για κάτι που μπορεί να συμβεί εύκολα: ~ ~ γίνει η ζημιά/το κακό., κατά πολύ (απαιτ. λεξιλόγ.): πολύ πιο· σε μεγάλο βαθμό: Eίναι ~ ~ ανώτερος/καλύτερος/μεγαλύτερος/χειρότερος.|| Οι επιδόσεις της βελτιώθηκαν ~ ~., πάει πολύ (προφ.): για κάτι που ξεπερνά τα όρια του ανεκτού: Ε, αυτό ~ ~!, πολύ που ... (ειρων.): καθόλου δεν: ~ ~ ασχολείται/τον ενδιαφέρει/την ένοιαξε/σκοτίστηκε., δεν το έχω σε πολύ/σε τίποτα βλ. έχω, και πολύ (σου/του) είναι/πάει βλ. είμαι, λίγο πολύ/λίγο ή πολύ/λίγο ως(/έως) πολύ βλ. λίγο, ούτε λίγο ούτε πολύ βλ. λίγο, ποιος λίγο, ποιος πολύ βλ. λίγο, πολύ θα το ήθελα, αλλά ... βλ. θέλω ● βλ. πολύς, πολλή, πολύ [< αρχ. πολύ]
  • ποτέ πο-τέ επίρρ. & (σπάν.-λαϊκό) ποτές 1. (αρνητ.) ούτε μια φορά: Δεν αργεί ~ στα ραντεβού του. ~ δεν είναι αργά/δεν θα τους ξαναδώ. Μη μ' εγκαταλείψεις ~!|| ~ πια πόλεμος!|| ~ άλλοτε η ανάγκη για ... δεν ήταν πιο επιτακτική.|| Δεν διαβάζει σχεδόν ~ μυθιστορήματα.|| Μακάρι να μην τον γνώριζα/είχα γνωρίσει ~!|| (+ προσ. αντων.) ~ μου δεν τον συμπάθησα. ~ της δεν κατάλαβε πόσο την αγαπούσε.|| (μέχρι τώρα:) ~ στη ζωή μου/στο παρελθόν/ως τώρα δεν είχα ... (με επίθ. υπερθετικού βαθμού) Η ωραιότερη εικόνα που είδα ~.|| (σε καμία περίπτωση:) Να μην επαναληφθεί ~ ξανά (στο μέλλον)! Θα του ξαναμιλήσεις; -~ (= όχι, φυσικά)!|| (εμφατ.) ~ μα ~ δεν του χάλασε χατίρι. Πβ. μηδέποτε, ουδέποτε. ΑΝΤ. ανέκαθεν, πάντα 2. κάποτε, κάποια φορά: Αναρωτήθηκες/σκέφτηκες ~ (σου) αν .../τι ...; Θα τελειώσουν άραγε ~ τα προβλήματα; Αν ~ (σου) με χρειαστείς, τηλεφώνησέ μου! ● ΦΡ.: από/παρά ποτέ (προηγείται επίθ. ή επίρρ. συγκρ. βαθμού): από κάθε, οποιαδήποτε άλλη φορά: Περισσότερο ~ ~ κρίνεται αναγκαία η ... Είναι πιο ελκυστική/ώριμη ~ ~., όσο ποτέ (άλλοτε): όσο καμιά φορά μέχρι τώρα: εντυπωσιακή/λαμπερή ~ ~. Οι προοπτικές είναι ευοίωνες/η συνεργασία κρίνεται αναγκαία ~ ~ (= περισσότερο από κάθε άλλη φορά)., ποτέ μη λες/μην πεις ποτέ (προφ.): μην προεξοφλείς ότι κάτι δεν πρόκειται να γίνει· όλα είναι πιθανόν να συμβούν., ποτέ σου! (προφ.): ως απάντηση σε άρνηση, για να δηλωθεί αδιαφορία ή απαξίωση: Δεν πρόκειται να έρθω. -~ ~ (= (να) μη σώσεις)!, ποτέ των ποτών (προφ.-εμφατ.): σε καμία απολύτως περίπτωση: Τι λες που θα ξανακάνω το ίδιο λάθος, ~ ~!, δε(ν) θα ξεχάσω ποτέ βλ. ξεχνώ, ή τώρα ή ποτέ βλ. τώρα, κάλλιο αργά παρά ποτέ βλ. κάλλιο, πάλαι ποτέ βλ. πάλαι, ποτέ δεν ξέρεις ... βλ. ξέρω, του Αγίου Ποτέ βλ. άγιος [< αρχ. ποτέ]

αγαθό

αγαθό [ἀγαθό] α-γα-θό ουσ. (ουδ.) 1. ό,τι έχει κυρ. πνευματική ή ηθική σημασία, αδιαπραγμάτευτη αξία: κοινωνικό/μορφωτικό/πολιτιστικό ~. Το ~ της δημοκρατίας/ειρήνης/ελευθερίας/ζωής. Η υγεία είναι το πολυτιμότερο ~. 2. ΦΙΛΟΣ. το καλό, κάθε υπέρτατη αξία: Το απόλυτο ~. Στη σωκρατική φιλοσοφία κυρίαρχη θέση έχει η κατάκτηση του ~ού. Αρετές που στοχεύουν στο ~.|| (ΘΕΟΛ.) Το ύψιστο χριστιανικό ~ είναι η αγάπη. ● ΣΥΜΠΛ.: έννομα αγαθά βλ. έννομος ● ΦΡ.: επ' αγαθώ [ἐπ' ἀγαθῷ] (επίσ.): προς όφελος, για το καλό: Η συνεργασία θα αποβεί ~ ~ της εταιρείας. Διακρατικές διαβουλεύσεις ~ ~ της χώρας. Πβ. επ' ωφελεία. [< αρχ. ἀγαθόν]

αγαπημένος

αγαπημένος, η, ο [ἀγαπημένος] α-γα-πη-μέ-νος επίθ.: που απολαμβάνει της αγάπης ή της προτίμησης κάποιου: ~ος: αθλητής/ηθοποιός/καλλιτέχνης/ποιητής/προορισμός/συγγραφέας/τραγουδιστής (= δημοφιλής). ~η: εκπομπή/μουσική/ομάδα/πατρίδα/πόλη/συνήθεια (= προσφιλής)/ταινία. ~ο: τραγούδι/φαγητό. ~ες: ασχολίες/φωτογραφίες. ~α: αδέλφια. Ποιο είναι το ~ο σας βιβλίο; (ως ουσ.) Ήταν ο ~ της οικογένειάς του. Πβ. αγαπητός, δημοφιλής. Βλ. πολυ~.|| (ως οικ. προσφών.) ~ε μου (φίλε)/~η μου (φίλη). ΑΝΤ. μισητός ● Ουσ.: αγαπημένα (τα): ΔΙΑΔΙΚΤ. κουμπί της γραμμής εργαλείων σε πρόγραμμα περιήγησης του διαδικτύου και ο αντίστοιχος φάκελος: Προσθήκη (διεύθυνσης ιστοσελίδας) στα ~. Ταξινόμηση ~ων. [< αγγλ. favourites] , αγαπημένος, αγαπημένη (ο/η): πρόσωπο με το οποίο κάποιος συνδέεται ερωτικά, συνήθ. σε περιπτώσεις που θέλει να αποφύγει ονομαστική αναφορά: Παρέα με τον ~ο μου. Αντίο/σ' ευχαριστώ ~η μου. ● επίρρ.: αγαπημένα: ήρεμα, αρμονικά, χωρίς συγκρούσεις. ● ΦΡ.: (από/καλύτερα) μακριά και αγαπημένοι βλ. μακριά [< μεσν. αγαπημένος]

αγγελία

αγγελία [ἀγγελία] αγ-γε-λί-α ουσ. (θηλ.) {αγγελι-ών} 1. σύντομο κείμενο που δημοσιεύεται σε έντυπο ή ηλεκτρονικό Μέσο Μαζικής Επικοινωνίας με στόχο τη γνωστοποίηση γεγονότος, την παροχή πληροφοριών για προσφορά ή ζήτηση υπηρεσιών: διαφημιστική/επίσημη ~. ~ γάμου. Καταχώρηση/κωδικός ~ας. ~ες κηδειών/προς ναυτιλλομένους (: για θέματα ασφαλούς πλοήγησης, πβ. οδηγίες). Βάζω (μια) ~ στο διαδίκτυο/σε εφημερίδα. Ζητώ κάτι μέσω ~ας. Βλ. φωτο~. 2. {χωρ. πληθ.} (επίσ.) αναγγελία, είδηση: Η ~ του θανάτου της μας συντάραξε. Βλ. εξ~, προ~. ΣΥΝ. ανακοίνωση (1), κοινοποίηση ● ΣΥΜΠΛ.: μικρές αγγελίες: σύντομες καταχωρήσεις σε έντυπο ή ηλεκτρονικό μέσο, ταξινομημένες ανάλογα με το περιεχόμενό τους, και οι αντίστοιχες στήλες στις οποίες έχουν καταχωρηθεί: ~ ~ για αγοραπωλησίες ακινήτων και αυτοκινήτων/για εύρεση εργασίας. Βρίσκω/ψάχνω κάτι στις ~ ~. Ιστοσελίδα ~ών ~ών. [< γαλλ. petites annonces] , ροζ αγγελίες: σύντομες καταχωρήσεις σεξουαλικού περιεχομένου σε έντυπο ή ηλεκτρονικό μέσο με στόχο την αναζήτηση πελατείας. [< αρχ. ἀγγελία, γαλλ. annonce, publicité, αγγλ. advertisement]

άγιος

άγιος, α, ο [ἅγιος] ά-γι-ος επίθ. (κ. ά-γιος, ά-για, ά-γιο) {-ου (λόγ.) -ίου, -ας (λόγ.) -ίας} 1. που σχετίζεται με τον Θεό, το θείο ή και τη χριστιανική λατρεία: αγία: εικόνα/μετάληψη/Οικογένεια/πρόθεση/προσκομιδή. Άγιο: δισκοπότηρο/Ευαγγέλιο. Άγια: Θεοφάνια/λείψανα/Μυστήρια/πάθη. Το Άγιο και Μέγα Σάββατο. Το άγιο όνομα του Κυρίου. Ευχές για τις άγιες μέρες του Πάσχα/των Χριστουγέννων. ~ ο Θεός (βλ. παν~). 2. ΕΚΚΛΗΣ. (με κεφαλ. Α, συντομ. Άγ. κ. Αγ.) πρόσωπο που τιμά η Εκκλησία λόγω του ενάρετου βίου και των θαυματουργών συχνά ιδιοτήτων του και λατρεύεται από τους πιστούς: Ο ~ Γεώργιος/Νικόλαος. Η Αγία Αικατερίνη. Οι Άγιοι Απόστολοι. Των Αγίων Πάντων. Η Εκκλησία τον έκανε Άγιο (= τον αγιοποίησε). Πβ. Αϊ & Άι, αγιο-.|| (σε γεν. για να δηλωθεί η μέρα της γιορτής ενός Aγίου) Σήμερα είναι του Αγίου Δημητρίου.|| (ως ουσ.) Άγιος, Αγία (ο/η): πολιούχος/προστάτης/τοπικός ~. Στρατιωτικοί Άγιοι. Οι βίοι των Αγίων. Βλ. όσιος, μάρτυρας. 3. (συνεκδ.) για εκκλησία που είναι αφιερωμένη σε έναν Άγιο και κατ' επέκτ. για τη γύρω περιοχή: Θα συναντηθούμε μπροστά στον Άγιο Ανδρέα.|| Μένω στον Άγιο Σώστη. 4. χαρακτηρισμός ή προσφώνηση ανώτερων κληρικών, ιδ. μητροπολιτών: Tι να κάνω Άγιε ηγούμενε/πάτερ; Βλ. αγιότητα. 5. (μτφ.) ευσεβής, ενάρετος, ιερός: άγια/αγία: γυναίκα/μορφή. ~ άνθρωπος! Δεν είναι και κανένας ~ (: παραβιάζει ηθικές αρχές και κανόνες).|| Άγια/αγία: ζωή. Πβ. όσιος. ● Ουσ.: Άγια (τα): ΕΚΚΛΗΣ. τα Τίμια Δώρα, ο άρτος και ο οίνος της Θείας Ευχαριστίας και συνεκδ. η χρονική στιγμή της περιφοράς τους: Προσκύνησε τα ~., άγιο (το): ΘΡΗΣΚ. οτιδήποτε ιερό και αγνό (σε αντιπαράθεση με το μιαρό και το βέβηλο) θεωρείται ότι αποτελεί την ουσία της ύπαρξης, το θείο: Λατρεία προς το όσιο, το ιερό, το ~. ● επίρρ.: άγια ● ΣΥΜΠΛ.: άγια χώματα 1. & αγιασμένα χώματα (μτφ.) για να δηλωθεί η ιερότητα του εδάφους, του μέρους, από το οποίο συνήθ. κατάγεται κάποιος: Πατώ/προσκυνώ/υπερασπίζομαι/φιλώ τα ~ ~ της πατρίδας. 2. ΕΚΚΛΗΣ. (με κεφαλ. τα αρχικά Α, Χ) τα μέρη όπου έζησε ο Χριστός., τα Άγια των Αγίων 1. ΕΚΚΛΗΣ. το ιερό του ναού: Το τέμπλο χωρίζει τον κυρίως ναό από ~ ~. ΣΥΝ. Ιερό/Άγιο Βήμα 2. (μτφ., με α πεζό) τα ιερά και τα όσια, το σπουδαιότερο στοιχείο: ~ ~ του Γένους μας/του πολιτισμού. Πβ. πεμπτουσία., το Άγιο(ν) Όρος: αυτόνομη μοναστική πολιτεία στη χερσόνησο του Άθω που αποτελεί το κέντρο του ορθόδοξου μοναχισμού: Ιερά Κοινότης του ~ίου ~ους (: όργανο που ασκεί τη διοικητική εξουσία). Πολιτικός διοικητής του ~ίου ~ους., Αγία Tριάδα βλ. τριάδα, Αγία Γραφή βλ. γραφή, Άγια Νύχτα βλ. νύχτα, αγία ράβδος βλ. ράβδος, Αγία Τράπεζα βλ. τράπεζα, Αγία/Τιμία/Τίμια Ζώνη βλ. ζώνη, άγιες μέρες βλ. μέρα, Άγιο Μύρο βλ. μύρο, Άγιο Πνεύμα βλ. πνεύμα, Άγιο Φως βλ. φως, Άγιοι Τόποι βλ. τόπος, η Αγία Έδρα βλ. έδρα, η αγία πόλη βλ. πόλη, Θεία Κοινωνία βλ. κοινωνία, ιερά σκεύη βλ. σκεύος, Ιερό/Άγιο Βήμα βλ. βήμα, Πανάγιος/Άγιος Τάφος βλ. τάφος, Τίμια/Άγια δώρα βλ. τίμιος, τίμιο/άγιο ξύλο βλ. ξύλο ● ΦΡ.: είχα Άγιο: φάνηκα τυχερός, ιδ. σε περίπτωση ατυχήματος: Είχε ~ ο οδηγός που έπεσε σε χαράδρα και δεν έπαθε τίποτα., και/κι ο άγιος φοβέρα θέλει: ακόμα και ο καλός χρειάζεται μερικές φορές πίεση ή και απειλή, για να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του ή για να εξυπηρετήσει κάποιον., καλά και άγια (συνήθ. ακολουθεί εναντίωση): πολύ καλά, πολύ σωστά: ~ ~ έπραξες. ~ ~ μίλησες, όμως δεν βλέπω έργα., καλός, χρυσός και άγιος, αλλά ... & καλός, χρυσός, αλλά ...: για να μετριάσει κάποιος την επικριτική του άποψη για άτομα ή ενέργειες: ~ ~, αλλά μιλάει πολύ. ~ ~ ο διάλογος, αλλά από ουσία μηδέν!, κάνει/παριστάνει τον Άγιο/την Αγία: προσποιείται τον αγνό και άκακο: Μη μου ~εις ~, γιατί ξέρω τι κουμάσι είσαι., κι/και άγιος ο Θεός (επιτατ.): για να δηλωθεί ότι επαναλαμβάνεται κάτι συχνά: αραλίκι/διάβασμα/κουβέντα/κουτσομπολιό ~ ~., κολάζει και Άγιο (εμφατ.): για γυναίκα συνήθ. που είναι αρκετά προκλητική: Με το βλέμμα/κορμί/ντύσιμό της ~ ~., μα τον Άγιο: όρκος για επιβεβαίωση λόγων ή πράξεων: ~ ~ Δημήτριο/μα την Αγία Ελεούσα, αν δεν έρθεις, δεν ξέρω τι θα κάνω., τα άγια τοις κυσί [τά ἅγια τοῖς κυσί] (ΚΔ): σε περιπτώσεις που εμπιστεύεται κάποιος την προστασία και την τήρηση κανόνων δικαίου, αξιών και γενικότ. ιερών πραγμάτων σε ανάξια πρόσωπα., του Αγίου Ποτέ (προφ.): (συνήθ. ως έκφρ. αγανάκτησης) για κάτι που δεν πρόκειται να γίνει: Πότε θα έρθεις; ~ ~. ΣΥΝ. τον μήνα που δεν έχει Σάββατο, (είναι) της Αγίας Καθίστρας βλ. καθίστρα, δε(ν) δίνει (ούτε) τ' αγγέλου/τ' Αγίου του νερό βλ. άγγελος, μην τάξεις του Άγιου/σε Άγιο κερί και του παιδιού/σε παιδί κουλούρι βλ. τάζω, σαν τον Άγιο/Όσιο Ονούφριο βλ. Ονούφριος [< αρχ. ἅγιος, μτγν. ἅγιος]

αγωγός

αγωγός [ἀγωγός] α-γω-γός ουσ. (αρσ.) 1. κάθε είδος σωλήνα για διοχέτευση συνήθ. ρευστού: αποχετευτικός/αρδευτικός/κατακόρυφος/υπόγειος/υποθαλάσσιος ~. ~ αέρα (ΣΥΝ. αερ~)/εξαερισμού/λυμάτων/μεταφοράς καυσίμων/νερού/(ομβρίων) υδάτων (πβ. υδατ~, υδρ~)/πετρελαίου (ΣΥΝ. πετρελαι~)/φυσικού αερίου. ~ διατομής ... mm. 2. ΦΥΣ. κάθε υλικό που επιτρέπει τη μεταφορά ενέργειας, κυρ. θερμικής ή ηλεκτρικής: αρνητικός/θετικός/ουδέτερος ~ του ηλεκτρισμού/της θερμότητας. Μονωμένος ~ (πβ. καλώδιο). ~ προστασίας (κυκλώματος)/υψηλής τάσης. Το δυναμικό/(αρνητικό/θετικό) φορτίο ενός ~ού. Βλ. ημι~, μετ~, υπερ~. 3. (σπανιότ.-μτφ.) καθετί που μεταδίδει, διαδίδει γνώσεις, ιδέες, τάσεις: ~ ειδήσεων/πληροφοριών. Το ίντερνετ ως ~ (= κανάλι) επικοινωνίας. Πβ. δίαυλος. ● ΣΥΜΠΛ.: αγωγός ιστός: ΒΟΤ. που εξυπηρετεί τη μεταφορά νερού και ουσιών μέσα στο φυτό και αποτελείται από το ξύλωμα και το φλοίωμα., καλός/κακός αγωγός: ΦΥΣ. που επιτρέπει ή δεν επιτρέπει αντίστοιχα τη μεταφορά ενέργειας μέσα από την ύλη του: Το νερό είναι καλός ~ του ηλεκτρισμού, ενώ το ξύλο κακός. Βλ. ημιαγωγός., κεντρικός αγωγός ύδρευσης βλ. κεντρικός [< 1,3: αρχ. ἀγωγός 2: γαλλ. conducteur]

αγώνας

αγώνας [ἀγώνας] α-γώ-νας ουσ. (αρσ.) {αγών-α (λόγ.) -ος | -ες, -ων} 1. κοπιαστική προσπάθεια, σε ατομικό ή συλλογικό επίπεδο, για την επίτευξη στόχου ή την αποτροπή ενέργειας: αντιδικτατορικός/αντικαρκινικός/απεγνωσμένος/απεργιακός/διαρκής/δίκαιος/διπλωματικός/εκλογικός/ηρωικός/κοινός/μάταιος/πνευματικός/σκληρός/τίμιος/τιτάνιος/υπεράνθρωπος ~. ~ για εξάλειψη των κοινωνικών αδικιών/επιβίωση/ισότητα. ~ κατά των επιδημιών και του υποσιτισμού/των μεταλλαγμένων/των ναρκωτικών/της φτώχειας. ~ μέχρι θανάτου/τελικής πτώσεως. Προμηνύεται σκληρός ~. Διαρκής ~ η μάθηση. Ο ~ της ζωής. Καθημερινός ~ για ένα καλύτερο αύριο. (προφ.) -Τι κάνετε; -Εδώ, στον ~α! (= στη βιοπάλη). Ακολούθησε/έγινε/ξεκίνησε ένας μακρύς/μαραθώνιος/πολυετής ~. Ο ~ τώρα δικαιώνεται (συνήθ. ως σύνθημα σε συλλαλητήρια). Ο ~ δυναμώνει/εντείνεται/συνεχίζεται. Επιτροπή ~α. Όλοι στον ~α. Χαιρετίζουμε τον ~α (π.χ. των φοιτητών). Δίνει/κάνει ~α, για να κρατήσει κάποιον/να κρατηθεί στη ζωή. Έχουν αποδυθεί σε ~α αλληλοεξόντωσης. Αρχίζω/εγκαταλείπω τον/μπαίνω στον ~α. Κοινωνικοί/συνδικαλιστικοί/ταξικοί ~ες (πβ. πάλη). Ώρα για ~ες. Όλα κερδήθηκαν με ~ες. Πβ. κόντρα, σύγκρουση. 2. (ειδικότ.) μάχη, πόλεμος, συμπλοκή: αιματηρός/άνισος/απελευθερωτικός (πβ. εξέγερση, ξεσηκωμός)/ένοπλος ~. ~ για την ανεξαρτησία/ελευθερία. Εθνικοί ~ες.|| Ο Αγώνας (: η Ελληνική Επανάσταση του 1821). 3. οργανωμένη αναμέτρηση, διαγωνισμός με στόχο τη νίκη: (ΑΘΛ.) διασυλλογικός/ζωντανός (: σε απευθείας μετάδοση)/ισόπαλος/κρίσιμος/μαγνητοσκοπημένος/συναρπαστικός/(ημι)τελικός/φιλικός ~. ~ βόλεϊ/μπάσκετ/πάλης/ποδοσφαίρου (ή ποδοσφαιρικός ~, πβ. ματς, παιχνίδι, συνάντηση)/πυγμαχίας/ταχύτητας. ~-ρεβάνς/πρόκριση. Ο ~ θα διεξαχθεί αύριο/έληξε. Στιγμιότυπα από τον ~α. Διεκδικώ/κερδίζω/χάνω τον ~α. Αθλητικοί/βαλκανικοί/διεθνείς/επίσημοι/παγκόσμιοι/πανευρωπαϊκοί ~ες. ~ες αυτοκινήτου (ράλι)/ποδηλασίας (ή ποδηλατικοί ~ες).|| Θεατρικοί/μαθηματικοί/μουσικοί/ποιητικοί/ρητορικοί ~ες. Ανάληψη/ασφάλεια/βαθμολόγηση/έναρξη/πραγματοποίηση (των) ~ων. ● ΣΥΜΠΛ.: δικαστικός αγώνας: δίκη: Έκανε/διεξήγαγε/κέρδισε έναν μακροχρόνιο ~ό ~α. Εμπλέκομαι σε ~ό ~α., αγώνας δρόμου βλ. δρόμος, αγώνας μπαράζ βλ. μπαράζ, αγώνας/παιχνίδι νοκ άουτ βλ. νοκ άουτ, ανένδοτος αγώνας βλ. ανένδοτος, γυμνικοί αγώνες βλ. γυμνικός, Ειδικοί Ολυμπιακοί Αγώνες βλ. ολυμπιακός, κίτρινο φύλλο αγώνα βλ. φύλλο, Ολυμπιακοί Αγώνες βλ. ολυμπιακός, Παραολυμπιακοί Αγώνες βλ. παραολυμπιακός, προκριματικός (αγώνας) βλ. προκριματικός, ροζ φύλλο αγώνα βλ. φύλλο, φύλλο αγώνα βλ. φύλλο, Χειμερινοί Ολυμπιακοί Αγώνες βλ. ολυμπιακός ● ΦΡ.: (αγωνίστηκε/έδωσε) τον αγώνα τον καλό: για πρόσωπο που έδωσε αγώνα, μένοντας πιστό στα ιδανικά του και στοχεύοντας στην ηθική τελείωσή του., αγώνας (μεταξύ) ζωής και θανάτου: πολύ κρίσιμος, καθοριστικός αγώνας: Διεξάγεται ~ ~. Βλ. ζήτημα/θέμα ζωής ή/και θανάτου. [< γαλλ. lute entre la vie et la mort], Αγώνες Καλής Θέλησης: διεθνείς αθλητικοί αγώνες για την κατανόηση και συμφιλίωση των λαών. [< αγγλ. Goodwill Games, 1986] , άνευ αγώνα/αγώνος (λόγ.): ΑΘΛ. για αποτέλεσμα αγώνα που επιτυγχάνεται χωρίς αναμέτρηση των δύο ομάδων, αλλά κατόπιν επίσημης απόφασης: νίκη/πρόκριση ~ ~. Αποκλείστηκε/πέρασε ~ ~ (: ενν. από/στον επόμενο γύρο διοργάνωσης). Πβ. στα χαρτιά., νυν υπέρ πάντων ο αγών (επίσ.) : για περιπτώσεις που χρειάζεται συσπείρωση όλων των δυνάμεων για την επίτευξη ενός υψηλού στόχου. [< αρχ. ἀγών]

αδελφός

αδελφός [ἀδελφός] α-δελ-φός ουσ. (αρσ.) {αδελφοί κ. αδέλφια (τα)} & (προφ.) αδερφός 1. πρόσωπο αρσενικού γένους, με το οποίο έχει κάποιος κοινό τον ένα ή και τους δύο γονείς: αγαπημένος/αμφιθαλής (= αυτάδελφος)/δευτερότοκος/δίδυμος/ετεροθαλής/μεγαλύτερος/μικρότερος/πρωτότοκος ~. Σιαμαίοι ~οί. Βλ. γυναικάδελφος.|| Θετός ~.|| (συντομ. σε εμπορική επωνυμία) Αφοί ... 2. (κατ' επέκτ.) πρόσωπο ή σύνολο ατόμων με το οποίο κάποιος συνδέεται με ισχυρούς δεσμούς: οι Κύπριοι ~οί μας. Δεν είμαστε απλώς φίλοι, αλλά ~οί. Πβ. σύμμαχος, συμπαραστάτης, σύντροφος.|| (για πρόσ. που ανήκει στην ίδια θρησκευτική κοινότητα) Ομόδοξοι/ορθόδοξοι ~οί. Οι εν Χριστώ ~οί (= χριστιανοί).|| (οικ.-ως προσφών.) Άντεξες πολλά/Κουράστηκα, ~έ μου! 3. (συνήθ. ως προσφών.) καλόγερος, μοναχός: Ο ~ Θεόδωρος. Τα κελιά των ~ών. ● Υποκ.: αδελφούλης (ο) ● ΣΥΜΠΛ.: μεγάλος αδελφός (μτφ.): σύστημα εξουσίας και γενικότ. παρακολούθησης και συλλογής δεδομένων για τη δημόσια και ιδιωτική ζωή των πολιτών: τηλεοπτικός ~ ~. ~ ~ και στα κινητά/στους χώρους εργασίας. Βλ. κρυφή κάμερα. [< αγγλ. Big Brother, 1949] , πνευματικός/ή αδελφός/ή: ΕΚΚΛΗΣ. πρόσωπο με το οποίο έχει κάποιος τον ίδιο νονό (ή σπανιότ. εξομολόγο) και συνήθ. μτφ. μοιράζεται κοινές αρχές. ● ΦΡ.: (β)ρε αδερφέ (επιφωνηματικά): για έκφραση αγανάκτησης, διαμαρτυρίας, ειρωνείας: Άνθρωποι είμαστε ~ ~, λέμε και καμιά ανοησία! Και δεν μπήκε στον κόπο, έτσι ~ ~, να πει μια καλημέρα!, οχ/ωχ, αδερφέ! (επιφών.): για έκφραση αδιαφορίας, έλλειψης διάθεσης για κάτι: ~ ~! Γιατί να ασχοληθώ, τι θα κερδίσω; ~ ~! Και αύριο μέρα είναι. ~ ~! Εμείς θα βγάλουμε το φίδι από την τρύπα; Βλ. οχαδερφισμός. [< 1,2: αρχ. ἀδελφός, μτγν. ἀδερφός 3: μεσν. αδελφός]

αισχρός

αισχρός, ή, ό [αἰσχρός] αι-σχρός επίθ. {υπερθ. κ. αίσχιστος} 1. που χαρακτηρίζεται από ανηθικότητα ή αναξιοπρέπεια· ειδικότ. άσεμνος, πρόστυχος: ~ός: άνθρωπος/τύπος (ΣΥΝ. αναίσχυντος, αχρείος)/χαρακτηρισμός (ΣΥΝ. χυδαίος). ~ή: βρισιά/πράξη/συμπεριφορά. ~ό: υποκείμενο (ΣΥΝ. βρομερό, ελεεινό). ~ές: χειρονομίες. ~ά και αβάσιμα ψεύδη. ΣΥΝ. ξεδιάντροπος 2. απαράδεκτος λόγω έλλειψης καλαισθησίας, ποιότητας ή ικανότητας: ~ή: εικόνα/εμφάνιση (ΣΥΝ. κακόγουστη)/εξυπηρέτηση (ΑΝΤ. άψογη). ~ό: φαγητό (ΣΥΝ. απαίσιο). Βλ. αίσχος. ● επίρρ.: αισχρά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< αρχ. αἰσχρός]

αιώνας

αιώνας [αἰώνας] αι-ώ-νας ουσ. (αρσ.) {-α (λόγ.) -ος} (συντομ. αι.) 1. χρονική περίοδος εκατό ετών ή ειδικότ. καθεμιά από τις διαδοχικές περιόδους εκατό χρόνων στο σημερινό χρονολογικό σύστημα (με βάση τη γέννηση του Χριστού) και συνεκδ. περίοδος, θεωρούμενη ως ιστορική ή πολιτισμική ενότητα, που σηματοδοτείται από μια προσωπικότητα ή από ένα σημαντικό γεγονός: έναν ~α αργότερα/μετά/νωρίτερα. Από ~ες/προ ~ων. Πριν από έναν ~α. Μισός ~ (: πενήντα χρόνια) εξελίξεων. Στο πέρασμα των ~ων. Ένας ολόκληρος ~ πέρασε από τότε που ... Η πόλη μας συμπληρώνει έναν ~α ζωής. ΣΥΝ. εκατονταετία.|| Ο επόμενος/περασμένος/προηγούμενος ~. Εικοστός πρώτος ~ (: ο ~ μας). Στις αρχές/στα μέσα/στα τέλη του ~α. Η αλλαγή/το τελευταίο τέταρτο του ~α. (καθ' υπερβολή:) Η αγορά του ~α (: η πιο δαπανηρή και εντυπωσιακή, κυρ. μαχητικών αεροσκαφών). Η ανακάλυψη του ~α (: η πιο σημαντική).|| O ~ (= εποχή) του ανθρωπισμού/διαφωτισμού/ρομαντισμού. Πβ. ημέρες, καιρός, κεφάλαιο, χρόνοι. 2. (οικ.) υπερβολικά μεγάλο χρονικό διάστημα (για κάτι): Περίμενα έναν ~α να δω αύξηση! Δευτερόλεπτα αγωνίας που του φάνηκαν ~. 3. ΓΕΩΛ. καθεμιά από τις μεγάλες περιόδους στις οποίες διαιρείται ο χρόνος της δημιουργίας και εξέλιξης του πλανήτη Γη: γεωλογικός ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ο μέλλων/μέλλοντικός αιώνας: ΘΕΟΛ. η μεταθανάτια ζωή: ο Πατήρ/το φως του ~οντος ~ος., χρυσός αιώνας & (λόγ.) χρυσούς αιών: ιστορική περίοδος που χαρακτηρίζεται από μεγάλη ακμή, κυρ. στις τέχνες και τα γράμματα: ο ~ ~ του Περικλή/της Αθήνας (: ο 5ος π.Χ. αι.). (ειρων.) Ο ~ ~ της παραπληροφόρησης. Πβ. χρυσή εποχή., αζωικός αιώνας/αζωική περίοδος βλ. αζωικός, αργυρός αιώνας βλ. αργυρός, αρχαιοζωικός/αρχαϊκός αιώνας βλ. αρχαιοζωικός, καινοζωικός αιώνας βλ. καινοζωικός, κοσμικός αιώνας βλ. κοσμικός, μεσοζωικός αιώνας βλ. μεσοζωικός, ο Αιώνας των Φώτων βλ. φως, παλαιοζωικός αιώνας βλ. παλαιοζωικός ● ΦΡ.: αιώνες τώρα: από πολύ παλιά, εδώ και πολλές εκατονταετίες. ΣΥΝ. επί αιώνες, ανά τους/μέσα στους αιώνες & (λόγ.) διά μέσου/μέσω των αιώνων: κατά τη διάρκεια, στο πέρασμα των εκατονταετιών: το θέατρο ~ ~. Η εξέλιξη της ελληνικής γραφής ~ ~., επί αιώνες (λόγ.): για πάρα πολλά χρόνια: Άντεξε ~ ~ στις επιδρομές. Η ~ ~ αντιπαράθεση. ΣΥΝ. αιώνες τώρα, σε άλλον αιώνα (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.-χιουμορ.): σε διαφορετική, παλαιότερη εποχή: Καλά! Ζει ~ ~!, στο/με το γύρισμα του αιώνα/στη στροφή του αιώνα: κατά την αλλαγή του αιώνα: Τα πολιτικά γεγονότα που συντάραξαν τον κόσμο στο ~ ~. [< αγγλ. at the turn of the century] , στους αιώνες των αιώνων/στον αιώνα τον άπαντα & (αρχαιοπρ.) εις τους αιώνας των αιώνων/εις τον αιώνα του αιώνος/εις τον αιώνα τον άπαντα 1. (εμφατ. σε καταφατικές προτάσεις) παντοτινά, για πάντα, αιωνίως: Έργα που μένουν ~ ~. Πβ. επ΄ άπειρον, εσαεί, στο διηνεκές. 2. (εμφατ. σε αρνητικές προτάσεις) ποτέ: Ερωτήματα στα οποία δεν πρόκειται να βρούμε απαντήσεις ~ ~. Πβ. του Αγίου Ποτέ. , χάνεται στους αιώνες: για κάτι που έχει πλούσιο παρελθόν, μακραίωνη ιστορία και παράδοση: Χώρα με πολιτισμό που ~ ~., μέχρι συντελείας του αιώνος βλ. συντέλεια, τα βάθη του χρόνου/των αιώνων βλ. βάθος [< 1: γαλλ. siècle 2: αρχ. αἰών 3: γαλλ. âge, ère , αγγλ. age, era]

άκαρδος

άκαρδος, η, ο [ἄκαρδος] ά-καρ-δος επίθ.: που χαρακτηρίζεται από σκληρότητα, έλλειψη συμπόνιας, άσπλαχνος: ~ος: άνθρωπος/κόσμος. ~η: κοινωνία/συμπεριφορά/τιμωρία. ~ο: πλάσμα. Φέρεται με ~ο τρόπο. Είναι σκληροί και ~οι. Βλ. -καρδος. ΣΥΝ. ανάλγητος, άπονος, σκληρόκαρδος ΑΝΤ. καλόκαρδος, πονόψυχος, συμπονετικός, φιλεύσπλαχνος ● επίρρ.: άκαρδα [< μεσν. άκαρδος]

ακμή

ακμή [ἀκμή] ακ-μή ουσ. (θηλ.) 1. {χωρ. πληθ.} το απόγειο της ανάπτυξης, της ισχύος, άνθιση: οικονομική/πνευματική/πολιτιστική ~. Η ~ της αυτοκρατορίας/της πόλης/του τόπου. Περίοδος ~ής και αίγλης. Σημειώθηκε ~ στα γράμματα/στo εμπόριo/στις τέχνες. Βρίσκεται/φτάνει στη μέγιστη ~/στην ~ της δόξας/της ηλικίας/της σταδιοδρομίας του. Η χώρα γνώρισε μεγάλη ~. Πβ. αποκορύφωμα, ζενίθ, κολοφώνας, κορύφωση, μεσουράνημα. ΑΝΤ. μαρασμός (1), παρακμή 2. ΙΑΤΡ. {χωρ. πληθ.} δερματοπάθεια, συνήθ. της εφηβείας, λόγω φλεγμονής των σμηγματογόνων αδένων, που εκδηλώνεται με εξανθήματα: εφηβική/κοινή ή νεανική/κυστική ~. ~ στο πρόσωπο/στο σώμα. Έξαρση/μαύρα στίγματα/ουλές ~ής. Δέρμα με τάση ~ής. Φάρμακο κατά της ~ής. Έχει ~ (= μπιμπίκια, σπυράκια). 3. ΓΕΩΜ. {συνήθ. στον πληθ.} ευθεία γραμμή τομής δύο επιπέδων· γενικότ. κάθε οξύ, κοφτερό άκρο ή πλευρά: μήκος ~ής. ~ γραφήματος/κύβου. Οξείες/παράλληλες/τέμνουσες/τετραγωνισμένες ~ές. Οκτάεδρο με δώδεκα ~ές.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Κόμβοι που ενώνονται με ~ές (βλ. γράφος).|| Στρογγυλεμένες ~ές των σκαλιών. Πβ. κόψη. ● ΣΥΜΠΛ.: ροδόχρους ακμή βλ. ροδόχρους ● ΦΡ.: επί ξυρού ακμής (λόγ.): στην κόψη του ξυραφιού, σε πολύ κρίσιμο ή επικίνδυνο σημείο: ~ ~ η αγορά καυσίμων/η οικονομία. Η ανθρωπότητα/η ειρήνη/το θέμα βρίσκεται ~ ~. [< 1: αρχ. ἀκμή 2: αγγλ. acne, γαλλ. acné 3: αγγλ. edge]

αλεπού

αλεπού [ἀλεπού] α-λε-πού ουσ. (θηλ.) 1. ΖΩΟΛ. σαρκοφάγο θηλαστικό (επιστ. ονομασ. Vulpes vulpes) με μακρύ και λεπτό ρύγχος, μικρά μάτια, μυτερά αυτιά, κοντά και λεπτά πόδια και φουντωτή ουρά: αρκτική (= λευκή, πολική)/κόκκινη ή κοινή (: φορέας της λύσσας) ~. Η κολοβή ~ (: από μύθο του Αισώπου). Επιδρομές ~ούδων.|| (συνεκδ. η γούνα της αλεπούς) Παλτό με γιακά και μανσέτες από γκρίζα ~. Πβ. ρενάρ. 2. (μτφ.-οικ.) για πονηρό άνθρωπο: Είσαι μια ~ εσύ! Είναι μεγάλη ~ ο ...! Πβ. γάτα. Βλ. -ού4. ● Υποκ.: αλεπουδάκι (το), αλεπουδίτσα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: γριά αλεπού & γέρικη αλεπού (μτφ.): για έμπειρο και πονηρό άτομο μεγάλης ηλικίας: ~ ~ της πολιτικής., πονηρή αλεπού βλ. πονηρός ● ΦΡ.: η αλεπού εκατό χρονών, το αλεπουδάκι/αλεπόπουλο εκατόν δέκα (παροιμ.): για κάποιον που παριστάνει τον έξυπνο ή έμπειρο σε πεπειραμένο άτομο μεγαλύτερης ηλικίας., η γριά αλεπού δεν πιάνεται με ξόβεργες (παροιμ.): το πονηρό και με πείρα στη ζωή άτομο δεν ξεγελιέται εύκολα., ο λύκος έχει τ' όνομα κ(α)ι η αλεπού τη χάρη (παροιμ.): η πονηριά υπερέχει της σωματικής δύναμης., όσα δε φτάνει/πιάνει η αλεπού, τα κάνει κρεμαστάρια (παροιμ.): ό,τι δεν είναι ικανός κάποιος να αποκτήσει, το περιφρονεί, το χλευάζει, το υποβαθμίζει., τι γυρεύει/τι δουλειά έχει/τι ζητά/τι θέλει η αλεπού στο παζάρι;: για αταίριαστη ή ύποπτη παρουσία κάποιου σε μέρος στο οποίο δεν είναι αναμενόμενο να βρίσκεται. [< μεσν. αλεπού]

αλήθεια

αλήθεια [ἀλήθεια] α-λή-θεια ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -είας} 1. αυτό που συμφωνεί με ό,τι πραγματικά υπάρχει ή συμβαίνει, γενικότ. η ίδια η πραγματικότητα: αδιάσειστη/αναμφισβήτητη/αναπόφευκτη/αντικειμενική/απλή/γυμνή (: χωρίς ενδοιασμούς για την αποκάλυψή της)/δυσάρεστη/επώδυνη/ιστορική/μισή/προφητική/σκληρή/υποκειμενική/ωμή ~. Αποδεικνύω/αποκρύπτω/αποσιωπώ/βλέπω/γνωρίζω/μαθαίνω/παραδέχομαι/συνειδητοποιώ την ~. Αναζήτηση/αποκατάσταση/γνώση/διαστρέβλωση/εύρεση της ~ας. Αποκαλύφθηκε/έλαμψε η ~. Η ~ βρίσκεται (κάπου) στη μέση. Τελικά ποια είναι η ~; Δεν λέει πάντοτε την ~. Ο ισχυρισμός/η ομολογία του δεν ανταποκρίνεται στην ~. Αντιλαμβάνονται την ~ με διαφορετικό τρόπο. Θα σας πω πικρές ~ειες. Mύθοι/παραμύθια και ~ειες για το Διάστημα. Βλ. φιλ~.|| (σε όρκο ενώπιον δικαστηρίου) Ορκίζομαι να πω την ~ και μόνο την ~.|| (ΓΛΩΣΣ.) Συνθήκες ~είας (: προϋποθέσεις που πρέπει να ισχύουν, για να θεωρηθεί αληθές το περιεχόμενο των προτάσεων). ΑΝΤ. αναλήθεια, πλάνη1, ψέμα (1), ψεύδος 2. η ιδιότητα κάποιου πράγματος να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα: Αμφισβητώ/αποδεικνύω/ελέγχω/εξακριβώνω/επιβεβαιώνω την ~ των επιχειρημάτων/των καταγγελιών/των λόγων/της μαρτυρίας. Πβ. ακρίβεια, εγκυρότητα, ορθότητα. 3. αρχή, γνώση για την οποία δεν αμφιβάλλει κανείς: αιώνια/απόλυτη/άρρητη/αυταπόδεικτη/βιβλική/διαχρονική/δογματική/επιστημονική/θεμελιώδης/ιστορική/μαθηματική/μεταφυσική/(οντο)λογική/φιλοσοφική/χριστιανική ~. Κρυφές ~ειες. Αμφισβήτηση θεμελιωδών ~ειών. Πβ. αξίωμα. 4. γενικά παραδεκτή άποψη: Είπε μια μεγάλη ~. Στη συζήτηση ακούστηκαν πολλές ~ειες. Βλ. απόφθεγμα, σοφία. ● ΣΥΜΠΛ.: δόση/ίχνος αλήθειας: μέρος, ποσοστό, βαθμός αλήθειας: Δεν υπάρχει ~ ~ (= η παραμικρή αλήθεια) στους ισχυρισμούς της/στο δημοσίευμα. Υπάρχει αρκετή/κάποια/μια δόση ~ στις φήμες., ορός της αλήθειας & (λόγ.) ορός αληθείας: ουσία που προκαλεί ελαφριά νάρκωση και χορηγείται, για να ωθήσει αυτόν που ανακρίνεται, να μιλήσει ελεύθερα. Βλ. ανιχνευτής ψεύδους, ναρκανάλυση. [< αγγλ. truth serum, 1924, γαλλ. sérum de vérité] , τιμή αληθείας: η αλήθεια ή αναλήθεια μίας πρότασης ή δήλωσης: Το σύστημα της λογικής που εισηγήθηκε ο Αριστοτέλης βασίζεται στην αρχή ότι μία πρόταση μπορεί να λάβει δύο ~ές ~, την αλήθεια ή το ψεύδος. [< αγγλ. truth-value, 1903] ● ΦΡ.: από μικρό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια (παροιμ.): τα παιδιά και οι ψυχικά ασθενείς εκφράζονται με μεγαλύτερο αυθορμητισμό και ειλικρίνεια., για να λέμε/πούμε/πω την (καθαρή/μαύρη) αλήθεια: πρέπει να παραδεχτώ ή να αναγνωρίσω ότι: ~ ~, έφταιγες κι εσύ λίγο/τέτοια εξέλιξη δεν την περιμέναμε., η αλήθεια είναι/είναι αλήθεια ότι/πως (εμφατ.): είναι γεγονός, η πραγματικότητα είναι ότι ... : ~ ~ δεν μου αρέσει .../εργάστηκε πολύ σκληρά., η στιγμή/ώρα της αλήθειας: η ώρα της κρίσης, η στιγμή για κάτι σημαντικό: Έρχεται/έφτασε/πλησιάζει ~ ~. [< αγγλ. the moment of truth, 1932] , μα την αλήθεια (προφ.): έκφρ. επιβεβαίωσης: Ευχάριστη έκπληξη ~ ~! Ήθελα, ~ ~, να ήξερα πού βρίσκεται αυτή τη στιγμή!, αυτό/η αλήθεια/το σωστό να λέγεται βλ. λέω [< αρχ. ἀλήθεια, γαλλ. vérité, αγγλ. truth, γερμ. Wahrheit]

άμυνα

άμυνα [ἄμυνα] ά-μυ-να ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -ύνης | -ες στη σημ. 3} 1. προστασία από κίνδυνο, βλάβη, ζημιά, επίθεση, ή οτιδήποτε δυσάρεστο, αρνητικό: αντισεισμική ~. Το πλύσιμο των χεριών: πρώτη γραμμή ~ας εναντίον/κατά των μικροβίων. Το ανοσοποιητικό σύστημα είναι η φυσική ~ του οργανισμού μας (πβ. αντίσταση). Βλ. αυτο~.|| ~ απέναντι στην τρομοκρατία. 2. ΣΤΡΑΤ. προστασία από επίθεση εχθρού με στρατιωτικά μέσα· σύνολο στρατιωτικών μέσων, μέτρων ή ενεργειών για την προστασία μιας χώρας από πιθανούς εχθρούς: (αντι)αεροπορική (= αερ~)/αντιπυραυλική/ένοπλη/στρατιωτική ~ (ΣΥΝ. αντίσταση· ΑΝΤ. επίθεση, προσβολή). ~ έναντι/κατά βλημάτων/εχθρικών επιδρομών. Οχυρωματικές φυσικές θέσεις ~ας.|| (στον εν., συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Α:) Υπουργείο (Εθνικής) ~ας (& λόγ. ~ύνης). Οι (ενν. κρατικές) δαπάνες για την ~. Η Επιτροπή ~ας της Βουλής. Πβ. Ένοπλες Δυνάμεις. 3. ΑΘΛ. φύλαξη, επιτήρηση των αντίπαλων παικτών, για να μην πετύχουν τον στόχο τους· συγκεκριμένη ενέργεια κατά τη διάρκεια αγώνα ή γενικότ. αγωνιστική τακτική με τον ίδιο σκοπό· παίκτες που αναλαμβάνουν τέτοιο ρόλο και το νοητό τείχος που σχηματίζουν· ο χώρος ή το τμήμα του γηπέδου όπου κινούνται αυτοί οι παίκτες: αντίπαλη/ευάλωτη/περιφερειακή/συμπαγής/χαλαρή ~. Οι γηπεδούχοι βελτίωσαν την ~ά τους. Οι επιτιθέμενοι δεν μπόρεσαν να διασπάσουν την ~ των αντιπάλων.|| (επίσ.) ~ εδάφους (στο βόλεϊ)/χώρου (= ζώνη ~ας). Σφιχτές ~ες και κατενάτσιο.|| (στο βόλεϊ:) Παίκτης που έβγαλε/έκανε τρεις ~ες (: έφερε σε πέρας τρεις αμυντικές ενέργειες).|| Πιεστική/πολυπρόσωπη/σκληρή ~. Έξυπνα/καλά/σωστά στημένη ~ μιας ομάδας.|| Κενά/πίεση στην ~. Το κέντρο/τα άκρα της ~ας. Γραμμή ~ας (= αμυντική γραμμή).|| (στο ποδόσφαιρο:) Διατηρήσαμε το μηδέν στην ~ (: δεν δεχτήκαμε γκολ). ΑΝΤ. επίθεση (4) ● ΣΥΜΠΛ.: (νόμιμη) άμυνα/κατάσταση (νόμιμης) άμυνας: ΝΟΜ. νόμιμη άσκηση βίας εναντίον προσώπου που απειλεί την ακεραιότητα κάποιου άλλου: Ο αστυνομικός πυροβόλησε ευρισκόμενος σε ~ ~. Παράταξη που βρέθηκε/ήταν σε ~ ~ εξαιτίας επιθέσεων. Πβ. αυτοάμυνα., μηχανισμοί άμυνας/αμυντικοί μηχανισμοί {σπανιότ. στον εν.} 1. ΨΥΧΟΛ. ασυνείδητη στρατηγική (λ.χ. απώθηση, εξιδανίκευση, ονειροπόληση, ταύτιση) που προστατεύει ένα άτομο από μη αποδεκτές ή επίπονες ιδέες, σκέψεις, παρορμήσεις, αισθήματα, όπως ντροπή, απώλεια αυτοεκτίμησης, φόβο: ψυχικοί/ψυχολογικοί ~ ~. Οι ~ ~ του Εγώ. Ενεργοποίηση των ~ών άμυνας. Αναπτύσσω/αποκτώ ~ούς ~ούς. 2. αντίδραση οργανισμού με σκοπό την προστασία του (π.χ. από παθογόνο μικροοργανισμό): ανοσιακός/φυσικός/φυσιολογικός ~ός ~.|| (κατ' επέκτ.) Ενίσχυση των ~ών ~ας της Ευρώπης έναντι των επιδημιών. [< αγγλ. defence mechanisms, 1913] , πολιτική άμυνα: ΠΟΛΙΤ. σειρά προληπτικών ή κατασταλτικών μέτρων και ενεργειών των πολιτικών δυνάμεων μιας χώρας με σκοπό την προστασία του πληθυσμού και την εξάλειψη ή τον περιορισμό των επιπτώσεων διαφόρων δεινών, όπως εχθροπραξίες, θεομηνίες: ~ ~ κατά των πυρκαγιών. ~ ~ και ασφάλεια/περιβαλλοντικά ατυχήματα. [< αγγλ. civil defense, 1939] , άμυνα ζώνης & ζώνη άμυνας & (αμυντική) ζώνη βλ. ζώνη, ανοιχτή άμυνα βλ. ανοιχτός, κλειστή άμυνα βλ. κλειστός ● ΦΡ.: άμυνα (από) γρανίτη/μπετόν & άμυνα γρανίτης: (κυρ. στο ποδόσφαιρο) για σκληρή και πετυχημένη, αποτελεσματική αμυντική λειτουργία: (Η ομάδα) δεν δέχεται γκολ με τίποτα, έχει ~ ~., άμυνα χωνί/σουρωτήρι (αργκό): (στο ποδόσφαιρο) που δέχεται πολλά γκολ., η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση: η άμεση επιθετική αντίδραση είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος προστασίας., παίζω άμυνα (προφ.): ΑΘΛ. αμύνομαι: Παίκτες που ~ουν ~ και πρεσάρουν. [< αρχ. ἄμυνα, γαλλ. défense, αγγλ. defence]

ανάγκη

ανάγκη [ἀνάγκη] α-νά-γκη ουσ. (θηλ.) {αναγκ-ών} 1. υποχρέωση που επιβάλλεται από τη φύση ή την κοινωνική ζωή· (ειδικότ.) αίσθηση κάποιας έλλειψης, η οποία πρέπει να ικανοποιηθεί οπωσδήποτε: άμεση/απόλυτη/επιτακτική/(κατ)επείγουσα/εσωτερική/ιατρική/ουσιαστική/πιεστική ~. ~ βοήθειας/επικοινωνίας/συνεργασίας. Ατομικές/βασικές/δημόσιες/επιχειρηματικές/καταναλωτικές/κοινωνικές/πάγιες και διαρκείς/πρόσθετες/προσωπικές/συναισθηματικές/ψυχικές/ψυχολογικές ~ες. Βιολογικές/σωματικές/φυσικές ~ες (: λήψης νερού και τροφής, ούρηση, αφόδευση, σεξ). Οι ~ες της αγοράς/της νεολαίας. Ανάλυση/αντιμετώπιση/καθορισμός/καταγραφή (των) ~ών. Αναγνωρίζεται/γίνεται αντιληπτή η ~ βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης. Tόνισε την ~ εξεύρεσης λύσης/για διάλογο/να αποκατασταθεί το πρόβλημα. Αισθάνθηκε/ένιωσε την ~ να απολογηθεί. Προϊόν που ανταποκρίνεται/ικανοποιεί/καλύπτει τις ~ες των καταναλωτών. Έχει μικρές/πολλές ~ες. Θα γίνουν προσλήψεις για τις ~ες του προγράμματος. Πβ. χρεία. 2. δύσκολη περίσταση, κρίσιμη κατάσταση: Στρατιωτική επέμβαση θα γίνει μόνο σε έσχατη ~. Σε καιρό ~ης. ● ΣΥΜΠΛ.: έκτακτης/άμεσης/πρώτης ανάγκης: για κρίσιμη κατάσταση: κλήσεις(/τηλέφωνα)/ομάδες/περιστατικά/υπηρεσίες ~ ~. Ασφαλής εκκένωση σχολικών κτιρίων σε περίπτωση ~ ~. [< αγγλ. emergency] , κατάσταση ανάγκης 1. περίπτωση κατά την οποία κάποιος χρειάζεται βοήθεια: Εξασφάλιση αξιοπρεπών όρων διαβίωσης για άτομα σε ~ ~. Το κινητό μπορεί να σας σώσει τη ζωή σε ~ ~. 2. ΝΟΜ. όταν κάποιος αναγκάζεται να διαπράξει αξιόποινη πράξη, για να αποτρέψει κάτι πολύ χειρότερο για αυτόν: Η απειλή κατά της ζωής κάποιου συνιστά ~ ~. [< αγγλ. case of emergency] , αδήριτη ανάγκη βλ. αδήριτος, βιοτικές ανάγκες βλ. βιοτικός, διερεύνηση αναγκών βλ. διερεύνηση, κατάσταση έκτακτης ανάγκης βλ. κατάσταση, λύση ανάγκης βλ. λύση, φώτα έκτακτης/επείγουσας ανάγκης βλ. φως ● ΦΡ.: (βρίσκομαι) σε (μεγάλη) ανάγκη: δεν έχω χρήματα ή γενικότ. χρειάζομαι βοήθεια: Εξασφάλιση τροφής και στέγης σε ανθρώπους που ~ονται ~. Πβ. στενότητα., (δεν) είναι ανάγκη να ...: (δεν) είναι απαραίτητο, (δεν) χρειάζεται: ~ ~ παραμείνουμε ενωμένοι. Δεν ~ ~ βιαστείς., (δεν) έχω την ανάγκη (κάποιου)/(δεν) έχω ανάγκη από (κάτι)/(δεν) τον έχω ανάγκη: (δεν) χρειάζομαι κάποιον ή κάτι: Δεν σ' έχω (καμία/καθόλου) ~! Παρέχουν βοήθεια σε όσους την έχουν ~., (μα) δεν ήταν ανάγκη!: ως τυπική απάντηση ευγένειας σε κάποιον που προσφέρει δώρο: -Σας έφερα λίγα γλυκά. -Ευχαριστώ, μα ~ ~!|| ~ ~ να μπείτε σε τόσο κόπο (= δεν χρειαζόταν)., (μα) ήταν ανάγκη;: ρητορική ερώτηση που εκφράζει λύπη για κάτι δυσάρεστο: ~ ~ να το αναφέρεις; Αφού ξέρεις πως την πειράζει ..., ανάγκα και (οι) θεοί πείθονται (αρχαιοπρ.): και οι πιο δυνατοί, οι πιο πείσμονες, υποχωρούν μπροστά σε μεγάλη πίεση ή ανυπέρβλητη δυσκολία: Δεν ήθελε να το κάνει, αλλά ~ ~., ανάγκη τον έχω; (προφ.): ρητορική ερώτηση που εκφράζει αδιαφορία για την άποψη κάποιου: Τι σε νοιάζει τι θα πει; ~ έχεις; (= σάμπως τον έχεις ~;), βρίσκομαι στην ανάγκη: αναγκάζομαι: Βρέθηκα ~ να δανειστώ χρήματα., είδη/αγαθά πρώτης ανάγκης & έκτακτης ανάγκης: τα απολύτως απαραίτητα (δηλ. τρόφιμα, ρούχα, φάρμακα, νερό): Ανθρωπιστική βοήθεια με είδη ~ ~ θα αποσταλεί στις πληγείσες περιοχές. [< γαλλ. choses de première nécessité] , κάνω την ανάγκη μου & πάω για την/προς ανάγκη μου (ευφημ.): ουρώ ή αφοδεύω: Το σκυλί έμαθε να κάνει ~ του έξω από το σπίτι. Πβ. κάνω (τα) κακά (μου), πάω/πηγαίνω προς νερού μου. [< γαλλ. faire les besoins] , κατ' ανάγκη(ν)/εξ ανάγκης (λόγ.): αναγκαστικά, λόγω έλλειψης άλλης δυνατότητας: Βρέθηκαν σ' αυτή τη δουλειά ~ ~ και όχι κατ' επιλογή. Η αλληλεγγύη στους συλληφθέντες δεν σημαίνει ~ ~ και ταύτιση μαζί τους. [< γαλλ. nécessairement] , ο φίλος στην ανάγκη φαίνεται (παροιμ.): η πραγματική φιλία αποδεικνύεται, κρίνεται στις δύσκολες στιγμές., σε περίπτωση ανάγκης & σε περιπτώσεις ανάγκης & για/σε (μια) ώρα ανάγκης: αν χρειαστεί: οδηγίες/σχέδιο διάσωσης/χρήσιμες ιατρικές συμβουλές ~ ~. Παροχή βοήθειας ~ ~. ~ ~ επικοινωνήστε με .../καλέστε το .../χρησιμοποιήστε ...|| Έχω κάτι χρήματα στην άκρη ~ ~ (= σε περίπτωση που χρειαστούν). [< αγγλ. in case of emergency] , στην ανάγκη/εν ανάγκη: αν χρειαστεί, αν δεν γίνεται διαφορετικά: Ας κάνουμε μια κράτηση και ~ ~ την ακυρώνουμε. ~ ~ τηλεφωνήστε μου. [< γαλλ. au besoin] , τι ανάγκη έχει;/δεν έχει ανάγκη (προφ.): για να δηλωθεί ότι κάποιος ή κάτι δεν χρειάζεται στήριξη, βοήθεια: Τι ~ ~ αυτή; Θα τον βρει τον δρόμο της. Μην τον φοβάσαι αυτόν, δεν έχει ~!, υπάρχει άμεση/μεγάλη/(κατ)επείγουσα ανάγκη: χρειάζεται άμεσα, επειγόντως: ~ ~ για αίμα/να ληφθούν μέτρα προστασίας των δασών. ~ ~ εύρεσης μοσχεύματος. ~ ~ από εθελοντές., άτομα με ειδικές ανάγκες/ικανότητες/δεξιότητες βλ. ειδικός, κάνω την ανάγκη φιλοτιμία βλ. φιλοτιμία [< αρχ. ἀνάγκη, γαλλ. nécessité, besoin]

αναγνωρισμένος

αναγνωρισμένος, η, ο [ἀναγνωρισμένος] α-να-γνω-ρι-σμέ-νος επίθ. & (λόγ.) ανεγνωρισμένος 1. ευρύτερα αποδεκτός, γνωστός: ~ος: καλλιτέχνης/συγγραφέας. Επιστήμονας ~ ως αυθεντία/με ~ο κύρος (/~ου κύρους= εγνωσμένου). Πβ. διάσημος, καταξιωμένος. 2. που αναγνωρίζεται η εγκυρότητα, η ισχύς του: ~ος: οργανισμός/φορέας (= εξουσιοδοτημένος, κοινοποιημένος). ~η: προϋπηρεσία. ~α πτυχία αλλοδαπής (= ισότιμα, βλ. ΔΟΑΤΑΠ). Κέντρο σπουδών ~ο από το κράτος. (Μη) ~α δικαιώματα. Πβ. έγκυρος, επικυρωμένος, νόμιμος. 3. (σπανιότ.) που έχει αναγνωριστεί η ταυτότητά του: (μη) ~α σωματίδια. ● ΦΡ.: εγνωσμένης αξίας/εγνωσμένου κύρους βλ. εγνωσμένος ● βλ. αναγνωρίζω [< γαλλ. reconnu]

ανάποδα

ανάποδα [ἀνάποδα] α-νά-πο-δα επίρρ.: αλλιώτικα ή αντίθετα απ' ό,τι συνηθίζεται ή θεωρείται σωστό, φυσιολογικό: Έβαλε τις κάλτσες/την μπλούζα ~ (= από την ανάποδη· πβ. μέσα έξω). Οδηγεί/πάει ~ (: στο αντίθετο ρεύμα ή προς τα πίσω). (ΝΑΥΤ.) ~ ολοταχώς. Το πλοίο κάνει ~. Οι δείκτες γυρίζουν ~ (: από δεξιά προς αριστερά). (για νεογέννητο:) Το παιδί βγαίνει/έρχεται ~ (: με τα πόδια, αντί με το κεφάλι προς τα έξω). Το αμάξι βρέθηκε ~ (= αναποδογυρ-, ντελαπαρ-, τουμπαρ-ισμένο).|| ~ τα κατάλαβες (: αντίθετα από αυτά που ισχύουν). ● ΦΡ.: (μου) έρχονται/πηγαίνουν (όλα) ανάποδα (προφ.): (μου) συμβαίνουν δυσάρεστα, αντίθετα απ' ό,τι περιμένω: Μου ήρθαν όλα ~ στη δουλειά και δεν μπόρεσα να ..., βγάζω την πίστη/την ψυχή κάποιου ανάποδα (προφ.): τον ταλαιπωρώ, τον εξουθενώνω: Μου έβγαλε ~ ~ μέχρι/ώσπου να ..., βλέπει/κοιτάζει τα ραδίκια/τα κυπαρίσσια ανάποδα (αργκό): έχει πεθάνει, είναι νεκρός., κακά, ψυχρά κι ανάποδα (προφ.-εμφατ.): πολύ άσχημα: -Πώς πέρασες; -~ ~! Τους ήρθαν όλα ~ ~. ΣΥΝ. τα στραβά και (τα) ανάποδα, μου βγήκε η ψυχή/η πίστη ανάποδα (προφ.): ταλαιπωρήθηκα πολύ, εξουθενώθηκα: ~ ~, μέχρι να γράψω την εργασία μου., μου έρχεται ανάποδα να ... (προφ.): δεν μου αρέσει, δεν μου πάει να: ~ ~ μου ζητήσουν βοήθεια και ν' αρνηθώ., ξυπνάω ανάποδα (προφ.): είμαι κακόκεφος και κατ' επέκτ. απότομος με τους άλλους από την αρχή της μέρας: ~ησε ~ σήμερα και του φταίνε όλα., τη βλέπω ανάποδα (νεαν. αργκό): αλλάζω διάθεση, θυμώνω, εκνευρίζομαι: Μόλις μου έκλεισε το ακουστικό, την είδα ~., το πήρε ανάποδα/από την ανάποδη (προφ.): παρεξήγησε κάτι που έγινε ή ειπώθηκε: Θα σου πω κάτι, αλλά μην το πάρεις ~. Πβ. παίρνω/βλέπω κάτι στραβά, το πήρε αλλιώς., θα σε κρεμάσω (ανάποδα)! βλ. κρεμώ, ο κόσμος γύρισε ανάποδα/ήρθε τα πάνω κάτω βλ. κόσμος, τα στραβά και (τα) ανάποδα βλ. στραβός [< μεσν. ανάποδα]

ανδραγαθία

ανδραγαθία [ἀνδραγαθία] αν-δρα-γα-θί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ανδρεία, γενναιότητα: αριστείο/δίπλωμα/μετάλλιο ~ας. Πβ. ηρωισμός, παλικαριά. ΑΝΤ. δειλία ● ανδραγαθίες (οι): γενναίες πράξεις, ανδραγαθήματα, συνήθ. σε πόλεμο: Παρασημοφορήθηκε για τις ~ του.|| (ειρων.-οικ.) Καμαρώνει για τις ~ του (: κατορθώματα). ● ΦΡ.: επ' ανδραγαθία: για ηρωική πράξη την ώρα του καθήκοντος ή σε καιρό πολέμου: παράσημο/προαγωγή ~ ~. Τιμήθηκε μετά θάνατον ~ ~. [< αρχ. ἀνδραγαθία]

ανθηρός

ανθηρός, ή, ό [ἀνθηρός] αν-θη-ρός επίθ. (λόγ.) 1. (μτφ.) που βρίσκεται σε περίοδο ακμής, κυρ. οικονομικής: ~ή: επιχείρηση/(τοπική) οικονομία. ~ό: εμπόριο. Πβ. ακμαίος, εύρωστος.|| Τα πράγματα δεν είναι τόσο ~ά (= αισιόδοξα, ευχάριστα). 2. (κυριολ.) ανθισμένος. Πβ. θαλερός. Βλ. -ηρός. ● επίρρ.: ανθηρά ● ΦΡ.: όλα καλά/όλα ωραία, όλα ανθηρά (μτφ.-συχνά ειρων.): για να δηλωθεί ότι κάτι βρίσκεται σε καλό δρόμο. [< 1: γαλλ. florissant 2: αρχ. ἀνθηρός]

αξίωση

αξίωση [ἀξίωση] α-ξί-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. επίμονη και επιτακτική απαίτηση για κάτι, που μπορεί να απορρέει από δικαίωμα ή (αρνητ. συνυποδ.) να είναι υπερβολική: δικαστική/(ΝΟΜ.) ενοχική/νομική/νόμιμη/χρηματική ~. Εδαφικές/οικονομικές/παράλογες/παράνομες/πολιτικές ~ώσεις (πβ. διεκδικήσεις). ~ είσπραξης/για καταβολή αποζημιώσεων/τόκων. Διατυπώνω/εγείρω/προβάλλω ~ώσεις. Παραιτούμαι από μια ~. 2. {στη γεν. πληθ.} για κάτι που έχει μεγάλη αξία, υψηλή ποιότητα: βιβλίο/έργα/ομάδα/παιχνίδι υψηλών ~ώσεων (= απαιτήσεων, επιπέδου). ● ΣΥΜΠΛ.: αμεταβίβαστη αξίωση/αμεταβίβαστο δικαίωμα βλ. αμεταβίβαστος ● ΦΡ.: έχω την αξίωση να: αξιώνω, απαιτώ, ζητώ: Θα πω λίγα, χωρίς να ~ ~ να συμφωνήσουν όλοι μαζί μου., με/χωρίς (μεγάλες/σοβαρές) αξιώσεις: με/χωρίς καλές προοπτικές για την επίτευξη ενός στόχου: Η ομάδα διεκδικεί με ~ ~ τον τίτλο του πρωταθλητή. Προσπάθεια χωρίς ~ ~. [< αρχ. ἀξίωσις]

αόριστος

αόριστος [ἀόριστος] α-ό-ρι-στος ουσ. (αρσ.) {αορίστου}: ΓΡΑΜΜ. ρηματικός χρόνος που παρουσιάζει συνοπτικά μια πράξη που έλαβε χώρα κάποια στιγμή στο παρελθόν· συνεκδ. κάθε ρηματικός τύπος σε αυτόν τον χρόνο: ενεργητικός/μέσος/παθητικός ~. Βλ. παρατατικός.|| Γνωμικός ~. [< μτγν. ἀόριστος]

άπειρο

άπειρο [ἄπειρο] ά-πει-ρο ουσ. (ουδ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) απείρου}: χώρος ή χρόνος που δεν έχει τέλος και, επομένως, δεν επιδέχεται μεταβολή στις διαστάσεις του· απεραντοσύνη, χάος: το ~ του Διαστήματος/ουρανού. Ταξίδι στο ~.|| (ΜΑΘ., για μέγεθος, ποσό:) Από το μηδέν ως το ~. Τιμές που τείνουν στο (συν/πλην) ~.|| (ΦΙΛΟΣ.) Η έννοια του απείρου. Το ~ ως αρχή του κόσμου. Βλ. κενό, σύμπαν. ● ΦΡ.: επ' άπειρον (λόγ.): συνεχώς, αδιάκοπα: Αν δεν αποφασίσουμε τώρα, θα συζητάμε ~ ~. ΣΥΝ. για πάντα, στους αιώνες των αιώνων/στον αιώνα τον άπαντα (1) [< γαλλ. à l΄ infini, λατ. ad infinitum] [< αρχ. ἄπειρος, γαλλ. infini]

απόγευμα

απόγευμα [ἀπόγευμα] α-πό-γευ-μα ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό) απόγεμα & απόγιομα: το διάστημα από το μεσημέρι μέχρι τη δύση του ήλιου: Κατά το ~. Τον περιμένουμε αργά/αύριο/νωρίς το ~. Βλ. απόβραδο, απομεσήμερο, δειλινό. ● Υποκ.: απογευματάκι (το): οι πρώτες απογευματινές ώρες. [< μεσν. απόγευμα]

απόγονος

απόγονος [ἀπόγονος] α-πό-γο-νος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {απογόν-ου | -ων, -ους} (λόγ.) 1. πρόσωπο που ακολουθεί κάποιον άλλο σε μια γενεαλογική σειρά: (για πρόσ.) πρώτος (: ο γιος)/δεύτερος (: o εγγονός)/τρίτος (: o δισέγγονος) ~. Άμεσοι/κατευθείαν/μακρινοί/φυσικοί ~οι. Οι εν ζωή/πραγματικοί/τελευταίοι ~οι της γενιάς των ... Δεν απέκτησε/δεν άφησε/δεν έφερε στον κόσμο ~ους (: δεν έκανε παιδιά). Πβ. γόνος. ΑΝΤ. πρόγονος.|| (στον πληθ. με άρθρο, οι μεταγενέστεροι). Πβ. οι κατιόντες. ΑΝΤ. οι παλ(α)ιοί.|| (ΒΟΤ.) Η διασταύρωση ειδών και τα χαρακτηριστικά των ~ων.|| (ZΩΟΛ.) ~οι πρώτης γενιάς ζώων. Βλ. -γονος. 2. (μτφ.) συνεχιστής: Οι ~οι των αρχαίων Ελλήνων/μιας δυναστείας (πβ. διάδοχοι, επίγονοι)/μιας κληρονομιάς/ενός πολιτισμού. Άξιος/γνήσιος ~ μιας παράδοσης (βλ. εκφραστής). (για εμπορικό προϊόν:) Το νέο μοντέλο είναι ~ του θρυλικού ... ● ΦΡ.: καλούς απογόνους!: ευχή σε νεόνυμφους να αποκτήσουν παιδιά: Να ζήσετε και ~ ~! [< αρχ. ἀπόγονος, γαλλ. descendant]

απόδειπνο

απόδειπνο [ἀπόδειπνο] α-πό-δει-πνο ουσ. (ουδ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -είπνου} (συνήθ. με κεφαλ. Α): ΕΚΚΛΗΣ. ιερή ακολουθία· κυρ. στα ● ΣΥΜΠΛ.: Μέγα/Μεγάλο Απόδειπνο: που τελείται σε ιερό Ναό κάθε βράδυ από Δευτέρα έως και Πέμπτη κατά την περίοδο της Μεγάλης Σαρακοστής μέχρι και τη Μ. Τρίτη., Μικρό Απόδειπνο: που ψάλλεται κάθε βράδυ σε ναό Μονής· σπανιότ. δέηση που διαβάζεται κατ' ιδίαν από πιστούς πριν από τον βραδινό ύπνο. [< μεσν. απόδειπνον]

απών

απών, ούσα, όν [ἀπών] α-πών επίθ. {απ-όντος (θηλ. -ούσης), -όντα | -όντες (ουδ. -όντα), -όντων} (+ από/+ σε) (λόγ.): που απουσιάζει από έναν τόπο, μια δραστηριότητα ή μια σημαντική στιγμή: ~όντες: μαθητές. Είναι αδικαιολόγητα/δικαιολογημένα ~ από τη δουλειά/το σχολείο/την υπηρεσία.|| Είναι ~ από τις εξελίξεις (πβ. αμέτοχος). Ήταν ~ούσες από/σε όλες τις κινητοποιήσεις. Όποτε τον χρειάστηκα, ήταν ~ (= έλειπε). Οριστικά ~ από το ντέρμπι ο ... (: τελικά δεν θα συμμετάσχει).|| Είναι πνευματικά ~ (= αφηρημένος).|| (ως ουσ.) Πολλοί ήταν οι ~όντες από τη συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου.|| ~!, ~ούσα! (ως απάντηση σε προφορική πρόσκληση από ονομαστικό κατάλογο). ΑΝΤ. παρών (1) ● ΦΡ.: δηλώνω απών: δεν συμμετέχω ή αρνούμαι να λάβω μέρος σε κάτι: Την τελευταία στιγμή ~σε ~ από το παιχνίδι., ο μεγάλος απών: σημαντικό πρόσωπο που απουσιάζει κυρ. από εκδήλωση ή αθλητικό γεγονός: ~ ~ από τη συζήτηση/τη σύνοδο κορυφής. ~ ~ της βραδιάς, ο αείμνηστος ...|| (μτφ.-συχνά ειρων.) Περιβαλλοντική πολιτική: η ~η ~ούσα. [< αρχ. ἀπών, γαλλ. absent]

αργός

αργός, ή, ό [ἀργός] αρ-γός επίθ. 1. που κινείται, ενεργεί ή γίνεται με μικρή ταχύτητα, βραδύς: ~ός: υπάλληλος (πβ. νωθρός, ΑΝΤ. δραστήριος, σβέλτος). ~ή: αναπνοή/εκκίνηση. ~ό: αυτοκίνητο/βήμα/περπάτημα/τρένο (= αργοκίνητο). Απελπιστικά/βασανιστικά/τρομερά ~ στη δουλειά. Με ~ές (ΑΝΤ. αστραπιαίες) κινήσεις. Βλ. σιγανός.|| (μτφ.) Eίναι ~ στις αντιδράσεις/στην αντίληψη/στις αποφάσεις/στο μυαλό (= αργόστροφος, βραδύνους). ΑΝΤ. γρήγορος (1), ταχύς (1) 2. που εξελίσσεται με χαλαρούς ρυθμούς: ~ός: αγώνας/χορός/χρόνος (απόκρισης). ~ή: ανάπτυξη/διαδικασία/εξέλιξη/πρόοδος. ~ό: (κινηματογραφικό) έργο. Η εργασία προχωρά με ~ούς ρυθμούς. ΑΝΤ. γρήγορος (2), ταχύς (1) 3. που βρίσκεται στη φυσική κατάσταση εξαγωγής του, ακατέργαστος: (ΓΕΩΛ.) ~ός: λίθος. ΑΝΤ. κατεργασμένος ● Υποκ.: αργούτσικος , η, ο ● ΣΥΜΠΛ.: αργό(ν) μέλος: ΜΟΥΣ. στο οποίο μια συλλαβή του κειμένου αντιστοιχεί σε περισσότερους μουσικούς φθόγγους., αργό πετρέλαιο βλ. πετρέλαιο, αργός θάνατος βλ. θάνατος ● ΦΡ.: σε αργή κίνηση: (σε κινηματογράφο, τηλεόραση, βίντεο) αναπαραγωγή κινούμενης εικόνας σε μικρότερη ταχύτητα από την κανονική: πλάνο/σκηνή/στιγμιότυπο/φάση ~ ~. ΑΝΤ. σε γρήγορη κίνηση [< αγγλ. (in) slow motion, 1924] ● βλ. αργά [< 1: αρχ. ἀργός, μεσν. αργός 2: γαλλ. lent 3: αγγλ. crude]

αργώ

αργώ [ἀργῶ] αρ-γώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {αργ-είς ... | άργ-ησα, αργ-ήσει, -ώντας} 1. κάνω κάτι ύστερα από τον κατάλληλο χρόνο, όχι εγκαίρως, καθυστερώ ή αναγκάζω κάποιον να καθυστερήσει: Πολύ ~είς! Γιατί ~εί; Είναι πάντα συνεπής, ποτέ του δεν ~εί (= αργοπορεί). Συγγνώμη που ~ησα. Θα ~ήσω το βράδυ (: θα έρθω πιο αργά). ~ησα μια ώρα. Η απάντηση/έκδοση θα ~ήσει ένα μήνα. Φεύγω, έχω ~ήσει για τη δουλειά. ~ησα να ξεκινήσω/να ξυπνήσω και έχασα το τρένο. ~ησε να μιλήσει/περπατήσει/φανεί. Μην ~ήσεις! Βλ. ψιλο~.|| (σπανιότ.-προφ.) Μου έστειλαν ό,τι είχα παραγγείλει, αλλά με ~ησαν πολύ. Πβ. χασομερώ. 2. (+ να) κάνω κάτι με αργούς ρυθμούς, με καθυστέρηση: ~εί να γράψει/καταλάβει/πάρει μπρος. Θα ~ήσει πολύ να ξαναβρεί τη χαμένη της εμπιστοσύνη. Πβ. βραδύνω.αργεί 1. μένει πολύς χρόνος ακόμη για κάτι: ~ να ξημερώσει. Το γεύμα/η εκδίκαση της υπόθεσης/το καλοκαίρι ~ (= απέχει, είναι μακριά) ακόμη. Το τέλος δεν ~. Δεν ~ η μέρα που θα ... ΑΝΤ. κοντεύει, πλησιάζει. 2. (λόγ.) δεν λειτουργεί, δεν εργάζεται, έχει αργία: Η υπηρεσία ~ (ΑΝΤ. δουλεύει). [< 2: γαλλ. retarder, au repos] ● ΦΡ.: δεν αργώ να ... 1. {συνήθ. στον αόρ.} (σε αφηγήσεις ή δηλώσεις με γενική ισχύ) σε σύντομο χρονικό διάστημα: Δεν ~ησε να καταλάβει το λάθος του. Η δικαίωση/η ευκαιρία δεν ~ησε να έρθει. 2. {στον ενεστ.} (προφ.) είμαι έτοιμος να, λίγο θέλω να: ~ ~ σχολάσω., καλώς τον(α) κι ας άργησε! (οικ.): για κάποιον που είναι ευπρόσδεκτος, αν και καθυστερημένος., το καλό πρά(γ)μα αργεί να γίνει (παροιμ.): απαιτείται χρόνος για ένα καλό αποτέλεσμα: Υπομονή! ~ ~!, ο Θεός αργεί, μα δε λησμονεί βλ. θεός, όπου λαλούν πολλοί κοκόροι/πολλά κοκόρια, αργεί να ξημερώσει βλ. κόκορας [< αρχ. ἀργῶ, μεσν. αργώ]

άρκτος

άρκτος [ἄρκτος] άρ-κτος ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αρκούδα. Κυρ. στα ● ΣΥΜΠΛ.: Μεγάλη Άρκτος: ΑΣΤΡΟΝ. αστερισμός στο βόρειο ημισφαίριο (επιστ. ονομασ. Ursa Major), οι επτά πιο λαμπεροί αστέρες του οποίου σχηματίζουν άροτρο., Μικρή Άρκτος: ΑΣΤΡΟΝ. αστερισμός στο βόρειο ημισφαίριο (επιστ. ονομασ. Ursa Minor), οι πιο φωτεινοί αστέρες του οποίου σχηματίζουν κουτάλα. Βλ. πολικός αστέρας. [< αρχ. ἄρκτος

αρχή

αρχή [ἀρχή] αρ-χή ουσ. (θηλ.) 1. σημείο στον χρόνο ή τον χώρο, από το οποίο κάτι αποκτά υπόσταση, εμφανίζεται για πρώτη φορά: η ~ του κόσμου/των πάντων/του Σύμπαντος (: δημιουργία). Η ~ της ζωής (: γέννηση). Από την ~ (= έναρξη) του χρόνου. Στις ~ές του έτους (ΑΝΤ. τέλη). Στην ~ (= αρχικά), νόμιζα ότι είχα κάνει λάθος. Από την ~ είχα αντιρρήσεις (= εξαρχής, από την πρώτη στιγμή). Ελάτε να κάνουμε μια ελπιδοφόρα/καινούργια/νέα ~ (= ξεκίνημα)! (ως ευχή) Καλή ~ στη νέα σου δουλειά! Βλ. απ~.|| Στην ~ του δρόμου (πβ. αφετηρία· ΑΝΤ. τέρμα)/κειμένου. ΑΝΤ. τέλος (1) 2. (συνήθ. με κεφαλ. Α) φορέας, όργανο, υπηρεσία· (συνεκδ., στον πληθ.) τα πρόσωπα που τα στελεχώνουν: αθλητική/αναγνωρισμένη/αναθέτουσα/ανακριτική/αρμόδια/αστυνομική/δικαστική/διοικητική/διοργανώτρια/διπλωματική/διωκτική/ελεγκτική/εποπτική/κρατική/κυβερνητική/νομαρχιακή/πολεοδοµική/πολιτειακή/στρατιωτική/φορολογική ~.(στην Κύπρο) ~ Ηλεκτρισμού. ~ Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (ακρ. ΑΠΔΠΧ). ~ Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών. Ευρωπαϊκή ~ για την Ασφάλεια των Τροφίμων. Απόφαση/αρμοδιότητες/βεβαίωση/πιστοποιητικό/πόρισμα της ~ής. Ακαδημαϊκές/Πανεπιστημιακές ~ές. Προξενικές ~ές. Δημοτικές ~ές. Διώκεται από τις Αρχές (του τόπου) (: την Αστυνομία, τη Δικαιοσύνη, το Κράτος).|| Τελετή που παρακολούθησαν σύσσωμες οι ~ές της πόλης (= τοπικοί άρχοντες, τοπικές ~ές). 3. κανόνας που καθορίζει τη στάση ή τη συμπεριφορά κάποιου· κοινώς αποδεκτό πρότυπο συλλογικής συμπεριφοράς: δημοκρατικές/ηθικές/ιδεολογικές/κατευθυντήριες ~ές. Οι ~ές μου και τα πιστεύω μου. Άνθρωπος χωρίς ~ές (: ανήθικος, ασύδοτος). Αποτελεί ~ μου να ... Είναι θέμα/ζήτημα ~ής για μένα.|| Η ~ της ακεραιότητας/αξιοπρέπειας/ελευθερίας/κοινωνικής δικαιοσύνης/νομιμότητας. Εφαρμογή/παραβίαση/τήρηση των ~ών. 4. προϋπόθεση, όρος: ~ του διαλόγου/της συζήτησης είναι ... Το συμβούλιο θέτει ως ~ ότι ... Πβ. βάση, θεμέλιο. 5. (επιστ.) θεμελιώδης κανόνας, νόμος σε έναν γνωστικό τομέα: η ~ της άνωσης/βαρύτητας. Καταστατικές ~ές (= βασικές, θεμελιώδεις). Παιδαγωγικές ~ές. Βασικές ~ές και έννοιες της φιλοσοφίας. Γενικές ~ές (του) Αστικού Δικαίου. Θεωρητικές ~ές της επιστήμης. ~ές Οικονομικής Θεωρίας. Πβ. αξίωμα. 6. πρωταρχική αιτία: η ~ όλων των δεινών (= πηγή, ρίζα). ● ΣΥΜΠΛ.: ανεξάρτητη Αρχή βλ. ανεξάρτητος, ανθρωπική αρχή βλ. ανθρωπικός, αντιποίηση Αρχής βλ. αντιποίηση, αρχή της αδράνειας βλ. αδράνεια, αρχή της αναλογικότητας βλ. αναλογικότητα, αρχή της ισότητας βλ. ισότητα, αρχή της ομοφωνίας βλ. ομοφωνία, αρχή της πλειοψηφίας βλ. πλειοψηφία, αρχή/νόμος της διατήρησης βλ. διατήρηση, αρχιμήδεια αρχή/αρχή του Αρχιμήδη βλ. αρχιμήδειος, διωκτικές Αρχές βλ. διωκτικός, εκδίδουσα Αρχή βλ. εκδίδων, ζωτική αρχή βλ. ζωτικός, η αρχή της απροσδιοριστίας/της αβεβαιότητας βλ. απροσδιοριστία, η αρχή της αυτοδιάθεσης βλ. αυτοδιάθεση, η αρχή της δεδηλωμένης βλ. δηλωμένος, η αρχή της επικουρικότητας βλ. επικουρικότητα, η αρχή της νομιμότητας βλ. νομιμότητα, η αρχή των εθνοτήτων βλ. εθνότητα, η αρχή/η λογική της ήσσονος προσπάθειας βλ. ήσσων & ήττων, η κατηγορούσα αρχή βλ. κατηγορώ, λιμενική Αρχή βλ. λιμενικός, περιύβριση Αρχής βλ. περιύβριση, πρυτανικές Αρχές βλ. πρυτανικός, τίτλοι τέλους & τίτλοι αρχής/έναρξης βλ. τίτλος ● ΦΡ.: από την αρχή ως/μέχρι το τέλος: καθ' όλη τη διάρκεια ή σε όλη την έκταση: Ήμουν παρών ~ ~.|| Διάβασε το κείμενο ~ ~.|| Η ιστορία είναι πλαστή ~ ~ (= εξολοκλήρου)., αρχής γενομένης (+ από, λόγ.): αρχίζοντας από: πενθήμερη απεργία, ~ ~ από σήμερα., αυτό είναι μόνο η αρχή: για σχέδιο που βρίσκεται σε αρχικό στάδιο ή για κατάσταση που έχει συνήθ. αρνητική εξέλιξη: Έχει γίνει μια πρώτη προσπάθεια, αλλά ~ ~.|| Η κρίση εντείνεται και ~ ~., δεν έχει αρχή και τέλος & χωρίς αρχή και τέλος: για να δηλωθεί το άπειρο, η έλλειψη ορίων: η ευθεία δεν έχει ~ ~. Πβ. αέναος, ασταμάτητος, διαρκής, συνεχής.|| (μτφ.) Έρωτας χωρίς ~ ~. Πρόκειται για θέμα που δεν έχει ~ ~. Πβ. φαύλος κύκλος., εν αρχή ην … [ἐν ἀρχῇ ἦν] (λόγ.): στην αρχή υπήρχε (κάτι): ~ ~ το μηδέν/χάος.|| (ειρων.) ~ ~ η κατανάλωση., επί της αρχής (λόγ.): κατά βάση, σε γενικά πλαίσια, σε γενικές γραμμές: Εγκρίθηκε ~ ~ το νομοσχέδιο.|| (ως επίθ.) Η ~ ~ συμφωνία για ..., η αρχή είναι το ήμισυ του παντός (γνωμ.): το πιο σημαντικό είναι να κάνει κάποιος το πρώτο βήμα., κάθε αρχή και δύσκολη: για τα εμπόδια που συναντά κανείς σε κάθε ξεκίνημα., κάνω την αρχή 1. αρχίζω, ξεκινώ. 2. (μτφ.) αναλαμβάνω την πρωτοβουλία: Έκανε ~ για έναν παρατεταμένο αγώνα υπέρ ..., καταρχάς (λόγ.) & (λογιότ.) κατ' αρχάς: αρχικά, στην αρχή: ~, το ποσό μειώθηκε, αλλά στη συνέχεια αυξήθηκε. Πβ. εν πρώτοις., καταρχήν & (λόγ.) κατ' αρχήν 1. κατά βάση, στα βασικά σημεία: Δεν διαφωνώ ~ ~, αλλά σε επιμέρους θέματα.|| (ως επίθ.) Η ~ συμφωνία. Πβ. επί της αρχής. 2. (συνήθ. καταχρ.) καταρχάς. [< γαλλ. en principe, γερμ. im Prinzip] , με αρχή, (μέση) και τέλος: με δομή, συνοχή: έργο/κείμενο ~ ~., αντίσταση κατά της Αρχής βλ. αντίσταση, είναι παλαιών/αυστηρών αρχών βλ. παλαιός, ενός ανδρός αρχή βλ. άνδρας & άντρας, η αρχή του κακού βλ. κακό, η αρχή του νήματος βλ. νήμα, η αρχή του τέλους βλ. τέλος, μηδενικός νόμος βλ. μηδενικός, φτου κι απ' την αρχή! βλ. φτου [< αρχ. ἀρχή, γαλλ. principe, αγγλ. principle 2: γαλλ. autorités, αγγλ. authorities]

ασθενής

ασθενής [ἀσθενής] α-σθε-νής ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ή (λόγ.) -ούς | -είς} (λόγ.): άρρωστος: σοβαρά/ψυχικά ~. Εξωτερικός/εσωτερικός/νοσοκομειακός ~. (Απο)θεραπεία/εισαγωγή (σε νοσοκομείο)/εξιτήριο/ιστορικό/καρτέλα/μεταφορά (= διακομιδή)/νοσηλεία ~ή/~ούς. Θάλαμος ~ών. ~ με καρκίνο (= καρκινοπαθής)/με καρδιοαγγειακή νόσο (= καρδιοπαθής). Βελτίωση/επιδείνωση της κατάστασης/υγείας του ~ούς. Ο ~ φέρει τραύματα στο .../πάσχει από ... O γιατρός εξετάζει τους ~είς (του). Φάρμακο που χορηγήθηκε σε ~είς.|| (σπάν. ως επίθ.) ~είς μαθητές. Βλ. ψυχ~. ΑΝΤ. υγιής (1) ● ΣΥΜΠΛ.: ο μεγάλος ασθενής (μτφ.): καθετί που παρουσιάζει σοβαρά, άλυτα ή δυσεπίλυτα προβλήματα, πολλές αδυναμίες: (σε μια χώρα) Οικονομία/παιδεία/υγεία, ~ ~. ● ΦΡ.: ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει βλ. αμαρτία, η εγχείρηση πέτυχε, (αλλά) ο ασθενής απεβίωσε/απέθανε βλ. εγχείρηση, κατά φαντασία(ν) ασθενής βλ. φαντασία [< αρχ. ἀσθενής, γαλλ. malade, patient]

ατάκα

ατάκα [ἀτάκα] α-τά-κα ουσ. (θηλ.) 1. μεμονωμένη φράση σε θεατρική ή κινηματογραφική στιχομυθία· κατ' επέκτ. κάθε ετοιμόλογη απάντηση: διάσημες/κλασικές ~ες.|| Άπαιχτη/έξυπνη/ξεκαρδιστική/φοβερή/χιλιοειπωμένη ~. Αγαπημένες/αξέχαστες ~ες. Είπε/έριξε/πέταξε την ~ της βραδιάς/χρονιάς. 2. ΜΟΥΣ. υπόδειξη που δηλώνει τη μετάβαση από το ένα μουσικό κομμάτι στο άλλο χωρίς παύση. ● ΦΡ.: ατάκα κι επί τόπου (προφ.): (τώρα) αμέσως, χωρίς καθυστέρηση: Απάντησε ~ ~. [< 2: ιταλ. attacca]

αυτός

αυτός, ή, ό [αὐτός] αυ-τός αντων. {αυτ-ού (λαϊκό) -ουνού (θηλ. -ηνής), -ών (λαϊκό) -ωνών, -ούς (λαϊκό) -ουνούς | αδύνατοι τ.: τος (θηλ. τη, ουδ. το), του (θηλ. της), τον (θηλ. τη[ν], ουδ. το), των, τους (θηλ. τις/(λαϊκό) τες, ουδ. τα)} 1. {προσ. αντων. γ' προσ., με δυνατούς και αδύνατους τ.} δηλώνει εκείνον, εκείνη ή εκείνο για το οποίο γίνεται λόγος, στο οποίο αναφερόμαστε: Πήραν κι ~ές το μάθημά τους. Τη χαιρέτησε κι αποχώρησε. Μου το εξήγησε. Τους είπε ότι θα παραιτηθεί. Καλώς τον/(προφ.-σπανιότ.) καλώστον. Μπράβο της. Άνοιξέ το. Είναι πολύ καλύτερός τους. Να τες οι φίλες μου!|| (για αντιδιαστολή ή έμφαση:) ~οί έχουν άδικο, (κι) εμείς δίκιο. ~ούς μην τους πλησιάζεις! ~ είναι που έχει τον πρώτο λόγο.|| Δεν ήρθε σήμερα η Μαρία. Ας ξεκουραστεί κι ~ή λίγο!|| (με την αντων. ο ίδιος για έμφαση:) Σ’ ~ό το ίδιο χρονικό διάστημα ...|| (με τη σημ. μόνος:) Δεν του το είπα εγώ· ~ το κατάλαβε.|| (μειωτ.) Τι θέλει πάλι ~ή;|| (με άρθρο:) Τα γράφω όλα στ' ~ά μου (= στ' απαυτά μου). Η ~ή μού το 'πε (: όταν δεν μπορεί κάποιος να θυμηθεί ένα όνομα).|| (οι αδύνατοι τύποι σε θέση ουσ. σε φρ.:) Τα 'χασα. Τη γλίτωσα. Μου την έφερε. 2. {προσ. αντων. γ' προσώπου, με αδύνατους τ. του, της, τους} δηλώνει κτήση: Μου έδωσε το βιβλίο του. Υπέβαλε την αίτησή της στη γραμματεία. Άφησαν τις βαλίτσες τους στη ρεσεψιόν. 3. {δεικτ. αντων.} για να δείξει ο ομιλητής κάποιον ή κάτι που είναι κοντά του (τοπικά ή χρονικά): ~ με χτύπησε! Με την επιστολή ~ή επιθυμούμε να σας ενημερώσουμε ότι ... Δεν είναι ~ό το θέμα μας. Έρχονται ~όν το(ν) μήνα. Μια χαρά τα κατάφεραν ~ή τη φορά. Τι ακούτε ~ή τη στιγμή (= τώρα); Πάει κι ~ός ο χρόνος (= φετινός). Ποιος είναι ~ εκεί με το μαύρο πουκάμισο;|| (με το εδώ/πια/δα, για έμφαση:) Σ' ~ήν εδώ την αίθουσα ... ~ό πια το είχα καταλάβει από την πρώτη στιγμή.|| (με το αναφορικό που) ~ που τον σκότωσε κυκλοφορεί ακόμα ελεύθερος. Βρείτε ~ό που ψάχνετε εύκολα και γρήγορα. ~ό που σας λεω είναι απολύτως εξακριβωμένο.|| (εμφατ. ως έπαινος:) ~ είναι άντρας! ~ είναι καφές! ~ή είναι τύχη! ~ό θα πει διασκέδαση! Βλ. εκείνος. 4. {οριστ. αντων.} (συνήθ. έναρθρα) (επίσ.) ο ίδιος: Είμαστε της ~ής γνώμης. Και τα δύο ψευδώνυμα ανήκουν σε ένα και το ~ό πρόσωπο. Τα ~ά ισχύουν για όλους. || (επιτατ.) Μέχρι κι ~ ο αντίπαλός του ομολόγησε πως ήταν καλύτερός του. ● ΣΥΜΠΛ.: αυτός καθαυτόν/αυτή καθαυτή/αυτό καθαυτό βλ. καθαυτόν. ● ΦΡ.: αντ' αυτού (συντομ. α.α.) (λόγ.): για να δηλωθεί ότι κάτι γίνεται ή κάποιος κάνει κάτι στη θέση άλλου: Μίλησε/υπέγραψε ~ ~.|| (συχνά) Ο ~ ~ (= ο αντικαταστάτης) του πρωθυπουργού., αυτά (προφ.): για να δηλωθεί ότι η κουβέντα τερματίζεται ή ότι δεν έχουμε τι άλλο να πούμε: ~ για σήμερα. ~ που λες. ~ λοιπόν., αυτό κι αυτό/αυτά κι αυτά (σε αφηγήσεις): για να μην επαναληφθούν όσα έχουν ήδη ειπωθεί: Αν τους πω ότι συμβαίνει ~ ~, δεν θα με πιστέψουν. ~ ~ έγινε, πες μου τι να κάνω.|| (στον πληθ. συνήθ. με αρνητ. συνυποδ.) Λέτε ~ ~ σε βάρος μου., αυτός κι/και αν (δεν) είναι (εμφατ.): είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό: ~ ~ καλλιτέχνης/λαϊκισμός! Αυτό ~ είδηση. Αυτή κι αν δεν είναι έκπληξη!, επ' αυτού (λόγ.): σχετικά με αυτό για το οποίο γίνεται λόγος: Θα μπορούσα ~ ~ να αναπτύξω σειρά επιχειρημάτων. Θα τοποθετηθώ και ~ ~ (= πάνω σε αυτό το θέμα)., κι αυτό γιατί/διότι: αιτιολογείται εμφατικά ό,τι προηγείται: Οι μαζικές θεραπείες θα αντικατασταθούν από εξατομικευμένες, ~ ~ κάθε οργανισμός είναι διαφορετικός., μ' αυτά και μ' αυτά ... (προφ.) 1. με αυτό τον τρόπο, με αυτά τα λόγια, με αυτές τις πράξεις: ~ ~ έχει απαξιωθεί πλήρως. ~ ~ παραμερίζεται κάθε παραδοσιακή αξία. 2. με τα συνηθισμένα, χωρίς να το καταλάβω: ~ ~ με πήρε ο ύπνος., μ' αυτά/με τούτα και μ'εκείνα (προφ.): με διάφορες ασχολίες, χωρίς να το καταλάβω: ~ ~, πέρασαν οι μέρες, οι βδομάδες και οι μήνες., το και το (προφ.): για αποφυγή λεπτομερούς αναφοράς ή επανάληψης αυτού που έχει ειπωθεί: Πάει και του λέει: "~ ~, κανόνισέ το"., άλλο (πάλι) και τούτο/κι αυτό! βλ. άλλος, άλλος (κι) αυτός! βλ. άλλος, άστα αυτά βλ. αφήνω, αυτά έχει/έχουν ... βλ. έχω, αυτά/έτσι που λες/λέτε! βλ. λέω, αυτό είν' όλο βλ. όλος, αυτό θα πει ...! βλ. λέω, αυτό το κάτι βλ. κάτι, αυτό/αυτός μας έλειπε (τώρα)/αυτό δα μας έλειπε βλ. λείπω, αυτό/η αλήθεια/το σωστό να λέγεται βλ. λέω, αυτός είσαι! βλ. είμαι, είναι αυτός ένας ... βλ. είμαι, θα δούμε/(αυτό) θα το δούμε βλ. βλέπω, κάτι είναι κι αυτό! βλ. κάτι, με την ίδια/με αυτή τη λογική βλ. λογική, παρ' όλα/παρόλα αυτά βλ. παρόλο, ποιος το είπε/λέει (αυτό); βλ. λέω, σωστό κι αυτό βλ. σωστός, τι σου λέει αυτό; βλ. λέω ● βλ. αυτό, τος, τη, το [< αρχ. αὐτός]

αυτόφωρος

αυτόφωρος, η/ος, ο [αὐτόφωρος] αυ-τό-φω-ρος επίθ. ΝΟΜ. 1. (για αδίκημα) που γίνεται αντιληπτό τη στιγμή της διάπραξής του ή αμέσως μετά ή (για ενέργεια) που γίνεται κατά την τέλεση του αδικήματος ή αμέσως μετά: ~ο: πλημμέλημα. ~α: εγκλήματα/κακουργήματα.|| ~η: δίωξη/σύλληψη. Ακολουθήθηκε/κινήθηκε (η) ~η διαδικασία σε βάρος του. 2. (για δικαστήριο) που δικάζει αυτόφωρα αδικήματα: ~ο: μονομελές/τριμελές πλημμελειοδικείο/πρωτοδικείο (πβ. αυτόφωρο). ● ΦΡ.: επ' αυτοφώρω [ἐπ' αὐτοφώρῳ] (λόγ.): τη στιγμή της τέλεσης του αδικήματος ή αμέσως μετά: Πιάστηκε/συνελήφθη ~ ~ να ληστεύει τράπεζα (πβ. πιάνω/τσακώνω κάποιον στα πράσα). [< αρχ. αὐτόφωρος ]

βάση

βάση βά-ση ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -εως | -εις, -εων} 1. καθετί πάνω στο οποίο στέκεται, στηρίζεται, σταθεροποιείται ή στερεώνεται κάτι: αποσπώμενη/γυάλινη/ενσωματωμένη/μαρμάρινη/μεταλλική/ξύλινη ~. Η ~ του αγάλματος (πβ. βάθρο)/του κίονα (πβ. σπείρα, στυλοβάτης)/της κολόνας/του ναού (πβ. κρηπίδωμα)/του τηλεσκοπίου. ~ γραφείου (για οθόνη)/τοίχου (για τηλεόραση).|| Στη ~ του βουνού/του βράχου (= στους πρόποδες).|| ~ τάρτας (πβ. ζύμη).|| (ΑΝΑΤ.) Η ~ του δοντιού/του εγκεφάλου/της καρδιάς/του κρανίου (: το κατώτερο τμήμα).|| (ΓΕΩΜ.) Η ~ του κώνου/της πυραμίδας/του τραπεζίου/του τριγώνου. Βλ. πλευρά.|| (μτφ.) Στη ~ του βαθμολογικού πίνακα/της κατάταξης (: στην κατώτερη θέση). Βλ. ανά-, διά-, μετά-, παρά-βαση. ΑΝΤ. κορυφή (1) 2. (μτφ.) θεμελιώδης αρχή, στοιχείο, δεδομένο πάνω στο οποίο στηρίζεται μια πρόταση, μια θεωρία, μια κίνηση, ένα σύστημα: ~ αναφοράς/σύγκρισης. Η ~ ενός προβληματισμού/συλλογισμού (πβ. αφετηρία). Συνομιλίες σε κοινά αποδεκτή ~. Ισχυρισμός που δεν έχει λογική ~ (= αβάσιμος, αστήρικτος). Ανυπόστατη καταγγελία χωρίς ~ (πβ. έρεισμα, στήριγμα). Το επιχείρημα είναι σαθρό στη ~ του. Εξέταση του θέματος από/πάνω σε ηθική/θεωρητική/οικονομική/πολιτική ~ (= άποψη, πλευρά). Κοινή ~ συνεννόησης. Στρατηγική που χρησιμεύει ως ~ των μελλοντικών ενεργειών. Για την έρευνά μου έχω/λαμβάνω ως ~ τα εξής ... Το ζήτημα τέθηκε σε νέα ~/επί νέας ~ης. Το συστηματικό διάβασμα αποτελεί τη ~ της επιτυχίας. Διαρθρωτικές αλλαγές σε επίπεδο ~ης. Παροχή υπηρεσιών ευρείας ~ης (= μεγάλης γκάμας). Έβαλαν/έθεσαν τις ~εις για πολιτιστική ανάπτυξη. Οργάνωση της κοινωνίας πάνω σε γερές/σταθερές/στέρεες ~εις (= θεμέλια).|| Εταιρεία λαϊκής ~ης. 3. ο πιο χαμηλός βαθμός, για να θεωρηθεί επιτυχής μια εξέταση: Έγραψε ακριβώς τη ~ (π.χ. δέκα στο Γυμνάσιο και το Λύκειο, πέντε στο Πανεπιστήμιο)/κάτω από τη ~ (= κόπηκε)/πάνω από τη ~ (= πέρασε). Έπιασε/πήρε τη ~. 4. περιοχή ή χώρος με εγκαταστάσεις όπου οργανώνονται και πραγματοποιούνται διάφορες επιχειρήσεις: (ΣΤΡΑΤ.) αεροπορική/ναυτική ~. Μυστική ~. ~ ανεφοδιασμού (αεροσκαφών/πλοίων)/εκτόξευσης (πυραύλων)/υποβρυχίων. ~ του ΝΑΤΟ.|| Διαστημική ~. 5. έδρα ή τόπος διαμονής: η ~ μιας επιχείρησης. Γυρίζω/επιστρέφω στη ~ μου. Εγκαταλείπω τη/φεύγω από τη ~ μου. 6. ΠΟΛΙΤ. τα μέλη ή/και οι οπαδοί ενός κόμματος ή γενικότ. μιας οργάνωσης: η εκλογική/εργατική/κομματική ~. ΑΝΤ. ηγεσία (1), κορυφή (2) 7. κύριο, απαραίτητο συστατικό (μίγματος, προϊόντος): αρώματα με ~ τη λεβάντα. Κρέμα προσώπου με ~ φυτικά έλαια.|| Έβαψε τα δωμάτια σε διάφορες αποχρώσεις με ~ το μπλε. 8. προϊόν που τοποθετείται ως υπόστρωμα σε επιφάνεια: ~ βερνικιού (πβ. αστάρι, στόκος).|| ~ μέικ απ (πβ. φον ντε τεν). Διάφανη ~ νυχιών. 9. ΧΗΜ. ουσία που παράγει άλας και νερό, όταν αντιδρά με οξύ: ασθενής/ισχυρή ~. Βλ. εξουδετέρωση. 10. ΜΑΘ. ακέραιος αριθμός μεγαλύτερος του ένα, ο οποίος έχει επιλεγεί για τη δημιουργία συστήματος αρίθμησης (π.χ. το δύο για το δυαδικό, το δέκα για το δεκαδικό). 11. ΓΛΩΣΣ. (σπάν.) ρίζα, θέμα (λέξης). 12. ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. (στον μαρξισμό) η οικονομική διάρθρωση μιας κοινωνίας, δηλ. το σύνολο των παραγωγικών σχέσεων, σε αντιδιαστολή με το εποικοδόμημα. Βλ. υπερδομή. ΣΥΝ. υποδομή (3) ● βάσεις (οι) 1. η κατώτερη βαθμολογία κυρ. για εισαγωγή σε ανώτατη ή ανώτερη Σχολή ή για διορισμό στο Δημόσιο κατόπιν γραπτού διαγωνισμού, η οποία καθορίζεται από τον βαθμό του τελευταίου (στη σειρά κατάταξης) από τους επιτυχόντες που μπορούν να γίνουν δεκτοί: άνοδος/αύξηση/μείωση/πτώση των ~εων (εισαγωγής στα ΑΕΙ). Οι ~ ανέβηκαν/έπεσαν. Στα ύψη εκτινάχθηκαν/εκτοξεύθηκαν/έφτασαν οι ~ της Ιατρικής. Ανακοινώθηκαν/βγήκαν οι ~. ~ μορίων μετάθεσης. 2. εφόδια, κυρ. γνώσεις ή ηθικές αρχές: Αποκτώ ~εις στο δημοτικό. Έχει καλές ~ (= υπόβαθρο) στα μαθηματικά.|| Έλαβε/πήρε γερές/σωστές ~ από τους γονείς (βλ. ανατροφή)/την οικογένειά/το σπίτι του (= θεμέλια). ● ΣΥΜΠΛ.: βάση δεδομένων & βάση (συντομ. ΒΔ): ΠΛΗΡΟΦ. συλλογή, καταχώρηση και οργάνωση πληροφοριών σε ένα αρχείο, ώστε να είναι διαθέσιμες για αναζήτηση και ανάκτηση: ηλεκτρονική/ψηφιακή ~ ~. [< αγγλ. database, 1962] , βάση διανυσματικού χώρου: ΜΑΘ. κάθε σύνολο γραμμικά ανεξάρτητων διανυσμάτων τέτοιο, ώστε καθένα από αυτά να μπορεί να γραφεί ως γραμμικός συνδυασμός των διανυσμάτων της βάσης., αζωτούχες βάσεις βλ. αζωτούχος, σταθμός βάσης βλ. σταθμός, συμπληρωματικές βάσεις βλ. συμπληρωματικός, φορολογική βάση βλ. φορολογικός ● ΦΡ.: δίνω βάση σε (κάτι): δίνω προσοχή, σημασία: Μη ~εις ~ στα κουτσομπολιά του κόσμου/σε φήμες. Δώσε ~ σε ό,τι σου λέω (= πρόσεξε)!, κατά βάση & (λόγ.) κατά βάσιν: κυρίως, βασικά· σε βασικές γραμμές: Τα βιβλία του είναι ~ ~ ιστορικά. Πβ. κατά κύριο λόγο, κατ’ ουσία(ν), πρωτίστως.|| ~ ~ συμφωνώ με την απόφαση. Πβ. επί της αρχής., με βάση (+ αιτ.) & (λόγ.) βάσει (+ γεν.): σύμφωνα με, με κριτήριο: Χωρισμός σε ομάδες με ~ την ηλικία. Βάσει (του) Νόμου, έχω το δικαίωμα να ..., σε ... βάση & (λόγ.) επί ... βάσεως: για δήλωση χρόνου, τρόπου: σε διαρκή/μακροπρόθεσμη/μόνιμη/σταθερή ~. Εξυπηρέτηση πελατών επί εικοσιτετραώρου βάσεως.|| Σε εθελοντική/ισότιμη ~ (= εθελοντικά, ισότιμα). [< αγγλ. on a ... basis] , στη βάση & (λόγ.) επί τη βάσει (+ γεν.): βασιζόμενος σε, στηριζόμενος σε: Το πρόβλημα πρέπει να εξεταστεί ~ ~ του δημόσιου διαλόγου. Υπολογισμός των κερδών της εταιρείας επί τη βάσει των εσόδων και εξόδων της., από μηδενική βάση βλ. μηδενικός, βάσει σχεδίου βλ. σχέδιο [< αρχ. βάσις, αγγλ. base, basis, γαλλ. base, γερμ. Basis]

βόλι

βόλι βό-λι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.): βλήμα, σφαίρα όπλου: φονικό ~. Τον βρήκε/σημάδεψε/χτύπησε ~. Βλ. σφαιρίδιο. ● ΣΥΜΠΛ.: κρητικό βόλι: παραδοσιακό κρητικό αγώνισμα στο οποίο ο αθλητής στέκεται συνήθ. σε υπερυψωμένο σημείο και δίνοντας ώθηση με τα πόδια, ρίχνει με το ένα χέρι μια πέτρα σε σχήμα αβγού όσο πιο μακριά μπορεί: Αναβιώνει το ~ ~. Βλ. σφαιροβολία. ● ΦΡ.: καλό βόλι (μτφ.-λαϊκό): (συχνά σε εκλογές, εξετάσεις) καλή επιτυχία: ~ ~ και με τη νίκη! [< μεσν. βόλι(ο)ν]

βράδυ

βράδυ βρά-δυ ουσ. (ουδ.) {πληθ. βράδ-ια} 1. το χρονικό διάστημα από τη δύση του ήλιου μέχρι τα μεσάνυχτα· κατ' επέκτ. νύχτα: βροχερό/γλυκό/δροσερό/ζεστό/κυριακάτικο ~. Ανοιξιάτικα/καλοκαιρινά/χειμωνιάτικα ~ια. Το ~ των εκλογών/της Πρωτοχρονιάς. Αργά/νωρίς το ~. Κατά/προς το ~. Απόψε το/αύριο (το)/χθες (το) ~. Το ~ της 3ης προς 4η Ιουλίου ... Στις εννιά το ~. Έπεσε/έρχεται/ζυγώνει το ~. Κοντεύει ~. Ανανεώνουμε το ραντεβού μας για το ~ της Τρίτης. (ως πρόταση για έξοδο:) Είσαι ελεύθερη/κάνεις κάτι (σήμερα) το ~; (επαναλαμβανόμενη συνήθεια:) Κάθε ~/το ~/τα ~ια βλέπει τηλεόραση. (σε διήγηση:) Ήταν Σάββατο ~, όταν ... Περάσαμε ένα ήρεμο/ήσυχο ~ (= βραδιά). Πβ. εσπέρα. Βλ. απόγευμα, πρωί.|| Ατελείωτο ~. Τι όνειρο είδες το ~; (λογοτ.) ~ια αξημέρωτα. ΑΝΤ. ημέρα (1) 2. (κατ΄επέκτ.) κοινωνική δραστηριότητα (δείπνο, έξοδος) που έλαβε χώρα το συγκεκριμένο διάστημα: Σ’ ευχαριστώ πολύ για το αξέχαστο/όμορφο/υπέροχο ~! ● Υποκ.: βραδάκι (το): οι πρώτες βραδινές ώρες: Έλα (κατά) το ~. Βλ. απογευματ-, μεσημερ-άκι. ● ΦΡ.: από/απ' το πρωί ως/μέχρι το βράδυ & (λόγ.) από πρωίας μέχρι νυκτός: διαρκώς, συνεχώς: Διαβάζει/τρέχει ~ ~. Είναι μαζί ~ ~ (= είναι αχώριστοι)., βράδυ-βράδυ (προφ.-λογοτ.): το σούρουπο, πριν νυχτώσει πολύ., καλό βράδυ! (ευχετ.): καληνύχτα: ~ ~ και όνειρα γλυκά! ~ ~, τα λέμε αύριο!|| Να έχεις (ένα) ~ ~!, πρωί βράδυ 1. & (λογοτ.) βράδυ πρωί: συνέχεια, όλη μέρα: Δουλεύει ~ ~ (= νυχθημερόν). Το κατάστημα είναι ανοιχτό ~ ~. Βλ. χειμώνα καλοκαίρι. 2. δύο φορές την ημέρα, μία το πρωί και μία το βράδυ: Βουρτσίζει τα δόντια του ~ ~. Βγάζει τον σκύλο βόλτα ~ ~., μας πήρε (το) μεσημέρι/μας πήρε το βράδυ βλ. παίρνω, μας πήρε/μας έπιασε/μας βρήκε η νύχτα/το βράδυ βλ. νύχτα [< μεσν. βράδυ, πιθ. βράδι(ον), συγκρ. βαθμός του επιρρ. βραδέως]

βρέχω

βρέχω βρέ-χω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {έβρε-ξα, βρά-χηκα, βρα-χεί, βρέχ-οντας, βρε-γμένος (προφ.) -μένος} 1. ρίχνω σε κάτι νερό, το υγραίνω: ~ τα πόδια/το πρόσωπο/τα χέρια μου. ~χηκαν τα μαλλιά/τα παπούτσια της. Σήκωσε το παντελόνι του, για να μη ~χεί. ~γμένος δρόμος (από τη βροχή). ~γμένο πανί/σφουγγάρι/χώμα. ~γμένα ρούχα. ~γμένος μέχρι/ως το κόκαλο (: μούσκεμα/λούτσα από τη βροχή). Πβ. δια~, κατα~, περι~, μουσκεύω.|| Φέρε μου λίγο νερό να ~ξω το στόμα/τα χείλη μου. ΑΝΤ. στεγνώνω (1) 2. (για παιδί) κατουρώ: ~ξε το κρεβατάκι του. Το μωρό ~χηκε. ~γμένες πάνες.βρέχει 1. ρίχνει βροχή: (απρόσ.) ~ αδιάκοπα/ασταμάτητα. ~, αστράφτει και βροντά. Έξω ~. Φέτος δεν έχει ~ξει σχεδόν καθόλου (βλ. ανομβρία). Άρχισε/σταμάτησε να ~. Έχει να ~ξει αρκετές μέρες. Υπάρχει πιθανότητα να ~ξει κατά τόπους/τοπικά. ~ει σιγά (σιγά)/σιγανά (= σιγο~, ψιλο~).|| (λαϊκό-λογοτ.) ~ ο Θεός/ουρανός. 2. (μτφ.-προφ.) για να δηλωθεί μεγάλη συχνότητα, αλλεπάλληλη διαδοχή: ~ προσφορές! (ειρων.) Κάθεται στο μαγαζί και περιμένει να ~ξει πελάτες. ● Παθ.: βρέχεται (+ από): περιβάλλεται από θάλασσα: Το νησί ~ στα βόρεια από ... Μέρη που δεν ~ονται από θάλασσα (= ηπειρωτικά). ● ΣΥΜΠΛ.: βρεγμένη σανίδα βλ. σανίδα ● ΦΡ.: αν βρέξει/ρίξει ο Μάρτης δυο νερά κι ο Απρίλης άλλο ένα, χαρά σ΄εκείνον τον ζευγά που 'χει πολλά σπαρμένα (παροιμ.): προκειμένου να δηλωθεί η χρησιμότητα των βροχών το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα., αν δεν βρέξεις κώλο, ψάρι δεν τρως/δεν τρως ψάρι (παροιμ.): αν δεν κοπιάσεις πολύ, δεν πετυχαίνεις., βρέξει χιονίσει (προφ.): οπωσδήποτε, ό,τι και να γίνει: Θα έρθω ~ ~., βρέχει/ρίχνει καρεκλοπόδαρα/καρέκλες/παπάδες & (σπάν.) ρίχνει καλαπόδια/με το κανάτι (προφ.): ενν. πάρα πολύ. Βλ. νεροποντή. ΣΥΝ. ρίχνει (νερό)/πέφτει νερό με το τουλούμι, θα σου τις βρέξω (απειλητ.): θα σε δείρω: Κάθισε φρόνιμα, γιατί ~ ~ (= θα φας ξύλο)!, ο βρεγμένος (τη) βροχή δεν (τη) φοβάται (παροιμ.): οι δυσκολίες και τα προβλήματα δεν προκαλούν φόβο σε όποιον έχει ζήσει ανάλογες εμπειρίες. ΣΥΝ. μαθημένα/συνηθισμένα τα βουνά στα/από τα χιόνια, ό,τι βρέξει ας κατεβάσει (προφ.): ό,τι είναι να γίνει, ας γίνει: Εγώ θα του μιλήσω και ~ ~!, πέρα βρέχει & αλλού βρέχει (προφ.): για εντελώς αδιάφορο άνθρωπο: Εγώ σου μιλάω κι εσύ ~ ~! ΣΥΝ. ζαμανφού, (βρέχει) επί δικαίους και αδίκους βλ. δίκαιος, θέλει βρεγμένο το παξιμάδι βλ. παξιμάδι, μη βρέξει και μη στάξει/μη στάξει και μη βρέξει βλ. στάζω, σαν (τη) βρεγμένη γάτα βλ. γάτα, στον καταραμένο τόπο (τον) Μάη μήνα βρέχει βλ. Μάης [< αρχ. βρέχω]

γειτονία

γειτονία γει-το-νί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα σε γειτονικά κράτη: ~ ειρήνης και συνεργασίας. Βλ. ΕΠΓ. ● ΣΥΜΠΛ.: γειτονία του σημείου & γειτονιά του σημείου: ΜΑΘ. σύνολο σημείων που βρίσκονται σε ορισμένη απόσταση από ένα σημείο αναφοράς. [< γαλλ. voisinage d'un point ] ● ΦΡ.: καλής γειτονίας: ΠΟΛΙΤ. για αρμονική συνύπαρξη μεταξύ όμορων κρατών: αρχές/κλίμα/πολιτική/συνθήκες ~ ~. Η χώρα μας δημιουργεί/καλλιεργεί σχέσεις ~ ~ με ... [< αρχ. γειτονία, γαλλ. voisinage]

γέλιο

γέλιο γέ-λιο ουσ. (ουδ.): σύσπαση των μυών του προσώπου κατά την έκφραση ευχαρίστησης, ευθυμίας, ειρωνείας και o ήχος που παράγεται: αβίαστο/ακατάσχετο/αμήχανο/ασυγκράτητο/αυθόρμητο/άφθονο/γάργαρο/δυνατό/εκνευριστικό/θριαμβευτικό/κακαριστό/παιδικό/πνιχτό/προσποιητό/σαρκαστικό/σπασμωδικό/συγκρατημένο/τρανταχτό/τρελό/υποκριτικό/υστερικό/ψεύτικο ~. Έκρηξη/ταινία ~ου. Βγάζω/προκαλώ ~. Μου βγήκε ξινό το ~. Με πιάνουν/πάτησε τα ~ια. Είχαν πολύ ~ (: ήταν αστείοι). Το ~ είναι μεταδοτικό/υγεία. Μόλις είδαμε τα ρούχα του, βάλαμε κάτι/τα ~ια! Πβ. γέλως. Βλ. χαμόγελο.|| (εμφατ. σε εκφρ. που δηλώνουν πολύ γέλιο:) Κατουριέμαι/ξεραίνομαι/πεθαίνω από τα ~ια. Ξεκαρδίζομαι/ξεσπώ/σκάω/τρελαίνομαι στα ~ια. Έπεσε πολύ ~. Κάναμε πολλά ~ια. Ρίξαμε το ~ της αρκούδας. ● Υποκ.: γελάκι (το) 1. (υποκ.-συχνά ειρων.) γέλιο. 2. εμότικον με χαμόγελο. ΣΥΝ. φατσούλα (1) ● ΣΥΜΠΛ.: αέριο του γέλιου βλ. υποξείδιο του αζώτου, νευρικό γέλιο βλ. νευρικός, σαρδόνιο γέλιο βλ. σαρδόνιος ● ΦΡ.: για γέλια (μειωτ.-ειρων.): που είναι ανάξιο λόγου ή προκαλεί γέλιο: Το επιχείρημά σου είναι ~ ~ (= γελοίο). Η κατάσταση είναι σοβαρή, δεν είναι ~ ~., για γέλια και για κλάματα (ειρων.): για κάτι ή κάποιον που βρίσκεται σε κωμικοτραγική κατάσταση: ιστορίες ~ ~., λύνομαι/χτυπιέμαι στο γέλιο/στα γέλια (προφ.): γελώ πάρα πολύ: Με τις ατάκες του ~ ~! Χτυπιόμασταν κάτω απ' τα ~. Πβ. πεθαίνω στα γέλια., μου κόπηκε/μου πάγωσε το γέλιο (μτφ.): σταματώ να γελώ ή γενικότ. να έχω χαρούμενη διάθεση λόγω αναπάντεχου και δυσάρεστου γεγονότος., κρατώ την κοιλιά μου/πονάει η κοιλιά μου από τα γέλια βλ. κοιλιά, μου λύθηκε ο αφαλός από τα γέλια/από τον φόβο βλ. αφαλός, ξελιγώνομαι στα/από τα γέλια βλ. ξελιγώνω [< μεσν. γέλιο]

γενεά

γενεά γε-νε-ά ουσ. (θηλ.) (λόγ.): γενιά: αλληλεγγύη μεταξύ των ~ών. Διαδοχή/σύγκρουση (των) ~ών. ● ΣΥΜΠΛ.: εναλλαγή των γενεών: ΒΙΟΛ. η διαδοχική εμφάνιση δύο ή περισσοτέρων τρόπων αναπαραγωγής στον βιολογικό κύκλο ενός φυτού ή ζώου. Βλ. αμφι-, μονο-γονία. [< γαλλ. alternance de générations] , χάσμα (των) γενεών βλ. χάσμα ● ΦΡ.: γενεές (επί) γενεών & (επί) γενεές γενεών & επί γενεάς γενεών (λόγ.): για πάρα πολύ καιρό: Με το όνειρο της επιστροφής στην πατρίδα έζησαν γενεές ~ (πβ. ανέκαθεν). Παράδοση που συνεχίζεται επί ~ ~.|| Παραμύθια που έχουν γαλουχήσει γενεές ~ (: ολόκληρες γενιές)., περνώ κάποιον (από) γενεές δεκατέσσερις (λαϊκό): τον βρίζω άσχημα: Με πήρε τηλέφωνο και με πέρασε ~ ~. [< αρχ. γενεά]

γεράματα

γεράματα γε-ρά-μα-τα ουσ. (ουδ.) (τα) (προφ.): γηρατειά: Είχε καλά ~. Έζησε μέχρι/ως τα βαθιά ~. ΣΥΝ. γήρας ● ΦΡ.: (τον) πήραν τα γεράματα: άρχισε να γερνά: Δεν σε πήραν και τα ~!, (τώρα στα γεράματα), μάθε γέρο γράμματα (παροιμ.): είναι δύσκολο σε μεγάλη ηλικία να αποκτήσει κάποιος γνώσεις ή δεξιότητες ή γενικότ. να αλλάξει τρόπο ζωής. [< μεσν. γηράματα]

γίνομαι

γίνομαι γί-νο-μαι ρ. {έγινα (λαϊκό) γίνηκα, γίνει, (λόγ.) γινόμενος, γινωμένος} & (λαϊκό) γένομαι {γενεί, γενόμενος} 1. αποκτώ μια ιδιότητα, αναπτύσσομαι, διαμορφώνομαι· μεταβάλλομαι σε κάτι διαφορετικό: Πώς ~ μέλος του φόρουμ; Μερικοί λένε ότι ο άνθρωπος γεννιέται, δεν ~εται. Πώς έγινε (= δημιουργήθηκε) το Σύμπαν; Ο ουρανός έγινε μαύρος (= μαύρισε). Εκνευρίστηκε και έγινε έξω φρενών/πυρ και μανία. Γνωριστήκαμε και γίναμε φίλοι. Τα προβλήματά του έγιναν πιο μεγάλα (= μεγάλωσαν). Τι θέλεις να γίνεις, όταν μεγαλώσεις (: για επάγγελμα); Θέλεις να γίνεις γυναίκα μου (= να με παντρευτείς); Τα αίτια της έκρηξης δεν έχουν γίνει ακόμα γνωστά (= δεν έχουν γνωστοποιηθεί). Δεν είναι πια άρρωστος, έχει γίνει καλά (= έχει γιατρευτεί, θεραπευτεί).|| Με τη δράση των ενζύμων το γάλα ~εται γιαούρτι. Πβ. αλλάζω. Βλ. ξανα~, παρα~. 2. οδηγούμαι σε μια συνήθ. αρνητική κατάσταση, καταντώ: Μη ~εσαι παιδί (= μην παιδιαρίζεις), σκέψου ώριμα. Έτσι που έγιναν (= ήρθαν) τα πράγματα, τίποτα δεν μας σώζει. Έχει γίνει έρμαιο των παθών του. Τι θα γίνουν (= απογίνουν) τα φυτά μου, αν λείψω από το σπίτι; Και τώρα τι θα γίνουμε χωρίς εσένα; Πβ. καταλήγω. 3. μεταβάλλομαι αριθμητικά, φτάνω σε κάποιο αριθμό: Αν γίνουμε πολλοί, θα κλείσουμε τραπέζι. Από δύο που ήμασταν γίναμε πέντε (πβ. ανέρχομαι).γίνεται 1. πραγματοποιείται, συμβαίνει: Η δειγματοληψία ~ από επίσημη Αρχή (πβ. διεξάγεται, συντελείται). ~ονται έρευνες/μελέτες/πειράματα/προγράμματα επιμόρφωσης/σχέδια. Έγινε επεισόδιο/καβγάς/μάχη/πόλεμος/σεισμός/φασαρία. Τι θα γίνει άραγε, πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα; Πβ. λαμβάνει χώρα. Βλ. ξε~. 2. δημιουργείται, κατασκευάζεται· ετοιμάζεται· (για καρπό) ωριμάζει: Η μπίρα ~ από κριθάρι. Τα παιχνίδια γίνονται από ανακυκλώσιμα υλικά.|| Το φαγητό ~.|| Τα σύκα δεν έχουν γίνει ακόμη (βλ. γινωμένος). 3. (απρόσ. + να) είναι εφικτό, μπορεί να συμβεί: Δεν ~ να έρθω σήμερα, γιατί θα λείπω. ~ να συναντηθούμε λίγο αργότερα;|| Απίστευτο; Κι όμως, ~. Αυτό δεν ~, ξέχασέ το! 4. (απρόσ. + να) είναι δυνατόν: Δεν ~ να φταίω πάντα εγώ! Πώς ~ να είσαι τόσο αδιάφορη; (: πώς μπορείς να ...).|| Δεν ~ (= δεν πρέπει) να μιλάς έτσι! ● ΦΡ.: γίνομαι θέατρο/(δημόσιο) θέαμα/τσίρκο/νούμερο (μτφ.-προφ.): γελοιοποιούμαι, εκτίθεμαι δημόσια: Σταμάτα να γίνεσαι ~! ΣΥΝ. γίνομαι ρεζίλι/ρεντίκολο (των σκυλιών)/ρόμπα (ξεκούμπωτη), δεν γίνεται τίποτα 1. δεν μπορεί να προκύψει καλό αποτέλεσμα: Με γκρίνια/χωρίς δουλειά ~ ~. 2. δεν είναι δυνατόν να δοθεί λύση σε ένα πρόβλημα: Λυπάμαι, κύριέ μου, ~ ~ για την υπόθεσή σας!, δεν έγινε (και) τίποτα (προφ.): για να δηλωθεί ότι κάτι δεν είναι σοβαρό, άξιο σημασίας: Κοιτάξτε να τα βρείτε, ~ ~. Πβ. δεν χάθηκε/δεν χάλασε/δεν θα χαλάσει (κι) ο κόσμος., δεν ξέρεις τι σου γίνεται (προφ.): είσαι σε πλήρη σύγχυση, έχεις παντελή άγνοια: ~ ~, τα 'χεις χαμένα πια!|| ~ ~ από υπολογιστές. Στη χημεία δεν ξέρω τι μου ~. Πβ. έχω (μαύρα/βαθιά) μεσάνυχτα., έγινε! (προφ.-εμφατ.): εντάξει: -Θα τα πούμε το βράδυ. -~!, έγινε/γίνεται το έλα να δεις (προφ.): για μεγάλη φασαρία, αναστάτωση, σύγχυση. ΣΥΝ. έγινε κόλαση/της κολάσεως, και τι έγινε/και τι μ' αυτό; (προφ.): για δήλωση αδιαφορίας, για να υποτιμηθεί κάτι: Δεν πήγες καλά στο τεστ αλλά ~ ~; Πβ. ε, και; (ε) κι έπειτα/ύστερα; και λοιπόν; ΣΥΝ. τι σημασία έχει;, κουβέντα/λόγος να γίνεται & σε κουβέντα να βρισκόμαστε (συχνά ειρων.): για άσκοπη συζήτηση: Δεν καταλήξαμε κάπου, απλά ~ ~., ό,τι έγινε έγινε & (λόγ.) ο γέγονε γέγονε (ΚΔ): συγκαταβατικά για κάτι αρνητικό που φαίνεται ανεπανόρθωτο ή δύσκολα αναστρέψιμο: ~ ~, από εδώ και πέρα να δούμε τι θα κάνουμε ... Καλώς ή κακώς ~ ~ και δεν αλλάζει. ΣΥΝ. ό,τι έγινε/γίνεται δεν ξεγίνεται, ό,τι και να γίνει/ό,τι κι αν γίνει: ό,τι και να συμβεί, σε οποιαδήποτε περίπτωση: ~ ~, εμείς δεν το βάζουμε κάτω., πώς γίνεται/έγινε να .../και ...; (προφ.): πώς είναι δυνατόν να συμβαίνει: ~ ~ να μην μπορείς να βρεις μια δουλειά; Πώς έγινε και κάναμε το ίδιο λάθος;, τι γίνεται/τι έγινε; & τι γίνεσαι; (προφ.): τι κάνεις; πώς είσαι; ~ ~, είσαι καλά; (οικ.) Τι μου γίνεσαι;, τι θα γίνει; (προφ.): για δήλωση αγανάκτησης, εκνευρισμού: ~ ~ (επιτέλους/τέλος πάντων), θα μας αφήσετε ήσυχους;, τι να γίνει;: για δήλωση συγκατάβασης, συμβιβασμού: ~ ~, δεν μπορείς να τα έχεις όλα. ~ ~, ό,τι έγινε δεν αλλάζει., ως μη γενόμενο(ς)/γενόμενη (λόγ.): σαν να μην έχει γίνει: Απέκρυψε το γεγονός και το θεώρησε ως μη γενόμενο., (γίνεται) της ανωμαλίας βλ. ανωμαλία, (κάποιος) γίνεται χαλί να τον πατήσεις βλ. χαλί, γίναμε από δυο χωριά (χωριάτες) βλ. χωριό, γίναμε μαντάρα βλ. μαντάρα, γίναμε/θα γίνουμε βίδες βλ. βίδα, γίνεται (μεγάλος/πολύς) ντόρος βλ. ντόρος, γίνεται σαλάτα βλ. σαλάτα, γίνεται της κακομοίρας βλ. κακομοίρης, γίνεται της τρελής/μουρλής/παλαβής βλ. τρελός, γίνεται το σώσε βλ. σώσε, γίνεται/γίναμε μύλος βλ. μύλος, γίνομαι άλλος άνθρωπος βλ. άνθρωπος, γίνομαι άνθρωπος/κάνω κάποιον άνθρωπο βλ. άνθρωπος, γίνομαι αντιληπτός βλ. αντιληπτός, γίνομαι ένα (με κάποιον/κάτι) βλ. ένα, γίνομαι θηρίο βλ. θηρίο, γίνομαι κακός βλ. κακός, γίνομαι κώλος βλ. κώλος, γίνομαι λιώμα βλ. λιώμα, γίνομαι μπίλιες (με κάποιον) βλ. μπίλια, γίνομαι μπουρλότο βλ. μπουρλότο, γίνομαι πύραυλος βλ. πύραυλος, γίνομαι ρεζίλι/ρεντίκολο (των σκυλιών)/ρόμπα (ξεκούμπωτη) βλ. ρεζίλι, γίνομαι σκυλί βλ. σκυλί, γίνομαι/είμαι βάρος/φόρτωμα (σε κάποιον) βλ. βάρος, γίνομαι/είμαι κομμάτια βλ. κομμάτι, γίνομαι/είμαι περδίκι βλ. περδίκι, γίνομαι/είμαι πίτα βλ. πίτα, γίνομαι/είμαι σταφίδα βλ. σταφίδα, γίνομαι/είμαι στουπί/σκνίπα/φέσι/κουρούμπελο/λιώμα/ντέφι/ντίρλα/λιάρδα/κουνουπίδι βλ. στουπί, γίνομαι/είμαι τύφλα/τάπα στο μεθύσι βλ. τύφλα, δεν υπάρχει/δεν γίνεται/δεν χωράει (καμία) σύγκριση βλ. σύγκριση, έγινα ο ίσκιος/η σκιά κάποιου βλ. ίσκιος, έγινα/γίνομαι θυσία για κάποιον βλ. θυσία, έγινε βούκινο βλ. βούκινο, έγινε διπλός/διπλάσιος βλ. διπλός, έγινε καπνός βλ. καπνός, έγινε κάρβουνο βλ. κάρβουνο, έγινε λαγός βλ. λαγός, έγινε Λούης βλ. Λούης, έγινε πραγματικότητα βλ. πραγματικότητα, έγινε/είναι σμπαράλια βλ. σμπαράλια, έχω γίνει λάστιχο βλ. λάστιχο, κάνω (κάποιον) Τούρκο/γίνομαι Τούρκος βλ. Τούρκος, Τουρκάλα, κάνω (κάποιον)/γίνομαι βαπόρι/μπαρούτι βλ. βαπόρι, κάνω (κάτι)/(κάτι) γίνεται στάχτη βλ. στάχτη, κάνω κάποιον/γίνομαι μούσκεμα/παπί/λούτσα βλ. μούσκεμα, κάνω κάποιον/γίνομαι μπαλάκι βλ. μπαλάκι, κομμάτια/τσιμέντο να γίνει βλ. κομμάτι, μένω/γίνομαι στήλη άλατος βλ. στήλη, μου γίνεται/έγινε τσιμπούρι βλ. τσιμπούρι, ντέφι να γίνει βλ. ντέφι, ό,τι έγινε/γίνεται δεν ξεγίνεται βλ. ξεγίνεται, ό,τι θέλει ας γίνει/ας γίνει ό,τι θέλει βλ. θέλω, όπερ και εγένετο βλ. όπερ, πες το κι έγινε βλ. λέω, το αίμα νερό δεν γίνεται βλ. αίμα, το πάθημα (γίνεται/μου έγινε/να σου γίνει) μάθημα βλ. πάθημα, χώμα είμαστε και χώμα θα γίνουμε βλ. χώμα ● βλ. γινωμένος [< μτγν. γίνομαι]

γιορτή

γιορτή γιορ-τή ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) εορτή 1. εκδήλωση με επετειακό ή ευκαιριακό χαρακτήρα και πανηγυρική συμμετοχή, συνήθ. ομαδική· κατ' επέκτ. η μέρα κατά την οποία λαμβάνει χώρα: αποχαιρετιστήρια/εθνική (: η ~ της 28ης Οκτωβρίου/της 25ης Μαρτίου· βλ. αργία)/επίσημη/λαϊκή/παιδική/σχολική/τοπική ~. Αθλητική ~ (= εκδήλωση). Η τελετή έναρξης της ~ής. Πρόσκληση σε ~. (Δι)οργανώνω/κάνω μια ~.|| (για διοργάνωση ή θεσμό:) H ~ του βιβλίου/του κρασιού/της μουσικής/της μπίρας/του ούζου. Η ~ των λουλουδιών (= Πρωτομαγιά).|| (μέρα αφιερωμένη σε κατηγορία ανθρώπων:) Η ~ της γυναίκας/των ερωτευμένων/της μητέρας/του πατέρα.|| (γλέντι:) Μετά τη νίκη ακολούθησε ~ (βλ. πανηγυρισμός). Χθες είχαμε ~ (πβ. πάρτι). Βλ. φιέστα.|| (ΑΡΧ.) Βακχικές ~ές.|| (μτφ., αναγέννηση, χαρά:) Η άνοιξη είναι η ~ της φύσης. Βλ. οικο~. 2. μέρα του εκκλησιαστικού εορτολόγιου, συμβατικά καθορισμένη, κατά την οποία τιμάται η μνήμη θρησκευτικού γεγονότος ή Αγίου και συνεκδ. η ονομαστική γιορτή: πασχαλινή/χριστουγεννιάτικη ~. H ~ της Παναγίας/των Τριών Ιεραρχών. Ανήμερα/την παραμονή της ~ής του Αγίου Δημητρίου.|| Αύριο έχει τη ~ της (= γιορτάζει). Χρόνια πολλά για τη ~ σου!γιορτές & εορτές (οι): η περίοδος των Χριστουγέννων και σπανιότ. του Πάσχα: επίδομα/ωράριο εορτών (= εορταστικό). Ενόψει των εορτών ... Το εστιατόριο λειτουργεί καθημερινά εκτός αργιών και εορτών. Πώς τα πέρασες (σ)τις ~; Οι ~ έρχονται/πέρασαν. ● Υποκ.: γιορτούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: ακίνητη/σταθερή γιορτή βλ. ακίνητος, δεσποτική εορτή βλ. εορτή, θεομητορική εορτή βλ. εορτή, κινητή εορτή βλ. κινητός, ονομαστική εορτή βλ. ονομαστικός ● ΦΡ.: γιορτές/χαρές και πανηγύρια (προφ.): μεγάλη χαρά, ξεφάντωμα: Πήρε το πτυχίο του και έχουν ~ ~! Tον υποδέχτηκαν με ~ ~ (: με ενθουσιασμό). Πολύς κόσμος, φωνές ~ ~!|| Δεν έχω καμία διάθεση για ~ ~. Βλ. φανφάρα., καλές γιορτές!: ως ευχή, συνήθ. για τα Χριστούγεννα: ~ ~ και καλή χρονιά! ~ ~ με υγεία και ευτυχία!|| ~ ~ και Καλή Ανάσταση!, Κυριακή κοντή γιορτή (παροιμ.): για κάτι που θα συμβεί στο άμεσο μέλλον., μεγάλη γιορτή (μτφ.) 1. σημαντική, με ευρεία απήχηση: Η ~ ~ του Ελληνισμού/της Χριστιανοσύνης. Ο Δεκαπενταύγουστος είναι ~ ~. 2. σειρά εκδηλώσεων με σχετική διάρκεια: η ~ ~ του αθλητισμού/της μουσικής. Βλ. ιβέντ.|| (οργανωμένη δραστηριότητα με στόχο την ευρύτερη προβολή τομέα ή κίνησης:) H ~ ~ του βιβλίου/του εθελοντισμού/του πολιτισμού. [< γαλλ. grande fête] , δεν είναι κάθε μέρα τ' Άι-Γιαννιού/Πασχαλιά/Κυριακή/γιορτή βλ. Πασχαλιά2 [< μεσν. γιορτή]

γλώσσα

γλώσσα [γλῶσσα] γλώσ-σα ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -ης | -ες, -ών} 1. ΓΛΩΣΣ. φωνητικο-ακουστικό σύστημα συμβατικών σημείων μιας κοινότητας ανθρώπων για τη διατύπωση ή ανταλλαγή σκέψεων και πληροφοριών, καθώς και για την παγίωση και μετάδοση από γενιά σε γενιά εμπειρίας και γνώσης, το οποίο βασίζεται σε νοητικές διαδικασίες, καθορίζεται κοινωνικά και υπόκειται στην ιστορική εξέλιξη: αγγλική/αρχαία/βοηθητική/δημοτική/διεθνής/εθνική/ελληνική/μεσαιωνική/τοπική ~. Διάλεκτοι/ιδιωματισμοί/λέξεις (βλ. λεξιλόγιο)/μονάδες (βλ. φώνημα, μόρφημα)/μορφολογία (βλ. γραμματική) της ~ας. Ιστορία/προέλευση/σύνταξη μιας ~ας. Ανάλυση/γνώση/διδακτική/κακοποίηση/κωδικοποίηση/περιγραφή/προστασία/τυποποίηση (βλ. νόρμα)/χρήση της ~ας. Αδελφές/άκλιτες/ανάμικτες (βλ. κρεολή, λίνγκουα φράνκα, πίτζιν)/ασθενείς/ειδικές/ισχυρές/κλασικές/κλιτές/μειονοτικές/ξένες/συγγενικές/τονικές (βλ. κινέζικα) ~ες. Εργαστήριο/τυπολογία ~ών. Επαφή των ~ών. Διδάσκω μια ~. Λεξικό της ...~ας. Διδασκαλία της Νέας Ελληνικής ως ξένης ~ας. Μεταγραφή σε μια ~ (βλ. γκρίκλις). Μεταφράζω από μια ~ προς/σε μια άλλη. Μιλώ δύο/πολλές ~ες (βλ. δί-, πολύ-γλωσσος, γλωσσομάθεια). Βλ. λόγος, μεταγλώσσα, (συν)ομιλία, πρωτόγλωσσα.|| (με κεφαλ. Γ, το αντίστοιχο μάθημα) Η ~ της Γ' τάξης. 2. (ειδικότ.) ο προφορικός ή γραπτός λόγος, ο τρόπος έκφρασης ενός ατόμου, μιας ηλικιακής, κοινωνικής ή επαγγελματικής ομάδας, μιας επιστήμης ή εποχής: ανεπίσημη/απλή/αρχαΐζουσα/δημώδης/δόκιμη/ειδική (βλ. ζαργκόν)/επίσημη/επιστημονική/ιδιωματική/καθημερινή/καλλιεργημένη/κοινή/λαϊκή/λόγια/ομιλούμενη/παιδική/ποιητική/πρότυπη/σύγχρονη/τεχνική ~. ~ διδασκαλίας/επικοινωνίας/εργασίας. Η ~ του διαδικτύου/της διαφήμισης/του Δικαίου/των ειδήσεων/της λογοτεχνίας/της μετάφρασης/των ΜΜΕ/των νέων (βλ. κοινωνιόλεκτος)/της πιάτσας (βλ. αργκό)/ενός ποιητή (βλ. ιδιόλεκτος, στιλ, ύφος)/των πολιτικών/της τεχνολογίας. Ανεπαρκές/ικανοποιητικό επίπεδο ~ας. Η μουσικότητα της ~ας. Γράφω/διαβάζω/εκφράζομαι/επικοινωνώ/λέω κάτι σε μια ~. ~ και γραμματεία/ιδεολογία/κοινωνία/πολιτισμός/φύλο.|| Αγοραία/ανεπιτήδευτη/αυστηρή/αφηρημένη/βρόμικη/γλαφυρή/κατανοητή/κομψή/κυνική/κυριολεκτική/μεταφορική/περίτεχνη/πικρή/πλούσια/πρόστυχη/ρέουσα/σεξιστική/στρυφνή/στρωτή/συμβολική (: αλληγορική)/σύνθετη/χυδαία (βλ. λέξη ταμπού)/ωμή ~. Χρησιμοποίησε σκληρή ~. Έχει φαρμακερή ~ (: είναι φαρμακόγλωσσος). Βλ. βρομόγλωσσα.|| (μτφ.) Τρέχει η ~ του νεράκι (: μιλά με ευχέρεια). Βλ. διατύπωση. 3. ευκίνητο μακρόστενο μυώδες όργανο στη στοματική κοιλότητα και συνεκδ. οτιδήποτε έχει το συγκεκριμένο σχήμα: η διχαλωτή ~ του φιδιού. Η τραχιά ~ της γάτας. (ΜΑΓΕΙΡ.) Αρνίσια/βοδινή ~.|| Άσπρη/ροδαλή ~. Ο βλεννογόνος/οι θηλές/η κορυφή/η ρίζα/ο χαλινός της ~ας. Η ~ ως όργανο της γεύσης/της ομιλίας (βλ. αρθρωτής). Ξεράθηκε/στέγνωσε η ~ μου. Δάγκωσα/έκαψα τη ~μου. Πλαταγίζω τη ~ μου. Γλείφω με τη ~.|| Η ~ της καμπάνας/της κλειδαριάς (βλ. γλωσσίδι)/του κουδουνιού/του παπουτσιού. ~ες γης/στεριάς (βλ. λωρίδα, μύτη)/φωτιάς (βλ. φλόγα). 4. (μτφ.) μη λεκτικός τρόπος έκφρασης ή/και επικοινωνίας: η ~ της αγάπης/της αλήθειας/των αριθμών/της βίας/της εξουσίας/της ζωγραφικής/της καρδιάς/του κινηματογράφου/της λογικής/των λουλουδιών/των ματιών/της μουσικής/του χορού/του χρήματος/των χρωμάτων. Η ~ των ζώων/των μελισσών/των πουλιών.|| Η ~ του σώματος. Βλ. παρα~.|| ~ (των) σφυριγμάτων.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ες υπολογιστή. ~ HTML. Βλ. ψευδο~. 5. ΙΧΘΥΟΛ. θαλάσσιο ψάρι (οικογ. Soleidae) με ωοειδές πλατύ σώμα, λευκή εύγευστη σάρκα και μικρά, σκληρά λέπια: ~ καπνιστή. Φιλέτα ~ας. Βλ. ιππόγλωσσα. 6. ΦΙΛΟΛ. (σπανιότ.) απαρχαιωμένη ή άγνωστη λέξη ή έκφραση που χρειάζεται ερμηνεία (γλῶττα). ● Υποκ.: γλωσσίτσα (η) & γλωσσούλα (η) & γλωσσάκι (το): Βγάζει τη ~ του.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) Έχει κοφτερή ~! (: είναι ετοιμόλογος, καυστικός). ● Μεγεθ.: γλωσσάρα (η): (προφ.) Ο σκύλος τους έχει μία ~ να!|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) Έχει μια ~ ίσαμε το μπόι του! (: είναι πολύ αναιδής). ● ΣΥΜΠΛ.: γλώσσα μηχανής: ΠΛΗΡΟΦ. γλώσσα δυαδικών εντολών που είναι άμεσα εκτελέσιμες από τον επεξεργαστή: μετάφραση προγράμματος σε ~ ~. Βλ. κωδικοποίηση, συμβολική γλώσσα. [< αγγλ. machine language, 1971] , γλώσσα προγραμματισμού: ΠΛΗΡΟΦ. τυπικό σύστημα συμβόλων που χρησιμοποιείται για την επικοινωνία του ανθρώπου με τον ηλεκτρονικό υπολογιστή: συναρτησιακές ~ες ~. ~ες ~ υψηλού/χαμηλού επιπέδου. [< αγγλ. programming language, 1959] , δεύτερη γλώσσα: ΓΛΩΣΣ. αυτή που μαθαίνεται και χρησιμοποιείται από μη μητρικούς ομιλητές: η Ελληνική ως ~ ~. Βλ. μητρική/πρώτη γλώσσα., Ευρωπαϊκή Ημέρα Γλωσσών: η 26η Σεπτεμβρίου που καθιερώθηκε με αφορμή το Ευρωπαϊκό Έτος Γλωσσών (2001), προκειμένου να αντιληφθεί ο κόσμος τη σημασία της διά βίου εκμάθησης γλωσσών και να συνειδητοποιήσει τη γλωσσική πολυμορφία της Ευρώπης. [< αγγλ. European Day of Languages] , ζωντανή γλώσσα 1. που έχει φυσικούς ομιλητές, που ομιλείται σε συγχρονικό επίπεδο: ~ές και νεκρές γλώσσες.|| Η ~ ~ του λαού (: η δημοτική σε αντιδιαστολή με την καθαρεύουσα). 2. έντονο, ζωηρό ύφος. [< γαλλ. langue vivante] , η γλώσσα της σιωπής (μτφ.): μη λεκτικός τρόπος επικοινωνίας με τον οποίο μπορεί να δηλωθεί συγκατάβαση, συγκατάθεση, θαυμασμός, σεβασμός ή περιφρόνηση: Απάντησε με τη ~ ~ (πβ. η σιωπή μου προς απάντησή σου). [< αγγλ. the language of silence] , κανονική γλώσσα: ΠΛΗΡΟΦ. γλώσσα παραγόμενη από μια κανονική γραμματική: ~ ~ προγραμματισμού. [< αγγλ. regular language] , μητρική/πρώτη γλώσσα: ΓΛΩΣΣ. ο πρώτος γλωσσικός κώδικας που κατακτά το παιδί. Βλ. δεύτερη γλώσσα. [< γαλλ. langue maternelle/première] , νεκρή γλώσσα: που δεν μιλιέται πια. Βλ. γλωσσικός θάνατος. ΑΝΤ. ζωντανή γλώσσα (1) [< γαλλ. langue morte] , ξύλινη γλώσσα: άκαμπτη, τυποποιημένη, δογματική γλώσσα, συνήθ. της πολιτικής προπαγάνδας: η ~ ~ της γραφειοκρατίας/των κομμάτων/των πολιτικών. Βλ. κλισέ. [< γαλλ. langue de bois] , πύρινη γλώσσα 1. {συνηθέστ. στον πληθ.} φλόγα: ~ες ~ες έκαψαν χιλιάδες στρέμματα δάσους.|| (ειδικότ. ΘΕΟΛ., συμβολισμός του χαρίσματος που δέχθηκαν οι Απόστολοι από το Άγιο Πνεύμα την ημέρα της Πεντηκοστής, πβ. γλωσσολαλιά). 2. (μτφ.) ύφος, λόγος γεμάτος ένταση και πάθος: ρήτορες με ~ ~. Χρησιμοποίησε ~ ~ (: εξαπέλυσε μύδρους) κατά ..., τυπική γλώσσα 1. (στη μαθηματική Λογική και στην Πληροφ.) σύνολο από σειρές χαρακτήρων που ανήκουν σε ένα πεπερασμένο σύστημα στοιχείων (αλφάβητο): ~ ~ αναπαράστασης. Η γλώσσα προγραμματισμού είναι μία ~ ~. Βλ. αυτόματο, τυπική γραμματική. 2. συμβατικός, επιτηδευμένος τρόπος έκφρασης: η ~ ~ των δημοσίων εγγράφων/του σχολείου. [< αγγλ. formal language] , αναλυτικές γλώσσες βλ. αναλυτικός, απομονωμένη γλώσσα βλ. απομονωμένος, απομονωτικές γλώσσες βλ. απομονωτικός, γερμανικές γλώσσες βλ. γερμανικός, γλώσσα σήμανσης βλ. σήμανση, επίσημη γλώσσα βλ. επίσημος, Ευρωπαϊκό Πορτφόλιο/Χαρτοφυλάκιο Γλωσσών βλ. πορτφόλιο, ινδοευρωπαϊκές γλώσσες βλ. ινδοευρωπαϊκός, μητέρα γλώσσα βλ. μητέρα, νοηματική γλώσσα βλ. νοηματικός, νόσος της κυανής γλώσσας βλ. νόσος, οικογένεια γλωσσών/γλωσσική οικογένεια βλ. οικογένεια, πολυσυνθετική γλώσσα βλ. πολυσυνθετικός, ρομανικές/λατινογενείς/νεολατινικές γλώσσες βλ. ρομανικός, συγκολλητικές γλώσσες βλ. συγκολλητικός, συμβολική γλώσσα βλ. συμβολικός, συμπεριληπτική γλώσσα βλ. συμπεριληπτικός, συνθετικές γλώσσες βλ. συνθετικός, συνθηματική γλώσσα βλ. συνθηματικός, τεχνητή γλώσσα βλ. τεχνητός, τριχωτή γλώσσα βλ. τριχωτός, φυσική γλώσσα βλ. φυσικός ● ΦΡ.: βάζω χαλινάρι στη γλώσσα μου (μτφ.-προφ.): προσέχω ή μετριάζω τα λόγια μου., βγάζει γλώσσα (μτφ.-προφ.): μιλά προσβλητικά, με αναίδεια, αυθαδιάζει: Τολμάει και ~ ~; Για δες το μικρό, έβγαλε ~! Πβ. αντιμιλώ., βγάζω τη γλώσσα (σε κάποιον/κάτι): δείχνω τη γλώσσα μου σε κάποιον και κατ' επέκτ. κοροϊδεύω, περιφρονώ: Μου έβγαλε ~ ~ και χαμογέλασε αυτάρεσκα., γλώσσα-πηγή/γλώσσα-στόχος & γλώσσα αφετηρίας/γλώσσα αφίξεως: αυτή που μεταφράζεται και αυτή στην οποία καταλήγει η μετάφραση: Mεταφορά κειμένου από τη ~-πηγή στη ~-στόχο.|| (ΠΑΙΔΑΓ.) Διδασκαλία στη ~-στόχο. [< αγγλ. source language/target language, 1953] , δεν (το) πάει η γλώσσα μου (προφ.): διστάζω να μιλήσω από σεβασμό, ντροπή ή φόβο μήπως γίνω δυσάρεστος: ~ ~ να την κατηγορήσω. Έχω πολλά να πω, αλλά ~ ~., δεν βάζει γλώσσα μέσα (του) (προφ.): μιλάει αδιάκοπα, φλυαρεί: Δεν έβαζε ~ ~, λες κι είχε φάει γλιστρίδα., δένεται η γλώσσα μου (κόμπος) (μτφ.): δυσκολεύομαι να μιλήσω: Μου δέθηκε η ~ από την αγωνία. Ξαφνιάστηκε τόσο, που του δέθηκε η ~ του κόμπος και δεν είπε λέξη., έγινε η γλώσσα μου τσαρούχι/παπούτσι (μτφ.-προφ.): στέγνωσε (συνήθ. από τη δίψα)., έχει μεγάλη γλώσσα (προφ.-μτφ.) 1. & έχει μακριά/μια γλώσσα: αυθαδιάζει: ~ ~, πρόσεχε μη σε πιάσει στο στόμα της! 2. κολακεύει, για να εξυπηρετήσει το συμφέρον του. ΣΥΝ. γλείφω (2), έχω κάτι στην άκρη της γλώσσας μου (μτφ.): είμαι έτοιμος να πω ή να θυμηθώ κάτι: Μια στιγμή, στην ~ ~ το 'χω (: για λέξη ή έκφραση). [< γαλλ. avoir (un mot) sur le bout de la langue] , η γλώσσα κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει (παροιμ.): τα λόγια, συνήθ. τα κακοπροαίρετα σχόλια, μπορεί να πληγώσουν ανεπανόρθωτα: Σκέψου τι θα ξεστομίσεις, ~ ~., κακές γλώσσες & κακά στόματα: (μετωνυμ.) όσοι σχολιάζουν κακοπροαίρετα τους άλλους: ~ ~ διαδίδουν/επιμένουν/υποστηρίζουν ότι ... Οι ~ ~ δεν την έχουν πιάσει στο στόμα τους. Όπως λένε οι ~ ~... Βλ. καλοθελητής.|| Τον έφαγαν οι ~ ~ (= τον γλωσσόφαγαν)! [< γαλλ. (les) mauvaises langues] , μάζεψε τη γλώσσα σου (απειλητ.): πρόσεξε τα λόγια σου, μην αυθαδιάζεις, μη βρίζεις: Για ~ ~, σε παρακαλώ! ~ ~ λιγάκι και μην προσβάλλεις τους άλλους!, μάλλιασε η γλώσσα μου/(σπάν.) το στόμα μου (προφ.) & (σπάν.-λαϊκό) γάνιασε η γλώσσα μου: ως έκφραση αγανάκτησης για τη μάταιη επανάληψη του ίδιου πράγματος: ~ ~ να το λέω/το εξηγώ, μα πού ν' ακούσουν!, με τρώει η γλώσσα μου (μτφ.-προφ.): θέλω πολύ να πω κάτι που είναι αρνητικό, δυσάρεστο ή μυστικό: Μέρες τώρα ~ ~, αλλά κρατιέμαι., μιλώ άλλη/διαφορετική γλώσσα με κάποιον (μτφ.): έχουμε διαφορετικό τρόπο σκέψης: Δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε, μιλάμε ~ ~., μιλώ την ίδια γλώσσα με κάποιον (μτφ.): έχω τις ίδιες αντιλήψεις, κοινό κώδικα επικοινωνίας: Είναι νωρίς να λες ότι ~άτε την ίδια ~, αφού μόλις γνωριστήκατε., μου βγήκε η γλώσσα (μτφ.-προφ.): λαχανιάζω και κατ' επέκτ. ταλαιπωρούμαι: ~ ~ (έξω) ν' ανεβώ τις σκάλες.|| Του βγαίνει ~ ~ απ' την κούραση (= ξεθεώνεται). Πβ. μου βγαίνει η πίστη/η Παναγία/η ψυχή/το λάδι., φάε/δάγκωσε/κατάπιε τη γλώσσα σου! & που να φας τη γλώσσα σου!: (προφ., ως απάντηση) για αποτροπή αρνητικών προβλέψεων: ~ ~ (: πάψε, μη γρουσουζεύεις, μην κακομελετάς) όλα θα πάνε καλά! ΣΥΝ. κουνήσου από τη θέση σου, χτύπα/να χτυπήσω ξύλο!, (η γλώσσα/το στόμα του) στάζει/έχει μέλι βλ. στάζω, (η γλώσσα/το στόμα του) στάζει/έχει φαρμάκι/δηλητήριο/κακία/χολή βλ. στάζω, αλέθει η γλώσσα του/της βλ. αλέθω, γλώσσα παπούτσι, μυαλό κουκούτσι βλ. παπούτσι, γλώσσα/γλώττα λανθάνουσα (τ' αληθή/(την) αλήθεια(ν) λέγει) βλ. λανθάνων, η γλώσσα του/της πάει ροδάνι βλ. ροδάνι, θα σου κόψω τη γλώσσα βλ. κόβω, κατάπιε τη γλώσσα του βλ. καταπίνω, λύνεται η γλώσσα μου βλ. λύνω, μπερδεύω τα λόγια μου/τη γλώσσα μου/τα μπερδεύω βλ. μπερδεύω, να μην προτρέχει η γλώσσα της διανοίας/της σκέψης βλ. προτρέχω, πιπέρι στο στόμα/στη γλώσσα! βλ. πιπέρι, πριν μιλήσεις, βούτα τη γλώσσα στο μυαλό σου βλ. βουτώ, στέγνωσε το σάλιο/η γλώσσα/ο λαιμός/το λαρύγγι μου βλ. στεγνώνω, το έχω στο στόμα/στη γλώσσα (μου) βλ. στόμα [< αρχ. γλῶσσα, γαλλ. langue, αγγλ. language, γερμ. Sprache]

γριά

γριά γρι-ά ουσ. (θηλ.) 1. (συνήθ. μειωτ.) ηλικιωμένη γυναίκα: ο γέρος κι η ~. Πβ. γερόντισσα, γιαγιά, γραία.|| (κ. ως επίθ.) ~ γειτόνισσα. Είναι ~. Βλ. καλο-, κωλό-, μουστό-, μπαμπό-, παλιό-, σκατό-γρια. ΑΝΤ. νέα, νεαρή. 2. (προφ.) (συνήθ. + κτητ. αντων.) χαρακτηρισμός ηλικιωμένης γυναίκας από τον σύζυγο ή τα παιδιά της: Πήγε να δει τη ~ του (= τη μάνα του). ● Υποκ.: γριούλα (η): Βλ. κυρούλα. ● ΣΥΜΠΛ.: γριά αλεπού βλ. αλεπού, μαλλί της γριάς βλ. μαλλί ● ΦΡ.: καλόμαθε/γλυκάθηκε η γριά στα σύκα (θα φάει/κι έφαγε και τα συκόφυλλα) & γλυκάθηκε η γριά στο μέλι, θα φάει και το κουβέλι (παροιμ.): για να δηλωθεί ο εθισμός σε απολαύσεις και η δυσκολία με την οποία κάποιος τις αποχωρίζεται., εδώ ο κόσμος καίγεται/χάνεται και η γριά/το μουνί χτενίζεται βλ. χτενίζω, η γριά/η παλιά (η) κότα έχει το ζουμί βλ. ζουμί, λέγε λέγε το κοπέλι, κάνει την κυρά/τη γριά και/να θέλει βλ. κοπέλι ● βλ. γέρος [< μεσν. γριά ]

δαίμονας

δαίμονας δαί-μο-νας ουσ. (αρσ.) {δαιμόνων} & (λόγ.) δαίμων 1. το πνεύμα του κακού: Ο ~ κατέλαβε το σώμα του/νικήθηκε. Ξορκίζω τον ~α. Πβ. διάβολος, σατανάς. 2. (μτφ.) έξυπνος ή μοχθηρός άνθρωπος: Βρίσκει λύσεις σε όλα τα προβλήματα· είναι σκέτος ~! ● ΣΥΜΠΛ.: διάβολος της Τασμανίας βλ. Τασμανία ● ΦΡ.: κακός δαίμονας (μτφ.): μεγάλος εχθρός, ανυπέρβλητο εμπόδιο, που δύσκολα μπορεί να αντιμετωπίσει κάποιος., ο δαίμων/ο δαίμονας του τυπογραφείου & (σπάν.) της φωτοσύνθεσης: υποτιθέμενη αιτία τυπογραφικών λαθών ή παραλείψεων σε κείμενα: Ο ηλεκτρονικός ~ ~ έδρασε/χτύπησε και άλλαξε τα στοιχεία!, στο δαίμονα!: για έκφραση οργής ή αγανάκτησης: Πού ~ ~ είναι;, απειλεί θεούς και δαίμονες βλ. απειλώ, έχει το(ν) διά(β)ολο μέσα του βλ. διάβολος, θεοί και δαίμονες βλ. θεός. [< 1: μεσν. δαίμονας 2: γαλλ. démon, αγγλ. demon] ΔΑΙΜΟΝΑΣ

δάχτυλο

δάχτυλο δά-χτυ-λο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ύλου} & δάκτυλο 1. καθεμία από τις αρθρωτές οστέινες απολήξεις των άνω και κάτω άκρων του ανθρώπου και των ζώων: λεπτά/μακριά/χοντρά ~α. Τα πέντε ~α του χεριού (βλ. αντίχειρας, δείκτης, μέσος, παράμεσος, μικρός). Η μητέρα κούνησε απειλητικά το ~, γιατί κάναμε αταξία. Μετράει με τα ~α. Αγγίζω κάτι με τις άκρες των ~ων (ΣΥΝ. ακρο~).|| (συνεκδ.) Γάντια με κομμένα/χωρίς ~α (: που δεν καλύπτουν τα δάχτυλα). 2. (συνεκδ.) μέτρο ύψους ή ποσότητας ίσης με το πάχος ενός δαχτύλου: ένα ~ λικέρ/ουίσκι. Τα βιβλία είχαν ένα ~ σκόνη (: πάρα πολύ). Το παντελόνι θέλει ένα ~ κόντεμα (: λιγάκι). ● ΦΡ.: (πατώ/περπατώ) στις άκρες των δαχτύλων: χωρίς να κάνω θόρυβο, προσεκτικά. Πβ. στις μύτες (των ποδιών)., βάζω (κάπου) το δάχτυλό/το δαχτυλάκι μου (μτφ.): παρεμβαίνω, αναμειγνύομαι, έχω συμμετοχή σε κάτι, συνήθ. κρυφά ή ύπουλα: Κάποιος φαίνεται ότι έβαλε ~ του και ακυρώθηκε η συμφωνία. Βλ. ξένος δάκτυλος., δεν κουνά/δεν σηκώνει ούτε το δαχτυλάκι του/ούτε το μικρό του δαχτυλάκι (μτφ.): δεν καταβάλλει την παραμικρή προσπάθεια: Θέλει να του έρθουν όλα βολικά, χωρίς να κουνήσει ~., δεν τον φτάνεις/δεν του μοιάζεις ούτε στο νυχάκι/(μικρό του) δαχτυλάκι/δάχτυλο (εμφατ.): (για πρόσ.) δεν μπορείς να συγκριθείς μαζί του, γιατί είναι πολύ καλύτερος από σένα., κρύβομαι πίσω από το δάχτυλό μου (μτφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): προσπαθώ να κρύψω κάτι φανερό και γνωστό, υπεκφεύγω: Δεν μασάω τα λόγια μου ούτε ~ ~. Πβ. εθελοτυφλώ., με το δάχτυλο στη σκανδάλη (μτφ.): είμαι έτοιμος να πυροβολήσω και (ιδ. κατ' επέκτ.) να αμυνθώ, να αντιδράσω σε πιθανή απειλή: Βρίσκονται ~ ~., μετριούνται/είναι μετρημένοι στα δάχτυλα (του ενός χεριού): πολύ λίγοι, ελάχιστοι: Οι πραγματικοί φίλοι ~ ~. [< γαλλ. on peut les compter sur les doigts (d'une main)] , όλα τα δάχτυλα (του χεριού) δεν είναι ίδια/ίσα (μτφ.): για δήλωση διαφοράς ή ανισότητας, κυρ. για ανθρώπους., όποιο δάχτυλο κι αν κόψεις, πονάει (παροιμ.): οι γονείς στενοχωριούνται εξίσου, όταν συμβεί κάτι κακό σε οποιοδήποτε από τα παιδιά τους., παίζω στα δάχτυλα (μτφ.-προφ.) 1. γνωρίζω πολύ καλά, έχω ευχέρεια σε κάτι: Παίζει τους νόμους/όλα τα είδη μουσικής ~. Βλ. αυθεντία, εξπέρ. 2. μεταχειρίζομαι κάποιον με επιδεξιότητα, ώστε να κάνει ό,τι θέλω: Πώς του επιτρέπετε να σας παίζει ~; Πβ. είναι/τον έχω του χεριού μου. Βλ. χειραγωγώ., τον δείχνουν με το δάχτυλο (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): είναι δακτυλοδεικτούμενος., βάζω το δάχτυλο στο μέλι βλ. μέλι, γλιστρά (μέσα) από τα δάχτυλά/από τα χέρια μου βλ. γλιστρώ, θα/να μυρίσω τα δάχτυλά μου/τα νύχια μου; βλ. μυρίζω, να γλείφεις (και) τα δάχτυλά σου! βλ. γλείφω, σταυρώνω τα δάχτυλά μου βλ. σταυρώνω [< μεσν. δάχτυλο(ν), γαλλ. doigt, αγγλ. finger]

Δευτέρα

Δευτέρα Δευ-τέ-ρα ουσ. (θηλ.): η δεύτερη ημέρα της εβδομάδας (με πρώτη την Κυριακή) και πρώτη εργάσιμη: ~ απόγευμα/βράδυ/μεσημέρι/πρωί. ~ 11 Απριλίου. Θα επιστρέψει την επόμενη/ερχόμενη ~. Η προθεσμία έληξε την περασμένη ~. Την πρώτη/τελευταία ~ του μήνα. Από ~ ξεκινάω μαθήματα. Ξημερώματα ~ας. Τις ~ες/κάθε ~ έχω γυμναστήριο. Βλ. δευτεριάτικος, τσαγκαροδευτέρα. ● ΣΥΜΠΛ.: Καθαρά/Καθαρή Δευτέρα: ΕΚΚΛΗΣ. η πρώτη ημέρα νηστείας της Μεγάλης Σαρακοστής. Βλ. Κούλουμα. ΣΥΝ. Καθαροδευτέρα, Μεγάλη Δευτέρα (συντομ. Μ. Δευτέρα): ΕΚΚΛΗΣ. η Δευτέρα της Μεγάλης Εβδομάδας. ● ΦΡ.: της Κυριακής χαρά και της Δευτέρας λύπη βλ. Κυριακή [< μτγν. Δευτέρα]

δεύτερος

δεύτερος, η, ο δεύ-τε-ρος αριθμητ. τακτ. {κ. (λόγ.) γεν. αρσ./ουδ. δευτ-έρου, (λόγ.) θηλ. δευτέρα} (σύμβ. 2ος, Β' ή β', ΙI) 1. που αντιπροσωπεύει τον αριθμό δύο (2) σε μια ακολουθία ή σειρά: ~ος: αγώνας/γάμος/γύρος/κύκλος/μήνας/τόμος. ~η: ανάγνωση/βαθμίδα/δοκιμή/δόση/εβδομάδα/έκδοση/ενότητα/κατοικία/σελίδα/τάξη/φάση. ~ο: δεκαπενθήμερο/επεισόδιο/επίπεδο/ερώτημα/έτος/ημίχρονο/θέμα/μέρος/παιδί/παράδειγµα/πτυχίο/σκέλος/τεύχος/τμήμα/φύλλο.|| Φίλιππος ο ~ (B'). Ο ~ (Β’) Παγκόσμιος Πόλεμος. 2. που βρίσκεται αμέσως μετά τον πρώτο σε μια ιεραρχική κλίμακα: ~ος: αντιπρόεδρος/νικητής/ρόλος. ~η: ομάδα/φωνή. ~ο: βραβείο/ρεκόρ. Έμεινε/ήρθε/κατετάγη/τερμάτισε ~. ~ στην κατάταξη. Η ~η θέση της βαθμολογίας/της κατηγορίας/του ομίλου/του πρωταθλήματος.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~η: κλίση. ~ο: πρόσωπο.|| (κατ' επέκτ.) Προϊόντα ~ης ποιότητας (= ευτελή, κατώτερα, φτηνιάρικα). 3. (επι)πρόσθετος, εναλλακτικός, συμπληρωματικός: ~ος: δρόµος/λογαριασμός/τρόπος. ~η: γνώμη/επιλογή/ονομασία/προσπάθεια. ~ο: αντίγραφο/εισόδημα. Πβ. επιπλέον. 4. που συνδέεται με δεύτερο βαθμό συγγένειας: ~ος: θείος. ~η: ξαδέλφη. Συγγενής ~έρου βαθμού. 5. (για κάποιον, κάτι) συγκρίσιμο με κάτι άλλο, παρόμοιο: Έγινε/ήταν (σαν)/στάθηκε ~ πατέρας για μένα. Χώρα που έγινε η ~η πατρίδα του. Πβ. καινούργιος, νέος. Βλ. άλλος. ● Ουσ.: δευτέρα (η) 1. (κ. με κεφαλ. Δ) ενν. τάξη σχολικής βαθμίδας (σύμβ. Β΄). 2. ενν. ταχύτητα οχήματος: Πάτα συμπλέκτη και βάλε ~. 3. ΜΑΘ. ενν. δύναμη αριθμού: 2 στη ~ (22 = 2 Χ 2). Υψώνουμε τον αριθμό εις τη/στη ~. ΣΥΝ. τετράγωνο (2) [< γαλλ. la seconde] , δεύτερος (ο) 1. ενν. όροφος: Ανεβαίνω/μένω στον ~ο. 2. (συνήθ. στη γεν., σε ανάγνωση ημερομηνίας γραμμένης με αριθμούς) ενν. μήνας, ο Φεβρουάριος: στις 3/2 (: τρεις ~έρου). 3. ΝΑΥΤ. ο δεύτερος στην ιεραρχία μηχανικός σε επιβατηγό ή εμπορικό πλοίο. ● ΣΥΜΠΛ.: δεύτερη θέση: οικονομική θέση, κυρ. σε πλοίο, τρένο: εισιτήριο/επιβάτες ~ης ~ης. Βλ. πρώτη θέση., δεύτερη φύση (μτφ.-εμφατ.): για στοιχείο άμεσα συνδεδεμένο με κάποιον ή πολύ οικείο σε αυτόν: Όταν συνηθίζεις κάτι, σου γίνεται ~ ~. [< γαλλ. seconde nature] , δεύτερο χέρι: για επανάληψη βαψίματος, πλυσίματος, ξεπλύματος· το ίδιο χρώμα του δεύτερου βαψίματος: (Ξε)πλένω τα ρούχα ~ ~.|| Πέρασα και το ~ ~ στον τοίχο., Δευτέρα Παρουσία βλ. παρουσία, δεύτερη Ανάσταση/Εσπερινός της Αγάπης/Αγάπη βλ. ανάσταση, δεύτερη γλώσσα βλ. γλώσσα, δεύτερη νιότη/νεότητα/εφηβεία βλ. νιότη, δεύτερη σκέψη βλ. σκέψη, δεύτερο (λεπτό) βλ. λεπτό, δεύτερο αντάρτικο βλ. αντάρτικο, πρώτης (Α')/δεύτερης (Β')/τρίτης (Γ')/τελευταίας διαλογής βλ. διαλογή, πρώτο/δεύτερο βιολί βλ. βιολί, πρώτου/δευτέρου/τρίτου βαθμού βλ. βαθμός, σε πρώτο/δεύτερο πλάνο βλ. πλάνο, σχολείο δεύτερης ευκαιρίας βλ. σχολείο, το ασθενές/ωραίο/δεύτερο/αδύναμο/αδύνατο φύλο βλ. φύλο ● ΦΡ.: από δεύτερο χέρι 1. για μεταχειρισμένα προϊόντα: βιβλία/ρούχα/συσκευές/υλικά ~ ~. Αγοράζω/ψωνίζω ~ ~. Πβ. χρησιμοποιημένος. 2. με διαμεσολάβηση, έμμεσα, χωρίς άμεση πρόσβαση στις αρχικές πηγές: διηγήσεις ~ ~. Πληροφορίες ~ ~. Βλ. από πρώτο χέρι. [< γαλλ. de seconde main] , για δεύτερη φορά: ξανά: πρωταθλητής ~ ~. ~ ~ μέσα σε έναν μήνα., κάθε δεύτερη μέρα/κάθε δεύτερο χρόνο: μέρα παρά μέρα, χρόνο παρά χρόνο: Τους επισκέπτομαι ~ ~ μέρα., κατά δεύτερο λόγο/κατά δεύτερον: για να δηλωθεί ότι κάτι κατέχει τη θέση που βρίσκεται αμέσως μετά την πρώτη., κατεβαίνει/παίζει με τα δεύτερα (προφ.): (συνήθ. στο ποδόσφαιρο) για ομάδα που αγωνίζεται με πολλούς αναπληρωματικούς ή νεαρούς και άπειρους παίκτες., το έν(α) δεύτερο: το ήμισυ ενός συνόλου (σύμβ. 1/2): ~ ~ του πληθυσμού/του συνόλου/της τιμής., χωρίς δεύτερη σκέψη (εμφατ.): αμέσως, χωρίς ενδοιασμό: Ανταποκρίθηκε ~ ~.|| (κατ' επέκτ.) Χωρίς ~η ματιά/προειδοποίηση., δεν υπάρχει άλλος/δεύτερος σαν (και/κι) αυτόν βλ. υπάρχω, έξις, δευτέρα φύσις βλ. φύση, κάλλιο/καλύτερα πρώτος στο χωριό, παρά δεύτερος στην πόλη βλ. χωριό, σε δεύτερη μοίρα βλ. μοίρα, τελευταίος (/δεύτερος/τρίτος) και καταϊδρωμένος βλ. καταϊδρωμένος, χωρίς δεύτερη κουβέντα/συζήτηση βλ. κουβέντα [< 1,2,3,4: αρχ. δεύτερος 5: γαλλ. second]

δίκαιος

δίκαιος, η, ο δί-και-ος επίθ. 1. που είναι σύμφωνος με το δίκαιο: ~ος: αγώνας/διακανονισμός/όρος. ~η: αμοιβή/απαίτηση/αποζημίωση/διανομή (κληρονομιάς)/διεκδίκηση/δίκη/επιλογή/κρίση/μεταχείριση/ποινή/πολιτική/ρύθμιση. ~ο: αίτημα. Είναι ~ο να/που ... (: ορθό, πρέπον, σωστό). Αν θέλουμε να είμαστε ~οι, … Η διεθνής κοινότητα αναζητά μια ~η και βιώσιμη λύση/διευθέτηση του ζητήματος.|| (για πρόσ.) ~ος: εξεταστής/κριτής (= ακριβο~, αμερόληπτος, αντικειμενικός, ΑΝΤ. μεροληπτικός). ΑΝΤ. άδικος (1) 2. δικαιολογημένος: ~ος: εκνευρισμός/χαρακτηρισμός. ~η: αγανάκτηση/αντίδραση/αντιμετώπιση/αυστηρότητα/δυσφορία/έκρηξη οργής/επιθυμία. ~ο: παράπονο. ΑΝΤ. αδικαιολόγητος (1) 3. επάξιος: ~ος: έπαινος. ~η: αναγνώριση/επιτυχία/νίκη. ● ΣΥΜΠΛ.: εναλλακτικό και αλληλέγγυο εμπόριο βλ. εμπόριο ● ΦΡ.: (βρέχει) επί δικαίους και αδίκους (ΚΔ, λόγ.) & (εσφαλμ.) επί δικαίων και αδίκων: (συνήθ. για κάτι δυσάρεστο) προς όλους ανεξαιρέτως: Η υποψία αιωρείται ~ ~., κοιμάται τον ύπνο του δικαίου βλ. ύπνος, τίμια/δίκαια πράγματα! βλ. τίμιος ● βλ. δίκαια [< αρχ. δίκαιος]

δόντι

δόντι δό-ντι ουσ. (ουδ.) {δοντ-ιού | -ιών} 1. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. καθένα από τα οστεοειδή όργανα, εμφυτευμένα στις φατνίες των γνάθων, τα οποία προορίζονται για τη μάσηση της τροφής και την άρθρωση των φθόγγων: κούφιο/σάπιο/στραβό/χαλασμένο/χρυσό ~. Η ρίζα, ο αυχένας και η μύλη του ~ιού (: τα τρία μέρη του). Ο πολφός του ~ιού (: οδοντική θηλή). Εξαγωγή/θήκη/στεφάνη/σφράγισμα ~ιού. Αραιά/ίσια/καλοσχηματισμένα/κοφτερά/τεχνητά ~ια. Αστραφτερά/λαμπερά ~ια (βλ. χαμόγελο). Τα τριανταδύο μόνιμα ~ια του ανθρώπου (: τέσσερις κοπτήρες, δύο κυνόδοντες, τέσσερις προγόμφιοι, έξι γομφίοι σε κάθε γνάθο). Η αδαμαντίνη/οδοντίνη/οστεΐνη των ~ιών. Τα ούλα των ~ιών. Νόσοι/φλεγμονές των ~ιών (: τερηδόνα, ουλίτιδα). Ανατολή/κιτρίνισμα των ~ιών. Υγιεινή/φροντίδα των ~ιών (: βούρτσισμα, καθαρισμός, λεύκανση, φθορίωση). Καθημερινή περιποίηση των ~ιών (με οδοντόκρεμα, οδοντικό νήμα, αντισηπτικό στόματος). Ασβέστιο για γερά ~ια. Πονάει το ~ μου (: έχω πονόδοντο). Του τρόχισε το ~ (: ο οδοντίατρος). Του λείπει ένα ~ (βλ. φαφούτης). Πλένω τα ~ια μου. Κόβω (κάτι) με τα ~ια (βλ. δαγκώνω, μασώ).|| (για παιδί:) Του κουνιέται το ~. Άλλαξε ~ια. Βλ. οδοντοστοιχία, τραπεζίτης, φρονιμίτης.|| (για ζώο) ~ια λύκου/σκύλου. Σαρκοφάγο ψάρι με ισχυρά ~ια. ΣΥΝ. οδούς 2. (κατ' επέκτ.) αιχμηρή προεξοχή αντικειμένου και γενικότ. καθετί που μοιάζει με δόντι: τα ~ια του τροχού/της τσατσάρας. Βλ. τόρμος. ● Υποκ.: δοντάκι (το) (οικ.): Το μωρό έβγαλε τα πρώτα του ~ια.|| Μαχαίρι/πριόνι με ~ια (= οδοντωτό). ● Μεγεθ.: δοντάρα (η), δοντάρες (οι) ● ΣΥΜΠΛ.: νεογιλά δόντια βλ. νεογιλός ● ΦΡ.: δείχνει τα δόντια/τα νύχια (του) (μτφ.): επιδεικνύει τη δύναμή του: ~ ~ απειλητικά. Η Επιτροπή έδειξε ~ της, επιβάλλοντας υψηλό πρόστιμο., δεν είναι για τα δόντια του (μτφ.-προφ.): για τις δυνατότητές του, για τις δυνάμεις του., έβγαλε το χρυσό δοντάκι (μτφ.-προφ.): (για μικρό συνήθ. παιδί) μετέλαβε, κοινώνησε., έχει (γερό/μεγάλο) δόντι (μτφ.-προφ.): έχει μέσον, γνωριμίες. Πβ. βύσμα, έχει άκρες, έχει (γερές) πλάτες., μέσα από τα δόντια (του) (μτφ.-προφ.): χωρίς να ακούγεται καθαρά τι λέει: Μουρμούρισε/ψέλλισε/ψιθύρισε κάτι ~ ~ (συνήθ. θυμωμένος)., μιλάω/τα λέω έξω από τα δόντια: με παρρησία, με απόλυτη ειλικρίνεια, χωρίς φόβο και περιστροφές: Είναι αποφασισμένος να τα πει/να μιλήσει ~ ~, ακόμα κι αν στενοχωρήσει μερικούς. Πβ. απερίφραστα, ορθά-κοφτά, σταράτα., πονάει δόντι, βγάζει μάτι (παροιμ.): σε περιπτώσεις που ο τρόπος αντιμετώπισης μιας προβληματικής κατάστασης είναι εντελώς ακατάλληλος: Προσπαθούν να λύσουν τα προβλήματα με τη μέθοδο του ~ ~., πονάει το δοντάκι του (μτφ.-προφ.): είναι ερωτευμένος., ακονίζω τα δόντια μου βλ. ακονίζω, γλίτωσα/σώθηκα/μ' έσωσε απ' του χάρου τα δόντια βλ. χάρος, ήλιος με δόντια βλ. ήλιος, με νύχια και με δόντια βλ. νύχι, οπλισμένος/αρματωμένος σαν αστακός βλ. αστακός, πονάει κεφάλι, κόβει κεφάλι & πονάει δόντι, βγάζει δόντι βλ. κεφάλι, σου χαρίζουν γάιδαρο και τον κοιτάς στα δόντια βλ. χαρίζω, σφίγγω το στόμα/τα δόντια/τα χείλη βλ. σφίγγω, τρίζω τα δόντια (σε κάποιον) βλ. τρίζω [< μεσν. δόντι(ο)ν]

δρόμος

δρόμος δρό-μος ουσ. (αρσ.) 1. μακρόστενη επιφάνεια εδάφους που πλαισιώνεται συνήθ. από σπίτια ή/και κτίρια και έχει χαραχθεί και διαμορφωθεί έτσι, ώστε να κινούνται σε αυτήν άνθρωποι ή/και κυρ. οχήματα: αγροτικός/αδιέξοδος (βλ. αδιέξοδο)/αμαξιτός/ανηφορικός/αστικός/άστρωτος (βλ. χωματόδρομος)/ασφαλτοστρωμένος/δασικός/δευτερεύων (πβ. παράδρομος)/δημόσιος/δύσβατος/εθνικός/ελικοειδής/επαρχιακός/επικίνδυνος/έρημος/ευθύς/ιδιωτικός/κατηφορικός/κεντρικός (βλ. λεωφόρος)/κύριος/πλακόστρωτος/πλατύς/πολυσύχναστος/στενός/φιδωτός ~. ~ προτεραιότητας. ~ μονής/διπλής (βλ. αρτηρία, αυτοκινητόδρομος) κατεύθυνσης. ~ με κίνηση/κλειστές στροφές/(διαχωριστική) νησίδα. ~ για τους πεζούς (βλ. πεζόδρομος). Κατάστρωμα (πβ. οδόστρωμα)/κράσπεδο/όνομα/πλευρά/ρείθρο/χάραξη του ~ου. Διασταύρωση ~ων (βλ. σταυροδρόμι). (Δι)ανοίχτηκε ~. Ο ~ είναι ανοιχτός. Διασχίζω/περνώ/φτιάχνω τον ~ο. Περπατώ στον ~ο. Γυρίζει/περιφέρεται στους ~ους. Ζωγράφος/καλλιτέχνης (του) ~ου (βλ. πλανόδιος, υπαίθριος). Το δωμάτιο βλέπει στο(ν) ~ο. Σε ποιο ~ο μένει; ΣΥΝ. οδός (1) 2. (ειδικότ.) μετάβαση από έναν τόπο ή σημείο σε άλλο, η απόσταση που διανύεται και η διαδρομή που ακολουθείται· διέξοδος, πέρασμα: (ως ευχή) Καλό ~ο (= ταξίδι)! Σε όλο το ~ο τη σκεφτόμουν. (κυριολ. κ. μτφ.) Έχουμε να διανύσουμε/να κάνουμε πολύ ~ο ακόμα. Μια ώρα/μιας ώρας ~. Πέντε χιλιόμετρα ~. Βρίσκω/μπερδεύω τον ~ο. Μου ζήτησε να του δείξω τον ~ο. Συνέχισαν τον ~ο τους και έφτασαν στον προορισμό τους. Ποιος είναι ο συντομότερος ~; Από ποιο ~ο ήρθες; Ακολουθώ τον ίδιο ~ο/τον ~ο που οδηγεί στην παραλία. Είμαι/επιστρέφω στον ~ο για/προς ... Θα πάω να τον δω, είναι στον ~ο μου. Με έφαγαν οι ~οι (= με κούρασαν οι μετακινήσεις).|| Εναέριοι/θαλάσσιοι/υδάτινοι ~οι (= πορείες των αεροπλάνων ή των πλοίων).|| (μτφ.) Μουσικοί ~οι (: μουσικές διαδρομές).|| Βρίσκω ~ο μέσα από ... (προφ.) Ανοίξτε ~ο (: για διέλευση μέσα από πλήθος κόσμου). Βλ. διάδρομος. 3. (μτφ.) η τακτική και οι ενέργειες για την επίτευξη ενός στόχου, οι επιλογές που γίνονται ή οι δυνατότητες που προσφέρονται και κατ' επέκτ. η πορεία που ακολουθείται στη ζωή, η χρονική της διάρκεια και οι συνακόλουθες εμπειρίες: ο ~ της αρετής/της ελπίδας/της ευτυχίας/της κακίας/της προσφοράς/του χρέους. Ο (βέβαιος) ~ προς τη δόξα/την ειρήνη/την ενωμένη Ευρώπη/την επιτυχία/την κορυφή/το κύπελλο/τη μάθηση. Ο ~ για υγεία και ευεξία. Υπάρχει κι άλλος ~ πέρα από τον φανατισμό και τη μισαλλοδοξία. Η πορεία προς τη γνώση δεν είναι ~ στρωµένος µε ροδοπέταλα (: δεν είναι εύκολη). Ο ~ που οδηγεί στη λύση του προβλήματος (= μέθοδος, τρόπος). Δύσβατος ο ~ της μεταρρύθμισης. Οι ~οι μας είναι διαφορετικοί, αλλά ο στόχος κοινός. Βλ. πρόδρομος.|| Παράλληλοι ~οι (βλ. βίοι παράλληλοι). Έχει να επιλέξει ανάμεσα σε δύο ~ους. Διαλέγω το(ν) δύσκολο/εύκολο ~ο. Βαδίζει στον ~ο του καθήκοντος. Βρίσκεται/επανήλθε στον σωστό ~ο. Διασταυρώθηκαν/συναντήθηκαν/χώρισαν οι ~οι μας. 4. ΑΘΛ. αγώνισμα στο οποίο οι αθλητές τρέχουν και νικητής αναδεικνύεται ο ταχύτερος: ~ 100/200/400/800/1.500 μέτρων. ~ ημιαντοχής/ταχύτητας. 5. ΤΕΧΝΟΛ. γραμμή, κανάλι μετάδοσης ή παροχής: ~ διάδοσης. ● Υποκ.: δρομάκι (το) & δρομάκος & (λόγ.) δρομίσκος (ο): στη σημ. 1: γραφικό/ερημικό/χωμάτινο ~ (βλ. σοκάκι). Τα στενά ~ια με τα παραδοσιακά σπίτια. Περιπλανήθηκα στα μικρά, δαιδαλώδη ~ια του κάστρου. Βλ. μονοπάτι. ● ΣΥΜΠΛ.: αγώνας δρόμου 1. ΑΘΛ. συναγωνισμός αθλητών, επαγγελματιών ή μη, στο τρέξιμο: λαϊκός ~ ~. ~ ~ αγοριών και κοριτσιών. 2. (μτφ.) για ταχύτατες ενέργειες της τελευταίας στιγμής, προκειμένου να επιτευχθεί ένας στόχος: Έχουν αποδυθεί/επιδοθεί σε ~α ~ για να προλάβουν ..., εμπορικός δρόμος & εμπορική οδός 1. που έχει πολλά καταστήματα, εμπορικά κέντρα και κατ' επέκτ. ιδιαίτερη εμπορική και αγοραστική κίνηση: οι ακριβότεροι ~οί ~οι. 2. διεθνής οδικός άξονας στον οποίο διακινούνται εμπορεύματα: ~οί ~οι που συνδέουν τη Δύση με την Ανατολή.|| Θαλάσσιος ~ ~ από και προς τον Εύξεινο Πόντο., παιδί του δρόμου: που στερείται την οικογενειακή φροντίδα, είναι άστεγο και συχνά οδηγείται στην επαιτεία ή την παρανομία: βοήθεια/υποστήριξη στα ~ιά ~. Πρόγραμμα/προστασία/τηλεμαραθώνιος αγάπης για τα ~ιά ~. Βλ. αλητάκι, παιδιά των φαναριών. [< γαλλ. enfant des rues] , ταινία δρόμου: ΚΙΝΗΜ. με θέμα την περιπλάνηση ανήσυχων ή/και περιθωριακών ανθρώπων που ξεκινούν ένα μακρύ ταξίδι χωρίς καθορισμένη συνήθ. πορεία. ΣΥΝ. ρόουντ μούβι [< αγγλ. road movie] , ανώμαλος δρόμος βλ. ανώμαλος, βασιλική οδός/βασιλικός δρόμος βλ. βασιλικός, δρόμος αντοχής βλ. αντοχή, θεάματα (του) δρόμου βλ. θέαμα, θέατρο (του) δρόμου βλ. θέατρο, ίσιος δρόμος βλ. ίσιος, Μαραθώνιος Δρόμος βλ. μαραθώνιος, ο δρόμος του μαρτυρίου βλ. μαρτύριο, ο δρόμος/η οδός του μεταξιού βλ. μετάξι, οδός/δρόμος ταχείας κυκλοφορίας βλ. οδός, περιφερειακή (οδός/λεωφόρος)/περιφερειακός (δρόμος) βλ. περιφερειακός ● ΦΡ.: (γυναίκα) του δρόμου (μειωτ.): πόρνη και γενικότ. γυναίκα με ανήθικη συμπεριφορά: Γνώρισε/έμπλεξε με μια ~ ~. Της συμπεριφέρεται σαν να είναι καμιά ~ ~ (πβ. του πεζοδρομίου)., (ο) δρόμος (της) επιστροφής (κυριολ. κ. μτφ.): ερχομός, γυρισμός, επάνοδος: Ο ~ ~ είναι δύσκολος/εύκολος/κλειστός. Αναζητούν έναν ~ο επιστροφής στο ειδυλλιακό παρελθόν., (παίρνω τον) κακό/στραβό δρόμο (μτφ.): για παρέκκλιση από τις καθιερωμένες αξίες και κατ' επέκτ. για κακή εξέλιξη: Πήρε τον ~ ~ κι έμπλεξε (πβ. παραστρατώ). Τον παρέσυρε στον ~ (τον) ~. Τον απομάκρυνε/έβγαλε από τον ~ ~.|| Τι συνέβη και πήραν τα πράγματα ~ ~; Βλ. ίσιος δρόμος., ανοίγει νέους/καινούργιους δρόμους: δημιουργεί νέες προοπτικές ή κατευθύνσεις, καινοτομεί: ~ ~ στις επιχειρηματικές δραστηριότητες/στην έρευνα/στη σκέψη/στην τεχνολογία. ~ονται ~οι ~οι για ... Με το έργο του άνοιξε ~ ~. Πβ. ανοίγει (νέους) ορίζοντες., αφήνω/παρατώ κάποιον στο(ν) δρόμο & (εμφατ.) στους πέντε δρόμους (μτφ.): αφήνω κάποιον χωρίς στέγη, εργασία, προστασία., βγαίνω από το(ν) δρόμο (μου) 1. (για όχημα) εκτρέπομαι, (για πρόσ.) δεν ακολουθώ την προγραμματισμένη πορεία: Το αυτοκίνητο βγήκε ~ (του) και ανατράπηκε. Βγήκαν ~ τους, για να μας βοηθήσουν. 2. (μτφ.) παρεκτρέπομαι, ξεστρατίζω: Παρόλο που δεν είχα λεφτά, δεν βγήκα ~ ~., βγαίνω/κατεβαίνω/βρίσκομαι/είμαι στους δρόμους & στον δρόμο: συμμετέχω σε διαδηλώσεις, κινητοποιήσεις ή πανηγυρισμούς: Βγήκαν ~ για τα δικαιώματά τους.|| Τα προβλήματα βγάζουν τον κόσμο στους δρόμους., βρέθηκε στο(ν) δρόμο 1. δεν έχει πού να μείνει, τα μέσα για να ζήσει: ~ ~ με τα ανήλικα παιδιά της. Βρέθηκαν ~ και δεν μπορούν να βρουν δουλειά. ΣΥΝ. είναι στο(ν) δρόμο (2), μένω στον δρόμο (2) 2. συνάντησε κάποιον ή κάτι: Δυστυχώς, δεν ~ ~ τους κανένας, για να τους βοηθήσει. Πολλά εμπόδια βρέθηκαν ~ του., βρίσκω κάτι στο(ν) δρόμο (μτφ.): εξασφαλίζω κάτι εύκολα ή τυχαία: Την αληθινή φιλία δεν τη ~εις ~., βρίσκω το(ν) δρόμο (μου) (μτφ.) 1. επιλέγω τον τρόπο ζωής, το επάγγελμα που με ικανοποιεί, αποφασίζω ποια πορεία θα ακολουθήσω στη ζωή: Κατάφερε να βρει ~ της, παρά τις αντιξοότητες. 2. (συνήθ. στο γ' πρόσ. χωρ. την κτητική αντωνυμία) ανακαλύπτω τον τρόπο επίτευξης ενός στόχου: Βρήκε τον δρόμο προς τη νίκη., δρόμο παίρνω, δρόμο αφήνω (συνήθ. σε παραμύθια, στο γ' πρόσ.): κάνω μεγάλη απόσταση με τα πόδια, οδοιπορώ: ~ ~ει (και) φτάνει στο ποτάμι., δρόμο! (προφ.): φύγε, εξαφανίσου, μακριά από 'δω: άντε, ουστ, ~! Πάρε τα πράγματά σου και ~!, δρόμος μετ' εμποδίων 1. ΑΘΛ. αγώνισμα τρεξίματος με εμπόδια: ~ ~ 110 μέτρων. 2. (μτφ.) προσπάθεια που γίνεται με δυσκολίες και προβλήματα: ~ ~ η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε ορισμένες χώρες., δρόμος χωρίς επιστροφή/γυρισμό (μτφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): που δεν δίνει τη δυνατότητα επανόδου στην προηγούμενη κατάσταση: Τα ναρκωτικά είναι ~ ~. Πβ. ταξίδι χωρίς επιστροφή/γυρισμό.|| Η νίκη στις εκλογές είναι ~ ~ (= μονόδρομος) για την παράταξη., έδωσα δρόμο σε κάποιον/κάτι (προφ.-μειωτ.): διώχνω κάποιον ή πετώ κάτι: Δεν άντεξα πια και του ~ ~ (= τον έδιωξα, του έδωσα πόδι). Το κινητό βγήκε ελαττωματικό και του ~ ~. Μην το σκέφτεσαι, δώσ' του ~!, είναι στο(ν) δρόμο 1. κατευθύνεται κάπου: Είναι ~ κι έρχονται. ΣΥΝ. καθ' οδόν. 2. είναι πάμφτωχος, δεν έχει πού να μείνει: Πεινούν και είναι ~ (= βρέθηκαν, έμειναν στον δρόμο)., ένα τσιγάρο/δυο τσιγάρα δρόμος (λαϊκό): πολύ μικρή απόσταση: Η παραλία είναι ~ ~ από την πόλη., έχω (ακόμα) δρόμο μπροστά μου (μτφ.): πρέπει να προσπαθήσω κι άλλο για να τα καταφέρω: Η κατάσταση άρχισε να βελτιώνεται, αλλά έχουμε ~ ~ μας., κλείνω/φράζω/κόβω το(ν) δρόμο (κυριολ. κ. μτφ.): εμποδίζω κάποιον ή κάτι να προχωρήσει: Σηκώθηκε απότομα και μου έκλεισε/έκοψε ~.|| Του έκοψε ~ προς την επιτυχία. Έφραξε ~ στη συνεργασία., κόβω δρόμο: διανύω μια απόσταση, ακολουθώντας την πιο σύντομη διαδρομή: Έκοψε ~ μέσα απ' το δάσος., με φέρνει/με βγάζει ο δρόμος (προφ.): περνώ από κάπου, έχοντας ορισμένο προορισμό: Όποτε με φέρει ~ (μου), θα περάσω να σας δω., μεγάλωσε στο(ν) δρόμο/στους δρόμους: για παιδιά και νέους που δεν γνώρισαν τη φροντίδα της οικογένειας ή συγγενικού προσώπου: Ζούσαν μόνα τους, έχοντας μεγαλώσει ~., μένω στον δρόμο 1. δεν μπορώ να συνεχίσω τη διαδρομή ή το ταξίδι μου, συνήθ. λόγω βλάβης του οχήματος ή έλλειψης καυσίμων: Έμεινε ~ και έφτασε τελικά στον προορισμό του με μεγάλη καθυστέρηση.|| (σπανιότ.) Το αυτοκίνητο με άφησε ~ (= χάλασε). 2. & μένω στους πέντε δρόμους: είμαι φτωχός και άστεγος: Έχασε τη δουλειά του και έμεινε ~ (= βρέθηκε, είναι στον δρόμο)., ο δρόμος είναι ανοιχτός και τα σκυλιά δεμένα (παροιμ.): για να δηλωθεί ότι κάποιος μπορεί να φύγει, όποτε θελήσει., ο δρόμος του Θεού/του Χριστού: ενάρετος βίος, τρόπος ζωής σύμφωνα με τις εντολές του Κυρίου., ο τρίτος δρόμος: πρόταση, λύση, δυνατότητα που θεωρείται εναλλακτική ανάμεσα σε δύο ακραίες· ειδικότ. μετριοπαθές πολιτικό πρόγραμμα που βασίζεται στη γενική συναίνεση: ~ ~ για την απασχόληση/υγεία. [< αγγλ. third way, 1949] , παίρνω δρόμο 1. φεύγω χωρίς καθυστέρηση, εξαφανίζομαι: Πήραν ~ κι όπου φύγει φύγει (πβ. το βάζω στα πόδια). Πάρε ~! 2. χάνω τη δουλειά μου, απολύομαι· γενικότ. με διώχνουν: Θα πάρεις ~ απ' αυτή τη γειτονιά!, παίρνω το(ν) δρόμο & τραβώ το(ν) δρόμο 1. (συνήθ. + για/προς) πηγαίνω, κατευθύνομαι σε ένα μέρος: ~ει ~ για το σπίτι του. ~ουν ~ προς το βουνό. Πήρε ~ του γυρισμού. 2. (+ γεν.) (μτφ.) οδηγούμαι σε κάτι: Η εταιρεία ~ει ~ του χρηματιστηρίου. Τα έργα πήραν ~ της υλοποίησης. Η υπόθεση πήρε ~ της δικαιοσύνης., παίρνω τον καλό δρόμο: ζω ενάρετα και κατ' επέκτ. κάνω τη σωστή επιλογή. [< γαλλ. prendre le bon chemin] , παίρνω τους δρόμους: βγαίνω έξω, γυρνώ άσκοπα, περιπλανιέμαι: ~ ~ και σε ψάχνω. Πήραν ~ χωρίς να ξέρουν για πού., πάνω στο(ν) δρόμο (μτφ.): κατά μήκος της διαδρομής, δεξιά ή αριστερά: ~ ~ για το αεροδρόμιο θα συναντήσετε το μοναστήρι., πετώ κάποιον στο(ν) δρόμο: τον διώχνω από το σπίτι ή τη δουλειά του: Πέταξαν ~ τόσες οικογένειες. Τους προσέλαβε για δυο μήνες κι ύστερα τους πέταξε ~., πετώ κάτι στον δρόμο (μτφ.-προφ.): κατασπαταλώ: Πέταξε ~ τόσα λεφτά., σε καλό δρόμο/σε καλή πορεία (μτφ.): για ομαλή, ευνοϊκή εξέλιξη με προοπτικές επιτυχίας: ~ ~ οι έρευνες της Αστυνομίας. Η ελληνική οικονομία βρίσκεται/είναι ~ ~. [< γαλλ. sur le bon chemin] , στα μισά του δρόμου 1. στη μέση της απόστασης. 2. (μτφ.) για ημιτελή προσπάθεια: Η ανάκαμψη βρίσκεται ακόμη ~ ~., στη μέση του δρόμου: στο μέσο της οδού και κατ' επέκτ. σε εξωτερικό χώρο, συνήθ. μπροστά σε πολύ κόσμο: Πετάχτηκε/στάθηκε/χόρευε ~ ~., τα πράγματα πήραν το(ν) δρόμο τους & αφήνω τα πράγματα να πάρουν τον δρόμο τους: οι υποθέσεις, οι καταστάσεις δρομολογήθηκαν, άρχισαν να υλοποιούνται: Με πήραν στη δουλειά και από κει και πέρα ~ ~. Αφήστε τα πράγματα να πάρουν ~, δεν χρειάζεται να πιέζετε καταστάσεις. || Όλα πήραν το δρόμο τους. [< αγγλ. let things take their course] , τραβώ το(ν) δρόμο μου & τον δικό μου δρόμο (μτφ.): ακολουθώ τη δική μου ανεξάρτητη πορεία: Δεν τα βρήκαν και η κάθε πλευρά τράβηξε ~ της. Τράβα ~ σου και άσε τον κόσμο να λέει., χάνω το(ν) δρόμο (μου) (κυριολ. κ. μτφ.): ξεστρατίζω: Έχασα ~ και βρέθηκα αλλού., χαράζω δρόμο 1. (μτφ.) καθορίζω πορεία ζωής, καταστρώνω σχέδιο, προγραμματίζω κάτι: Εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο ...! 2. προσδιορίζω τη θέση οδού: ~ουν ~ους κάθετους προς την παραλία., (εδώ) χωρίζουν οι δρόμοι μας βλ. χωρίζω, αλλάζω δρόμο βλ. αλλάζω, ανοίγω (τον) δρόμο βλ. ανοίγω, δρόμος στρωμένος με αγκάθια βλ. στρώνω, ο δρόμος για/προς την κόλαση είναι στρωμένος με καλές προθέσεις βλ. κόλαση, ο δρόμος της καμήλας βλ. καμήλα, όλοι οι δρόμοι οδηγούν στη Ρώμη βλ. Ρώμη1, στρώνω το(ν) δρόμο βλ. στρώνω [< αρχ. δρόμος, γαλλ. chemin, rue, αγγλ. way 5: αγγλ. route] ΔΡΟΜΟΣ

εαυτός

εαυτός [ἑαυτός] ε-αυ-τός αυτοπ. αντων. {προηγείται πάντα το οριστικό άρθρο και ακολουθεί κάποιος από τους αδύνατους τ. της προσ. αντων. στη γεν. (μου, σου, του, μας, σας, τους)}: εγώ, εσύ, ... (ο ίδιος): Να είσαι ο ~ σου (πβ. αυθεντικός, γνήσιος)! Δεν είμαι ο ~ μου (= δεν με αναγνωρίζω). Νιώθει σίγουρος/ντρέπεται/φοβάται για τον ~ό του. Παραμελώ/περιποιούμαι/σέβομαι/φροντίζω τον ~ό μου. Την ξέρω καλύτερα κι από τον ίδιο της τον ~ (= πάρα πολύ καλά). Δεν εμπιστεύεται κανέναν, παρά μόνο τον ~ό του (πβ. δύσπιστος). Παιδί που αποκτά την αίσθηση/συνείδηση του ~ού του (= εγώ, πβ. αυτο-αντίληψη, -εικόνα). Είναι ένα κομμάτι/μέρος του ~ού μου. Έδειξε μια άγνωστη πλευρά/πτυχή του ~ού της. Έκανα ένα δώρο στον ~ό μου. Κοιτάζουν μόνο τους ~ούς τους. Πβ. είναι, προσωπικότητα, ταυτότητα, χαρακτήρας. ● ΣΥΜΠΛ.: πράγμα καθ' εαυτό βλ. πράγμα ● ΦΡ.: (αυτός) καθ' (ε)αυτόν/καθ(ε)αυτόν, (αυτοί) καθ' (ε)αυτούς/καθ(ε)αυτούς (λόγ.): (αυτός) ο ίδιος, όχι σε σύγκριση ή σχέση με άλλον: Ο τουρισμός ~ ~ είναι ισχυρός κλάδος ανάπτυξης. Οι γενετικές μελέτες δεν είναι κακές ~ές ~ές. Δεν θα σταθώ στα καθ' εαυτά σχόλια περισσότερο απ' όσο πρέπει. [< αρχ. αὑτοί καθ' αὑτούς] , (ξανα)βρίσκω τον εαυτό μου: συνέρχομαι, ανακάμπτω, ορθοποδώ: Έκανα ένα ταξίδι, ηρέμησα και βρήκα ~. Η ομάδα ξαναβρήκε τον ~ της στο τέλος του πρωταθλήματος. , (ξανα)βρίσκω/θυμάμαι τον (παλιό) καλό εαυτό μου: ανακτώ τη θετική συμπεριφορά ή την καλή επίδοση που είχα κατά το παρελθόν: Με βοήθησε πολύ να βρω ~ ~., αφ' εαυτού/αφεαυτού (μου/του/της) & (θηλ.) αφ' εαυτής/αφεαυτής (επίσ.) 1. από μόνος μου/του/της: Η κατάσταση ~ής δεν είναι άσχημη. 2. με δική μου/σου ... βούληση: ~ού μου και αυτοθέλητα. Ξεστομίζω κάτι ~ού μου. Ενεργεί/αποφασίζει ~ού του. Πβ. αυτόβουλα., δίνω/δείχνω τον καλύτερό μου εαυτό: καταβάλλω τη μεγαλύτερη δυνατή προσπάθεια, συμπεριφέρομαι όσο καλύτερα γίνεται: Αν και δεν κυνηγώ το μετάλλιο, υπόσχομαι ότι θα δώσω ~ ~. Είναι αποφασισμένοι να δείξουν τον ~ τους ~ στην παράσταση., εαυτούς και αλλήλους (λόγ.): τους εαυτούς μας/σας/τους και τους άλλους: Οικτίρουν/συγχαίρουν ~ ~. Ας είμαστε ειλικρινείς προς ~ ~ (= αναμεταξύ μας). , καθαυτό & καθεαυτό & καθ' αυτό & καθ' εαυτό (λόγ.) : κατ’ εξοχήν, κυρίως, πρώτιστα, προπαντός: Αναπτύσσονται δραστηριότητες ~ (= καθαρά) εμπορικές. Τα έργα καλύπτουν τόσο τον ~ χώρο της ζωγραφικής όσο και του θεάτρου. [< αρχ. καθ΄ αὑτό] , κρατάω για τον εαυτό μου 1. δεν αποκαλύπτω, δεν φανερώνω: Κάποια πράγματα καλό θα ήταν να τα κρατάς ~ ~ σου. ΣΥΝ. κρατάω (κάτι) μέσα μου 2. δεν δίνω σε άλλους: Το αγουρέλαιο οι ελαιοπαραγωγοί το κρατούν συνήθως ~ ~ τους., κρίνω από τον εαυτό μου {συνήθ. στο α' κ. β' πρόσ. εν.}: χρησιμοποιώ ως κριτήριο τα δικά μου βιώματα, τον δικό μου τρόπο σκέψης: Αν ~ ~, ... Μην ~εις ~ σου, εσύ μπορεί να έχεις άλλες ανάγκες. ΣΥΝ. κρίνω εξ ιδίων (τα αλλότρια), ξεπερνώ τον εαυτό μου 1. σημειώνω την καλύτερή μου επίδοση σε έναν τομέα ή αντιμετωπίζω κάτι αρνητικό με επιτυχία: Ο αθλητής ξεπέρασε ~ του και τις προσδοκίες όλων. 2. (ειρων.) δείχνω τη χειρότερη συμπεριφορά μου: Ήξερα ότι λες ψέματα, όμως αυτή τη φορά ξεπέρασες ~ σου. , τα βάζω/τα έχω με τον εαυτό μου: είμαι θυμωμένος μαζί του, τον κατηγορώ: Τα έχω βάλει ~ ~ που δεν μπορώ να κόψω το κάπνισμα. Πβ. έχω κάτι/τα έχω με κάποιον., τα βρίσκω με τον εαυτό μου: συμφιλιώνομαι μαζί του, τον αποδέχομαι: Όταν τα βρεις με τον ~ό σου, θα τα βρεις και με τους άλλους. , (είμαι) σκιά του εαυτού μου βλ. σκιά, αφήνω τον εαυτό μου ελεύθερο βλ. αφήνω, βασανίζω το μυαλό/το κεφάλι/τον εαυτό/τη σκέψη/την ψυχή μου βλ. βασανίζω, βέβαιος για τον εαυτό μου βλ. βέβαιος, εκτός εαυτού βλ. εκτός, έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του βλ. ιδέα, κλείνομαι στον εαυτό μου βλ. κλείνω, κύριος/κυρία του εαυτού μου βλ. κύριος, λέω (από) μέσα μου/απομέσα μου/στον εαυτό μου βλ. λέω, ο σώζων εαυτόν σωθήτω βλ. σώζω [< αρχ. ἑαυτοῦ, μεσν. ο εαυτός μου]

εβδομάδα

εβδομάδα [ἑβδομάδα] ε-βδο-μά-δα ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -άδος} & (προφ.) βδομάδα: χρονική περίοδος επτά ημερών που αρχίζει την Κυριακή και τελειώνει το Σάββατο (ή σύμφωνα με ό,τι ισχύει διεθνώς ξεκινά τη Δευτέρα και λήγει την Κυριακή) και γενικότ. κάθε χρονικό διάστημα επτά ημερών: η επόμενη/ερχόμενη/προηγούμενη/προσεχής/τρέχουσα ~. Καλημέρα και καλή ~! Κάθε ~. Μια φορά (βλ. εβδομαδιαίος)/δυο φορές την ~. Στις αρχές/εντός/κατά τη διάρκεια/στα μέσα (= μεσοβδόμαδα)/στο τέλος της ~ας (βλ. σαββατοκύριακο).|| Δύσκολη/κρίσιμη/ναυτική/πολιτιστική ~. ~ (= επταήμερο) αγροτουρισμού/διακοπών/εξελίξεων/επιστήμης και τεχνολογίας/κινητοποιήσεων/προσαρμογής. ~ γνωριμίας με την οικολογική γεωργία. Εκδηλώσεις/προσφορές/ταινίες της ~ας. ~ες διδασκαλίας. Παγκόσμια ~ οδικής ασφάλειας. Η πρώτη ~ του μήνα. Πριν από/για/σε μια ~. Δόθηκε παράταση μιας ~ας για ... Βλ. διαβολοβδομάδα. ● ΣΥΜΠΛ.: εβδομάδα επικοινωνίας & (σπάν.) εισαγωγική εβδομάδα: η πρώτη εβδομάδα του ακαδημαϊκού εξαμήνου, κατά την οποία σε κάποιες σχολές γίνεται παρουσίαση του πανεπιστημιακού χώρου στους πρωτοετείς φοιτητές και πραγματοποιούνται οι εγγραφές., εργάσιμη εβδομάδα: ο συμφωνημένος χρόνος παρεχόμενης εργασίας σε μία εβδομάδα: ~ ~ πέντε ημερών., η Μεγάλη Εβδομάδα & η Εβδομάδα των Αγίων Παθών: ΕΚΚΛΗΣ. η τελευταία εβδομάδα της Σαρακοστής, πριν από την Κυριακή του Πάσχα, κατά την οποία οι Χριστιανοί τιμούν τα πάθη του Χριστού. ΣΥΝ. μεγαλοβδομάδα, η εβδομάδα/Κυριακή της Κρεοφάγου βλ. κρεοφάγος, η εβδομάδα/Κυριακή της Τυροφάγου βλ. τυροφάγος, Ναυτική Εβδομάδα βλ. ναυτικός, Πράσινη Εβδομάδα βλ. πράσινος ● ΦΡ.: εβδομάδα των παθών βλ. πάθος, μετράω μέρες/ώρες/εβδομάδες βλ. μετρώ [< μεσν. εβδομάδα]

είμαι

είμαι [εἶμαι] εί-μαι ρ. {είσαι, είναι, είμαστε, είστε (προφ.) είσαστε, είναι | παρατ. ήμουν(α), μτχ. όντας, με αφαίρεση της αρχικής συλλαβής συνήθ. στον προφ. λόγο: να 'μαι/'σαι/'ναι/'μαστε/'σαστε | για τους υπόλοιπους χρόνους δανείζεται τ. από άλλα ρήματα, όπως υπάρχω, γίνομαι, διατελώ, στέκομαι} 1. (συνδετ.) για δήλωση ιδιότητας, ποιότητας, διάθεσης: (+ επίθ.) ~ αθώος/άρρωστος/ελεύθερος/ο καλύτερος/μόνος. Είσαστε τρελοί. (+ αντων.) Πόσοι είναι; Ποιο είναι το πρόβλημα; Τι ώρα είναι; (+ ουσ.) ~ καθηγητής. Είναι γεγονός/δικαίωμά σου/λάθος/μυστικό. Τι ομάδα είσαι (= υποστηρίζεις); (+ μτχ.) ~ ευτυχισμένος/πεπεισμένος/υποχρεωμένος. Βλ. παρα~.|| Είναι αυτό που χρειάζομαι/ό,τι πρέπει.|| (+ γεν.) Πόσων χρονών είσαι; Είναι της αρεσκείας μου/της μόδας/του χαρακτήρα μου. Τίνος είναι (= σε ποιον ανήκει) το ...; 2. υπάρχω, βρίσκομαι σε μια κατάσταση, σε έναν χώρο ή μια χρονική φάση: ~ (ακόμα) εδώ. Πώς είσαι; (= τι κάνεις;) Είναι κανείς εκεί; ~ εκτός τόπου και χρόνου. Η συναυλία είναι (= γίνεται, πραγματοποιείται) αύριο το βράδυ στις οκτώ. Πού είναι το περίεργο;|| (+ με) ~ με τον φίλο μου. ~ με (= φορώ) τις πιτζάμες.|| (+ για) Δεν ~ τώρα για γλέντια. Δεν είσαι για αυτή τη δουλειά (: δεν σου ταιριάζει).|| (+ σε) ~ σε δίλημμα/φόρμα. ~ στο εξωτερικό/σπίτι. Είναι (: έχει μείνει) δυο χρόνια στην ίδια τάξη.|| (+ χωρίς) ~ χωρίς (: δεν έχω) λεφτά.|| (+ επίρρ.) ~ καλά/χάλια. Έτσι ~ εγώ κι αν σου αρέσει. Είμαστε μαζί.|| Από πού είσαι (= κατάγεσαι); Το κείμενο είναι από το βιβλίο ... (= προέρχεται).|| (σε αφήγηση) Ήταν κάποτε ένας βασιλιάς ... Ήταν τότε που ...είναι: ως απρόσ.: ~ ανάγκη/δυνατόν/δύσκολο/σωστό να ... ~ να τραβάς τα μαλλιά σου/να τρελαίνεσαι με αυτά που λέει. Ήταν να μην πάρω φόρα! Είναι που του το υποσχέθηκα, αλλιώς ... Το θέμα ~ να/ότι ...|| ~/ήταν (= πρόκειται/επρόκειτο) να έρθει απόψε. Αν είναι να συμβεί, θα συμβεί. ● ΦΡ.: (είμαι) ... που να μην ήμουν (προφ.): ως απευχή: Ήταν κι αυτός εκεί, που να μην ήταν., αυτός είσαι! (εμφατ.-προφ.): ως έκφραση θαυμασμού, ικανοποίησης: αρχηγέ/μεγάλε/φίλε μου, ~ ~!, είμαι (μαζί) με κάποιον/με το μέρος κάποιου: τον συμμερίζομαι: Είμαι/είμαστε μαζί σου σε ό,τι χρειαστείς. Είσαι μαζί μου ή μαζί του;, είμαι για να 'μαι (εμφατ.-προφ.): για αρνητική κατάσταση που δεν θέλουμε να προσδιορίσουμε: Έρχεται καθυστερημένος, κάνει λάθη, ξεχνάει, άστα, είναι για να 'ναι. Πβ. άστα να πάνε., είμαι που είμαι (εμφατ.-προφ.): για κάτι που επιτείνεται: Είμαστε που (: εφόσον) είμαστε τόσες ώρες στο γραφείο, ας τελειώνουμε τη δουλειά., είμαι της γνώμης/της άποψης ότι: έχω τη γνώμη/την άποψη., είναι (και) δεν είναι (προφ.): για κατά προσέγγιση υπολογισμό: ~ ~ δέκα κιλά/πέντε ετών., είναι αυτός ένας ... (προφ.): για άτομο που τα καταφέρνει, πετυχαίνει τον στόχο του: Σιγά μην του γλίτωνες ~ ~! Τον έπεισε τελικά. Είναι αυτή μία!, είσαι (μέσα);/είσαι για ...; (προφ.): θέλεις, δέχεσαι, συμφωνείς; Θα πάμε σινεμά. Είσαι (μέσα); Είσαι να φύγουμε;|| Είσαι για βόλτα/ένα ποτό/έναν χορό;, εκεί που είσαι ήμουνα κι εδώ που είμαι θα 'ρθεις (παροιμ).: ως έκφρ. προειδοποίησης, παραίνεσης σε κάποιον που πρόκειται να βρεθεί σε ανάλογη ηλικία ή κατάσταση με τον ομιλούντα., έτσι δεν είναι; (προφ.): για επιβεβαίωση: Επιτρέπεται/συμφωνείς/τελειώνεις/το ήξερες, ~ ~;, και πολύ (σου/του) είναι/πάει (προφ.): είναι υπεραρκετό: Τριάντα ευρώ ~ ~! (μειωτ.) Ένα ποτό μαζί του ~ του ~! , να 'μαι κι εγώ (προφ.): όταν εμφανίζεται κάποιος: ~ ~! Άργησα; Δεν άργησα!, τι είναι;: τι συμβαίνει; Δεν σε βλέπω καλά. ~ ~ (πάλι);, (βρίσκομαι/είμαι/φτάνω) στα πρόθυρα βλ. πρόθυρα, (είναι) μέσα σε όλα/σ΄όλα βλ. μέσα, (είναι) του γούστου μου βλ. γούστο, (είναι) χρόνια μπροστά βλ. χρόνος, (κάποιος) είναι σπαθί βλ. σπαθί, (μα) δεν ήταν ανάγκη! βλ. ανάγκη, αν είναι να 'ρθει, θε να 'ρθεί, (αλλιώς θα προσπεράσει) βλ. έρχομαι, ας είναι βλ. ας, αυτός κι αν είναι βλ. αυτός, βρίσκεται/είναι/μπαίνει στο συρτάρι βλ. συρτάρι, για τα πανηγύρια βλ. πανηγύρι, γίνομαι/είμαι σταφίδα βλ. σταφίδα, γίνομαι/είμαι στουπί/σκνίπα/φέσι/κουρούμπελο/λιώμα/ντέφι/ντίρλα/λιάρδα/κουνουπίδι βλ. στουπί, γίνομαι/είμαι τύφλα/τάπα στο μεθύσι βλ. τύφλα, δεν είναι έτσι βλ. έτσι, δεν είναι/δεν υπάρχει/δεν τίθεται/δεν υφίσταται/δεν γεννάται/δεν μπαίνει θέμα/ζήτημα βλ. θέμα, εδώ είμαι εγώ/εγώ είμαι εδώ βλ. εδώ, είμαι (στα) ντάουν (μου) βλ. ντάουν2, είμαι από τον ύπνο βλ. ύπνος, είμαι καλά με κάποιον βλ. καλά, είμαι μέσα βλ. μέσα, είμαι σε θέση να ... βλ. θέση, είμαι στα κέφια μου βλ. κέφι, είμαι στα πάνω μου βλ. πάνω & επάνω, είμαι στο θέατρο βλ. θέατρο, είμαι ως/μέχρι εδώ βλ. εδώ, είμαι/έρχομαι στα πράγματα βλ. πράγμα, είμαι/έχω λάσκα βλ. λάσκος, είμαι/έχω μείνει ταπί (και ψύχραιμος) βλ. ταπί1, είμαι/έχω υπηρεσία βλ. υπηρεσία, είμαι/μπαίνω στο μυαλό κάποιου βλ. μυαλό, είμαι/μπήκα μέσα βλ. μέσα, είμαι/τελώ εν γνώσει βλ. τελώ, είναι για λύπηση βλ. λύπηση, είναι για/θέλει κρέμασμα (ανάποδα)/σκότωμα/γδάρσιμο βλ. κρέμασμα, είναι κάπως βλ. κάπως, είναι που βλ. που, είναι σκέτο ζουμί βλ. ζουμί, είναι στα τελευταία του βλ. τελευταίος, είναι στο χέρι κάποιου βλ. χέρι, είναι της υπομονής βλ. υπομονή, είναι τσίου (τσίου) βλ. τσίου τσίου, είναι φυσικό βλ. φυσικός, είναι/τον έχω του χεριού μου βλ. χέρι, είσαι και φαίνεσαι! βλ. φαίνομαι, είσαι με τα/στα καλά/σωστά σου; βλ. καλό, έρχομαι/είμαι/βρίσκομαι σε επαφή (με κάποιον/κάτι) βλ. επαφή, έτσι είναι, αν έτσι νομίζετε βλ. έτσι, και πού 'σαι βλ. πού, και πού 'σαι ακόμα/ακόμη βλ. ακόμα & ακόμη, καλά/καλό θα 'τανε βλ. καλά, κάπως έτσι είναι/έχουν τα πράγματα βλ. κάπως, μία είναι η ουσία βλ. ουσία, να 'μαστε καλά/να μας έχει ο Θεός καλά να ... βλ. καλά, να 'σαι καλά βλ. καλά, νιώθω/αισθάνομαι/είμαι κάπως βλ. κάπως, ό,τι να 'ναι! βλ. ό,τι, όπου να 'ναι βλ. όπου, πας/είσαι καλά; βλ. πηγαίνω & πάω, πού να 'σουν βλ. πού, σήμερα είμαστε, αύριο δεν είμαστε βλ. αύριο, τι σου είναι ...! βλ. τι, το ίδιο είναι/(μου) κάνει βλ. ίδιος2, τώρα είναι που ... βλ. που, χώμα είμαστε και χώμα θα γίνουμε βλ. χώμα ● βλ. όντας2 [< μεσν. είμαι]

είσοδος

είσοδος [εἴσοδος] εί-σο-δος ουσ. (θηλ.) {εισόδ-ου} 1. μετάβαση από εξωτερικό σημείο σε άλλο εσωτερικό: άδεια/απαγόρευση/δικαίωμα/έλεγχος/ώρες ~ου. Τα σημεία ~ου στη χώρα. Η ~ επιτρέπεται μόνο με την επίδειξη αστυνομικής ταυτότητας. Κίνηση στο ρεύμα ~ου (στην πόλη). Έκανε/πραγματοποίησε εντυπωσιακή/θριαμβευτική ~ο (πβ. εμφάνιση). ~ ενός καλλιτέχνη στη σκηνή. ~ στρατευμάτων (κατοχής) σε μια χώρα/στο μουσείο/στον κινηματογράφο.|| ~ μικροβίων (στον οργανισμό). Οπή ~ου (αέρα σε δοχείο). ~ χαρτιού (σε εκτυπωτή). ΑΝΤ. έξοδος (2) 2. (συνεκδ.) άνοιγμα που επιτρέπει την πρόσβαση σε ή την επικοινωνία με το εσωτερικό ενός χώρου: κεντρική/κύρια/πλευρική ~. ~ αίθουσας/ναού/πάρκινγκ/σκηνής (θεάτρου)/σπιτιού/σταθμού/σχολείου. Στέγαστρο/φύλαξη ~ου. Οι διαδηλωτές (απ)έκλεισαν τις ~ους της πόλης. Μπήκε από την μπροστινή/πίσω ~ο. Πβ. πόρτα, πύλη. 3. (μτφ.) ένταξη ή μετάβαση σε οργανωμένο σύνολο ή νέα κατάσταση: ~ εταιρείας/μετοχών στο Χρηματιστήριο/ομάδας στον τελικό/χώρας (στην Ευρωπαϊκή Ένωση/στον πόλεμο). Η ~ (= το πέρασμα) της ανθρωπότητας στη νέα χιλιετία. Η ~ του ευρώ στη ζωή μας. Πβ. εισαγωγή, εισδοχή. 4. ΗΛΕΚΤΡΟΝ. διέλευση ηλεκτρικού ρεύματος ή σήματος σε διάταξη· συνεκδ. το άκρο μιας διάταξης από το οποίο διέρχεται ηλεκτρικό ρεύμα ή σήμα σε αυτή: συσκευή ~ου εικόνας/ήχου. Αντίσταση/ισχύς/κανάλια/πηγή/τάση ~ου.|| (συνεκδ.) ~ ακουστικών/κάρτας ήχου/μικροφώνου/στερεοφωνικού/τηλεόρασης. 5. ΠΛΗΡΟΦ. μεταφορά (σε υπολογιστή) δεδομένων, πληροφοριών προς επεξεργασία. 6. ΠΛΗΡΟΦ. πρόσβαση σε σύστημα, συνήθ. μέσω της πληκτρολόγησης κωδικού: ~ διαχειριστή/χρήστη. Πρόβλημα ~ου σε ιστοσελίδα/λογαριασμό/υπηρεσία/φόρουμ. Πβ. λογκ ιν. ● ΣΥΜΠΛ.: ελεύθερη είσοδος: δωρεάν πρόσβαση σε χώρο: ~ ~ για το κοινό/τα παιδιά/τους φοιτητές. ~ ~ σε αρχαιολογικούς χώρους/μουσεία/συναυλίες. Ημέρες/προσκλήσεις ~ης (κ. ελευθέρας) ~ου., Μεγάλη Είσοδος: ΕΚΚΛΗΣ. (κατά τη Θεία Λειτουργία) η μεταφορά των Τιμίων Δώρων από την Ιερά Προσκομιδή στην Αγία Τράπεζα. Βλ. χερουβικό., Μικρά Είσοδος: ΕΚΚΛΗΣ. (κατά τη Θεία Λειτουργία) η μεταφορά του Ευαγγελίου από την Αγία Τράπεζα μέχρι το μέσο του ναού. Βλ. εισοδικό., συσκευή κατάδειξης/εισόδου βλ. κατάδειξη [< 1,2: αρχ. εἴσοδος 3: γαλλ. entrée 4,5: αγγλ. input]

εκατό

εκατό [ἑκατό] ε-κα-τό αριθμητ. απόλ. {άκλ.} (& (λόγ.) εκατόν (για τα αριθμητικά που αποτελούνται από δύο ή περισσότερες λέξεις από το 101-199, π.χ. εκατόν σαράντα) 1. ο ακέραιος φυσικός αριθμός 100 ή το σύνολο εκατό μονάδων: ~ διά/επί/πλην/συν είκοσι. Πενήντα και πενήντα ίσον/κάνουν ~. Δέκα επί δέκα ~.|| (ως επίθ.) ~ γραμμάρια/ευρώ (πβ. εκατόευρο)/κιλά/μέτρα/χιλιόμετρα την ώρα/χρόνια (= αιώνας, εκατονταετία). 2. (προφ.) εκατοστός: στη σελίδα ~. 3. (συχνά για να δηλωθεί αγανάκτηση ή δυσαρέσκεια) απροσδιόριστα μεγάλος αριθμός: ~ ώρες να αλλάξουν ένα λάστιχο! ● Ουσ.: εκατό (το) 1. ο ακέραιος φυσικός αριθμός 100: Μέτρα μέχρι το ~. Διαιρώ/πολλαπλασιάζω με το ~. 2. (+ στα/τα) η ηλικία των εκατό χρόνων: Πλησιάζει (σ)τα ~. 3. το σύμβολο (100) και οτιδήποτε το φέρει ως διακριτικό του: Μένει στο ~ του ξενοδοχείου (ενν. δωμάτιο). 4. (συνήθ. γράφεται 100) η Άμεση Δράση, γιατί έχει τηλεφωνικό αριθμό το 100· συνεκδ. κάθε περιπολικό της: Κάλεσαν/πήραν/φώναξαν το ~.|| Έρχεται το ~. 5. ανώτατος βαθμός σε κλίμακα: Με άριστα το ~ πήρε ογδόντα. ● ΣΥΜΠΛ.: λίρα εκατό βλ. λίρα ● ΦΡ.: (επί) τοις εκατό/στα εκατό: για ποσοστό στις εκατό μονάδες (σύμβ. %): εκπτώσεις ως πενήντα ~ ~ (50%). [< γαλλ. pour cent] , εκατό τοις εκατό/εκατό (σ)τα εκατό/χίλια τα εκατό/χίλια τοις εκατό: απόλυτα, οπωσδήποτε: Είμαι ~ ~ σίγουρη για όσα λέω. Με βρίσκεις ~ ~ σύμφωνο! Θα έρθει ~ ~!|| Είναι άντρας/γυναίκα εκατό τα εκατό. Πβ. βέρος, γνήσιος, εξ ολοκλήρου. [< γαλλ. (à) cent pour cent] , (με) ύφος χιλίων (/δέκα/εκατό/πολλών/σαράντα) καρδιναλίων βλ. καρδινάλιος, χίλιες/εκατό φορές βλ. φορά [< αρχ. ἑκατόν, μεσν. εκατό]

έκρηξη

έκρηξη [ἔκρηξη] έ-κρη-ξη ουσ. (θηλ.) 1. αιφνίδια και συνήθ. βίαιη εκτόνωση αερίων, λόγω ισχυρής πίεσης ή ανάφλεξης εκρηκτικής ύλης, που συνοδεύεται από έκλυση ενέργειας και κρότο· κατ΄επέκτ. θρυμματισμός του σώματος μέσα στο οποίο συντελέστηκε η αντίστοιχη αντίδραση: ~ βόμβας/οβίδας/φιάλης υγραερίου/χειροβομβίδας. ~ μεγάλης ισχύος. Κίνδυνος ~ης. Το σημείο της ~ης. Ελεγχόμενη ~ (από πυροτεχνουργούς). Διαδοχικές/εκκωφαντικές/πολλαπλές ~ήξεις. Η ~ προκλήθηκε από διαρροή αερίου. Σημειώθηκε πολύνεκρη/φονική ~.|| (ΓΕΩΛ.) Ηφαιστειακή ~.|| (ΦΥΣ.) Ατομική/πυρηνική ~.|| (ΑΣΤΡΟΝ.) Αστρική/κοσμική ~. ~ σουπερνόβα. ~ήξεις στην επιφάνεια του Ήλιου. ~ήξεις ακτίνων γ.|| ~ θερμοσίφωνα/λέβητα/παγιδευμένου φορτηγού. Πβ. σκάσιμο. 2. (μτφ.) ξαφνικό ξέσπασμα: ~ αγανάκτησης/αγάπης/οργής/χαράς. Έχει έντονες ~ήξεις (ενν. θυμού).|| ~ της επανάστασης/του πολέμου. 3. (μτφ.) απότομη αύξηση: δημογραφική/επιστημονική/πληθυσμιακή/πολιτιστική/τεχνολογική/χρηματιστηριακή ~. ~ της ανεργίας/εγκληματικότητας/των κερδών. ~ στις επενδύσεις.|| Επιδημικές ~ήξεις. ΣΥΝ. εκτίναξη (2), εκτόξευση (2) ● ΣΥΜΠΛ.: θεωρία της μεγάλης έκρηξης & η μεγάλη έκρηξη: ΦΥΣ. θεωρία για τη γέννηση του Σύμπαντος, σύμφωνα με την οποία η δημιουργία του συντελέστηκε πριν από δέκα έως δεκαπέντε δισεκατομμύρια χρόνια από μια ισχυρή έκρηξη μάζας ύλης που βρέθηκε σε κατάσταση εξαιρετικά υψηλής πυκνότητας και θερμοκρασίας. ΣΥΝ. μπιγκ μπανγκ [< αγγλ. big-bang theory, 1949] , ηλιακές εκλάμψεις/εκρήξεις βλ. ηλιακός [< αρχ. ἔκρηξις, γαλλ. explosion]

εκών

εκών, ούσα, όν [ἑκών] ε-κών επίθ. {εκ-όντες (ουδ. -όντα)} (αρχαιοπρ.): που κάνει ή παθαίνει κάτι με τη θέλησή του. Βλ. εκούσια. Κυρ. στις ● ΦΡ.: ουδείς εκών κακός (σωκρατική ρήση): κανείς δεν κάνει κακό ηθελημένα., εκών άκων βλ. άκων [< αρχ. ἑκών]

ελάσσων

ελάσσων, ων, ον [ἐλάσσων] ε-λάσ-σων επίθ. {ουδ. έλασσ-ον, αρσ. ελάσσ-ονος, -ονα | -ονες (ουδ. -ονα)} (λόγ.) ΑΝΤ. μείζων 1. μικρότερος (ως προς τον αριθμό, το μέγεθος): ~ων: μειοψηφία/ολομέλεια. ~ον: ποσό. ~ονες: πλανήτες. ~ονες: περιφέρειες. Χρόνος ~ των δύο ετών. Η λογική της ~ονος (= ελάχιστης) προσπάθειας (πβ. ήττων). Τα κόμματα της ~ονος αντιπολίτευσης (βλ. αξιωματική). (ως επίρρ.) Επί ~ον δαπάνες.|| (ΑΝΑΤ.) ~ων: ζυγωματικός/(θωρακικός) μυς. ~ων: πύελος. ~ον: τόξο (του στομάχου). 2. δευτερεύων, υποδεέστερος, κατώτερος: ~ων: στόχος. ~ον: θέμα/πρόβλημα. ~ονες: ποιητές. ~ονες: θεότητες/τέχνες. ~ονα: έργα. Ζήτημα ~ονος σημασίας. Διαδραματίζει ~ονα ρόλο στην υπόθεση. Τελευταίο, αλλά όχι ~ον προτέρημα του βιβλίου ... (ως ουσ.) Ανήγαγε το ~ον σε μείζον. ΑΝΤ. ανώτερος, σημαντικός.|| (ΙΑΤΡ. ελαφρύς, ήπιος, όχι σοβαρός) ~ων: (εγκεφαλική) βλάβη/(χειρουργική) επέμβαση. ~ονα: ηρεμιστικά. 3. ΜΟΥΣ. χαρακτηρισμός για τη διάκριση των διαστημάτων: ~ων: τόνος/τρόπος (βλ. τονικότητα). ~ων: συγχορδία.|| Σονάτα σε ρε ~ονα (: ενν. κλίμακα). Πβ. μινόρε. ΑΝΤ. ματζόρε ● ΣΥΜΠΛ.: ελάσσων πρόταση: ΦΙΛΟΣ. (στη λογική) η δεύτερη από τις δύο προκείμενες ενός απλού συλλογισμού. Βλ. μείζων πρόταση. [< 1,2: αρχ. ἐλάσσων 3: γαλλ. mineur, ιταλ. minore]

εμπόδιο

εμπόδιο [ἐμπόδιο] ε-μπό-δι-ο ουσ. (ουδ.) {εμποδί-ου | -ων} 1. οτιδήποτε φράζει, καθιστά αδύνατη ή δύσκολη μια (μετα)κίνηση: σταθερό/τεχνητό/φυσικό (βράχος, ποτάμι, τάφρος)/χαμηλό/ψηλό ~. Πρόσκρουση σε ~. ~α στο οδόστρωμα (: σαμαράκια). Βλ. φράγμα.|| (ΑΘΛ., στον δρόμο μετ' ~ων) ~α ανδρών/γυναικών. Τετρακόσια μέτρα με ~α. (στην ιππασία:) Αγώνες υπερπήδησης ~ων. Βλ. μπάρα. 2. (μτφ.) όποιος ή ό,τι δυσκολεύει ή δεν επιτρέπει να γίνει κάτι: ανυπέρβλητο ~. Γραφειοκρατικά/διοικητικά/εξωτερικά/θεσμικά/κοινωνικά/μαθησιακά/νομικά/οικονομικά/τεχνικά ~α. Αποφυγή/άρση/εξάλειψη/παραμερισμός των ~ων. Άψογη λειτουργία χωρίς ~α (= ανεμπόδιστη). Αποτελώ/είμαι/μπαίνω ~ στην εξέλιξη κάποιου. Ορθώνονται ~α. Αντιμετωπίζω/συναντώ ~α. Ξεπερνώ/παρακάμπτω τα ~α. Βάζω/παρεμβάλλω/προβάλλω/φέρνω ~α σε κάποιον ή κάτι. Πβ. ανάχωμα, τροχοπέδη, φραγμός, φρένο. ΣΥΝ. κώλυμα, πρόσκομμα ● ΦΡ.: κάθε εμπόδιο για καλό: για τα θετικά αποτελέσματα που μπορούν να προκύψουν από κάποια αντιξοότητα., μετ' εμποδίων (μτφ.-λόγ.): με διακοπές ή προβλήματα: ~ ~ η κίνηση στους δρόμους. Έξοδος ~ ~ από το λιμάνι. ΑΝΤ. απρόσκοπτα, στέκομαι εμπόδιο σε κάποιον/κάτι: εμποδίζω κάποιον ή κάτι να πετύχει κάτι, να εξελιχθεί: δεν στάθηκε ~ στη ζωή του/στο να κάνει … , δρόμος μετ' εμποδίων βλ. δρόμος [< αρχ. ἐμπόδιος ‘αυτός που παρεμποδίζει’, ουδ. ἐμπόδιον, γαλλ. obstacle]

εμφάνιση

εμφάνιση [ἐμφάνιση] εμ-φά-νι-ση ουσ. (θηλ.) 1. παρουσίαση, φανέρωση και ο τρόπος με τον οποίο αυτή γίνεται: ~ δυσκολιών/εμποδίων/ενδείξεων/προβλήματος/συμπτωμάτων. ~ νέων ιδεών/τάσεων στη μόδα/στην τέχνη (πβ. φανέρωμα). (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ αποτελεσμάτων αναζήτησης/εικόνων/μενού/παραθύρου/προφίλ (πβ. ανάδυση). (για πρόσ.) ~ σε αγώνα/δικαστήριο/σκηνή. Υποχρεωτική ~ σε αστυνομικό τμήμα (πβ. παρουσία, προσέλευση). Αιφνίδια/αρχική/πρώιμη ~ νόσου (πβ. εκδήλωση). Συχνότητα ~ης διαταραχών (της διάθεσης). Αναμένεται ~ ακραίων καιρικών φαινομένων. ~ του κινήματος των ... (πβ. γέννηση, δημιουργία). (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ της Παναγίας (βλ. επιφάνεια).|| Απρόσμενη/αρχηγική/επίσημη/πολιτική/σύντομη/τηλεοπτική ~. Από κοινού ~ (= κοινή ~). Πραγματοποίησε την πρώτη του δημόσια ~ ως συνθέτης. Η ομάδα έκανε αξιοπρεπή/εντυπωσιακή/μεγάλη/σαρωτική ~ (βλ. απόδοση). ~-έκπληξη. Βλ. συν~.|| (στον πληθ., το αποτέλεσμα της αντίστοιχης ενέργειας:) ~ίσεις αγγελιών/άρθρων (: καταχωρήσεις/δημοσιεύσεις). Ο παίκτης με τις περισσότερες ~ίσεις (: συμμετοχές) στο πρωτάθλημα. Επιλεγμένες/ζωντανές ~ίσεις (καλλιτέχνη, βλ. συναυλία). Βλ. εξαφάνιση. 2. συνολική, κυρ. εξωτερική, εικόνα, παρουσιαστικό ή ντύσιμο: ατημέλητη/βραδινή (βλ. ενδυμασία)/γοητευτική/εκκεντρική/επίσημη/κομψή/περίεργη/περιποιημένη/προκλητική/προσεγμένη/σικάτη ~. Δίνει μεγάλη/μικρή σημασία στην ~. Προσέχει την ~ή της (πβ. σιλουέτα). Έχει εκθαμβωτική/ελκυστική/λαμπερή/συμπαθητική/ύποπτη ~. Μην κρίνεις τους άλλους από την ~. Μέικ απ που δίνει/χαρίζει φυσική ~.|| Αθλητικές ~ίσεις (μπάσκετ/ποδοσφαίρου, πβ. περιβολή, βλ. φανέλα). 3. ΦΩΤΟΓΡ. επεξεργασία φωτογραφικού υλικού και κατ' επέκτ. η εκτύπωσή του: εργαστήριο/υγρά/χημικά ~ης. Δίνω φιλμ/φωτογραφίες για ~. ~ σε απλό/γυαλιστερό/ματ χαρτί. ● ΦΡ.: επί τη εμφανίσει (επίσ.) & (σπάν.) με την εμφάνιση: με την επίδειξη, με την προσκόμιση: επιταγή πληρωτέα ~ ~., κάνει εμφάνιση (προφ.): εμφανίζεται δημόσια με σκοπό να προκαλέσει το ενδιαφέρον: Καθυστέρησε να έρθει, για να ~ ~ (: εντύπωση). Πβ. κάνω εφέ., κάνει την εμφάνισή του: εμφανίζεται: Έκανε ~ στην πλατεία. Ολοένα και περισσότερα προϊόντα ~ουν ~ τους (: κυκλοφορούν) στην αγορά. [< αρχ. ἐμφάνισις ‘παρουσίαση, έκθεση’, γαλλ. apparition 3: γαλλ. développement]

εναίσιμος

εναίσιμος, η/ος, ο [ἐναίσιμος] ε-ναί-σι-μος επίθ. (λόγ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: εναίσιμος (επί διδακτορία) διατριβή (παρωχ.): διδακτορική διατριβή. [< λατ. dissertatio inauguralis] [< μτγν. ἐναίσιμος ‘ταιριαστός, κατάλληλος, ορθός’]

επί & επ' & εφ'

επί & επ' & εφ' [ἐπί] ε-πί πρόθ. {"επ'" πριν από φωνήεν, "εφ'" πριν από παλαιότ. δασυνόμενο φωνήεν} (λόγ.) δηλώνει 1. (+ γεν.) προσδιορισμό στον χρόνο ή στον τόπο ή αναφορά: ~ Ενετών/Tουρκοκρατίας (: την εποχή της Tουρκοκρατίας).|| ~ ξένου εδάφους. Η συνέχεια ~ της οθόνης. Στάση ~ της οδού Πειραιώς. Είναι ~ των επάλξεων της απεργίας (: μάχιμος). (ως εκκλησ. ευχή) ~ γης ειρήνη. (ΑΘΛ.) Χόκεϊ ~ πάγου/χόρτου.|| Διευκρινίσεις ~ της διαδικασίας. Προτάσεις ~ του σχεδίου νόμου. Ποσοστό ~ του συνόλου. (Οι υπάλληλοι) ~ της υποδοχής. 2. (+ αιτ.) διάρκεια ή χρονικό διάστημα, κατεύθυνση ή τάση προς κάτι: ~ πολλή ώρα/πολύ (= για πολύ). Απουσίαζε ~ (= για) δύο μήνες/χρόνια. (+ γεν.) Η υπηρεσία λειτουργεί ~ εικοσιτετραώρου/μονίμου βάσεως (= συνέχεια).|| (ΣΤΡΑΤ.) Κλίνατε επ' αριστερά/~ δεξιά (: παράγγελμα για στροφή προς την αντίστοιχη κατεύθυνση).|| (+ λόγ. επίθ. συγκρ.) ~ το ελληνικότερον (: επεξηγηματικά). 3. (λόγ., σε στερεότυπες φρ.) τρόπο, σκοπό ή αιτία: εργασία ~ αμοιβή (= με αμοιβή· πβ. έναντι ~ής). ~ τη εορτή/τη επετείω. ~ παραδείγματι (= για παράδειγμα/παραδείγματος χάριν/χάρη). Πρέσβης ~ τιμή (πβ. επίτιμος). Διατριβή ~ υφηγεσία.|| Καταδικάστηκε ~ (= για) εσχάτη προδοσία/κατασκοπεία. 4. ΜΑΘ. το σημείο του πολλαπλασιασμού (×): δύο ~ δέκα (2×10). ● ΣΥΜΠΛ.: (άλμα) επί κοντώ βλ. κοντός, εναίσιμος (επί διδακτορία) διατριβή βλ. εναίσιμος, κυρία (επί) των τιμών βλ. τιμή ● ΦΡ.: επί τα βελτίω/επί τα χείρω (λόγ.): προς το καλύτερο/προς το χειρότερο: αλλαγή ~ ~. Η κατάσταση βαίνει επί τα χείρω., (βρέχει) επί δικαίους και αδίκους βλ. δίκαιος, (επί) τοις εκατό/στα εκατό βλ. εκατό, ατάκα κι επί τόπου βλ. ατάκα, γενεές (επί) γενεών βλ. γενεά, επ' αγαθώ βλ. αγαθό, επ' ανδραγαθία βλ. ανδραγαθία, επ' αόριστον βλ. αόριστος, επ' άπειρον βλ. άπειρο, επ' αυτού βλ. αυτός, επ' αυτοφώρω βλ. αυτόφωρος, επ' εσχάτων βλ. έσχατος, επ' ονόματι βλ. ονόματι, επ' ουδενί (λόγω) βλ. ουδείς, ουδεμία, ουδέν, επ' ώμου βλ. ώμος, επ' ωφελεία βλ. ωφέλεια, επί αιώνες βλ. αιώνας, επί θύραις/προ των θυρών βλ. θύρα, επί ίσοις όροις βλ. ίσος, επί λέξει βλ. λέξη, επί μακρόν βλ. μακρός, επί μάλλον και μάλλον βλ. μάλλον, επί ματαίω βλ. μάταιος, επί μέρους βλ. μέρος, επί ξύλου κρεμάμενος βλ. ξύλο, επί ξυρού ακμής βλ. ακμή, επί παντός (του) επιστητού βλ. επιστητό, επί πιστώσει βλ. πίστωση, επί πληρωμή βλ. πληρωμή, επί ποδός βλ. πους, επί ποινή βλ. ποινή, επί πτυχίω βλ. πτυχίο, επί σειρά(ν) ετών βλ. έτος, επί σκηνής βλ. σκηνή, επί σκοπόν βλ. σκοπός, επί συμβάσει βλ. σύμβαση, επί συνόλου βλ. σύνολο, επί τη εμφανίσει βλ. εμφάνιση, επί της αρχής βλ. αρχή, επί της ουσίας βλ. ουσία, επί το έργον βλ. έργο, επί το λαϊκότερον βλ. λαϊκός, επί το ορθότερο(ν) βλ. ορθός, επί τόπου βλ. τόπος, επί του θέματος βλ. θέμα, επί του παρόντος/προς το παρόν βλ. παρόν, επί του πιεστηρίου βλ. πιεστήριο, επί του προκειμένου βλ. προκείμενος, επί τούτου βλ. τούτος, επί τροχάδην/επιτροχάδην βλ. τροχάδην, επί των ημερών (κάποιου) βλ. ημέρα, επί χάρτου βλ. χάρτης, επί χρήμασι βλ. χρήμα, επί/περί του πρακτέου βλ. πρακτέον, εφ' ενός ζυγού βλ. ζυγός, εφ' όλης της ύλης βλ. ύλη, εφ' όπλου λόγχη βλ. λόγχη, εφ' όρου ζωής βλ. όρος, ζητώ την κεφαλή (κάποιου) επί πίνακι βλ. ζητώ, θέτω επί τάπητος βλ. τάπητας, θέτω τον δάκτυλον εις/επί τον τύπον των ήλων βλ. ήλος, κατόπιν παραγγελίας βλ. παραγγελία, με την ευκαιρία βλ. ευκαιρία, παίρνω (κάτι) επί πόνου βλ. πόνος, πατά(ει) επί πτωμάτων βλ. πτώμα, στη βάση βλ. βάση, συζητήσεις επί συζητήσεων βλ. συζήτηση, ως επί το πλείστον βλ. πλείστοι [< αρχ. ἐπί]

επιστητό

επιστητό [ἐπιστητό] ε-πι-στη-τό ουσ. (ουδ.) (λόγ.): οτιδήποτε μπορεί να γνωρίσει ο άνθρωπος και να μελετήσει επιστημονικά: κλάδοι/περιοχές/τομείς του ~ού. ● ΦΡ.: επί παντός (του) επιστητού: (λόγ.-συχνά ειρων.) για κάθε θέμα: αναλύσεις/απόψεις/δηλώσεις/κριτική/φλυαρίες ~ ~. Έχει γνώμη ~ ~. Μιλούν/συζητούν ~ ~. Εμφανίζονται ως ειδικοί ~ ~ (βλ. πανεπιστήμων, παντογνώστης). [< αρχ. ἐπιστητός, ουδ. ἐπιστητόν ‘επιστημονικό αντικείμενο’]

έργο

έργο [ἔργο] έρ-γο ουσ. (ουδ.) 1. δραστηριότητα ή σύνολο ενεργειών, η εκτέλεση των οποίων οδηγεί σε συγκεκριμένο αποτέλεσμα με προκαθορισμένο ή όχι στόχο: ακαδημαϊκό/διδακτικό/εκπαιδευτικό/επιστημονικό/ερευνητικό/θεάρεστο/ιεραποστολικό/κοινωνικό/κυβερνητικό/νομοθετικό/συμβουλευτικό/τιτάνιο/φιλανθρωπικό ~. ~α ανάπλασης (της παραλίας)/αναστήλωσης/συντήρησης/υποδομής. Αναπτυξιακά/αντιπλημμυρικά/αρδευτικά/κατασκευαστικά/οδικά/ολυμπιακά ~α. (σε προειδοποιητική πινακίδα) Προσοχή ~α! (: τεχνικά ~α). Ανάδοχος/ανάθεση/αξιολόγηση/απολογισμός/δημοπράτηση/διαχείριση/επικεφαλής/μίσθωση/πρόοδος/προϋπολογισμός/στόχος/συντελεστές/συντονιστής/υλοποίηση/χρηματοδότηση (ενός) ~ου.|| Αντίθεση/συμφωνία ~ων-λόγων. Καλά ~α (= καλές πράξεις).|| Αναλαμβάνω/εγκαινιάζω/εκπονώ/εκτελώ/επιτελώ/παράγω/πραγματοποιώ (ένα) ~. Το ~ (δεν) ολοκληρώθηκε. Είναι ~ μιας (ολόκληρης) ζωής. Το ~ της ζωής του (: το πιο σημαντικό). Ο βίος και το ~ κάποιου (: το σύνολο των ~ων του). Πβ. κατασκεύασμα.|| Είναι ~ της αστυνομίας/κυβέρνησης. Πβ. αποστολή, αρμοδιότητα, καθήκον, υποχρέωση, χρέος. Βλ. πάρεργο, υπο~. 2. (ειδικότ.) κάθε καλλιτεχνικό, πνευματικό δημιούργημα: ζωγραφικό/θεατρικό/κινηματογραφικό/κλασικό/λογοτεχνικό/μεταφραστικό/μοντέρνο/μουσικό/πρωτότυπο/συνολικό/τηλεοπτικό ~. Δημοσιευμένο ερευνητικό-επιστημονικό ~. ~ γλυπτικής (: άγαλμα, γλυπτό)/χαρακτικής. Πρόκειται για ένα μνημειώδες ~ χιλίων σελίδων (πβ. βιβλίο). Αν και πέθανε πρόωρα, άφησε πίσω της αξιόλογο/λαμπρό/σπουδαίο συγγραφικό ~. Ο πίνακας είναι ~ του 18ου αι./του ζωγράφου ... (ειδικότ. για παράσταση ή ταινία, φιλμ) Πρόβες για το ~. Η μουσική-σκηνοθετική επιμέλεια ενός ~ου. Ανεβάζω/βιντεοσκοπώ/γυρίζω/προβάλλω/πρωταγωνιστώ σε/σκηνοθετώ ένα ~. Τι ~ έχει/παίζει (η τηλεόραση/το σινεμά); 3. ΦΥΣ. ποσότητα ενέργειας που παράγεται από την κίνηση του σημείου εφαρμογής μιας δύναμης και η οποία υπολογίζεται από το γινόμενο της δύναμης αυτής και της μετατόπισης του σημείου: μονάδα μέτρησης ~ου (= τζάουλ). ● Υποκ.: εργάκι (το): συνήθ. στη σημ. 2. ● Μεγεθ.: εργάρα (η): συνήθ. στη σημ. 2. ● ΣΥΜΠΛ.: δημόσια έργα: κοινωφελή έργα που εκτελούνται από το Δημόσιο ή για λογαριασμό του: εκτέλεση/κατασκευή ~ων ~ων (π.χ. γέφυρες). ~ ~ στην περιφέρεια. [< γαλλ. travaux publics] , απένταξη έργου βλ. απένταξη, βιβλίο/έργο αναφοράς βλ. αναφορά, εγγειοβελτιωτικά έργα βλ. εγγειοβελτιωτικός, έργα βιτρίνας βλ. βιτρίνα, έργο τέχνης βλ. τέχνη, καταναγκαστικά έργα βλ. καταναγκαστικός, προένταξη έργου βλ. προένταξη, προϊόντα/έργα της διάνοιας βλ. διάνοια, σύμβαση (ανάθεσης/μίσθωσης) έργου βλ. σύμβαση ● ΦΡ.: (αυτό) το έργο το έχω δει/ξαναδεί (μτφ.-προφ.): για δυσάρεστη συνήθ. κατάσταση που έχει ξαναζήσει ή γνωρίζει καλά κάποιος, για επανάληψη κακής προηγούμενης συμπεριφοράς κάποιου: Επειδή ~ ~ , κράτα την ψυχραιμία σου., επί το έργον (λόγ.): κατά την εκτέλεση έργου: νοσηλευτές/πυροσβέστες ~ ~. Τους έπιασαν/συνελήφθησαν ~ ~ (πβ. επ' αυτοφώρω).|| (προφ. ως προτροπή) Εμπρός λοιπόν ~ ~! , έργα και ημέρες (συνήθ. ειρων.): για αναφορά σε περιπετειώδη ζωή ή αξιοσημείωτες πράξεις και γεγονότα: ~ ~ της κυβέρνησης/του συλλόγου., αμ' έπος αμ' έργον βλ. έπος, ευχής έργο βλ. ευχή, λόγω και έργω βλ. λόγος, Μέγας είσαι/ει Κύριε (και θαυμαστά τα έργα σου)! βλ. Κύριος [< αρχ. ἔργον, γαλλ. œuvre, ouvrage, travail, αγγλ. work]

έσχατος

έσχατος, η, ο [ἔσχατος] έ-σχα-τος επίθ. {λογιότ. θηλ. εσχάτη} (λόγ.) 1. τελευταίος: ~η: λύση (: αναγκαστική)/προσπάθεια/στιγμή. ~ο: (χρονολογικά) έργο/καταφύγιο/μέσο/μέτρο/παράδειγμα/στάδιο/(χρονικό) όριο. Στην ~η περίπτωση.|| (για πρόσ.) ~ος: εισηγητής. (ως ουσ.) Ο ~ των ομιλητών. ΑΝΤ. πρώτος.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Η ~η κρίση (= Δευτέρα Παρουσία). ~οι: καιροί/χρόνοι. ~ες: ημέρες/ώρες. Πβ. στερνός, ύστατος. 2. (μτφ.) που είναι κατώτερος ή ανώτερος ποσοτικά ή ποιοτικά· που έχει μια αρνητική ή θετική ιδιότητα σε ανώτερο βαθμό: ~ος: ξεπεσμός. ~η: ανάγκη/ένδεια. ~ο: έγκλημα. Λαϊκισμός ~άτου είδους. Έχουμε φτάσει στο ~ο (= χειρότερο) σημείο αδιαφορίας/εξευτελισμού/παρακμής.|| ~ος: κίνδυνος (= πολύ υψηλός). ~η: αλήθεια. ~ες: συνέπειες. Ο ~ σκοπός/στόχος ενός σχεδίου (πβ. απώτερος, υπέρτατος). Πβ. μέγιστος. 3. ο πιο απομακρυσμένος: ~ος: τόπος. ~ο: άκρο/σημείο. Πβ. απώτατος. ΑΝΤ. εγγύτατος, πλησιέστερος.|| (μτφ.) Τα ~α βάθη της ψυχής. ● Ουσ.: έσχατα (τα) {εσχάτων} 1. το πιο απομακρυσμένο σημείο: τα ~ της Γης/της θάλασσας/του κόσμου/του Σύμπαντος. 2. (μτφ.) το οριακό σημείο, τα τελευταία όρια: Μην εξωθείς στα ~ (= άκρα) την υπομονή μου!|| Τα ~ (= το τέλος) της ιστορίας. Στα ~ του βίου του (= στα τελευταία του). ● ΣΥΜΠΛ.: εσχάτη προδοσία βλ. προδοσία ● ΦΡ.: επ' εσχάτων (λόγ.): τώρα τελευταία: Έχει παρατηρηθεί ~ ~ ..., η εσχάτη των ποινών (λόγ.) 1. θανατική καταδίκη: Επιβλήθηκε η ~ ~. Έχει καταδικαστεί με την ~ ~. Την ~ ~ ζήτησε ο εισαγγελέας. ΣΥΝ. θανατική ποινή 2. (κυρ. στο ποδόσφαιρο) πέναλτι: Ο διαιτητής έδωσε/καταλόγισε/σφύριξε/υπέδειξε την ~ ~. Παίκτης που εκτέλεσε/κέρδισε την ~ ~., μέχρι(ς) εσχάτων (λόγ.): μέχρι την τελευταία στιγμή ή ως τον θάνατο: αγώνας/μάχη/πόλεμος ~ ~. ΣΥΝ. μέχρι τελικής πτώσης/πτώσεως, μέχρι τέλους, οι έσχατοι έσονται πρώτοι (και οι πρώτοι έσχατοι) (ΚΔ): (για εξύμνηση της ταπεινοφροσύνης) σε περιπτώσεις που ανατρέπεται μια κατάσταση και όσοι είναι ή θεωρούνται τελευταίοι γίνονται πρώτοι (και αντίστροφα)., (και έσται) η εσχάτη πλάνη χείρων της πρώτης βλ. πλάνη1, τελευταίος, αλλά όχι έσχατος/λιγότερο σημαντικός/ασήμαντος βλ. τελευταίος [< 1, 3: αρχ. ἔσχατος]

έτος

έτος [ἔτος] έ-τος ουσ. (ουδ.) {έτ-ους | -η, -ών} 1. χρονικό διάστημα τριακοσίων εξήντα πέντε ημερών (ή τριακοσίων εξήντα έξι για δίσεκτο έτος), που συνήθ. αρχίζει (συμβατικά) την πρώτη Ιανουαρίου και τελειώνει την τριακοστή πρώτη Δεκεμβρίου και χωρίζεται σε δώδεκα μήνες (το ημερολογιακό έτος) ή μπορεί να αρχίζει σε οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία· μία συγκεκριμένη από αυτές τις περιόδους, συνήθ. στη χρονολογική της σειρά: επετειακό/επόμενο/μεταβατικό/παρελθόν/περασμένο/πλήρες/τρέχον ~. Στην αρχή/με την πάροδο/στο τέλος του ~ους. Η πρώτη μέρα (πβ. πρωτοχρονιά)/οι εποχές του ~ους. Απαιτούμενη προϋπηρεσία: ένα ως δύο ~η. Δάνειο διαρκείας με σταθερό επιτόκιο για τρία ~η. Κατά τα προηγούμενα ~η. Επί δύο συναπτά ~η. Ύστερα από προσπάθειες πολλών ~ών ... Εγγύηση δύο ~ών. Ποινή κάθειρξης είκοσι ~ών. Προ ~ών (: πριν από πολλά ~η). Από (πολλών) ~ών (: εδώ και πολλά ~η). Εξόφληση χρέους εντός τριών ~ών.|| (ειδικότ. για την ηλικία) Συμπλήρωση του πεντηκοστού ~ους της ηλικίας. Έγινε ογδόντα/πέθανε σε ηλικία ενενήντα ~ών. Γυναίκες άνω/κάτω των σαράντα ~ών. Πόσων ~ών (= χρονών) είστε;|| Ουίσκι δώδεκα ~ών.|| (ευχετ.) Καλά Χριστούγεννα και ευτυχισμένο το νέο ~. ~ αποφοιτήσεως/γεννήσεως/έκδοσης (πβ. χρονολογία).|| (σε άλλο σύστημα χρονολόγησης:) Το ~ του Φιδιού (στο κινέζικο ημερολόγιο). Ένα ~ Εγίρας (στο ισλαμικό ημερολόγιο που αντιστοιχεί στο 622 μ.Χ.). Το ~ 7107 από κτίσεως κόσμου (δηλ. 1599 μ.Χ.). Το ~ μιας Ολυμπιάδας. ΣΥΝ. χρονιά (1), χρόνος (6) 2. (ειδικότ.) χρονικό διάστημα, μικρότερο συνήθ. από ένα έτος, κατά το οποίο λειτουργεί ένα ίδρυμα, ινστιτούτο· συνεκδ. σύνολο προσώπων που φοιτούν μαζί σε σχολείο, πανεπιστήμιο: ακαδημαϊκό-πανεπιστημιακό ~. Παράταση διδακτικού ~ους. Μαθήματα πρώτου ~ους (σπουδών). Διαγωνίσματα/εκπαιδευτική εκδρομή/εξετάσεις/υποτροφίες ~ους ... Φοιτητές δευτέρου ~ους/μεγαλύτερων ~ών/του ~ους μου. Δεν ήταν στο δικό μου ~ (= δεν ήμασταν συμφοιτητές). Βλ. ανθρωπο~, γενιά. 3. ΑΣΤΡΟΝ. το απαιτούμενο χρονικό διάστημα για μια πλήρη περιφορά της Γης γύρω από τον Ήλιο, το ηλιακό, τροπικό έτος· κατ' επέκτ. ο χρόνος περιφοράς ενός πλανήτη ή δορυφόρου γύρω από τον Ήλιο ή άλλο πλανήτη, αντίστοιχα: το ~ του Άρη/της Σελήνης. ● ΣΥΜΠΛ.: εκκλησιαστικό έτος: που αρχίζει την πρώτη Σεπτεμβρίου και τελειώνει την τριακοστή πρώτη Αυγούστου. ΣΥΝ. ίνδικτος (1), έτος φωτός 1. ΑΣΤΡΟΝ. {κυρ. στον πληθ.} μονάδα μήκους (διεθνές σύμβ. ly) που ισούται με την απόσταση που διανύει το φως στο κενό σε ένα έτος: Γαλαξίας που απέχει ... εκατομμύρια ~η ~ από τη Γη. 2. {μόνο στον πληθ.} (μτφ.) για να δηλωθεί εμφατικά πολύ μεγάλη (ποιοτική) διαφορά μεταξύ δύο ή περισσοτέρων συγκρινόμενων πραγμάτων, προσώπων: Η θεωρία απέχει συχνά ~η ~ από την πράξη. Βρισκόμαστε ~η ~ (μακριά) από τις συνήθειες των παππούδων μας. [< αγγλ. light year, 1925] , Ευρωπαϊκό/Διεθνές/Παγκόσμιο Έτος: χρονικό διάστημα συνήθ. ενός έτους, αφιερωμένο σε συγκεκριμένο θέμα, πρόσωπο, ιδέα, κατά τη διάρκεια του οποίου πραγματοποιούνται σχετικές εκδηλώσεις σε ευρωπαϊκό, διεθνές ή παγκόσμιο επίπεδο., ηλιακό/τροπικό έτος: ΑΣΤΡΟΝ. το χρονικό διάστημα μεταξύ δύο διαδοχικών εαρινών ή φθινοπωρινών ισημεριών που ισοδυναμεί με 365 μέρες, 5 ώρες, 48 λεπτά και 45.51 δευτερόλεπτα: ημερολόγιο βασισμένο στο ~ ~. Μέσο τροπικό ~ (365, 2421988 ... μέρες). Βλ. γρηγοριανό/νέο, ιουλιανό/παλαιό ημερολόγιο, ηλιακός χρόνος. [< γαλλ. année solaire/tropique] , ημερολογιακό έτος & πολιτικό έτος: από την 1η Ιανουαρίου ως την 31η Δεκεμβρίου. [< αγγλ. calendar year] , οικονομικό έτος: ΟΙΚΟΝ. λογιστική περίοδος δώδεκα μηνών: απολογισμός/έξοδα/έσοδα/ισολογισμός/κέρδη ~ού ~ους ... Φορολογικές δηλώσεις ~ού ~ους ... Εκκαθάριση λογαριασμών-~ά ~η ... [< αγγλ. financial year] , σεληνιακό έτος: με διάρκεια τριακοσίων πενήντα τεσσάρων ημερών., σχολικό έτος: το χρονικό διάστημα λειτουργίας των σχολείων, συμπεριλαμβανομένων των παραδόσεων και των εξετάσεων: Το ~ ~ διαρκεί από την πρώτη Σεπτεμβρίου έως την τριακοστή Ιουνίου. Πβ. χρονιά., αστρικό έτος βλ. αστρικός, κοσμικό/γαλαξιακό έτος βλ. κοσμικός, πλήρης ημερών βλ. ημέρα, το ενεστώς έτος βλ. ενεστώς, υδρολογικό έτος βλ. υδρολογικός ● ΦΡ.: αίσιο(ν) και ευτυχές το νέο(ν) έτος (λόγ.): (σε ευχετήριες κάρτες και επιστολές) στερεότυπη ευχή για το νέο έτος., ανά/κατ' έτος: (για, σε) κάθε έτος, ετησίως: δαπάνες/δημοσιεύσεις/ταξινόμηση ~ ~.|| (ως επίθ.) Βράβευση της κατ' έτος (= ετήσιας) σημαντικότερης ερευνητικής εργασίας στον χώρο της ..., εις πολλά έτη/έτη πολλά (λόγ.): ευχή για μακροζωία: ~ ~ με υγεία και χαρά! (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ ~, ∆έσποτα! Πβ. χρόνια πολλά., εν έτει (λόγ.): το έτος: Έργο γραμμένο ~ ~ ... , επί σειρά(ν) ετών (λόγ.): για πολλά και διαδοχικά χρόνια: πρόεδρος/πρωταθλητής ~ ~.|| (ως επίθ.) Ο ~ ~ διευθυντής. , καθ' όλο(ν) το έτος (λόγ.): σε όλη τη διάρκεια του έτους: Το ξενοδοχείο λειτουργεί ~ ~., κατ' έτος (επίσ.): (για) κάθε χρονιά, ετησίως: αποδοχές ~ ~. Η κατώτατη τιμή ορίζεται ~ ~., (κατά) το σωτήριο(ν) έτος βλ. σωτήριος, προ/από αμνημονεύτων ετών/χρόνων βλ. αμνημόνευτος [< αρχ. ἔτος, γαλλ. année, αγγλ. year]

ευγενικός

ευγενικός, ή, ό [εὐγενικός] ευ-γε-νι-κός επίθ. ΣΥΝ. ευγενής 1. που διακρίνεται από ευγένεια: (για πρόσ.) ~ός: υπάλληλος. ~ή: φυσιογνωμία/ψυχή. ~ό: προσωπικό. ~ και εξυπηρετικός/φιλικός με όλους. Είναι ~ στον κόσμο/απέναντί του. || ~ή: απάντηση/ερώτηση/παράκληση/πρόσκληση/συμπεριφορά/χειρονομία. ~ό: σχόλιο/χαμόγελο. ~οί: τρόποι. ~ές: παραινέσεις/συστάσεις. ~ά: λόγια. Πβ. αβρός, λεπτός. ΑΝΤ. αγενής, αυθάδης 2. που χαρακτηρίζεται από υψηλά ιδανικά ή ανώτερη ποιότητα· που δείχνει αλτρουισμό, φιλανθρωπία: ~ός: σκοπός. ~ή: επιδίωξη/προσπάθεια/σκέψη/τέχνη. ~ά: αισθήματα.|| ~ή: παραχώρηση/προσφορά/χορηγία. 3. (σπανιότ.) που αναφέρεται στους ευγενείς: ~ή: καταγωγή. ~ές: καταβολές. Πβ. αριστοκρατ-, αρχοντ-ικός. ● επίρρ.: ευγενικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: στη σημ. 1. [< μεσν. ευγενικός < αρχ. εὐγενής]

ευκαιρία

ευκαιρία [εὐκαιρία] ευ-και-ρί-α ουσ. (θηλ.) {ευκαιρι-ών} 1. ευνοϊκή, κατάλληλη στιγμή, για να συμβεί κάτι ή να κάνει κάποιος κάτι: δεύτερη/διπλή/ιστορική/μοναδική/νέα/τελευταία ~. Αναζήτηση/απώλεια/δημιουργία ~ών. Με/σε κάθε ~. Αξιοποιώ/βρίσκω/εκμεταλλεύομαι την ~. Παρουσιάζεται μία ~. Επωφελούμαι της ~ας. Είναι καλή ~ να λύσετε τις διαφορές σας. Είναι η ~ της ζωής σου! Όταν έχω/μόλις βρω ~ (= χρόνο). ~ (= αφορμή) έψαχνα, για να σε συναντήσω. 2. δυνατότητα για την πραγματοποίηση ενός στόχου: επαγγελματική/επενδυτική/επιχειρηματική ~. Δίκτυο/σχολείο πολλαπλών ~ών (για νέους). Δίνω/παρέχω/προσφέρω σε κάποιον την ~ να/για ... Μου δόθηκε η ~ να/για ... Στερώ από κάποιον την ~ για/να ... Έχασε/κλότσησε την ~ να ... ~ες ανάπτυξης/απασχόλησης/εργασίας/καριέρας/μάθησης/σταδιοδρομίας/χρηματοδότησης (ενός έργου). Χαμένες ~ες για γκολ. Πβ. ευχέρεια. 3. αγορά αγαθού σε συμφέρουσα τιμή και το ίδιο το αγαθό: Ο εκτυπωτής (που αγόρασα) ήταν μεγάλη ~. Πβ. κελεπούρι. ● ΣΥΜΠΛ.: ισότητα ευκαιριών: ΝΟΜ. η συνταγματική αρχή της ίσης μεταχείρισης όλων των ανθρώπων, χωρίς διακρίσεις λόγω φυλής, χρώματος, θρησκείας, εθνικότητας, φύλου, φυσικής ή διανοητικής υστέρησης, ηλικίας: ~ ~ για άτομα με ειδικές ανάγκες/στην αγορά εργασίας/στην εκπαίδευση/μεταξύ ανδρών και γυναικών., κόστος ευκαιρίας & εναλλακτικό κόστος: ΟΙΚΟΝ. το κέρδος από μια συναλλαγή ή επένδυση σε σχέση με το διαφυγόν κέρδος που θα προέκυπτε από μια εναλλακτική αντίστοιχη ενέργεια. [< αγγλ. opportunity cost, 1911] , σημαία ευκαιρίας βλ. σημαία, σχολείο δεύτερης ευκαιρίας βλ. σχολείο ● ΦΡ.: αρπάζω την ευκαιρία (από τα μαλλιά) (προφ.): αξιοποιώ αμέσως τη δυνατότητα που μου δίνεται., δεν αφήνω/δεν χάνω ευκαιρία για/να ...: για κάτι που κάνει κάποιος κάθε φορά που παρουσιάζονται οι κατάλληλες συνθήκες: Δεν αφήνει ~ για πείραγμα. Δεν χάνει ~ να μου δημιουργεί προβλήματα/να περηφανεύεται για τα κατορθώματά του.|| (ειρων.) Μη χάσεις ~ εσύ και δεν σχολιάσεις., με την ευκαιρία & (λόγ.) επί τη ευκαιρία/επ' ευκαιρία: (+ γεν.) λόγω, με αφορμή, εκμεταλλευόμενος την περίσταση: ~ ~ της επετείου του γάμου σας/της ονομαστικής σας εορτής ...|| ~ ~ (: μιας και το έφερε η κουβέντα), θα ήθελα να προσθέσω ότι ... [< γαλλ. à l'occasion de] , με την πρώτη/σε πρώτη ευκαιρία: μόλις μπορέσω, όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή: ~ ~ θα τα πούμε από κοντά. Θα έρθω να σε δω ~ ~., σε δεδομένη ευκαιρία: μόλις δημιουργηθούν οι κατάλληλες προϋποθέσεις., σε τιμή ευκαιρίας: σε συμφέρουσα για τον αγοραστή τιμή, πολύ οικονομικά: (σε αγγελίες) Ηλεκτρικά είδη ~ ~. Μονοκατοικία πωλείται ~ ~. Πβ. οκαζιόν., αδράχνω την ευκαιρία βλ. αδράχνω, ανοίγω ευκαιρίες βλ. ανοίγω, δράττομαι της ευκαιρίας βλ. δράττομαι, ευκαιρίας δοθείσης/δοθείσης (της) ευκαιρίας βλ. δοθείς [< αρχ. εὐκαιρία ‘κατάλληλος χρόνος, αφθονία, ευημερία’, γαλλ. occasion]

ευτράπελος

ευτράπελος, η, ο [εὐτράπελος] ευ-τρά-πε-λος επίθ. (λόγ.): που προκαλεί γέλιο ή γίνεται γελοίος, αστείος: ~η: ιστορία. ~ο: περιστατικό. ~ες: καταστάσεις (= κωμικές). Πβ. εύθυμος, ιλαρός, φαιδρός. ● Ουσ.: ευτράπελα (τα): αστεία συμβάντα: ανέκδοτα και ~. Τα ~ της βραδιάς/της υπόθεσης.|| Το ~ο είναι ότι ... [< αρχ. εὐτράπελος]

έχω

έχω [ἔχω] έ-χω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {παρατ. είχα, έχ-οντας} 1. κατέχω, διαθέτω ή κρατώ πάνω μου: ~ αυτοκίνητο/κατοικίδιο/λεφτά/μαγαζί/μετοχές/περιουσία/σπίτι (= είμαι ιδιοκτήτης).|| (προφ.) Τα ’χει (= είναι πλούσιος).|| ~ δίπλωμα/πτυχίο. ~ μεγάλη θέση στην εταιρεία. Δεν ~ δουλειά (= είμαι άνεργος). Δεν είχα ευκαιρίες στη ζωή μου. ~ δικαιοδοσία/πρόσβαση σε κάτι/το ελεύθερο για κάτι. Δεν ~ άποψη επί του θέματος. ~εις λίγο χρόνο; Δεν ~ χρόνο για χάσιμο. ~εις άδικο/δίκιο. Δεν ~ει τα λογικά του (: τα έχει χάσει). Η θεραπεία δεν ~ει αποτέλεσμα/πιθανότητες επιτυχίας. Το επάγγελμα αυτό δεν ~ει ενδιαφέρον/μέλλον/προοπτικές. Δεν ~ουμε επαρκή στοιχεία/πληροφορίες. Θα ~ουμε τον κόσμο στο πλευρό μας.|| ~εις χρήματα/ψιλά πάνω σου (πβ. βαστώ); ~εις μαζί σου ομπρέλα/τις σημειώσεις/καμιά φωτογραφία του/χαρτομάντιλα; ~εις φωτιά (= αναπτήρα); ~ετε ώρα (= τι ώρα είναι); Λυπάμαι, δεν ~ ώρα (= ρολόι). Πρόσεχε! ~ει όπλο. Δεν είχες (= φορούσες) παλτό; ~ει τατουάζ στο χέρι. Ποιος ~ει τσίχλα (να μου δώσει); ΑΝΤ. στερούμαι 2. (για χαρακτηριστικό ή ιδιότητα) διαθέτω: Ο άνθρωπος ~ει δύο αυτιά. Τα μαλάκια δεν ~ουν κέλυφος. Τι ηλικία/μάτια (ενν. χρώμα)/ύψος ~ει; ~ει μακριά δάχτυλα/μουστάκι/ωραία μύτη. Δεν ~ει μαλλιά (= είναι φαλακρός)/μάτια (= είναι τυφλός). Τα ~ει όλα, δεν της λείπει τίποτε (για υλικά ή ψυχικά αγαθά, ευτυχία). ~ει άνεση/γούστο (= καλαισθησία)/εξυπνάδα/καλοσύνη/θράσος/ομορφιά/πείσμα/πλάκα/ταλέντο. Δεν ~ το θάρρος να τον αντιμετωπίσω. Δεν ~ει φωνή (ενν. καλή, μελωδική). ~ει γλώσσα (= είναι αυθάδης). ~ει παρελθόν (= έχει ζήσει πολλά). Κάθε άνθρωπος ~ει τις ιδιοτροπίες/τις παραξενιές του. Το ~ει αυτό, να μην σε αφήνει να μιλάς. Τι χρώμα ~ει το πουκάμισο; Ο κύβος ~ει τρεις διαστάσεις. Η ταινία ~ει δράση. Το σπίτι ~ει κεντρική θέρμανση. Η πόλη δεν ~ει τουριστική υποδομή. Τα δέντρα δεν ~ουν πια φύλλα (= έχουν πέσει). Βλ. παρα~.|| (για έθιμα) Έτσι το ~ουμε (= συνηθίζουμε) στα μέρη μας. 3. ως απολεξικοποιημένο ρήμα: ~ απαίτηση (= απαιτώ)/το δικαίωμα (= δικαιούμαι)/σκοπό (= σκοπεύω)/τη συνήθεια (= συνηθίζω)/την υποχρέωση ή το χρέος (= υποχρεούμαι)/φιλοδοξία (= φιλοδοξώ) (+ να). ~ αγωνία (= αγωνιώ)/ανησυχία (= ανησυχώ)/αμφιβολίες (= αμφιβάλλω)/απορία ή απορίες (= απορώ)/ελπίδα ή ελπίδες (= ελπίζω)/ενδιαφέρον (= ενδιαφέρομαι)/ευθύνη (= ευθύνομαι) για κάτι. ~ εμπιστοσύνη σε ... (= εμπιστεύομαι). ~ γιορτή (= γιορτάζω)/πένθος (= πενθώ). ~ αγώνα αύριο (= αγωνίζομαι). ~ επιρροή πάνω του (= επηρεάζω). Τι σχέδια ~εις (= σχεδιάζεις); ~ει τη φήμη του δύσκολου (= φημίζεται για). Τα λεφτά ~ουν αξία (= αξίζουν). Οι δυο υποθέσεις δεν ~ουν σχέση μεταξύ τους (= δεν σχετίζονται). Κάθε πράγμα ~ει αρχή (= αρχίζει) και τέλος (= τελειώνει). ~ουμε διαφορές (= διαφέρουμε ή διαφωνούμε). Στο μέλλον θα ~ουμε αλλαγές/ανακατατάξεις (= θα αλλάξουν τα πράγματα). ~ουμε συζητήσεις (= συζητάμε). Αύριο ~ουμε απεργία (= απεργούμε). 4. κρατώ, φυλάω κάτι σε κάποιον χώρο ή σε συγκεκριμένη θέση, διατηρώ σε ορισμένη κατάσταση: ~ γάλα στο ψυγείο/τα λεφτά στην τράπεζα. Πού τα ~εις (ενν. κρύψει) τα κλοπιμαία;|| ~ τα παιδιά στους παππούδες (= αναθέτω τη φύλαξη).|| Τον ~ουν στην Ασφάλεια/μέσα (ενν. στη φυλακή)/υπό κράτηση/υπό περιορισμό. ~ει τον γιο της στην εντατική (= νοησηλεύεται).|| Μην ~εις τα μάτια κλειστά! Είχε το κεφάλι σκυφτό.|| (μτφ.) Τα ~ όλα υπό έλεγχο. Να το ~εις υπόψη σου. ~ει έτοιμη τη δικαιολογία. 5. σχετίζομαι με πρόσωπο με συγκεκριμένο τρόπο: ~ αδέρφια/οικογένεια/παιδιά/πολλούς γνωστούς/συγγενείς/σύζυγο/φίλους. Δεν ~ σχέση/φίλο (= ερωτικό δεσμό, σύντροφο). Τον είχα δάσκαλο/μαθητή/υπάλληλο. Δεν ~ γονείς (= είμαι ορφανός)/κανέναν στη ζωή (= είμαι μόνος). Μόνο εσένα ~. -Την Ελένη τι την ~εις; -Ξαδέρφη. Είχα πάντα κοντά μου τους δικούς μου (: με στήριζαν, βοηθούσαν). ~ έναν καλό γιατρό (= γνωρίζω) να σου συστήσω. 6. {τριτοπρόσ.} περιέχει· (συνήθ. απρόσ.) υπάρχει: Τι ~ει το ντουλάπι; Η θάλασσα ~ει τσούχτρες. Το βουνό δεν ~ει δέντρα (= είναι γυμνό). Η αίθουσα είχε πολύ κόσμο. Το γράμμα δεν ~ει διεύθυνση/υπογραφή (πβ. φέρω).|| Δεν ~ει ψωμί στο σπίτι. ~ει θέση για μένα; Εδώ είχε κάποτε ένα ποταμάκι. Τι (φαγητό) ~ει/~ουμε σήμερα; Δεν ~ει/ουμε νερό ούτε ρεύμα (σε περίπτωση διακοπής). Αύριο δεν ~ει μετρό και τρένο λόγω της απεργίας. Δεν τελείωσα, ~ει και συνέχεια! 7. {τριτοπρόσ.} αποτελούμαι από, περιλαμβάνω: Πόσα δωμάτια ~ει το διαμέρισμα; Η μέρα ~ει εικοσιτέσσερις ώρες. Πόσα μέλη ~ει ο σύλλογος; 8. παρέχω, προσφέρω: ~ει λύση για κάθε πρόβλημα. Η εταιρεία ~ει δύο δρομολόγια την εβδομάδα. Μας είχε πλούσιο τραπέζι. Τι ~ουν οι κινηματογράφοι σήμερα (ΣΥΝ. παίζουν, προβάλλουν); Σε λίγο ~ει ειδήσεις. Η τηλεόραση δεν ~ει τίποτα (: δεν δείχνει κάτι αξιόλογο) σήμερα. 9. παίρνω λαμβάνω ή δέχομαι: ~ γράμμα. ~εις τον λόγο μου. Δεν ~ νέα της. Πότε μπορώ να ~ απάντηση; Είχα μία αναπάντητη κλήση (στο κινητό)/μια πρόσκληση για χορό. Είχες δύο τηλεφωνήματα. (για να ζητήσουμε κάτι ευγενικά:) Μπορώ να ~ το αλάτι, παρακαλώ;|| ~ επισκέψεις/καλεσμένους/κόσμο/ξένους (στο σπίτι). 10. (+ για/σαν/ως) θεωρώ, χρησιμοποιώ: ~ κάποιον για παράδειγμα/πρότυπο. Το ~ για γρουσουζιά να ... Δεν τον ~ ικανό να έκανε τέτοιο πράγμα. Δεν με ~ει άξιο για τίποτα. Εύκολο το ~εις να κάνω διαίτα; ~ει σίγουρη την επανεκλογή του. Το ~ει καμάρι που ... Την είχα για φίλη. Τον ~ει σαν θεό. Το είχε σαν παιδί της. Πβ. νομίζω, πιστεύω.|| Τον ~ για τις δύσκολες δουλειές. ~εις κάτι για πανωφόρι; Πβ. μεταχειρίζομαι. 11. νιώθω, αισθάνομαι: ~ διάθεση/κέφια/πικρία/πόνο στην καρδιά/φιλικά αισθήματα για κάποιον. Του 'χω μεγάλη αγάπη (= τον αγαπώ πολύ)/αδυναμία. 12. πάσχω, υποφέρω: ~ει την καρδιά του (= είναι καρδιοπαθής)/μυωπία. -Τι ~εις; -~ βήχα/γρίπη/πονοκέφαλο/πυρετό/το στομάχι μου (= με πονάει)/συνάχι/φαγούρα.|| (για βλάβη, δυσλειτουργία) Κάτι ~ει το μηχάνημα και βουίζει. 13. βρίσκομαι σε μία κατάσταση και (ειδικότ. για καιρικές συνθήκες, χρονική στιγμή) επικρατεί, συμβαίνει κάτι: ~ διακοπές. ~ει δυσκολίες (συνήθ. οικονομικές)/πρόβλημα. Αύριο δεν ~ουμε σχολείο. ~ουμε Αρχαία (: ως σχολικό μάθημα). Ελπίζω να μην ~ουμε καμιά δυσάρεστη έκπληξη. Πριν ένα μήνα είχε νέο καρδιακό επεισόδιο (ΣΥΝ. παθαίνω, υφίσταμαι). Τα πράγματα ~ουν ως εξής: ...|| Φέτος θα ~ουμε καύσωνα/δύσκολο χειμώνα. Τι (μέρα) ~ουμε σήμερα; Πόσες του μηνός ~ουμε;/Πόσες ~ει ο μήνας;|| {απρόσ.} ~ει αέρα (πβ. φυσά)/ήλιο/ζέστη/κρύο/κύμα (ενν. η θάλασσα)/λιακάδα/παγωνιά (πβ. κάνει)/συννεφιά. Έξω ~ει σαράντα βαθμούς. Απόψε ~ει φεγγάρι. ~ει πολλή κάπνα εδώ μέσα. Την Κυριακή ~ει παζάρι στο κέντρο. 14. πουλώ προϊόν σε συγκεκριμένη τιμή και (στο γ' πρόσ., για προϊόν) κοστίζει, στοιχίζει: Πόσο τις ~εις τις ντομάτες; Τις ~ουν πιο φτηνές στο σούπερ-μάρκετ. ~ετε παγωτό φράουλα;|| Αυτό το φόρεμα ~ει (= κάνει, αξίζει) ... ευρώ. 15. (+ ουσ. παράγωγο ρήματος ή πρόταση) πρέπει, θέλω, μπορώ, ξέρω, υπάρχει, πρόκειται: (+ ουσ.) ~ δουλειά/μάθημα/σιδέρωμα (: οφείλω, σκοπεύω να κάνω κάτι).|| (+ να) ~ να πάρω το παιδί από το σχολείο. Δεν ~εις (= δεν χρειάζεται) να δώσεις λογαριασμό σε κανέναν.|| ~ κάτι να σας πω. ~εις κάτι να απαντήσεις/προσθέσεις/ρωτήσεις; ~εις (= θες) κάτι άλλο (ενν. να αναφέρεις, να πεις);|| Δεν ~εις κάτι καλύτερο να κάνεις;|| (+ πλάγια ερώτηση) Δεν ~ πού να πάω/τι να κάνω/τι να πω. Πβ. γνωρίζω.|| (+ να) Δεν ~ να κρύψω/πω τίποτε! Δεν ~ τίποτα να κερδίσω/φοβηθώ/χάσω! Δεν ~ κανέναν να μιλήσω. Δεν ~ουμε κάτι να χωρίσουμε.|| {απρόσ.}(+ να) ~ει να (= θα) γίνει το έλα να δεις/χαμός!|| (απειλητ.) Δεν ~εις (= δεν επιτρέπεται) να πας πουθενά! 16. κάνω ή δεν έχω κάνει κάτι για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα (+ να/που + χρον. προσδιορισμό): ~ να κοιμηθώ/να φάω τρεις μέρες. ~ να τη δω μήνες. ~ καιρό/κάτι χρόνια να παίξω μπάλα. ~εις πέντε λεπτά να αποφασίσεις. ~ τρία χρόνια που κάνω σκι. ~ει ώρα που έφυγε/δεν φάνηκε. 17. ως βοηθητικό ρ. για τον σχηματισμό των περιφραστικών χρόνων: Το βιβλίο δεν ~ει ολοκληρωθεί ακόμη. Θα μπορούσαν να ~ουν συμβεί χειρότερα. Όταν έφτασα, είχε φύγει. Θα ~εις τελειώσει, ώσπου να έρθω; 18. με απρόσ. εκφράσεις (+ ότι/να): Αξία/σημασία ~ει ότι αγαπιέστε. Δεν ~ει νόημα να μπούμε σε λεπτομέρειες. ● ΦΡ.: (δεν) έχει να κάνει που (προφ.): (δεν) παίζει ρόλο: Δεν ~ ~ δεν έχεις λεφτά, κερνάω εγώ., από δω τον είχα, από κει τον είχα (προφ.): για επίμονη προσπάθεια να πείσει κανείς κάποιον: ~ ~, τον κατάφερα τελικά/του το πούλησα., αυτά έχει/έχουν ...: έτσι είναι (η κατάσταση): ~ ~ει η δημοσιότητα/η ζωή. ~ ~ουν τα γεράματα. Πβ. έτσι/αυτός είναι ο κόσμος!, δεν έχει (προφ.): για δυνατότητα που αποκλείει, απαγορεύει κάποιος, δεν υπάρχει: ~ ~ άλλο, αρκετά. (σε παιδιά) Απόψε ~ ~ τηλεόραση, αν δεν κοιμηθείτε το μεσημέρι! ~ ~ γιατί! Γιατί έτσι λέω εγώ! ~ ~ "δεν μπορώ", μπορείς και παραμπορείς! Α, όλα κι όλα, ~ ~ (= δεν επιτρέπονται) τέτοια!, δεν έχω παρά να: για να δηλωθεί ότι κάτι είναι πολύ απλό, χρειάζεται μόνο να: Για να μπεις μέσα, δεν ~εις ~ στρίψεις το κλειδί., δεν το έχω σε πολύ/σε τίποτα: για ενέργεια που γίνεται χωρίς δισταγμό ή δυσκολία: Δεν το έχει ~ να μας εκθέσει μπροστά στον κόσμο. ΣΥΝ. δεν (μου) κοστίζει τίποτα να, είχα δεν είχα (προφ.) 1. για αναμενόμενη συμπεριφορά κάποιου: Είχε δεν είχε, τα κατάφερε πάλι! 2. μόλις και μετά βίας, ούτε καν: Όταν έφυγε από το πατρικό του, είχε δεν είχε κλείσει τα δεκατρία., έχει γούστο/πλάκα (να ...) (προφ.) 1. για κάτι ευχάριστο, διασκεδαστικό: ~ ~ να παίζεις στη θάλασσα! 2. για κάποιο δυσάρεστο ή ανεπιθύμητο ενδεχόμενο: ~ ~ να άκουσε όσα είπαμε/να με δουλεύει! -Λες να χάσουμε το πλοίο; -~ ~! Πβ. για φαντάσου., έχουμε και λέμε (προφ.): για να συνοψίσουμε, να λογαριάσουμε ή γενικότ. να αναφερθούμε σε ένα σύνολο στοιχείων: Λοιπόν, ~ ~, μαγιό, πετσέτα, ομπρέλα και είμαστε έτοιμοι για παραλία., έχω δεν έχω (προφ.): για κάτι που πρέπει να γίνει, ανεξάρτητα από την οικονομική δυνατότητα κάποιου: ~εις ~εις, πρέπει να τον βοηθήσεις., έχω κάτι/τα έχω με κάποιον (προφ.): είμαι δυσαρεστημένος, ενοχλημένος, θυμωμένος, προβληματισμένος: ~εις κάτι εναντίον μου/με μένα; Κάτι ~εις και δεν μου λες. Δεν ~ τίποτα (: κανένα πρόβλημα, είμαι καλά). Τα ~ει μαζί μου γιατί ...|| Τι ~εις (= σου συμβαίνει);, έχω να κάνω (με) (προφ.): έχω σχέση, σχετίζομαι με: Η δουλειά μου έχει να κάνει με παιδιά/με τη φιλολογία. Δεν ξέρεις με ποιον έχεις να κάνεις. Το θέμα δεν έχει τίποτα να κάνει με σένα (= είναι άσχετο, δεν σε αφορά)., έχω να το λέω (εμφατ.): για να τονιστεί η σημασία των λεγομένων: ~ ~, έμαθα πολλά πράγματα δίπλα του., έχω παρτίδες/πάρε-δώσε/νταραβέρια (κυρ. αρνητ. συνυποδ.): συναλλάσσομαι, σχετίζομαι με κάποιον: ~ει ~ με τη μαφία/τον υπόκοσμο. Δεν θέλει να ~ει ~ ~ μαζί τους. Με ποιον ~ει νταραβέρια είναι δικό της θέμα., έχω τα χάλια/τις μαύρες/τις κακές/τις κλειστές μου & είμαι στις μαύρες/στις κακές μου (προφ.): βρίσκομαι σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση: Μην του μιλάς σήμερα, έχει ~ του. Βλ. στις καλές μου., όλα τα είχαμε, (αυτό μας έλειπε) (ειρων.): για δυσκολία που προστίθεται σε ήδη υπάρχουσες., τα έχω με κάποιον & τα έχουμε (προφ.): είμαστε ζευγάρι., την έχω καλά/άσχημα (προφ.): βρίσκομαι σε ευχάριστη/δυσάρεστη, δύσκολη θέση, σε κίνδυνο: Εγώ την ~ καλά, εσείς να δω πώς θα τη γλιτώσετε! Αν τον πιάσουνε, την ~ει (πολύ) άσχημα!, τι είχαμε, τι χάσαμε (προφ.): σε περιπτώσεις που δεν μεταβάλλεται μία κατάσταση, ανεξάρτητα από αυτόν ή αυτό που αποχωρεί, παύει να υφίσταται, να λειτουργεί. Πβ. ούτε γάτα ούτε ζημιά., τι έχει και τι δεν έχει (εμφατ.): για να δηλωθεί η κατάσταση στην οποία βρίσκεται κάποιος: Δεν μπορώ να ξέρω/δεν με ενδιαφέρει ~ ~ ο καθένας τους., το έχω σε καλό/σε κακό να ...: θεωρώ κάτι καλοτυχία/κακοτυχία., το 'χω (νεαν. αργκό): το έχω κατανοήσει, το κατέχω., τον έχω (νεαν. αργκό): τον νικώ, υπερέχω: ~ ~ χαλαρά., ως έχει (λόγ.) & όπως έχει: ακριβώς όπως είναι: Θα ήθελα να μου περιγράψεις την κατάσταση ~ ~. Η διάταξη διατηρείται/παραμένει ~ ~. Να μου πεις την αλήθεια ~ ~., (δεν) έχω την ανάγκη (κάποιου)/(δεν) έχω ανάγκη από (κάτι)/(δεν) τον έχω ανάγκη βλ. ανάγκη, (έχω) ελαφρύ χέρι βλ. χέρι, (και/κι) ο μήνας έχει εννιά βλ. εννέα, (κι/για) αύριο έχει ο Θεός βλ. αύριο, (πρόσεχε/έχε κάποιον/κάτι) σαν τα μάτια σου βλ. μάτι, άμα/όταν έχεις τέτοιους φίλους, τι τους θέλεις τους εχθρούς; βλ. φίλος, βάζω/έχω (κάποιον/κάτι) στο μάτι βλ. μάτι, δεν έχει αρχή και τέλος βλ. αρχή, δεν έχει μαντίλι να κλάψει βλ. μαντίλι, δεν έχει όμοιο/όμοια βλ. όμοιος, δεν έχει όρια/όριο βλ. όριο, δεν έχει ούτε ιερό ούτε όσιο βλ. ιερός, δεν έχει στον ήλιο μοίρα βλ. ήλιος, δεν έχει το Θεό του βλ. θεός, δεν έχει τσίπα (επάνω/πάνω του) βλ. τσίπα, δεν έχει τύχη βλ. τύχη, δεν έχει ψωμί να φάει βλ. ψωμί, δεν έχω θέση κάπου βλ. θέση, δεν έχω ιδέα βλ. ιδέα, δεν έχω μάτια (γι' άλλον) βλ. μάτι, δεν έχω μάτια να δω βλ. μάτι, δεν έχω μία βλ. ένας, μία/μια, ένα, δεν έχω ξυπνημό βλ. ξυπνημός, δεν έχω τα μέσα βλ. μέσο, δεν έχω τίποτα εναντίον (του) βλ. τίποτα, δεν έχω τίποτα να χάσω βλ. τίποτα, δεν έχω φράγκο βλ. φράγκο, δεν έχω/δεν βρίσκω λόγια βλ. λόγια, δεν θα έχω καλά ξεμπερδέματα/θα έχω κακά/άσχημα ξεμπερδέματα βλ. ξεμπέρδεμα, δεν ξέρει τι έχει βλ. ξέρω, είμαι/έχω λάσκα βλ. λάσκος, είμαι/έχω υπηρεσία βλ. υπηρεσία, είναι/το έχω στο αίμα μου βλ. αίμα, είναι/τον έχω του χεριού μου βλ. χέρι, εύκολο το' χεις; βλ. εύκολος, έχε χάρη ... βλ. χάρη, έχει (γερές) πλάτες βλ. πλάτη, έχει (γερό/μεγάλο) δόντι βλ. δόντι, έχει (μεγάλη) πέραση βλ. πέραση, έχει άκρες βλ. άκρη, έχει διπλό ρόλο βλ. διπλός, έχει ζουμί βλ. ζουμί, έχει καλώς βλ. καλώς, έχει κώλο βλ. κώλος, έχει μεγάλο στόμα βλ. στόμα, έχει μπάρμπα στην Κορώνη βλ. μπάρμπας, έχει να κάνει βλ. κάνω, έχει να πει κάτι/έχει κάτι να πει βλ. λέω, έχει ο Θεός βλ. θεός, έχει ο καιρός γυρίσματα βλ. καιρός, έχει ρεύμα βλ. ρεύμα, έχει τα ρούχα της βλ. ρούχο, έχει το γενικό πρόσταγμα βλ. πρόσταγμα, έχει το(ν) διά(β)ολο μέσα του βλ. διάβολος, έχει τον αμάζευτο βλ. αμάζευτος, έχει τον τρόπο του βλ. τρόπος, έχει χάζι βλ. χάζι, έχει ψωμί/φαΐ βλ. ψωμί, έχει/υπάρχουν κ(α)ι αλλού πορτοκαλιές (που κάνουν πορτοκάλια) βλ. πορτοκαλιά, έχεις πρόβλημα; βλ. πρόβλημα, έχετε/θα είχατε την καλοσύνη να ... ;/αν έχετε την καλοσύνη, ... βλ. καλοσύνη, έχουμε μέλλον βλ. μέλλον, έχω (καλό) χέρι βλ. χέρι, έχω (κάποιον) από δίπλα/από κοντά βλ. δίπλα, έχω (κάποιον)/έχει μπει (κάποιος) (μες) στην καρδιά μου βλ. καρδιά, έχω (κάποιον/κάτι) περί πολλού βλ. περί, έχω (μαύρα/βαθιά) μεσάνυχτα βλ. μεσάνυχτα, έχω (όλη/ολόκληρη) τη μέρα δική μου βλ. μέρα, έχω (όλη/ολόκληρη) τη μέρα μπροστά μου βλ. μέρα, έχω άδεια βλ. άδεια, έχω άστρο/αστέρι βλ. άστρο, έχω κάποιον άχτι βλ. άχτι, έχω κάποιον δεμένο βλ. δένω, έχω κάποιον στα όπα όπα βλ. όπα, έχω κάποιον στην τσέπη/στο τσεπάκι μου βλ. τσέπη, έχω κάποιον στο χέρι (μου) βλ. χέρι, έχω κάποιον/κάτι στο μυαλό μου βλ. μυαλό, έχω κάτι άχτι βλ. άχτι, έχω λαμβάνειν βλ. λαμβάνειν, έχω λόγο βλ. λόγος, έχω μόνο δύο/δυο χέρια! βλ. χέρι, έχω μπέσα βλ. μπέσα, έχω μπλεξίματα/μπελάδες/φασαρίες/τραβήγματα/ντράβαλα βλ. μπλέξιμο, έχω να (το) λέω βλ. λέω, έχω πολλά/πολλές σκοτούρες στο κεφάλι μου βλ. κεφάλι, έχω προ οφθαλμών (κάτι) βλ. οφθαλμός, έχω προηγούμενα (μαζί) με κάποιον βλ. προηγούμενο, έχω ρέντα βλ. ρέντα, έχω σε υπόληψη βλ. υπόληψη, έχω στο(ν) νου μου/κατά νου (κάποιον/κάτι) βλ. νους, έχω σώας τας φρένας βλ. σώος, έχω τ' αυτιά/τα μάτια μου ανοιχτά βλ. ανοιχτός, έχω τα μάτια μου δεκατέσσερα/τέσσερα βλ. μάτι, έχω την αξίωση να βλ. αξίωση, έχω την τιμητική μου βλ. τιμητικός, έχω την τύχη με το μέρος μου βλ. τύχη, έχω το(ν) νου/το μυαλό μου σε κάποιον/κάτι βλ. νους, έχω υπόψη βλ. υπόψη, έχω/κάνω κενό βλ. κενό, έχω/κρατάω (κάποιον) σούζα βλ. σούζα, έχω/λέω την τελευταία λέξη/τον τελευταίο λόγο/την τελευταία κουβέντα βλ. λέξη, έχω/με πιάνουν τα διαόλια μου βλ. διαόλια, έχω/περνάω (μεγάλο) ζόρι/(μεγάλα) ζόρια βλ. ζόρι, η τιμή τιμή δεν έχει (και χαρά στον που την έχει) βλ. τιμή, και οι ... έχουν ψυχή βλ. ψυχή, κάνω κουμάντο/έχω το κουμάντο βλ. κουμάντο, κάνω σε κάποιον το τραπέζι/έχω τραπέζι βλ. τραπέζι, κάπως έτσι είναι/έχουν τα πράγματα βλ. κάπως, λαμβάνω/έχω την τιμή να ... βλ. τιμή, λίγο το 'χεις; βλ. λίγος, μένει ως έχει βλ. μένω, ό,τι έχω και δεν έχω βλ. ό,τι, όλα τα 'χε/'χει η Μαριωρή, ο φερετζές της έλειπε/λείπει βλ. φερετζές, ούτως εχόντων των πραγμάτων βλ. ούτω(ς), πόθεν έσχες βλ. πόθεν, ποιος/τι έχει σειρά; βλ. σειρά, πού έχεις/είναι/τρέχει το μυαλό σου; βλ. μυαλό, στο ενεργητικό του/της βλ. ενεργητικό, στόμα έχει και μιλιά δεν έχει βλ. στόμα, τα βάζω/τα έχω με τον εαυτό μου βλ. εαυτός, τα έχει τα χρονάκια του! βλ. χρόνος, τα έχω καλά με κάποιον βλ. καλά, τα 'χω τετρακόσια βλ. τετρακόσιοι, τα 'χω χαμένα βλ. χαμένος, τι 'χες Γιάννη, τι 'χα πάντα! βλ. Γιάννης, τι ψυχή έχει (κάτι); βλ. ψυχή, το έχει/το 'χει η μοίρα μου βλ. μοίρα, το έχω στο στόμα/στη γλώσσα (μου) βλ. στόμα, το έχω/βάζω μαράζι βλ. μαράζι, το 'χω μέσα μου βλ. μέσα, το 'χω παράπονο βλ. παράπονο, φύλαγε τα ρούχα σου να έχεις τα μισά/όποιος φυλάει τα ρούχα του, έχει τα μισά βλ. ρούχο ● βλ. έχων [< αρχ. ἔχω]

ζήτω

ζήτω ζή-τω επιφών. {άκλ.}: για δήλωση ένθερμης αποδοχής ή υποστήριξης: ~! Κερδίσαμε! ~ (ΑΝΤ. έξω, κάτω) η δημοκρατία! Πβ. γιούπι, ολέ, τραλαλά. ΑΝΤ. ου2 ● Ουσ.: ζήτω (το): ζητωκραυγή, επιδοκιμασία: Την ανακοίνωση του αποτελέσματος διαδέχθηκαν τα ~ και οι πανηγυρισμοί. ΣΥΝ. επευφημία ΑΝΤ. γιούχα, γιουχάισμα ● ΦΡ.: δεν κάνει ούτε για ζήτω (για πρόσ., προφ.): είναι άχρηστος, δεν αξίζει τίποτα., ζήτω που καήκαμε! (ειρων.): για πολύ δύσκολη κατάσταση ή προδιαγεγραμμένη αποτυχία: Αν περιμέναμε από 'σένα να μας βοηθήσεις, ~ ~!, ούτε για ζήτω (προφ.): σε περιπτώσεις που κάτι δεν επαρκεί, δεν είναι αρκετό: Ο μισθός που παίρνει δεν του φθάνει ~ ~. ● βλ. ζω1 [< μτγν. ζήτω, γ’ πρόσ. προστ. εν. του ρ. ζῶ]

ζυγός

ζυγός, ή, ό ζυ-γός επίθ. 1. (για αριθμό) άρτιος, δηλ. διαιρείται ακριβώς με το δύο. ΑΝΤ. μονός (2), περιττός (2) 2. που έχει ή φέρει άρτιο αριθμό: ~ή: αρίθμηση. ~ές: ημερομηνίες/μέρες. ~ά: νούμερα. ● Ουσ.: ζυγά (τα) 1. ζυγοί αριθμοί: Ρίξτε το ζάρι και όποιος φέρει ~ κερδίζει. 2. αυτοκίνητα με ζυγό το τελευταίο ψηφίο του αριθμού κυκλοφορίας στις πινακίδες τους: Σήμερα κυκλοφορούν τα ~ στον δακτύλιο. Βλ. μονά. ● ΦΡ.: ζυγά ζυγά (λαϊκό): κατά ζεύγη. ΣΥΝ. ζευγαρωτά, μονά-ζυγά βλ. μονός, παίζω μονά-ζυγά βλ. μονός, τα θέλει όλα δικά του βλ. δικός [< μτγν. ζυγός]

ζωή

ζωή ζω-ή ουσ. (θηλ.) 1. η ιδιότητα που διακρίνει τα έμβια από τα μη έμβια όντα, όπως εκδηλώνεται στις λειτουργίες του μεταβολισμού, της ανάπτυξης, της αναπαραγωγής και κατ' επέκτ. η ύπαρξη: το φαινόμενο της ~ής. Το νερό ως πηγή ~ής.|| Η ανθρώπινη ~ είναι πολύτιμη. Δικαίωμα στη ~. Σκοπός της ~ής. Διακινδύνευσε τη ~ του, για να με σώσει. Μας φυγάδευσε με κίνδυνο της ~ής του. Έχασαν/θυσίασαν τη ~ τους για την ελευθερία. Νίκησαν, αλλά με τίμημα τη ~ χιλιάδων μαχητών. Μία σφαίρα του αφαίρεσε/πήρε τη ~ (= τον σκότωσε). Έφυγε από τη ~ (= δεν ζει πια). Δεν έχει ~ (= θα πεθάνει σύντομα). Δεν βρίσκεται πια στη ~ (= έχει πεθάνει). Διατηρείται στη ~ με τεχνητά μέσα. Χρωστάω τη ~ μου στον γιατρό μου. (απειλητ.) Τα λεφτά σου ή τη ~ σου! Ο ερχομός του έδωσε νόημα στη ~ μου. Είσαι η ~ μου!|| Προηγούμενη ~ (βλ. μετεμψύχωση).|| (μτφ.) Ο σχεδιαστής έδωσε ~ σε χαρακτήρες κινουμένων σχεδίων. ΑΝΤ. θάνατος (1) 2. (συνεκδ.) τα έμβια όντα ως σύνολο: θαλάσσια ~. (Α)κυτταρική μορφή ~ής. Υπάρχει ~ σε άλλους πλανήτες; 3. η περίοδος από τη γέννηση (ή από άλλο χρονικό σημείο) ως τον θάνατο (ή ως μια συγκεκριμένη στιγμή της ζωής) και ειδικότ. τα γεγονότα που έχει ζήσει κάποιος, ο βίος του: διάρκεια/μέσος όρος ~ής. Σχέση ~ής (: μακροχρόνια και ουσιαστική). Στα πρώτα βήματα της ~ής (= στα παιδικά χρόνια). Τι κάνεις στη ~ σου (= πώς περνάς, με τι ασχολείσαι); Δεν έκανε τίποτα (ενν. σπουδαίο ή δημιουργικό) στη ~ του. Ευκαιρίες που τυχαίνουν μία φορά στη ~. Τέτοιο πράγμα δεν έχω ξαναδεί στη ~ μου. Όλη μου τη ~ δουλεύω. Παρέμεινε στο εξωτερικό για το υπόλοιπο της ~ής της. Τα λόγια του θα τα θυμάμαι για/σε όλη μου τη ~.|| ~ γεμάτη αγώνες/βάσανα (πβ. σκυλο~)/προκλήσεις/χαρές. Η ~ και το έργο του ποιητή. Σημαντικοί σταθμοί στη ~ της. Ταινία θα γίνει η ~ της δημοφιλούς ηθοποιού. Γράφει βιβλίο για τη ~ του (βλ. αυτοβιογραφία). 4. ο τρόπος με τον οποίο ζει κάποιος, διαβίωση και ειδικότ. το σύνολο των δραστηριοτήτων σε ατομικό ή συλλογικό επίπεδο ή σε συγκεκριμένο τομέα: αληθινή/ανέμελη/άνετη (βλ. ευζωία)/γλυκιά (πβ. ντόλτσε βίτα)/δύσκολη/εύκολη/ήσυχη/λιτή/μαύρη/παραμυθένια/πραγματική/σκληρή/σκυλίσια ~. Έκανε άστατη ~. Έχει πλούσια ερωτική ~. Αρχίζω μια καινούργια ~. Ο χορός είναι η ~ μου. Αφιέρωσε τη ~ του στην επιστήμη. Η ~ στην πρωτεύουσα έχει ακριβύνει πολύ. Την έβγαλε από τη ~ του (= τα χάλασε μαζί της). Μου αναστάτωσε τη ~. Με τη γέννηση του παιδιού, η ~ μας άλλαξε. Το πλυντήριο έκανε τη ~ μας ευκολότερη. Βελτιώσεις που έφερε στη ~ των ανθρώπων η τεχνολογία. Δεν είναι ~ αυτή (: ως εκδήλωση δυσφορίας)! Βλ. παλιο~.|| Οικογενειακή/στρατιωτική/φοιτητική ~. Η κοινωνική/πνευματική ~ της χώρας. Η καλλιτεχνική/νυχτερινή/πολιτική ~ του τόπου. Η ~ στην πόλη/στην ύπαιθρο/τον προηγούμενο αιώνα. 5. η πραγματικότητα του βίου ως εμπειρία: πείρα βγαλμένη από τη ~. Τι ξέρεις από τη ~ εσύ; Για να μάθεις τη ~, πρέπει να τη ζήσεις. Τέλειωσε το γυμνάσιο και βγήκε στη ~ (= στη βιοπάλη). Σπούδασε στο σχολείο της ~ής (: κατ' αντιδιαστολή προς την εγκύκλια εκπαίδευση). Η ~ με δίδαξε να δίνω αξία στους ανθρώπους. Αυτά έχει/έτσι είναι η ~! Πάρε τη ~ στα χέρια σου (: ανάλαβε πρωτοβουλίες). Θέλει να έχει τη δική της ~ (: να είναι ανεξάρτητη). 6. (μτφ.) (για πρόσ.) ενεργητικότητα, ζωντάνια· (για περιοχές) έντονη δραστηριότητα: Άνθρωπος που ξεχειλίζει από ~. Είναι γεμάτος ~ (= ζωτικότητα) και αισιοδοξία. Δεν έχει ~ (= ψυχή) μέσα του.|| Το νησί δεν έχει καθόλου ~ τον χειμώνα. Η πόλη σφύζει από ~. Πβ. κίνηση, κυκλοφορία. ΑΝΤ. νέκρα. 7. (μτφ.) (κυρ. για μηχανές, επιχειρήσεις) διάρκεια λειτουργίας ή αντοχής: η ~ της μπαταρίας. Η εταιρεία στη σύντομη ~ της κατάφερε να κυριαρχήσει στην αγορά. (ΟΙΚΟΝ.) Η ωφέλιμη ~ των παγίων.ζωές (οι): άνθρωποι: Απειλούνται ανθρώπινες ~. Στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο χάθηκαν εκατομμύρια ~ (= ψυχές). Φάρμακο που σώζει ~. ● ΣΥΜΠΛ.: η αιώνια/η άλλη/η μετά θάνατον/η μέλλουσα ζωή & (λόγ.) η αιώνιος ζωή: ΘΕΟΛ. η μεταθανάτια. Βλ. επίγεια/ουράνια ~., καλή ζωή: υψηλό βιοτικό επίπεδο: ~ ~ και μακροζωία/υγεία., μεγάλη ζωή: πολυτελής και κοσμικός τρόπος διαβίωσης: χλιδή και ~ ~., ποιότητα ζωής: το επίπεδο διαβίωσης που καθορίζεται κυρ. από τη διατήρηση καθαρού περιβάλλοντος, από τις ανθρώπινες συνθήκες εργασίας και από τις δυνατότητες αξιοποίησης του ελεύθερου χρόνου: χαμηλή/υψηλή ~ ~. Βελτίωση/εξασθένιση/υποβάθμιση της ~ας ~ (των κατοίκων της πόλης).|| Η ~ ~ των ασθενών. [< αγγλ. quality of life, 1943] , υποστήριξη της ζωής: οτιδήποτε συμβάλλει στη διατήρησή της: (ΙΑΤΡ.) βασική (βλ. καρδιοπνευμονική αναζωογόνηση/ανάνηψη)/εξειδικευμένη/μηχανική ~ ~. (ΟΙΚΟΛ.) Συστήματα ~ης ~ του πλανήτη (βλ. βιοποικιλότητα, βιόσφαιρα). [< αγγλ. life-support, 1959] , άγρια ζωή βλ. άγριος, ασφάλεια ζωής βλ. ασφάλεια, βιοτικό επίπεδο & επίπεδο ζωής/διαβίωσης βλ. βιοτικός, διπλή ζωή βλ. διπλός, έντονη ζωή βλ. έντονος, επιστήμες της ζωής βλ. επιστήμη, η δημόσια ζωή/ο δημόσιος βίος βλ. δημόσιος, ημιπερίοδος ζωής βλ. ημιπερίοδος2, ημίσεια ζωή βλ. ήμισυς, ιδιωτική ζωή/ιδιωτικός βίος βλ. ιδιωτικός, καθιστική ζωή βλ. καθιστικός, κόστος ζωής βλ. κόστος, κύκλος ζωής βλ. κύκλος, σημεία ζωής βλ. σημείο, στάση ζωής βλ. στάση, το προσδόκιμο ζωής/επιβίωσης βλ. προσδόκιμος ● ΦΡ.: βάζει/δίνει/θέτει τέλος/τέρμα στη ζωή του: αυτοκτονεί: Αποφάσισε/προσπάθησε να βάλει τέλος ~., έδωσε τη ζωή του: για κάποιον που πέθανε για ένα ιδανικό ή κατ' επέκτ. αφιερώθηκε σε αυτό: Τιμάμε τους πολεμιστές που έδωσαν ~ τους για την πατρίδα.|| Έδωσε ~ της (= θυσιάστηκε) για τη σωτηρία της ανθρωπότητας., έδωσε/χάρισε ζωή σε ... 1. έγινε δωρητής οργάνων: ~ ~ σε συνανθρώπους μας, προσφέροντας τα όργανά του για μεταμόσχευση.|| (παλαιότ. για κάποιον καταδικασμένο σε θάνατο) Ο βασιλιάς του χάρισε τη ~ (: του έδωσε χάρη). 2. (μτφ.) αναζωογόνησε: Έδωσε ~ (= πνοή) στη ναυτιλία/στην πόλη., εν ζωή (λόγ.): για κάποιον που είναι ακόμη ζωντανός, στη ζωή: Ο σημαντικότερος ~ ~ συγγραφέας. Δωρεά ~ ~. ΑΝΤ. μετά θάνατο(ν), έχω φάει τη ζωή με το κουτάλι (προφ.): έχω μεγάλη πείρα της ζωής., ζωή μου!: ως προσφώνηση σε αγαπημένο πρόσωπο., ζωή σε (λόγου) σας (προφ.): ως έκφραση συλλυπητηρίων σε συγγενείς ή/και οικείους νεκρού: Θεός σχωρέσ' τον, ~ ~ μας., ζωή χαρισάμενη/ζωή και κότα (προφ.): ευτυχισμένη, ανέμελη, γεμάτη απολαύσεις και καλοπέραση, χωρίς προβλήματα και βάσανα: Περνούν ~ ~., κάνω/ζω τη ζωή μου: ζω όπως επιθυμώ, συνήθ. ανέμελα, χωρίς υποχρεώσεις: Θέλει να ταξιδέψει, να κάνει ~ της. Χαλάρωσε και ζήσε ~ σου! [< γαλλ. vivre ma vie] , μεταξύ ζωής και θανάτου: για ετοιμοθάνατο και γενικότ. για κάθε οριακή κατάσταση: Βρίσκεται ~ ~.|| Μάχη (μεταξύ) ~ ~., μια ζωή (για δήλωση δυσφορίας): από παλιά, πάντα, συνεχώς: ~ ~ τα ίδια λάθη!, μια ζωή την έχουμε (προφ.): η ζωή είναι σύντομη και για αυτό πρέπει να την απολαμβάνουμε., μια ολόκληρη ζωή (προφ.): για πάντα· (επιτατ.) για δήλωση ενός συγκεκριμένου, μικρού ή μεγάλου, χρονικού διαστήματος: φίλοι ~ ~. Αυτοκίνητο/έπιπλα/σπίτι για ~ ~/μια ζωή. Είναι νέος κι έχει ~ ~ (= το μέλλον) μπροστά του.|| Απαιτείται/δεν του φτάνει ~ ~ για να ... Τίναξε στον αέρα ό,τι έχτιζε ~ ~., ξανάφτιαξε τη ζωή του/της: ξαναπαντρεύτηκε. [< γαλλ. refaire sa vie] , ποτέ στη ζωή μου (εμφατ.): ποτέ: Δεν θα το ξεχάσω ~ ~ (: μέχρι να πεθάνω). Ποτέ, μα ~ ~ (= ως τώρα) δεν επιδίωξα να ..., στη ζωή και στο(ν) θάνατο: για πάντα, σε καλές και κακές περιστάσεις: Ορκίστηκαν να είναι μαζί ~ ~., στη ζωή μου/της μάνας μου/των παιδιών μου (προφ.): ως όρκος προς επικύρωση των λεγομένων: ~ ~ μου, δεν το έκανα εγώ! Πβ. μα την πίστη μου!, σε ό,τι έχω ιερό., του κάνω τη ζωή δύσκολη/κόλαση/μαρτύριο/μαύρη/πατίνι/ποδήλατο (προφ.): του δημιουργώ συνεχώς προβλήματα, δεν τον αφήνω να ηρεμήσει, κυρ. ψυχολογικά ή συναισθηματικά: Μου κάνει ~ ~ (= με ζορίζει, ταλαιπωρεί). ΣΥΝ. μου έχει κάνει το(ν) βίο αβίωτο, φιλί (της) ζωής: τεχνητή αναπνοή με εκπνοή στο στόμα και κατ' επέκτ. διάσωση την τελευταία στιγμή: Ο ναυαγοσώστης τού έδωσε το ~ της ~.|| (συχνότ. μτφ.) ~ ~ στην οικονομία. Οι βροχές έδωσαν το ~ ~ στα σιτηρά. Πβ. ενίσχυση, τόνωση. [< αγγλ. kiss of life, 1961] , αγώνας (μεταξύ) ζωής και θανάτου βλ. αγώνας, αλλάζω ζωή/πορεία/ρότα/σελίδα βλ. αλλάζω, βγάζω/κερδίζω τα προς το ζην/το ψωμί μου βλ. κερδίζω, δίνω (μια) ανάσα (ζωής) βλ. ανάσα, είδε το (πρώτο) φως της ζωής/της (η)μέρας/του ήλιου βλ. φως, έκοψε/κόπηκε το νήμα της ζωής (κάποιου) βλ. νήμα, έρχεται στον κόσμο/στη ζωή βλ. έρχομαι, εφ' όρου ζωής βλ. όρος, έφυγε απ' τη ζωή/τον κόσμο βλ. φεύγω, έχασε τη μάχη για/με τη ζωή/με το(ν) θάνατο βλ. μάχη, ζήτημα/θέμα ζωής ή/και θανάτου βλ. ζήτημα, η ιστορία της ζωής μου βλ. ιστορία, κρατώ κάποιον ζωντανό/στη ζωή βλ. κρατώ, μπαίνω/έρχομαι στη ζωή κάποιου βλ. μπαίνω, ο θάνατός σου, η ζωή μου! βλ. θάνατος, στοίχισε τη ζωή (σε κάποιον) βλ. στοιχίζει, το αλάτι/το άλας της γης/της ζωής βλ. άλας, φέρνω στη ζωή/στον κόσμο βλ. φέρνω ● βλ. ζωούλα [< αρχ. ζωή, γαλλ. vie, αγγλ. life, γερμ. Leben]

ήλος

ήλος [ἧλος] ή-λος ουσ. (αρσ.) 1. (επίσ.) καρφί: μπουλόνια, κοχλίες και ~οι. Βλ. πριτσίνι. 2. ΙΑΤΡ. συνδετικό υλικό συνήθ. από μέταλλο, το οποίο χρησιμεύει για την επανένωση οστών που έχουν υποστεί κάταγμα: ενδομυελικοί ~οι. ● ΦΡ.: θέτω τον δάκτυλον εις/επί τον τύπον των ήλων (ΚΔ) (μτφ.-λόγ.) 1. ασχολούμαι άμεσα και αποφασιστικά με την ουσία ενός θέματος ή προβλήματος: Η κυβέρνηση πρέπει να θέσει ~, για να βρεθεί λύση στο φλέγον ζήτημα της ανεργίας. 2. ζητώ χειροπιαστές αποδείξεις, προκειμένου να πειστώ για κάτι: Αν δεν θέσω πρώτα τον δάκτυλόν μου ~, δεν πιστεύω τίποτα απ' όσα μου λες. [< 1: αρχ. ἧλος]

ημέρα

ημέρα [ἡμέρα] η-μέ-ρα ουσ. (θηλ.) {ημερών} (επίσ.) & (προφ.) μέρα 1. (συνήθ. στον τ. μέρα) η περίοδος φωτός μεταξύ της ανατολής και της δύσης του ήλιου: ανοιξιάτικη/βροχερή/ζεστή/ηλιόλουστη/λαμπερή/συννεφιασμένη/φωτεινή/χειμωνιάτικη/ωραία ~. Η μικρότερη ~ του χρόνου. Το ξεκίνημα/η μέση/το τέλος της ~ας. Με το φως της ~ας (= της αυγής). Η ~ έρχεται/φεύγει. Θέλω να τελειώσω όσο είναι ακόμα ~. Ούτε που κατάλαβα πώς πέρασε η ~! Μια καινούργια ~ αρχίζει/ξεκινά/ξημερώνει. Μεγάλωσε/μίκρυνε η ~ (: με την αλλαγή της ώρας). (ευχετ.) Καλή ~ (= καλημέρα)! ΑΝΤ. βράδυ (1), νύχτα (1) 2. (ως υποδιαίρεση του χρόνου) το εικοσιτετράωρο διάστημα κατά το οποίο η Γη ολοκληρώνει μία πλήρη περιστροφή γύρω από τον άξονά της· γενικότ. οποιοδήποτε αντίστοιχο διάστημα· ΑΣΤΡΟΝ. ο χρόνος που χρειάζεται ένα ουράνιο σώμα για μια παρόμοια περιστροφή: ~ γέννησης (πβ. ημερομηνία). Οι ~ες της εβδομάδας. Μια ~ του καλοκαιριού.|| Κρίσιμη/περίεργη/συνηθισμένη ~. Η επόμενη (/αυριανή· ΣΥΝ. αύριο)/σημερινή (= σήμερα)/χθεσινή (/προηγούμενη· ΣΥΝ. χθες) ~. Η ωραιότερη ~ της ζωής μου! Πρώτη ~ στο σχολείο. Μια ~ μετά/πριν. Ανοιχτά κάθε μέρα (= όλη την εβδομάδα), όλη μέρα (= όλες τις ώρες της ~ας). Οι ζυγές/μονές ~ες του μήνα. Οι τριακόσιες εξηνταπέντε ~ες του χρόνου. Πέντε ~ες άδεια. Τι ~ είναι σήμερα/πέφτει της Παναγίας; Τι ~ κι αυτή! Ήταν μια άσχημη/ξεχωριστή ~ για την ομάδα. Αύριο (είναι) η μεγάλη ~! Πόσες ώρες την ~ δουλεύει; Για τρίτη κατά σειρά/συνεχή ~ ... Αυτά τα πράγματα δεν συμβαίνουν κάθε ~ (= καθημερινά). Διάβασα το βιβλίο σε μια μόνο ~. (Απο)μένουν δύο ~ες μέχρι ... Έχω ~ες να/πάνε ~ες που έχω να τον δω. Σε λίγες ~ες θα συναντηθούμε. Θέλω ακόμη δυο ~ες, για να τελειώσω. Βλ. ανθρωπο~. ΣΥΝ. εικοσιτετράωρο, ημερονύκτιο 3. (συνήθ. στον τ. ημέρα) εικοσιτετράωρη περίοδος ή καθορισμένο τμήμα της, αφιερωμένη σε συγκεκριμένη δραστηριότητα, γεγονός, γιορτή, επέτειο ή ορισμένο γεγονός: γιορτινή/ελεύθερη/εργάσιμη/ιστορική ~. ~ αργίας/δράσης/εθελοντικής αιμοδοσίας/επισκέψεων/μνήμης/πένθους/χαράς. Η ~ του γάμου/της δίκης/των εκλογών/(ΕΚΚΛΗΣ.) του Κυρίου (= Κυριακή)/του Πάσχα. Παγκόσμια ~ (της) Ειρήνης/κατά του Έιτζ/(της) Μουσικής/(του) Περιβάλλοντος/Προσφύγων. Η ~ της Γυναίκας/του Παιδιού. ~ες κινηματογράφου/πολιτισμού.|| Εφημερεύει δέκα ~ες τον μήνα. Ζητάει/παίρνει ... ευρώ την ~ (: για το χρονικό διάστημα της ~ας που εργάζεται). Το αφεντικό μου οφείλει δώδεκα ~ες (: μισθό αντίστοιχο των δώδεκα ~ών εργασίας). 4. (συνήθ. στον τ. μέρα) απροσδιόριστο χρονικό σημείο: Ήρθε η ~ που περίμενα! Κάποια ~ θα γυρίσει, δεν μπορεί! Δεν έχω χρόνο, θα τα πούμε μια άλλη ~. Την άλλη ~ (= πρόσφατα, τις προάλλες) μου έλεγες πως θα πας ταξίδι κι είσαι ακόμη εδώ; Μια ~ θα με θυμηθείς (ΣΥΝ. κάποτε). Πβ. στιγμή, ώρα.|| Μία από αυτές τις ~ες θα την επισκεφτώ (= σύντομα). 5. (ως επίρρ.) όσο φέγγει το φως του ήλιου: Δουλεύει/έφτασε/έφυγε/ξεκίνησε/ταξίδεψε ~.ημέρες/μέρες: περίοδος, εποχή, καιρός: ~ του 19... /δόξας/πολέμου. Διανύουμε δύσκολες/ευτυχισμένες/ήσυχες/μεγάλες/παράξενες ~. Έρχονται καλύτερες/μαύρες μέρες. Στις μέρες μας τα πράγματα ήταν αλλιώς. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλιακή ημέρα: ΑΣΤΡΟΝ. ο χρόνος (περ. εικοσιτέσσερις ώρες) που μεσολαβεί μεταξύ δύο διαδοχικών διαβάσεων του Ήλιου από τον μεσημβρινό ενός τόπου, μια πλήρης τροχιά του γύρω από τη Γη από το ένα μεσημέρι ως το επόμενο: Η μέση ~ ~ είναι τέσσερα λεπτά μεγαλύτερη από την αστρική ημέρα. Βλ. ηλιακός χρόνος., πλήρης ημερών & (σπάν.) πλήρης ετών (ΠΔ): (λόγ., για πρόσ. που πέθανε) σε προχωρημένη ηλικία: Απεβίωσε/έφυγε ~ ~., πολιτική ημέρα: ΑΣΤΡΟΝ. το εικοσιτετράωρο διάστημα, με σημείο εκκίνησης τα μεσάνυχτα, κατά το οποίο η Γη εκτελεί μια πλήρη περιστροφή γύρω από την εαυτό της. [< αγγλ. civil day] , αστρική ημέρα βλ. αστρικός, γόνιμες (η)μέρες βλ. γόνιμος, Ευρωπαϊκή Ημέρα Γλωσσών βλ. γλώσσα, η ημέρα/η ώρα της κρίσεως/της κρίσης βλ. κρίση, ημέρα καριέρας βλ. καριέρα ● ΦΡ.: επί των ημερών (κάποιου) (λόγ.): κατά την περίοδο που κυβερνούσε, κατείχε υψηλό αξίωμα ή βρισκόταν στο απόγειο της δόξας του: ~ ~ του ... έγιναν μεγάλες μεταρρυθμίσεις., προ ημερών (λόγ.): πριν από λίγες μέρες: Τον είδα ~ ~., στο τέλος της ημέρας: τελικά, σε τελική ανάλυση: ~ ~ είχες δίκιο. [< αγγλ. at the end of the day γαλλ. à la fin de la journée] , της ημέρας: για κάτι που συμβαίνει σήμερα ή που βρίσκεται τώρα στην πρώτη θέση, στην επικαιρότητα: οι εκδηλώσεις/το πιάτο/η προσφορά/οι ταινίες ~ ~.|| Το ανέκδοτο/η είδηση/το θέμα/το πρόσωπο/η φωτογραφία ~ ~!, άδραξε τη(ν) (η)μέρα βλ. αδράχνω, είδε το (πρώτο) φως της της ζωής/ της (η)μέρας/ /του ήλιου βλ. φως, εντός της ημέρας/των ημερών βλ. εντός, έργα και ημέρες βλ. έργο, τη(ν) σήμερον ημέρα(ν) βλ. σήμερον [< αρχ. ἡμέρα, μεσν. μέρα, γαλλ. jour, αγγλ. day, γερμ. Tag]

θεαθήναι

θεαθήναι [θεαθῆναι] θε-α-θή-ναι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: κυρ. στη ● ΦΡ.: για το θεαθήναι & προς/διά το θεαθήναι (λόγ.): για τα μάτια του κόσμου, για επίδειξη: Αντιδράσεις, μομφές, μόνο ~ ~ (πβ. άνευ ουσίας). Όλα γίνονται/είναι ~ ~ (βλ. θεατρινισμός).|| Κάνει σπατάλες έτσι ~ ~ (: για εντυπωσιασμό, για εφέ)! Πβ. για τους τύπους. [< απαρ. παθ. αορ. του ρ. θεῶμαι ‘βλέπω, είμαι αντικείμενο θέασης’]

θέληση

θέληση θέ-λη-ση ουσ. (θηλ.): επιθυμία, διάθεση, εσωτερική δύναμη για την επιδίωξη ενός σκοπού: αδύναμη/άκαμπτη/ατσάλινη/δυνατή/ελεύθερη/ισχυρή/σιδερένια ~. Η ~ του λαού/της πλειοψηφίας/του πολίτη (πβ. αξίωση, απαίτηση). Η ~ του Θεού (= το θέλημα). Η δύναμη/ο θρίαμβος της ~ης. Εκδήλωση/σεβασμός της ~ης (κάποιου). Υποταγή στη ~ (κάποιου). Με κίνητρο/πίστη και ~. Δυστυχώς, δεν έχει ~/της λείπει η ~ (πβ. αποφασιστικότητα, επιμονή). Είναι άνθρωπος χωρίς ~ (= άβουλος, χωρίς δύναμη χαρακτήρα, σθένος). Διαθέτει/έχει μεγάλη ~ για ζωή (πβ. κέφι, λαχτάρα, όρεξη, πάθος). Εκφράζω/επιβάλλω/φανέρωνω τη ~ή μου. Έφυγε με δική του ~. Χρειάζεται ~ και πείσμα, για να πετύχεις. Έκανε ό,τι έκανε με/παρά/σύμφωνα με/χωρίς τη ~ή της. Τον ανάγκασαν να συμμορφωθεί ενάντια στη ~ή του. Υπάρχει πραγματική ~ να λυθεί το πρόβλημα. Η κατάσταση διαιωνίζεται ανεξάρτητα από τη ~ή μας. Είμαι υποχρεωμένη, για λόγους ανεξάρτητους από τη ~ή μου, να παραιτηθώ. Πβ. βούληση. ● ΣΥΜΠΛ.: καλή θέληση: καλή πρόθεση: Πρέπει να επιδείξουμε ~ ~, για να βρεθεί λύση.|| (συνήθ. στη γεν.:) Βήμα/δείγμα/έκφραση/(ως) ένδειξη/κίνηση/πνεύμα/πολιτική/πράξη ~ής ~ης (βλ. συμφιλίωση). Πρεσβευτής (/πρέσβης)/πρέσβειρα ~ής ~ήσεως της Ουνέσκο/της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ (: τιμητικός τίτλος για προσωπικότητες που χρησιμοποιούν την επιρροή τους, για να προβάλουν και να ενισχύσουν ανθρωπιστικές αξίες και δράσεις)., πολιτική βούληση βλ. βούληση ● ΦΡ.: Αγώνες Καλής Θέλησης βλ. αγώνας [< μτγν. θέλησις, γαλλ. volonté]

θέλω

θέλω θέ-λω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {θέλ-εις (προφ.) θες, -ει, -ουμε (λαϊκό) θέμε, -ετε (λαϊκό) θέτε, -ουν(ε) (λαϊκό) θένε | θες κ. θέλε, θέλετε | ήθελα, θέλησα, να/θα θελήσω | ηθελημένος, θέλ-οντας} 1. έχω την επιθυμία, εκφράζω την πρόθεση για κάτι: ~ να σου πω κάτι. Θα μιλάω όπως ~ (πβ. γουστάρω)! Δεν ~ να με δει/να ενοχλώ/να θυμάμαι. Ό,τι θες/θελήσεις θα το 'χεις. Κάνε/πράξε ό,τι/όπως θες, δεν με νοιάζει. Φάε όσο ~εις/θες. Λέγε, τι θες; Όποιος ~ει, ας/μπορεί να έρθει. Παίρνει πάντα αυτό που ~ει. Ήθελα να φωνάξω, αλλά κρατήθηκα. ~ να πάω διακοπές/να φύγω. Αν ~εις/θες να είσαι σίγουρος, ρώτα. Κανέναν δεν πιέζουμε, αν δεν το ~ει. Αν ~ήσει να μιλήσει, θα μάθουμε αρκετά. Δεν ξεκουράζεται όσο θα ήθελε.|| (ως έκφρ. ευγενείας) Ένα ποτηράκι κρασί θα το ήθελα. Δεν θα ήθελα να μας δουν μαζί. Ήθελα να ξέρω (: αναρωτιέμαι), δεν κουράζεται ποτέ; Αν ~εις, ρίχνεις μια ματιά κι εδώ (: αν έχεις την καλοσύνη); ~ετε κάτι άλλο; Πώς ~ετε τον καφέ σας (= πώς τον προτιμάτε); Θα ~ατε κάτι; Τι θα ~ατε; Ποιος θα ήθελε να με βοηθήσει;|| (ευχετ.) Θα ήθελα να σε πιστέψω, αλλά .../να είχα γίνει γιατρός (: μακάρι). ΣΥΝ. επιθυμώ 2. προσπαθώ, επιδιώκω: Κάτι ~ει να κρύψει. ~ει τα λεφτά της, δεν την αγαπά. ~ει να πετύχει οπωσδήποτε/την επιτυχία (= έχει στόχο· βλ. προσβλέπω). Εγώ να βοηθήσω ήθελα μόνο. Δεν ήθελα να σε προσβάλω (= δεν είχα σκοπό). Τι ήθελε να πει μ' αυτό (= τι υπονοούσε); Τον έσπρωξα, χωρίς να το ~ (= άθελά μου, ακούσια). Θέλησαν (= επιχείρησαν) να τον απομακρύνουν, αλλά δεν τα κατάφεραν. Πβ. επιζητώ, σκοπεύω. 3. ζητώ ή απαιτώ: Το μόνο που ~ από σένα είναι αγάπη. Δεν ~ υπερβολές. Πβ. γυρεύω.|| (επιτατ.) ~ μια απάντηση/διαζύγιο/δουλειά/εκδίκηση. Πες μου την αλήθεια, ~ να ξέρω. Αν ~εις πόλεμο, θα τον έχεις. Η μόδα ~ει τις γυναίκες αδύνατες/με καμπύλες. Προβλήματα που ~ουν επειγόντως λύση. Πβ. αξιώνω. 4. έχω ανάγκη, χρειάζομαι: ~ αγάπη. ~εις λούσιμο. Τώρα ~εις ξεκούραση, για να γίνεις εντελώς καλά. Το φαγητό ~ει αλάτι. Το πράγμα δεν ~ει σκέψη. Τα ρούχα ~ουν πλύσιμο. Τα φυτά ~ουν φροντίδα. Αν θες βοήθεια, πες το.|| (απρόσ.) ~ει πολύ ακόμη, για να ξημερώσει. ~ει διάβασμα/δύναμη/θάρρος/καιρό/κόπο/κότσια/χρόνο (για) να ... (= απαιτείται). 5. αποδέχομαι: Αφού σου το εξήγησα, γιατί δεν θες να το καταλάβεις (= δεν λες); Δεν ~ει να το πιστέψει. Θα θελήσει να σου κάνει το χατίρι (: θα συναινέσει, θα συγκατατεθεί); Οι γονείς της δεν τον ήθελαν (ενν. για σύζυγο της κόρης τους).|| (μτφ.) Η μηχανή δεν ~ει να πάρει μπρος (πβ. δεν εννοεί να). 6. αναζητώ, ψάχνω κάποιον: Ποιον θα ~ατε/~ετε; Σας ~ουν στο γραφείο/τηλέφωνο (= σας ζητούν). 7. ποθώ: Σε ~ πολύ! Δεν σε ~ πια (= δεν σ' αγαπώ). 8. θεωρώ, ισχυρίζομαι ότι συμβαίνει κάτι, χωρίς αυτό να ισχύει στην πραγματικότητα: Δεν είμαι τόσο ανόητος, όσο με ~ουν κάποιοι.θέλει (προφ.): ευνοεί: Άμα σε ~ το ζάρι/η τύχη, δεν έχεις κανέναν ανάγκη (= σε πάει). Τη ~ το κοινό (: την αποδέχεται, την αγαπά). Τη ~ ο φακός (: έχει φωτογένεια). ● Ουσ.: θέλω (τα): οι επιθυμίες κάποιου: τα ~ της καρδιάς. Κάντε τα ~ σας πραγματικότητα! Βλ. πρέπει (τα). ● ΦΡ.: (αυτό/το άδικο) δεν το θέλει ούτε ο Θεός (προφ.): για πλήρη άρνηση, αποδοκιμασία μιας άδικης κατάστασης: Τέτοιον εξευτελισμό δεν τον θέλει ~., (δε) θες να ...; (προφ.): έκφρ. ανησυχίας ή φόβου: Πολύ αργεί, ~ ~ του συνέβη κάτι (= λες να, μήπως);, (και) τι θες να (σου) κάνω; (οικ.): για δήλωση αδιαφορίας ή αδυναμίας να βοηθήσουμε κάποιον: Έτσι είν' η ζωή, ~ ~;|| Αρρώστησες. Ωραία κι εγώ τι ~ ~;, (κι εγώ) πώς/πού θες να (το) ξέρω;: έκφρ. άγνοιας δηλωμένης με δυσαρέσκεια, πώς περιμένεις να το γνωρίζω: Αν αυτός ήταν άρρωστος, ~ ~;, ... δεν ήθελες; (ειρων.): σε κάποιον που υφίσταται τις δυσάρεστες συνέπειες της συνήθ. παράλογης επιθυμίας του ή των υψηλών προσδοκιών του: Μεγαλεία ~ ~, λούσου τα τώρα!, άλλο που δεν θέλει/δεν ήθελε! (συνήθ. ειρων.): προς δήλωση μεγάλης επιθυμίας· για κάτι που γίνεται δεκτό με μεγάλη χαρά, χωρίς αντίρρηση: Δέχτηκε αμέσως την πρόταση, ~ ~., αν θέλει ο Θεός: αν οι συνθήκες είναι ευνοϊκές: ~ ~, θα νικήσουμε/θα φύγουμε αύριο. ΣΥΝ. Θεού θέλοντος (και καιρού επιτρέποντος), αν θέλεις/θέλετε & (προφ.) αν θες: κειμενικός δείκτης που σχετικοποιεί ή επιτείνει τον ισχυρισμό του ομιλητή: Αυτό που λες είναι αυθαίρετο ή, ~ ~εις, παρακινδυνευμένο. Πρόκειται για λάθος, ή ~ ~, για γκάφα ολκής., αν θέλω λέει! & αν ήθελα λέει!: (προφ.-εμφατ.) για να δηλωθεί ενθουσιώδης αποδοχή πρότασης, με μεγάλη μου χαρά: -Θέλεις να έρθεις μαζί; -~ ~ (= ευχαρίστως)!, δε(ν) θέλει (και) πολύ (για) να (προφ.): για κάτι συνήθ. δυσάρεστο που μπορεί να συμβεί εύκολα, από τη μια στιγμή στην άλλη: ~ ~ γίνει το κακό!, δε(ν) με θέλει! (προφ.): είμαι άτυχος: Δεν είναι η μέρα μου, ~ ~ καθόλου/με τίποτα! Μου φαίνεται δεν σε ~ η τύχη σήμερα!, δεν (το) ήθελα: για δήλωση ακούσιας πρόκλησης βλάβης: Σας πάτησα; συγγνώμη ~ ~! Δεν ήθελα να σε πληγώσω., δεν θέλω να ξαναδώ κάποιον (στα μάτια μου/μπροστά μου)/δεν θέλω ούτε να ξέρω/να βλέπω κάποιον (προφ.): για να δηλωθεί αποστροφή, αγανάκτηση, οργή απέναντι σε κάποιον: Φύγε, ~ ~ να σε ξαναδώ! Δεν θέλει ούτε να τον βλέπει., δεν πα να λες ό,τι θες! (προφ.): προκλητικά ή οργισμένα για δήλωση ανυπακοής στις αντιρρήσεις κάποιου σχετικά με τη συμπεριφορά ή τις ενέργειές μας: Εγώ θα το κάνω, ~ ~ (εσύ)!, δεν υπάρχει δεν μπορώ, υπάρχει δεν θέλω (προφ.): ως προτροπή ή επίπληξη σε κάποιον που δείχνει απροθυμία ή προβάλλει δικαιολογία, προκειμένου να μην κάνει κάτι: Μην μου λες πως δεν μπορείς να κόψεις το κάπνισμα: ~ ~., εδώ σε θέλω κάβουρα, να περπατάς στα κάρβουνα/εδώ σε θέλω (μάστορα)!: προτρεπτικά σε κάποιον να αποδείξει τις ικανότητές του σε μια δύσκολη περίσταση: Τώρα πώς θα ξεμπλέξεις; ~ ~!, έλα που δεν ήθελες! (ειρων.): προς αμφισβήτηση της δήθεν απροθυμίας κάποιου να κάνει κάτι, που τελικά έκανε: ~ ~ να πας (= ήθελες και παραήθελες)! Πβ. τραβάτε με κι ας κλαίω!, έτσι το θέλησε η μοίρα/ο Θεός/η τύχη: για κάτι μοιραίο, υπεράνω των δυνάμεών μας· ήταν γραφτό να γίνει: Πέθανε νέος, ~ ~. Πβ. θέλημα (του) Θεού., θα (ή)θελες! (ειρων.): ως αρνητική απάντηση, αντίδραση σε κάτι που μας ενοχλεί ή με το οποίο διαφωνούμε: - Είμαι καλύτερος από σένα! - (Ναι,) ~ ~!, θέλεις να (μου/μας) πεις/πιστέψω πως/ότι ... (ειρων.): για δήλωση δυσπιστίας σχετικά με τα λεγόμενα κάποιου: ~ ~ δεν είχες καμία ανάμειξη/όλα αυτά ήταν τυχαία;, θέλεις/τα θες και τα λες (αυτά ή σου ξεφεύγουν); (ειρων.): σε κάποιον που μίλησε απερίσκεπτα., θέλοντας ή μη/και μη: ανεξάρτητα από τη βούληση κάποιου, είτε το θέλει είτε όχι: ~ ~ θα ζητήσεις συγγνώμη (: θα αναγκαστείς να ...). Πβ. εκών άκων, ηθελημένα ή μη/ή αθέλητα/ή άθελα, θες δεν θες., θέλω κάποιον/κάτι πίσω (προφ.) 1. επιθυμώ επανασύνδεση με ερωτικό σύντροφο: Με άφησε και τον ~ ~! 2. ζητώ, απαιτώ να επαναφέρω στη ζωή μου κάτι που έχασα ή νοστάλγησα: ~ πίσω τη ζωή μου/το σπίτι μου/την πόλη που αγάπησα., θέλω να πω (μ' αυτό) ότι/πως ... (προφ.): για διευκρίνιση των λεγομένων· εννοώ: Δεν μ' ενδιαφέρουν οι μεγάλες παρέες, ~ ~ πως θέλω λίγους φίλους και καλούς. Δεν ~ ~ ότι δεν μου φέρθηκαν ευγενικά, απλώς (ότι) ήταν κάπως ψυχροί., θέλω το καλό/το κακό κάποιου: επιθυμώ να ωφελήσω/να βλάψω κάποιον: Σε συμβουλεύω, γιατί ~ το καλό σου (= την ευτυχία σου). Μην τον εμπιστεύεσαι, ~ει το κακό σου., Θεού θέλοντος (και καιρού επιτρέποντος) (λόγ.): για να δηλωθεί ότι κάτι θα γίνει, εφόσον οι περιστάσεις είναι ευνοϊκές: ~ ~ αύριο θα ταξιδέψουμε. ΣΥΝ. αν θέλει ο Θεός, θες ... θες (προφ.): σε διαζευκτική σύνδεση προτάσεων για τη δήλωση αμφιβολίας ή αδιαφορίας ως προς το ποια πιθανότητα ισχύει: ~ η δουλειά, ~ τα παιδιά, δεν πήγα να τη δω. ΣΥΝ. είτε ... είτε, ή ... ή, πες ... πες., θες δε(ν) θες ... (προφ.): είτε το θέλεις είτε όχι· που θα συμβεί ανεξάρτητα από την επιθυμία κάποιου: Τα χρόνια περνάνε ~ ~. ~ ~ θα έρθω! Θα το κάνεις ~ ~ (= με το ζόρι, με το στανιό)! Σιγά σιγά, ~ ~ συνηθίζεις. Πβ. θέλοντας ή μη/και μη., θες να σου πω καμιά βαριά κουβέντα;: απειλητικά για αποτροπή απρεπούς συμπεριφοράς., και θέλω και δεν θέλω (προφ.): για να δηλώσουμε ότι δεν είμαστε σίγουροι για κάτι: ~ ~ να τον δω. Θέλεις να πας; ~ ~., και ό,τι ήθελε προκύψει: έκφραση που δηλώνει αβεβαιότητα σχετικά με την εξέλιξη μιας κατάστασης: Πάμε ~ ~ (: ας γίνει ό,τι θέλει)! Πβ. ό,τι βρέξει ας κατεβάσει!, κάνω κάποιον ό,τι θέλω (προφ.): κάνω κάποιον να υπακούει στις επιθυμίες και τις εντολές μου: Η γυναίκα/η κόρη του τον ~ει ό,τι ~ει. Πβ. είναι/τον έχω του χεριού μου, παίζω στα δάχτυλα., με το έτσι θέλω (προφ.): αυθαίρετα, χωρίς να δίνεται λογαριασμός σε κανένα: Τους επέβαλε τη θέλησή της/τις συνήθειές της ~ ~., ξέρει/δεν ξέρει τι θέλει: (για πρόσ.) έχει/δεν έχει σαφείς επιθυμίες, ξεκάθαρους στόχους: ~ει τι ~ει από τη ζωή της. Δεν ~εις τι ~εις, μου φαίνεται!, ό,τι θέλει ας γίνει/ας γίνει ό,τι θέλει (προφ.): για δήλωση αδιαφορίας, παθητικής αποδοχής αυτού που πρόκειται να συμβεί, ακόμα κι αν είναι αρνητικό: Έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα, ~ ~ (= σκοτίστηκα). Θα της μιλήσω ανοιχτά κι ~ ~. ΣΥΝ. ό,τι βρέξει ας κατεβάσει, ό,τι θέλει λέει (προφ.): για να δηλωθεί ότι τα λόγια κάποιου χαρακτηρίζονται από απερισκεψία, έλλειψη λογικής: Τρελός είναι, ~ ~. Άστον να λέει ό,τι θέλει! Ό,τι θες λες, μου φαίνεται, πού να βρω τέτοια ώρα περίπτερο ανοιχτό;, όπως θες/θέλεις: συγκαταβατική αποδοχή της επιθυμίας κάποιου: - Θέλω να φύγουμε! - ~ ~. Πβ. με γεια σου, με χαρά σου.|| Όπως θέλετε (= αγαπάτε, προτιμάτε)., ποιος δεν θα ήθελε: για κάτι που αναμφισβήτητα θα το επιθυμούσε ο καθένας: ~ ~ ένα τόσο όμορφο σπίτι; ~ ~ ν' αγαπιέται από αυτόν που αγαπάει;, πολύ θα το ήθελα, αλλά ...: ως ευγενική απόρριψη πρόσκλησης ή πρότασης: -Θέλεις να με συνοδέψεις; -~ ~ πρέπει να διαβάσω., πώς θα ήθελα ...!: για έκφραση έντονης επιθυμίας· μακάρι: ~ ~ μία σοκολάτα/να είχα σπίτι στο βουνό!, πώς το θες; (οικ.-ειρων.): ως αρνητική απάντηση σε παράλογη, κατά τη γνώμη μας, απαίτηση ή πρόταση κάποιου να κάνουμε κάτι που δεν θέλουμε σε καμία περίπτωση: -Θα μπορούσες να πας αντί για μένα; -Ναι, αμέ, ~ ~ (: θες τίποτ' άλλο); Πβ. δε(ν) σφάξανε!, τα 'θελε και τα 'παθε & τα θέλει και τα παθαίνει & ήθελέ τα κι έπαθέ τα (προφ.): είναι υπεύθυνος για αυτό που του συνέβη: Μη στενοχωριέσαι γι' αυτόν, ~ ~., τα θέλει (μειωτ.): για άτομο, συνήθ. γυναίκα, που είναι δεκτικό σε ερωτοτροπίες και ερωτικές προτάσεις ή και τις επιδιώκει., τα 'θελες και τ' άκουσες (οικ.): εσύ φταις που σου μίλησαν άσχημα: -Γιατί θύμωσε; Απλώς του είπα ότι έχει παχύνει. -Ε κι εσύ ~ ~, δεν τα λένε αυτά., τι (το) (ή)θελα .../τι ήθελα (και/να) ...; (προφ.): μετανιώνω που είπα ή έκανα κάτι: Τι το 'θελα (και πήρα/να πάρω) το κινητό; Τώρα δεν με αφήνουν στιγμή ήσυχο! Τι (το) ήθελα και μίλησα/να μιλήσω;, τι άλλο θέλεις; (οικ.): προς δήλωση θαυμασμού για την τύχη κάποιου ή αγανάκτησης προς άτομο ανικανοποίητο: Άντε θα πας και στο εξωτερικό! ~ ~; ΣΥΝ. ποιος τη χάρη σου!|| ~ ~ να γίνει δηλαδή; ~ ~ πια, όλα σου τα 'χω δώσει., τι θέλει αυτός εδώ; (προφ.): για κάποιον που η εμφάνισή του προκαλεί έκπληξη ή δυσαρέσκεια: (Καλά) ~ ~; Πώς τον αφήσατε και μπήκε;, τι τα θες (τι τα γυρεύεις)! (προφ.): για δήλωση παραίτησης από κάποια υπόθεση που θεωρείται μάταιη ή αδιαφορίας, όπως και για εισαγωγή συμπεράσματος που το θεωρεί κάποιος αδιαμφισβήτητο: ~ ~, έτσι είν΄ η ζωή! Πβ. τι να πω., το θες πολύ; (οικ.-ειρων.): ως απάντηση σε εξωπραγματική απαίτηση., τώρα τι θες;: προς δήλωση εκνευρισμού, ενόχλησης από κουραστική συμπεριφορά ή επαναλαμβανόμενη απαίτηση ή προσπάθεια επαναπροσέγγισης: Ε, και ~ ~; Πες μου να καταλάβω κι εγώ. Μετά από τόσα χρόνια, ~ ~;, (θέλει) σώνει και καλά/ντε και καλά βλ. σώνω, άμα/όταν έχεις τέτοιους φίλους, τι τους θέλεις τους εχθρούς; βλ. φίλος, άντρα θέλω, τώρα τον(ε) θέλω βλ. άνδρας & άντρας, γυρεύει/θέλει τον μπελά του βλ. μπελάς, δεν ακούω/δεν δέχομαι/δεν θέλω/δεν σηκώνω/δεν παίρνω κουβέντα βλ. κουβέντα, είναι για/θέλει κρέμασμα (ανάποδα)/σκότωμα/γδάρσιμο βλ. κρέμασμα, έτσι σε θέλω βλ. έτσι, ζητά(ει)/θέλει/γυρεύει και τα ρέστα βλ. ρέστα, θέλει (και) ρώτημα; βλ. ρώτημα, θέλει βρεγμένο το παξιμάδι βλ. παξιμάδι, θέλει ζουρλομανδύα/του χρειάζεται ζουρλομανδύας βλ. ζουρλομανδύας, θέλει μια μπάλα μόνος του βλ. μπάλα, θέλει/παίρνει/τρώει ώρα/ώρες βλ. ώρα, και/κι ο άγιος φοβέρα θέλει βλ. άγιος, κάτι σηκώνει/θέλει/χρειάζεται/χωράει/παίρνει συζήτηση/κουβέντα βλ. συζήτηση, λέγε λέγε το κοπέλι, κάνει την κυρά/τη γριά και/να θέλει βλ. κοπέλι, λίγο έλειψε να .../λίγο ακόμα και θα .../λίγο ήθελε να (/και θα) ... βλ. λίγο, όποιος δεν θέλει/βαριέται να ζυμώσει, πέντε/δέκα μέρες κοσκινίζει βλ. ζυμώνω, όποιος θέλει/ψάχνει/ζητάει/γυρεύει τα πολλά χάνει και τα λίγα βλ. πολύς, πολλή, πολύ, ούτε (που) να τ' ακούσει/δεν θέλει ούτε να (τ') ακούσει βλ. ακούω, ποιος στραβός/τυφλός δεν θέλει το φως του; βλ. φως, τα θέλει όλα δικά του βλ. δικός, τα θέλει/τα τραβάει/τα σηκώνει ο οργανισμός του βλ. οργανισμός, τα θέλει/τον τρώει ο κώλος/πισινός/κωλαράκος του βλ. κώλος, τι γυρεύει/τι δουλειά έχει/τι ζητά/τι θέλει η αλεπού στο παζάρι; βλ. αλεπού, τι θέλει να πει/τι εννοεί ο ποιητής; βλ. ποιητής, ποιήτρια, το καλό που σου θέλω βλ. καλό, χωριό που φαίνεται, κολαούζο δε(ν) θέλει βλ. κολαούζος ● βλ. ηθελημένος [< αρχ. ἐθέλω, θέλω]

θέμα

θέμα θέ-μα ουσ. (ουδ.) {θέμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. οτιδήποτε τίθεται υπό εξέταση, πραγμάτευση ή προβληματισμό· αντικείμενο διαλόγου ή μελέτης, ζήτημα ή πρόβλημα: ~ ομιλίας. Συνέδριο με ~ ... Βασικό/κύριο/πρώτο ~ στην ημερήσια διάταξη. ~ για/προς συζήτηση. Ταξινόμηση κατά ~. ~ατα υγείας. Ειδικός σε ~ατα φορολογίας. Αναλύω/αναπτύσσω/ασχολούμαι με/διερευνώ/εκθέτω/εξαντλώ/ερευνώ/θίγω/καταπιάνομαι με/μελετώ/παρουσιάζω/πραγματεύομαι ένα ~. Έχω ~ με Δεν είναι/συνιστά ~ της αρμοδιότητάς μου. Το όλο ~ έχει ως εξής ... Δεν έχω άποψη για το ~. Ας επιστρέψουμε στο/ξεφύγαμε απ’ το ~ μας. Έπιασε το ~ σε όλη του την έκταση.|| Περνώ/πηδώ από το ένα ~ στο άλλο. Μην αλλάζεις ~! Έλα/μπες στο ~ (πβ. προκείμενο, ψητό). Το ~ είναι πιασάρικο/πουλάει. Ας μείνει εκεί το ~ (: ας μην το συζητήσουμε άλλο).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Προβολή ~ατος (: ομάδας συζήτησης). Πλοήγηση ανά ~.|| Αμφιλεγόμενο/ανεξάντλητο/επείγον/επίκαιρο/επίμαχο/καυτό/κρίσιμο/λεπτό/προσωπικό/φλέγον ~. ~ ουσίας/ταμπού. Εθνικά/εκκρεμή/τρέχοντα ~ατα. Ανέκυψε σημαντικό/σοβαρό ~. Ανοίγει το ~ της ... Δεν προκύπτει ~ ευθυνών. Παραμένει ανοιχτό το/δεν βρέθηκε λύση στο ~ των ... Έκλεισε/ξεκαθάρισε/ρυθμίστηκε το ~. Θάβω/καίω/κουκουλώνω/συγκαλύπτω ένα ~. Πβ. υπόθεση. 2. περιεχόμενο καλλιτεχνικού ή λογοτεχνικού έργου, μοτίβο: ενδιαφέρον/κοινότοπο/πρωτότυπο/συναρπαστικό/συνηθισμένο ~. Το ~ ενός βιβλίου/μιας ταινίας (πβ. στόρι, υπόθεση). Έκθεση φωτογραφίας με ελεύθερο ~. Συγγραφέας που αντλεί τα ~ατά του από προσωπικά βιώματα. Βλ. παράθεμα.|| Το ~ του έρωτα/του πολέμου στην τέχνη. Το ~ της Γέννησης/της Σταύρωσης στη βυζαντινή ζωγραφική. 3. ερώτημα, άσκηση ή αδίδακτο κείμενο σε εξετάσεις: αναμενόμενα/απαιτητικά/ασαφή/βατά/δύσκολα/δυσνόητα/εύκολα/ΣΟΣ ~ατα. Τα ~ατα των μαθηματικών/των πανελλαδικών. Διαρροή/εκφώνηση ~άτων. ~ εκτός ύλης. Από τα τρία ~ατα να απαντήσετε (σ)τα δύο. Το τρίτο ~ είχε/ήταν παγίδα. Πβ. ερώτηση, ζήτημα, παρατήρηση.|| Το άγνωστο ~ των Αρχαίων. 4. ΜΟΥΣ. βασική μελωδία μουσικής σύνθεσης, η οποία επαναλαμβάνεται μέχρι το τέλος της: το ~ της σονάτας. Παραλλαγές (πάνω) στο ίδιο ~. Πβ. μοτίβο. 5. ΓΛΩΣΣ. σταθερό τμήμα λέξης, αποτελούμενο από τη ρίζα και τα προσφύματα, χωρίς τη γραμματική κατάληξη: ονοματικό/παραγωγικό/ρηματικό ~. Βλ. πρόθεμα. ● Υποκ.: θεματάκι (το) ● ΦΡ.: βάζω/θέτω θέμα: προτείνω ένα αντικείμενο για συζήτηση, εξέταση: ~ ~ αξιολόγησης/ασφάλειας. ~ ~ σε συμβούλιο/σύσκεψη για .../να ... Η κυβέρνηση σκοπεύει να θέσει ~ αλλαγής του εκλογικού νόμου., βγάζω θέμα 1. (συνήθ. για δημοσιογράφο ή τηλεπαρουσιαστή) καταφέρνω, στη διάρκεια συζήτησης ή μετά από έρευνα, να αποσπάσω ενδιαφέρουσες ή αποκαλυπτικές πληροφορίες που μπορεί να αποτελέσουν είδηση: Το κανάλι/ο ρεπόρτερ έβγαλε ~ (= λαβράκι, λαγό). Δεν βγήκε ~ από τη συνέντευξη. 2. {συνήθ. στον πληθ.} συντάσσω ερωτήματα εξετάσεων: Ο δάσκαλος/η εξεταστική επιτροπή/ο καθηγητής ~ει ~ατα., δεν είναι δικό σου θέμα (προφ.): δεν σε αφορά, δεν σου πέφτει λόγος: Σε παρακαλώ μην ανακατεύεσαι, ~ ~., δεν είναι/δεν υπάρχει/δεν τίθεται/δεν υφίσταται/δεν γεννάται/δεν μπαίνει θέμα/ζήτημα: δεν υπάρχει περίπτωση να συμβεί κάτι, ούτε καν συζητιέται· δεν πρόκειται για κάτι σημαντικό: Δεν τίθεται/υφίσταται ~ απομάκρυνσής του από το κόμμα/αύξησης των τιμών. Δεν γεννάται ~ για αλλαγή της συμφωνίας. Δεν είναι ούτε ~ αριθμών ούτε ~ πρακτικών.|| Από τη δική μου την πλευρά δεν υπάρχει ~ (: όλα είναι εντάξει). Για ένα και δύο ευρώ δεν είναι τώρα ~ (: δεν υπάρχει πρόβλημα)!, δεν έχω θέμα (νεαν. αργκό): δεν με πειράζει., είναι θέμα/ζήτημα (+ γεν.): έχει σχέση με ή εξαρτάται από: ~ ~ αξιοπιστίας/αρχής/γοήτρου/ηθικής/προτεραιότητας/συνήθειας/τιμής/χρημάτων. Είναι καθαρά ~ γούστου., επί του θέματος (λόγ.): σχετικά με την υπόθεση που μας απασχολεί: σχόλια ~ ~. Διαμορφώνω άποψη/τοποθετούμαι ~ ~. Έχετε να δηλώσετε/να κάνετε κάποιο σχόλιο/να πείτε κάτι ~ ~; Πβ. επί του προκειμένου., κάνω/δημιουργώ θέμα/ζήτημα (προφ.): δίνω σε κάτι περισσότερη σημασία από ό,τι χρειάζεται ή προκαλώ πρόβλημα, κάνω φασαρία για κάτι: Από το τίποτα δημιούργησε ολόκληρο ~! Αν δεν πληρώσει, δημιουργείται ~. Μικρό το κακό, μην το κάνεις ~!, το θέμα της ημέρας/των ημερών/της εβδομάδας/του μήνα: αυτό που θεωρείται ως το σημαντικότερο, σύμφωνα με την κοινή γνώμη και τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης: Το ~ της ημέρας είναι τα νέα μέτρα., το θέμα/ζήτημα είναι (να ...): για να δοθεί έμφαση σε κάτι σημαντικό: Το ~ ~ να περιορίσουμε τη μόλυνση του περιβάλλοντος. Το ~ δεν είναι ποιος φταίει και ποιος όχι, αλλά ..., είναι δικό μου ζήτημα/θέμα/πρόβλημα βλ. ζήτημα, εκτός θέματος βλ. εκτός, ζήτημα/θέμα ζωής ή/και θανάτου βλ. ζήτημα, θέμα/ζήτημα χρόνου βλ. χρόνος, μη υπάρχοντος άλλου θέματος ... βλ. υπάρχω, το γελοίο(ν)/το αστείο της υπόθεσης/του πράγματος/του θέματος βλ. γελοίος, το πράγμα αλλάζει/αλλάζει το θέμα/το ζήτημα/το πράγμα βλ. αλλάζω [< μτγν. θέμα, γαλλ. thème, γερμ. Thema, αγγλ. theme 4: ιταλ. tema]

θεός

θεός θε-ός ουσ. (αρσ.) 1. {χωρ. πληθ.} (με κεφαλ. Θ) (στις μονοθεϊστικές θρησκείες και συνήθ. στη χριστιανική) η υπέρτατη οντότητα που λατρεύεται ως δημιουργός του κόσμου: ο αληθινός/ένας και μοναδικός/πάνσοφος/παντοδύναμος/φιλεύσπλαχνος ~. Ο τριαδικός/τρισάγιος ~ (= η Αγία Τριάδα). Η βασιλεία/ο δούλος/το έλεος/η πρόνοια/το τέκνο/η ύπαρξη του ~ού. Οι τρεις υποστάσεις του ~ού (: Πατέρας, Yιός και Άγιο Πνεύμα). Παράκληση/πίστη/προσευχή στον ~ό. Λατρεύω τον/πιστεύω στον ~ό. Ζητώ από τον ~ό να ... Υπάρχει ~; Χαρίσματα που έδωσε ο ~ στον άνθρωπο. Να ευχαριστείς τον ~ό για όσα έχεις. Πβ. Κτίστης, Κύριος, Πανάγαθος, Παντοκράτορας, Πλάστης. Βλ. Παναγία, Χριστός.|| (ευχετ.) Ο ~ να σε ευλογεί/φωτίζει! Ο ~ να μας λυπηθεί! Με τη βοήθεια του ~ού ... (λόγ.) Είθε ο ~ να μας βοηθήσει! Πβ. Μεγαλοδύναμος.|| (προφ.) Δεν είμαι ~ να ξέρω τι θα συμβεί! Ζει ξεχασμένος από τον ~ό (: τον έχουν εγκαταλείψει όλοι). (για δήλωση απορίας:) Τι στον ~ό (= τι στο καλό) συμβαίνει;|| (στη γεν.) Βροχούλα/νεράκι/πλάσμα του ~ού (για κάτι αγνό, αθώο). Άνθρωπος του ~ού (για κληρικό ή ευσεβή άνθρωπο).|| Ο ~ των Εβραίων (: Ιεχωβά)/των μουσουλμάνων (: Αλλάχ).|| (για φυσικά φαινόμενα:) Αστράφτει/βρέχει ο ~. Βλ. θεούλης. 2. (στις πολυθεϊστικές θρησκείες) κάθε οντότητα με υπερφυσικές δυνάμεις, θεότητα: ποτάμιος ~. Αθάνατοι/ουράνιοι/τοπικοί/χθόνιοι ~οί.|| (ΜΥΘ.) ~ του κάτω κόσμου (: ο Πλούτωνας)/της μουσικής (: ο Απόλλωνας)/του πολέμου (: ο Άρης). Ο ~ Διόνυσος/Ήφαιστος/Ποσειδώνας. Οι δώδεκα ~οί του Ολύμπου/οι ολύμπιοι ~οί (πβ. πάνθεον). ~οί και ημίθεοι (βλ. ισόθεος)/ήρωες. ~οί και θνητοί. Δίας, ο πατέρας των ~ών και των ανθρώπων.|| Ο ~ του χρήματος (: ο μαμωνάς). 3. (μτφ.) όποιος ή ό,τι αποτελεί αντικείμενο λατρείας, θαυμασμού: ~ της υποκριτικής. Οι σύγχρονοι ~οί του ελληνικού αθλητισμού. (προφ.-επιτατ.) Eίσαι ~ (: άπαικτος, καταπληκτικός, φοβερός)! Τον έχουν σαν ~ό (βλ. αποθεώνω).|| Είναι ~ (= κούκλος, παίδαρος)! Τον έχουν κάνει ~ό (βλ. είδωλο, ίνδαλμα).|| Ο μοναδικός ~ του είναι το χρήμα. ● ΣΥΜΠΛ.: ο καλός Θεός/θεούλης (οικ.) 1. για δήλωση της καλοσύνης και της μεγαλοσύνης του Θεού: ~ ~ δεν αφήνει κανέναν αβοήθητο. Με λυπήθηκε ~ ~. 2. επίκληση στη θεία δύναμη για την επίτευξη κάποιου σκοπού: Μακάρι ~ ~ να σε βοηθήσει να πάρεις τη σωστή απόφαση., ο Λόγος (του Θεού) 1. ΕΚΚΛΗΣ. η Βίβλος ή γενικότ. η χριστιανική διδασκαλία, διδαχή: Δίδαξε τον ~ο ~. Ζει σύμφωνα με τον ~ο. Πβ. Ευαγγέλιο. 2. ΘΕΟΛ. & ο Υιός και Λόγος του Θεού/ο ενσαρκωμένος Λόγος του Θεού: το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδας, ο Ιησούς Χριστός: η ενανθρώπηση του ~ου ~., (η) ευλογία (του) Θεού βλ. ευλογία, Άγνωστος Θεός βλ. άγνωστος, αρνάκι του Θεού βλ. αρνί, δώρο Θεού βλ. δώρο, η χάρις/χάρη του Θεού/του Αγίου Πνεύματος βλ. χάρις, ο Αμνός (του Θεού) βλ. αμνός, ο οίκος (του) Θεού βλ. οίκος, ο φτερωτός θεός βλ. φτερωτός ● ΦΡ.: (και/κι) ο Θεός βοηθός (ευχετ.): σε περιπτώσεις που κάποιος πρόκειται να αποτολμήσει κάτι: Άντε και/προχώρα και ~ ~! Πβ. ο Θεός να βάλει το χέρι του., από Θεού άρξασθε/άρξασθαι (λόγ.): πριν κάνουμε οτιδήποτε, ας προσευχηθούμε πρώτα στον Θεό να μας βοηθήσει., δεν έχει το Θεό του (οικ.): για πρόσωπο που δεν έχει φραγμούς ή συμπεριφέρεται με παράτολμο τρόπο: Άκου θράσος! Αυτός ο άνθρωπος ~ ~ (: είναι αθεόφοβος)! Δεν έχεις ~ σου πια (= δεν αντέχεσαι, είσαι ανυπόφορος)!, δόξα τω Θεώ/δόξα σοι ο Θεός/δόξα να 'χει ο Θεός/ο Κύριος (προφ.): έκφρ. ικανοποίησης από πιστό σε περιπτώσεις που πάνε καλά τα πράγματα: ~ ~ είμαι καλά/πέρασα τις εξετάσεις.|| (ειρων.) ~ ~, μας θυμήθηκες!, έδωσε ο Θεός (προφ.): ευτυχώς, επιτέλους: ~ ~ και προσγειωθήκαμε/φτάσαμε κάποια στιγμή., εκ/από Θεού (λόγ.): δοσμένος από τον Θεό: ~ ~ Λόγος/σοφία., ελέω Θεού (λόγ.): με τη χάρη και την ευσπλαχνία του Θεού: ~ ~ αυτοκράτορας/βασιλεία/πάπας.|| (ειρων.) ~ ~ εξουσία., ένας Θεός ξέρει (προφ.): κανείς δεν γνωρίζει: ~ ~ πότε θα τον ξαναδώ/πώς γλίτωσε/τι απέγινε! ΣΥΝ. Κύριος οίδε, ο Θεός και η ψυχή του!, έχει ο Θεός & κι έχει ο Θεός για όλους: προς δήλωση αισιοδοξίας, υπομονής, προσδοκίας για κάτι καλύτερο: Μην ανησυχείς, καλά να 'σαι ~ ~!|| Δεν βαριέσαι, ~ ~., Θεέ και Κύριε! (προφ.): για να δηλωθεί ευχάριστη ή δυσάρεστη συνήθ. έκπληξη: ~ ~ τι πράγματα είναι αυτά/τι άλλο θα δουν τα ματάκια μας (: έλα Χριστέ και Παναγιά/Χριστέ μου)!, Θεέ μου! (ως επιφών.): προς δήλωση: (αποδοκιμασίας/δυσαρέσκειας/έκπληξης:) Τι άλλο θ΄ακούσω, ~ ~! Τι ντροπή, ~ ~! Τι άνθρωπος, ~ ~! Έλα ~ ~! Τι πράγματα είν’ αυτά! (πβ. Θεός φυλάξοι, Χριστός κι Απόστολος).|| (παράκλησης/ευχής:) Βόηθα/λυπήσου με, ~ ~! ~ ~, κάνε/μακάρι να ...! ~ ~, δωσ' του δύναμη/φώτιση!|| (φόβου:) ~ ~ (= μαμά/μανούλα μου)! ΣΥΝ. Χριστέ μου/Χριστούλη μου!, θέλημα (του) Θεού: η θεϊκή βούληση ως νόμος ή παρέμβαση στα ανθρώπινα: Ήταν ~ ~ να συναντηθούμε (: ήταν γραφτό, μοιραίο)., Θεοί και δαίμονες: όλοι, οι πάντες: τους κυνηγούν ~ ~, Θεός σχωρέσ΄τον/την ψυχή του! & να συγχωρεθεί η ψυχή του (ευχετ.): ο Θεός να τον συγχωρήσει, να τον αναπαύσει., Θεός φυλάξοι!: έκφραση απευχής ή έντονης αποδοκιμασίας: Φαντάσου να συμβεί και τίποτα χειρότερο! ~ ~!|| Τι πράγματα είναι αυτά! ~ ~!, ο (ίδιος ο) Θεός να κατέβει κάτω (προφ.): για κανέναν λόγο, σε καμία περίπτωση: ~ ~, δεν αλλάζω γνώμη., ο Θεός αργεί, μα δε λησμονεί (παροιμ.): η θεϊκή δικαιοσύνη επέρχεται τελικά κι ας καθυστερεί: Από κάπου θα το βρει: ~ ~! Πβ. όλα εδώ πληρώνονται, έστι δίκης οφθαλμός ος τα πανθ' ορά., ο Θεός είναι μεγάλος (προφ.): για δήλωση ελπίδας, αισιοδοξίας: ~ ~, θα μας βοηθήσει!, ο Θεός και η ψυχή του! (προφ.): για κάτι που δεν γνωρίζουμε ή για το οποίο δεν είμαστε βέβαιοι: Τώρα, τι θα γίνει/τι έγραψε/πώς πήγε στις εξετάσεις, ~ ~! ΣΥΝ. ένας Θεός ξέρει, ο Θεός μαζί σου!: (συχνά σε αποχαιρετισμό) ο Θεός να σε προστατεύει: Γεια σου/στο καλό και ~ ~!, ο Θεός να (σε/μας) φυλάει (προφ.): να (σε/μας) προστατεύει: ~ να μας ~ από τις αρρώστιες/τους σεισμούς! ~ να σε ~ απ' τη γλωσσοφαγιά της!, ο Θεός να δώσει/να δώσει ο Θεός & να μη (το) δώσει ο Θεός (προφ.): μακάρι ή μακάρι να μη: ~ ~ (και) να μην αρρωστήσει/να πάνε όλα καλά.|| Εύχομαι να μη δώσει σε κανέναν ο Θεός τέτοιο πόνο!, ο Θεός να το κάνει (προφ.-μειωτ.): για να δηλωθεί ότι κάποιος/κάτι δεν πληροί τις προδιαγραφές: Μείναμε σ' ένα ξενοδοχείο, (που) ~ ~ (ξενοδοχείο), σκέτο αχούρι!, προς Θεού/για το Θεό (επιτατ.): έκφραση αποτροπής, παράκλησης ή απόρριψης κάποιου ενδεχομένου: ~ ~, όχι άλλα λάθη! ~ ~, ας τους δοθεί μια ευκαιρία!|| ~ ~ δεν ήθελα να πω κάτι τέτοιο/δεν το εννοούσα. ~ ~ δεν το έκανα εσκεμμένα., πρώτα ο Θεός: με τη βοήθεια του Θεού, αν όλα πάνε καλά: Στο τέλος του χρόνου, ~ ~, επιστρέφει. Πβ. αν θέλει ο Θεός., συν Θεώ (λόγ.): με τη βοήθεια του Θεού., υπάρχει Θεός!: για να δηλωθεί ότι κάποιος νιώθει δικαίωση: Κατάλαβε το λάθος του και μου ζήτησε συγγνώμη. Τελικά ~ ~!, (αυτό/το άδικο) δεν το θέλει ούτε ο Θεός βλ. θέλω, (κι/για) αύριο έχει ο Θεός βλ. αύριο, αγαπά ο Θεός τον κλέφτη, αγαπά και τον νοικοκύρη βλ. κλέφτης, άλλαι μεν βουλαί ανθρώπων, άλλα δε Θεός κελεύει βλ. βουλή, αμαρτία από τον Θεό βλ. αμαρτία, αν θέλει ο Θεός βλ. θέλω, ανάγκα και (οι) θεοί πείθονται βλ. ανάγκη, απ΄ τον Θεό να τό 'βρει! βλ. βρίσκω, απειλεί θεούς και δαίμονες βλ. απειλώ, από μηχανής θεός βλ. μηχανή, βλέπω Θεού/Κυρίου πρόσωπο βλ. πρόσωπο, για (τ') όνομα του Θεού/της Παναγίας/του Χριστού (και της Παναγίας)! βλ. όνομα, διάπυρος προς Θεόν/προς Κύριον ευχέτης βλ. ευχέτης, ενώπιον Θεού και ανθρώπων βλ. ενώπιον, έτσι το θέλησε η μοίρα/ο Θεός/η τύχη βλ. θέλω, η δόξα του Θεού βλ. δόξα, ήμαρτον Παναγία μου/Θεέ μου/Χριστέ μου/Κύριε! βλ. ήμαρτον, Θε(έ)/Παναγιά/Xριστέ μου φύλαγε βλ. φυλάω, Θεός σχωρέσ'/να συγχωρεθούν τα πεθαμένα σου! βλ. πεθαμένος, Θεού θέλοντος (και καιρού επιτρέποντος) βλ. θέλω, κι αύριο μέρα (του Θεού) είναι βλ. μέρα, κι/και άγιος ο Θεός βλ. άγιος, κοιμήθηκε ο θεός βλ. κοιμάμαι, μάρτυς/μάρτυράς μου ο Θεός βλ. μάρτυρας, μετά φόβου Θεού βλ. φόβος, να 'μαστε καλά/να μας έχει ο Θεός καλά να ... βλ. καλά, ο δρόμος του Θεού/του Χριστού βλ. δρόμος, ο Θεός να βάλει το χέρι του/να κάνει το θαύμα του βλ. χέρι, ο Θεός να με βγάλει ψεύτη βλ. ψεύτης, ψεύτρα, ο Θεός να/ας με σ(υγ)χωρέσει/Θεέ μου συγχώρεσέ/σ(υγ)χώρα με βλ. συγχωρώ, οργή Θεού βλ. οργή, ποιος είδε τον Θεό και δεν (τον) φοβήθηκε βλ. βλέπω, στην ευχή του Θεού (και της Παναγίας) βλ. ευχή, στο έλεος του Θεού βλ. έλεος, τα ελέη του Θεού βλ. έλεος, τέλος και τω Θεώ δόξα βλ. τέλος, τέρμα Θεού βλ. τέρμα, το Θεό μπάρμπα να 'χεις βλ. μπάρμπας, το πολύ το "Κύριε ελέησον" το βαριέται κι ο Θεός/κι ο παπάς βλ. βαριέμαι, τον ξέχασε ο Χάρος/ο Θεός βλ. ξεχνώ, φόβος Θεού βλ. φόβος, φωνή λαού, οργή Θεού βλ. οργή, φωτιά (να πέσει)/ο Θεός να με κάψει βλ. καίω, φωτιά να σε κάψει! βλ. καίω, χαρά θεού βλ. χαρά, χρυσό/Θεό/Χριστό τον έκανα βλ. χρυσός ● βλ. θεά [< αρχ. θεός]

θερίζω

θερίζω θε-ρί-ζω ρ. (μτβ. κ. σπάν. αμτβ.) {θέρι-σα, θερί-στηκε, -σμένος, θερίζ-οντας} 1. ΓΕΩΡΓ. κόβω, με ειδική μηχανή ή παλαιότ. με δρεπάνι και σε συγκεκριμένο μήνα του χρόνου, φυτά με όρθιους βλαστούς, για να συγκομίσω τους καρπούς τους, να τα κάνω ζωοτροφή ή να κατασκευάσω με αυτά συγκεκριμένα αντικείμενα: ~σαν τη σοδειά/τα σπαρτά/τα στάχυα/τα χόρτα (βλ. αποψιλώνω). ~στηκε το στάρι. ~σμένος: κάμπος (ΑΝΤ. αθέριστος). ~σμένο: καλαμπόκι. ~σμένες: καλλιέργειες. ~σμένα: δημητριακά. Βλ. παρα~.|| (αμτβ.) Τον Ιούνιο ~ουν. Βλ. αλωνίζω, οργώνω. 2. (μτφ.) απολαμβάνω τα θετικά ή δέχομαι τα αρνητικά επακόλουθα των πράξεών μου: Θα ~σουν τους καρπούς των κόπων τους/τις συνέπειες της ανυπακοής τους. Πβ. αποκομίζω, δρέπω.θερίζει (μτφ.) 1. δημιουργεί έντονο αίσθημα κρύου ή πείνας ή προκαλεί διάρροια: (αμτβ.) ~ έξω το κρύο!|| Μας ~σε η πείνα. Κάτι έφαγα και με ~σε (βλ. κόψιμο). 2. προκαλεί ομαδικούς θανάτους ή μαζική καταστροφή· αποδεκατίζει: ~ η ασιτία/το έιτζ (σ)τις χώρες του Τρίτου Κόσμου (: μαστίζει, σπέρνει τον θάνατο). Πληθυσμοί που ~στηκαν από τις ασθένειες/τις επιδημίες/τη φτώχεια. Πβ. εξολοθρεύω, εξοντώνω.|| (κατ' επέκτ.) Η ανεργία ~/τα ναρκωτικά ~ουν (σ)τους νέους. Τους ~σε το χαλάζι (: προξένησε εκτεταμένες καταστροφές). ● ΦΡ.: ό,τι σπείρεις, θα θερίσεις (ΚΔ, παροιμ.): η ανταμοιβή είναι ανάλογη των πράξεων. ΣΥΝ. όπως έστρωσε(ς)/στρώσει(ς), θα κοιμηθεί(ς)/θα πλαγιάσει(ς), όποιος σπέρνει ανέμους, θερίζει θύελλες βλ. άνεμος [< 1: αρχ. θερίζω]

θρέψη

θρέψη θρέ-ψη ουσ. (θηλ.) 1. ΒΙΟΛ. το σύνολο των διαδικασιών που αφορούν την αφομοίωση θρεπτικών ουσιών που λαμβάνονται κυρ. από τις τροφές, με σκοπό τη συντήρηση και ανάπτυξη του οργανισμού: ~ του δέρματος/των φυτών. Ανάγκες/διαταραχή της/προϊόντα/συστήματα ~ης. Η ~ του εμβρύου. 2. (σπάν.) επούλωση. ● ΣΥΜΠΛ.: κακή θρέψη: ΙΑΤΡ. που οφείλεται σε ελλιπή, υπερβολική ή μη ισορροπημένη λήψη θερμίδων ή σε αδυναμία απορρόφησης των τροφών: ~ ~ των ιστών. ~ ~ του βρέφους/της μητέρας (βλ. διατροφή). Βλ. υπερ-, υπο-σιτισμός. [< αγγλ. malnutrition, γαλλ. ~, 1956] [< μτγν. θρέψις ‘τροφή, ανατροφή’, γαλλ.-αγγλ. nutrition]

θύρα

θύρα θύ-ρα ουσ. (θηλ.) {θυρ-ών} 1. (λόγ.) πόρτα: ξύλινη ~. Μονόφυλλη/δίφυλλη ~. Συρόμενες ~ες. ~ες πυροπροστασίας. Πλαίσια ~ών (πβ. θύρωμα). Βλ. εξώθυρα. 2. είσοδος γηπέδου· συνεκδ. η αντίστοιχη εξέδρα ή (με κεφαλ. Θ και συγκεκριμένο αριθμό) ο σύνδεσμος οργανωμένων οπαδών που συχνάζουν στη συγκεκριμένη κερκίδα του γηπέδου της αγαπημένης τους ομάδας: εκδοτήριο ~ας. 3. ΠΛΗΡΟΦ. πρίζα στην κεντρική μονάδα επεξεργασίας υπολογιστή, στην οποία συνδέεται το καλώδιο περιφερειακής συσκευής· πύλη: ενσωματωμένη/σειριακή ~. ~ γραφικών/εισόδου ήχου/εξόδου οθόνης/επέκτασης/ποντικιού/υπερύθρων. Απενεργοποίηση ~ας. Σύνδεση στη ~ USB.|| Δικτυακή ~ (επικοινωνίας). Πβ. χαμπ. ● ΣΥΜΠΛ.: παράλληλη θύρα: ΤΕΧΝΟΛ. προσαρμοστικό κύκλωμα για παράλληλη είσοδο ή/και έξοδο δεδομένων σε υπολογιστή ή περιφερειακή συσκευή: ~ ~ εκτυπωτή., πολιτική ανοιχτών θυρών: ύπαρξη ίσων ευκαιριών για τους πολίτες ή τα αγαθά που προέρχονται από άλλες χώρες, εντός των συνόρων χώρας ή των ορίων γεωγραφικής περιοχής: ~ ~ απέναντι στους μετανάστες.|| (κατ' επέκτ.) Το κόμμα ακολουθεί ~ ~ απέναντι στα άλλα κόμματα. [< γαλλ. doctrine de la porte ouverte] ● ΦΡ.: επί θύραις/προ των θυρών (λόγ.): για κάτι που πρόκειται να συμβεί σύντομα: Οι εκλογές/ο εχθρός είναι ~ ~. ~ ~ (βρίσκεται) η επανέναρξη του διαλόγου. Πβ. προ των πυλών., κεκλεισμένων των θυρών βλ. κεκλεισμένος, παραβιάζω ανοιχτές θύρες/πόρτες βλ. παραβιάζω [< 1: αρχ. θύρα 2: αγγλ. gate 3: αγγλ. portal, 1990]

ιδέα

ιδέα [ἰδέα] ι-δέ-α ουσ. (θηλ.) {ιδε-ών} 1. κάτι που υπάρχει μόνο στον νου, αφηρημένη έννοια· ιδανικό, ιδεώδες: αόριστη/ασαφής/γενική ~. Εγκαταλείπω/εφαρμόζω/καλλιεργώ/υλοποιώ μια ~. Εμπνευστής/πρωτεργάτης/υπέρμαχος μιας ~ας. Διαμόρφωση/επεξεργασία/σύλληψη ~ών. Από παλιά μού είχε καρφωθεί η ~ να γίνω δημοσιογράφος. Μου πέρασε από το μυαλό η ~ να τον καλέσω. Με τρομάζει η ~ (= σκέψη) να ταξιδεύω μόνη. Τρέμει στην ~ και μόνο ότι θα μείνει άνεργος. Όλα είναι μια ~.|| Η ~ της δημοκρατίας/της δικαιοσύνης/του έθνους/της ελευθερίας/του Θεού/των Ολυμπιακών Αγώνων/της πατρίδας. 2. σκέψη που εκφράζεται ως πρόταση, πρόθεση για κάτι: ανατρεπτική/ανόητη/αντισυμβατική/απλή/αρχική/βασική (πβ. κόνσεπτ)/δημιουργική/εναλλακτική/έξυπνη/επαναστατική/ευφυής/εφικτή/ξαφνική/πρωτότυπη/ριζοσπαστική/τολμηρή ~. Έχει καινοτόμες/λαμπρές/φρέσκες ~ες. Θαυμάσια ~ για δώρο. Διατυπώνω/προωθώ/στηρίζω μια ~. Ανταλλαγή/αξιολόγηση/διάδοση/έκθεση/έκφραση/πλούτος/σύνθεση ~ών. Μια ~ γεννιέται/ωριμάζει. Το μυαλό του όλο κατεβάζει ~ες (= έχει φαντασία, επινοητικότητα). Δεν έχω καθόλου ~ες (πβ. έμπνευση). Η ~ (= το σχέδιο, ο σκοπός) ήταν να ... Είχε την ~ να ... Σε ποιον ανήκει η ~ για ...; Καμιά ~ για βόλτα; Ωραία ~! (προφ.) Όλο ~ες είσαι, αλλά στην πράξη τίποτα. Πβ. επινόηση, σύλληψη. 3. γενική εικόνα, εντύπωση: Να σου δώσω/πάρε μια ~ για το θέμα.|| Έχω την ~ ότι είσαι προκατειλημμένος (πβ. αίσθηση, υποψία).|| ~ μου ήταν ή όντως φάνηκε κάπως αμήχανος; Δεν αργήσαμε, (η) ~ σας είναι. 4. άποψη, αντίληψη: αντικειμενική/υποκειμενική ~. Αναχρονιστική/κοινωνική/ξεπερασμένη/οικονομική/πολιτική/προοδευτική/σύγχρονη/συντηρητική ~. Εξτρεμιστικές/μοντέρνες ~ες. Υπερασπίζομαι τις ~ες μου. Οι ~ες ενός συγγραφέα (πβ. ιδεολογία, κοσμοθεωρία, φιλοσοφία). Δεν έχει καλή ~ για τον φίλο μου. 5. ΦΙΛΟΣ. (στην πλατωνική φιλοσοφία) υπερβατική οντότητα της οποίας τα αντικείμενα του αισθητού κόσμου είναι ατελείς αναπαραστάσεις: ο κόσμος των ~ών. Βλ. αρχέ-, πρό-τυπο. ● ΣΥΜΠΛ.: Μεγάλη Ιδέα 1. ΙΣΤ. πολιτικό και εθνικό ιδεώδες, καθώς και το σύνολο των ενεργειών της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής κατά τον 19ο και τις αρχές του 20ού αι. για την απελευθέρωση των αλύτρωτων ελληνικών πληθυσμών και τη δημιουργία μεγαλύτερου σε έκταση ελληνικού κράτους. Βλ. αλυτρωτισμός. ΣΥΝ. μεγαλοϊδεατισμός 2. (μτφ.) μεγαλεπήβολο, φιλόδοξο σχέδιο ή πρόταση., ελευθερία (της) γνώμης/(της) έκφρασης/(των) ιδεών/(του) λόγου βλ. ελευθερία, έμμονη ιδέα βλ. έμμονος, ευρωπαϊκή ιδέα βλ. ευρωπαϊκός, φαεινή ιδέα βλ. φαεινός ● ΦΡ.: βάζω ιδέες (σε κάποιον)/βάζω (κάποιον) σε ιδέες (προφ.): του προκαλώ σκέψεις, επιθυμίες: Η πρότασή σου μου έβαλε ιδέες. Ένας φίλος αγόρασε μηχανή και με έβαλε σε ιδέες (ενν. να αγοράσω και εγώ)., δεν έχω ιδέα: δεν έχω ούτε τη στοιχειώδη γνώση για κάτι: ~ ~ για το θέμα/πώς τη λένε. Δεν έχει ~ (= δεν σκαμπάζει) από μαθηματικά.|| Έχει κανείς ~ περί τίνος πρόκειται;, δεν έχω την παραμικρή ιδέα (εμφατ.): δεν γνωρίζω καθόλου: Δεν έχουν ~ τι συνέβη. Ξεκινήσαμε, χωρίς να έχουμε ~ πού πάμε.|| Έχεις ~ (= ξέρεις) πόσο γελοίο είναι αυτό που κάνεις; [< γαλλ. je n' ai pas (le moindre) idée] , έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του: νομίζει ότι είναι πολύ σπουδαίος, είναι αλαζόνας. Πβ. καβάλησε το καλάμι. [< γαλλ. avoir une haute idée de soi] , μια ιδέα: πάρα πολύ λίγο, ελάχιστα: Το χρώμα έπρεπε να ήταν ~ ~ πιο σκούρο. (σε συνταγή) ~ ~ αλάτι/ζάχαρη. ~ ~ από γαρίφαλο. [< γερμ. eine Idee] , μου βάζει (κάποιος)/μου ήρθε μια ιδέα: κάποιος μου δίνει μια ιδέα ή συλλαμβάνω μια σκέψη: Ένας φίλος μού έβαλε την ιδέα να εκδώσω το έργο μου.|| Μου ήρθε μια ~. Πβ. μου κατεβαίνει (στο κεφάλι/στο μυαλό)., μου μπήκε μια ιδέα/μου μπαίνουν ιδέες (προφ.): σκέφτομαι, επιθυμώ ή υποψιάζομαι κάτι: Μου έχει μπει η ~ να κάνω ένα ταξίδι. Δεν πρόκειται να έρθω, μη σου μπαίνουν ~. Πβ. μου μπαίνει/καρφώνεται (κάτι) στο μυαλό/κεφάλι., συμφιλιώνομαι με την ιδέα (μτφ.): αποδέχομαι κάτι, κυρ. δυσάρεστο: ~ ~ του χωρισμού. Έχει συμφιλιωθεί ~ ότι θα ζήσει μακριά από τους δικούς του., χάνω πάσα ιδέα: νιώθω έντονη απογοήτευση, εκπλήσσομαι συνήθ. αρνητικά για κάποιον ή κάτι: Έχω χάσει ~ ~ με αυτά που συμβαίνουν. Έχασα ~ ~ για σένα/για το άτομό σου., αλλάζω/γυρίζω σε κάποιον μυαλά/κεφάλι/ιδέες βλ. αλλάζω, παίρνω ιδέες βλ. παίρνω, ρίχνω την ιδέα/την πρόταση βλ. ρίχνω [< 1,2,3,4: γαλλ. idée, γερμ. Idee, αγγλ. idea 5: αρχ. ἰδέα]

ικανός

ικανός, ή, ό [ἱκανός] ι-κα-νός επίθ. 1. που διαθέτει τα προσόντα να εκτελεί κάτι σωστά, να σημειώνει επιτυχία σε κάποιον τομέα: (για πρόσ.) ~ός: δάσκαλος/οδηγός/πωλητής. ~ή: ομάδα (συνεργατών). ~ά: στελέχη (επιχείρησης). Σωματικά και διανοητικά ~ (ΑΝΤ. ανάπηρος). Είναι ~ στη διαχείριση χρημάτων (πβ. επι-δέξιος, -τήδειος). Κρίθηκε ~ για να εργαστεί (πβ. κατάλληλος). Είναι ~ή για διευθύντρια. Δεν τον έχω ~ό για ... Δεν τη θεωρώ ~ή να ... Η συνεχής επιμόρφωση του εργαζομένου τον καθιστά ~ό να ... Πβ. άξιος.|| (προφ.) ~ό τον έχω να μην έρθει στο τέλος.|| Μηχανήματα ~ά να λειτουργούν αυτόματα. ΑΝΤ. ανίκανος (1) 2. (επίσ.) που επαρκεί σε αριθμό ή ποσότητα, αρκετός: ~ές: προϋποθέσεις (για ...). ~ά: κριτήρια. Η εκδρομή θα πραγματοποιηθεί, εφόσον συμπληρωθεί ~ αριθμός συμμετεχόντων. Έχει παρέλθει ~ χρόνος από ... Δύναμη μπαταρίας ~ή για 24 ώρες. ~ό ποσοστό των ερωτηθέντων απάντησε θετικά. Εισοδήματα ~ά να καλύψουν τις ανάγκες των εργαζομένων. Τόσα χρόνια δεν στάθηκαν ~ά να ...|| Αποδεικτικά στοιχεία ~ά να τον οδηγήσουν στη φυλακή. Αποσπασματικά μέτρα που δεν είναι ~ά να επιφέρουν ουσιαστική λύση. Πβ. επαρκής, ικανοποιητικός. ΑΝΤ. ανεπαρκής 3. ΣΤΡΑΤ. που είναι αρτιμελής και υγιής, ώστε να είναι σε θέση να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία: ~οί πρώτης κατηγορίας (Ι/1) ... τέταρτης κατηγορίας (Ι/4). Βλ. στρατεύσιμος. ● επίρρ.: ικανώς [-ῶς] (λόγ.): αρκετά, επαρκώς. ● ΣΥΜΠΛ.: ικανή συνθήκη 1. (μτφ.) σύνολο στοιχείων που εγγυώνται την ύπαρξη μιας κατάστασης, επαρκής όρος για να ισχύει κάτι: Η δημιουργία χώρων πρασίνου αποτελεί ~ ~ για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής στις πόλεις. Η επιστημονική κατάρτιση είναι αναγκαία, αλλά όχι ~ ~ για αποτελεσματική διδασκαλία. 2. ΦΙΛΟΣ.-ΜΑΘ. πρόταση η οποία -εφόσον είναι αληθής- καθιστά αληθή μια άλλη πρόταση: ικανή και αναγκαία ~. ● ΦΡ.: είμαι ικανός να ...: είμαι σε θέση, μπορώ να: Είναι ~ να οργανώνει τη δουλειά του. Δεν είναι ~ (= άξιος) να κάνει τίποτα/ούτε το κρεβάτι του να στρώσει!|| (μειωτ.) Αυτή είναι ~ή να τα πει όλα και να εκτεθούμε!, ικανός για όλα (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): για πρόσωπο που χρησιμοποιεί κάθε μέσο, προκειμένου να πετύχει κάτι, που λειτουργεί χωρίς αναστολές ή ηθικούς ενδοιασμούς: Τον έχω/θεωρώ ~ό ~. Πβ. αδίστακτος, απρόβλεπτος, παράτολμος. [< αρχ. ἱκανός, γαλλ.-αγγλ. capable]

ίσος

ίσος, η, ο [ἴσος] ί-σος επίθ. 1. που έχει τα ίδια χαρακτηριστικά στοιχεία με κάποιον ή κάτι άλλο: ~η: έκταση. ~ο: βάρος. ~οι: όγκοι. ~ες: διαστάσεις/ποσότητες. ~α: μερίδια. ~ σε αριθμό (= ισάριθμος)/μέγεθος (= ισομεγέθης)/μήκος (= ισομήκης)/ύψος (= ισοϋψής). Διαιρώ/κόβω/χωρίζω κάτι σε ~α μέρη. Είναι ~οι στο ανάστημα/στη δύναμη/στην ταχύτητα.|| (ΓΕΩΜ.) ~ες: γωνίες. ~α: κλάσματα/τρίγωνα. Το τετράγωνο έχει και τις τέσσερις πλευρές του ~ες μεταξύ τους.|| Ένα κιλό είναι ~ο με χίλια γραμμάρια (= ισούται).|| (ίδιος για όλους) ~η: μεταχείριση. ~η αμοιβή για ~η εργασία. ~ες ευκαιρίες. Αγωνίζομαι για/διεκδικώ ~α δικαιώματα. Πβ. ισοδύναμος, ισότιμος, όμοιος. ΑΝΤ. άνισος. 2. (ειδικότ. για πρόσ.) που έχει τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις, που βρίσκεται στην ίδια κατάσταση με κάποιον άλλον: Όλοι οι πολίτες είμαστε ~οι απέναντι στον νόμο (πβ. ισόνομος). Τον θεωρώ ~ο μου και τον σέβομαι (πβ. ισάξιος). 3. (προφ.) ίσιος, ευθύς, ομαλός: ~ος: δρόμος. Το έδαφος δεν είναι ~ο. Πβ. επίπεδος. ● ΦΡ.: επί ίσοις όροις (λόγ.) & με ίσους όρους: ισότιμα, χωρίς διακρίσεις: αντιμετώπιση/μεταχείριση/συμμετοχή ~ ~. Διαγωνίζονται/συνδιαλέγονται ~ ~. Αντικειμενική και ~ ~ ενημέρωση., ίσα βάρκα, ίσα νερά (παροιμ.): χωρίς οικονομικές απώλειες αλλά και χωρίς κέρδη: Ο απολογισμός του ταμείου είναι ~ ~. Πβ. (μου) έρχεται μία η άλλη., πρώτος μεταξύ ίσων: πρόσωπο που είναι επικεφαλής ομάδας ατόμων, τα οποία έχουν τα ίδια δικαιώματα ή την ίδια εξουσία με αυτόν. [< λατ. primus inter pares] , σαν/ως ίσος προς ίσο(ν): με ισότητα, χωρίς να μειονεκτεί ο ένας έναντι του άλλου: Μιλάω (με/σε κάποιον) ~ ~. ΣΥΝ. ισότιμα, στα ίσ(ι)α (προφ.) 1. σε ίση ποσότητα, σε ίσα μέρη: Μοιράζω ~ ~. 2. ευθέως, χωρίς περιστροφές: Του μίλησα ~ ~. Πες μου ~ ~ τι θέλεις! Αντιμετωπίζω κάποιον ~ ~. Πβ. καταπρόσωπο, κατά-μουτρα, -φατσα.|| (αργκό) Την πέφτω (σε κάποιον) ~ ~ (= κάνω καμάκι). 3. σαν ίσος προς ίσο: Τον κόντραρε/πάλεψε ~ ~. Παίζει ~ ~ τον αντίπαλο του. 4. για δήλωση ισοπαλίας: Δύο λεπτά πριν από το τέλος ο αγώνας ήρθε ~ ~. Η ομάδα ξανάφερε το παιχνίδι ~ ~. 5. σε ευθεία γραμμή: Γλίτωσε το ατύχημα, γιατί ξανάφερε το αυτοκίνητο/τιμόνι ~ ~ (= το ίσιωσε). Ο πίνακας/τοίχος δεν είναι ~ ~ του (= είναι στραβός)., (κρατώ/τηρώ) ίσες αποστάσεις βλ. απόσταση, ανταποδίδω/αποδίδω τα ίσα βλ. ανταποδίδω, όλα τα δάχτυλα (του χεριού) δεν είναι ίδια/ίσα βλ. δάχτυλο, σε ανώτερη/ίδια/ίση/καλύτερη/κατώτερη/χειρότερη μοίρα (με κάποιον/κάτι) βλ. μοίρα ● βλ. ίσα1, ίσο [< αρχ. ἴσος]

καθημερινός

καθημερινός, ή, ό κα-θη-με-ρι-νός επίθ. & (λαϊκό) καθημερνός 1. που γίνεται ή προκύπτει κάθε μέρα: ~ός: έλεγχος/καθαρισμός/φόρτος εργασίας. ~ή: άσκηση/διαδρομή/ενημέρωση/επικοινωνία/εφημερίδα (βλ. κυριακάτικος)/λήψη (φαρμάκων)/περιποίηση/περιπολία/σειρά (= σίριαλ)/χρήση. ~ό: βούρτσισμα (των δοντιών)/δρομολόγιο/πρόγραμμα. ~ές: ανάγκες/απολαύσεις/ασχολίες/δουλειές/παραστάσεις. ~ά: έξοδα/νέα. Σε ~ή βάση/(λόγ.) επί ~ής βάσεως. Πβ. ημερήσιος. 2. που σχετίζεται με την καθημερινότητα· ανεπίσημος: ο ~ αγώνας/γολγοθάς. Η ~ή ρουτίνα. Το ~ό άγχος. Οι ~οί άνθρωποι/ρυθμοί (βλ. μονότονος). Οι ~ές συνήθειες (πβ. οικείος). Τα ~ά προβλήματα (βλ. τετριμμένα). Ο ~ βίος στην αρχαιότητα. Σκηνές της ~ής ζωής. ~ό φαινόμενο τα ατυχήματα. Ιστορίες ~ής τρέλας.|| ~ός: λόγος (πβ. άμεσος, φυσικός). ~ή: ομιλία. ~ό: ντύσιμο (= κάζουαλ· πβ. απλό, λιτό)/περιβάλλον. Το ~ό δωμάτιο της οικογένειας (= το καθιστικό). ΑΝΤ. επίσημος. ● Ουσ.: καθημερινά (τα): ενν. ρούχα. ΑΝΤ. γιορτινά (τα), καλά (2), καθημερινές (οι): οι εργάσιμες μέρες της εβδομάδας: Το γραφείο λειτουργεί τις ~.|| Η γιορτή μου πέφτει ~ή φέτος. Βλ. αργία. ● επίρρ.: καθημερινά & (λαϊκό) καθημερνά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: στη σημ. 1. ● ΦΡ.: το καθημερινό ψωμί βλ. ψωμί [< 1: μτγν. καθημερινός 2: γαλλ. quotidien]

καθούμενος

καθούμενος, η, ο κα-θού-με-νος επίθ.: που κάθεται. Πβ. καθήμενος, καθισμένος. Κυρ. στη ● ΦΡ.: στα καλά καθούμενα/του καθουμένου & των καθουμένων (προφ.): για κάτι που συμβαίνει αναπάντεχα και προκαλεί συνήθ. δυσάρεστη έκπληξη, έτσι ξαφνικά: Μα, πώς χάλασε (έτσι) ~ ~;

καιρός

καιρός και-ρός ουσ. (αρσ.) 1. η κατάσταση της ατμόσφαιρας πάνω από μια περιοχή για ορισμένο (μικρό) χρονικό διάστημα, η οποία χαρακτηρίζεται από τις τιμές των διαφόρων μετεωρολογικών στοιχείων (δηλ. ηλιοφάνεια, νεφώσεις, βροχή, χαλάζι, χιόνι, θερμοκρασία, άνεμος, υγρασία, ορατότητα): άστατος/άσχημος (βλ. βρομόκαιρος)/βροχερός/γλυκός/ζεστός/μουντός/υγρός ~. Ο ~ στην Ελλάδα και τον κόσμο. Αλλαγή/βελτίωση/επιδείνωση/μεταβολή του ~ού. Πρόβλεψη/πρόγνωση (του) ~ού. Αγρίεψε (= χειροτέρεψε)/έφτιαξε/ζέστανε/χάλασε/ψύχρανε ο ~. Αναμένεται καλός ~ για το τριήμερο. Γενικά αίθριος ~ και μόνο κατά τόπους νεφελώδης. Tι ~ό έχετε/θα κάνει αύριο; Δεν πάω πουθενά με τέτοιον ~ό! Μας τα χάλασε ο ~ (: ματαιώθηκαν τα σχέδιά μας λόγω κακοκαιρίας). Βλ. κλίμα.|| ~ για μπάνιο/σκι (: κατάλληλες καιρικές συνθήκες). Ταξιδεύουν με όλους τους ~ούς.|| Λέει τον ~ό (= το δελτίο ~ού) στην τηλεόραση. 2. χρόνος· ειδικότ. μεγάλο χρονικό διάστημα ή ελεύθερος χρόνος: Κύλησε γρήγορα/πώς περνάει ο ~! Πάει πολύς ~ από τότε! Πού χάθηκες τόσον ~ό; Πόσο ~ό γνωρίζεστε;|| Μετά/ύστερα από ~ό. ~ό είχαμε να τα πούμε! Θα κάνει ~ό να το ξεχάσει! Οι προσπάθειες για ~ό έμειναν άκαρπες. Ήθελα από/εδώ και ~ό να το κάνω. (για ζευγάρι:) Είναι ~ό μαζί.|| Δεν του μένει ~ ούτε να φάει (βλ. ευκαιρώ). Πού ~ για ξεκούραση! Δεν έχω ~ό για χάσιμο! Μόλις τώρα βρήκα ~ό να γράψω. Χάνεις τον ~ό σου μαζί του (= ματαιοπονείς)! Μη χάνεις ~ό (= βιάσου)! Περνάει τον ~ό (= τις ώρες) του άσκοπα/ζωγραφίζοντας/με αγαθοεργίες. 3. εποχή, περίοδος: απ' τον ~ό της Επανάστασης/της Κατοχής/των παππούδων μας. Tον παλιό καλό ~ό. Σε ~ό/(λόγ.) εν ~ώ ειρήνης/πολέμου. Τον ~ό που ήταν παιδί/στρατιώτης. Υπήρξε μια απ' τις πιο χειραφετημένες γυναίκες του ~ού της. Στον ~ό μου (= όταν ήμουν νέος), τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Τον ~ό της ακμής του, ο οικισμός είχε χίλιους κατοίκους. 4. κατάλληλη στιγμή, ευκαιρία: ~ για αλλαγές/δράση! Μήπως είναι ~ να το ξανασκεφτούμε; Έφτασε/ήρθε ο ~ για κάτι διαφορετικό. ΣΥΝ. ώρα. 5. ΝΑΥΤ. (λαϊκό) ισχυρός άνεμος και φουρτούνα: Τι ~ φυσάει; Το μνημείο το δέρνουν οι ~οί και η εγκατάλειψη. ● Ουσ.: καιροί (οι): εποχή, ιδ. κοινωνικές συνθήκες, περιστάσεις: κρίσιμοι/μοντέρνοι/σκληροί/σύγχρονοι ~. Ωραίοι ~! Οι ~ άλλαξαν, δεν είναι όπως τα 'ξερες. Βρε πώς αλλάζουν οι ~! Οι ~ απαιτούν/επιβάλλουν νέες προσεγγίσεις. Οι αυξημένες απαιτήσεις των καιρών. Οι ~ μας δεν επιτρέπουν καθυστερήσεις. Έρχονται καλύτεροι ~! Διανύουμε/ζούμε σε/περνάμε δύσκολους/χαλεπούς καιρούς. ● Υποκ.: καιρούλης ● ΣΥΜΠΛ.: παντός καιρού (επίσ.): κατάλληλος για κάθε είδους καιρικές ή άλλες συνθήκες: ελαστικά/ελικόπτερο ~ ~. Βλ. παντός εδάφους.|| (μτφ.-συχνά ειρων.) Άνθρωπος ~ ~ (= ευέλικτος, ευπροσάρμοστος)., δελτίο καιρού/μετεωρολογικό δελτίο βλ. δελτίο, μηνύματα των καιρών βλ. μήνυμα, σημεία των καιρών βλ. σημείο ● ΦΡ.: ανοίγει ο καιρός (προφ.): υποχωρεί η κακοκαιρία, διαλύονται τα σύννεφα: ~ ~ και πάλι, με ήλιο και άνοδο της θερμοκρασίας. Βλ. ανοίγει ο ουρανός., από καιρό σε καιρό & (λόγ.) από καιρού εις καιρόν: πότε πότε: Η κατάσταση επαναλαμβάνεται ~ ~.|| Οι οδηγίες τροποποιούνται από καιρού εις καιρόν (= ενίοτε) ανάλογα με τα νέα δεδομένα. Πβ. κατά καιρούς., για δες καιρό που διάλεξε ... (συνήθ. χιουμορ.): για κάτι που συμβαίνει σε ακατάλληλη στιγμή: ~ ~ η εξεταστική ν' αρχίσει!|| ~ ~ που διάλεξα ν' αρρωστήσω!, εν καιρώ (επίσ.): αργότερα, σε εύθετο χρόνο: Το πρόγραμμα θα ανακοινωθεί ~ ~., έναν καιρό (προφ.): κάποτε, στο παρελθόν: Θυμάσαι ~ ~ που διαβάζαμε μαζί; Πβ. άλλοτε, παλιά., έχει ο καιρός γυρίσματα (προφ.): για τις ξαφνικές αλλαγές, το ευμετάβλητο της ζωής ή της τύχης: Τώρα γελάς, όμως ~ ~ (= θα αλλάξουν κάποια στιγμή τα πράγματα)!, κάθε πράγμα στον καιρό του (κι ο κολιός τον Αύγουστο) (παροιμ.): για όλα υπάρχει η κατάλληλη στιγμή: Μη βιάζεσαι κι όλα θα γίνουν· ~ ~! ΣΥΝ. κάθε πράγμα/πράμα στην ώρα του, καιρός ήταν! (ειρων.): για κάτι που άργησε να γίνει: -Γύρισα! -~ ~!|| ~ ~ ν' ασχοληθεί λίγο και με την υπόθεσή μας!, καιρός παντί πράγματι (ΠΔ) (αρχαιοπρ.): κάθε πράγμα στον καιρό του., κατά καιρούς: σε διάφορες χρονικές περιστάσεις: τα ~ ~ δημοσιεύματα. Λόγια που έχουν ~ ~ ειπωθεί. Συνεργάστηκε ~ ~ με διάφορα περιοδικά. Πβ. από καιρό σε καιρό., με τον καιρό: με το πέρασμα του χρόνου: ~ ~ θα συνηθίσει. Πβ. στην πορεία/στον δρόμο., μια φορά κι έναν καιρό ...: στερεότυπη φράση με την οποία ξεκινά η αφήγηση παραμυθιού: ~ ~, ζούσε ένα βασιλόπουλο ...|| (ειρων.) ~ ~ (= άλλοτε, κάποτε), ήταν εύκολο να βρεις δουλειά, τώρα ..., ο καιρός είναι γιατρός (παροιμ.): με το πέρασμα του χρόνου αμβλύνονται επώδυνες αναμνήσεις και συναισθήματα., προ καιρού (λόγ.): πριν από κάμποσο καιρό: Το θέμα είχε απασχολήσει ~ ~ την κοινή γνώμη., του καλού καιρού (προφ.): πάρα πολύ: Βρέχει ~ ~! Κοιμάται/τρώει ~ ~!, του παλιού καιρού: που ανήκει σε περασμένη εποχή· (κατ' επέκτ.-αρνητ. συνυποδ.) ξεπερασμένος, παρωχημένος: έθιμα/ιστορίες ~ ~.|| Αντιλήψεις/έπιπλα ~ ~., τω καιρώ εκείνω (ΚΔ) (αρχαιοπρ.-ειρων.): για κάτι που συνέβη ή συνηθιζόταν παλαιότερα: ~ ~, είχε άλλες προτεραιότητες., χειμώνα/καλοκαίρι καιρό (προφ., συχνά ως έκφρ. δυσαρέσκειας): μες στο κρύο ή τη ζέστη: Πού πας χειμώνα ~;|| Καλοκαίρι ~ χωρίς κλιματιστικό!, ω καιροί! ω ήθη!/άλλοι καιροί, άλλα ήθη/νέοι καιροί, νέα ήθη: απαξιωτική αντιμετώπιση μιας νέας τάσης, ενός σύγχρονου κοινωνικού φαινομένου. [< λατ. o tempora! o mores!] , από τον καιρό της Tουρκοκρατίας βλ. τουρκοκρατία, από τον καιρό του Νώε βλ. Νώε, δύσκολοι καιροί για ... βλ. δύσκολος, Θεού θέλοντος (και καιρού επιτρέποντος) βλ. θέλω, καιρός φέρνει τα λάχανα, καιρός τα παραπούλια βλ. παραπούλι, κοίτα με να σε κοιτώ να περνούμε τον καιρό βλ. κοιτάζω, κρύο, καιρός για δύο βλ. κρύο, οι καιροί είναι πονηροί/οι μέρες είναι πονηρές βλ. πονηρός, οι καιροί ου μενετοί βλ. μενετός, σκοτώνω την ώρα/τον καιρό μου βλ. σκοτώνω, τον κακό σου τον καιρό/τον φλάρο! βλ. φλάρος, χάνω τον καιρό μου/το(ν) χρόνο μου/την ώρα μου βλ. χάνω, χρόνια/καιρούς και ζαμάνια βλ. ζαμάνια [< 1: μεσν. καιρός 2-4: αρχ. ~, μτγν. ~]

κακό

κακό κα-κό ουσ. (ουδ.) ΑΝΤ. καλό 1. (προφ.) συμφορά, δυστυχία: κοινωνικά ~ά (= δεινά). Ο πόλεμος είναι μεγάλο/τρομερό ~. Τι ~ κι αυτό! Μια λάθος κίνηση και το ~ δεν αργεί να συμβεί! Το ένα ~ φέρνει το άλλο. (για ατύχημα:) Πώς έγινε το ~; Θέλησε να προλάβει το ~. Μην εύχεσαι το ~ του! Πολλά ~ά τον χτύπησαν τελευταία.|| Έγινε μεγάλο ~ (πβ. βαβούρα, σαματάς, φασαρία). 2. (προφ.) αρνητικό στοιχείο, μειονέκτημα: Έχει ένα ~· με διακόπτει συνέχεια, όταν μιλάω. Κάθε εποχή έχει και τα ~ά της.|| Πού είναι/το βλέπεις το ~; Μια χαρά μου φαίνεται το ντύσιμό του! Τι το ~ βρίσκεις, δηλαδή; 3. οτιδήποτε αντιτίθεται στον κώδικα ηθικής και στους θρησκευτικούς κανόνες· το βλαβερό και επιζήμιο για τον άνθρωπο: (ΦΙΛΟΣ.) η ύπαρξη του ~ού.|| (ΘΕΟΛ.) Οι δυνάμεις/το πνεύμα του ~ού (βλ. διάβολος). Λύτρωση από το ~. Βλ. το δέντρο της γνώσης.|| Παντού βλέπει το ~ (: είναι καχύποπτος). Είναι ~ να βασανίζεις τα ζώα.|| Είπε κάτι ~ για μένα. Πβ. κακία. ● ΣΥΜΠΛ.: οικεία κακά (λόγ.): παθήματα του παρελθόντος: Μη μας θυμίζεις ~ ~!, αναγκαίο κακό βλ. αναγκαίος ● ΦΡ.: ... και κακό! (προφ.-επιτατ.): για κάτι που συμβαίνει ή υπάρχει σε μεγάλο βαθμό και προκαλεί αναστάτωση: Γέλια/κόσμος/φωνές ~ ~! Τι φασαρία ~ ~ είν' αυτή;, απ' το κακό στο χειρότερο: για συνεχή επιδείνωση μιας κατάστασης: Τα πράγματα βαίνουν/εξελίσσονται/οδηγούνται/πάνε ~ ~., βάζω κακό με το μυαλό/τον νου μου (προφ.): έχω κακό προαίσθημα, φοβάμαι ότι κάτι δυσάρεστο έχει συμβεί: Μη ~εις ~ ~ σου!|| Μην βάζεις στο μυαλό σου συνέχεια το κακό!, η αρχή του κακού: το πρώτο από μία σειρά δυσάρεστων συμβάντων: ~ ~ έγινε με τη διακοπή των διαπραγματεύσεων. Οι πλημμύρες δεν ήταν παρά ~ ~., η πηγή/η ρίζα του κακού: η αιτία μιας αρνητικής κατάστασης: Προσπαθεί να εντοπίσει την ~ ~. ~ ~ πρέπει ν' αναζητηθεί αλλού. Αυτός έχει την ευθύνη, είναι ~ ~/η πηγή όλων των κακών. Βλ. σημείο μηδέν., κακό να σου 'ρθει/να σ' εύρει!: ως κατάρα., κακό που με βρήκε/έπαθα! (προφ.): ως αναφώνηση για κάτι πολύ άσχημο που έτυχε σε κάποιον: Τι ~ είν' αυτό που μας βρήκε/που πάθαμε! Βρε, ~ ~ (τώρα)!, κακό του κεφαλιού μου/σου/του (προφ.): επικριτικό σχόλιο ή προειδοποίηση για απερίσκεπτη πράξη που είχε ή θα έχει αρνητικά αποτελέσματα: Επιμένεις; Ε, τότε ~ ~ σου! ~ ~ του που πήγε και ..., κάνω κακό: βλάπτω: Ξεχνάς το ~ που σου 'κανε;|| Άσ' τον! Κακό στον εαυτό του κάνει!|| Το στρες ~ει ~ στην καρδιά. Δεν θα σου ~ει ~ μια ασπιρίνη!|| (ειρων.) Δεν σου έκανε ~ που ζορίστηκες λίγο!|| Το χαλάζι έκανε μεγάλο ~ (: προκάλεσε πολλές καταστροφές) στις σοδειές., κιτρίνισε/πρασίνισε απ' το κακό/τη ζήλια του & έγινε κίτρινος/πράσινος απ' το κακό/τη ζήλια του (προφ.): ζήλεψε πάρα πολύ., με το κακό/με το άγριο (προφ.): με απότομο τρόπο: Μην τον πάρεις ~ ~ και φοβηθεί! ΑΝΤ. με το καλό/μαλακό, μικρό/λίγο το κακό! (προφ.): για να δηλωθεί ότι η ζημιά είναι αμελητέα· δεν πειράζει: Μη στενοχωριέσαι, ~ ~!, μου βγήκε σε κακό (προφ.): για κάτι που είχε (ή έχει) δυσάρεστες συνέπειες: Καλύτερα να μην πήγαινα· ~ ~! Θα σου βγει σε ~ που δεν προσέχεις!|| (ως κατάρα) Σε κακό να σου βγει! ΑΝΤ. μου βγήκε σε καλό, παράγινε/έχει παραγίνει το κακό & (σπάν.) απόγινε το κακό (προφ.): η κατάσταση έχει φτάσει στο απροχώρητο: ~ ~ με σένα/με την κίνηση!, πηγαίνει το μυαλό/ο νους μου στο κακό: ανησυχώ, φοβάμαι ότι κάτι κακό θα συμβεί: Μην πάει ο νους σου ~!, σκάω/αφρίζω/λυσσάω απ' το κακό μου (προφ.): ζηλεύω πάρα πολύ: Έσκασε/άφρισε/λύσσαξε ~ της, όταν το έμαθε., το κακό έγινε: για ανεπανόρθωτο γεγονός: Δεν έχει νόημα να το συζητάμε, τώρα ~ ~, δυστυχώς! Πβ. ό,τι έγινε έγινε., το κακό είναι ... (προφ.): για να επισημάνουμε κάτι αρνητικό: ~ ~ πως δεν ξέρω τον δρόμο. Το ~ (μαζί) του είναι πως είναι εγωιστής. Το ~ με τους ανθρώπους είναι ότι … ΑΝΤ. το καλό είναι ότι ..., άνθη/άνθος του κακού βλ. άνθος, βγάζει αφρούς (από το στόμα/από το κακό του) βλ. αφρός, για καλό και για κακό βλ. καλό, για καλό/για κακό βλ. καλό, εκ/μεταξύ δύο κακών το μη χείρον βέλτιστον βλ. βέλτιστος, ενός κακού μύρια έπονται βλ. έπομαι, θέλω το καλό/το κακό κάποιου βλ. θέλω, Ιησούς Χριστός νικά (κι όλα τα κακά σκορπά)! βλ. Ιησούς, ουδέν κακόν αμιγές καλού βλ. αμιγής, πολύ κακό για το τίποτα βλ. τίποτα, πράσινος από τη ζήλια/από το κακό του βλ. πράσινος, τα τρία κακά της μοίρας του βλ. τρεις, τρεις, τρία, το έχω σε καλό/σε κακό να ... βλ. έχω, τρίτωσε το κακό βλ. τριτώνει [< αρχ. τὸ κακὸν]

κακώς

κακώς [κακῶς] κα-κώς επίρρ. {υπερθ. κάκιστα (λογιότ.) χείριστα} (λόγ.): για κάτι που δεν έπρεπε να έχει γίνει· εσφαλμένα: ~ τους επιτράπηκε η είσοδος. ~ που δεν μας υπολόγισαν.|| Πολλοί νόμοι εφαρμόζονται ~. Πβ. λανθασμένα. Βλ. κακά. ΑΝΤ. καλώς (1), ορθά, σωστά ● ΦΡ.: κακώς, κάκιστα! (επιτατ.) : ~ ~ που δεν με ρώτησες!, καλώς ή κακώς βλ. καλώς, ο καλώς/κακώς εννοούμενος βλ. εννοούμενος, τα κακώς κείμενα/έχοντα βλ. κείμενος [< αρχ. κακῶς]

καλά

καλά κα-λά επίρρ. 1. ικανοποιητικά, σωστά: ~ διαβασμένος/οργανωμένος/πληροφορημένος (πβ. επαρκώς. ΑΝΤ. ελλιπώς). Κοιμήθηκα ~. Παίζουνε/συνεργάζονται ~. Κάνει ~ τη δουλειά του. Έπαιξε ~ τον ρόλο της. Δεν το είπε ~ το ανέκδοτο. ~ (του) τα 'πες (πβ. εύστοχα)! Μακριά δεν βλέπω ~. Δεν κατάλαβα ~ τι εννοούσε. ΑΝΤ. κακά.|| (εμφατ.) Κοίτα ~, δεν το βλέπεις; Άκου ~ τι θα σου πω! Κλείσε ~ (= εντελώς, τελείως) το παράθυρο. Ανακινήστε το μπουκάλι ~. Κρατήσου/πιάσου ~, μην πέσεις! Να το δέσεις ~ (= γερά, σφιχτά). Γράψε ~ τ' όνομά σου, χωρίς λάθη! Καθάρισε το δωμάτιό σου ~ (= σχολαστικά, προσεκτικά, ΑΝΤ. βιαστικά).|| Θυμάμαι ~ (: με βεβαιότητα) πως το είχα αφήσει εδώ.|| Του αρέσει να ντύνεται ~ (: είναι καλοντυμένος· πβ. επίσημα, κομψά, όμορφα. ΑΝΤ. πρόχειρα). Ήταν πάντα ~ χτενισμένη (= καλοχτενισμένη). Δεν είσαι ~ (= κατάλληλα) ντυμένος για την περίσταση. Ντύσου ~ (= ζεστά)! Δεν μιλάς ~ (= ευπρεπώς, κόσμια). 2. σε καλή σωματική ή ψυχική κατάσταση: - Τι κάνεις; - ~, ευχαριστώ. Αισθάνομαι/νιώθω ~ (ΑΝΤ. άσχημα). Δεν είμαι καθόλου ~. Φαίνεσαι ~/καλύτερα από χθες. Ο γιατρός τον έκανε ~. Εύχομαι να γίνεις σύντομα ~ (: να αναρρώσεις). 3. ευχάριστα, άνετα ή ευνοϊκά: ~ να περάσετε (πβ. όμορφα, ωραία)! Με δύο μισθούς ζούμε πολύ ~. Εδώ που ήρθα είναι πιο ~, μου αρέσει! ΑΝΤ. δυσάρεστα.|| Μεταχειρίζομαι κάποιον ~. Μου φέρθηκαν πολύ ~, τους είμαι ευγνώμων. ΑΝΤ. άσχημα 4. για δήλωση συμφωνίας, συγκατάβασης· εντάξει: -Θα πας εσύ αντί για μένα; -~! ~, εσύ ό,τι πεις! Πβ. σύμφωνοι, έχει καλώς.|| Ε, ~, τι να γίνει ... 5. (προφ.-εμφατ.) στην αρχή πρότασης για δήλωση έκπληξης, δυσαρέσκειας, αγανάκτησης: ~, πλάκα μου κάνεις/σοβαρολογείς; ~, εσύ δεν έλεγες πως δεν θα ερχόσουν; ~ εγώ σου μιλάω σοβαρά κι εσύ γελάς! ~, ε, φοβερή ταινία! Μα, ~, καθόλου δεν σου κόβει; ~, το αγόρασες χωρίς να το δοκιμάσεις; ● ΦΡ.: (τα) περνάω καλά/άσχημα (προφ.): ο χρόνος κυλά ευχάριστα/δυσάρεστα, (δεν) διασκεδάζω: - Πώς τα περνάς; - Πολύ καλά! Πέρασες καλά στις διακοπές; Δεν τα πέρασα κι άσχημα., α, καλά! (προφ.-ειρων.): για έκφραση αποδοκιμασίας: - Με απέλυσαν χωρίς να μου δώσουν αποζημίωση. - ~ ~! έχουμε ξεφύγει εντελώς!, αρχίζω κάτι καλά: κάνω καλή, επιτυχημένη αρχή: Καλά αρχίσαμε, να δούμε πώς θα συνεχίσουμε., για τα καλά (προφ.-επιτατ.): πάρα πολύ, εντελώς: Έβρεξε/καλοκαίριασε/νύχτωσε/χειμώνιασε/χιόνισε ~ ~. Κοιμήθηκε/νευρίασε/την πάτησε/του τα 'ψαλα ~ ~., δεν (μας) τα λες καλά (προφ.): αμφισβήτηση των λεγομένων κάποιου λόγω ασαφειών, ανακριβειών, υπερβολών: Δεν τα λες καλά, εγώ θα σας πω τι έγινε!|| (ειρων.) Μέσα σε μισή ώρα πήγες κι ήρθες κι έκανες και τη δουλειά; Δεν μας τα λες καλά, φιλαράκο!, είμαι καλά με κάποιον (προφ.): για επιτυχημένη ερωτική σχέση: Είμαστε πολύ ~ μαζί τελευταία (= τα πηγαίνουμε καλά)., και καλά (προφ.-ειρων.): για αμφισβήτηση των λεγομένων τρίτου, δήθεν: Ήρθε ~ ~ να μου ζητήσει συγγνώμη. ΣΥΝ. τάχα (1), καλά δεν τα λέω; (προφ.): ρητορική ερώτηση, για επιβεβαίωση των λεγομένων: Όταν υπόσχεσαι κάτι, πρέπει να κρατάς τον λόγο σου. ~ ~;, καλά θα κάνεις να ... (προφ.): για επίπληξη, υπόδειξη σωστής συμπεριφοράς· πρέπει: ~ ~ προσέχεις τα λόγια σου!|| Θα έκανες καλά να μην αργούσες άλλη φορά!, καλά καλά (εμφατ.): πολύ καλά: Πλύνε τα χέρια σου ~ ~. Με κοίταξε ~ ~. Πβ. προσεκτικά., καλά καλά δεν/προτού καλά καλά ...: (στην αρχή πρότασης) για κάτι που γίνεται αμέσως ή πολύ νωρίς· μόλις: ~ ~ δεν είχε ξημερώσει, όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Με χαστούκισε προτού ~ ~ πω τίποτε., καλά κάνω! (προφ.): απότομη, αγενής και αποστομωτική απάντηση σε παρατήρηση, μομφή κάποιου: - Συνεχώς καθυστερείς! - ~ ~, κοίτα τη δουλειά σου!, καλά να (τα) πάθεις! (προφ.): (συχνά με χαιρεκακία) για κάποιον που υφίσταται τις συνέπειες των πράξεών του: ~ ~, να σου γίνει μάθημα! ~ να πάθω που δανείζω σε ξένους... Πβ. ας πρόσεχες!, καλά σου έκανε! (προφ.): σου άξιζε αυτή η συμπεριφορά: ~ ~, να μάθεις να βρίζεις άλλη φορά! ~ ~, το είχες παρακάνει. ~ του έκανες, του μασκαρά!, καλά σου! (νηπιακή γλ.): για εκδήλωση παραπόνου: Δεν με παίζεις; ~ ~ κι εγώ δεν σου ξαναμιλάω!, καλά το κατάλαβα/το σκέφτηκα/το φαντάστηκα! (προφ.): για επιβεβαίωση σκέψης, πρόβλεψης: ~ ~ ότι θα σε βρω εδώ! Καλά το(ν) κατάλαβα εγώ ότι έλεγε ψέματα., καλά/καλό θα 'τανε: (+ να) για έκφραση επιθυμίας ή προτροπής: ~ ~ να πηγαίναμε μαζί τους, τι λες; ~ ~ να είμαστε πλούσιοι αλλά δεν είμαστε (πβ. μακάρι).|| - Να του τηλεφωνήσω; - ~ ~., καλάαα ... (προφ.): ως προειδοποίηση για ανταπόδοση κακής συμπεριφοράς: Δεν μας μιλάς, ε; ~..., κάνω (κάποιον) καλά (προφ.): καταφέρνω να επιβληθώ σε κάποιον ή να χειριστώ μια κατάσταση: Πείσε τον εσύ, εγώ δεν τον ~ ~. Έλα κάνε ~ (= ανάλαβε) τον γιο σου! Πβ. κάνω κάποιον ζάφτι., κάτι δεν πάει καλά (προφ.): για να εκφραστεί προβληματισμός σχετικά με κάποια κατάσταση: ~ ~ μαζί του/μ' αυτόν/με την υπόθεση. Κάτι δεν μου ~ ~ σ' αυτή την ιστορία (= κάτι μου βρομάει· πβ. κάποιο λάκκο έχει η φάβα)., να 'μαστε καλά/να μας έχει ο Θεός καλά να ... (ευχετ.): μακάρι να είμαστε γεροί για να ξανακάνουμε κάτι: ~ ~ να ξαναπάμε και του χρόνου!, να 'σαι καλά (ευχετ.): αντί για "ευχαριστώ" ή "παρακαλώ": ~ ~ που με θυμήθηκες!|| -Σ' ευχαριστώ για τη βοήθειά σου! -~ ~!, ναι, καλά! & ναι, σιγά! (ειρων.): για αμφισβήτηση των λεγομένων κάποιου: -Θα έρθει! -~ ~!, όλα καλά (προφ.): σε ερώτηση ή απάντηση σχετικά με την κατάσταση κάποιου: -~ ~; -Μια χαρά! -Πώς πάει; - ~ ~ (κι ωραία)!, τα έχω καλά με κάποιον (προφ.): έχω καλές σχέσεις: Φρόντισε να τα ~εις ~ μαζί του/με τους συναδέλφους σου! Πβ. (τα) πάω/πηγαίνω καλά., τι καλά/τι ωραία! (προφ.): για να δηλωθεί ενθουσιασμός: Θα πάμε εκδρομή, ~ ~!, το πήρε καλά: αντέδρασε ήπια σε ένα δυσάρεστο νέο, το δέχτηκε ομαλά, δεν θίχτηκε: Ευτυχώς πήρε ~ την πλάκα που του κάναμε! Δεν περίμενα να το πάρει τόσο καλά! ΑΝΤ. το πήρε άσχημα, (για) πρόσεξε/κοίταξε καλά! βλ. προσέχω, (θέλει) σώνει και καλά/ντε και καλά βλ. σώνω, (ο χορός) καλά κρατεί βλ. κρατώ, αν θυμάμαι καλά, ... βλ. θυμάμαι, ας τα λέμε καλά βλ. λέω, βαστιέται/κρατιέται καλά βλ. βαστώ, για θυμήσου καλά! βλ. θυμάμαι, δεν με/σε/τον βλέπω καλά βλ. βλέπω, έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα βλ. ζω1, θα φας καλά! βλ. τρώω, καλά και άγια βλ. άγιος, καλά μου (τα) έλεγες/τα 'λεγες βλ. λέω, καλά/όπως/σωστά (τα) λες/λέτε βλ. λέω, κάνω καλά/άσχημα βλ. κάνω, κάτσε καλά! βλ. κάθομαι, με βλέπεις καλά/με βλέπεις που σε βλέπω; βλ. βλέπω, μίλα καλά! βλ. μιλώ, μιλάω καλά για κάποιον βλ. μιλώ, πάει καλά βλ. πηγαίνω & πάω, πας/είσαι καλά; βλ. πηγαίνω & πάω, πατώ/στέκομαι γερά/καλά (στα πόδια μου) βλ. πατώ, σκέψου καλά βλ. σκέφτομαι, την έχω καλά/άσχημα βλ. έχω, τι καλά, ... καλάθια! βλ. καλάθι, το μιλάει καλά το ... βλ. μιλώ ● βλ. καλός, καλώς [< αρχ. καλῶς, μεσν. καλά]

κάλλιο

κάλλιο κάλ-λιο επίρρ. (λαϊκό) & (λαϊκότ.) κάλλια, καλλιά: καλύτερα: ~ (= προτιμότερο) να μη σε γνώριζα! ● ΦΡ.: κάλλιο αργά παρά ποτέ (παροιμ.): καλύτερα να συμβεί κάτι επιθυμητό έστω και καθυστερημένα, παρά να μη συμβεί ποτέ., κάλλιο πέντε και στο χέρι παρά δέκα και καρτέρει (παροιμ.): τα λιγότερα μα εξασφαλισμένα κέρδη είναι προτιμότερα από τα περισσότερα αλλά αβέβαια: Μικρή η αύξηση που πήραμε, αλλά ~ ~!, κάλλιο γαϊδουρόδενε, παρά γαϊδουρογύρευε βλ. γαϊδουροδένω, κάλλιο/καλύτερα πρώτος στο χωριό, παρά δεύτερος στην πόλη βλ. χωριό, καλύτερα/κάλλιο να σου βγει το μάτι παρά το όνομα βλ. μάτι [< μεσν. κάλλιο < αρχ. κάλλιον]

κάλλος

κάλλος κάλ-λος ουσ. (ουδ.) {κάλλ-ους | -η} (λόγ.): ομορφιά: ανδρικό/απαράμιλλο/γυναικείο/πνευματικό/σωματικό/ψυχικό (πβ. αρετή) ~. Το ~ της φύσης (= φυσικό ~). Περιοχές/τοπία ιδιαίτερου ~ους. Πβ. ωραιότητα. Βλ. φιλοκαλία. ΣΥΝ. καλλονή (2) ΑΝΤ. ασχήμια (1) ● κάλλη (τα): σωματική ομορφιά, θέλγητρα: ασύγκριτα/πλούσια ~. Σαγηνεύει με τα ~ της. Επιδείκνυαν τα ~ τους στην παραλία. Γοητεύτηκε/θαμπώθηκε/μαγεύτηκε από τα ~ της. ● ΦΡ.: απείρου κάλλους 1. (ειρων.) για κωμικοτραγική κατάσταση: Διαδραματίστηκαν/εκτυλίχτηκαν σκηνές ~ ~. 2. απίστευτης ομορφιάς: ακρογιαλιές ~ ~. Βλ. απειρόκαλος., μπρος στα κάλλη τι είν'/'ν' ο πόνος (παροιμ.): για να δηλωθεί ότι ο πόνος και οι ταλαιπωρίες δεν πτοούν κάποιον που θέλει να βελτιώσει την εξωτερική του εμφάνιση., τα πάχη μου τα κάλλη μου! βλ. πάχος [< αρχ. κάλλος]

καλό

καλό κα-λό ουσ. (ουδ.) ΑΝΤ. κακό 1. οτιδήποτε ωφέλιμο, συμφέρον, ευχάριστο, αξιόλογο: Η Πολιτεία μεριμνά για το γενικό/κοινό ~/το ~ όλων. Ελπίζω από όλη αυτή την ιστορία να βγει κάτι ~. Έκανε πολλά ~ά για τον τόπο (= αγαθοεργίες, ευεργεσίες).|| Τι ~ (= νόστιμο) θα φάμε σήμερα; 2. {συνήθ. στον πληθ.} πλεονέκτημα: τα ~ά (= οφέλη) της γυμναστικής. Το μωρό έχει το ~ ότι δεν κλαίει. Πήρε όλα τα ~ά (= προτερήματα) των γονιών του. Έχει και ο χειμώνας τα ~ά του.|| (ευφημ. για κάτι δυσάρεστο:) Μην αρχίζεις τα ~ά (= τις κακές συνήθειες) της μητέρας σου! 3. ΦΙΛΟΣ. το αγαθό, η αρετή, η ηθικότητα· (στην αρχ. ελλην. φιλοσ.) το ωραίο: οι δυνάμεις του ~ού (: προσωποποιημένου). Ταγμένος στην υπηρεσία του ~ού. Πβ. αρετή, ηθικότητα.καλά (τα) 1. αγαθά, συνήθ. υλικά: Στο σπίτι τους έχουν όλα τα ~. Τι ~ μας φέρατε; 2. (+ γεν. προσ. αντων.) ρούχα κατάλληλα για επίσημες εκδηλώσεις, περιστάσεις: Βάζω/φοράω τα ~ μου. Πβ. γιορτινά. ΑΝΤ. καθημερινά (τα) ● ΦΡ.: (έτσι) για το καλό: για καλή τύχη: Βάψαμε λίγα αβγά ~ ~.|| Βασιλόπιτα/ευχές/ποδαρικό ~ ~ του χρόνου. Την πρωτοχρονιά ήπιαμε λίγη σαμπάνια ~ ~ του χρόνου., (μπα) σε καλό μου/σου/του (προφ.): για έκφρ. απορίας, έκπληξης, αγανάκτησης: ~ μου τι έπαθα/τι μ' έπιασε; Σε ~ σου, τι κάνεις εκεί; Μπα ~ σας, τι θέλετε πρωί πρωί; ~ μας, πολύ γελάσαμε (πβ. σε καλό να μας βγει)!, για καλό και για κακό (προφ.): για κάθε ενδεχόμενο, σε κάθε περίπτωση: Πάρε και μια ζακέτα ~ ~· μπορεί να κάνει κρύο. ΣΥΝ. καλού κακού, για καλό/για κακό: με καλή/κακή πρόθεση: Μην παρεξηγείσαι! Για καλό το είπα ... Δεν το είπα για κακό., για το καλό μου/σου/του: για το συμφέρον κάποιου: ~ ~ της χώρας. Εγώ το λέω ~ ~ σου, αν θες μ' ακούς!, δεν είμαι στα καλά μου (προφ.): δεν έχω καλή διάθεση, ψυχολογία: Δεν έρχομαι· ~ ~ σήμερα!, δεν χρωστάω καλό (προφ.): δεν οφείλω χάρη, ευγνωμοσύνη: ~ ~ σε κανένα!, είσαι με τα/στα καλά/σωστά σου; (προφ.): ως έκφραση έκπληξης, δυσαρέσκειας ή για επίπληξη κάποιου που δεν σκέφτεται, δεν ενεργεί λογικά: Μα, ~ ~ (= είσαι/πας καλά); Είστε ~ ~ σας ή σας χτύπησε η ζέστη; Γι' αυτό με ξύπνησες νυχτιάτικα; Δεν είσαι ~ ~, μου φαίνεται! Βλ. συγκαλά., κάνει καλό: ωφελεί: Το γέλιο ~ ~! Πιες το, θα σου ~ ~! Τα πολλά γλυκά δεν κάνουν ~ στην υγεία (= τη βλάπτουν)!, λέω καλό για κάποιον (συνήθ. με άρνηση, ειρων.): λέω καλά λόγια, τον επαινώ: Εσύ μην πεις ~ για κανέναν, θα πάθεις τίποτα!, με το καλό (προφ.): ως ευχή: Πότε ~ ~ γεννάει/παντρεύεστε; Άντε, ~ ~ να τους δεχτείς! -Πότε έρχεται ο γιος σου; -Αύριο, ~ ~!, με το καλό/μαλακό (προφ.): με ήρεμο, ήπιο τρόπο: ~ ~ ή με το άγριο, θα πάρω τα χρήματά μου πίσω. Σιγά και με το μαλακό, μην τον τρομάξεις! Τον πήρε/έπιασε ~ ~, για να τον πείσει. ΑΝΤ. με το κακό/με το άγριο, μου βγήκε σε καλό (προφ.): για κάτι που είχε θετικές συνέπειες· με ωφέλησε: Επέμεινε και, τελικά, του ~ ~. Εύχομαι να σου βγει ~. ΑΝΤ. μου βγήκε σε κακό, ο εχθρός του καλού είναι το καλύτερο & το τέλειο/καλύτερο είναι ο εχθρός του καλού: είναι απαραίτητη η συνεχής βελτίωση., σε καλό να μας βγει & σε καλό μας! (προφ.): ως αποτροπή του κακού που θεωρείται ότι ακολουθεί μετά από μεγάλη ευθυμία και χαρά: ~ ~ τόσο γέλιο! Πβ. (μπα) σε καλό μου/σου/του., στο καλό (προφ.) 1. ως ευχή σε κάποιον που φεύγει: Καλό ταξίδι! ~ ~ (να πας)!|| (συχνά ειρων.) ~ ~ και με τη νίκη! ~ ~ και να μας γράφεις (: αδιαφορία για την αποχώρηση κάποιου)! 2. (ευφημ.) ως έκφραση δυσαρέσκειας, αγανάκτησης: Άντε/άι/α ~ ~ και συ (βλ. άι/α/άντε στο διά(β)ολο/διάλο, άι στο διάτανο)!|| (απειλητ.) Πήγαινε/σύρε/τράβα ~ ~ (= φύγε), γιατί θα 'χουμε κακά ξεμπερδέματα!|| Άστον να πάει ~ ~ (= να φύγει), αρκετά μας ταλαιπώρησε! ~ ~, μου χάλασες τη διάθεση! Άι ~ ~, πάλι χάλασε! 3. (σε ερωτήσεις) για δήλωση απορίας, έκπληξης, αγανάκτησης: Πού ~ ~ ήσουν; Τι ~ ~ θέλεις; Μα τι ~ ~ συμβαίνει; Πώς ~ ~ θα πάμε χωρίς αμάξι; Πβ. στο διάτανο., το καλό είναι ότι ...: για να επισημανθεί η θετική και ευχάριστη πτυχή μιας γενικά δυσάρεστης ή ατυχούς εξέλιξης: ~ (στην ιστορία) είναι ότι τουλάχιστον προλάβαμε. Πβ. τυχερός (μέσα) στην ατυχία του. ΑΝΤ. το κακό είναι ..., το καλό να λέγεται (προφ.): οφείλω να παραδεχτώ ότι (κάτι) είναι καλό: Δεν μου αρέσουν τα φαγητά της, αλλά το συγκεκριμένο είναι υπέροχο! Α, ~ ~!, το καλό που σου θέλω (προφ.): ως απειλή, προειδοποίηση ή συμβουλή: ~ ~, φύγε από μπροστά μου!|| ~ ~, μην πιστεύεις αυτά που λέει!|| ~ ~, κόψε το τσιγάρο!, θέλω το καλό/το κακό κάποιου βλ. θέλω, κάνε παιδιά να δεις καλό/χαΐρι βλ. παιδί, κάνε το καλό και ρίξ' το στο γιαλό βλ. γιαλός, ο καλός καλό δεν έχει βλ. καλός, ουδέν κακόν αμιγές καλού βλ. αμιγής, τα καλά και συμφέροντα βλ. συμφέρον, το έχω σε καλό/σε κακό να ... βλ. έχω ● βλ. καλός [< μεσν. καλό(ν)]

καλογερεύω

καλογερεύω κα-λο-γε-ρεύ-ω ρ. (ατμβ.) {καλογέρεψε} ΣΥΝ. μονάζω 1. γίνομαι καλόγερος. 2. (μτφ.) ζω απομονωμένος· μένω ανύπαντρος. ● ΦΡ.: ή μικρός μικρός παντρέψου ή μικρός καλογερέψου (παροιμ.): ως προτροπή σε κάποιον να παντρευτεί νέος ή γενικότ. να πάρει κρίσιμες για τη ζωή του αποφάσεις, πριν να είναι πολύ αργά., όταν γεράσει ο διά(β)ολος, καλογερεύει βλ. διάβολος [< μεσν. καλογερεύω]

καλύτερος

καλύτερος, η, ο κα-λύ-τε-ρος επίθ. 1. (συγκρ.) πιο καλός: ελπίδα για έναν ~ο κόσμο. Έρχονται ~ες μέρες.|| Ήταν ~ και δίκαια νίκησε. Είσαι πολύ ~ός (= ανώτερός) του. ΑΝΤ. χειρότερος (1) 2. (υπερθ., συνήθ. με άρθρο) ο πιο καλός: βραβείο ~ης ταινίας. Ψηφίστηκε ως ο ~ ηθοποιός.|| H ~η (δυνατή) επιλογή/λύση (= η πιο ενδεδειγμένη· πβ. κάλλιστος). Προϊόντα στις ~ες τιμές (= στις πιο συμφέρουσες)!|| Ο ~ός μου φίλος (= o πιο αγαπημένος). Είσαι ο ~ άνθρωπος του κόσμου! Τα φετινά ήταν τα ~α γενέθλια της ζωής μου (= τα ομορφότερα, τα πιο ευτυχισμένα).|| (ως ουσ.) Ας κερδίσει ο ~! Θα προσπαθήσουμε για το ~ο! Βγήκε πρώτος ανάμεσα στους ~ους. Εύχομαι τα ~α (= τα βέλτιστα). ● ΦΡ.: ό,τι καλύτερο: το πιο καλό: Θέλουν ~ ~ για τα παιδιά τους. Έκανα ~ ~ μπορούσα! Είσαι ~ ~ έχω γνωρίσει/μου έχει συμβεί! Το να μείνεις χωρίς δουλειά σίγουρα δεν είναι κ(α)ι ~ ~.|| (ως ευχή:) Εύχομαι ~ ~ (= όλα τα καλά) σε σένα και την οικογένειά σου! ΑΝΤ. ό,τι χειρότερο, προς το καλύτερο: για να δηλωθεί σταδιακή βελτίωση: Η κατάσταση της υγείας του πάει ~ ~ (= βελτιώνεται, καλυτερεύει). Τα πράγματα αλλάζουν/εξελίσσονται ~ ~., τα καλύτερα έρχονται! & τα καλύτερα είναι μπροστά: (ως ενθάρρυνση) η κατάσταση θα βελτιωθεί: Μην ανησυχείς, ~ ~! Yπομονή, γιατί ~ ~!, (από/καλύτερα) μακριά και αγαπημένοι βλ. μακριά, δεν λες καλά/καλύτερα (που) ... βλ. λέω, δίνω/δείχνω τον καλύτερό μου εαυτό βλ. εαυτός, η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση βλ. άμυνα, κλάσεις ανώτερος βλ. κλάση2, ο καλύτερος του χωριού βλ. χωριό, πρώτος και καλύτερος βλ. πρώτος, τόσο το καλύτερο/το χειρότερο βλ. τόσο [< μεσν. καλύτερος]

καράβι

καράβι κα-ρά-βι ουσ. (ουδ.) {καραβ-ιού | -ιών} (προφ.): ΝΑΥΤ. πλοίο: εμπορικό/ιστιοφόρο/πειρατικό/πολεμικό ~. Το ~ της γραμμής. Το αμπάρι/το κατάρτι/το κατάστρωμα/η κουπαστή/ο κυβερνήτης (= καπετάνιος)/τα πανιά/το πλήρωμα/η πλώρη/η πρύμνη του ~ιού. Αράζει/βούλιαξε/έρχεται/ναυάγησε/ρίχνει άγκυρα/σαλπάρει/φεύγει το ~. Ταξιδεύω με ~. Έχει ~ια (= είναι εφοπλιστής). Δουλεύει/εργάζεται στα ~ια (= είναι ναυτικός). Έφυγε/πήγε στα ~ια (= μπάρκαρε). (προφ.) Τι ώρα έχει ~ για ...; Πβ. βαπόρι, ναυς. Βλ. βάρκα, σαπιοκάραβο.|| (μτφ., για χώρα:) Ακυβέρνητο ~.|| (ομοίωμα ~ιού:) Ξύλινο/χάρτινο ~. (ΛΑΟΓΡ.) Στολισμός ~ιού (: τα Χριστούγεννα). ● Υποκ.: καραβάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: αργοκίνητο καράβι (προφ.-ειρων.): (για πρόσ.) αργόστροφος, νωθρός· (για μηχάνημα ή σύστημα) αργός. Πβ. τα ζώα μου αργά. ● ΦΡ.: βούλιαξαν/έπεσαν έξω τα καράβια (κάποιου) (προφ.-ειρων.): για πρόσωπο κακόκεφο και σκυθρωπό, χωρίς προφανή αιτία: Τι έπαθες και δεν μιλάς; Σου ~ ~;, εδώ καράβια χάνονται/πνίγονται, βαρκούλες αρμενίζουν (παροιμ.): στην περίπτωση που κάποιος ασχολείται με ασήμαντες υποθέσεις, ενώ εκκρεμούν άλλες πολύ πιο σοβαρές. ΣΥΝ. εδώ ο κόσμος καίγεται/χάνεται και η γριά/το μουνί χτενίζεται, μεγάλα καράβια, μεγάλες φουρτούνες (παροιμ.): όσο πιο σημαντικές υποθέσεις αναλαμβάνει κάποιος, τόσο μεγαλύτερες είναι οι ευθύνες του., οι πολλοί καπεταναίοι ρίχνουν έξω το καράβι (παροιμ.): όταν ανακατεύονται πολλά άτομα σε μια υπόθεση, συνήθ. δεν επιτυγχάνεται το επιθυμητό αποτέλεσμα. ΣΥΝ. όπου λαλούν πολλοί κοκόροι/πολλά κοκόρια, αργεί να ξημερώσει, πολλές μαμές, στραβό το παιδί, το νινί/το μουνί σέρνει καράβι: για τη δύναμη της γυναίκας να ασκεί επίδραση στον άνδρα. [< μτγν. καράβιον ‘πλοίο’, μεσν. καράβι < αρχ. κάραβος ‘αστακός ή καραβίδα’ και μεσν. ‘φελούκα’]

καρδιά

καρδιά καρ-διά ουσ. (θηλ.) 1. ΑΝΑΤ. κοίλο μυώδες κεντρικό όργανο του κυκλοφορικού συστήματος· (ειδικότ. στον άνθρωπο) βρίσκεται ανάμεσα στους πνεύμονες προς το αριστερό μέρος του θώρακα και τροφοδοτεί με αίμα όλο το σώμα: οι βαλβίδες/οι κοιλότητες (: κόλποι και κοιλίες)/ο μυς (= μυοκάρδιο)/τα τοιχώματα (: ενδο-, περι-κάρδιο) της ~ιάς. Συστολή και διαστολή της ~ιάς (: παλμός, σφυγμός). Η ~ δέχεται το αίμα που προέρχεται από τις φλέβες και το ωθεί προς τις αρτηρίες. Βλ. αορτή, διάφραγμα, μεσοθωράκιο, προκάρδιο, τριχοειδή αγγεία.|| Τεχνητή ~. Εξέταση (= καρδιογράφημα, τρίπλεξ)/μεταμόσχευση ~ιάς. Ανακοπή/συγκοπή ~ιάς. Επέμβαση στην ~ (βλ. βηματοδότης, μπαϊπάς, μπαλονάκι, στεντ, χόλτερ). Βλ. καρδιοπάθεια, στηθοσκόπιο.|| Αδύναμη/γερή ~. Έχει/υποφέρει από την ~ του. Σταμάτησε η ~ του (= πέθανε). Το στρες και το κάπνισμα κάνουν κακό στην ~. Βλ. καρδιο-. 2. (κατ' επέκτ.) σύμβολο έρωτα ή αγάπης, κατά το σχήμα του συγκεκριμένου οργάνου: κόσμημα/μαξιλαράκι/τούρτα ~. Ζωγραφίζω μια ~ με βέλος. Χάραξαν μια ~ με τα ονόματά τους στο δέντρο. Βλ. καρδιόσχημος. 3. (μτφ.) ψυχή· χαρακτήρας: τα μυστικά της ~ιάς. Από τα μύχια της ~ιάς μου. Άνθρωπος χωρίς ~ (= άκαρδος). Η ~ μου πάει να σπάσει/χοροπηδάει (: από την αγωνία, τον φόβο ή την ταραχή). Έχει αγνή/ανοιχτή/άπονη/άστατη/ευαίσθητη/ευγενική/καθαρή/καλή/πονετική/σκληρή/τρυφερή/χρυσή ~ (βλ. -καρδος). (για αγαπημένο πρόσ.) Θα του έδινα/πρόσφερα/χάριζα (και) την ~ μου!|| (για μεγάλη στενοχώρια) Αγκάθι/μαχαίρι/μαχαιριά/πόνος/χτύπημα στην ~. Καίγεται/κλαίει/σκίζεται/σπάει/σπαράζει/σφίγγεται η ~ μου (= στενοχωριέμαι πολύ) να/όταν τον βλέπω να υποφέρει! Μου πίκρανες την ~ (= με πλήγωσες πολύ).|| Τα λόγια της άγγιξαν την (ή τις χορδές της ~ιάς)/μίλησαν στην ~ μου (= με συγκίνησαν).|| Άκου την ~ σου! ΣΥΝ. συναίσθημα. ΑΝΤ. λογική.|| (για νεκρό) Θα ζει για πάντα στις ~ιές μας (= θα τον θυμόμαστε). Βλ. μυαλό. ΣΥΝ. στήθος (3) 4. (ειδικότ.-μτφ.) διάθεση, όρεξη, προθυμία· κουράγιο, υπομονή: Πάρε ό,τι θέλει/λαχταράει/ποθεί η ~ σου!|| Χρειάζεται ~ (= θάρρος, τόλμη) για να τα βγάλει πέρα. Το κάνω με την ~ μου! Με τι ~ (: ψυχική δύναμη) να ...; 5. (μτφ.) κέντρο, μέσο: Στην ~ των γεγονότων/των εξελίξεων (= στο επίκεντρο)/του καλοκαιριού (= κατακαλόκαιρο)/της νύχτας/της πόλης (πβ. πυρήνας, ομφαλός). Μείνε στην ~ (= ουσία) του ζητήματος/του θέματος/του προβλήματος.|| Η ~ του καρπουζιού/του μαρουλιού (= εντεριώνη).|| Η ~ του αντιδραστήρα (: το μέρος όπου βρίσκονται τα καύσιμα και γίνονται οι αντιδράσεις σχάσης). ● Υποκ.: καρδούλα (η) [< μεσν. καρδούλα] ● ΣΥΜΠΛ.: αθλητική καρδιά βλ. αθλητικός, εγχείρηση ανοιχτής/ανοικτής καρδιάς βλ. εγχείρηση, μεγάλη καρδιά βλ. μεγάλος ● ΦΡ.: από καρδιάς & (λόγ.) από/εκ καρδίας: ειλικρινά, ολόψυχα: Συγχαρητήρια ~ ~! (Σας) ευχαριστώ (θερμά) ~ ~! Εύχομαι/θα ήθελα ~ ~ να ...|| Εξομολόγηση/συνέντευξη ~ ~ (= ειλικρινής). ΣΥΝ. από τα βάθη της καρδιάς/της ψυχής (μου), με όλη μου την ψυχή/την καρδιά, αφήνω την καρδιά μου να μιλήσει: εκφράζομαι με βάση τα πραγματικά μου αισθήματα., βάζω το χέρι/με το χέρι στην καρδιά: για να δηλωθεί απόλυτη ειλικρίνεια ή τιμιότητα., βγαίνει/πηδάει/σπαρταράει/τρέμει η καρδιά μου: ανησυχώ, αγωνιώ ή φοβάμαι πολύ: Όποτε ακούω θόρυβο τη νύχτα, τρέμει η ~ (= ψυχή) μου. Μέχρι την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων θα έχει βγει η ~ μου!, δεν μου κάνει καρδιά να ... (προφ.): δεν θέλω με τίποτα: ~ ~ την αφήσω μόνη της/φύγω. Τέτοιες μέρες δεν σου ~ ~ μείνεις σπίτι!, ελαφρά τη καρδία (λόγ.) & με ελαφριά (την) καρδιά: με επιπολαιότητα, απερισκεψία. Βλ. με βαριά καρδιά., έξω καρδιά (προφ.): (για πρόσ.) ανοιχτόκαρδος, απλόχερος, καλοσυνάτος, πρόσχαρος: Είναι (άνθρωπος/χαρακτήρας) ~ ~!, έχω (κάποιον)/έχει μπει (κάποιος) (μες) στην καρδιά μου (προφ.): του έχω ιδιαίτερη αγάπη ή συμπάθεια., η καρδιά μου χτυπάει σαν ταμπούρλο (προφ.): χτυπάει πολύ δυνατά και γρήγορα, συνήθ. από ξάφνιασμα, φόβο, αγωνία ή έντονη συγκίνηση., καίω/κατακτώ/κερδίζω/κλέβω/παίρνω την καρδιά κάποιου {συνήθ. στον αόρ.}: τον γοητεύω ερωτικά, τον κάνω να με ερωτευτεί., καλή καρδιά! (προφ.): προτροπή για αισιόδοξη, καλοπροαίρετη, φιλική διάθεση: ~ ~ (να υπάρχει) κι όλα θα φτιάξουν! Υγεία και ~ ~!, καρδιά/καρδούλα μου: ως οικεία προσφώνηση: Μη στενοχωριέσαι, ~ ~, όλα θα πάνε καλά! Τι έχεις, ~ ~, και κλαις; ~ ~ μου εσύ! ΣΥΝ. ψυχή/ψυχούλα μου!, με βαριά/κρύα/μισή καρδιά (προφ.): απρόθυμα: Ήρθε/το έκανε ~ ~. Βλ. ελαφρά τη καρδία., μου βαραίνει την καρδιά/το έχω βάρος στην καρδιά (μου) (προφ.): μου δημιουργεί αίσθημα ευθύνης, στενοχώρια ή τύψεις., πήγε/ήρθε η καρδιά μου στη θέση της (προφ.): ηρέμησα ύστερα από μεγάλη αγωνία, αναστάτωση: Μου τηλεφώνησε πως είναι καλά και ~ ~. ΑΝΤ. πήγε η ψυχή/η καρδιά μου στην Κούλουρη, τον/την πρόδωσε η καρδιά του/της: πέθανε από καρδιά., (έχει) καρδιά αγκινάρα βλ. αγκινάρα, ανοίγει η καρδιά/η ψυχή μου βλ. ανοίγω, ανοίγω την καρδιά μου/την ψυχή μου (σε κάποιον) βλ. ανοίγω, από τα βάθη της καρδιάς/της ψυχής (μου) βλ. βάθος, βρήκε/είδε ο γύφτος τη γενιά του (κι αναγάλλιασε η καρδιά του) βλ. γύφτος, γύφτισσα, γελάω με την καρδιά μου/με την ψυχή μου/μέχρι δακρύων βλ. γελώ, δεν το βαστά(ει) η καρδιά (/η ψυχή) μου/δεν μου βαστά(ει) η καρδιά (/η ψυχή) βλ. βαστώ, εκ γαρ του περισσεύματος της καρδίας (το στόμα λαλεί) βλ. περίσσευμα, έχει καρδιά μπαξέ βλ. μπαξές, καίει καρδιές βλ. καίω, κάνω πέτρα την καρδιά (μου)/κάνω την καρδιά (μου) πέτρα βλ. πέτρα, κλείνω στην καρδιά μου (κάποιον/κάτι) βλ. κλείνω, κρύα χέρια, ζεστή καρδιά βλ. χέρι, ματώνει η καρδιά μου βλ. ματώνω, μαυρίζει/μαύρισε η ψυχή μου βλ. μαυρίζω, με όλη μου την ψυχή/την καρδιά βλ. ψυχή, μου έκανε την καρδιά/μου έγινε η καρδιά περιβόλι βλ. περιβόλι, ο εκλεκτός/η εκλεκτή της καρδιάς της/του βλ. εκλεκτός, πήγε η ψυχή/η καρδιά μου στην Κούλουρη βλ. Κούλουρη, ραγίζω την καρδιά κάποιου/ραγίζει η καρδιά μου βλ. ραγίζω, το λέει η ψυχή/καρδιά/καρδούλα/περδικούλα του βλ. περδικούλα, το χέρι της καρδιάς βλ. χέρι, τραβάει η ψυχή/η καρδιά μου (κάτι) βλ. τραβώ, χαλάω τη ζαχαρένια/την καρδιά μου βλ. ζαχαρένια [< μεσν. καρδιά, γαλλ. cœur, αγγλ. heart]

καταλαβαίνω

καταλαβαίνω κα-τα-λα-βαί-νω ρ. (μτβ.) {κατάλαβα, καταλάβω, καταλαβαιν-όμαστε, καταλαβαίν-οντας} 1. γνωρίζω ή μπορώ να εξηγήσω στον εαυτό μου το νόημα, τη φύση ή την αιτία ενός πράγματος: ~ τις απόψεις σου/τη διαφορά/τη σημασία μιας λέξης. ~ ένα έργο τέχνης. Είναι δύσκολο να το καταλάβεις (: είναι δυσνόητο). Πβ. αντιλαμβάνομαι, κατανοώ.|| ~ τι μου λες. Διαβάζω, αλλά δεν ~ τίποτα (βλ. αλαμπουρνέζικα). Όπως ~εις, η κατάσταση είναι κρίσιμη. Κάνει πως δεν ~ει (πβ. κάνει την πάπια/το κορόιδο). Aν κατάλαβα καλά, ... Λάθος (πβ. παρεξηγώ)/σωστά κατάλαβες! Το κατάλαβες (= μπήκες στο νόημα, το 'πιασες); Αδύνατο να το καταλάβω! Τόσες φορές του το είπα, αλλά δεν θέλει/δεν λέει να το καταλάβει. Πβ. εννοώ. Βλ. πολυ~, ψιλο~.|| (έκφρ. θυμού:) Δεν (το) κατάλαβα το ύφος σου!|| (έκφρ. απορίας) Δεν ~ πού βρίσκει την όρεξη και/να ...|| (για πρόσ.) Δεν μπορώ να τον καταλάβω (= να τον ψυχολογήσω).|| ~εις Γερμανικά (= μιλάς); || Δεν ~ τα γράμματά σου (: δεν τα βγάζω). 2. δείχνω κατανόηση, συμμερίζομαι: ~ τις ανησυχίες/τη στάση σου. Σε ~ απόλυτα. ~ πώς αισθάνεσαι/τι περνάς! Δεν με ~εις! Πβ. συμπονώ. ΣΥΝ. νιώθω (4) 3. συνειδητοποιώ· υποψιάζομαι: Τώρα ~ γιατί ... Δεν ~ει (= παραδέχεται) το λάθος του.|| Δεν κατάλαβα ότι ήσουν εσύ (= δεν σε αναγνώρισα)! Με πλησίασε χωρίς να τον καταλάβω.|| Το είχα καταλάβει απ' την αρχή ότι κάτι μας έκρυβε. ΣΥΝ. παίρνω χαμπάρι/είδηση/πρέφα/μυρωδιά 4. (προφ., για χρονικό διάστημα) αισθάνομαι: Φέτος δεν καταλάβαμε γιορτές/διακοπές (= δεν απολαύσαμε, δεν ευχαριστηθήκαμε). Πέρασε ο καιρός/η ώρα χωρίς να το καταλάβω (: πολύ γρήγορα).καταλαβαινόμαστε (προφ.): συνεννοούμαστε: Μου φαίνεται πως δεν ~.|| Με τον σύζυγό της ~ονται (= επικοινωνούν ψυχικά). ● ΦΡ.: (από) πού/πώς το κατάλαβες; (προφ.): για να εκφραστεί απορία ή έκπληξη: ~ ~ βρε θηρίο; (Kι) εσύ ~ ~; Καλά/μα ~ ~; Ναι, εγώ ήμουν, ~ ~; Aλήθεια, εσείς ~ ~ καταλάβατε;, αφήνω (κάποιον)/δίνω (σε κάποιον) να καταλάβει (προφ.): του το κάνω αντιληπτό, του δημιουργώ συγκεκριμένη εντύπωση: Με άφησε να καταλάβω (= άφησε να εννοηθεί) ότι με συμπαθεί. Μου έδωσε να καταλάβω πως μπορώ να τον εμπιστευτώ. Να του δώσεις να καταλάβει πως δεν αστειεύεσαι., δεν καταλαβαίνω από κάτι (προφ.) ΣΥΝ. χαμπαριάζω 1. αγνοώ πλήρως ένα αντικείμενο: ~ ~ει (πολλά) από κλασική μουσική/υπολογιστές. ΣΥΝ. σκαμπάζω 2. δεν επηρεάζομαι, δεν πτοούμαι: ~ ~ει (= δεν παίρνει) από λόγια/παρακάλια.|| ~ ~ (από) ζέστη/κούραση/κρύο (= δεν καταβάλλομαι)., κατάλαβες; (προφ. δείκτης, συνήθ. στο τέλος φρ.) 1. χρησιμοποιείται για να επιβεβαιώσει την κατανόηση από τον ακροατή των λεγομένων: Μετά από αυτό δεν ήξερα τι να κάνω, ~; Mε ~ πώς το εννοώ, έτσι (= με πιάνεις, μπήκες); 2. εκφράζει αγανάκτηση ή απειλή: Άσε με ήσυχο, ~;|| Θα κάνεις ό,τι σου λέω, ~;, ό,τι καταλαβαίνεις (προφ.): ό,τι θεωρείς σωστό, πρέπον: Δώσε/κάνε/πράξε ~ ~!, τι καταλαβαίνω (που ...); (προφ.): τι κατορθώνω: Και τι κατάλαβες (= πέτυχες) τώρα που τους έκανες να τσακωθούν;, του δίνω και καταλαβαίνει (προφ.): κάνω κάτι σε υπερβολικό βαθμό: Πηγαίνει στο γυμναστήριο και του δίνει ~ (στις ασκήσεις). Είχαμε τέτοια πείνα που του δώσαμε και κατάλαβε (= φάγαμε πολύ)!, (δεν) καταλαβαίνεις ελληνικά; βλ. ελληνικός, δεν καταλαβαίνω/δεν ξέρω/δεν σκαμπάζω γρι βλ. γρι, δεν καταλαβαίνω/ξέρω/ακούω Χριστό! βλ. Χριστός, καλά το κατάλαβα/το σκέφτηκα/το φαντάστηκα! βλ. καλά, μαζί μιλάμε και χώρια καταλαβαινόμαστε/καταλαβαίνουμε βλ. μαζί [< μεσν. καταλαβαίνω]

κατευόδιο

κατευόδιο κα-τευ-ό-δι-ο ουσ. (ουδ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: καλό κατευόδιο!: καλό ταξίδι! Πβ. ξεπροβόδισμα.|| (κ. ως αποχαιρετιστήρια ευχή σε νεκρό). [< μεσν. κατευόδιον]

κεφάλαιο

κεφάλαιο κε-φά-λαι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -αίου} 1. ΟΙΚΟΝ. κάθε αξιοποιήσιμο χρηματικό ποσό ή το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων ατόμου ή επιχείρησης· συνεκδ. οι κεφαλαιοκράτες: αναπτυξιακό/άυλο/ζωικό/ιδιωτικό/καταβεβλημένο/κυκλοφοριακό ή κυκλοφορούν/μετοχικό/μονοπωλιακό/ονομαστικό/σταθερό/υβριδικό/φυτικό/χρηματιστικό ~. Αγορά/παραγωγικότητα ~αίου. Αντληθέντα/αποθεματικά/επαναπατριζόμενα/επενδυτικά/επιχειρηματικά/ίδια ~α. ~α εξωτερικού/από δανεισμό. Αξιόγραφα/απόδοση/αποπληρωμή/απόσβεση/αύξηση/διάθεση/διακίνηση/διαχείριση/εισροή/εισφορά/επιστροφή/μεταφορά/πίστωση/ρευστοποίηση/συντελεστής/συσσώρευση/υπεραξία/υποθήκη ~αίων. Έχουν επενδύσει ~α στην έρευνα. Χρειάζονται ~α για να ...|| Το μεγάλο/ντόπιο/ξένο ~. Απαιτήσεις/(πολιτικοί) εκφραστές του ~αίου. Εργάτες και ~. Πβ. καπιταλιστές, πλουτοκράτες. 2. {κυρ. στον εν.} (μτφ.) οτιδήποτε έχει σημαντική θέση και σπουδαιότητα μέσα σε ένα κοινωνικό σύνολο: επιστημονικό (: οι επιστήμονες)/ηθικό/πνευματικό ~. Το φυσικό και πολιτιστικό ~ μιας περιοχής. Η γνώση είναι ~ (πβ. αξία, πλεονέκτημα). 3. καθεμιά από τις ενότητες στις οποίες χωρίζεται γραπτό κυρ. έργο και φέρει αριθμό ή/και τίτλο· κατ' επέκτ. διακριτή χρονική περίοδος: επόμενο/προηγούμενο/πρώτο/τρίτο ~. ~ νομοσχεδίου. Έκταση/επικεφαλίδα/ερωτήσεις/περίληψη/σύνοψη ~αίου. Το βιβλίο αποτελείται από/περιλαμβάνει ... ~α. Βλ. υπο~.|| ~ συζήτησης (= τμήμα, μέρος). Έκλεισε ένα ~ της ιστορίας μας/στη ζωή μου. Η υπογραφή της συνθήκης άνοιξε ένα νέο ~ στις σχέσεις των δύο χωρών. Πβ. εποχή, σελίδα. ● Υποκ.: κεφαλαιάκι (το): στις σημ. 1, 3. ● ΣΥΜΠΛ.: απασχολούμενα κεφάλαια: ΛΟΓΙΣΤ. αυτά που έχουν επενδυθεί σε εταιρεία από τους μετόχους της και οι μακροπρόθεσμες, κυρ. δανειακές, υποχρεώσεις της. [< αγγλ. capital employed] , εθνικό κεφάλαιο 1. (μτφ.) οτιδήποτε συνιστά πολύτιμο αγαθό για ένα έθνος: Ο μείζων ελληνισμός/το φυσικό περιβάλλον αποτελεί ~ ~. 2. ΟΙΚΟΝ. εθνικά περιουσιακά στοιχεία. Βλ. εθνικός πλούτος., κεφάλαιο κίνησης: ΟΙΚΟΝ. ποσό χρημάτων για κάλυψη των συνήθων αναγκών μιας επιχείρησης: διαρκές/εποχικό/μεταβλητό/πρόσθετο ~ ~. Δάνειο/ενίσχυση/χορήγηση/χρηματοδότηση ~αίου ~. [< αγγλ. working capital, 1912] , κοινωνικό κεφάλαιο: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. το σύνολο των χαρακτηριστικών που αποδίδονται σε άτομα, ομάδες ή δίκτυα κοινωνικών σχέσεων και διευκολύνουν τη συνεργασία και τη συλλογική δράση των ανθρώπων, με στόχο το γενικό συμφέρον: ~ ~ και κοινωνία των πολιτών. Βλ. συμμετοχικότητα. [< γαλλ. capital social] , πραγματικό κεφάλαιο: ΟΙΚΟΝ. που χρησιμοποιείται στην παραγωγή για τη δημιουργία νέων αγαθών: δημόσιες επενδύσεις σε ~ ~ και σε ανθρώπινους πόρους (βλ. εικονικό κεφάλαιο)., αγορά κεφαλαίου βλ. αγορά, αμοιβαία κεφάλαια βλ. αμοιβαίος, ανθρώπινο κεφάλαιο βλ. ανθρώπινος, άντληση κεφαλαίων βλ. άντληση, πάγιο κεφάλαιο βλ. πάγιος, συγκέντρωση κεφαλαίου βλ. συγκέντρωση [< 1: αρχ. κεφάλαιον, γαλλ. capital 2,3: μτγν. κεφάλαιον, γαλλ. chapitre, γαλλ. chapter]

κεφάλι

κεφάλι κε-φά-λι ουσ. (ουδ.) {κεφαλ-ιού | -ιών} 1. το ανώτερο τμήμα του σώματος του ανθρώπου, που συνδέεται με τον κορμό μέσω του λαιμού και στο οποίο βρίσκεται ο εγκέφαλος, το στόμα και αισθητήρια όργανα, όπως τα μάτια, τα αυτιά και η μύτη: η κίνηση/η κλίση/η κορυφή/το νεύμα/το σκύψιμο/το σχήμα/το τίναγμα του ~ιού. Το πίσω μέρος του ~ιού (βλ. ινίο). Το ~ μου πονάει/πάει να σπάσει (: έχω πονοκέφαλο, ημικρανία). Κούνησε το ~ του καταφατικά (βλ. συγκατανεύω). Μου κάνει νόημα με το ~ (: μου γνέφει). Βουτιά με το ~. Ξύνει το ~ του (: το τριχωτό μέρος, κυρ. από αμηχανία ή άγνοια). Νέοι με κοντοκουρεμένα/ξυρισμένα ~ια.|| (μτφ.) Βάζω/πάω στοίχημα το ~ μου (= τη ζωή μου). Παίζει το ~ του (κορόνα γράμματα) (= διακινδυνεύει, ρισκάρει). Βλ. προσκέφαλο. ΣΥΝ. κεφαλή (1) 2. το αντίστοιχο εμπρόσθιο ή ανώτερο τμήμα του σώματος ζώων: ~ αλόγου/εντόμου/ψαριού.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) Βραστό ~ κατσικιού. Καθαρίζουμε τις γαρίδες από τα ~ια και το κέλυφος. 3. νους, μυαλό, πνεύμα· άνθρωπος με μεγάλες ή/και ειδικές διανοητικές ικανότητες: Ποιος σου έβαλε αυτή την ιδέα στο ~;|| Μαθηματικό ~. Πβ. αυθεντία, διάνοια, εγκέφαλος, ιδιοφυΐα.|| (ειδικότ.) Τα κορυφαία ~ια (: ηγετικά στελέχη) της κυβέρνησης. Πβ. επιτελής. 4. καλλιτεχνική αναπαράσταση αυτού του τμήματος του σώματος ανθρώπου ή ζώου: ανάγλυφο/αρχαϊκό/μαρμάρινο ~. Ξύλινο ~ θεάς. Σκαλιστό ~ λιονταριού. Το ~ της Μέδουσας (: με μαλλιά από φίδια). Πβ. κεφαλή, προτομή. 5. στρογγυλό ή στρογγυλεμένο αντικείμενο ή άκρο αντικειμένου: ένα ~ τυρί/τυριού. Μισό ~ σκόρδο/σκόρδου.|| ~ βελόνας/καρφιού/καρφίτσας. 6. {συνήθ. στον πληθ.} (προφ.) ζώο ή σπανιότ. πρόσωπο θεωρούμενο ως μονάδα μέτρησης ευρύτερου συνόλου: Εκατό ~ια γίδια/πρόβατα. Μετράει ~ια. ● Υποκ.: κεφαλάκι (το) ● Μεγεθ.: κεφάλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: αγύριστο/ξερό/αρβανίτικο κεφάλι (μτφ.): πεισματάρης, ισχυρογνώμων, ξεροκέφαλος: Δεν παίρνει από λόγια και συμβουλές, είναι ~ ~!, άδειο/κούφιο κεφάλι (μειωτ.): για άνθρωπο άμυαλο, ανόητο., βαρύ κεφάλι (προφ.): ο πονοκέφαλος: Το πρωί σηκώνομαι με ~ ~. , μεγάλο κεφάλι (μτφ.) 1. ο ιθύνων νους: Ποιος είναι το ~ ~ της εταιρείας/της ομάδας; Πβ. εγκέφαλος. 2. ευφυής, πανέξυπνος. ΑΝΤ. βλάκας, χαζός (1), κάλυμμα (της) κεφαλής βλ. κεφαλή, πολυκέφαλο τέρας βλ. πολυκέφαλος ● ΦΡ.: (το) έφαγε το κεφάλι του (μτφ.-προφ.): υφίσταται αρνητικές ή/και καταστροφικές συνέπειες λόγω δικών του κακών επιλογών: Πάει γυρεύοντας να (το) φάει ~ (: καταστραφεί). Πβ. τρώω/σπάω τα μούτρα μου., ανοιγμένα κεφάλια & άνοιξαν κεφάλια (μτφ.-προφ.): για βίαια επεισόδια και τραυματισμούς: συμπλοκές και ~ ~. Βλ. δεν άνοιξε μύτη/ρουθούνι., βάζω το κεφάλι κάτω 1. σκύβω το κεφάλι προς τα κάτω: Έβαλε ~ και έφυγε με την ουρά στα σκέλια. 2. (μτφ.) σκέφτομαι προσεκτικά, συγκεντρώνομαι: ~ ~ και δουλεύω. Να βάλεις ~ να ξεκαθαρίσεις πρώτα τι θες. 3. (μτφ.) υποτάσσομαι, υποχωρώ, εγκαταλείπω την προσπάθεια: Μη βάλεις ~, αλλά να παλέψεις ως το τέλος., βάλ' το καλά στο κεφάλι/στο μυαλό σου (προφ.): σκέψου προσεκτικά, πάρ' το απόφαση: Ένα θα σου πω και ~ ~. ~ ~ (= συνειδητοποίησέ το), δεν πρόκειται να ξαναγυρίσει., βαράω/χτυπάω το κεφάλι μου (στον τοίχο) & (σπάν.) κουτουλάω το κεφάλι μου (στον τοίχο) (μτφ.-προφ.): μετανιώνω πικρά για κάτι: Όταν σκέφτομαι τι έχω κάνει, ~ ~. ~ ~ που ήμουν τόσο αφελής., βγάζω/λέω κάτι από το κεφάλι/το μυαλό μου (μτφ.-προφ.): αναφέρω κάτι που αποτελεί προϊόν δικής μου επινόησης· κατ' επέκτ. μιλάω αυθαίρετα, ατεκμηρίωτα., γλίτωσε/έσωσε το κεφάλι του (μτφ.-προφ.): ξέφυγε από θανάσιμο ή άλλο κίνδυνο (κυρ. καθαίρεσης, απόλυσης): Εγκατέλειψε την πόλη και ~ ~. Φόρτωσε το φταίξιμο στον συνάδελφό του, για να σώσει ~ ~., γυρίζει/βουίζει το κεφάλι μου (μτφ.-προφ.): ζαλίζομαι και κατ' επέκτ. βρίσκομαι σε σύγχυση: ~ ~ από το ξενύχτι. Πβ. βλέπω αστ(ε)ράκια/πουλάκια. Βλ. ίλιγγος., έρχεται (κάτι) στο κεφάλι μου (προφ.) 1. (κυριολ.) πέφτει (κάτι) στο κεφάλι μου: Μια μπάλα μού ήρθε στο κεφάλι. 2. (μτφ.-συχνά αρνητ. συνυποδ., για ξαφνική σκέψη) μου έρχεται στον νου: Ο καθένας λέει ό,τι του έρθει στο κεφάλι. Πβ. μου κατεβαίνει (στο κεφάλι/στο μυαλό)., έφυγε από το κεφάλι μου (μτφ.-προφ.): απαλλάχτηκα, λυτρώθηκα από κάτι που με βασάνιζε: Ένα βάρος ~ ~.|| Φύγε ~ (: άσε με ήσυχο)!, έχω πολλά/πολλές σκοτούρες στο κεφάλι μου (προφ.): έχω πολλές σκέψεις, έγνοιες, προβλήματα που με απασχολούν: ~ ~, για να συγχύζομαι και με τα ειρωνικά σου σχόλια., έχω το κεφάλι μου ήσυχο (προφ.): είμαι ήρεμος, δεν με απασχολεί κάτι: Θα αγοράσω καινούργιο αυτοκίνητο κι όχι μεταχειρισμένο για να ~ ~., κάνω του κεφαλιού μου (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): κάνω ενέργειες, συχνά άστοχες ή απερίσκεπτες, χωρίς να υπολογίζω τη γνώμη ή την υπόδειξη κανενός., κάνω/φτιάχνω κεφάλι (αργκό) 1. ζαλίζομαι, μεθώ. 2. μαστουρώνω. Πβ. φτιάχνομαι., μας πήρε το κεφάλι (προφ.): μας ζάλισε, έγινε ανυπόφορος: ~ ~ με τη γκρίνια/το κλάμα/τη φλυαρία του., με περνά ένα κεφάλι & μου ρίχνει ένα κεφάλι (προφ.): με ξεπερνά στο ύψος κατά ένα κεφάλι., με το κεφάλι ψηλά & ψηλά το κεφάλι (μτφ.): για να δηλωθεί τόλμη, αξιοπρέπεια ή περηφάνια: Περπατώ με το κεφάλι ψηλά. Αποχώρησε/έφυγε/στάθηκε με ~ ~. Αποκλεισμός/ήττα με ~ ~.|| (ως προτροπή) Κράτα ψηλά ~. Ψηλά ~, ο αγώνας συνεχίζεται., παίρνω κεφάλι (μτφ.-προφ.): παίρνω προβάδισμα: Οι αντίπαλοι μας πήραν ~ στο σκορ (= προηγούνται)., παίρνω το κεφάλι (κάποιου)/κεφάλια & κόβω κεφάλια (προφ.) 1. (μτφ.) τιμωρώ αυστηρά· απολύω: Ένα λάθος έκανε ο άνθρωπος, γιατί να του πάρουμε το ~; Κόβουν/παίρνουν ~ια στελεχών. 2. αποκεφαλίζω., πάνω από το κεφάλι μου/τα κεφάλια μας (προφ.): από πάνω μου ή σε χαμηλό ύψος: Αεροπλάνα που πετούν/καλώδια που βρίσκονται ~ ~ μας. Μη στέκεσαι ~ ~ μου (: για να δηλωθεί ενόχληση)!|| (μτφ.) Γράφω αυτά που θέλω, χωρίς να έχω κανέναν ~ ~ μου (: δεν με ελέγχει, περιορίζει κανείς)., πέφτουν (πολλά) κεφάλια (προφ.): γίνονται αποπομπές ή καθαιρέσεις (από θέσεις και αξιώματα), επιβάλλονται αυστηρές τιμωρίες. Βλ. καρατόμηση., πονάει κεφάλι, κόβει κεφάλι & πονάει δόντι, βγάζει δόντι: για ακραίες ενέργειες που, αντί να θεραπεύσουν ένα πρόβλημα, έχουν καταστροφικές συνέπειες: Η λογική/η συνταγή (του) "~ ~". Ό,τι δεν λειτουργεί καλά, το καταργούμε: ~ ~., σκύβω το κεφάλι 1. γέρνω το κεφάλι προς τα κάτω, συνήθ. λόγω ντροπής, απογοήτευσης: Περπατά/στέκεται με σκυμμένο ~. 2. (μτφ.) υποτάσσομαι, φέρομαι δουλικά, υποχωρώ: Μη ~εις ~ (: μην υποκύπτεις)! ΣΥΝ. κύπτω τον αυχένα ΑΝΤ. σηκώνω κεφάλι (1), τα κεφάλια μέσα! (οικ.-χιουμορ.): για να δηλωθεί ότι έληξε η περίοδος της ανάπαυλας και αρχίζουν πάλι οι υποχρεώσεις, οι δουλειές, τα καθήκοντα: Το διάλειμμα τελείωσε, ~ ~. Πβ. κάθε κατεργάρης στον πάγκο του., το κάτω κεφάλι (προφ.): το αντρικό μόριο και κατ' επέκτ. η σεξουαλική επιθυμία: Σκέφτονται με το ~ ~., το πάνω κεφάλι (προφ.): η λογική., χτυπάει/βαράει (κάποιον) στο κεφάλι & κατακέφαλα (προφ.): προκαλεί ζαλάδα: Με χτύπησε ο ήλιος/το κρασί στο κεφάλι., (βάζω/έχω κάποιον) κορόνα στο κεφάλι μου βλ. κορόνα, (βάζω/έχω) ένα κεραμίδι πάνω απ' το κεφάλι μου βλ. κεραμίδι, αλλάζω/γυρίζω σε κάποιον μυαλά/κεφάλι/ιδέες βλ. αλλάζω, ανοίγω/σπάω το κεφάλι (κάποιου) βλ. ανοίγω, βάζω το κεφάλι μου στον ντορβά/στην γκιλοτίνα βλ. ντορβάς, βασανίζω το μυαλό/το κεφάλι/τον εαυτό/τη σκέψη/την ψυχή μου βλ. βασανίζω, βγάζω κάτι/κάποιον απ' το(ν) νου/το μυαλό/το κεφάλι/τη σκέψη (μου) βλ. νους, γανώνω το κεφάλι/τον εγκέφαλο/τα μυαλά/τ' αυτιά κάποιου βλ. γανώνω, γεμίζει/γέμισε το κεφάλι (με) ... βλ. γεμίζω, γίνομαι κουδούνι/το κεφάλι μου έγινε κουδούνι βλ. κουδούνι, δεν σηκώνω κεφάλι βλ. σηκώνω, έγινε/μου έκανε το κεφάλι (μου) καζάνι βλ. καζάνι, έφαγα/μου 'ρθε/μου 'πεσε κεραμίδα (στο κεφάλι) βλ. κεραμίδα, έχει άλλα πράγματα στο μυαλό/στο(ν) νου/στο κεφάλι του βλ. πράγμα, έχει άχυρα στο κεφάλι/στο μυαλό του βλ. άχυρο, έχω τα μυαλά μου πάνω απ' το κεφάλι μου βλ. μυαλό, κακό του κεφαλιού μου/σου/του βλ. κακό, κατεβάζει το κεφάλι/η κούτρα/η γκλάβα/ο νους/το ξερό μου βλ. κατεβάζω, κόβω το κεφάλι/χέρι μου βλ. κόβω, λαγός τη φτέρη έσειε/κούναγε, κακό του κεφαλιού/της κεφαλής του βλ. λαγός, μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι/η πίεση βλ. ανεβαίνω, μου κατεβαίνει (στο κεφάλι/στο μυαλό) βλ. κατεβαίνω, μου μπαίνει/καρφώνεται (κάτι) στο μυαλό/κεφάλι βλ. μυαλό, μου 'χει φύγει το μυαλό/το καφάσι/το κεφάλι/ο νους/το τσερβέλο βλ. μυαλό, πέφτω/μπαίνω/βάζω το κεφάλι μου στο στόμα του λύκου βλ. λύκος, σηκώθηκαν τα πόδια να χτυπήσουν το κεφάλι βλ. σηκώνω, σηκώνω κεφάλι βλ. σηκώνω, σπάω/στύβω το μυαλό/το κεφάλι μου βλ. μυαλό, στου κασίδη/κασιδιάρη το κεφάλι βλ. κασίδης, το ψάρι βρομά(ει) απ' το κεφάλι βλ. βρομώ, φέρνω (κάτι) στο κεφάλι (κάποιου) βλ. φέρνω, χώνω/κρύβω/βάζω το κεφάλι στην άμμο βλ. άμμος [< μεσν. κεφάλιν]

κέφι

κέφι κέ-φι ουσ. (ουδ.) {κεφ-ιού | -ια} (προφ.): ευχάριστη, καλή ψυχολογική κατάσταση· γενικότ. διάθεση: βραδιά γεμάτη ~ και χορό. Τραγούδια χαράς και ~ιού. Έχασε το ~ της. Η βροχή δεν κατάφερε να χαλάσει το ~ των χιλιάδων καρναβαλιστών. Κάνει τη δουλειά της με πολύ ~ (= ζήλος, μεράκι). Πβ. ευδιαθεσία, ευθυμία. ΑΝΤ. κακοκεφιά.|| (Μου δίνει) ~ για ζωή. Τι σου φτιάχνει το ~; Δεν έχω ~ (= όρεξη) για ... Ακούει όλα τα είδη μουσικής ανάλογα με το ~/τα ~ια του. ΑΝΤ. ακεφιά ● Υποκ.: κεφάκια (τα) ● ΦΡ.: είμαι στα κέφια μου: έχω πολύ καλή διάθεση: Απόψε δεν είσαι ~ ~ σου. ΣΥΝ. είμαι στα πάνω μου, κάνω κέφι/γούστο κάποιον/κάτι: μου αρέσει: Πολύ σε ~ ~ (πβ. τον πάω)! Τι ~εις ~ να φας (= γουστάρεις, θέλεις);, κάνω κέφι/έρχομαι στο κέφι (προφ.): αποκτώ ανέμελη, ευχάριστη διάθεση: Πίνει για να ~ει ~. Βλ. κάνω κεφάλι., κάνω τα κέφια (κάποιου): ικανοποιώ τις επιθυμίες του: Θεωρεί φίλο του μόνο όποιον του ~ει ~ (= τα χατίρια).|| Μέχρι στιγμής ο καιρός μας ~ει ~ (: συνήθ. για καλοκαιρία)., κάνω το κέφι/το γούστο/το ψώνιο μου: κάνω ό,τι με ευχαριστεί, αυτό που θέλω: Έκανα ~ ~ κι έβγαλα και λεφτά!, μου κάνει κέφι & μου κάνει όρεξη: επιθυμώ, θέλω: Ασχολούμαι με τη μουσική όποτε ~ ~. Δεν της ~ ~ να βλέπει τηλεόραση. Πβ. γουστάρω., πώς πάνε τα κέφια/πώς τα πας;: τι κάνεις; πώς είσαι;, σε μεγάλα/τρελά κέφια: για να δηλωθεί συνήθ. ότι κάποιος αποδίδει πολύ καλά ή είναι πολύ χαρούμενος: Η ομάδα βρέθηκε/εμφανίστηκε/ήταν ~ ~.|| Αν τον πετύχεις ~ ~, είναι το κάτι άλλο!, ανάβει το γλέντι/κέφι βλ. ανάβω, τσακίρ κέφι βλ. τσακίρ [< τουρκ. keyif]

κλάση2

κλάση2 κλά-ση ουσ. (θηλ.) 1. σύνολο ομοειδών αντικειμένων· τάξη, κατηγορία: (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) δασμολογικές ~εις. Ασφαλιστικές ~εις των αμειβόμενων μισθωτών.|| (ΜΑΘ.) ~ υπολοίπων.|| Οχήματα/προϊόντα/σκάφος ~ης ... Πβ. είδος, ομάδα. 2. ΣΤΡΑΤ. το σύνολο των στρατευόμενων ενός έτους: στρατεύσιμοι προηγούμενων ~εων. Καλείται για κατάταξη η ~ του έτους ... Πβ. σειρά. 3. ΠΛΗΡΟΦ. συλλογή μεταβλητών και συναρτήσεων: αφηρημένη/συγκεκριμένη ~. Ιεραρχία ~εων. Ταξινομώ σε ~εις. 4. ΒΙΟΛ. ομοταξία. Βλ. υπερ~.κλάσης & (λόγ.) κλάσεως: αξίας, υψηλής ποιότητας, επιπέδου: εξοπλισμός/επιστήμονας διεθνούς ~. ● ΣΥΜΠΛ.: κλάση ισοδυναμίας: ΜΑΘ. σύνολο στο οποίο κάθε ζεύγος στοιχείων συνδέεται με μια σχέση ισοδυναμίας., ενεργειακή κλάση/σήμανση βλ. ενεργειακός ● ΦΡ.: κλάσεις ανώτερος & κλάσεις καλύτερος: για κάποιον ή κάτι που υπερέχει κατά πολύ έναντι άλλου: Το βιβλίο ήταν ~ ~ο απ' την ταινία.|| Το νέο μοντέλο (κινητού) είναι μια κλάση ανώτερο/καλύτερο από το προηγούμενο (: υπερτερεί σε σχέση με αυτό). [< γαλλ. classe]

κλέφτης

κλέφτης κλέ-φτης ουσ. (αρσ.) {κλεφτ-ών} & κλέπτης, κλέφτρα (η) 1. πρόσωπο που κλέβει: επαγγελματίας ~. ~ αυτοκινήτων/έργων τέχνης/κινητών. Κύκλωμα/συμμορία ~ών. Πιάστηκε/συνελήφθη ο ~. Μπήκαν ~ες στο μαγαζί/σπίτι. Πβ. διαρρήκτης, ληστής. Βλ. αρχι~, ζωο~.|| Προσέξτε μη σας γελάσουν, είναι ~ες (= απατεώνες, λωποδύτες)!|| (μτφ.) ~ της καρδιάς (βλ. καρδιοκλέφτρα). 2. ΙΣΤ. {συνήθ. στον πληθ.} μέλος ανυπότακτων ορεσίβιων ομάδων που αποτέλεσαν τον πυρήνα της αντίστασης κατά των Τούρκων: ~ες κι αρματολοί. Το λημέρι των ~ών. Βλ. πρωτο~. 3. ΒΟΤ. σπόρος με λεπτά και λευκά νημάτια που μεταφέρεται σε μεγάλη απόσταση από τον αέρα. ● Υποκ.: κλεφταράκος & κλεφτάκος (ο) ● Μεγεθ.: κλεφταράς & (σπάν.) κλέφταρος (ο) (επιτατ.) ● ΦΡ.: αγαπά ο Θεός τον κλέφτη, αγαπά και τον νοικοκύρη (παροιμ.): αυτός που έχει αδικηθεί, θα βρει τελικά το δίκιο του., κλέφτες κι αστυνόμοι: παιδικό ομαδικό παιχνίδι, κυνηγητό., μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη, τρεις και η κακή του μέρα/ώρα/τρεις και τον τσακώσανε (παροιμ.): έρχεται η στιγμή που οι απατεωνιές, οι κλεψιές κάποιου αποκαλύπτονται., ο κλέφτης και ο ψεύτης τον πρώτο χρόνο χαίρονται (παροιμ.): όποιος κλέβει ή λέει ψέματα, πολύ σύντομα αποκαλύπτεται., σαν τον κλέφτη/σαν κλέφτης (προφ.): αθόρυβα, χωρίς να τον πάρουν είδηση, κρυφά: Έφυγε ~ ~. Πβ. στα κλεφτά., φωνάζει ο κλέφτης, να φοβηθεί/για να φύγει ο νοικοκύρης (παροιμ.): για κάποιον που, ενώ φταίει, προσπαθεί να ρίξει τις ευθύνες σε όσους υφίστανται τις πράξεις του., κλειδώνω (κι) αμπαρώνω και ο κλέφτης είναι μέσα/τον κλέφτη βρίσκω μέσα βλ. αμπαρώνω [< μεσν. κλέφτης]

κλίμακα

κλίμακα κλί-μα-κα ουσ. (θηλ.) {κλιμάκ-ων} 1. (επιστ.) αξιολογική ή άλλου είδους ακολουθία, κατάταξη συνήθ. αριθμών, βαθμών, εννοιών, ποσών, πραγμάτων ή προσώπων: αριθμητική/βαθμολογική/διαγνωστική/ηλικιακή/ιεραρχική/λογαριθμική/μισθολογική/πεντάβαθμη/χρονολογική ~. ~ αναγκών/αξιολόγησης (υποψηφίων)/αξιών/μέτρησης/νοημοσύνης (βλ. τεστ)/τιμών. Φορολογική ~ μισθωτών και συνταξιούχων. Αναθεώρηση της ~ας αμοιβών. Σε όλη την ~ της εκπαίδευσης. Η βαθμολόγηση των γραπτών γίνεται στην ~ 0-10/0-20. Ανέβηκε στην κοινωνική ~. Πβ. ιεραρχία.|| (σειρά υποδιαιρέσεων σε διάφορα όργανα ή συστήματα μέτρησης:) Βαθμονομημένη/θερμοκρασιακή/θερμομετρική ~. Η ~ του νανομέτρου (= νανο~). Αμπερόμετρα-βολτόμετρα πολλαπλών ~ων. 2. (μτφ.) ποικιλία· επίπεδο, έκταση, εύρος: η ~ των συναισθημάτων/χρωμάτων. Πλήρης ~ υπηρεσιών. Πβ. γκάμα.|| Αστικό περιβάλλον κοντά στην ανθρώπινη ~ (: δεδομένα, μέτρα). Χρονική και γεωγραφική/χωρική ~. Επιχείρηση ευρωπαϊκής/μικρής ~ας (πβ. μέγεθος). Σε διεθνή/εθνική/πανελλαδική/πανευρωπαϊκή/τοπική ~. Ανάπτυξη και εφαρμογή μεθόδων σε βιομηχανική/εργαστηριακή/πιλοτική ~. Βλ. μικρο~. 3. ΧΑΡΤΟΓΡ. (για σχεδιάγραμμα, χάρτη, μοντέλο) αριθμητικό κλάσμα ή σπανιότ. γραφική παράσταση που εκφράζει τη σταθερή αναλογία ανάμεσα στις διαστάσεις που απεικονίζονται και τις πραγματικές: συντελεστής ~ας. Χάρτης μεγάλης/μικρής ~ας. Τοπογραφικό διάγραμμα γηπέδου ~ας 1:1.000 (1 προς 1.000). Χαρτογράφηση σε ~ 1:20.000. Σχεδίαση υπό ~. Μοντέλα αυτοκινήτων υπό ~ (βλ. μοντελισμός). Αεροφωτογραφίες διαφόρων ~ων. 4. {συχνότ. στον πληθ.} (επίσ.) σκάλα: μεταλλικές/ξύλινες/φορητές ~ες. Περιστρεφόμενη/πυροσβεστική ~ (βλ. κλιμακοφόρος). ~ διαφυγής (από χώρο σε περίπτωση κινδύνου). (στο αρχαίο θέατρο:) Τις σειρές των εδωλίων διέκοπταν ~ες. 5. ΜΟΥΣ. ανιούσα ή κατιούσα διαδοχή φθόγγων με τόνους ή/και ημιτόνια: (αρμονική/μελωδική/φυσική) ελάσσων/μείζων/συγκερασμένη ~. Παίζει ~ες.|| (στη βυζαντινή μουσική) ~ πα. Πβ. τρόπος. ΣΥΝ. σκάλα (5) ● ΣΥΜΠΛ.: κλίμακα Κελσίου: ΦΥΣ. (για τη μέτρηση της θερμοκρασίας) στην οποία οι βαθμοί μηδέν και εκατό αντιστοιχούν στο σημείο πήξης και βρασμού του νερού. [< αγγλ. Celsius scale] , οικονομίες κλίμακας & οικονομία κλίμακος: ΟΙΚΟΝ. όρος που αναφέρεται στη μείωση του μέσου κόστους μέσω αύξησης της παραγωγής: αρνητικές/εξωτερικές/εσωτερικές/θετικές ~ ~. [< αγγλ. economy of scale, 1944, γαλλ. économies d'échelle] , χρωματική κλίμακα & (προφ.) χρωματική: ΜΟΥΣ. που αποτελείται από δώδεκα φθόγγους σε απόσταση ημιτονίου., διατονική κλίμακα βλ. διατονικός, κλίμακα Μερκάλι βλ. Μερκάλι, κλίμακα Ρίχτερ βλ. ρίχτερ, κυλιόμενες σκάλες/κλίμακες βλ. κυλιόμενος, πεντατονική κλίμακα βλ. πεντατονικός ● ΦΡ.: μεγάλης/ευρείας κλίμακας & σε μεγάλη/ευρεία κλίμακα (μτφ.): μεγάλης έκτασης ή μεγέθους: δίκτυο/διοργάνωση/επίθεση/έρευνα/εφαρμογές/πείραμα ~ ~. ~ ~ επιχείρηση της Αστυνομίας. Συνεργασία σε ευρύτερη ~. Τα κινητά χρησιμοποιούνται σε ~ ~ (= ευρέως). [< γαλλ. à grande/vaste échelle] , σε παγκόσμιο επίπεδο/σε παγκόσμια κλίμακα βλ. παγκόσμιος [< 4: αρχ. κλῖμαξ, γαλλ. échelle, gamme, αγγλ. scale 5: ιταλ. scala]

κοινωνία

κοινωνία κοι-νω-νί-α ουσ. (θηλ.) {κοινωνιών} 1. σύνολο ανθρώπων που καταλαμβάνει μια σχετικά οριοθετημένη περιοχή και ζει κάτω από τις ίδιες περίπου πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες· γενικότ. κάθε ομάδα ατόμων με κοινά στοιχεία, ενδιαφέροντα και το είδος των σχέσεων που αναπτύσσονται μεταξύ τους: αγροτική/αναπτυσσόμενη/αρχαία/αστική/δημοκρατική/δυτική/εξελιγμένη/επαρχιακή/ευρωπαϊκή/θρησκευτική/καπιταλιστική/μητριαρχική/μυστική (βλ. μασονία)/πατριαρχική/πλουραλιστική/πολυπολιτισμική/προηγμένη/πρωτόγονη/σοσιαλιστική/συντηρητική/ταξική/τεχνολογική/τοπική (πβ. δήμος)/υπανάπτυκτη/φεουδαρχική/φιλελεύθερη ~. ~ της αγοράς/της γνώσης/του μέλλοντος/(των) δύο ταχυτήτων. Βουδιστικές/μουσουλμανικές/χριστιανικές ~ες. Ανοικτές/κλειστές ~ες (: οι οποίες είναι ή δεν είναι, αντίστοιχα, ανεκτικές στη διαφορετικότητα). Διάρθρωση/εξέλιξη/μέλη/οργάνωση της ~ας. Κέντρον Ερεύνης της Ελληνικής ~ας (της Ακαδημίας Αθηνών). (προφ.) Τι θα πει η ~ (πβ. κόσμος); Βλ. κοινότητα.|| (υβριστ.) Απόβρασμα της ~ας. Βλ. παλιο~. 2. ΖΩΟΛ. ομάδα ζώων με χαρακτηριστική κοινωνική δομή, οργάνωση: η ~ των μελισσών/μυρμηγκιών. Πβ. αποικία.|| (ΟΙΚΟΛ.) Η ~ των φυτών (= φυτο~). ● ΣΥΜΠΛ.: Θεία Κοινωνία & Αγία Κοινωνία: ΕΚΚΛΗΣ. μυστήριο της Χριστιανικής Εκκλησίας κατά το οποίο ο πιστός μεταλαμβάνει το σώμα και το αίμα του Χριστού. ΣΥΝ. Θεία Ευχαριστία, Μετάληψη, κοινωνία (των) πολιτών: ΠΟΛΙΤ. σύνολο κινημάτων, οργανώσεων ή πολιτών, ανεξάρτητων από το κράτος, που έχουν ως σκοπό να μεταβάλουν, μέσω της συλλογικής δράσης, τις κοινωνικές, πολιτικές δομές ή νόρμες σε εθνικό ή διεθνές επίπεδο. Βλ. ενεργοί πολίτες, κοινωνικό κεφάλαιο, μη κυβερνητική οργάνωση, συμμετοχικότητα., κοινωνία δικαιώματος: ΝΟΜ. η κατάσταση δύο ή περισσοτέρων προσώπων που μοιράζονται ένα δικαίωμα., κοινωνία των δύο τρίτων: που χαρακτηρίζεται από αδικίες και ανισότητες εις βάρος περ. του ενός τρίτου του πληθυσμού., Κοινωνία των Εθνών: διεθνής οργανισμός (1920-1946) που είχε ως στόχο την ανάπτυξη της συνεργασίας και τη διατήρηση της ειρήνης μεταξύ των λαών. Βλ. ΟΗΕ. [< αγγλ. League of Nations, 1917] , μαζική κοινωνία (αρνητ. συνυποδ.): τα μέλη της οποίας συμπεριφέρονται και αντιμετωπίζονται ως μάζα., η υψηλή/καλή κοινωνία: οι ανώτερες κοινωνικές τάξεις, η κοινωνική ελίτ. Πβ. αριστοκρατία, χάι σοσάιτι. [< γαλλ. la haute/bonne société] , (κοινωνικό) περιθώριο/περιθώριο της κοινωνίας βλ. περιθώριο, αταξική κοινωνία βλ. αταξικός, βιομηχανική κοινωνία βλ. βιομηχανικός, καταναλωτική κοινωνία βλ. καταναλωτικός, κοινωνία κληρονόμων βλ. κληρονόμος, κοινωνία της αφθονίας βλ. αφθονία, Κοινωνία της Πληροφορίας βλ. πληροφορία, κοινωνία του θεάματος βλ. θέαμα, παραδοσιακή κοινωνία βλ. παραδοσιακός ● ΦΡ.: άτιμη/κακούργα κοινωνία! (λαϊκό-συνήθ. ως επιφών.): όταν επιρρίπτονται αόριστα ευθύνες σε άλλους ή ως έκφραση αγανάκτησης., με τι μούτρα/δεν έχω μούτρα να βγω στην κοινωνία: για κάποιον που ντρέπεται πολύ για κάτι, που νιώθει προσβεβλημένος, κυρ. από τη συμπεριφορά άλλου., έρχομαι εις γάμου κοινωνία(ν) βλ. γάμος [< αρχ. κοινωνία, γαλλ. société]

κοντός

κοντός, ή, ό κο-ντός επίθ. {κοντύτερος κ. κοντότερος} 1. που έχει μικρό ή σχετικά μικρό μήκος ή ύψος: ~ή: ουρά/φούστα. ~ό: κούρεμα/μαλλί/παντελόνι/ποτήρι/τρίχωμα/φόρεμα. ~ές: κάλτσες. ~ά: μανίκια. Έχει ~ό λαιμό. ΑΝΤ. μακρύς.|| (για ανάστημα:) Είναι ~ και άσχημος (πβ. βραχύσωμος, ζουμπάς, κοντοπίθαρος. ΑΝΤ. ψηλός). 2. μικρής διάρκειας, σύντομος: ~ή: μνήμη (: για πρόσ. που ξεχνά γρήγορα, εύκολα). ● Υποκ.: κοντούλης , α, ικο: κάπως κοντός: ~α και παχουλούλα. Βλ. μικρούλης., κοντούλικος , η, ο, κοντούτσικος , η, ο: ΑΝΤ. ψηλούτσικος ● ΦΡ.: κοντά/μακριά τα χέρια (σου ...)! βλ. χέρι, κοντός ψαλμός αλληλούια βλ. αλληλούια, Κυριακή κοντή γιορτή βλ. γιορτή, ο καθένας (λέει) το μακρύ του και το κοντό του (/το κοντό του και το μακρύ του) βλ. μακρύς [< μτγν. κοντός, γαλλ. court]

κόσμος

κόσμος κό-σμος ουσ. (αρσ.) 1. το Σύμπαν και γενικότ. κάθε πλανητικό σύστημα: η γέννηση/η γνώση/η δημιουργία/η καταστροφή/τα μυστήρια/η σύλληψη (= κοσμοθεωρία) του ~ου. Βασικές αρχές που διέπουν τον ~ο. Ο άνθρωπος/εμείς κι ο ~ (πβ. φύση). Φαινόμενο τόσο παλιό όσο και ο ~. Πβ. πλάση.|| Συμπαντικοί ~οι. ~οι και γαλαξίες. Αναζήτηση εξωγήινων ~ων. 2. (ειδικότ.) η Γη με τους κατοίκους της και καθετί πάνω σε αυτή, η υφήλιος: ο γύρος/τα διάφορα μέρη/η ιστορία/η πορεία/οι φυλές του ~ου. Ανακάλυψη/εξερεύνηση/κατάκτηση/χάρτης του ~ου. Ο ~ μέσα από τα μάτια των παιδιών. Του ~ου τα παράξενα/περίεργα! Ο πιο πλούσιος άνθρωπος του ~ου. Νέα από την Ελλάδα και όλο τον ~ο. Εκατομμύρια άνθρωποι στον ~ο ... Ταξίδια ανά τον ~ο. Γνωστός/μοναδικός σε όλο τον ~ο. Ο ~ του αύριο. Αγώνας/ελπίδες/όνειρα για έναν καλύτερο ~ο. Άλλαξε τη ροή του ~ου. Σε έναν ~ο που συνεχώς αλλάζει/προοδεύει. Ζήτημα που αφορά όλο τον ~ο (= παγκόσμιο). Σε τι ~ο ζούμε; Πού πάει ο ~ (: τι εξέλιξη θα έχει); Πβ. ανθρωπότητα, οικουμένη, υδρόγειος. 3. τα μέλη ενός κοινωνικού συνόλου: Ο ~ λέει/νομίζει ότι ... Όλος ο ~ ξεσηκώθηκε/σας είδε/το ξέρει. Έχει βουίξει ο ~ (= ο τόπος). Πάει, τρελάθηκε ο ~! Αναστάτωσε/σήκωσε στο πόδι όλον τον ~ο. Η γνώμη του ~ου (πβ. κοινή γνώμη). Η νοοτροπία του ~ου. (ειρων.) Προβλήματα που έχει ο ~! Ο ~ του σχολείου. Πβ. γειτονιά, κοινωνία, περιβάλλον, περίγυρος.|| (πλήθος ατόμων:) Έχει έρθει/μαζευτεί/συγκεντρωθεί πολύς ~ έξω από ... (πβ. πολυκοσμία). Καλωσόρισε/χαιρέτησε τον ~ο (= τους παρευρισκόμενους). Βγήκε ο ~ στους δρόμους. Κοροϊδεύει τον ~ο. Ευχαρίστησε τον ~ο που ... Κανείς στον ~ο δεν θα με εμποδίσει. Δεν είχαν ~ο τα καταστήματα (: πολλούς πελάτες, μεγάλη κίνηση). Έχω ~ο στο σπίτι (= επισκέπτες/καλεσμένους). Διαλέγει τον ~ο (= τις παρέες) που συναναστρέφεται. Απηύθυνε πρόσκληση στον ~ο (= στους πολίτες) να ... 4. (αφηρ.) κοινωνική ζωή, οργάνωση: Δεν έχει βγει στον ~ο (: είναι άβγαλτος). Δεν έχει πείρα του ~ου. Ζει έξω/μακριά από τον ~ο (= αποκομμένος, απομονωμένος). Είναι μόνος του στον ~ο (: δεν έχει οικογένεια). Σ' έναν ζοφερό ~ο. Γκρεμίστηκε ο ~ της (: αναστατώθηκε η ζωή της). Άφησε τον ~ο (= τα επίγεια, τα εγκόσμια) και πήγε να μονάσει. Βλ. καθημερινότητα. 5. σύνολο ανθρώπων με κοινά χαρακτηριστικά, ως προς την ιστορική περίοδο που έζησαν, τη γεωγραφική περιοχή, το θρήσκευμα, την ιδεολογία, την επαγγελματική ιδιότητα, τα ενδιαφέροντα: ο αρχαίος (ελληνικός)/βυζαντινός/μεσαιωνικός/νεότερος/σύγχρονος ~. Η ακμή και παρακμή του ρωμαϊκού ~ου. Βλ. εποχή.|| Ο ~ της Ανατολής/Δύσης.|| Ο μουσουλμανικός/χριστιανικός ~ (= οι μουσουλμάνοι/χριστιανοί).|| Ο καπιταλιστικός/κομμουνιστικός/σοσιαλιστικός ~.|| Ο αγροτικός/εμπορικός/επιχειρηματικός/καλλιτεχνικός/πολιτικός/φίλαθλος ~. Ο ~ του αθλητισμού/των γραμμάτων και των τεχνών/της επιστήμης/του θεάματος/της μόδας/της μουσικής/της οικονομίας/της πολιτικής. Οι αγώνες/διεκδικήσεις του εργατικού ~ου. 6. σύνολο οργανωμένων στοιχείων, εννοιών, οντοτήτων: ορατός/πραγματικός ~. Ο φυσικός ~ (πβ. φυσικό περιβάλλον). Ο θαυμαστός ~ του βυθού/της θάλασσας (= υδάτινος, υποβρύχιος). Μικροσκοπικός ~ (πβ. μικρόκοσμος· βλ. μακρόκοσμος). Βλ. βιόκοσμος.|| Αόρατος/μαγικός/σκοτεινός ~. Ο ~ των ιδεών/των ονείρων/του παραμυθιού/των πνευμάτων/του υπερφυσικού (πβ. σφαίρα). Ο πνευματικός/συναισθηματικός/ψυχικός ~ του εφήβου/παιδιού. Βιβλία που ανοίγουν παράθυρα/πύλες στον ~ο της γνώσης. Διακριτοί/δυνητικοί/εξωτικοί/μυθικοί/παράλληλοι/πιθανοί/φανταστικοί ~οι. Ένας άλλος/καινούργιος ~ αποκαλύφθηκε/ξεδιπλώθηκε/ξετυλίχθηκε μπροστά στα μάτια τους. Γεφύρωση δύο διαφορετικών ~ων. Ταξίδια σε άγνωστους ~ους. Πλάθω νέους ~ους με τον νου/τη φαντασία.|| Ο εικονικός/τρισδιάστατος/ψηφιακός ~. Ο ~ του διαδικτύου/των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Βλ. κυβερνο~. ● ΣΥΜΠΛ.: άνθρωπος του κόσμου: που είναι πολύ κοινωνικός και έχει πείρα της ζωής. Πβ. κοσμικός, περπατημένος., εσωτερικός κόσμος: το σύνολο των πνευματικών και ηθικών χαρακτηριστικών κάποιου προσώπου: μοναδικός/πλούσιος/φτωχός ~ ~. Ο ~ ~ του παιδιού/του συγγραφέα. Το διάβασμα/οι τέχνες καλλιεργούν τον ~ό ~ο., ο καλός κόσμος: τα υψηλά κοινωνικά στρώματα· η καλή κοινωνία: Οι κυρίες του ~ού ~ου. Κατάφερε να μπει στα σαλόνια του ~ού ~ου. Πβ. αριστοκρατία.|| (ειρων.) Μαζεύτηκε όλος ~ ~! Πβ. η σάρα και η μάρα., Παλαιός Κόσμος: η Ασία, η Αφρική και κυρ. η Ευρώπη., αναπτυσσόμενες χώρες βλ. αναπτύσσω, Νέος Κόσμος βλ. νέος, ο μάταιος κόσμος βλ. μάταιος, πολίτης του κόσμου βλ. πολίτης, Τέταρτος Κόσμος βλ. τέταρτος, Τρίτος Κόσμος βλ. τρίτος, ψυχή του κόσμου βλ. ψυχή ● ΦΡ.: δεν ανήκει σ' αυτόν τον κόσμο/δεν είναι του κόσμου τούτου/είναι από άλλο κόσμο: για κάποιον που είναι ξεχωριστός, μοναδικός ή για κάτι που δεν μπορεί να εξηγηθεί με βάση τις τρέχουσες αντιλήψεις., είναι/ζει στον κόσμο του/στον δικό του κόσμο/σε άλλο κόσμο/στην κοσμάρα του & στον κόσμο του/στην κοσμάρα του (ειρων.): για πρόσωπο που βρίσκεται εκτός πραγματικότητας: Εγώ του μιλάω, κι αυτός στον κόσμο του! Πβ. τον χαβά του., έτσι/αυτός είναι ο κόσμος! (προφ.): ως έκφραση συγκατάβασης, αποδοχής μιας δυσάρεστης συνήθ. κατάστασης: Τι να κάνουμε; ~ ~! Σήμερα σου μιλούν, αύριο δεν θέλουν να σε ξέρουν! ~ ~! Πβ. αυτά έχει/έχουν..., και τι στον κόσμο! (προφ.): για να δηλωθεί επιθυμία να συμβεί κάτι που θεωρείται αδύνατο, απίθανο: Αυτό να δω ~ ~!, κατά κόσμον: προς δήλωση του βαφτιστικού ονόματος και του επιθέτου, συνήθ. ιερέα ή μοναχού: (όταν προηγείται το ιερατικό όνομα:) Αρχιμανδρίτης/ιερομόναχος/μητροπολίτης/πατριάρχης ..., ~ ~ ...|| (κατ' επέκτ., όταν προηγείται το ψευδώνυμο:) Οδυσσέας Ελύτης, ~ ~ Οδυσσέας Αλεπουδέλης.|| (χιουμορ.) Μπίλι ή ~ ~ Βασίλης., κόσμε!: ως κλητική προσφώνηση: Εμπρός/ξύπνα ~! Α, ρε, ~ άκαρδε/ψεύτη! Βοήθεια, ~ (/χριστιανοί)!|| (από μικροπωλητή) Πάρε/περάστε/τρέξε, ~!|| (ειρων.-χιουμορ.) Πέρασε, ~ να δεις τα χαΐρια τους! Τρέμε, ~! Έρχεται ο ..., κόσμος και ντουνιάς (προφ.-εμφατ.): πολύς και κάθε λογής κόσμος: ~ ~ περνάει από εκεί. Ήρθε/μαζεύτηκε ~ ~ Πβ. κόσμος και κοσμάκης., με/για τίποτα στον κόσμο: (με άρνηση-εμφατ.) σε καμία περίπτωση, για κανένα λόγο: Δεν φεύγω/δεν το χάνω ~ ~! ~ ~ μη σταματήσεις/μην τα παρατήσεις! ΣΥΝ. για όλο το χρυσάφι του κόσμου, επ' ουδενί (λόγω), με κανέναν τρόπο, με τίποτα (1), μπροστά σε/στον κόσμο: για πράξεις που γίνονται παρουσία και άλλων ατόμων, δημοσίως: Μη μαλώνετε ~ ~! Δεν αισθάνομαι άνετα, όταν βρίσκομαι/τραγουδάω ~ ~. Πβ. σε κοινή/σε δημόσια θέα., ο έξω κόσμος: το εξωτερικό περιβάλλον: Δεν έχει καμία επαφή με τον ~ ~ο (: ζει απομονωμένος). Είχα ξεχάσει πώς είναι ~ ~ (: είχα καιρό να βγω έξω)., ο κόσμος γύρισε ανάποδα/ήρθε τα πάνω κάτω & (σπάν.) αναποδογύρισε ο κόσμος: προκλήθηκαν συνταρακτικές αλλαγές, έγιναν μεγάλες ανακατατάξεις., ο κόσμος το 'χει τούμπανο/βούκινο κι εμείς κρυφό καμάρι (παροιμ.): για κάτι που οι άμεσα ενδιαφερόμενοι αποκρύπτουν, ενώ στην ουσία το γνωρίζουν όλοι., ο πολύς (ο) κόσμος: οι περισσότεροι άνθρωποι: ~ ~ νομίζει/πιστεύει ότι ... Βιβλίο άγνωστο στον ~ύ ~ο. Στη συνείδηση του ~ύ ~ου ... Τον περισσότερο ~ο δεν τον απασχολούν τέτοια θέματα. Πβ. ευρύ κοινό, μάζα, όχλος. ΣΥΝ. πολλοί (1), όμορφος κόσμος (ηθικός), αγγελικά πλασμένος (συνήθ. ειρων.): για να δηλωθεί ότι μία άσχημη κατάσταση παρουσιάζεται ως ωραία., στην άκρη/στα/ως τα πέρατα του κόσμου/της γης (μτφ.): πάρα πολύ μακριά: ταξίδι ~ ~. Έφτασε ~ ~., στον άλλο κόσμο: στον κάτω κόσμο· γενικότ. για αναφορά στη μεταθανάτια ζωή: Πήγε ~ ~ (= πέθανε). Τον έστειλε ~ ~ (= τον σκότωσε)., τι σου είναι ο κόσμος!: προς δήλωση αποδοκιμασίας, δυσαρέσκειας ή έκπληξης, θαυμασμού. Βλ. τι σου είναι ο άνθρωπος!, το κέντρο του κόσμου: το επίκεντρο: Πόλη που έγινε ~ ~. Νομίζει ότι είναι ~ ~ (βλ. εγωκεντρικός). Πβ. ο ομφαλός της Γης., του κόσμου (εμφατ.) 1. για μεγάλη ποσότητα: Ξόδεψε ~ ~ τα λεφτά! Μας είπε ~ ~ τις αηδίες/τα ψέματα! Έχει ~ ~ τα καλά και παραπονιέται κι από πάνω. 2. της καλής κοινωνίας: Κυρία ~ ~ με εκλεπτυσμένους τρόπους., (τι) μικρός που είναι ο κόσμος/πόσο μικρός είναι ο κόσμος! βλ. μικρός, απαρνούμαι τα εγκόσμια/τον κόσμο βλ. εγκόσμιος, από καταβολής κόσμου βλ. καταβολή, από κτίσεως κόσμου/Ρώμης βλ. κτίση, για όλο το χρυσάφι του κόσμου βλ. χρυσάφι, για τα μάτια του κόσμου βλ. μάτι, δεν χάθηκε/δεν χάλασε/δεν θα χαλάσει (κι) ο κόσμος βλ. χαλώ, εδώ ο κόσμος καίγεται/χάνεται και η γριά/το μουνί χτενίζεται βλ. χτενίζω, έκανε (και) η μύγα κώλο και/κι έχεσε τον κόσμο όλο βλ. κώλος, έρχεται στον κόσμο/στη ζωή βλ. έρχομαι, έφαγα τον κόσμο βλ. τρώω, έφυγε απ' τη ζωή/τον κόσμο βλ. φεύγω, ζει και βασιλεύει (και τον κόσμο κυριεύει) βλ. βασιλεύω, ήρθε/έφτασε το τέλος (κάποιου/του κόσμου) βλ. τέλος, κάνω το(ν) γύρο του κόσμου βλ. γύρος, κόσμος και κοσμάκης βλ. κοσμάκης, ο κάτω κόσμος βλ. κάτω, ο κόσμος να χαλάσει βλ. χαλώ, ο κόσμος της νύχτας βλ. νύχτα, ο ομφαλός της Γης βλ. ομφαλός, ο πάνω κόσμος/ετούτος ο κόσμος βλ. πάνω & επάνω, όσα ξέρει ο νοικοκύρης, δεν τα ξέρει ο κόσμος όλος βλ. νοικοκύρης, συντέλεια του κόσμου βλ. συντέλεια, τα επτά θαύματα του κόσμου/της αρχαιότητας βλ. θαύμα, τα ύστερα του κόσμου βλ. ύστερος, τρελαίνει κόσμο βλ. τρελαίνω, φέρνω στη ζωή/στον κόσμο βλ. φέρνω, χαλάει κόσμο βλ. χαλώ, χαλάει ο κόσμος βλ. χαλώ, χαλάει τον κόσμο βλ. χαλώ, χάλασε ο κόσμος βλ. χαλώ, χαλασμός Κυρίου/κόσμου βλ. χαλασμός [< 1,2,3,4: αρχ., μτγν. κόσμος, αγγλ.-γαλλ. cosmos 5,6: γαλλ. monde]

κύριος

κύριος κύ-ρι-ος ουσ. (αρσ.) {κυρί-ου | -ων, -ους} 1. ως ευγενική αναφορά ή προσφώνηση άντρα: (για κάποιον του οποίου αγνοούμε το όνομα) Ένας γοητευτικός/ευγενέστατος/ηλικιωμένος/νεαρός ~. Σας ζητάει ένας ~. Ο ~ της φωτογραφίας της φάνηκε γνωστός. Ρωτήστε τον ~ο δίπλα. Ο εν λόγω ~ θέλησε να μείνει ανώνυμος. (στο τηλέφωνο) Με ποιον ~ο μιλάω;|| Αγαπητέ/φίλτατε ~ε ... Αξιότιμοι ~οι ... Κυρίες και ~οι ...|| (με ρ. στο γ' πρόσ., συνήθ. για πελάτη) Για δες τι θέλει ο ~. Τι θα πάρουν οι ~οι;|| (συνοδεύει επώνυμο ή/και όνομα, ιδιότητα) Ο ~ Αντρέας. (ως συντομ. κ.) Ο κ. Πετρόπουλος. (ως συντομ. κ.κ.) Οι κ.κ. Βασιλείου και Ρένεσης. Ο ~ καθηγητής/πρόεδρος ... Μάλιστα, ~ε δικαστά. 2. (λόγ.) εξουσιαστής, κυρίαρχος: ~ του κόσμου (= ο Θεός). Έγινε ο ~ του νησιού/της πόλης (πβ. αφέντης). Κάθε άνθρωπος είναι ~ της μοίρας/τύχης του. Παρέμειναν ~οι της κατάστασης/του παιχνιδιού μέχρι τέλους. Πβ. άρχοντας, βασιλιάς. 3. ΝΟΜ. κάτοχος, ιδιοκτήτης: ο ~ του ακινήτου/της επιχείρησης/των μετοχών. Βλ. συγ~. 4. άνδρας με αξιοπρέπεια, ήθος και σοβαρότητα: Είναι ~ με τα/σε όλα του. Ήταν ένας πραγματικός ~ του ελληνικού θεάτρου. Πβ. ιππότης, τζέντλεμαν. 5. προσηγορία ή προσφώνηση δασκάλου ή καθηγητή μέσης εκπαίδευσης, κυρ. από μαθητές: Με σήκωσε ο ~ στον πίνακα. ~ε, να ρωτήσω κάτι; 6. σύζυγος, οικοδεσπότης ή αφεντικό: (κυρ. παλαιότ.) Ο ~ της κυρίας. Πβ. άνδρας.|| Πότε επιστρέφει ο ~ του σπιτιού;|| (από το υπηρετικό προσωπικό) Ο ~ απουσιάζει. ● ΣΥΜΠΛ.: συμφωνία κυρίων: που δεν βασίζεται σε επίσημο έγγραφο, αλλά στον λόγο των συμβαλλόμενων: Υπάρχει ~ ~ ανάμεσα στις δύο πλευρές ότι ... [< αγγλ. gentlemen's/ gentleman's agreement, γαλλ. ~ ~, 1930] , ψιλός κύριος βλ. ψιλός ● ΦΡ.: κύριος/κυρία του εαυτού μου: ανεξάρτητος/η ή ικανός/ή να διατηρώ τον αυτοέλεγχό μου. ● βλ. κυρία [< 1,5,6: μτγν. κύριος, γαλλ. monsieur, ιταλ. signore 2,3: αρχ. κύριος 4: αγγλ. gentleman]

λαϊκός

λαϊκός, ή, ό λα-ϊ-κός επίθ. {κ. προφ. θηλ. -ιά | λαϊκότ-ερος, -ατος} 1. που σχετίζεται με τον λαό, ανήκει σε αυτόν ή προέρχεται από αυτόν: ~ή: αποδοχή (ενός κόμματος)/βούληση/δυσαρέσκεια (για τα νέα μέτρα)/εξέγερση/επιμόρφωση (βλ. διά βίου εκπαίδευση)/κυβέρνηση. ~ό: αίτημα/κίνημα (βλ. εργατικό κίνημα). ~ αγώνας δρόμου. Εταιρεία ~ής βάσης (: με μετόχους τους κατοίκους μιας πόλης ή ενός μέρους). Προσφυγή στη ~ή ετυμηγορία (: συνήθ. για διεξαγωγή εκλογών). Η κυβέρνηση έχει νωπή και ισχυρή ~ή εντολή. Βλ. αντι~, παλ~, φιλο~.|| (σε ονομασ., με κεφαλ.) Λ~ή Τράπεζα. Λ~ό Λαχείο (κ. ως ουσ. ~ό).|| ~ός: ήρωας. ~ή: ποίηση (= δημώδης· ΑΝΤ. λόγια)/σοφία (βλ. γνωμικό, παροιμία, ρήση). ~ές: δοξασίες/εκδηλώσεις. ~ά: αναγνώσματα/παραμύθια/στοιχεία (= φολκλορικά). Ελληνικός ~ πολιτισμός (βλ. λαογραφία).|| ~οί: χοροί. ~ά: όργανα. ΣΥΝ. δημοτικός, παραδοσιακός. 2. που αφορά τις κατώτερες οικονομικά και κοινωνικά ομάδες: ~ή: συνοικία (βλ. εργατογειτονιά). Οι ~ές τάξεις/τα ~ά στρώματα (: αγρότες, εργάτες). Είναι ~ής καταγωγής. ΑΝΤ. αριστοκρατικός.|| ~ές: τιμές (= φτηνές, χαμηλές).|| (για πρόσ.) Γνήσιος ~ τύπος (: ανεπιτήδευτος, απλός και αυθόρμητος). ~οί: ζωγράφοι (= αυτοδίδακτοι, ναΐφ). 3. (ειδικότ.) που σχετίζεται με το λαϊκό τραγούδι: ~ός: βάρδος/δίσκος/(ραδιοφωνικός) σταθμός/συνθέτης/τραγουδιστής. ~ή: ορχήστρα/συναυλία. ~ό: πρόγραμμα. ~ά: κέντρα (διασκέδασης). Καλλιτέχνης με ~ή φωνή. 4. ΛΕΞΙΚΟΓΡ. (για γλωσσικό στοιχείο) που χρησιμοποιείται κυρ. στον προφορικό λόγο και συνήθ. από τους απλούς ανθρώπους του λαού και αποκλίνει, ως προς τη μορφολογία ή/και την προφορά, από την Κοινή Νεοελληνική: ~ή: έκφραση/λέξη. ΑΝΤ. λόγιος (1) ● Ουσ.: λαϊκά (τα) (προφ.): ενν. τραγούδια: βαριά/παλιά ~. Ακούει μόνο ~., λαϊκός (ο): ΕΚΚΛΗΣ. χριστιανός ορθόδοξος που δεν είναι ούτε ιερωμένος ούτε μοναχός: ~οί και κληρικοί. Βλ. κληρικο~. ΣΥΝ. κοσμικός (1) ● επίρρ.: λαϊκά ● ΣΥΜΠΛ.: λαϊκή αγορά & (προφ.) λαϊκή: υπαίθρια αγορά όπου πωλούνται σε φορητούς πάγκους και σε σχετικά χαμηλές τιμές φρέσκα οπωροκηπευτικά, αλλά και άλλα προϊόντα (π.χ. ψάρια, είδη ένδυσης και οικιακής χρήσης) και η οποία διοργανώνεται συνήθ. μια φορά την εβδομάδα, σε προκαθορισμένα σημεία και για συγκεκριμένες ώρες: εβδομαδιαία/κεντρική/σκεπαστή ~ ~. ~ ~ βιολογικών προϊόντων. ~ές ~ές στις γειτονιές της πόλης. Μικροπωλητές ~ών ~ών. Κάθε Παρασκευή γίνεται/έχει λαϊκή. Βλ. εμποροπανήγυρη, παζάρι, παντοπωλείο, υπαίθριο εμπόριο., λαϊκή ιατρική (κυρ. παλαιότ.): πρακτική και εμπειρική αντιμετώπιση των ασθενειών: χρήση των βοτάνων στη ~ ~ (βλ. γιατροσόφια). Βλ. εναλλακτική ιατρική, ομοιοπαθητική., λαϊκή τέχνη (κ. με κεφαλ. Λ, Τ): ΛΑΟΓΡ. της οποίας δημιουργός είναι ο απλός λαός και η οποία σχετίζεται κυρ. με την αργυροχρυσοχοΐα, την κεντητική, την κεραμική, την ξυλογλυπτική, την υφαντική, τη χειροτεχνία, αλλά και τη μουσική, τα τραγούδια και τους χορούς: η ελληνική ~ ~ (: τέλη 17ου αι.-αρχές 19ου αι.)., λαϊκό δικαστήριο (παλαιότ., ιδ. σε περιόδους πολιτικής και κοινωνικής ανατροπής ύστερα από επανάσταση· σήμερα, κυρ. μτφ.): του οποίου τα μέλη δεν είναι δικαστικοί λειτουργοί, αλλά απλοί πολίτες: Εδώ δεν είναι ~ ~, ο καθένας μπορεί να εκφράζεται ελεύθερα., λαϊκό μέτωπο (κ. με κεφαλ. Λ, Μ): ΠΟΛΙΤ. συνασπισμός κομμάτων, συνήθ. της Αριστεράς., λαϊκό τραγούδι & αστικό λαϊκό τραγούδι: ΜΟΥΣ. είδος τραγουδιού των αστικών κέντρων, εξέλιξη του δημοτικού και του ρεμπέτικου, το οποίο έχει τις απαρχές του στην ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, εξελίσσεται ακόμα και χαρακτηρίζεται από ανατολίτικα ή/και δυτικά στοιχεία: βαρύ ~ ~. Βλ. ελαφρολαϊκό (τραγούδι)., έντεχνο λαϊκό (τραγούδι) βλ. έντεχνος, κοσμικό/λαϊκό κράτος βλ. κοσμικός, λαϊκή απογευματινή βλ. απογευματινός, λαϊκή ετυμολογία βλ. ετυμολογία, λαϊκή κυριαρχία βλ. κυριαρχία, λαϊκή παράδοση βλ. παράδοση, λαϊκή/λαοκρατική δημοκρατία βλ. δημοκρατία, Λαϊκό Πανεπιστήμιο βλ. πανεπιστήμιο, λαϊκό προσκύνημα βλ. προσκύνημα, λαϊκός καπιταλισμός βλ. καπιταλισμός ● ΦΡ.: επί το λαϊκότερον (συνήθ. ειρων.): όταν παρατίθεται η αντίστοιχη συνώνυμη λέξη ή φράση του προφορικού ή λαϊκού λεξιλογίου: Έφυγε γρήγορα ή, ~ ~, την έκανε με ελαφρά πηδηματάκια. [< μτγν. λαϊκός, γαλλ. populaire]

λάμπω

λάμπω λά-μπω ρ. (αμτβ.) {έλαμπ-ε, έλαμ-ψε, λάμ-ψει, λάμπ-οντας} 1. (μτφ.) ακτινοβολώ: Απόψε ~εις ολόκληρη! Μπήκε μέσα, ~οντας από χαρά. 2. (μτφ.) διακρίνομαι, διαπρέπω: ~ψε με το έργο του/στο καλλιτεχνικό στερέωμα. Βλ. δια~.λάμπει: εκπέμπει ή αντανακλά φως: Ο ήλιος ~ε στον ουρανό. Τα κοσμήματά της ~αν. Πβ. φωτοβολεί.|| (κατ' επέκτ.) Τα πατώματα/τζάμια ~ουν (από καθαριότητα) (= απαστράπτουν, αστράφτουν, γυαλίζουν, λαμποκοπούν).|| Δέρμα που ~ από ομορφιά/υγεία. Τα μάτια του ~αν (= αστραπο-, φεγγο-βολούσαν, σπινθήριζαν) από ευτυχία/ικανοποίηση. Στο άκουσμα της είδησης, το πρόσωπό της ~ψε (= φωτίστηκε· ΑΝΤ. σκοτείνιασε).|| (μτφ.) Ζητούν να ~ψει (= να αποκαλυφθεί, να έρθει στο φως) η αλήθεια. ● ΦΡ.: ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός (παροιμ.): η εντυπωσιακή εμφάνιση πράγματος ή η συμπεριφορά προσώπου δεν αντιπροσωπεύει κατ' ανάγκη την πραγματική του κατάσταση ή αξία. Πβ. τα ράσα δεν κάνουν τον παπά. [< γαλλ. tout ce qui brille n' est pas or] , έλαμψε διά της απουσίας του βλ. απουσία [< αρχ. λάμπω]

λέξη

λέξη λέ-ξη ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -εως | -εις, -εων} 1. ΓΛΩΣΣ. μονάδα του λόγου, γλωσσικό σημείο που έχει μορφή και περιεχόμενο (σημασία): λεξικές (ή πλήρεις) και γραμματικές (ή λειτουργικές ή κενές) ~εις. Απλές και μη απλές (: σύνθετες ή παράγωγες) ~εις (βλ. επίθ-, μόρφ-ημα, θέμα). Φωνολογικές ~εις. Οι τύποι μιας ~ης.|| (ΓΡΑΜΜ.) Άκλιτες ή κλιτές ~εις.|| (ΛΕΞΙΚΟΓΡ.) Απαρχαιωμένες/αρχαίες ελληνικές/νέες (= νεολογισμοί)/σπάνιες ~εις. Η ετυμολογία/ο ορισμός μιας ~ης. Καταχώρηση ~εων σε λεξικό. Βλ. λεξιλόγιο.|| Δυσνόητη/κακόηχη/συνθηματική (βλ. πάσγουορντ) ~. Άγνωστες/βασικές/καθημερινές/ξένες/χυδαίες ~εις. Τα γράμματα/η έννοια/η μετάφραση μιας ~ης. Πώς γράφεται/τι σημαίνει η ~ ...; Από πού βγαίνει/προέρχεται η ~ ...; ~ που αρχίζει από/με φωνήεν. Δεν μου 'ρχεται η κατάλληλη ~. Αναζήτηση με ~εις-κλειδιά (: σε βάσεις δεδομένων). || ~εις-συνθήματα (: αλλαγή, επανίδρυση, κάθαρση). 2. κάτι που λέγεται ή γράφεται, σύντομη κουβέντα: Δεν ακούω ~ (για αυτό το ζήτημα)! Δεν μπόρεσε να αρθρώσει/βγάλει ~ (: να μιλήσει). ~ δεν έγραψε στο διαγώνισμα (: έδωσε λευκή κόλλα). Δεν έχουν ανταλλάξει ~ από το πρωί. Θέλω να σου πω δυο ~εις (= λόγια). Ξεστόμισε/χρησιμοποίησε βαριές ~εις (πβ. εκφράσεις). 3. ΠΛΗΡΟΦ. ο αριθμός των δυαδικών ψηφίων που μπορούν να αποθηκευτούν σε έναν καταχωρητή της κεντρικής μονάδας επεξεργασίας υπολογιστή και ο οποίος αποτελεί πολλαπλάσιο του οκτώ. ● Υποκ.: λεξίδιο (το) {συνήθ. στον πληθ.}: Βλ. -ίδιο., λεξούλα (η): Το μωρό είπε τις πρώτες του ~ες. ● ΣΥΜΠΛ.: λέξη-ταμπού βλ. ταμπού, μήκος λέξης βλ. μήκος, πρωτότυπη λέξη βλ. πρωτότυπος ● ΦΡ.: δεν λέω/δεν βγάζω λέξη (προφ.) 1. δεν λέω τίποτα, δεν μιλώ καθόλου: Δεν έβγαλε ~ από το στόμα του.|| (συχνά απειλητ.) Μην πεις ~ σε κανέναν! Μείνε εδώ ήσυχος και μη βγάλεις ~. Πβ. δεν βγάζω άχνα, σωπαίνω. 2. μόνο στο "δεν βγάζω λέξη": δεν καταλαβαίνω τίποτα: ~ ~ από το κείμενο., δεν μου βγαίνει λέξη (προφ.): δεν μπορώ να εκφραστώ προφορικά ή γραπτά, δεν έχω έμπνευση., δεν παίρνω λέξη πίσω (προφ.): δεν αναιρώ ή δεν μετανιώνω για προηγούμενη δήλωσή μου. ΑΝΤ. το παίρνω πίσω., επί λέξει (λόγ.) & κατά λέξη/(λόγ.) λέξιν: με τα ίδια ακριβώς λόγια: Στην παραίτησή του αναφέρει ~ ~ τα εξής ... Δήλωσε/μου είπε ~ ~ τα ακόλουθα ...|| (ως επίθ.) ~ ~ μετάφραση (= κατά γράμμα, πβ. πιστή, βλ. ελεύθερη). ΣΥΝ. αυτολεξεί, λέξη προς λέξη (1), έχω/λέω την τελευταία λέξη/τον τελευταίο λόγο/την τελευταία κουβέντα: παίρνω την οριστική απόφαση, καθορίζω το τέλος, το αποτέλεσμα: Δεν έχω πει ακόμη ~ μου ~. Ο λαός θα πει ~ ~ στις εκλογές. Θέλει να έχει ~ ~ σε όλα. [< γαλλ. avoir le dernier mot ] , λέξη προς λέξη 1. επί λέξει. 2. με κάθε λεπτομέρεια: Τα αφηγήθηκα/είπα όλα ~ ~. [< γαλλ. mot à mot] , με μια λέξη & με δυο λέξεις: με λίγα λόγια, πολύ σύντομα, συνοπτικά: Ανακεφαλαιώνω/περιγράφω/συνοψίζω/χαρακτηρίζω κάτι ~ ~. ~ ~, μου είπε ότι εγώ φταίω. [< γαλλ. en un mot] , ούτε λέξη 1. (+ για) κανένας λόγος, καμία αναφορά: (Δεν είπε) ~ ~ για άδεια. 2. απολύτως τίποτα: Δεν πιστεύω ~ ~ απ' όσα είπες.|| Δεν γνωρίζει ~ ~ (= καθόλου) Γαλλικά., παίζω με τις λέξεις & (σπάν.) παίζω με τα λόγια: κάνω περίεργους συνδυασμούς λέξεων, εκμεταλλεύομαι την πολυσημία τους, για να δημιουργήσω ασάφεια, να οδηγήσω κάποιον σε παρερμηνεία: Στα ποιήματά του ~ει ~.|| Μην ~εις ~! [< γαλλ. jouer sur les mots] , πίσω από τις λέξεις & κάτω από τις λέξεις (μτφ.): αναφορά στο βαθύτερο νόημα φράσης, ενέργειας: Τι κρύβεται ~ ~; Η ουσία ~ ~. Μάθε να διαβάζεις ~ ~ (= ανάμεσα στις/πίσω από τις γραμμές)., δεν του παίρνεις λέξη/κουβέντα βλ. κουβέντα, η τελευταία λέξη βλ. τελευταίος, με όλη τη σημασία της λέξης βλ. σημασία, μια εικόνα/μια φωτογραφία (αξίζει όσο) χίλιες λέξεις βλ. εικόνα, παιχνίδι με τις λέξεις βλ. παιχνίδι [< μεσν. λέξη < αρχ. λέξις, γαλλ. mot 3: αγγλ. word, 1946]

λεπτό

λεπτό λε-πτό ουσ. (ουδ.) & (προφ.) λεφτό 1. ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα χρόνου (σύμβ. min) ίση με το ένα εξηκοστό της ώρας ή με εξήντα δευτερόλεπτα· συνεκδ. σύντομο χρονικό διάστημα: διάρκεια ενός ~ού. Χρέωση ... ευρώ ανά/το ~. Πέντε ~ά (= πεντάλεπτο) διάλειμμα. (στην κινητή τηλεφωνία:) Δωρεάν ~ά ομιλίας. Μέσα σε δύο ~ά/εντός είκοσι ~ών. Τρία ~ά αργότερα. Πριν (από) επτά ~ά. Δεκαπέντε ~ά (= ένα τέταρτο) μετά τις δύο. Είναι τριάντα ~ά (= μισή ώρα) μακριά/με τα πόδια. Απομένουν έξι ~ά (μέχρι τη λήξη). Επιστρέφω σε δέκα ~ά (= σε ένα δεκάλεπτο). Διακόπτουμε για λίγα ~ά (: ολιγόλεπτη διακοπή). Πάλεψαν για τη νίκη μέχρι το τελευταίο ~ του αγώνα. Πβ. πρώτο.|| Τον συμπάθησα από το πρώτο ~. Θα πάρει μόνο ένα ~ (= πολύ λίγο). Ζει κάθε ~ της ζωής του. Πβ. στιγμή. 2. ΟΙΚΟΝ. νομισματική μονάδα ίση με το ένα εκατοστό του ευρώ (και παλαιότ. της δραχμής)· συνεκδ. το αντίστοιχο κέρμα: δύο/πέντε/δέκα/είκοσι/πενήντα ~ά (= δί-/πεντά-/δεκά-/εικοσά-/πενηντά-λεπτο). ΣΥΝ. ευρωλεπτό, σεντ 3. ΓΕΩΜ. μονάδα μέτρησης γωνιών, ίση με το ένα εξηκοστό της μοίρας. ● Υποκ.: λεπτάκι & λεπτούλι (το): στη σημ. 1: μισό λεπτάκι. ● ΣΥΜΠΛ.: δεύτερο (λεπτό): δευτερόλεπτο. ● ΦΡ.: από λεπτό σε λεπτό & από το ένα λεπτό στο άλλο (προφ.) 1. σε πολύ λίγο: Τους περιμένω ~ ~. Πβ. από τη μια στιγμή/μια μέρα στην άλλη, από ώρα σε ώρα, οσονούπω. ΣΥΝ. από στιγμή σε στιγμή, όπου να 'ναι (1) 2. πολύ γρήγορα: Η κατάστασή του χειροτερεύει ~ ~. [< γαλλ. d'une minute à l'autre ] , για μισό/για ένα λεπτό (προφ.): για να εκφραστεί αντίρρηση, διαφωνία ή για να ζητηθούν διευκρινίσεις, εξηγήσεις: ~ ~ (= όπα), πότε το είπα αυτό;|| ~ ~ (= κάτσε, περίμενε, στάσου), γιατί με μπέρδεψες, τι εννοείς;, ένα/μισό λεπτό (προφ.): για να δηλωθεί πολύ μικρό χρονικό διάστημα: Περίμενε ~ ~ (= λιγάκι)! Επιστρέφω σε ~ ~ (= αμέσως). Μισό ~ να κοιτάξω και θα σου πω (κ. αργκό "μισό"). ~ ~, παρακαλώ!, ενός λεπτού σιγή & μονόλεπτη/-ος σιγή & τριών λεπτών σιγή: απόδοση τιμής σε αποθανόντα συνήθ. πριν από την έναρξη επίσημης εκδήλωσης, διάρκειας ενός λεπτού ή τριών λεπτών (κυρ. στη μνήμη πολλών θυμάτων), σε σιωπηλή και όρθια στάση των παρευρισκομένων: Κράτησαν/τήρησαν ~ ~. [< γαλλ. une minute de silence] , λεπτό προς λεπτό: (συνήθ. για δημοσιογραφική κάλυψη) αναλυτική παρακολούθηση γεγονότος ή διαδικασίας την ώρα που λαμβάνει χώρα: ~ ~ η επιχείρηση απεγκλωβισμού/οι κρίσιμες πολιτικές εξελίξεις/η μάχη των εκλογών., ούτε λεπτό: καθόλου, ούτε στιγμή: Δεν υπάρχει ~ ~ για χάσιμο! Δεν σταμάτησε ~ ~ να βρέχει. Θα σε περιμένω μέχρι τις τέσσερις, ~ ~ παραπάνω., στο λεπτό: αμέσως, πάρα πολύ γρήγορα: φωτογραφίες ~ ~ (πβ. της στιγμής). Ετοιμάστηκε ~ ~ (= σε κλάσμα/κλάσματα (του) δευτερολέπτου, στη στιγμή, στο άψε σβήσε/πι και φι/πιτς φιτίλι/τάκα-τάκα/τσακ μπαμ). [< γαλλ. à la minute] [< μτγν. λεπτόν 1,2: γαλλ. minute]

λευτεριά

λευτεριά λευ-τε-ριά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-λογοτ.): ελευθερία. ● ΣΥΜΠΛ.: καλή λευτεριά!: ευχή σε έγκυο να έχει καλό τοκετό. [< μεσν. λευτεριά]

λέω

λέω λέ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {λες, λέ-ει, -με, -τε, -ν(ε), έλεγα, είπα (προστ. πες, πείτε κ. πέστε), πει, λέγ-ομαι, λέ-χθηκε (λόγ.) ειπώ-θηκε (λογιότ. ελέ-χθη, -χθησαν, μτχ. λε-χθείς, -χθείσα, -χθέν), λε-χθεί (λόγ.) ειπω-θεί, λέγ-οντας, -όμενος, ειπω-μένος} & (λόγ.) λέγω 1. εκφέρω λέξεις και φράσεις, αρθρώνω φθόγγους: Συγγνώμη, δεν σ' άκουσα, τι είπες; Είπαν (= αντάλλαξαν) βαριές κουβέντες. Έχω κάτι να σου πω (: εμπιστευτώ), αλλά μην το πεις (= αποκαλύψεις, μαρτυρήσεις) σε κανέναν/πουθενά. Πες το μου στ' αυτί/ψιθυριστά. Έφυγε, ~οντας μόνο ένα "γεια". Έχουν ~χθεί τα πάντα. (εμφατ.) ~ει και ~ει ασταμάτητα (πβ. μιλώ). Δεν ξέρει τι ~ει (= ~ει ασυναρτησίες). (ειρων.) Τέτοια λέγε μου, να χαίρομαι!|| Τι έχεις να πεις σε όσους σε κατηγορούν; Πβ. απαντώ.|| ~ τη γνώμη μου (= διατυπώνω, εκφράζω)/ψέματα (= ψεύδομαι). ~ει τις ειδήσεις (= εκφωνεί, παρουσιάζει). Πείτε μου/πέστε μου τι κάνετε/τα νέα σας. Μας είπε (= ανακοίνωσε) την απόφασή του/τα εξής: … Αναγκάστηκε να πει (= ομολογήσει, παραδεχτεί) την αλήθεια.|| Δεν μπορεί να πει (= προφέρει) το "ρο".|| Στο ~ εγώ, θα έρθει (πβ. διαβεβαιώνω)! Τι το λες και δεν το κάνεις; Ό,τι είχα/ήταν να πω το είπα (πβ. δηλώνω). Ό,τι και να πεις, έχεις δίκιο. Αφού σου είπα (= υποσχέθηκα) ότι θα σε βοηθήσω, θα το κάνω. Στο είχα πει (: επαναλάβει) πολλές φορές.|| Το είπε (= μετέδωσε) το ραδιόφωνο.|| ~νε (= κάνουν λόγο) για τα χθεσινά. 2. σκέφτομαι, υπολογίζω· νομίζω, πιστεύω· υποθέτω, φαντάζομαι: ~ να φύγω αύριο (πβ. προγραμματίζω, σκοπεύω, σχεδιάζω). Πάνω που είπα (= αποφάσισα) κι εγώ να σοβαρευτώ ... -Θα έρθεις; -Έτσι ~. Και να πεις πως δεν το περίμεναν! Πες πενήντα τα οδοιπορικά κι εκατό η διαμονή. Πόση ώρα λες να πάρει;|| Εσύ τι λες/τι έχεις να πεις γι’ αυτά; Τι θα πει ο κόσμος; (με αμφιβολία ή απορία:) ~τε να είναι τόσο απλό;|| Αν δεν σε ήξερα, θα έλεγα ότι δεν είσαι (= δεν θα σε έκανα) πάνω από είκοσι. Έτσι όπως είχε ξαπλώσει, έλεγες ότι κοιμάται. Πες πως ήσουν στη θέση μου, τι θα έκανες; Ποιος να (μου) το 'λεγε ότι θα χώριζαν! 3. για παράθεση άποψης, φήμης, γνωμικού, των λόγων κάποιου: (συνήθ. στο γ' πρόσ.) ~νε/~εται ότι/πως ... (πβ. διαδίδεται, μαρτυρείται, συζητιέται, φημολογείται, ψιθυρίζεται). Πολλά ~ονται και ακούγονται γι' αυτό το θέμα. Απ' ό,τι λένε (οι δικοί του) είναι πολύ ώριμος για την ηλικία του. Η παράδοση ~ει (= αναφέρει) ότι ο πύργος ήταν στοιχειωμένος. Στο χωριό μου ~νε: "Δεν υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά".|| Όπως ακριβώς είπα/~θηκε και πριν, ...|| (σε ευθύ ή πλάγιο λόγο) Και γυρίζει και μου ~ει: "Έχεις καθόλου λεφτά;" (πβ. ρωτώ). Δεν τη νοιάζει, ~ει. (Μου) είπε να μη χαθούμε. 4. (ειδικότ.) ισχυρίζομαι, υποστηρίζω: Ο ίδιος ~ει ότι έπεσε θύμα απάτης. Το ~ και το πιστεύω. Είσαι σίγουρος για όσα λες; Σύμφωνα με όσα ~ει σε συνέντευξή της ... Δεν ~/δεν μπορώ να πω ότι το έκανε αυτός/επίτηδες. 5. εισαγωγικά ή παρενθετικά στον λόγο ή σε τυπικές φράσεις για προσέλκυση της προσοχής, έκφραση απορίας, αμηχανίας, δυσαρέσκειας: Δεν μου λες, αύριο έχουμε μάθημα; Για να το πούμε αλλιώς/απλά/καλύτερα, ... Τολμώ να πω ότι την καταλαβαίνω. Συγγνώμη, να πω κάτι (πβ. αναφέρω, επισημαίνω, προσθέτω); Και να πω και κάτι άλλο ... Θα μου επιτρέψετε/πρέπει να πω ... Δεν χρειάζεται/περιττό να πω ότι ... (: για κάτι αυτονόητο, γνωστό). Σου το/στο ~ σαν φίλος, ξέχασέ την.|| (επιτατ., θυμωμένα:) Αυτό που σου ~ εγώ!|| (απειλητ.) Για πρόσεχε τι λες!|| (συγκαταβατικά) Ό,τι πεις εσύ!|| (στερεότυπη φρ. όταν σηκώνουμε το τηλέφωνο) Λέγετε; Λέγετε, παρακαλώ! 6. ονομάζω, αποκαλώ, χαρακτηρίζω κάποιον ή κάτι: -Πώς σε ~νε; -Με ~νε Ειρήνη. ~ομαι ... (: για ονοματεπώνυμο). Πολύ ακατάδεχτη η ... πώς την είπαμε; (: όταν δεν θυμόμαστε το όνομα κάποιου).|| Πώς ~εται αυτό στα Γαλλικά (πβ. μεταφράζω);|| Τον είπε βλάκα μπροστά σ' όλους. (για παρατσούκλι) Στο σχολείο τον ~νε ξερόλα. Εγώ αυτό το ~ κοροϊδία. 7. εννοώ, σημαίνω, δείχνω: (συνηθέστ. στο γ' πρόσ.) Τι θα πει "ελευθερία"; Αν γυρίσει, θα πει πως σ' αγαπάει. Το ότι τον προσκάλεσα δεν θα πει ότι τον συμπαθώ κιόλας.|| Νομίζω αυτό ~ει πολλά για τον χαρακτήρα της. Η φωτογραφία τα ~ει όλα. Το θερμόμετρο ~ει σαράντα βαθμούς Κελσίου. Η πινακίδα ~ει "Απαγορεύεται η αναστροφή". Πάτησε το κουμπί που ~ει στοπ.|| (προφ.) -Τι ώρα λες (: τι ώρα ~ει το ρολόι σου); Τα μάτια σου άλλα ~νε ... 8. ζητώ από κάποιον να κάνει κάτι· προτείνω, συμβουλεύω: Πες του να περάσει. Άσε με ήσυχη, σου είπα! Μην του πεις μόνο για διάβασμα (: να διαβάσει)! Θα σου πω εγώ πότε να σταματήσεις (πβ. καθοδηγώ, υποδεικνύω). Κάνε ό,τι σου ~ει (πβ. διατάζω)!|| Εγώ ~ να πάμε. Θα σου έλεγα να μη βιαστείς. Πες του κι εσύ κάτι! 9. (προφ.) διατυπώνω γραπτώς, αναφέρω: Τι ~νε (= γράφουν) οι εφημερίδες; Η διαθήκη/ο νόμος ~ει (= ορίζει) ... Χρειάζεσαι μία υπεύθυνη δήλωση που να ~ει ότι ... Ένας μεγάλος ποιητής είπε ... 10. προβλέπω, προλέγω: Εγώ το είχα πει από την αρχή. Όταν εγώ στα 'λεγα, εσύ δεν με πίστευες. Πβ. προειδοποιώ. 11. εξηγώ, ερμηνεύω: ~ει (= διαβάζει) τον καφέ/το μέλλον/τη μοίρα/το φλιτζάνι/τα χαρτιά.|| Μπορείς να μου πεις τι σημαίνει ... 12. αφηγούμαι, εξιστορώ, περιγράφω: Δεν ξέρει να ~ει ανέκδοτα. Πείτε μας πώς τα περάσατε στο ταξίδι. Ακριβώς έτσι έγιναν, όπως τα είπε. Πες μας τι σου συμβαίνει. Πβ. διηγούμαι.|| Ένας απ' τους δυο σας ~ει παραμύθια (πβ. παραμυθιάζω, ψεύδομαι). 13. κουβεντιάζω, συζητώ: Τα ~με πού και πού. Κάτσε να τα πούμε λιγάκι. Για σένα λέγαμε (= μιλούσαμε). Πίνανε και λέγανε τα δικά τους. Τι ακριβώς ~θηκε/~χθη στη γενική συνέλευση;|| Όπως είπαμε (= συμφωνήσαμε), εντάξει; 14. επαναλαμβάνω προφορικά κάτι που έχει ορισμένη μορφή και συνήθ. το έχω αποστηθίσει: ~ ένα ποίημα (= απαγγέλλω)/την προσευχή μου. Θα πει (= τραγουδήσει) κομμάτια από τον τελευταίο του δίσκο. Βλ. λεγάμενος, λέγειν, λεγόμενα, λεγόμενος.λέει (προφ.) 1. (συνήθ. με άρνηση) αξίζει: -Τι ~ το/σαν μαγαζί; - Δεν ~ μία/τίποτα. Η ταινία δεν έλεγε πολλά (πράγματα). Βλ. ψιλο~. 2. για έμφαση, ενίσχυση των λεγομένων: Ξεφαντώσαμε, ~! Αν τον ξέρω, ~; Απ’ έξω κι ανακατωτά. Πβ. δεν λες τίποτα/δεν σου λέω τίποτα/δεν θα πει τίποτα! 3. ως συμπλήρωμα στην ομιλία, όταν κάποιος δεν βρίσκει τις κατάλληλες λέξεις: Και μου ζήτησε, ~, να φύγω ~, γιατί ήθελε, ~, να ... Πβ. να πούμε. 4. σε αφηγήσεις ή υποθέσεις: Ήτανε, ~, κάποτε ένας βασιλιάς... Είδα, ~, στο όνειρό μου ότι ...|| Φαντάσου, ~, να ξανασυναντηθούμε μια μέρα. 5. για να δηλωθεί έντονη έκπληξη, απορία ή αγανάκτηση: Ποιος ήταν ~; 6. για λόγο που θεωρείται πρόφαση, δικαιολογία: Δεν ήρθε γιατί, ~ (= δήθεν), είχε δουλειά. Πβ. τάχα. 7. φημολογείται: Ο γιος τους, ~, είχε μπει φυλακή. ● ΦΡ.: ... όπως/που λέει και (προφ.): όταν αναφέρονται τα λόγια κάποιου, αποφθέγματα, παροιμίες ή στίχοι τραγουδιού: Κάθε εμπόδιο για καλό, ~ ~ ο λαός. Όπως έλεγαν οι πρόγονοί μας, ..., άλλο να στο λέω, κι άλλο να τ' ακούς/να το βλέπεις (προφ.-εμφατ.): για να δηλωθεί ότι κάτι δεν περιγράφεται με λόγια: Είχε γίνει έξω φρενών, φώναζε, έβριζε, άσε ... ~ ~ ακούς! Τα χρώματα του πίνακα είναι μοναδικά, όμως ~ ~ βλέπεις!, ας πούμε (προφ.) 1. για να δοθεί παράδειγμα: Παιδιά που είναι, ~ ~, οκτώ ετών ... Πβ. για παράδειγμα/παραδείγματος χάριν/χάρη, ξέρω γω. 2. για να εκφραστεί μία υπόθεση: ~ ~ (= ας υποθέσουμε) ότι ψάχνεις για δουλειά ... Πβ. έστω. 3. για να γίνει μία πρόταση: -Πότε να πάμε; -~ ~ την πρώτη του μηνός., ας τα λέμε καλά (προφ.): σχετικά καλά, ως τυπική απάντηση χαιρετισμού: -Τι κάνεις; -Ε, ~ ~..., άστον/άσ' τον να λέει (προφ.): συνήθ. ως προτροπή σε κάποιον να μη δίνει σημασία στα λόγια τρίτου: Άστους να λένε, είσαι η καλύτερη!, αυτά/έτσι που λες/λέτε! (προφ.): σε περιπτώσεις που κάποιος θέλει να συνοψίσει κάτι ή δεν ξέρει τι άλλο να πει: ~ ~ φίλε μου, δεν πάει άλλο αυτή η κατάσταση., αυτό θα πει ...! (προφ.): (ως ένδειξη αναγνώρισης, θαυμασμού) αυτό είναι: ~ ~ αγάπη/εξυπηρέτηση/μαγκιά/τύχη!, αυτό/η αλήθεια/το σωστό να λέγεται (προφ.-εμφατ.): για να εκφραστεί παραδοχή, ομολογία ή συμφωνία με κάτι που προηγείται ή ακολουθεί: Είναι ωραίος νέος, αυτό/το σωστό να ~. Η αλήθεια να ~, μαζί της δεν βαριέμαι ποτέ., αφού το λες εσύ & αφού το λέτε εσείς (προφ.): (συγκαταβατικά) για να δηλωθεί αποδοχή της άποψης του άλλου: Ε, ~ ~, έτσι θα 'ναι/κάτι (παραπάνω) θα ξέρεις., για λέγε/πες (προφ.): ως προτροπή για να αφηγηθεί κάποιος κάτι ενδιαφέρον: -Συναντηθήκαμε χθες. -~ ~, ~ ~!, για να μη (σου) πω & μη (σου) πω: παρενθετικά στον λόγο για να προσθέσουμε κάτι, χωρίς να είμαστε απόλυτοι: Ένα από τα πιο σημαντικά, ~ ~ το πιο σημαντικό, είναι ..., για να σου πω (προφ.): (αυστηρά) ως έκφραση δυσφορίας, για να σταματήσει κάποιος να λέει ή να κάνει κάτι ενοχλητικό: Α, ~ ~, μη μου φωνάζεις εμένα! ~ ~, σαν πολύ αέρα δεν πήρες;, δε(ν) λέγεται (προφ.-εμφατ.): δεν μπορεί να εκφραστεί με λόγια: Το τι αγόρασε ~ ~! ~ ~ τι τράβηξα μέχρι να τελειώσω., δε(ν) λέω (προφ.): δεν αντιλέγω, δεν διαφωνώ: ~ ~, η δουλειά είναι δύσκολη, αλλά ..., δεν λέει να 1. (προφ.) για κάτι που δεν συμβαίνει, κυρ. αντίθετα από το επιδιωκόμενο ή το προσδοκώμενο: Αυτή η γρίπη ~ ~ περάσει με τίποτα. Η ώρα περνούσε κι αυτός δεν έλεγε να κουνηθεί από τη θέση του. 2. (νεαν. αργκό) δεν είναι σωστό, πρέπον ή συμφέρον: Θα περιμένω να τον αποχαιρετήσω, ~ ~ φύγω έτσι., δεν λες καλά/καλύτερα (που) ... & πάλι καλά (να λες) (που): (προφ.) όταν κάποιος προσπαθεί να εστιάσει στις θετικές πλευρές μιας δυσάρεστης κατάστασης: ~ ~ που δεν πάθατε τίποτα! Πβ. ευτυχώς.|| -Άργησες, αλλά τουλάχιστον ήρθες. -Πάλι καλά να λες!, δεν λες τίποτα/δεν σου λέω τίποτα/δεν θα πει τίποτα! (προφ.-εμφατ.): για να εκφραστεί συμφωνία με τα προαναφερθέντα και υπερθεματισμός: Καλά, ~ ~, το μέρος ήταν καταπληκτικό! -Πώς περάσατε χθες, ωραία; -Ωραία ~ ~, τέλεια ήταν! Τυχερή, ~ ~, από θαύμα ζει!, δεν μου λέει τίποτα (προφ.): δεν μου κάνει αίσθηση, δεν το θεωρώ σημαντικό: Το ότι είναι πλούσιος πραγματικά/προσωπικά ~ ~. [< γαλλ. cela ne me dit rien] , δεν σου λέω (οικ.): (με περιπαικτική διάθεση) σε περίπτωση που κάποιος αρνείται πεισματικά να μιλήσει για κάτι: ~ ~, για να μάθεις! ~ ~, ~ ~, πού ήμουν!, είπα κι εγώ (προφ.): σε περιπτώσεις που ανατρέπονται τα λόγια, οι αρχικές σκέψεις ή εκτιμήσεις κάποιου: ~ ~ με ξέχασες;, είπα ξείπα (προφ.): για αναίρεση προηγούμενης δήλωσης ή υπόσχεσης: -Μα μου είπες πως θα μου το αγοράσεις. -~ ~ (: το παίρνω πίσω).|| (ως ουσ.) Βαρέθηκα τα ~ ~ του., είπες κάτι/τίποτα; (προφ.): με αυστηρό ύφος ή απειλητικά, για να αποθαρρυνθεί κάποιος που εκφράζει αντιρρήσεις, συνήθ. μουρμουρίζοντας ή μιλώντας σιγά: Δεν κατάλαβα. ~ ~;, εμένα μου λες (προφ.): ως έκφραση αμφισβήτησης ή συμφωνίας: (ειρων.) -Συγγνώμη, δεν θα ξαναγίνει. -~ ~!|| -Είναι πολύ δύσκολος άνθρωπος. -~ ~; Ένας θεός ξέρει τι έχω τραβήξει μαζί του., ένα (μόνο) σου λέω (προφ.-εμφατ.): για προσέλκυση της προσοχής σε αυτό που θα ακολουθήσει: ~ ~ και να το θυμάσαι, τίποτα δεν είναι δεδομένο. (απειλητ.) Ένα μόνο θα σου πω, μη διανοηθείς και ξαναγυρίσεις!, εσύ το λες αυτό/εσύ είσαι που το λες αυτό 1. (προφ.-εμφατ.) αυτή είναι η δική σου άποψη, όχι η δική μου: Εγώ δεν είπα ότι δεν θέλω, ~ ~. 2. (σε ερώτηση) ως έκφραση έκπληξης, απορίας για τα λεγόμενα κάποιου: -Δεν αντέχω άλλο. -~ ~; Νόμιζα ότι σου άρεσε η δουλειά., έτσι λες; (προφ.): αυτό νομίζεις, αυτό πιστεύεις;: ~ ~ ε; Μπορεί να 'χεις και δίκιο ..., έτσι σου είπαν να λες; (προφ.): ως έκφραση αντίρρησης, διαμαρτυρίας για κάτι που ειπώθηκε: -Ο καθένας θα μπορούσε να βρεθεί στη θέση του. -Μπα, ~ ~;, έχει να πει κάτι/έχει κάτι να πει (προφ.): (για καλλιτέχνη ή καλλιτεχνική δημιουργία) προτείνει κάτι διαφορετικό, καινούργιο: Η ταινία δεν ~ ~., έχω να (το) λέω (προφ.): εκφράζομαι με τα καλύτερα λόγια για κάποιον ή κάτι: ~ ~ για τη φιλοξενία τους., θα έλεγα (προφ.): κειμενικός δείκτης που τονίζει την υποκειμενικότητα μιας κρίσης: Τα θέματα ήταν αρκετά εύκολα, ~ ~ (= κατά τη γνώμη μου).|| (επιτατ.) Η αύξηση είναι σημαντική, εντυπωσιακή ~ ~ (= τολμώ να πω). Πβ. αν θέλεις/θέλετε., θα μου πεις ... (προφ.): (παρενθετικά στον λόγο) ως έκφραση άποψης, σκέψης ή πιθανής εξέλιξης: Κάθε αρχή και δύσκολη, θα μου πεις., θα σου 'λεγα (τώρα) (προφ., συνήθ. με θυμωμένο ύφος): για μετριασμό των λεγομένων ή αποσιώπηση βαρύτερων χαρακτηρισμών και λόγων: ~ ~ καμιά κουβέντα, έχε χάρη όμως που ... ~ ~ τίποτα για το σόι σου, αλλά ... Πβ. τι του λες/τι να του πεις τώρα;, θα τα πούμε (προφ.) 1. ως έκφραση αποχαιρετισμού: Πολλά φιλιά, ~ ~ (από κοντά/σύντομα/την Τρίτη). Πβ. τα λέμε. 2. (απειλητ.) θα λογαριαστούμε, αναμετρηθούμε: Εμείς (οι δύο) ~ ~ στο γήπεδο/δικαστήριο., και πάει λέγοντας (προφ.): και ούτω καθεξής: Το νέο νομοσχέδιο προκάλεσε αντιδράσεις, απεργίες, διαμαρτυρίες ~ ~. ΣΥΝ. και τράβα κορδέλα/κορδόνι, και τι δεν είπε (εμφατ.-προφ.): για να δηλωθεί ότι ειπώθηκαν πολλά: ~ ~ για τον διευθυντή, ότι τους καταπιέζει, ότι τους εκμεταλλεύεται, ότι ..., καλά μου (τα) έλεγες/τα 'λεγες (προφ.): για επιβεβαίωση της κρίσης κάποιου άλλου: ~ ~ να μην ανακατευτώ, αλλά πού μυαλό! Καλά μου είπανε πως είναι απατεώνας., καλά/όπως/σωστά (τα) λες/λέτε (προφ.): για να δηλωθεί συμφωνία με τα λεγόμενα κάποιου: (Πολύ) καλά τα λες, αλλά ποιος σ' ακούει; Ακριβώς έτσι έγινε, φίλε, σωστά τα λες. Ναι, ναι, (έτσι) όπως τα λέει είναι ..., κάτι έλεγες ...; (προφ.-ειρων.): όταν τα λόγια κάποιου αντιτίθενται στις πράξεις του ή γενικότ. δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα., κάτι μας είπες (τώρα)! (προφ.-ειρων.): για κάτι γνωστό, αυτονόητο: -Τόσο καιρό μας έλεγε ψέματα. -Χαίρω πολύ, ~ ~! Πβ. τι μας λες (τώρα);, κάτι μέσα μου (μού) λέει/κάτι μου λέει ότι/πως ... (προφ.): διαισθάνομαι ή προαισθάνομαι κάτι: Κι όμως εμένα ~ ~ θα τον ξαναδώ. [< γαλλ. quelque chose me dit que] , κάτι μου λέει (προφ.): μου θυμίζει κάτι: ~ ~ το όνομά του, αλλά δεν είμαι σίγουρη.|| Η φωτογραφία δεν μου λέει κάτι/τίποτα. [< γαλλ. me dit quelque chose] , λέγε λέγε/πες πες (προφ.-εμφατ.): σε περιπτώσεις που λέγεται κάτι συνεχώς και επίμονα σε κάποιον: ~ ~ στο τέλος τον έπεισαν. Πβ. λέγε λέγε το κοπέλι, κάνει την κυρά/τη γριά και/να θέλει., λέγε με ... & μπορείς να με λες (προφ.): (ακολουθεί κύριο όνομα ή ουσιαστικό) να με αποκαλείς, φωνάζεις ..., όταν θέλει κάποιος να δημιουργήσει κλίμα οικειότητας ή, ειρων., για τον ίδιο του τον εαυτό: Από 'δω και πέρα ~ ~ απλώς/σκέτο Μαρία.|| Τελικά, δεν ήταν και τόσο δύσκολο να το φτιάξω, ~ ~ και μάστορα!, λέμε τώρα (προφ.-ειρων.): που λέει ο λόγος: Καλά είμαι, ~ ~. Υποσχέσεις για ένα καλύτερο, ~ ~, μέλλον., λες κ(α)ι (προφ.): σαν να: Το θυμάμαι ~ ~ ήταν χθες! Δεν μπορούσε να μιλήσει, ~ ~ κάτι του 'φραζε το στόμα. Πβ. θαρρείς και., λέω (από) μέσα μου/απομέσα μου/στον εαυτό μου: δηλ. χωρίς να ακούγομαι: Είπε ~ του (: σιγανά, σιωπηλά, χαληλόφωνα) μια προσευχή. Όλα θα πάνε καλά, είπε ~ της (: σκέφτηκε, συλλογίστηκε). Αν έχεις κάτι να πεις, μην το λες ~ ~ σου (= πες το δυνατά, φωναχτά). Βλ. μουρμουρίζω, ψιθυρίζω., μα τι λέω & τι λέω (προφ.) 1. όταν κάποιος διορθώνει ή ενισχύει τα λεγόμενά του: Μέρες έχω να γράψω, ~ ~, μήνες. 2. (ειρων.) ως έκφραση αυτοθαυμασμού: ~ ~, ο άνθρωπος!, μας τα 'παν κι άλλοι (προφ.): για κάτι που έχει ειπωθεί πολλές φορές και δεν προκαλεί πλέον εντύπωση: Άσε/αυτά ~ ~!, μη μου πεις ότι ... (προφ.): για να προκαταλάβουμε τα λεγόμενα κάποιου: ~ ~ δεν σου άρεσε/δεν σκέφτεσαι κι εσύ το ίδιο. ~ ~ ξαφνικά άλλαξες γνώμη!, μη μου το λες/μη μου πεις .../τι μου λες! (προφ.): ως έκφραση έκπληξης ή ειρωνείας: -Τα 'μαθες; Παντρεύεται! -Όχι, καλέ, ~ ~!|| (ειρων.) Μη μου το λες, γιατί θα βάλω τη γάτα μου να κλαίει. Πβ. τι λες/είπες (τώρα)!, μην το λες (προφ.): για να μετριαστεί η απολυτότητα των λεγομένων κάποιου: -Αποκλείεται να περάσει στις εξετάσεις. - Μπα, ~ ~, ποτέ δεν ξέρεις τι γίνεται., μου λες/σου λέει (οικ.): αμφισβητώντας την ορθότητα των λεγομένων των άλλων: Και μετά ~ ~ κάνε παιδιά/φίλους., να μη με λένε (προφ.-εμφατ.): (ως απόδοση υπόθεσης) ως διαβεβαίωση προς τον συνομιλητή ότι θα κάνουμε κάτι οπωσδήποτε: Αν δεν έχω κόψει το κάπνισμα μέχρι το καλοκαίρι, ~ ~ Κώστα. Πβ. να μου τρυπήσεις τη μύτη., να πούμε & να 'ούμε (αργκό): παρενθετικά στον λόγο ως έκφραση αμηχανίας, όταν δεν βρίσκει κάποιος τις κατάλληλες λέξεις, ή στο τέλος φράσης, πρότασης: Έφυγε, ~ ~, χωρίς να πει μια λέξη. Καλά, πού ζεις εσύ, ~ ~;, να τα πούμε; (προφ.): για τα κάλαντα: -~ ~; -Φυσικά!, ξέρω τι θα πει: γνωρίζω πολύ καλά κάτι, ευχάριστο ή δυσάρεστο: ~ ~ αγάπη/μοναξιά. Ομάδα που δεν ξέρει τι θα πει ήττα., πες ... πες (προφ.): είτε ... είτε: ~ το σύμπτωση, ~ το διαίσθηση, ήξερα τι θα συμβεί! Πβ. θες ... θες., πες το κι έγινε (προφ.): ως δήλωση προθυμίας για άμεση ικανοποίηση της επιθυμίας κάποιου: Αν θέλεις κάτι άλλο, ~ ~!, ποιος μου λέει (εμένα) (προφ.): (συνήθ. ως ρητορική ερώτηση) πώς μπορώ να ξέρω, να σιγουρευτώ: ~ ~ ότι δεν με κοροϊδεύει; Και ποιος σου ~ εσένα πως αύριο θα έχεις δουλειά;, ποιος το είπε/λέει (αυτό); (προφ.): ως έκφραση αντίρρησης, αμφισβήτησης των λεγομένων κάποιου: Ακούς εκεί! ~ ~ ότι είμαι υποχρεωμένος να ...;, πολλά λες (προφ.): φλυαρείς, υπερβάλλεις ή αυθαδιάζεις: Πάντα τόσα ~ ~ για σένα;|| Πάνω από εκατό ευρώ; Νομίζω ότι ~ ~.|| Σαν πολλά δεν μας τα είπες;, που λες/λέτε (προφ., ως παραγέμισμα): εισαγωγικά ή παρενθετικά κυρ. σε αφηγήσεις ή συζητήσεις: Και ~ ~, πέρυσι το καλοκαίρι ... Έφυγα, ~ ~, αμέσως., πού να στα/σας τα/σου τα λέω (προφ.) 1. εισαγωγικά, συνήθ., στον λόγο για πρόκληση εντύπωσης: Άσε φίλε, ~ στα λέω, πήρα μια λαχτάρα χθες! ~ σας τα λέω, δεν θα πιστέψετε ποια συνάντησα στον δρόμο! 2. παρενθετικά στον λόγο για αποφυγή μακρηγορίας: Υπέροχα υφάσματα, αλλά ~ σου τα λέω τώρα, πήγαινε να τα δεις καλύτερα μόνη σου., πώς να στο/το πω (προφ.): όταν δυσκολεύεται κάποιος να εκφραστεί κατάλληλα: Μου αρέσει εδώ, ~ ~..., νιώθω σαν να είναι η δεύτερη πατρίδα μου., σαν να λέμε (προφ.): ως έκφραση επεξήγησης ή κυρ. παρομοίωσης, σύγκρισης με κάτι: Έμπλεξε με συμμορίες, ~ ~ έπεσε στο στόμα του λύκου., σου λέω! (προφ.): χρησιμοποιείται για να δοθεί έμφαση στα λεγόμενα ή στην ορθότητα ισχυρισμού που συνήθ. δεν γίνεται πιστευτός: Άσε με ήσυχο ~ ~ (πβ. επιτέλους)! Δράμα, ~ ~, η κατάσταση!, σου 'πα μου 'πες (προφ.): δικαιολογίες ή φλυαρίες: Δεν μου αρέσουν τα πολλά ~ ~, μίλα ξεκάθαρα. Άσε τα ~ ~ και στρώσου στη δουλειά., τα λέμε (οικ.): ως έκφραση αποχαιρετισμού: ~ ~ αργότερα/αύριο (πάλι)/στις 9. Άντε γεια! ~ ~. Πβ. θα τα πούμε, τα ξαναλέμε., τι έλεγα/λέγαμε; (προφ.) 1. μετά από διακοπή συζήτησης: Λοιπόν, ~ έλεγα; Α, ναι ... Θυμάστε ~ λέγαμε; 2. ως υπενθύμιση κάποιου πράγματος που έχει ήδη αναφερθεί και που επαληθεύεται από τις περιστάσεις: ~ ~ πριν για ..., τι θα έλεγες/τι λες ...;: ως ευγενική πρόταση: ~ ~ αν αγοράζαμε καινούργιο αυτοκίνητο/για ένα ποτήρι κρασί/να φάμε μαζί (: θα ήθελες να ...);, τι θα πει (προφ.) 1. τι σημαίνει. Πβ. τι εστί. 2. & τι πάει να πει: για να εκφραστεί έντονη αντίρρηση ή αγανάκτηση: Και ~ ~ δεν του αρέσει; Τόσα λεφτά δώσαμε!, τι λέει; (αργκό) 1. τι κάνεις, πώς είσαι; Πβ. πώς πάει; 2. πώς είναι;: ~ ~ η ζωή στην πρωτεύουσα;, τι λες/είπες (τώρα)! (προφ.): κυρ. ως έκφραση έκπληξης ή διαφωνίας: -Μέσα σε δυο χρόνια πήρε προαγωγή. -~ ~! Δεν θες να πας διακοπές; Μα ~ ~!, τι μας λες (τώρα); & καλέ/μωρέ τι μας λες; (προφ.): για να εκφραστεί αντίρρηση ή ειρωνεία, όταν αναφέρεται κάτι αυτονόητο, ήδη γνωστό: ~ ~, ρε άσχετε; Θα μου πεις "~ ~", αφού κι εσύ το ίδιο κάνεις.|| ~ ~; Εμείς κοιμόμαστε όρθιοι; Πβ. κάτι μας είπες (τώρα)!, τι να πω/τι να πει κανείς & τι να λέμε/τι να πούμε τώρα (προφ.): ως έκφραση αμηχανίας, έκπληξης, παράπονου, απαισιοδοξίας: Τι να (σου) πω, δεν ξέρω, τα 'χω χαμένα. Τι να πούμε κι εμείς οι άνεργοι;|| Ό,τι και να λέμε/να πούμε τώρα είναι λίγο., τι σου λέει αυτό; (προφ.): τι καταλαβαίνεις, ποιο συμπέρασμα βγάζεις;: Χρόνια τώρα ζει εκτός Ελλάδος. ~ ~;, τι του λες/τι να του πεις τώρα; (προφ.): ως ήπια έκφραση αποδοκιμασίας, αγανάκτησης, θυμού: Πήγε και τα μαρτύρησε όλα, ~ ~; Πβ. θα σου 'λεγα (τώρα).|| Τι να σου πω τώρα, καημένε μου; Έτσι που τα 'κανες ..., το 'πε και το 'κανε (προφ.): για άμεση πραγματοποίηση των λεγομένων κάποιου. Πβ. αμ' έπος αμ' έργον., του τη λέω (αργκό): αποστομώνω, κάνω παρατήρηση σε κάποιον, τον πειράζω λεκτικά: Του την είπε άσχημα και δεν της ξαναμίλησε. Όλο σου τη λέει (πβ. σου τη μπαίνει, σε τσιγκλάει)! Πβ. κολλώ κάποιον στον τοίχο, ταπώνω, τα χώνω σε κάποιον., (για) να/θα (σου/σας) πω/εξομολογηθώ την αμαρτία μου βλ. αμαρτία, (λέω) το ψωμί ψωμάκι βλ. ψωμί, (να) μην το πεις/πείτε ούτε του παπά βλ. παπάς, (το) είπε το ποίημα βλ. ποίημα, ... και θα πεις κι ένα τραγούδι βλ. τραγούδι, άκου (/κοίτα) να σου πω/ακούστε (κοιτάξτε) να σας πω! βλ. ακούω, άκου (με) που σου λέω! βλ. ακούω, άκου λέει! βλ. ακούω, για να λέμε/πούμε και του στραβού το δίκιο βλ. στραβός, δεν (μας) τα λες καλά βλ. καλά, δεν πα να λες ό,τι θες! βλ. θέλω, δεν σε είπαμε και καμπούρη! βλ. καμπούρης, εγώ τα λέω, εγώ τ' ακούω/μόνος μου τα λέω, μόνος μου τ' ακούω βλ. εγώ, εγώ το λέω του σκύλου μου κι ο σκύλος στην ουρά του βλ. σκύλος, εδώ που τα λέμε βλ. εδώ, είπα και (ε)λάλησα βλ. λαλεί, είπαν του τρελού να χέσει κι εκείνος ξεκωλώθηκε βλ. χέζω, είπε ο γάιδαρος τον πετεινό κεφάλα βλ. γάιδαρος, ένα πουλάκι μού είπε/σφύριξε βλ. πουλάκι, έχουμε και λέμε βλ. έχω, έχω να το λέω βλ. έχω, έχω/λέω την τελευταία λέξη/τον τελευταίο λόγο/την τελευταία κουβέντα βλ. λέξη, θα πούμε το νερό νεράκι βλ. νερό, θα σου πει ο άλλος/σου λέει ο άλλος βλ. άλλος, θέλεις/τα θες και τα λες (αυτά ή σου ξεφεύγουν); βλ. θέλω, θέλω να πω (μ' αυτό) ότι/πως ... βλ. θέλω, θες να σου πω καμιά βαριά κουβέντα; βλ. θέλω, και/κι ύστερα (σου) λένε βλ. ύστερα, καλά δεν τα λέω; βλ. καλά, κάποιος κάνει/λέει τα δικά του βλ. δικός, λέγε λέγε το κοπέλι, κάνει την κυρά/τη γριά και/να θέλει βλ. κοπέλι, λέει/ξέρει κάτι νεράκι βλ. νερό, λέω καλό για κάποιον βλ. καλό, λέω κάτι στα μούτρα (κάποιου) βλ. μούτρο, λέω με το νου μου βλ. νους, λέω τα πράγματα με τ' όνομά τους βλ. όνομα, λέω τα σύκα-σύκα και τη σκάφη-σκάφη βλ. σύκο, μέχρι/ώσπου/όσο να πεις κύμινο/κρεμμύδι βλ. κύμινο, μια κουβέντα είπα βλ. κουβέντα, μιλάω/τα λέω έξω από τα δόντια βλ. δόντι, μιλώ/τα λέω(/τα ρίχνω) χύμα και τσουβαλάτα/σταράτα/τσεκουράτα βλ. χύμα, ο καθένας (λέει) το μακρύ του και το κοντό του (/το κοντό του και το μακρύ του) βλ. μακρύς, ό,τι θέλει λέει βλ. θέλω, ονόματα δε(ν) λέμε, υπολήψεις/οικογένειες δε(ν) θίγουμε βλ. όνομα, όποιος είναι έξω από τον χορό, πολλά τραγούδια λέει/ξέρει βλ. χορός, ούτως ειπείν βλ. ούτω(ς), πάει να πει & πα' να πει βλ. πηγαίνω & πάω, πες τα, χρυσόστομε! βλ. χρυσόστομος, πες το ψέματα! βλ. ψέμα, ποτέ μη λες/μην πεις ποτέ βλ. ποτέ, που λέει ο λόγος βλ. λόγος, πώς είπες/είπατε; βλ. πώς, συ είπας βλ. εσύ, τα λέω ένα χεράκι βλ. χεράκι, τα λέω στην πεθερά, για να τ' ακούσει η νύφη βλ. πεθερά, τι έκανε λέει; βλ. κάνω, τι θέλει να πει/τι εννοεί ο ποιητής; βλ. ποιητής, ποιήτρια, τι λέει το πρόγραμμα; βλ. πρόγραμμα, το καλό να λέγεται βλ. καλό, το λέει η ψυχή/καρδιά/καρδούλα/περδικούλα του βλ. περδικούλα, το λέω και γεμίζει το στόμα μου βλ. στόμα, το λέω και το ξαναλέω βλ. ξαναλέω, τολμώ να πω βλ. τολμώ, τόσα ξέρει, τόσα λέει βλ. τόσος, φερ' ειπείν βλ. φέρω ● βλ. ειπωμένος [< αρχ. λέγω, μεσν. λέω]

λίγο

λίγο λί-γο επίρρ. {λιγότ-ερο}: για να δηλωθεί μικρή ποσότητα, ένταση, απόσταση ή χρονική διάρκεια: ~ ακόμα/αργά/μακριά/μετά τα μεσάνυχτα/πιο γρήγορα. Είμαι ~ (= κατά τι, μια ιδέα, μια στάλα, ολίγον τι) καλύτερα. Νιώθω ~ (= κάπως) κουρασμένος. Ακούω ~ απ' όλα (ενν. τα είδη μουσικής). ~ να ζοριστεί, τα παρατά. Κάτι ~ πρόσφερα κι εγώ. -Αγχώθηκες; -~... (προφ.) Θέλει ~ προσοχή/υπομονή. Όλα τα ωραία κρατάνε (για) ~. Σε ~ θα ξημερώσει. Έχουν αργήσει ~. Έμεινε πολύ ~. Πονώ ~ερο από χθες.|| (προφ., έκφρ. ευγένειας) Κάνεις ~ στην άκρη; Θέλεις ~ παγωτό; ΑΝΤ. πολύ (1) ● Υποκ.: λιγάκι & λιγουλάκι ● ΦΡ.: κάθε λίγο (και λιγάκι)/κάθε τόσο (και λιγάκι)/κάθε τρεις και λίγο & (σπάν.) κάθε τρεις και δυο (προφ.): πολύ συχνά: ~ ~, μας κουβαλιέται/τρέχει στους γιατρούς., λίγο έλειψε να .../λίγο ακόμα και θα .../λίγο ήθελε να (/και θα) ... (προφ.): για κάτι που δεν συνέβη, αν και έφτασε πολύ κοντά στο να γίνει: ~ έλειψε να πιαστούν στα χέρια. ~ ακόμα και θα χάναμε την πτήση. ~ ήθελε να αποβληθεί. Πβ. μόνο που δεν, παραλίγο, σχεδόν.|| (με αναφορά στο παρόν-μέλλον:) Η κατάσταση ~ θέλει για να/και θα ξεφύγει., λίγο πολύ/λίγο ή πολύ/λίγο ως(/έως) πολύ (προφ.): σε έναν ορισμένο βαθμό, περίπου: ~ ~ όλοι έχουν δίκιο. Η ιστορία είναι ~ ~ γνωστή σε όλους. Όλοι ~ ~ θα έχετε ακούσει για ... Πβ. πάνω κάτω., λίγο-λίγο & λίγο λίγο (προφ.-επιτατ.): (για ποσότητα ή χρονικό διάστημα) αργά, βαθμιαία, σταδιακά: ~ ~ θα συνηθίσεις. Ρίχνουμε ~ ~ το γάλα. Πβ. ολίγον κατ' ολίγον. ΣΥΝ. σιγά-σιγά, ούτε λίγο ούτε πολύ (προφ.): για να δηλωθεί κάτι ξεκάθαρα και με ακρίβεια: ~ ~ μου ζήτησε να φύγω από το σπίτι. Την κατηγόρησαν ~ ~ για ... Αυτό ~ ~ (: δηλαδή) σημαίνει ότι ... Πβ. ουσιαστικά., παρά λίγο/παρ' ολίγο(ν)/παρά τρίχα: παραλίγο. ΣΥΝ. σχεδόν, ποιος λίγο, ποιος πολύ & άλλος λίγο/λιγότερο, άλλος πολύ/περισσότερο (προφ.): περίπου όλοι: Ήταν όλοι ανακατεμένοι, ~ ~, σ’ αυτή την υπόθεση., κάτι λίγο βλ. κάτι ● βλ. λίγος [< μεσν. λίγο]

λογαριασμός

λογαριασμός λο-γα-ρια-σμός ουσ. (αρσ.) 1. απόδειξη με το συνολικό ποσό χρέωσης, λόγω παροχής αγαθών ή υπηρεσιών ή αγοράς προϊόντων· το ίδιο το χρέος: αναλυτικός ~. Ήρθε ο ~ του κινητού/του νερού (= της ΕΥΑΘ, της ΕΥΔΑΠ)/της πιστωτικής/του ρεύματος (= της ΔΕΗ)/του τηλεφώνου (π.χ. του ΟΤΕ). Αποστολή του ~ού μέσω ίντερνετ/ταχυδρομείου. Παραλαμβάνω έναν ~ό. (προς σερβιτόρο) -Τον ~ό παρακαλώ! (για πελάτη) Ζήτησε το(ν) ~ό. Πβ. λυπητερή, τιμολόγιο.|| Ανεξόφλητος/απλήρωτος/εκκρεμής/εκπρόθεσμος/φουσκωμένος ~. Εξοφλώ έναν ~ό.|| (μτφ.) Πλήρωσε τον ~ό (= τα σπασμένα) για τα λάθη άλλων (πβ. ζημιά, κόστος, συνέπειες). 2. ΟΙΚΟΝ. κεφάλαιο που διατηρεί πελάτης σε τράπεζα: αδρανής/αποταμιευτικός/δανειακός/έντοκος/επενδυτικός/καταθετικός/κοινός/προθεσμιακός/προνομιακός/προσωπικός/τραπεζικός ~. ~ μισθοδοσίας/συναλλάγματος. Αριθμός/ενημέρωση/κατάσταση/κίνηση ~ού. Ανοίγω/κλείνω ένα(ν) ~ό. Μπλοκάρω/παγώνω/πιστώνω/χρεώνω ένα(ν) ~ό. Βάζω/καταθέτω χρήματα σε ένα ~ό. Σήκωσε το υπόλοιπο του ~ού (βλ. ανάληψη). Βλ. IBAN. 3. εκτέλεση αριθμητικών πράξεων, υπολογισμός (και καταγραφή) κυρ. των εσόδων, των εξόδων ή των οφειλών· εκτίμηση μιας κατάστασης, των θετικών και αρνητικών στοιχείων: ~ δαπανών/κερδών. Κάνω τον ~ό (= υπολογίζω). Μ' έναν πρόχειρο ~ό χρειάζονται ... χιλιάδες ευρώ. Δεν θυμάμαι πόσες φορές έχω πάει, δεν κρατάω και ~ό (= δεν μετρώ, δεν σημειώνω). Πβ. καταμέτρηση, μέτρημα.|| (μτφ., συνήθ. στον πληθ.) Έπεσε έξω στους ~ούς του. 4. ΛΟΓΙΣΤ. {συνηθέστ. στον πληθ.} έκθεση με τα έσοδα και έξοδα οικονομικής μονάδας κατά τη διάρκεια ορισμένης χρονικής περιόδου: πρωτοβάθμιοι ~οί (: οι περιληπτικοί ή γενικοί ~οί, αυτοί δηλ. που αναλύονται σε περισσότερους ~ούς). Δευτεροβάθμιοι ~οί (: οι αναλυτικοί ~οί οι οποίοι με τη σειρά τους αναπτύσσονται σε τριτοβάθμιους). ~ αποτελεσμάτων/ενεργητικού/ισολογισμού/παθητικού/προϋπολογισμού/τάξεως. 5. ΠΛΗΡΟΦ. εδραιωμένη σχέση που επιτρέπει σε χρήστη, μέσω ενός μηχανισμού πιστοποίησης, την πρόσβαση στους πόρους ενός υπολογιστή, δικτύου ή μιας υπηρεσίας πληροφοριών: ~ ηλεκτρονικού ταχυδρομείου/σε φόρουμ. Άνοιγμα/δημιουργία/εγκατάσταση/ενεργοποίηση/κωδικός πρόσβασης/στοιχεία ~ού. Σύνδεση στον ~ό. Κάνω ~ό. Ανέβασε φωτογραφίες στον προσωπικό του ~ στο ίνσταγκραμ/στο φέισμπουκ.λογαριασμοί (οι) (μτφ.) 1. εκκρεμότητες, διαφορές: Έχω κάτι ~ούς να κανονίσω/ξεκαθαρίσω/τακτοποιήσω μαζί του. Έκλεισαν τους ~ούς με το παρελθόν. 2. επαφές, σχέσεις, δοσοληψίες: Δεν θέλω ~ούς μαζί τους. Πβ. πάρε-δώσε, παρτίδες. ● ΣΥΜΠΛ.: ανοιχτοί λογαριασμοί (μτφ.): εκκρεμότητες, άλυτες διαφορές: Έχει ~ούς ~ούς με τη δικαιοσύνη. Οι δύο ομάδες άφησαν ~ούς ~ούς για τον επαναληπτικό., δεσμευμένος λογαριασμός: ΟΙΚΟΝ. που τηρείται σε πιστωτικό ίδρυμα και στον οποίο έχουν επιβληθεί μέτρα περιορισμού ή απαγόρευσης της χρήσης του., Διεθνής Αριθμός Τραπεζικού Λογαριασμού: ΟΙΚΟΝ. σειρά από αλφαριθμητικούς χαρακτήρες που προσδιορίζει μοναδικά τον λογαριασμό ενός πελάτη σε οποιαδήποτε τράπεζα στον κόσμο, με σκοπό τη διευκόλυνση της αυτόματης επεξεργασίας διασυνοριακών συναλλαγών. [< αγγλ. International Bank Account Number (ΙΒΑΝ)] , λογαριασμός όψεως & κατάθεση όψεως: ΟΙΚΟΝ. καταθετικός λογαριασμός, συνήθ. επιχειρήσεων και ελεύθερων επαγγελματιών, με κύριο χαρακτηριστικό την ευελιξία στη διενέργεια συναλλαγών, μέσω επιταγών και μετρητών., λογαριασμός ταμιευτηρίου: ΟΙΚΟΝ. αποταμιευτικός λογαριασμός με επιτόκιο υψηλότερο από ενός τρεχούμενου και με δυνατότητα άμεσης ανάληψης: βιβλιάριο ~oύ ~ου., λογαριασμός χρήστη: ΠΛΗΡΟΦ. λογαριασμός. [< αγγλ. user account] , ξεκαθάρισμα λογαριασμών: επίλυση διαφορών, συνήθ. στον χώρο του υποκόσμου, με βίαιο τρόπο ή ανήθικα μέσα: Σε ~ ~ αποδίδει η Αστυνομία τη δολοφονία του ... Πβ. αυτοδικία. [< γαλλ. règlement de comptes] , παλιοί λογαριασμοί (προφ.): εκκρεμότητες, διαφορές ή αντιπαραθέσεις που έχουν προκύψει στο παρελθόν: κλείσιμο ~ών ~ών., τρεχούμενος/ανοιχτός λογαριασμός: ΟΙΚΟΝ. χαμηλότοκος λογαριασμός για ιδιώτες και επιχειρήσεις που παρέχει τη δυνατότητα κατάθεσης και ανάληψης μετρητών χωρίς περιορισμούς, έκδοσης μπλοκ επιταγών και, κατόπιν αιτήσεως του δικαιούχου, το δικαίωμα υπερανάληψης. [< γαλλ. compte courant/ouvert] , ακαθάριστος λογαριασμός βλ. ακαθάριστος, αλληλόχρεος λογαριασμός βλ. αλληλόχρεος, άνοιγμα (του) λογαριασμού βλ. άνοιγμα, Ειδικός Λογαριασμός Κονδυλίων Έρευνας βλ. ειδικός, τροφοδότης λογαριασμός βλ. τροφοδότης ● ΦΡ.: (έρχεται/φτάνει) η ώρα του λογαριασμού: δηλ. της πληρωμής: Η χαρά του κόπηκε όταν ήρθε ~ ~., ανοίγω λογαριασμούς (μτφ.): έχω επαφές, πάρε-δώσε: Έχει ανοίξει ~ με την Αστυνομία., βάζω/φέρνω (κάποιον/κάτι) σε λογαριασμό (προφ.): ρυθμίζω, τακτοποιώ ή συμμορφώνω, συνετίζω: Προσπαθεί να βάλει ~ τα οικονομικά του.|| Δεν ξέρω πώς θα φέρω ~ αυτό το παιδί. Πβ. κουμαντάρω, στρώνω., για λογαριασμό (κάποιου): ως εκπρόσωπος ή προς χρήση άλλου: Λυπάμαι/ντρέπομαι ~ ~ σου (= για σένα). Ενεργεί ~ ~ του δικαιούχου. Εκπονήθηκε μελέτη ~ ~ του υπουργείου ... (πβ. εξ ονόματος). [< γαλλ. pour le compte de] , δικός μου λογαριασμός: αφορά αποκλειστικά εμένα, ευθύνομαι εγώ ο ίδιος, αποτελεί αρμοδιότητά μου: Το τι κάνω είναι ~ ~, να μη σε νοιάζει!, δίνω (σε κάποιον) λογαριασμό & (σπάν.) χρωστώ λογαριασμό (προφ.): απολογούμαι, λογοδοτώ: Δεν δίνει/χρωστά ~ (= εξηγήσεις) σε κανέναν. (συνήθ. με αυστηρό ή ενοχλημένο ύφος) Δεν θα σου δώσω ~ με ποιον βγαίνω. Θα υποχρεωθεί να δώσει ~ στα αρμόδια όργανα. ΣΥΝ. δίνω λόγο (1), κάνω λογαριασμό (προφ.): για κατανάλωση αγαθών ή υπηρεσιών που αντιστοιχούν σε ορισμένο χρηματικό ποσό: Έκανε ~ (= ξόδεψε) πενήντα ευρώ., οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους (παροιμ.): η αμοιβαία συνέπεια στις συναλλαγές διασφαλίζει την ομαλότητα στις φιλικές, επαγγελματικές ή άλλου είδους σχέσεις. [< γαλλ. les bons comptes font les bons amis] , στέλνω το(ν) λογαριασμό (μτφ.-προφ.): επιβαρύνω, χρεώνω: ~ουν ~ σε συνταξιούχους, μισθωτούς και ανέργους., χάνω το(ν) λογαριασμό (μτφ.-προφ.): αδυνατώ να μετρήσω σωστά, να υπολογίσω, συχνά λόγω μεγάλου πλήθους, ή γενικότ. μπερδεύομαι, βρίσκομαι σε κατάσταση σύγχυσης: Κοντεύει να χάσει τον ~ με τα χρήματα που 'χει μαζέψει.|| Μιλούσε πολλή ώρα και από ένα σημείο και μετά έχασα τον ~., λογαριάζω/κάνω λογαριασμό χωρίς τον ξενοδόχο βλ. λογαριάζω [< μεσν. λογαριασμός 'υπολογισμός', γαλλ. compte, αγγλ. bill, account]

λόγια

λόγια λό-για ουσ. (ουδ.) (τα) 1. σύνολο λέξεων, φράσεων με τις οποίες εκφράζεται κάποιος προφορικά ή γραπτά· ό,τι λέει κάποιος: αισχρά (= αισχρολογίες)/ακαταλαβίστικα (= αλαμπουρνέζικα, κινέζικα, κορακίστικα)/ανόητα (= ανοησίες, αρλούμπες, κουραφέξαλα, μπακατέλες, μπαρούφες, σαχλαμάρες, φληναφήματα)/ανούσια (= αερολογίες, μπουρμπουλήθρες, παπαρδέλες, παπαριές, παρλαπίπες, πομφόλυγες, φούσκες)/απαξιωτικά/απειλητικά (= απειλές)/απερίσκεπτα/άσκοπα/ασυνάρτητα (= ασυναρτησίες)/βαθυστόχαστα/βαρύγδουπα/εγκωμιαστικά/ευγενικά/ευχάριστα (: ωραιολογίες)/ζεστά/ηχηρά/θερμά/καθησυχαστικά/κενά (/άδεια = κενολογίες)/κλούβια/κολακευτικά (= κολακείες)/κούφια/ξάστερα/όμορφα/παραπλανητικά/παρηγορητικά/περιττά (= περιττολογίες)/πικρά/προσβλητικά/προφητικά/σκληρά/σκόρπια/σοφά (βλ. ρήση)/συγκινητικά/χιλιοειπωμένα/ψεύτικα ~. ~ αγάπης/γεμάτα κακία/της στιγμής. Με ~ απλά και κατανοητά. Πες το με δικά σου ~. Παρανόησες/παρεξήγησες τα ~ μου. Αντάλλαξαν βαριά ~ (= κουβέντες). Για πρόσεχε τα ~ σου! Πβ. λεγόμενα, λεχθέντα. Βλ. βρομό-, γλυκό-, ερωτό-, μισό-, προστυχό-, τρυφερό-λογα.|| Ο ηθοποιός ξέχασε τα ~ του (: το κείμενο).|| Τα ~ (= οι στίχοι) ενός τραγουδιού. 2. (ειδικότ.) ανεκπλήρωτες υποσχέσεις· δηλώσεις: Φτάνουν πια τα ~! Είναι μόνο/όλο ~. Από ~ χορτάσαμε. Μη βασίζεσαι στα ~ του. 3. (ειδικότ.) διαδόσεις, φήμες: Ακούγονται πολλά ~. Μη δίνεις σημασία στα ~ του κόσμου! 4. (ειδικότ.) κουβέντα, συζήτηση, προφορικός λόγος (σε αντίθεση με την πρακτική εφαρμογή): με έργα και λόγια/με λόγια και έργα. Καιρός να περάσουμε από τα ~ στα έργα (πβ. θεωρία). Με τα ~ δεν καταφέρνουμε τίποτα. Είναι εύκολο στα ~ (= να το λες. ΑΝΤ. στην πράξη). Στα ~ όλα γίνονται. Υπάρχει ανάπτυξη/ισότητα μόνο στα ~ (βλ. θεωρητικά, υποθετικά· ΑΝΤ. πρακτικά). Η συμφωνία έχει κλειστεί μόνο στα ~ (= στο κουβεντιαστό, στο μιλητό). ● Υποκ.: λογάκια (τα) ● ΣΥΜΠΛ.: μεγάλα λόγια & παχιά/(σπάν.) παχυλά λόγια: υπερβολικές δηλώσεις, πομπώδεις εξαγγελίες, συνήθ. πολιτικών: Ο λαός δεν πιστεύει πια στα ~ ~. Μη λες ~ ~ (πβ. μεγάλη μπουκιά φάε, μεγάλη κουβέντα/μεγάλο λόγο μην λες/πεις)! Βλ. μεγαλοστομία. ● ΦΡ.: (κάποιος/κάτι) μένει στα λόγια (προφ.): δεν πραγματοποιεί αυτό που έχει δεσμευτεί ή δηλώσει ότι θα κάνει· δεν υλοποιείται, παραμένει σε επίπεδο εξαγγελιών: Δεν θα μείνει ~, αλλά θα προχωρήσει σε πράξεις.|| Το έργο/μέτρο έμεινε ~. Πβ. στα χαρτιά., βάζω λόγια (/κουβέντες/λέξεις) στο στόμα κάποιου (προφ.): ισχυρίζομαι ότι είπε κάτι, χωρίς αυτό να ισχύει: Μη βάζεις στο στόμα μου λόγια που δεν είπα., βάζω λόγια (σε κάποιον) (προφ.): διαβάλλω, συκοφαντώ κάποιον σε οικείο του πρόσωπο, με σκοπό να προκαλέσω διχόνοια μεταξύ τους: Δεν έχεις καταλάβει ότι σου ~ει ~ για μένα/εναντίον μου, για να τσακωθούμε; Βλ. βάζω/σπέρνω/ενσπείρω ζιζάνια., δεν έχω/δεν βρίσκω λόγια (προφ.): οι λέξεις δεν επαρκούν, για να εκφράσω κάτι, συνήθ. πολύ θετικό: ~ ~ (για) να σ' ευχαριστήσω! Τι να πω, ~ ~!, δεν παίρνει από λόγια (προφ.): δεν είναι διαλλακτικός, συζητήσιμος, δεν δέχεται συμβουλές ή υποδείξεις. Βλ. ξεροκέφαλος, πεισματάρης., ήρθαν/πιάστηκαν στα λόγια (προφ.): διαπληκτίστηκαν, μάλωσαν, καβγάδισαν. Πβ. λογοφέρνω, τσακώνομαι., κρύβε λόγια & (σπάν.) κράτα λόγια (προφ.): ως προτροπή στον συνομιλητή να μην προβεί σε αποκαλύψεις ή να μην αναφέρει πράγματα που δεν συμφέρουν τον ομιλητή: ~ ~ που σου λέω! ~ ~, γιατί προδίδεσαι., λίγα λόγια και καλά (προφ.): προτροπή σε κάποιον τα λόγια του να είναι σύντομα και με ουσία: Άσε τις φλυαρίες, ~ ~., με άλλα λόγια & μ' άλλα λόγια (προφ.) & (απαρχαιωμ.) εν άλλοις λόγοις: για να μιλήσουμε ξεκάθαρα, χωρίς περιστροφές· δηλαδή: ~ ~, η κατάσταση είναι πολύ κρίσιμη.|| ~ ~, μου λες ότι θες να φύγεις. Έτσι δεν είναι;, με λίγα/δυο λόγια & μ' ένα λόγο (προφ.): πολύ σύντομα, συνοπτικά: ~ ~ (= εν ολίγοις, κοντολογίς), ήθελα να πω ότι ... Εξήγησέ/περίγραψέ/πες το μου ~ ~! Τι σημαίνει, ~ ~, αυτό; Πβ. διά βραχέων. ΣΥΝ. εν συντομία, ο καθένας/ο Μανόλης με τα λόγια χτίζει ανώγια και κατώγια (παροιμ.): για κάποιον που σχεδιάζει ή υπόσχεται πολλά, αλλά δεν τα πραγματοποιεί., τα λίγα λόγια ζάχαρη και τα καθόλου μέλι (παροιμ.): για να τονιστεί η αξία της λακωνικότητας ή της σιωπής, ανάλογα με την περίπτωση. Πβ. η σιωπή είναι χρυσός., χάνω τα λόγια μου (προφ.) 1. τα μπερδεύω, δεν μπορώ να εκφραστώ λόγω σύγχυσης: Όταν τον κοιτάζω, ~ ~. Απ' το άγχος, ~σε ~ του. 2. & (σπάν.) ξοδεύω τα λόγια μου: μιλώ σε κάποιον άσκοπα, χωρίς ανταπόκριση: Μη συνεχίζεις, άδικα χάνεις τα ~ σου μαζί του. Πβ. μιλώ στον αέρα.|| Τα λόγια μου πήγαν χαμένα., (τα λόγια πετούν,) τα γραπτά μένουν βλ. γραπτός, άλλα λόγια ν' αγαπιόμαστε βλ. αγαπώ, αλλάζει τα λόγια του βλ. αλλάζω, έρχομαι στα λόγια (κάποιου) βλ. έρχομαι, λίγα τα λόγια σου/λίγα λόγια βλ. λίγος, λόγια της καραβάνας βλ. καραβάνα, λόγια του αέρα βλ. αέρας, μασάω τα λόγια μου/τα μασάω βλ. μασώ, μετράω τα λόγια μου βλ. μετρώ, μετρημένα τα λόγια σου! βλ. μετρημένος, μπερδεύω τα λόγια μου/τη γλώσσα μου/τα μπερδεύω βλ. μπερδεύω, παίρνω λόγια (από κάποιον) βλ. παίρνω, τα λόγια σου με χόρτασαν/ο λόγος σου με χόρτασε και το ψωμί σου φάτο βλ. χορταίνω, τα πολλά λόγια είναι φτώχεια βλ. φτώχεια, τέτοια ώρα/τέτοιες ώρες, τέτοια λόγια βλ. τέτοιος [< μτγν. λόγια] ΛΟΓΙΑ

λόγχη

λόγχη λόγ-χη ουσ. (θηλ.) 1. αιχμή δόρατος, συνήθ. χάλκινη ή σιδερένια· κατ' επέκτ. δόρυ. 2. ΣΤΡΑΤ. μακρόστενη χαλύβδινη πλάκα, σε σχήμα μικρού ξίφους, που προσαρμόζεται στο άκρο της κάννης στρατιωτικού τουφεκιού. Βλ. ξιφο~. 3. ΕΚΚΛΗΣ. μεταλλικό λειτουργικό σκεύος, σαν μαχαίρι, με λαβή που καταλήγει σε σταυρό, το οποίο χρησιμοποιείται για την κοπή του προηγιασμένου άρτου: αγία ~. Βλ. πρόθεση. ● ΦΡ.: εφ' όπλου λόγχη 1. ΣΤΡΑΤ. με τις λόγχες τοποθετημένες στα τουφέκια: εισβολή/επίθεση με ~ ~.|| (ως παράγγελμα) Φρουροί, ~ ~! 2. (μτφ.) για να δηλωθεί ετοιμότητα, εγρήγορση: ~ ~ οι συνδικαλιστές. Πβ. με το δάχτυλο στη σκανδάλη. [< αρχ. λόγχη] ΛΟΓΧΗ

μακριά

μακριά μα-κρι-ά επίρρ. 1. σε μεγάλη απόσταση: Έχω παρκάρει ~. Η θάλασσα πέφτει ~.|| (μτφ.) Ας μην πάμε τόσο ~, γιατί ξεφύγαμε τελείως από το θέμα. Ζει ~ από τα φώτα της δημοσιότητας. Όταν ακούς μεγάλες υποσχέσεις, ~ (= μην τις πιστεύεις)! 2. σε σημείο που απέχει πολύ χρονικά: Υπομονή, οι διακοπές δεν είναι ~! ● ΦΡ.: (από/καλύτερα) μακριά και αγαπημένοι: η απόσταση διασφαλίζει μια αδιατάρακτη σχέση., κρατώ μακριά: απομακρύνω: Κρατήστε ~ τους αδιάκριτους! Αλλεπάλληλοι τραυματισμοί τον κράτησαν ~ από τα γήπεδα.|| (μτφ.) ~ήθηκε ~ από τις πολιτικές αντιπαραθέσεις., μακριά από μας/απ' εδώ (εμφατ.): ως ευχή για την αποφυγή κακού: ~ ~ οι αρρώστιες/ο πόλεμος!|| ~ μένα τέτοιες παράνομες μεθοδεύσεις! Πβ. άπαγε απ' εμού., χιλιόμετρα/μίλια μακριά (εμφατ.): πολύ μακριά: Είναι/έφυγε ~ ~ από την πατρίδα., βλέπει μακριά βλ. βλέπω, κοντά/μακριά τα χέρια (σου ...)! βλ. χέρι, μακριά κι αλάργα βλ. αλάργα, μένω μακριά βλ. μένω, πάει μακριά η βαλίτσα βλ. βαλίτσα, τραβά(ει)/πάει σε μάκρος/μακριά βλ. μάκρος [< μεσν. μακριά]

μακρός

μακρός, ά, ό μα-κρός επίθ. (λόγ.) 1. που διαρκεί πολύ χρόνο: ~ά: απουσία/ασθένεια/θητεία/ιστορία/παράδοση/περίοδος/συνάντηση. ~ό: διάστημα. ~ές: διαπραγματεύσεις. ~άς πνοής (= μακρόπνοος). Πβ. εκτενής, μακρόβιος. ΣΥΝ. μακροχρόνιος (1), μακρύς (2) ΑΝΤ. βραχύς (1), σύντομος (1) 2. που έχει μεγάλο μήκος: ~ός: προσαγωγός (μυς). ~ά: λίστα/σειρά. ~ά: οστά.|| (μτφ.) Η ~ά διαδρομή της ελληνικής γλώσσας. ΣΥΝ. μακρύς (1) ΑΝΤ. βραχύς (2) 3. ΓΡΑΜΜ. μακρόχρονος. ● ΣΥΜΠΛ.: μακρά (κύματα): ΦΥΣ. με ζώνη συχνοτήτων από 30 έως 300 kHz. Βλ. βραχέα, μεσαία (κύματα), ραδιοκύματα. [< αγγλ. long waves] ● ΦΡ.: διά μακρών (λόγ.): με λεπτομέρειες, διεξοδικά, εκτενώς: Αναφέρθηκε ~ ~ στο θέμα. Ανέπτυξε ~ ~ το ζήτημα. ΑΝΤ. διά βραχέων, εν συντομία, επί μακρόν (λόγ.): για μεγάλο χρονικό διάστημα: Συζήτησαν ~ ~.|| (ως επίθ.) ~ ~ διαμένοντες/παραμονή. [< αρχ. μακρός 3: πβ. αρχ. macron]

μάλλον

μάλλον [μᾶλλον] μάλ-λον επίρρ. 1. ίσως, πιθανώς, πιθανόν: ~ θ' αργήσω. 2. πιο πολύ, σε μεγαλύτερο βαθμό: Προτιμώ ~ να μείνω μόνος μου, παρά να έρθω μαζί σας. 3. (για μετριασμό) κάπως: Η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα είναι ~ πιο εύκολη και απλή. 4. για να διορθωθεί κάτι που προαναφέρθηκε: Προτιμώ, ή ~ προτιμούσα, το μπάσκετ από το ποδόσφαιρο. ● ΦΡ.: επί μάλλον και μάλλον (σπάν.-λόγ.): ολοένα και πιο πολύ. , κατά το μάλλον ή ήττον (λόγ.): λίγο πολύ, πάνω-κάτω: Οι όροι της συμφωνίας ικανοποίησαν ~ ~ και τις δύο πλευρές., πολλώ (δε) μάλλον & τοσούτω μάλλον (λόγ.): πολύ περισσότερο: Υπάρχει επιτακτική ανάγκη να ληφθούν μέτρα, ~ ~ στην παρούσα φάση., πόσο μάλλον: πολύ περισσότερο: Έχω τρεις μήνες να του μιλήσω στο τηλέφωνο, ~ ~ να βρεθούμε από κοντά! [< αρχ. μᾶλλον]

μάταιος

μάταιος, η, ο μά-ται-ος επίθ. {(λόγ.) θηλ. ματαία} 1. που δεν έχει αποτέλεσμα, ανώφελος: ~ος: αγώνας. ~η: αναζήτηση/αντίσταση/θυσία/προσπάθεια. ~ο: ταξίδι. Τίποτα δεν είναι ~ο. Πβ. άσκοπος, ατελέσφορος, χαμένος. ΣΥΝ. άδικος (2), φρούδος 2. που δεν έχει αξία, σημασία, ουσία: ~α: λόγια. Πβ. κενός.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο (= ματαιότητα) του πράγματος/της υπόθεσης. Πβ. εφήμερος, πρόσκαιρος, προσωρινός. ● επίρρ.: μάταια & (λόγ.) ματαίως: Προσπάθησε να την μεταπείσει, αλλά ~ όμως, δεν άκουγε κανέναν. ● ΣΥΜΠΛ.: ο μάταιος κόσμος: ο επίγειος, φθαρτός κόσμος σε αντιπαράθεση με τον ουράνιο, τον αιώνιο: (ευφημ.) Αποχαιρέτησε/άφησε/εγκατέλειψε τον/έφυγε από τον ~ο τούτο ~ο (= πέθανε)., άδικος/μάταιος κόπος βλ. κόπος ● ΦΡ.: επί ματαίω (λόγ.): μάταια, ανώφελα: Ήλπιζε ~ ~ σε ένα καλύτερο μέλλον. ΣΥΝ. εις μάτην, του κάκου [< αρχ. μάταιος]

ματζόρε

ματζόρε μα-τζό-ρε επίθ./ουσ. {άκλ.}: ΜΟΥΣ. μείζων τόνος: κλίμακα/συγχορδία ~. Ντο/ρε ~. ΑΝΤ. μινόρε [< ιταλ. maggiore]

μάτι

μάτι μά-τι ουσ. (ουδ.) {ματ-ιού | -ιών} 1. ΑΝΑΤ. το αισθητήριο όργανο της όρασης: γαλάζια (= γαλανά· πβ. μπλε)/καστανά/μαύρα/πράσινα ~ια. Αμυγδαλωτά/βουρκωμένα/κατακόκκινα/μεγάλα/ορθάνοιχτα/σχιστά ~ια. Μαυρισμένο ~ (από μπουνιά). Ανοιγοκλείσιμο/κινήσεις του ~ιού. Βάφει τα ~ια της. Κρέμα/μακιγιάζ/μολύβι/σκιές ~ιών. Το περίγραμμα των ~ιών. Με δεμένα (τα) ~ια. Μαύροι κύκλοι/σακούλες κάτω από τα ~ια. Έχασε την όρασή του από το αριστερό/δεξί ~. Μπήκε ένα σκουπιδάκι στο ~. Τσούζουν τα ~ια μου από τον καπνό. Σιγά, θα μου βγάλεις κανένα ~/το ~ με την ομπρέλα! Κοίτα με στα ~ια. Κουράστηκαν τα ~ια μου. Τρέχουν δάκρυα από τα ~ια. Τα ~ια βγήκαν κόκκινα στη φωτογραφία.|| Σύνθετα ~ια μέλισσας/μύγας. Προεξέχοντα ~ια.|| (ΑΝΑΤ.) Αγγεία/βλέφαρα/βολβός/βυθός/ίριδα/κανθός/κόγχη/κόρη/μύες/φακός/(αμφιβληστροειδής/κερατοειδής) χιτώνας του ~ιού. Πίεση στα ~ια. Γυάλινο ~. Βιονικό/τεχνητό ~ για τυφλούς. Μόλυνση/φλεγμονή του ~ιού. Βλ. αστιγματισμός, γλαύκωμα, δαλτονισμός, καταρράκτης, στραβισμός, αμβλυ-, αμετρ-, μυ-, πρεσβυ-, υπερμετρ-ωπία, α-, δυσ-χρωματοψία, βλεφαρ-, επιπεφυκ-, κερατ-ίτιδα, ωχρά/ωχρή κηλίδα. ΣΥΝ. οφθαλμός (1) 2. η ιδιότητα, η ικανότητα της όρασης: αόρατο στο ~. Έχει γερό/δυνατό ~ (: βλέπει πολύ καλά). Έχει χάσει τα ~ια του (: έχει τυφλωθεί). Τι βλέπουν τα ~ια μου! Χαρά των ~ιών (: ευχάριστο να το βλέπει κάποιος). Μέχρι εκεί που φτάνει το ~ (: μέχρι εκεί που μπορεί να δει κάποιος).|| (μτφ.) Τα βλέπει όλα, λες κι έχει ~ια στην πλάτη. 3. το βλέμμα και γενικότ. η έκφραση του προσώπου, όταν κοιτάζει κάποιος κάτι: γλυκά/ζεστά/λαμπερά/τσακίρικα/ψυχρά ~ια. Τα αδιάκριτα ~ια των περαστικών. Η εντυπωσιακή εμφάνιση τραβάει το ~. Έχει τα ~ια του πατέρα της (πβ. ματιά). Η γλώσσα των ~ιών. Συνεννοούμαι με τα ~ια. Γουρλώνω/κατεβάζω/σηκώνω/στρέφω/χαμηλώνω τα ~ια. Έχω τα ~ια μου καρφωμένα στη γη/κάτω. Δεν ξεκολλούσε τα ~ια του από πάνω της. Τον κοίταξε κατευθείαν στα/(ίσια) μέσα στα ~ια (ενν. με ειλικρίνεια). Τον παρακολουθούσα με την άκρη του ~ιού μου. Γύρισα τα ~ια μου αλλού. Πού έχεις τα ~ια σου (: πού κοιτάς); Τα ~ια είναι ο καθρέφτης της ψυχής. Ο τρόμος ήταν ζωγραφισμένος στα ~ια του. 4. (μτφ.) ο τρόπος αντιμετώπισης μιας κατάστασης: με το/μέσα από το ~ του αναγνώστη/ειδικού/επιστήμονα/θεατή. Η ζωή μέσα από τα ~ια ενός παιδιού. Η εικόνα της χώρας στα ~ια των ξένων. Αντιμετωπίζω/βλέπω/εξετάζω τα πράγματα με έμπειρο/θετικό/κριτικό ~. Βλέπει το μέλλον με καλύτερο ~. Βλέπουν τον κόσμο με τα ίδια ~ια. Ήταν η καλύτερη ταινία στα ~ια (: κατά την εκτίμηση) όλων. Πβ. οπτική γωνία, σκοπιά.|| Mε το ~/τα ~ια (: ενδιαφέρον) στραμμένο/α στο μέλλον.|| Το άγρυπνο ~ (: επίβλεψη) της Αστυνομίας/του Νόμου. 5. καθετί που μοιάζει με μάτι: ηλεκτρονικό ~. Το ~ της πόρτας (= ματάκι)/της φωτογραφικής μηχανής. Το ~ του τυφώνα (: το κέντρο). ~ διχτυού (: καθεμία από τις τρύπες, πβ. θηλιά). (παλαιότ.) ~ της θάλασσας (= δίνη). Αβγά ~ια (: τηγανισμένα ώστε ο κρόκος να ξεχωρίζει από το ασπράδι). Περνάω την κλωστή από το ~ (: τρύπα στην κορυφή) της βελόνας.|| (εστία κουζίνας:) Ηλεκτρικό/μεγάλο/μεσαίο/μικρό ~. Ανάβω/σβήνω το ~. Ξέχασα ανοιχτό το ~. 6. (λαϊκό) κακό μάτι· σπανιότ. ματόχαντρο: σκόρδο/(μπλε) χάντρα για το ~. Πιστεύει στο ~.|| Φόρα ένα ~! 7. ΒΟΤ. (κοινό) οφθαλμός. Πβ. κόμπος, ρόζος. Βλ. βλαστός, φύτρα. ΣΥΝ. μπουμπούκι (2) ● Μεγεθ.: ματάρες (οι): (ως οικ. προσφών.) ~ μου όμορφες! ● ΣΥΜΠΛ.: κακό μάτι: βλέμμα που θεωρείται ότι μπορεί να προκαλέσει βλάβη σε κάποιον: Έχει ~ ~! Πρόσεχε το ~ ~! Βλ. βασκανία, μάτιασμα., μάτια γάτας: ανακλαστήρες οδοστρώματος: διαχωρισμός των κατευθύνσεων/οριοθέτηση των λεωφορειόδρομων με ~ ~ (κίτρινου χρώματος). [< αγγλ. cat's-eyes, 1940] , μάτι της τίγρης/του τίγρη βλ. τίγρη, μάτι του κυκλώνα βλ. κυκλώνας, μάτια κουμπότρυπες βλ. κουμπότρυπα, τρίτο μάτι βλ. τρίτος ● ΦΡ.: (βλέπω/κοιτώ κάποιον/κάτι) με μισό/στραβό μάτι & με λοξό μάτι (μτφ.): με αντιπάθεια, κακία, μίσος ή καχύποπτα: Δεν με χωνεύει καθόλου και με κοιτάει ~ ~. Με πήρε απ' την αρχή με στραβό ~., (πρόσεχε/έχε κάποιον/κάτι) σαν τα μάτια σου: για κάτι που το θεωρούμε πολύτιμο: Προσέχει/έχει/φυλάει το καινούργιο αμάξι ~ ~ του., ... και τα μάτια σου! (εμφατ.): πρόσεχε πολύ, έχε το νου σου: Το παιδί ~ ~!, άλλα τα μάτια του λαγού κι άλλα της κουκουβάγιας (παροιμ.): για ποιοτική διαφοροποίηση φαινομενικά όμοιων πραγμάτων: Πολλοί αντέγραψαν το αρχικό σχέδιο, όμως ~ ~., βάζω/έχω (κάποιον/κάτι) στο μάτι: εποφθαλμιώ· σταμπάρω, επιβουλεύομαι: ~ ~ το πορτοφόλι/τα χρήματα κάποιου. Έχει βάλει ~ (= στοχεύει) την πρώτη θέση. Έχω βάλει ~ ένα φόρεμα (: θέλω να το αποκτήσω· πβ. μπανίζω).|| Τον έχουν βάλει ~ και δεν τον αφήνουν σε ησυχία., βγάζει μάτι/χτυπάει στο μάτι: προκαλεί πολύ μεγάλη εντύπωση: Οι ανορθόγραφες λέξεις/τα κόκκινα παπούτσια βγάζουν ~/χτυπάνε ~., βγάζω τα μάτια (σε κάτι) (σπάν.-προφ.): του καταστρέφω τον μηχανισμό., βγάζω τα μάτια μου (μτφ.) 1. κουράζονται τα μάτια μου με κάτι: Έβγαλα ~ να καταλάβω τι γράφει. 2. τσακώνομαι πολύ έντονα: Αν τους αφήσεις μόνους, θα βγάλουν ~ τους. 3. (αργκό) κάνω σεξ., βλέπω/παίρνω (κάποιον/κάτι) με καλό/με κακό μάτι: έχω ευνοϊκή/δυσμενή διάθεση απέναντι σε πρόσωπο ή κατάσταση: Αν δεν το δεις με καλό μάτι, δεν θα πετύχεις. Από την αρχή με πήρε με κακό μάτι. Βλ. καλο-, κακο-βλέπω., για τα μάτια του κόσμου (προφ.): για κάτι που γίνεται για τα προσχήματα, ώστε να αποφευχθεί η κοινωνική επίκριση: φιλανθρωπίες ~ ~. Πβ. ξεκάρφωμα. Βλ. για την τιμή των όπλων, κατ' επίφαση. ΣΥΝ. για το θεαθήναι, για τους τύπους, για τα ωραία/τα μαύρα μάτια (κάποιου): για την ομορφιά του και γενικότ. για το χατίρι του: Τσακώθηκαν ~ ~ της μάτια (ή για τα μάτια μιας γυναίκας).|| (συνήθ. ειρων.) Δεν είναι μαζί σου ~ ~ σου μάτια, αλλά για τα λεφτά σου., δεν αφήνω κάποιον/κάτι από τα μάτια μου: δεν παύω να παρακολουθώ, να επιτηρώ: Στιγμή δεν τους άφησε ~ της., δεν έχω μάτια (γι' άλλον): δεν ενδιαφέρομαι, δεν προσέχω κάποιον άλλο: Ορκίζεται ότι με αγαπάει και πως δεν έχει ~ γι΄ άλλη. Είναι τόσο ερωτευμένοι, που δεν έχουν ~ παρά μόνο ο ένας για τον άλλον., δεν έχω μάτια να δω 1. (κάποιον): τον ντρέπομαι: Μετά την παρεξήγηση δεν είχε ~ να τον δει. 2. (κάτι): δεν μπορώ να καταλάβω, συνήθ. γιατί είμαι στενόμυαλος, κοντόφθαλμος: Δεν έχουν ~ να δουν τι συμβαίνει;, δεν κλείνω μάτι (εμφατ.): δεν μπορώ να κοιμηθώ: Δεν έκλεισα ~ όλη (τη) νύχτα από τον βήχα/τη στεναχώρια., δεν τον/το πιάνει το μάτι σου: δεν αντιλαμβάνεσαι από την αρχή την πραγματική του αξία, τον χαρακτήρα, την κατάστασή του: Είναι ένα μικρό μαγαζάκι που δεν το ~ ~., ένα τρίτο μάτι: μια άλλη άποψη που θεωρείται συνήθ. αντικειμενική· (κυρ. γενικότ.) κάποιος άλλος: ~ ~ μπορεί να εντοπίσει στο κείμενο λάθη που ξέφυγαν., έπεσε στα μάτια (κάποιου) (μτφ.) 1. έπαψε να έχει την εκτίμησή του: Με την προκλητική του συμπεριφορά έπεσε ~ μας. Πβ. ξεπέφτω. ΑΝΤ. ανεβαίνει στην εκτίμηση/στα μάτια κάποιου 2. είδα, βρήκα τυχαία: Ψάχνοντας ~ ~ μου το βιβλίο αυτό., έχω τα μάτια μου δεκατέσσερα/τέσσερα: έχω τεταμένη την προσοχή μου, προσέχω πάρα πολύ: (συνήθ. ως προτροπή) Τα μάτια σου ~, κακομοίρη μου (= πρόσεχε)! Πρέπει συνεχώς να ~ ~, μην τυχόν και μου τη φέρουν., θα σου βγάλω τα μάτια: ως απειλητική έκφραση: ~ ~, αν με κοροϊδέψεις!, καλύτερα/κάλλιο να σου βγει το μάτι παρά το όνομα (παροιμ.): για να τονιστεί το πόσο κακό είναι να αποκτήσει κάποιος κακή φήμη., καλώς τα μάτια μου τα δυο (οικ.-συχνά ειρων.): ως καλωσόρισμα., κάνω τα γλυκά μάτια (σε κάποιον): προσπαθώ να τον προσελκύσω, συνήθ. ερωτικά: Της έκανε ~ και την έριξε (πβ. φλερτάρω). Του κάνει ~, για να τον καλοπιάσει. [< γαλλ. faire les yeux doux] , κάνω τα στραβά μάτια: κάνω πως δεν αντιλαμβάνομαι κάτι αρνητικό, παραβλέπω: Όλο του φωνάζεις, κάνε και λίγο τα ~ ~!, κόβει το μάτι (του) & έχει μάτι (μτφ.): έχει (μεγάλη) αντίληψη, είναι έξυπνος, παρατηρητικός: Βλέπω, ~ ~ σου! Δεν μπορείς να πεις, ~ ~ μου/έχω ~!, μάτια που δεν βλέπονται, γρήγορα λησμονιούνται (παροιμ.): για ανθρώπους, συνήθ. φίλους ή συγγενείς, που ξεχνούν ο ένας τον άλλον όταν δεν συναντιούνται συχνά, που παύουν να έχουν τα ίδια έντονα συναισθήματα όταν βρίσκονται μακριά., μάτια/ματάκια μου: (ως οικ. προσφών.) Τι κάνεις ~ ~;, μαύρα μάτια κάναμε (να σε δούμε) (προφ.): για να δηλωθεί ότι έχουμε πολύ καιρό να δούμε κάποιον ή κάτι: Άντε βρε παιδί μου, ~ ~! ~ ~ να δούμε ποιοτική εκπομπή!, με άλλα/διαφορετικά/καινούργια/νέα μάτια: για διαφορετική προσέγγιση, αντιμετώπιση ενός θέματος: Μετά τον τραυματισμό είδε τον κόσμο με άλλα ~. Ηρέμησε και θα δεις τα πράγματα με διαφορετικό μάτι. Πβ. ματιά., με πιάνει το μάτι: ματιάζομαι εύκολα: Φοράει σταυρό, για να μην τον ~ ~., με το μάτι: χωρίς ακριβή μέτρηση, ζύγιση, κατά προσέγγιση: Υπολογίζω ~ ~ (την ποσότητα). Ρίχνω αλάτι στο φαγητό ~ ~., μπροστά/μπρος/μες στα μάτια μου (επιτατ.): για κάτι που συμβαίνει ή βρίσκεται μπροστά μου: Το ατύχημα διαδραματίστηκε/έγινε μπροστά ~ ~ (πβ. ενώπιον). Το πορτοφόλι ήταν μπρος/μες ~ ~ κι εγώ δεν το έβλεπα.|| (μτφ.) Μας κοροϊδεύει μπροστά ~ ~ μας!|| Μπροστά στα μάτια των περαστικών (= μπροστά στον κόσμο)., να χαρείς τα μάτια σου (οικ.): σε περιπτώσεις που ζητείται ευγενικά από κάποιον να κάνει κάτι: Έλα λίγο εδώ, ~ ~!, παίζει το μάτι του & το μάτι του παίζει (μτφ.): παρατηρεί με ερωτικό κυρ. ενδιαφέρον τους άλλους, ερωτοτροπεί: Αν και ~ ~ του, της είναι πιστός. ~ ~ της από 'δω και από 'κει/δεξιά-αριστερά., παίζει/πετάει το μάτι μου: σε περιπτώσεις που γίνονται αυτόνομες συσπάσεις των μυών του ματιού, συνήθ. από άγχος και νευρικότητα. Πβ. τρεμοπαίζει., παίρνει το μάτι μου (κάποιον/κάτι): βλέπω κάποιον/κάτι τυχαία, φευγαλέα ή από μακριά: Εκεί που καθόμουνα, πήρε ~ μια γνωστή φυσιογνωμία. Κάπου το(ν) πήρε ~., παίρνω/κάνω μάτι: κοιτάζω κρυφά, κυρ. ηδονοβλεπτικά: Τον έπιασα να ~ει ~ την ώρα που ντυνόμουν. Πβ. μπανίζω., πέφτει το μάτι/η ματιά/το βλέμμα μου (κάπου) & το μάτι/βλέμμα πήγε (κάπου) (οικ.): βλέπω κάτι/κάποιον τυχαία: Ξεφυλλίζοντας την εφημερίδα, το μάτι μου έπεσε σε ένα ενδιαφέρον άρθρο. Κοιτούσε το πλήθος και το βλέμμα του έπεσε πάνω της., του μπαίνω στο μάτι: γίνομαι στόχος κάποιου: Τους μπήκα ~, επειδή δεν συμφώνησα μαζί τους. Η περιουσία του μπήκε ~ των απατεώνων., χάνω κάποιον/κάτι από τα μάτια μου: παύω να έχω οπτική επαφή με αυτό(ν): Ένα λεπτό να τον χάσω ~ και την έκανε τη ζημιά. Μπήκε βιαστικά στο βαγόνι και τον έχασα ~.|| Δεν τη ~ει ~ του (: την παρακολουθεί συνεχώς)., ... να δουν τα μάτια σου! βλ. βλέπω, α/ου να (μου) χαθείς & χάσου από μπροστά μου/από τα μάτια μου & άι χάσου! βλ. χάνω, ακολουθώ κάποιον/κάτι με το βλέμμα/με τα μάτια βλ. ακολουθώ, ανεβαίνει στην εκτίμηση/στα μάτια κάποιου βλ. ανεβαίνω, ανοίγω τα μάτια (κάποιου) βλ. ανοίγω, ανοίγω τα μάτια μου βλ. ανοίγω, βάζω τα χεράκια μου και βγάζω τα ματάκια/μάτια μου βλ. χεράκι, βλέπω αστ(ε)ράκια/πουλάκια βλ. βλέπω, γδύνω με τα μάτια βλ. γδύνω, γυαλίζει το μάτι του βλ. γυαλίζω, δεν θέλω να ξαναδώ κάποιον (στα μάτια μου/μπροστά μου)/δεν θέλω ούτε να ξέρω/να βλέπω κάποιον βλ. θέλω, δεν μου γεμίζει το μάτι βλ. γεμίζω, δεν παίρνω τα μάτια μου από (πάνω) ... βλ. παίρνω, δεν πιστεύω στα μάτια/στ' αυτιά μου βλ. πιστεύω, είδα (κάποιον/κάτι) με τα ίδια μου τα μάτια/με τα μάτια μου βλ. βλέπω, είδα τον χάρο με τα μάτια μου βλ. χάρος, έχει φοβηθεί το μάτι μου βλ. φοβάμαι, έχω δει πολλά & έχουν δει πολλά τα μάτια μου βλ. βλέπω, έχω τ' αυτιά/τα μάτια μου ανοιχτά βλ. ανοιχτός, θολώνει το μάτι μου βλ. θολώνω, καρφί στο μάτι βλ. καρφί, κλείνουν τα μάτια μου βλ. κλείνω, κλείνω τα μάτια (κάποιου) βλ. κλείνω, κλείνω τα μάτια (μου) βλ. κλείνω, κλείνω το μάτι (σε κάποιον) βλ. κλείνω, κόρακας κοράκου μάτι δε(ν) βγάζει βλ. κόρακας, μάτια που βγάζουν/πετούν σπίθες/φλόγες/φωτιές βλ. σπίθα, με γελούν τα αυτιά/τα μάτια μου βλ. γελώ, με γυμνό μάτι/οφθαλμό βλ. γυμνός, με κλειστά (τα) μάτια βλ. κλειστός, με την τσίμπλα στο μάτι βλ. τσίμπλα, μου πετάχτηκαν/μας πέταξε τα μάτια έξω βλ. πετώ, όποιος έχει μάτια, βλέπει βλ. βλέπω, περνώ (κάτι) από την τρύπα/το μάτι της βελόνας βλ. τρύπα, πήζει το μάτι βλ. πήζω, πήρε των ομματιών του/τα μάτια του βλ. ομμάτιον, πονάει δόντι, βγάζει μάτι βλ. δόντι, ρίχνω στάχτη στα μάτια βλ. στάχτη, στέγνωσαν/στέρεψαν τα μάτια/τα δάκρυά μου βλ. στεγνώνω, στο μάτι/στη δίνη του κυκλώνα βλ. κυκλώνας, τα μάτια βασίλεψαν/βασιλεμένα μάτια βλ. βασιλεύω, της Παναγιάς τα μάτια βλ. Παναγία, τι έχουν να δουν/τι άλλο θα δουν τα μάτια/τα ματάκια μας βλ. βλέπω, το βλέμμα/μάτι μου σταμάτησε (σε ...) βλ. σταματώ, το γινάτι βγάζει μάτι βλ. γινάτι, το μάτι μου γαρίδα βλ. γαρίδα, το μάτι σου τ΄αλλήθωρο (που τρέχει στον κατήφορο) βλ. αλλήθωρος, τον κοροϊδεύει μες στα μούτρα του/μπροστά στα μάτια του/κατάμουτρα βλ. μούτρο, τον/την κοιτάει στα μάτια βλ. κοιτάζω, τρίβω τα μάτια μου βλ. τρίβω, τρώω με τα μάτια/με το βλέμμα βλ. τρώω, φάτε μάτια ψάρια και κοιλιά περίδρομο βλ. τρώω [< μεσν. μάτιν, γαλλ. œil, yeux, αγγλ. eye]

μέρα

μέρα μέ-ρα ουσ. (θηλ.) {μερών} (προφ.) : ημέρα. ● Υποκ.: μερούλες (οι) {σπάν. στον εν. μερούλα} (προφ.): για να δηλωθεί σύντομο χρονικό διάστημα, μικρή διάρκεια: Κάνε αίτηση και σε δυο/λίγες ~ (το πολύ) θα το 'χεις στα χέρια. ● ΣΥΜΠΛ.: άγιες μέρες & Άγιες ημέρες: για σημαντικές γιορτές, συνήθ. η περίοδος των Χριστουγέννων και του Πάσχα: Έρχονται ~ ~. Πού θα περάσετε τις ~ ~;, επόμενη μέρα: η μέρα ή κυρ. η περίοδος που ακολουθεί ένα σημαντικό ή καταστροφικό γεγονός ως προς τις συνέπειες που αυτό συνεπάγεται για την κοινωνία ή την ανθρωπότητα: η ~ ~ των εκλογών/μετά τον σεισμό., αλκυονίδες (μέρες) βλ. αλκυονίδες, αποφράδα μέρα βλ. αποφράδα, άσπρη μέρα βλ. άσπρος, γιορτάρες μέρες βλ. γιορτάρης, η (η)μέρα της μαρμότας βλ. μαρμότα, χάπι της επόμενης μέρας βλ. χάπι, χρονιάρες μέρες βλ. χρονιάρης ● ΦΡ.: από μέρα σε μέρα: μέσα στις επόμενες μέρες, σύντομα: Θα έρθει/τον περιμένω ~ ~., από τη μια στιγμή/μέρα στην άλλη & (σπάν.) από τη μια ώρα στην άλλη: σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, ξαφνικά: Μπορεί να καταφτάσει ~ ~ (πβ. όπου να 'ναι). Το κακό μπορεί να συμβεί ~ ~. [< γαλλ. d'un moment/jour à l'autre] , βρήκες τη μέρα/μέρα που βρήκες να ...! (προφ.): για ακατάλληλη μέρα: ~ ~ να λείπεις ...!, βρίσκω/πετυχαίνω κάποιον σε καλή/κακή μέρα ή είμαι σε καλή/κακή μέρα: για καλή/κακή διάθεση ή απόδοση κάποιου (μια συγκεκριμένη μέρα): Με βρήκες/με πέτυχες σε κακή μέρα (= δεν είναι η μέρα μου σήμερα)., για μια μέρα: (για ισχύ, φήμη) όσο διαρκεί μια μέρα: δωρεάν μετακίνηση/ήρωας ~ ~., δεν είναι η μέρα μου (σήμερα)!: δεν είμαι σε καλή ψυχική διάθεση ή αντιμετωπίζω αναποδιές (σήμερα): Πβ. δε(ν) με θέλει.|| (με κατάφαση) Είναι η μέρα μου (σήμερα) (= μου πάνε όλα καλά, έχω επιτυχίες)!, είμαι στις μέρες μου: είμαι ετοιμόγεννη., έχω (όλη/ολόκληρη) τη μέρα δική μου: έχω τη συγκεκριμένη μέρα ελεύθερη (μη εργάσιμη), ώστε να τη διαθέσω όπως θέλω., έχω (όλη/ολόκληρη) τη μέρα μπροστά μου: έχω πολύ χρόνο ακόμα μέχρι να βραδιάσει, επομένως μπορώ να κάνω κάτι χωρίς βιασύνη: Πρέπει να ξεκινήσουμε νωρίς, για να έχουμε ~ μας!, η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται (παροιμ.): η καλή εξέλιξη φαίνεται από την αρχή., η μέρα με τη νύχτα: για να δηλωθεί η (απόλυτη) αντίθεση ή διαφορά ανάμεσα σε πρόσωπα ή καταστάσεις, απόψεις: Διαφέρουν όσο ~ ~., κάθε μέρα και καλύτερα: για σταδιακή, διαρκή βελτίωση: Αισθάνομαι/πηγαίνω ~ ~ (= καλυτερεύω, βελτιώνομαι)., κάθε χρόνο τέτοια μέρα: για κάτι που επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο την ίδια μέρα: Μας θυμούνται ~ ~., κι αύριο μέρα (του Θεού) είναι: μπορούμε και αύριο να κάνουμε κάτι που δεν προλάβαμε ή δεν μπορέσαμε σήμερα: Δεν βαριέσαι! ~ ~!, μέρα με τη μέρα & μέρα με την ημέρα: καθώς περνά ο καιρός, σταθερά: Η κατάστασή του βελτιώνεται/επιδεινώνεται ~ ~., μέρα παρά μέρα: ανά δύο εικοσιτετράωρα: Ξεσκονίζει ~ ~., μέρα που είναι/που 'ναι: σε μια τόσο σημαντική μέρα: Έλα τώρα, ~ ~, μην είσαι στενοχωρημένος!, μέρα-νύχτα & νύχτα-μέρα: διαρκώς, αδιάκοπα, ακατάπαυστα: Διαβάζει/δουλεύει ~ ~. ΣΥΝ. μερόνυχτα, νυχθημερόν, μου φτιάχνει/μου χαλάει τη μέρα: με κάνει να νιώθω ωραία/να στενοχωρηθώ: Μου 'φτιαξες τη ~ με τα αστεία/με το χαμόγελό σου!, οι μέρες του είναι λίγες/μετρημένες: για πρόσωπο που πρόκειται να πεθάνει σύντομα ή κυρ. να αποπεμφθεί ή να αντικατασταθεί ή για κάτι που δεν έχει μέλλον, που θα πάψει να υφίσταται: ~ ~ στη δουλειά/στην ομάδα., πηγαίνει καλά η μέρα (μου): συμβαίνουν ευχάριστα γεγονότα εντός του εικοσιτετραώρου: Το πρωί ακούει λίγη μουσική, για να πάει ~ της., σαν να μην πέρασε μια μέρα: για κάποιον ή κάτι που παραμένει αμετάβλητο(ς), αναλλοίωτο(ς) στο πέρασμα του χρόνου: ~ ~ από την τελευταία φορά που την είχα δει., σώθηκαν οι μέρες του: πέθανε ή είναι ετοιμοθάνατος. ΣΥΝ. έσβησε το καντήλι του, τελείωσαν/τέλειωσαν οι μέρες του 1. (για πρόσ.) πέθανε. 2. (για πράγμα) δεν μπορεί πια να χρησιμοποιηθεί, είναι άχρηστο. Πβ. τα έφαγε (τα 'φαγε)/είναι λίγα/είναι μετρημένα/τέλειωσαν τα ψωμιά του., την κακή (και την ψυχρή) σου μέρα! (υβριστ.): ως κατάρα. ΣΥΝ. τον κακό σου τον καιρό/τον φλάρο!, τρώω τη/χάνω τη/πηγαίνει χαμένη η μέρα μου: ξοδεύω τον χρόνο μου χωρίς ικανοποιητικό αποτέλεσμα: Έφαγα/έχασα τη μέρα μου, προσπαθώντας να βρω τα κλειδιά μου/για να τακτοποιήσω το σπίτι. Άδικα πήγε η μέρα μου!, δεν είναι κάθε μέρα τ' Άι-Γιαννιού/Πασχαλιά/Κυριακή/γιορτή βλ. Πασχαλιά2, έγινε η νύχτα μέρα/έκαναν τη(ν) νύχτα μέρα βλ. νύχτα, έκανε/έχει κάνει τη νύχτα μέρα βλ. νύχτα, μέρα μεσημέρι βλ. μεσημέρι, μετράω μέρες/ώρες/εβδομάδες βλ. μετρώ, μετράω τις μέρες/τις ώρες/τους μήνες βλ. μετρώ, μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη, τρεις και η κακή του μέρα/ώρα/τρεις και τον τσακώσανε βλ. κλέφτης, οι καιροί είναι πονηροί/οι μέρες είναι πονηρές βλ. πονηρός, της νύχτας τα καμώματα/τα καμώματα της νύχτας τα βλέπει η μέρα και γελά βλ. κάμωμα, τι μέρα (μου) ξημερώνει! βλ. ξημερώνω [< μεσν. μέρα]

μεριά

μεριά με-ριά ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. πλευρά: η εξωτερική/εσωτερική/κάτω/μπροστινή/πάνω/πίσω/πλαϊνή (= πλάι) ~ (πβ. επιφάνεια). Στην απέναντι ~ του δρόμου. Στην ανατολική/βόρεια ~ (= ανατολικά/βόρεια) του νησιού. Από την άλλη ~ του λόφου. Φωτοτυπία της αστυνομικής ταυτότητας κι από τις δύο ~ές (= όψεις). Γύρνα και από την άλλη ~ (ενν. του σώματος).|| (μτφ.) Από τη ~ του πατέρα/της μητέρας μου κατάγομαι από ... 2. (μτφ.) καθένα από τα δύο ή περισσότερα μέρη (π.χ. πρόσωπα, ομάδες, κράτη) που βρίσκονται σε αντιπαράθεση ή σχετίζονται μεταξύ τους: Με ποιανού (τη) ~ (: το μέρος) είσαι; Οι απώλειες κι απ' τις δύο ~ιές (= αμφοτέρωθεν, ένθεν κακείθεν) ήταν μεγάλη. Συκοφαντίες εξαπολύονται από διάφορες ~ιές. Το έχω ακούσει από πολλές ~ιές. 3. (μτφ.) θέση, όψη, σκοπιά, διάσταση: η τέχνη από τη ~ της ψυχανάλυσης. Το θέμα θα εξεταστεί απ' όλες τις ~ιές (= πλήρως). Απ' όποια ~ κι αν δει κάποιος τα μέτρα, είναι άδικα. Πβ. οπτική γωνία. ΣΥΝ. πλευρά (4) 4. συγκεκριμένο μέρος, θέση, σημείο: απόμερη/ήσυχη ~ (πβ. γωνιά).|| (συνήθ. σε αφηγήσεις) Έπρεπε να ήσουν/να σ' είχα σε μια ~, να δεις πώς έκανε! 5. κατεύθυνση: κατά/προς Αθήνα ~. Η θέα από το βουνό είναι φανταστική προς όλες τις ~ιές.|| Άνθρωποι απ' όλες τις ~ιές του κόσμου (: από παντού) καταφθάνουν στο νησί. ● ΦΡ.: από/απ' τη μεριά (μου/σου ...) & από μεριάς (μου/σου ...): όσον αφορά εμένα/εσένα ...: (Εγώ) ~ ~ μου θα ήθελα να σας ευχαριστήσω για τη βοήθειά σας. Καθένας ~ ~ του έκανε ό,τι μπορούσε., σε καλή μεριά!: (ως ευχή) για σωστή αξιοποίηση χρημάτων ή άλλων αγαθών που απόκτησε πρόσφατα κάποιος: Άντε/συγχαρητήρια και ~ ~ (τα κέρδη)! Βλ. καλοφάγωτος., σε μια μεριά: σε μια θέση, παράμερα: Κάτσε (ακίνητος) ~ ~, με ζάλισες! Καθόταν αμίλητη ~ ~ (: στην άκρη)., από τη μια (πλευρά/μεριά) ..., από την άλλη (πλευρά/μεριά) βλ. πλευρά, από την άλλη (πλευρά/μεριά) βλ. άλλος [< μεσν. μεριά]

μέρος

μέρος μέ-ρος ουσ. (ουδ.) {μέρ-ους | -η, -ών} 1. τμήμα ευρύτερου συνόλου: θεωρητικό/πειραματικό ~ ενός μαθήματος. Τα ~η του σώματος. Μεταλλικά/μηχανικά ~η οχημάτων. Έκοψε την τούρτα σε οκτώ ίσα ~η (= κομμάτια, τεμάχια). Το βιβλίο χωρίζεται σε πέντε ~η (πβ. ενότητες, κεφάλαια). Το μεγαλύτερο ~ του έργου ολοκληρώθηκε. Το δεύτερο ~ της παράστασης ήταν κουραστικό. (για ταινία) Είδες το τρίτο ~ (βλ. σίκουελ); (για ομάδα) Ήμασταν καλύτεροι στο πρώτο ~ (= ημίχρονο). Από τη σονάτα δεν σώθηκε το ~ του βιολιού. Ζήτησε το ~ (= μερίδα, μερίδιο, μερτικό) του απ' τα κέρδη. Για ό,τι έγινε, έχεις κι εσύ ~ (της) ευθύνης. Γνωρίζει μόνο ~ της αλήθειας. Αποτελείς/είσαι (σημαντικό) ~ της ζωής μου. 2. (προφ.) με τοπική σημασία: αγαπημένο/ιδανικό/μαγευτικό ~ (= τόπος) για διακοπές. Άνθρωποι από διαφορετικά ~η/απ' όλα τα ~η της Γης έρχονται στο νησί. Σε κανένα (άλλο) ~ του κόσμου (= πουθενά αλλού). Σε οποιοδήποτε άλλο ~ (= οπουδήποτε αλλού). Το διαμέρισμά σου είναι σε ωραίο ~ (= τοποθεσία). Πήγε προς αυτό/εκείνο/το άλλο ~ (= κατεύθυνση). Πώς κι ήρθες απ' τα/στα ~η μας (πβ. εδώ); Σε κάποιο ~ (= κάπου) εδώ κοντά. Από ποιο ~ είσαι/κατάγεσαι (: περιοχή, πόλη, χώρα, χωριό); Οι συνήθειες διαφέρουν από ~ σε ~. Στο πίσω ~ της οθόνης (= μεριά, πλευρά). Δεν υπάρχει ~ να καθίσουμε (= θέση, χώρος). Σε ποιο ~ χτύπησες (= πού, σε ποιο σημείο); 3. {συνηθέστ. στον πληθ.} καθένα από τα δύο ή περισσότερα πρόσωπα, ομάδες ή κράτη που μετέχουν σε μια διαδικασία, βρίσκονται σε αντιπαράθεση ή έχουν άμεση σχέση: εμπλεκόμενα/εμπόλεμα/ενδιαφερόμενα ~η. Τα ~η μιας δίκης (= αντίδικοι). Αναζητείται λύση που θα ικανοποιεί όλα τα ~η. Αμφότερα τα ~η κατέληξαν σε συμφωνία/συμφώνησαν. Η αίτηση θα κοινοποιηθεί και στο άλλο ~. ΣΥΝ. μεριά (2), πλευρά (3) 4. (ευφημ.-κυρ. παλαιότ.) τουαλέτα, αποχωρητήριο. ΣΥΝ. καμπινές ● ΣΥΜΠΛ.: (τα) μέρη του λόγου: ΓΡΑΜΜ. καθεμία από τις κατηγορίες στις οποίες χωρίζονται οι λέξεις μιας γλώσσας, με βάση τη μορφολογία ή τη συντακτική τους λειτουργία: Στα κλιτά ~ ~ ανήκουν τα άρθρα, τα ουσιαστικά, τα ρήματα, τα επίθετα, οι αντωνυμίες και οι μετοχές, ενώ στα άκλιτα τα επιρρήματα, οι προθέσεις, οι σύνδεσμοι και τα επιφωνήματα., απόκρυφα σημεία (του σώματος) βλ. απόκρυφος, λυρικά μέρη βλ. λυρικός, συμβαλλόμενα μέρη βλ. συμβάλλω ● ΦΡ.: από μέρους (κάποιου): από την πλευρά του, σε ό,τι τον αφορά: ~ ~ μου κανένα πρόβλημα, κάνε ό,τι θέλεις!, αφήνω/βάζω (κάτι) κατά μέρος: παραμερίζω, παραβλέπω, παρακάμπτω: Ας αφήσουμε ~ την γκρίνια/τις διαφορές/τους εγωισμούς/τη μιζέρια. ~οντας ~ το γεγονός ότι ... ΣΥΝ. βάζω στην άκρη/στην μπάντα (2), βάζω κατά μέρος (προφ.): αποταμιεύω. ΣΥΝ. βάζω στην άκρη/στην μπάντα (1), εκ μέρους (σπάν. εκμέρους)/από μέρους (κάποιου) (λόγ.): ως εκπρόσωπός του: ~ ~ μου (= από τη δική μου πλευρά, μεριά). Ο υπουργός ... κατέθεσε στεφάνι ~ ~ της κυβέρνησης. Πβ. για λογαριασμό, εξ ονόματος. [< γαλλ. de la part de] , εν μέρει & ενμέρει (λόγ.): σε κάποιο βαθμό, όχι συνολικά: Έχεις ~ ~ δίκιο. ΣΥΝ. μερικώς, υπό/κατά μία έννοια ΑΝΤ. εν όλω, εντελώς, πλήρως [< γαλλ. en part] , επί μέρους (λόγ.): επιμέρους: Το τρίτο ~ ~ ζήτημα αφορά ..., κατά (ένα) μεγάλο μέρος & (λόγ.) κατά μέγα μέρος: σε μεγάλο βαθμό, ποσοστό: ~ ~ το πρόβλημα λύθηκε., λαμβάνω/παίρνω μέρος σε κάτι: συμμετέχω: Στον διαγωνισμό/στις εκδηλώσεις/στην κλήρωση/στη συζήτηση έλαβαν/πήραν ~ μαθητές απ' όλη τη χώρα. [< γαλλ. prendre part à ] , παίρνω (κάποιον) κατά μέρος: τον απομακρύνω από τους άλλους, συνήθ. για να μιλήσουμε ιδιαιτέρως: Με πήρε ~ και μου ανέφερε το πρόβλημα. Πβ. ξεμοναχιάζω. Βλ. κατ' ιδίαν, κατά μόνας., παίρνω κάποιον με το μέρος μου: τον κάνω να με υποστηρίξει, να ασπαστεί τις απόψεις μου: Προσπάθησε με μαλαγανιές να τους πάρει με το ~ της/του., παίρνω το μέρος & πηγαίνω/είμαι με το μέρος (κάποιου) & (σπάν.) έρχομαι: υποστηρίζω, υπερασπίζομαι ένα πρόσωπο: Μου θύμωσε, γιατί δεν πήρα το ~ της. Πήγε με το ~ των δυνατών. Δεν είμαι με το ~ κανενός. Αν έρθεις με το ~ μας, ...|| (μτφ.) Ο χρόνος είναι με το ~ μας (: προς όφελός μας)., προς το μέρος (κάποιου): προς τον τόπο, το σημείο όπου βρίσκεται κάποιος: Γύρισε/ήρθε/πήγε/σημάδεψε (με το όπλο) ~ ~ τους και είπε ...|| (μτφ.) Η ζυγαριά κλίνει ~ ~ της., τι μέρος του λόγου είναι ...; (προφ.-μτφ., συχνά μειωτ.): (για πρόσ.) ποιο είναι το ποιόν του;, από τη μια (πλευρά/μεριά) ..., από την άλλη (πλευρά/μεριά) βλ. πλευρά, έχω την τύχη με το μέρος μου βλ. τύχη [< αρχ. μέρος, γαλλ. part, partie]

μέσο

μέσο μέ-σο ουσ. (ουδ.) 1. {συνηθέστ. στον πληθ.} (για ενέργεια ή πράγμα) καθετί χρήσιμο, κατάλληλο ή αποτελεσματικό για την επίτευξη ενός σκοπού: ~α ελέγχου/κοινωνικής δικτύωσης/παρακολούθησης/προπαγάνδας/προστασίας (πυροσβεστών)/ψυχαγωγίας (π.χ. θέατρο). Αποδεικτικά/αποθηκευτικά (: ντιβιντί, σιντί, φλασάκι)/αποτελεσματικά (βλ. ημίμετρα)/δόλια/εκπαιδευτικά/εκφραστικά (: ζωγραφική, συγγραφή)/νόμιμα/οικονομικά/πλωτά/σωστικά/τεχνικά/τεχνολογικά ~α. Η κυκλoφoριακή αγωγή ως ~ πρόληψης ατυχημάτων. Βγάζει λεφτά με θεμιτά και αθέμιτα ~α. Με τα υπάρχοντα ~α ... Θα χρησιμοποιήσει όλα τα ~α που διαθέτει. Πβ. διαδικασία, δρόμος, μέθοδος, οδός. ΣΥΝ. τρόπος (1) 2. (συνήθ. + γεν.) σημείο που ισαπέχει από τα άκρα τοπικού ή χρονικού διαστήματος: στο ~ (= στο κέντρο) της διαδρομής/του δωματίου.|| Το ~ της μέρας (= μεσημέρι)/της νύχτας (= μεσάνυχτα). Στα ~α της εβδομάδας/του έτους/του καλοκαιριού (πβ. μεσοκαλόκαιρα)/του μηνός/της περιόδου/του 19ου αιώνα (πβ. μισά). Από τα ~α του Μάη έως τα ~α του Ιούνη. Βλ. αρχή, τέλος. ΣΥΝ. μέση (2) 3. & (λόγ.) μέσον (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) πρόσωπο που μεσολαβεί χαριστικά και συνήθ. παράτυπα, για την ευνοϊκή διευθέτηση των υποθέσεων κάποιου: Θέλει/χρειάζεται γερό ~. Δεν έχει ~. Έβαλε ~ για να πάρει τη θέση. Διορίστηκε/μπήκε με ~. Πβ. βύσμα. Βλ. έχει (γερό/μεγάλο) δόντι. ● ΣΥΜΠΛ.: Μέσα (Μαζικής) Ενημέρωσης/Επικοινωνίας & Μαζικά Μέσα Ενημέρωσης/Επικοινωνίας & (προφ.) Μέσα (ακρ. ΜΜΕ): ο Τύπος, η τηλεόραση, το ραδιόφωνο και το διαδίκτυο ως μέσα μετάδοσης πληροφοριών και απόψεων: έντυπα/ηλεκτρονικά/ραδιοτηλεοπτικά/ψηφιακά ~ ~. Η επίδραση των ~ων ~ στην κοινή γνώμη. Πβ. μίντια. [< αγγλ. mass media, 1923] , μέσα μεταφοράς/(μεταφορικά) μέσα: οχήματα για τη μεταφορά κυρ. ανθρώπων· ειδικότ. τα Μέσα (Μαζικής) Μεταφοράς: εναέρια/υβριδικά/υδάτινα/χερσαία ~ ~. ~ ~ ξηράς. Ασφαλές/οικολογικό ~ό ~ο. Με κάθε ~ό ~ο η έξοδος των εκδρομέων του Πάσχα. Βλ. αυτοκίνητο, μοτοσικλέτα, ποδήλατο.|| Δημόσια ~ ~. [< αγγλ. means of transport] , μέσο επικοινωνίας 1. κάθε σύστημα μετάδοσης μηνυμάτων: η γλώσσα/η μουσική/η τέχνη ως ~ ~. Πβ. δίαυλος επικοινωνίας. 2. {συνήθ. στον πληθ.} τα ΜΜΕ., τα μεγάλα μέσα: το πιο ισχυρό και σημαντικό μέσο για την επίτευξη ενός σκοπού: Έβαλε/επιστράτευσε ~ ~, για να τη γλιτώσει. Κατέφυγαν στα ~ ~. [< γαλλ. les grands moyens] , διδακτικά μέσα βλ. διδακτικός, ένδικα μέσα βλ. ένδικος, θρεπτικό υλικό/μέσο βλ. θρεπτικός, κοινωνικά δίκτυα/μέσα & μέσα κοινωνικής δικτύωσης βλ. κοινωνικός, Μέσα (Μαζικής) Μεταφοράς βλ. μεταφορά, μέσα παραγωγής βλ. παραγωγή, μέσα σταθερής τροχιάς βλ. τροχιά, οπτικοακουστικά/εποπτικά μέσα διδασκαλίας βλ. οπτικοακουστικός, ψυκτικό μέσο βλ. ψυκτικός ● ΦΡ.: δεν έχω τα μέσα: δεν έχω την οικονομική συνήθ. δυνατότητα ή την υλικοτεχνική υποδομή, τον απαραίτητο εξοπλισμό, για να κάνω κάτι: Δεν είχε τα ~ να σπουδάσει., εν μέσω (λόγ.): σε κατάσταση ή συνθήκες: ~ ~ αντιδράσεων/εξελίξεων/εξετάσεων/καύσωνα/πιέσεων/τουριστικής περιόδου. ~ ~ εντάσεων ξεκίνησε η συνέλευση. ~ ~ πυρών υπερψηφίστηκε το νομοσχέδιο για ..., με κάθε μέσο: με οποιονδήποτε τρόπο: Η δημόσια υγεία πρέπει να προστατευθεί ~ ~. Πβ. πάση θυσία., με πλάγια μέσα: χωρίς διαφάνεια ή αξιοκρατία: Προσπαθώ να πετύχω κάτι ~ ~. Απέκτησε τον τίτλο/κατέλαβε τη θέση/πλούτισε ~ ~. Πβ. παράνομα., εν τω μέσω της νυκτός βλ. νύχτα, ο σκοπός αγιάζει τα μέσα βλ. σκοπός [< 1: γαλλ. moyen(s), αγγλ. mean(s) 2: αρχ. μέσον]

μηδενικό

μηδενικό μη-δε-νι-κό ουσ. (ουδ.) 1. το μηδέν ως αριθμός ή βαθμός: ποσό μειωμένο κατά ένα ~.|| Ολοστρόγγυλο ~ (= κουλούρα). Πβ. μηδενικούρα. 2. (μτφ., για πρόσωπο ή αποτέλεσμα) ανάξιος, αμελητέος: Δεν αξίζει τίποτα, είναι ένα ~! Η ταινία ήταν ένα ~ (: σκέτη αποτυχία)! Πβ. για πέταμα. ΣΥΝ. νούλα (1), τενεκές (3) ● ΦΡ.: ένα μεγάλο μηδενικό (προφ.): ένα τίποτα: Από τις πωλήσεις των βιβλίων του εισέπραξε ~ ~. [< γαλλ. zéro]

μικρομέγαλος

μικρομέγαλος, η, ο μι-κρο-μέ-γα-λος επίθ. (μειωτ.) 1. {συνήθ. το ουδ. ως ουσ.} (για παιδί ή έφηβο) που έχει μεγαλίστικη συμπεριφορά. 2. (σπάν.-μτφ.) που θέλει να ξεπεράσει τον μέσο όρο, να αποκτήσει ισχύ, ενώ έχει περιορισμένες δυνατότητες: ~ος: ηγεμονισμός. ~η: πολιτική.

μπαμ

μπαμ επιφών. {άκλ.} (προφ.): ηχομιμητική λέξη για να δηλωθεί δυνατός και απότομος κρότος: Το λάστιχο/το μπαλόνι έσκασε και έκανε ~. Και ~, το όπλο εκπυρσοκρότησε/η πόρτα έκλεισε. Ακούστηκε ένα εκκωφαντικό ~ και όλοι αναπηδήσαμε. ● ΦΡ.: κάνω μπαμ (μτφ.) 1. προκαλώ εντύπωση, καταπλήσσω: Απόψε λάμπεις ολόκληρη, ~εις ~ με την εμφάνισή σου! Πβ. κάνω θραύση/πάταγο. ΣΥΝ. κάνω στράκες 2. {στο γ' πρόσ.} είναι ολοφάνερο: ~ει ~ από μακριά ότι ..., μπαμ και κάτω: με τη μία, αμέσως: Ήπιε τη ρακή ~ ~ (= μια και κάτω, μονορούφι). Δεν τον προετοίμασε, του τα 'πε ~ ~ (: απότομα)., μπαμ μπουμ: για πυροβολισμούς, κυρ. σε ένοπλη σύγκρουση: Άρχισαν τα ~ ~, τρέξτε να κρυφτείτε!, το μεγάλο μπαμ (μτφ.): (για δυσάρεστη ή σημαντική εξέλιξη) μεγάλη έκρηξη: Ετοιμάζεται για ~ ~. Η πορεία του ήταν σταθερά ανοδική, δεν έκανε ποτέ όμως ~ ~., στο τσακ μπαμ βλ. τσακ

μπελάς

μπελάς μπε-λάς ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): δύσκολη και ενοχλητική κατάσταση, πρόβλημα και συνεκδ. πρόσωπο που προκαλεί τέτοιες καταστάσεις: μεγάλος/σκέτος ~. Τι ~! Νέοι/οικονομικοί ~άδες. Αποκτώ/αποφεύγω τους/δημιουργώ/οδηγώ σε ~άδες. Γλίτωσα από ένα σωρό ~άδες. Είναι ~ να τρέχω μέχρι εκεί. Πβ. βάσανο, έγνοια, σκοτούρα.|| Άλλος ~ κι αυτός! Είναι ~ για τους γονείς της. ● ΦΡ.: βάζω κάποιον/μπαίνω/μπλέκω σε μπελά/μπελάδες: προξενώ σε άλλον ή στον εαυτό μου προβλήματα: Δεν θέλω να σας βάλω ~.|| Πήρε δάνειο για να χτίσει και μπήκε σε ~άδες., βάζω μπελά στο κεφάλι μου: προκαλώ στον εαυτό μου προβλήματα., βρίσκω (τον) μπελά (μου): αντιμετωπίζω δυσάρεστες καταστάσεις, χωρίς να ευθύνομαι γι΄αυτές: Πήγαν να βοηθήσουν και βρήκαν τον ~ τους. Μην του πηγαίνεις κόντρα, γιατί θα βρεις ~ σου., γυρεύει/θέλει τον μπελά του: με τη συμπεριφορά του ωθεί τα πράγματα σε δυσάρεστες εξελίξεις: Γιατί το ψάχνεις τόσο πολύ; Τον ~ σου γυρεύεις; ΣΥΝ. πάει/πηγαίνει γυρεύοντας, κακός μπελάς (που) με βρήκε!: έκφραση δυσφορίας για κάποιον ή κάτι ανεπιθύμητο: Τι με ακολουθείς συνέχεια; Βρε, ~ που με ~!, έχω μπλεξίματα/μπελάδες/φασαρίες/τραβήγματα/ντράβαλα βλ. μπλέξιμο [< τουρκ. belâ]

μπουκιά

μπουκιά μπου-κιά ουσ. (θηλ.): ποσότητα στερεάς τροφής που μπορεί να χωρέσει στο στόμα: μεγάλη/μικρή ~. ~ιές κοτόπουλου (= κοτομπουκιές)/χοιρινού. Έκοψε το κρέας σε ~ιές (= μικρά ισομεγέθη κομμάτια). Μάσα καλά την κάθε ~.|| Να βάλω μια ~ στο στόμα μου (: να φάω κάτι), γιατί με έχει κόψει η λόρδα. Μου στάθηκε η ~ στον λαιμό (: κόντεψα να πνιγώ). Ούτε μια ~ δεν πάει κάτω (: δεν έχω καθόλου όρεξη). ● Υποκ.: μπουκίτσα (η): Κόβω τη ζύμη σε ~ες.|| (για γλύκισμα σε μικρά κομμάτια) Κουραμπιέδες/λουκούμια ~ες. ● ΦΡ.: δεν βάζω μπουκιά στο στόμα μου: δεν τρώω καθόλου: Από το πρωί δεν έχω βάλει ~ ~., με τη(ν) μπουκιά στο στόμα (προφ.) 1. για απότομη διακοπή της κατάποσης και γενικότ. μεγάλη βιασύνη: Σηκώθηκε από το τραπέζι κι έτρεχε ~ ~ να προλάβει το τρένο. 2. για κάτι ευχάριστο που ματαιώνεται τελευταία στιγμή: Έβαλε γκολ η αντίπαλη ομάδα δυο λεπτά πριν από τη λήξη και μείναμε ~ ~., μεγάλη μπουκιά φάε, μεγάλη κουβέντα/μεγάλο λόγο μην λες/πεις (παροιμ.): μη(ν) λες μεγάλα λόγια., μια μπουκιά (προφ.): για κάποιον ή κάτι πολύ μικρό: ~ ~ άνθρωπος (= μικροκαμωμένος).|| ~ ~ τόπος το νησί., μπουκιά και συχώριο (προφ.): για κάτι εξαιρετικά νόστιμο ή για κάποιον πολύ ωραίο: κοπέλες ~ ~! Πβ. να γλείφεις (και) τα δάχτυλά σου!, παίρνω/αρπάζω/κλέβω την μπουκιά (μέσα) από το στόμα κάποιου (μτφ.): αποσπώ κάτι από κάποιον που δικαιωματικά του ανήκει ή που ετοιμαζόταν να απολαύσει: Οι φιλοξενούμενοι ισοφάρισαν στο τελευταίο λεπτό, ~οντας ~ των γηπεδούχων., για ένα κομμάτι/ένα καρβέλι/μια μπουκιά ψωμί βλ. ψωμί, κάνω μια χαψιά/μπουκιά βλ. χαψιά [< μεσν. μπουκιά]

μωρό

μωρό μω-ρό ουσ. (ουδ.) 1. βρέφος: νεογέννητο/πρόωρο/υγιέστατο/φυσιολογικό ~. ~ δέκα μηνών. Γέννηση/κλάμα ~ού. Αλλάζω/θηλάζω/κοιμίζω/κρατώ αγκαλιά/νανουρίζω/νταντεύω το ~. Περιμένει ~ (= είναι έγκυος). Ταΐζω το ~ με το μπιμπερό. Το καρεκλάκι/καροτσάκι/η κούνια του ~ού. Πάνες/φύλαξη ~ών.|| Τα ~ά των ζώων.|| Από ~ παιδί ασχολείται με το μπάσκετ (= από πολύ μικρός). Πβ. μπέμπης, μπουμπούκος. Βλ. μικρό, νεογνό, νήπιο. 2. (μτφ.) ανώριμο άτομο, με παιδιάστικη συμπεριφορά: Δεν είσαι ~, είσαι ενήλικος! Έλα τώρα, μη γίνεσαι ~. ΣΥΝ. βρέφος (2) 3. (οικ.) για νεαρό, πολύ ελκυστικό άτομο, συνήθ. κοπέλα. ● Υποκ.: μωράκι (το), μωρουδάκι & μωρουδέλι (το) ● ΦΡ.: μωρό/μωράκι (μου) (οικ.): προσφώνηση σε αγαπημένο πρόσωπο, συνήθ. παιδί ή ερωτικό σύντροφο., σαν μικρό/μωρό παιδί βλ. παιδί [< μεσν. μωρόν]

νους

νους [νοῦς] ουσ. (αρσ.) {νου (λόγ.) νοός | (λόγ.) πληθ. νόες} ΣΥΝ. διάνοια, μυαλό 1. το σύνολο των συνειδητών και ασυνείδητων νοητικών διαδικασιών που σχετίζονται κυρ. με την αντίληψη, τη σκέψη, τη φαντασία, τη μνήμη· το πνεύμα, ο λόγος (δηλ. το λογικό): γέννημα/δημιούργημα/κατασκεύασμα/πλάσμα/προϊόν του νου (πβ. αποκύημα της φαντασίας). Οι δυνάμεις/η εγρήγορση/η καθαρότητα του νου. Έχει δημιουργικό/εύστροφο/οξύ/πρακτικό νου. Πράξη που ξεπερνά τον ανθρώπινο νου (: αδιανόητη, φρικτή). Αποφασίζει/κρίνει με καθαρό νου (= λογικά, ψύχραιμα). Έσβησε από τον νου του τα πάντα (= τα ξέχασε). Έχασε το(ν) νου της/σάλεψε ο ~ του (= τρελάθηκε). Πβ. νοημοσύνη, νόηση. Βλ. ψυχή.|| (ΦΙΛΟΣ.) Ο ~ του Αναξαγόρα/Ηράκλειτου. Φιλοσοφία του νου. 2. (κατ' επέκτ.) πρόσωπο έξυπνο, με ιδιαίτερα ανεπτυγμένη νοητική ικανότητα: φωτισμένος ~ (πβ. ιδιοφυΐα). Μόνο ένας δαιμόνιος/σατανικός ~ θα μπορούσε να σχεδιάσει κάτι τέτοιο! ● ΣΥΜΠΛ.: κοινός νους & (σπάν.) κοινό μυαλό: κοινή λογική., ιθύνων νους βλ. ιθύνων, τετράγωνο μυαλό βλ. μυαλό ● ΦΡ.: βάζω στο(ν)/με τον νου/μυαλό μου κάτι (προφ.): πάει το μυαλό μου σε κάτι, σκέφτομαι, υποψιάζομαι: Δεν ~εις με τον νου σου τι σε περιμένει!, βγάζω κάτι/κάποιον απ' το(ν) νου/το μυαλό/το κεφάλι/τη σκέψη (μου) (προφ.): σταματώ να το(ν) σκέφτομαι, το(ν) ξεχνώ: Μη φοβάσαι, δεν θα ξανασυμβεί, βγάλ' το ~ σου! Δεν μπορεί κανείς να μου (το) βγάλει ~ ότι ...|| Βγάλ' την, επιτέλους, ~ σου!, δεν το βάζει/δεν το χωράει/δεν μπορεί να το χωρέσει ο νους/το μυαλό κάποιου/του ανθρώπου (προφ.): δεν μπορεί να το πιστέψει, είναι αδιανόητο: ~ ~ ο νους/το μυαλό του ανθρώπου αυτό που συνέβη!, έχε τον νου σου & το(ν) νου σου (προφ.): πρόσεχε: ~ ~ μην πάθεις κανένα κακό. Τον νου σου! Θα πέσεις!, έχω στο(ν) νου μου/κατά νου (κάποιον/κάτι) (προφ.) 1. έχω κάποιον ή κάτι στο μυαλό μου, στη σκέψη μου: ~ ~ πολλά πράγματα. Έχε κατά ~ (= έχε υπόψη σου) ότι ... 2. σκοπεύω, προτίθεμαι: Έχει στο(ν) νου του/κατά νου ν' αλλάξει σπίτι. Πβ. έχω κάποιον/κάτι στο μυαλό μου., έχω το(ν) νου/το μυαλό μου σε κάποιον/κάτι (προφ.): με απασχολεί, το(ν) σκέφτομαι (επίμονα): ~ει ~ της συνέχεια στα παιδιά. Το μυαλό του το έχει στο παιχνίδι. Πού είχες ~ σου, όταν σου μιλούσα;|| Έχει αλλού το ~ του (= είναι αφηρημένος)., κοντά στο(ν) νου κι η γνώση (παροιμ.): για κάτι που (θεωρείται ότι) είναι αυτονόητο, που δεν χρειάζεται πολλή σκέψη., λέω με το νου μου (προφ.): σκέφτομαι: 'Είμαι πολύ τυχερός σήμερα!', είπε με το νου του. Πβ. λέω (από) μέσα μου., νους υγιής εν σώματι υγιεί (γνωμ.-λόγ.): δεν νοείται πνευματική υγεία χωρίς σωματική· προκειμένου να τονιστεί η σημασία της σωματικής άσκησης (άθλησης) ως απαραίτητης προϋπόθεσης για την πνευματική ευεξία. [< λατ. mens sana in corpore sano] , ό,τι βάλει ο νους (του ανθρώπου) (προφ.): ό,τι μπορεί κάποιος να φανταστεί· τα πάντα, πολλά και διάφορα (πράγματα): Στο παζάρι μπορούσες να βρεις ~ ~ σου/του ανθρώπου! Πβ. και του πουλιού το γάλα., ψήλωσε ο νους (κάποιου) (μτφ.-προφ.) 1. έχει υπερβολικές φιλοδοξίες. 2. έχασε τα λογικά του., ανοίγει/διευρύνει το μυαλό/το(ν) νου/τους πνευματικούς ορίζοντες βλ. μυαλό, βάζω κακό με το μυαλό/τον νου μου βλ. κακό, έχει άλλα πράγματα στο μυαλό/στο(ν) νου/στο κεφάλι του βλ. πράγμα, κατεβάζει το κεφάλι/η κούτρα/η γκλάβα/ο νους/το ξερό μου βλ. κατεβάζω, μου έρχεται/μου 'ρχεται/φέρνω (κάποιον ή κάτι) στο μυαλό/στο(ν) νου/στη σκέψη/στη μνήμη βλ. έρχομαι, μου περνά (από το μυαλό/τον νου) βλ. περνώ, μου πήρε το μυαλό/τα μυαλά/το(ν) νου βλ. μυαλό, μου 'χει φύγει το μυαλό/το καφάσι/το κεφάλι/ο νους/το τσερβέλο βλ. μυαλό, πηγαίνει το μυαλό/ο νους μου στο κακό βλ. κακό, σταματά ο νους του ανθρώπου βλ. σταματώ, τρέχει/ταξιδεύει/γυρίζει ο νους/το μυαλό κάποιου βλ. τρέχω, τυπώνω (καλά μέσα) στο μυαλό/στο(ν) νου μου βλ. τυπώνω [< 1: αρχ. νοῦς, γαλλ. esprit, αγγλ. mind, γερμ. Geist 2: γαλλ. esprit]

νύχτα

νύχτα νύ-χτα ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) νύκτα & (λαϊκό-λογοτ.) νυχτιά & (αρχαιοπρ.) νυξ {νυκτός, νυκτί} 1. η χρονική διάρκεια ανάμεσα στη δύση και την ανατολή του ήλιου, κατά την οποία επικρατεί σκοτάδι, επειδή στον συγκεκριμένο γεωγραφικό τόπο δεν φτάνουν οι ηλιακές ακτίνες: βαθιά/έναστρη/ζεστή/κρύα/μαύρη ~. ~ με πανσέληνο/χωρίς φεγγάρι. Έχει παγωνιά τη ~. Η ~ της Πρωτοχρονιάς. Κρέμα ~ας/νυκτός. Πουλί της ~ας (= νυχτοπούλι). Μετά/πριν τις έντεκα τη ~. Η ~ (= το σκοτάδι) έπεσε/σκέπασε την πόλη. Ήρθε (αργά) τη ~. Ξύπνησε μες στην (άγρια) ~ (= τα μεσάνυχτα). Δεν μπόρεσε να κλείσει μάτι όλη (τη) ~. (ως επίρρ.) Σηκώνεται ~ (= ξημερώματα), για να πάει στη δουλειά. Μην οδηγήσεις ~! Το νομοσχέδιο πέρασε ~ (: γρήγορα και ξαφνικά, για να αποφευχθούν αντιδράσεις). Πβ. βράδυ. ΑΝΤ. ημέρα (1) 2. (κατ' επέκτ.) το αντίστοιχο χρονικό διάστημα, οι ώρες του βραδινού ύπνου ή ό,τι γίνεται κατά τη διάρκειά του: μοιραία ~. ~ αγωνίας/βομβαρδισμών/τρόμου. Μια ~ στην εξοχή/του χειμώνα. ~ες κεφιού/μοναξιάς (πβ. βραδιά). Είχα ανήσυχη/άσχημη ~ χθες. Η πρώτη ~ του γάμου ~. Καλή σου ~ (= καληνύχτα)! Δεν μπορώ να κοιμηθώ τη ~, έχω αϋπνίες. Πέρασε μια/τη ~ άγρυπνος/στο κρατητήριο. Μεγάλη ~ η χθεσινή (: συνέβησαν κρίσιμα, σημαντικά γεγονότα)! Άνθρωπος της ~ας. Οι νονοί της ~ας. Δουλεύει στη ~. 3. (μτφ.) περίοδος οπισθοδρόμησης, απαισιοδοξίας, θλίψης: η ~ της Κατοχής/του Μεσαίωνα. Πβ. ζοφερότητα, σκοτάδι. ● ΣΥΜΠΛ.: Άγια Νύχτα: η νύχτα των Χριστουγέννων· κατ' επέκτ. το αντίστοιχο χριστουγεννιάτικο τραγούδι., η νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου: για περιπτώσεις που έλαβε ή πρόκειται να λάβει χώρα ένα αποτρόπαιο, φρικαλέο ή συνταρακτικό συμβάν: Θα γίνει ~ ~! [< γαλλ. la nuit de la Saint Barthélémy] , λευκές νύχτες: που οφείλονται στο φαινόμενο του ήλιου του μεσονυχτίου, είναι ορατές στις περιοχές που βρίσκονται ελάχιστα εκτός των ορίων των αρκτικών κύκλων και χαρακτηρίζονται από την ύπαρξη φωτός στον ουρανό, ακόμα και μετά τη δύση του ήλιου: οι ~ ~ της Αγίας Πετρούπολης., λευκή νύχτα 1. βράδυ αϋπνίας: ~ ~ σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες (: όταν τα μπαρ, τα μουσεία, τα εστιατόρια, τα μαγαζιά μένουν ανοιχτά μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες). 2. (κυρ. για συζύγους) χωρίς σεξουαλική επαφή. [< γαλλ. nuit blanche] , δοχείο νυκτός βλ. δοχείο, μαύρα/βαθιά/άγρια μεσάνυχτα βλ. μεσάνυχτα, πεταλούδα/πεταλουδίτσα της νύχτας βλ. πεταλούδα ● ΦΡ.: (μέσα) σε μια νύχτα: μέσα σε ένα βράδυ, δηλ. πολύ γρήγορα, με συνοπτικές διαδικασίες: Έγινε πλούσιος ~ ~. Πβ. μέσα σε μια στιγμή, στο άψε σβήσε. ΣΥΝ. εν μία νυκτί, διά νυκτός (λόγ.): κατά τη διάρκεια της νύχτας: φυγή ~ ~., έγινε η νύχτα μέρα/έκαναν τη(ν) νύχτα μέρα: φωτίστηκε/φώτισαν πολύ το μέρος (σαν να ήταν μέρα): Έγινε ~ με τα πυροτεχνήματα. Οι φωτοβολίδες έκαναν ~., έκανε/έχει κάνει τη νύχτα μέρα (προφ.) 1. κοιμάται τη μέρα και εργάζεται ή διασκεδάζει τη νύχτα. 2. εργάζεται ακατάπαυστα πρωί βράδυ. , εν μία νυκτί (λόγ.): μέσα σε μια νύχτα, ξαφνικά., εν τω μέσω της νυκτός (λόγ.): κατά τη διάρκεια της νύχτας, μέσα στη νύχτα: ληστεία ~ ~., η νύχτα βγάζει επίσκοπο κι η αυγή μητροπολίτη (παροιμ.): για μη αναμενόμενη εξέλιξη σε χρονοβόρες παρασκηνιακές ενέργειες ανάδειξης προσώπων σε αξιώματα., θα φύγει/έφυγε νύχτα (αργκό): θα αποχωρήσει κακήν κακώς. Πβ. σαν τον κλέφτη/σαν κλέφτης., μας πήρε/μας έπιασε/μας βρήκε η νύχτα/το βράδυ & το πρωί/το ξημέρωμα: νύχτωσε, βράδιασε· για δήλωση πολύωρης διάρκειας ή καθυστέρησης: Θα μας βρει/πάρει ~ μέχρι να φτάσουμε (: θα πέσει το σκοτάδι). Με πήρε ~ διαβάζοντας.|| (ως έκφρ. δυσαρέσκειας) Μας πήρε ~ μέχρι να ετοιμαστεί (= βραδιάσαμε, νυχτώσαμε)!, μαύρη είναι η νύχτα στα βουνά (μαύρη σαν καλιακούδα) (προφ.) 1. για να δηλωθεί η πλήρης άγνοια κάποιου σε έναν τομέα: Του ζήτησα βοήθεια, αλλά ~ ~! 2. για δήλωση απαισιοδοξίας: -Πώς πάνε τα πράγματα; -~ ~! 3. σε περιπτώσεις που επικρατεί το μαύρο χρώμα ή σκοτάδι. Πβ. μαύρη (/πολλή) μαυρίλα πλάκωσε, μαύρη σαν καλιακούδα., νύχτα (το) πήρες το δίπλωμα; (ειρων.): προς κάποιον που αποδεικνύεται ανάξιος κάτοχος ενός διπλώματος, συνήθ. οδήγησης., ο κόσμος της νύχτας: άνθρωποι που δραστηριοποιούνται στον χώρο της νυχτερινής διασκέδασης (π.χ. τραγουδιστές, ιδιοκτήτες νυχτερινών κέντρων και οι εργαζόμενοι σε αυτά) ή/και ασχολούνται με παράνομες δραστηριότητες (π.χ. προστασία, εμπόριο ναρκωτικών): ο επικίνδυνος/σκληρός ~ ~. Κυκλώματα που σχετίζονται με τον ~ο ~., όποιος νύχτα περπατεί, λάσπες και σκατά πατεί (παροιμ.): όποιος κινείται σε ύποπτους χώρους ή εμπλέκεται σε επικίνδυνες υποθέσεις, υφίσταται τις συνέπειες., από/απ' το πρωί ως/μέχρι το βράδυ βλ. βράδυ, η μέρα με τη νύχτα βλ. μέρα, η νύχτα των κρυστάλλων βλ. κρύσταλλο, μέρα-νύχτα βλ. μέρα, όνειρο θερινής νυκτός βλ. όνειρο, της νύχτας τα καμώματα/τα καμώματα της νύχτας τα βλέπει η μέρα και γελά βλ. κάμωμα, χίλιες και μια νύχτες βλ. χίλιοι [< μεσν. νύχτα < αρχ. νύξ, γαλλ. nuit, αγγλ. night, γερμ. Nacht]

ξεγίνεται

ξεγίνεται ξε-γί-νε-ται ρ. {ξέγινε, ξεγίνει} (προφ.): αναιρείται αυτό που έγινε· κατ' επέκτ. επανορθώνεται: Τα γεγονότα δεν μπορούν να ξεγίνουν.|| Το κακό δυστυχώς δεν ~. ● ΦΡ.: ό,τι έγινε/γίνεται δεν ξεγίνεται: είναι ανεπανόρθωτο: Όλα αυτά ανήκουν πλέον στην ιστορία, ~ ~. ΣΥΝ. ό,τι έγινε έγινε [< μεσν. ξεγίνομαι]

ξεμπέρδεμα

ξεμπέρδεμα ξε-μπέρ-δε-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) ΑΝΤ. μπέρδεμα, μπλέξιμο 1. ξέμπλεγμα: ~ καλωδίων/κόμπων. Το μαλακτικό διευκολύνει το ~ των μαλλιών. 2. (μτφ.) τακτοποίηση, διευθέτηση περίπλοκης κατάστασης: ~ (= ξεκαθάρισμα) της υπόθεσης. Πβ. απεμπλοκή. ΑΝΤ. περιπλοκή (1) ● ΦΡ.: δεν θα έχω καλά ξεμπερδέματα/θα έχω κακά/άσχημα ξεμπερδέματα (προφ.): πρόβλεψη αρνητικής εξέλιξης γεγονότων, φασαρίας, καβγά: Μην του μπαίνετε και πολύ, γιατί δεν θα έχετε καλά ~. (απειλητ.) Σου δίνω μια τελευταία ευκαιρία, αλλιώς θα έχουμε κακά ~., καλά ξεμπερδέματα & καλό ξεμπέρδεμα: (ως ευχή) για έξοδο από δύσκολη κατάσταση: Καλή επιτυχία και ~ ~! Έτσι που έμπλεξες, τι να σου πω; ~ ~!

ξέρω

ξέρω ξέ-ρω ρ. (μτβ.) {ήξερα, ξέρ-οντας} & (ιδιωμ.) ξεύρω 1. έχω γνώση ή αντίληψη για κάτι: ~ τη διεύθυνσή της/το επάγγελμα/την (οικονομική του) κατάσταση/το όνομα (κάποιου). Δεν ~ πόσο χρονών είναι/πότε θα έρθει/πού είναι/πώς τον λένε. Δεν ~εις τίποτα παραπάνω/περισσότερο να μου πεις; Νομίζεις ότι ~εις τα πάντα/τα ~εις όλα; ~ τι ζητώ/θέλω/κάνω. Την ~ καλά την πόλη. (κατηγορία απάντησης σε ερωτηματολόγιο, δημοσκόπηση) Δεν ~ /δεν απαντώ. ~ τις αρμοδιότητές/τα δικαιώματά/τις υποχρεώσεις μου. Άσε/άφησε αυτά που ~εις. Αυτά που ~εις/ήξερες να τα ξεχάσεις. Όλα όσα/τι πρέπει να ~ουμε για το .../σχετικά με ... ~εις τι θα πει/τι σημαίνει να ...; Τον ρώτησα, αλλά δεν ~ει τίποτα για το θέμα. Κάτι ~ει, να την ακούς! Δεν ~ από που ν' αρχίσω. Απ’ όσο (μπορώ να)/απ’ ό,τι ~ , … Ποιος ~ει πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα. Aν ήξερες/να 'ξερες πόσο την αγαπώ! ~εις (τώρα) εσύ (: για κάτι γνωστό στον άλλον ή για περιπτώσεις που δεν θέλουμε να αναφέρουμε κάτι ρητά). Πβ. αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω. ΑΝΤ. αγνοώ (1) 2. είμαι γνώστης, κατέχω κάποιο γνωστικό αντικείμενο ή μια δεξιότητα: ~ μια γλώσσα/γράμματα/κολύμπι/μαγειρική/μπάσκετ/τάβλι. ~ να γράφω/διαβάζω/μαγειρεύω/οδηγώ/παίζω (ένα παιχνίδι ή ένα μουσικό όργανο)/χειρίζομαι υπολογιστή/χορεύω. ~ να πω μάθημα/ένα ποίημα (απέξω). ~ει κανείς από μηχανές;|| (Δεν) ~ει να δίνει/παίρνει/περιμένει/χάνει. 3. γνωρίζω κάποιον καλά ή μου είναι γνωστός: ~ τους γονείς/την οικογένειά του. Την ~ εδώ και χρόνια/εξ όψεως/(από) καιρό/από παλιά/φυσιογνωμικά. Τον ~ από παιδί. Δεν ~ κανέναν σε αυτή τη γιορτή. Τον ~εις αυτόν εκεί; Την ~ μέσω ενός κοινού μας φίλου.|| (κατ' επέκτ.) Πόσο καλά ~εις τους φίλους σου (: γνωρίζεις τον χαρακτήρα τους); Με ~εις πόσο ανυπόμονος είμαι. Έλα μωρέ, δεν την ~εις; Κάθε φορά τα ίδια κάνει.|| (για δημόσιο πρόσωπο) Τους ~εις τους ηθοποιούς που συμμετέχουν στο σίριαλ; ● ΦΡ.: (αυτό) το ξέρει και η γάτα μου!: είναι αυτονόητο ή γνωστό σε όλους., δεν ήξερες, δεν ρώταγες; (ειρων.): λέγεται όταν κάποιος από αφέλεια βρεθεί μπλεγμένος σε δυσάρεστη κατάσταση, ενώ θα μπορούσε να την είχε αποφύγει, αν φρόντιζε προηγουμένως να ενημερωθεί., δεν ξέρει τι έχει: είναι πολύ πλούσιος, έχει μεγάλη περιουσία., ξέρει να ζει (τη ζωή του/της) (προφ.): την απολαμβάνει., ξέρεις ...: στην αρχή φράσης, συνήθ. ως ένδειξη αμηχανίας, δισταγμού, δυσκολίας να πούμε κατευθείαν αυτό που θέλουμε: ~, θέλω να μιλήσουμε., ξέρω (κάποιον) για ...: έχω σχηματίσει για κάποιον την άποψη, τη γνώμη, την εντύπωση: Τον ήξερα για τεμπέλη, αλλά με διέψευσε., ξέρω γω (προφ.): κειμενικός δείκτης για αναφορά παραδείγματος ή ως απάντηση για δήλωση άγνοιας και κατ' επέκτ. δυσφορίας, αδιαφορίας: Θα δώσω, ~ ~, είκοσι-τριάντα ευρώ και θα κάνω τη δουλειά μου. Πβ. ας πούμε, για παράδειγμα.|| -Τι του 'κανες και θύμωσε; -~ ~, μωρέ!, ξέρω κι εγώ/(που θες να) ξέρω εγώ/'γω;/! (προφ.): κειμενικός δείκτης που εκφράζει αμηχανία, άγνοια ή αμφιβολία για κάτι: Πώς τα κατάφερες έτσι; - ~ ~, τι να σου πω; Τελικά θα έρθουν; -~ ~, θα σε γελάσω., ποιος ξέρει;: για δήλωση άγνοιας: Άραγε θα έρθει, ~ ~; Πβ. τις οίδε;, ποτέ δεν ξέρεις ...: μη θεωρείς τίποτα απίθανο· όλα είναι πιθανά: ~ ~ τι σου επιφυλάσσει η μοίρα.|| -Δεν θα ξαναγυρίσει. -~ ~. Πβ. ποτέ μην λες/πεις ποτέ. [< αγγλ. you never know] , (κι εγώ) πώς/πού θες να (το) ξέρω; βλ. θέλω, δεν γνωρίζει/δεν ξέρει η αριστερά τι ποιεί η δεξιά βλ. αριστερός, δεν θέλω να ξαναδώ κάποιον (στα μάτια μου/μπροστά μου)/δεν θέλω ούτε να ξέρω/να βλέπω κάποιον βλ. θέλω, δεν καταλαβαίνω/δεν ξέρω/δεν σκαμπάζω γρι βλ. γρι, δεν καταλαβαίνω/ξέρω/ακούω Χριστό! βλ. Χριστός, δεν ξέρει την τύφλα του βλ. τύφλα, δεν ξέρει τι του φταίει βλ. φταίω, δεν ξέρεις τι σου γίνεται βλ. γίνομαι, δεν ξέρω πού (μου) πάν' τα τέσσερα βλ. τέσσερις, δεν ξέρω πού πατώ και πού πηγαίνω βλ. πατώ, ένας Θεός ξέρει βλ. θεός, λέει/ξέρει κάτι νεράκι βλ. νερό, ξέρει/δεν ξέρει τι θέλει βλ. θέλω, ξέρω τι θα πει βλ. λέω, όποιος είναι έξω από τον χορό, πολλά τραγούδια λέει/ξέρει βλ. χορός, όσα ξέρει ο νοικοκύρης, δεν τα ξέρει ο κόσμος όλος βλ. νοικοκύρης, πού σε είδα, πού σε ξέρω βλ. βλέπω, το ξέρουν και οι κότες βλ. κότα, τόσα ξέρει, τόσα λέει βλ. τόσος [< μεσν. ξέρω < (ἐ)ξεύρω < αρχ. ἐξευρίσκω]

ξεχνώ

ξεχνώ [ξεχνῶ] ξε-χνώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {-άς ... | ξέχα-σα, ξεχά-σω, -στηκα, -σμένος, ξεχν-ώντας} & ξεχνάω 1. σταματώ να θυμάμαι, δεν διατηρώ στη μνήμη μου: ~ έναν αριθμό (κάρτας, λογαριασμού, τηλεφώνου)/έναν κωδικό (ασφαλείας, εισόδου, πρόσβασης)/τα λόγια (κάποιου)/ένα όνομα/ένα πρόσωπο/ένα ραντεβού/τα χαρακτηριστικά (κάποιου). ~ το μάθημα (που διάβασα)/το παρελθόν. ~ γρήγορα/δύσκολα/εύκολα/συνεχώς.|| (για γνώσεις:) ~ να κολυμπώ/να μιλάω μια ξένη γλώσσα/να οδηγώ.|| Ας μην ~άμε ότι ... ~άς πως ... ; Μην ~άς όσους σε βοήθησαν. ~σες τα γενέθλιά μου/τη γιορτή μου. ~άς κάτι βασικό/μια λεπτομέρεια. Με το διάβασμα ~άω τα προβλήματά μου. Δεν θα σε ~σω ποτέ. Δεν πρόκειται να ~σω όσα έκανες για μένα. ~άς σε ποιον απευθύνεσαι/μιλάς; Ξέχασέ το! (: αγνόησέ το, μη δίνεις σημασία). Έθιμο/συνήθεια που πάει να ~στεί. Το θέμα/σκάνδαλο θα (έχει) ~στεί σε λίγο καιρό. Ξέχνα κάθε έγνοια και χαλάρωσε/οτιδήποτε σε απασχολεί! Βλ. ψιλοξεχνάω. ΣΥΝ. λησμονώ 2. παραλείπω ή αμελώ να πάρω κάτι μαζί μου ή να κάνω κάτι: ~σα τη βαλίτσα/τα γυαλιά/τα κλειδιά/την ομπρέλα/το πορτοφόλι/την ταυτότητα (μου). ~σε την τσάντα της στο ταξί. ~σα να τον ενημερώσω/να σου τηλεφωνήσω. ~σα το φαγητό στη φωτιά και κάηκε. Ελπίζω να μην έχω ~σει κάποιον στις ευχαριστίες μου. Μην ~σεις να πάρεις μαζί σου ... ● Παθ.: ξεχνιέμαι: απορροφώμαι κάνοντας κάτι, περνάει ο χρόνος χωρίς να το καταλάβω: ~στηκα στα μαγαζιά/στην τηλεόραση/στο τηλέφωνο. Μου αρέσει να ~ με τη μουσική. Πβ. χαζεύω. ΣΥΝ. αφαιρούμαι ● ΦΡ.: δε(ν) θα ξεχάσω ποτέ: θα θυμάμαι για πάντα: ~ ~ (στη ζωή μου) αυτή τη μέρα/τη χαρά που πήρα όταν ..., τον ξέχασε ο Χάρος/ο Θεός 1. για πρόσωπο πολύ προχωρημένης ηλικίας που βρίσκεται εν ζωή. 2. (μόνο στη ΦΡ. τον ξέχασε ο Θεός) για άτομα ή κοινωνικές ομάδες που ζουν στο περιθώριο., περασμένα ξεχασμένα βλ. περασμένος ● βλ. ξεχασμένος [< μεσν. ξεχνώ]

ξημέρωμα

ξημέρωμα ξη-μέ-ρω-μα ουσ. (ουδ.): ο ερχομός της νέας μέρας με την ανατολή του ήλιου: Περιμένουν από το ~ στην ουρά (της τράπεζας). Είδαμε το ~ (= την ανατολή). Με βρήκε/πήρε το ~ στους δρόμους. Διασκέδασαν μέχρι/ως τα ~ώματα (πβ. αυγή). ΣΥΝ. χάραμα (1) ΑΝΤ. νύχτωμα ● ξημερώματα: {ως επίρρ.} πολύ πρωί, τις πρώτες πρωινές ώρες: ~ Κυριακής. Έφτασαν ~ (= την αυγή, χαράματα) στο λιμάνι. ● ΦΡ.: καλό ξημέρωμα! (ευχή ή αποχαιρετισμός): ~ ~ να έχουμε! Πβ. καληνύχτα., μας πήρε/μας έπιασε/μας βρήκε η νύχτα/το βράδυ βλ. νύχτα [< μεσν. ξημέρωμα]

ξύλο

ξύλο ξύ-λο ουσ. (ουδ.) 1. σκληρή ουσία του κορμού και των κλαδιών των δέντρων· συνεκδ. κάθε κομμάτι ή αντικείμενο που προέρχεται από αυτά: ακατέργαστο/γνήσιο/ελαφρύ/κατεργασμένο/μαλακό/μασίφ/σκαλιστό/σουηδικό ~ (= ξυλεία). ~ ελιάς/κερασιάς/οξιάς/πεύκου. ~ τικ. Απολιθωμένο ~. Άρωμα/ασθένειες/βαφή/βιομηχανία (= ξυλοβιομηχανία)/εμπορία/τεχνολογία ~ου.|| Φύλλα ~ου. Έπιπλα/κουφώματα/πόρτα/σκάλα από ~.|| Γλυπτική/ζωγραφική σε ~. Βερνίκι για ~. || (Αρωματικά) ~α καπνίσματος. 2. (μτφ.) χτυπήματα με το χέρι ή με βέργα: άγριο/αλύπητο/ανελέητο/γερό ~. Έφαγε το ~ της αρκούδας/χρονιάς. ~ και των γονέων/με τη σέσουλα/μέχρι θανάτου/μέχρι λιποθυμίας. Δίνω/παίζω/ρίχνω ~. Πέφτει ~ (= γίνεται καβγάς, έχουν πιαστεί στα χέρια). (Κάποιος) θέλει ~ (: του αξίζει). Πβ. βρομόξυλο, ξυλο-δαρμός, -κόπημα, -φόρτωμα. 3. (μτφ.) καθετί σκληρό, που δύσκολα λυγίζει ή κάμπτεται: Το κορμί του είχε γίνει ~ από το κρύο (= ξύλιασε, ξεπάγιασε). 4. {κυρ. στον πληθ.} καυσόξυλα: ~α για προσάναμμα/για το τζάκι. Κόβω/κουβαλώ/μαζεύω ~α. Σόμπα ~ου/~ων. Ρίχνω ~α στη φωτιά. Βλ. πυρηνόξυλο. ● Υποκ.: ξυλαράκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: τίμιο/άγιο ξύλο: ΕΚΚΛΗΣ. μικρό κομμάτι ξύλου που προέρχεται από τον σταυρό πάνω στον οποίο σταυρώθηκε ο Ιησούς: Φυλαχτό με τίμιο ~., σομφό ξύλο βλ. σομφός ● ΦΡ.: επί ξύλου κρεμάμενος (μτφ.): για κάποιον που έχει βρεθεί σε εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση και χωρίς υποστήριξη, από οικονομική ή άλλη άποψη: Έφαγε όλη του την περιουσία κι έμεινε ~ ~ (= απένταρος)., ξύλο μετά μουσικής (συνήθ. ειρων.): για άγριο ξυλοδαρμό., σπάω/σαπίζω/τσακίζω/μαυρίζω/σακατεύω/ρημάζω/λιανίζω κάποιον στο ξύλο (προφ.): τον χτυπώ πολύ άσχημα, χωρίς οίκτο: (απειλητ.) Θα σε σπάσω ~!, το ξύλο βγήκε απ' τον Παράδεισο: ως εσφαλμένη δικαιολόγηση της παιδαγωγικής ή σωφρονιστικής σημασίας του ξυλοδαρμού ή της χειροδικίας., τρώω ξύλο (μτφ.-προφ.): με δέρνουν, με χτυπούν. ΣΥΝ. τις αρπάζω, τις τρώω, άνθρωπος αγράμματος, ξύλο απελέκητο βλ. απελέκητος, ένα (γερό) χέρι ξύλο βλ. χέρι, κάνω κάποιον μαύρο/τόπι/τουλούμι/μπαούλο (στο ξύλο) βλ. τόπι, σκοτώνω στο ξύλο (κάποιον) βλ. σκοτώνω, το στραβό το ξύλο η φωτιά το σιάζει βλ. φωτιά, τουλουμιάζω στο ξύλο βλ. τουλουμιάζω, χτύπα/να χτυπήσω ξύλο! βλ. χτυπώ ● βλ. ξυλάκι [< αρχ. ξύλον]

ξυπνητούρια

ξυπνητούρια ξυ-πνη-τού-ρια ουσ. (ουδ.) (τα): μόνο στη ● ΦΡ.: καλά ξυπνητούρια! (προφ.-ειρων.): σε κάποιον που μόλις ξύπνησε, συνήθ. αργά, ή κατάλαβε κάτι καθυστερημένα σε σχέση με τους υπόλοιπους. ΣΥΝ. ξύπνημα

οδηγός

οδηγός [ὁδηγός] ο-δη-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. πρόσωπο που θέτει σε λειτουργία και κινεί όχημα: απρόσεκτος/ασυνείδητος/έμπειρος/επαγγελματίας/ερασιτέχνης/κακός/καλός ~. ~ αυτοκινήτου/λεωφορείου (= λεωφορειατζής)/μοτοσικλέτας/ποδηλάτου/ράλι (= ραλίστας)/ταξί (= ταξιτζής)/τρένου (= μηχαν~)/φορτηγού (= φορτηγατζής). Άδεια/αερόσακος/δίπλωμα/κάθισμα ~ού. Σήμα νέου ~ού (: Ν). Ασφάλεια ~ού και συνοδηγού. (ΣΤΡΑΤ.) ~ (εδάφους) άρματος. Σχολή ~ών/οδήγησης (: για προετοιμασία υποψηφίων ~ών). Πβ. σοφέρ. Βλ. ηλεκτρ~, συν~. 2. πρώτος σε έναν σχηματισμό, που προπορεύεται συνήθ. μπροστά από ομάδα, για να υποδεικνύει τη διαδρομή ή την κατεύθυνση· ειδικότ. ξεναγός: ~ ορειβατών/τουριστών. Είναι ~ βουνού και εκπαιδευτής ορειβασίας. Περίπατος με ~ό.|| (σε ναυτικό σχηματισμό:) Πλοίο-~.|| Σκύλος-~ τυφλών. Πβ. επικεφαλής. Βλ. εργ~. 3. {μόνο στο αρσ.} εγχειρίδιο με πρακτικές και χρήσιμες πληροφορίες, συμβουλές ή οδηγίες που κυκλοφορεί σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή και αναφέρεται σε ειδικό θέμα ή αντικείμενο: αναλυτικός/αρχαιολογικός/εγκυκλοπαιδικός/εκπαιδευτικός/ενημερωτικός/επαγγελματικός/επενδυτικός/επιχειρηματικός/εύχρηστος/ιατρικός/νομικός/πλήρης/πολιτιστικός/πρακτικός/συνοπτικός/φορολογικός ~. ~ αγοράς/διακοπών/διασκέδασης/επαγγελμάτων/εστιατορίων/(ΣΤΡΑΤ.) θητείας/καταλυμάτων/πλοήγησης (στο ίντερνετ)/υγείας. ~-βοήθημα (= βοηθητικός ~). Ο απόλυτος ταξιδιωτικός ~ για την πόλη. Βλ. ευρετήριο. 4. (μτφ.) κάποιος ή κάτι που ασκεί σημαντική επιρροή και έχει καθοδηγητικό, ρυθμιστικό ρόλο σε μια πορεία: (για πρόσ.) ηθικός/πνευματικός ~. Η μητέρα μου είναι ~ στη ζωή μου. Πβ. καθοδηγητής.|| Με ~ό τη λογική, όχι το συναίσθημα. 5. ΠΛΗΡΟΦ. λογισμικό που επιτρέπει σε υπολογιστή να επικοινωνεί με οποιαδήποτε περιφερειακή συσκευή· ντράιβερ: εξωτερικός/εσωτερικός ~. ~ δισκέτας/εκτυπωτή/ντιβιντί/σιντιρόμ/ταινίας. 6. μακρόστενη κατασκευή με ράβδο που έχει εσωτερικό αυλάκι, για να σύρεται πάνω της κινητό στέλεχος: χωνευτός ~. ~ συρταριού. Μεταλλικός ~ στήριξης θερμομονωτικών πλακών. Επιδαπέδιος ~ πόρτας. ~ για κουρτίνα/(συρόμενο) παράθυρο.|| (στο ψάρεμα:) ~ βέργας/πετονιάς. 7. ΠΛΗΡΟΦ. γραμμή η οποία έλκει την προσοχή του χρήστη από μια επεξήγηση στο κατάλληλο τμήμα της εικόνας. 8. αγόρι η κορίτσι μεταξύ έντεκα και δεκατεσσάρων ετών που ανήκει στο Σώμα Ελληνικού Οδηγισμού. ● Μεγεθ.: οδηγάρα (η) βλ. σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: Μεγάλος Οδηγός: έφηβος ηλικίας δεκατεσσάρων έως δεκαεπτά ετών που ανήκει στο Σώμα Ελληνικού Οδηγισμού., οδηγός σπουδών (συνηθέστ. με κεφαλ. τα αρχικά Ο, Σ): έντυπο που παρέχεται από τα ανώτερα και ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα στους φοιτητές ενός τμήματος και παρουσιάζει τους στόχους, τη δομή, τα γνωστικά αντικείμενα, το ερευνητικό και διδακτικό προσωπικό του, τις επαγγελματικές προοπτικές και τις νέες ειδικότητες που προκύπτουν από αυτό και γενικότ. κάθε έντυπο που ενημερώνει για τη φοίτηση και τις προοπτικές σπουδών: ηλεκτρονικός ~ ~. ~ ~ για το ακαδημαϊκό έτος ... Οδηγός μεταπτυχιακών/προπτυχιακών σπουδών.|| ~ ~ λυκείου/φροντιστηρίου., Οδηγός του Πολίτη: κατηγοριοποίηση χρήσιμων πληροφοριών για τον πολίτη σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή, που προσφέρεται από δημόσιες κυρ. υπηρεσίες: ~ ~ με αναπηρία., Χρυσός Οδηγός: πλήρης και ευρείας εμβέλειας οδηγός και τηλεφωνικός κατάλογος σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή με καταχώρηση επαγγελματιών, εταιρειών και επιχειρήσεων: ~ ~ Εθελοντισμού., οδηγός εγκατάστασης βλ. εγκατάσταση, τουριστικός οδηγός βλ. τουριστικός [< 1: γαλλ. conducteur 2,4: μτγν. ὁδηγός 3: γαλλ. guide 5: αγγλ. driver]

οθόνη

οθόνη [ὀθόνη] ο-θό-νη ουσ. (θηλ.) {οθονών} 1. ΤΕΧΝΟΛ. επιφάνεια ηλεκτρονικής συσκευής πάνω στην οποία προβάλλονται εικόνες ή/και δεδομένα· μόνιτορ: αναλογική/(κυρ. παλαιότ.) ασπρόμαυρη/διάφανη/έγχρωμη/επαγγελματική/επίπεδη/εύκαμπτη/θολωτή/κυρτή/μεγάλη/μεσαία/μικρή/πανοραμική/φθορίζουσα/φωτεινή/ψηφιακή ~. ~ αριθμομηχανής/θυροτηλεφώνου/κάμερας/μικροσκοπίου/ραντάρ/φωτογραφικής μηχανής. ~ ... ιντσών (: καθεμία από τις διαγωνίους της είναι ... ίντσες). Ασύρματο ακουστικό κινητού (τηλεφώνου) με ~. ~ ρυθμίσεων τζι-πι-ες. Ζυγαριά με ~. Τηλεόραση ευρείας ~ης. ~ες ελέγχου/μηδενικής κατανάλωσης/οροφής.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ γραφικών. ~ υψηλής/χαμηλής ανάλυσης. Κάρτα (: βοηθητική πλακέτα που καθορίζει τον τρόπο λειτουργίας και την ποιότητα της εικόνας)/περιστροφή (: από οριζόντια σε κατακόρυφη θέση)/φόντο (πβ. ταπετσαρία) ~ης. Βραχίονας/προστατευτικό φίλτρο ~ης. (ειδικότ.) Αναγνώστης και (εικονικό) πληκτρολόγιο ~ης (: βασικά εργαλεία τυφλού, χρήστη Η/Υ). 2. ΤΕΧΝΟΛ. άσπρη συνήθ. επιφάνεια απεικόνισης ή αναπαραγωγής φωτογραφιών ή κινηματογραφικών εικόνων· συνεκδ. κινηματογράφος ή τηλεόραση: Χωρίς τα γυαλιά μου δεν βλέπω τίποτα στην ~.|| Ο σκηνοθέτης επιστρέφει στην ~ με ένα σίριαλ/μια ταινία σχετικά με ... Η συνέχεια επί της ~ης/στις ~ες σας. Βλ. γιγαντο~, προτζέκτορας, σελιλόιντ. 3. ΝΑΥΤ. ύφασμα κατασκευής ιστίων. Πβ. μουσαμάς. 4. ΤΥΠΟΓΡ. πλαίσιο που χρησιμοποιείται στην μεταξοτυπία. ● Υποκ.: οθονίτσα, οθονούλα (η). ● ΣΥΜΠΛ.: η μεγάλη οθόνη (μτφ.): ο κινηματογράφος: μεταφορά δημοφιλούς βιβλίου στη ~ ~. Πβ. πανί. [< γαλλ. le grand écran] , η μικρή οθόνη (μτφ.): η τηλεόραση. [< γαλλ. le petit écran] , μπλε οθόνη (θανάτου): ΠΛΗΡΟΦ. μήνυμα σφάλματος που εμφανίζεται από τα λειτουργικά συστήματα (ιδ. τα Windows) στην οθόνη ενός υπολογιστή, όταν συμβεί κάποιο ανεπανόρθωτο λάθος, με σκοπό τη διακοπή λειτουργίας του και την αποτροπή βλάβης. [< αγγλ. blue screen of death, 1993] , οθόνη αφής & επαφής: ΤΕΧΝΟΛ. που επιτρέπει την καταχώρηση δεδομένων και την ενεργοποίηση λειτουργιών σε ηλεκτρονικές συσκευές και μηχανήματα με την αφή ή με γραφίδα· ειδικότ. περιφερειακή συσκευή εισόδου σε υπολογιστή, με τη βοήθεια της οποίας ο χρήστης μπορεί εύκολα να μεταβιβάσει την επιλογή του: χωρητική ~ ~. [< αγγλ. touch screen, 1974] , οθόνη υγρών κρυστάλλων: ΤΕΧΝΟΛ. είδος λεπτής και επίπεδης οθόνης χαμηλής ισχύος που αποτελείται από πλέγμα κρυστάλλων των οποίων η ανακλαστικότητα ποικίλλει ανάλογα με την τάση που ασκείται σε αυτό: φωτιζόμενη ~ ~. ~ ~ σε αριθμομηχανή/κινητό τηλέφωνο/φορητό υπολογιστή/ψηφιακό ρολόι. Πληκτρολόγιο/τηλεχειριστήριο με ~ ~. Βλ. υπέρλεπτος. [< αγγλ. Liquid Crystal Display (Screen) (LCD), 1968] , προφύλαξη οθόνης: ΠΛΗΡΟΦ. πρόγραμμα, συνήθ. αυτόματο, το οποίο ύστερα από διάστημα αδράνειας μαυρίζει την επιφάνεια οθόνης του υπολογιστή ή εμφανίζει σε αυτήν διαρκώς εναλλασσόμενη εικόνα, ώστε να εμποδίσει την καταστροφή του φωσφόρου της: Ρύθμιση του χρονικού διαστήματος, προτού ξεκινήσει η ~ ~. [< αγγλ. screen saver, 1981] , στιγμιότυπο οθόνης: ΠΛΗΡΟΦ. εικόνα που καταγράφει ό,τι εμφανίζεται στην οθόνη του υπολογιστή σε μια συγκεκριμένη στιγμή: αποθήκευση ~ου ~ης σε κινητό τηλέφωνο. [< αγγλ. screenshot/screen capture] , επιφάνεια οθόνης βλ. επιφάνεια, οθόνη πλάσματος βλ. πλάσμα, πανοραμική οθόνη βλ. πανοραμικός [< 1,2: αγγλ. screen, γαλλ. écran 3: αρχ. ὀθόνη ‘πανί ή λινό ύφασμα, ιστίο’]

όνομα

όνομα [ὄνομα] ό-νο-μα ουσ. (ουδ.) {ονόμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. λέξη με την οποία καλείται ένας άνθρωπος και αποτελεί αναγνωριστικό στοιχείο του· ανθρωπωνύμιο: ανδρικό/γυναικείο ~. Αρχαιοελληνικό/σπάνιο/χριστιανικό ~. Επιλογή ~ατος. Ποιο είναι τ' ~ά σου (: πώς λέγεσαι); Τι ~ θα δώσετε στο μωρό (: πώς θα το βγάλετε, ονομάσετε); Έδωσαν δύο ~ατα στο παιδί τους. Έχει/πήρε το ~ της γιαγιάς της. Στην αίτηση έγραψα πλήρες ~ (: ονοματεπώνυμο). Υπογράφει τα γραπτά του με ψεύτικο ~ (πβ. ψευδώνυμο). Μετά τον γάμο κράτησε το πατρικό της ~ (ενν. επίθετο). Τον φωνάζει με το μικρό του ~ (: σημάδι οικειότητας). Πότε γιορτάζει το ~ ... (βλ. ονομαστική εορτή); Στη συνάντηση έγινε μνεία του ~ατός του. Ανακοινώθηκαν/δημοσιεύτηκαν τα ~ατα των επιτυχόντων. Βλ. μητρ-, πατρ-ώνυμο, παρωνύμιο, χαϊδευτικό.|| (για κατοικίδιο) Τι ~ έχει ο σκύλος σου; 2. ΓΡΑΜΜ. λέξη που χρησιμοποιείται για να δηλωθεί πρόσωπο, ζώο, πράγμα, έννοια ή γενικότ. οποιαδήποτε οντότητα και να διαχωριστεί από άλλη· ονομασία: γεωγραφικό (βλ. τοπωνύμιο)/διεθνές/εθνικό/εμπορικό (= επωνυμία)/επίσημο/επιστημονικό/κοινό ~. ~ βουνού/λίμνης/οδού/πόλης/φυτού/ψαριού. ~ εταιρείας/οργανισμού/συσκευής. Η περιοχή πήρε το ~ά της από τον ποταμό. ~ τραγουδιού (πβ. τίτλος). Προέλευση/προστασία ~ατος (βλ. ΠΟΠ). Βλ. ονοματοδοσία. 3. η καλή φήμη που έχει αποκτήσει κάποιος ή κάτι· κατ' επέκτ. το ίδιο το πρόσωπο που γνωρίζει καταξίωση σε έναν τομέα: Γιατρός/δικηγόρος με σπουδαίο ~ στον χώρο. Έχει καλό ~ στην αγορά. Αμαύρωσε το ~ά του. Κουβαλάει βαρύ ~ (: προέρχεται από γνωστή οικογένεια). Πρέπει να φανεί αντάξιος του ~ατός του. Ζητά την αποκατάσταση του ~ατος και του κύρους του. Η βαρύτητα του ~ατος του συλλόγου.|| (σε νυχτερινό κέντρο διασκέδασης) Ο ... είναι πρώτο ~ (: φίρμα) στο μαγαζί. Ισχυρά/μεγάλα ~ατα του επιχειρηματικού κόσμου. Ηχηρά ~ατα της σόου μπίζνες. Υπάρχουν ... υποψήφια ~ατα για τη θέση. (μτφ.) Παρέλαση ~άτων (πβ. διασημότητα). 4. ΓΡΑΜΜ. {συνήθ. στον πληθ.} ουσιαστικό ή επίθετο: (για ουσιαστικό) προσηγορικά ~ατα. (για επίθετο) Κλίση των ~άτων. || Σύνθετα ~ατα. ● Υποκ.: ονοματάκι (το): (προφ.) Θα μου πεις τ' ~ σου; ● Μεγεθ.: ονοματάρα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: κοινό όνομα 1. & κοινή ονομασία: η γνωστή στον πολύ κόσμο (σε αντίθεση με την επιστημονική) ονομασία ενός πράγματος: ~ ~ ενός εντόμου/ζώου/λουλουδιού. ~ ~ προϊόντος. 2. ΓΡΑΜΜ. το προσηγορικό: Τα ~ά ~ατα γράφονται με μικρό και τα κύρια με κεφαλαίο., μικρό όνομα: το προσωπικό όνομα καθενός που δίνεται κυρ. κατά τη βάπτιση. Πβ. βαφτιστικό (όνομα). Βλ. επώνυμο., βαφτιστικό (όνομα) βλ. βαφτιστικός, εθνικά (ονόματα) βλ. εθνικός, επίκοινα ονόματα βλ. επίκοινος, κύριο όνομα βλ. κύριος, κωδικό όνομα βλ. κωδικός, μεταπλαστά ονόματα βλ. μεταπλαστός, οικογενειακό όνομα βλ. οικογενειακός, όνομα χρήστη βλ. χρήστης, όνομα χώρου/τομέα βλ. χώρος, περιληπτικό όνομα/ουσιαστικό βλ. περιληπτικός ● ΦΡ.: ακούει στο όνομα: λέγεται, ονομάζεται: Το νέο μουσικό αστέρι ~ ~ ...|| Πολλά σκυλάκια ~ούν ~ ..., για (τ') όνομα του Θεού/της Παναγίας/του Χριστού (και της Παναγίας)! & (προφ.) για όνομα (επιτατ.): για να δηλωθεί έκπληξη, δυσφορία, αποδοκιμασία: ~ ~, τι πήγες κι έκανες; ~ ~, λίγος σεβασμός! Πβ. (ο) Χριστός κι (ο) Απόστολος/κι (η) Παναγία!, εξ ονόματος (λόγ.): για λογαριασμό ή κατ΄εντολή άλλου προσώπου: Μιλώ ~ ~ όλων.|| Η προσφυγή ασκήθηκε από δικηγόρο ~ ~ του πελάτη του. Πβ. εκ μέρους., και το όνομα αυτού/αυτής ...: όταν ανακοινώνεται το όνομα που δόθηκε ή πρόκειται να δοθεί σε κάποιον ή κάτι., κάνω/δημιουργώ/βγάζω όνομα: γίνομαι γνωστός, αποκτώ φήμη: Έχει κάνει ~ στο εξωτερικό/στον κύκλο του., κατ' όνομα (επίσ.) 1. για κάτι που ισχύει σε θεωρητικό επίπεδο, αλλά όχι στην πράξη: Εκεχειρία μόνο ~ ~. Πβ. στα χαρτιά. ΑΝΤ. στην ουσία 2. ονομαστικά: Τον γνωρίζω ~ ~, όχι εξ όψεως., λέω τα πράγματα με τ' όνομά τους: μιλάω με παρρησία, ειλικρινά και απροκάλυπτα: Ας πούμε ~ ~. Ποιον φοβάται και δεν λέει ~ ~; Δεν διστάζει να πει ~ ~. ΑΝΤ. μασάω τα λόγια μου/τα μασάω, με τ' όνομα! (προφ.-εμφατ.): ονομαστός, φημισμένος: (συχνά χιουμορ.) Είναι ο Γιάννης ~ ~!, μου βγαίνει τ' όνομα (προφ.): για διάδοση αρνητικής φήμης: Πρόσεχε τι κάνεις και τι λες, γιατί δεν θέλει πολύ να σου βγει ~. Μου βγήκε ~ ότι ..., όνομα και μη χωριό (προφ.): για να αποφύγουμε να κατονομάσουμε πρόσωπο που είναι γνωστό για κάποια αρνητική ιδιότητα: Κάποιος κύριος, ~ ~, συνεχώς τεμπελιάζει., όνομα και πρά(γ)μα (εμφατ.): για να δηλωθεί ότι μια ιδιότητα είναι αληθινή και όχι μόνο ονομαστική: άξιος ~ ~. Βλ. άλλος έχει τ' όνομα κι άλλος (έχει) τη χάρη., ονόματα δε(ν) λέμε, υπολήψεις/οικογένειες δε(ν) θίγουμε (προφ.): σε περιπτώσεις που δεν θέλουμε να κατονομάσουμε κάποιον για τον οποίο διατυπώνουμε κάτι αρνητικό, αν και από τα λεγόμενά μας γίνεται συνήθ. αντιληπτό σε ποιον αναφερόμαστε: Κάποιοι, ~ ~, δεν φέρονται καθόλου τίμια., στο όνομα (κάποιου): προς δήλωση του κατόχου κινητού ή ακίνητου στοιχείου: Ο λογαριασμός εκδόθηκε στο ~ά μου. Το σπίτι είναι (γραμμένο) στο ~ά της., άλλος έχει τ' όνομα κι άλλος (έχει) τη χάρη βλ. χάρη, άφησε/θα αφήσει εποχή βλ. εποχή, εν ονόματι του νόμου βλ. νόμος, ιδίω ονόματι βλ. ίδιος1, καλύτερα/κάλλιο να σου βγει το μάτι παρά το όνομα βλ. μάτι, ο λύκος έχει τ' όνομα κ(α)ι η αλεπού τη χάρη βλ. αλεπού, πίνω νερό στο όνομα κάποιου βλ. νερό, ψιλώ ονόματι βλ. ψιλός [< αρχ. ὄνομα]

ονόματι

ονόματι [ὀνόματι] ο-νό-μα-τι επίρρ. (λόγ.): με το όνομα: Σας ζητάει ένας κύριος ~ ... ● ΦΡ.: εν ονόματι: (+ γεν.) στο όνομα: (για χάρη) Θυσιάστηκαν ~ ~ της ελευθερίας.|| (ειρων., με δικαιολογία, πρόσχημα, πρόφαση) Βία ~ ~ της Δημοκρατίας.|| (συνήθ. για αποτροπή ανεπιθύμητης πράξης) ~ ~ της ειρήνης, σταματήστε τον πόλεμο! ~ ~ του Νόμου, συλλαμβάνεσαι! (ΕΚΚΛΗΣ.) "Ευλογημένος ο ερχόμενος ~ ~ Κυρίου!" [< γαλλ. au nom de] , επ' ονόματι (επίσ.) 1. για λογαριασμό, προς όφελος, κατ΄εντολή τρίτου: διαβίβαση εντολών/διεκπεραίωση υποθέσεων ~ ~ νομικού/φυσικού προσώπου. Αγόρασε ακίνητο ~ ~ της εταιρείας του. ΣΥΝ. εξ ονόματος 2. στο όνομα κάποιου: έκδοση επιταγής/κατάθεση (ποσού)/υποβολή αίτησης ~ ~ της εταιρείας.|| Η εκκλησία κτίστηκε ~ ~ του Αγίου ... (: είναι αφιερωμένη στον Άγιο ...). [< αρχ. ὀνόματι, γερμ. namens]

όπου

όπου [ὅπου] ό-που αναφορικό επίρρημα που δηλώνει: 1. τόπο: Δεν έχει ακόμα βρεθεί ο χώρος ~ (: που, στον οποίο) θα διεξαχθεί το συνέδριο. Γεννήθηκε στην πρωτεύουσα ~ και (: στην οποία και) πέρασε τα παιδικά της χρόνια.|| (εκεί που, οπουδήποτε, σε οποιοδήποτε μέρος) Κάτσε ~ βρεις.|| (μτφ.) Επιστρέψαμε εκεί/στο σημείο από ~ ξεκινήσαμε. 2. χρόνο: Πέρασε μία περίοδος ~ (: κατά την οποία) παρατηρήθηκαν σημαντικές αλλαγές.|| (προφ.) Καθόμασταν και μιλούσαμε, ~ (: όταν) ξαφνικά χτύπησε η πόρτα. 3. κατάσταση, συνθήκες: Υπάρχουν περιπτώσεις ~ ... (= κατά τις οποίες ...). ● ΦΡ.: όπου αλλού: σε οποιοδήποτε άλλο μέρος ή σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση: Μπορούμε να συναντηθούμε σπίτι μου ή (και) ~ ~ θέλετε., όπου δει (αρχαιοπρ.): εκεί που ή σε όποιον πρέπει: Θα γίνουν, ~ ~, οι κατάλληλες διορθώσεις. Να αποδοθούν ευθύνες ~ ~!, όπου και να/κι αν: οπουδήποτε: ~ ~ να πάει, συναντάει γνωστούς. ~ ~ είσαι, θα 'ρθω να σε βρω.|| (μτφ.) ~ ~ καταλήξει αυτή η ιστορία, δεν μετανιώνω για τίποτα. Δεν νομιμοποιείται η βία απ' ~ ~ προέρχεται., όπου κι όπου (προφ.-συχνά ειρων.): οπουδήποτε: Δεν πάει ~ ~. Μόνο σε καλά εστιατόρια. Βλ. ό,τι κι ό,τι., όπου να 'ναι (προφ.) 1. σε λίγο, πολύ σύντομα: ~ ~ έρχεται/θα βρέξει. ΣΥΝ. από στιγμή σε στιγμή, από ώρα σε ώρα (1), οσονούπω 2. οπουδήποτε: Μην πετάς σκουπίδια ~ ~! -Πού θέλεις να πάμε; -(Πάμε) ~ ~., όπου παραπάνω (συντομ. ό.π./όπ.π.): ως παραπομπή στην αμέσως προηγούμενη πηγή: ό.π. σελ 13-74. ΣΥΝ. αυτόθι, ένθα ανωτέρω, και/κι όπου με βγάλει (η άκρη)/με πάει βλ. βγάζω, όπου (κι αν) σταθώ κι όπου (κι αν) βρεθώ βλ. στέκομαι, όπου ακούς πολλά κεράσια, κράτα (και) μικρό καλάθι βλ. κεράσι, όπου γάμος και χαρά (κι) η Βασίλω πρώτη βλ. γάμος, όπου Γης βλ. γη, όπου γης (και) πατρίς βλ. γη, όπου δεν πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος βλ. πίπτω, όπου λαλούν πολλοί κοκόροι/πολλά κοκόρια, αργεί να ξημερώσει βλ. κόκορας, όπου φτωχός κι η μοίρα του βλ. φτωχός, όπου φύγει φύγει βλ. φεύγω, όπου φυσά(ει) ο άνεμος βλ. άνεμος [< αρχ. ὅπου]

ορθός

ορθός, ή, ό [ὀρθός] oρ-θός επίθ. {ορθότ-ερος, -ατος} 1. (μτφ.) σωστός: ~ός: λόγος (= ορθολογισμός)/χαρακτηρισμός/χειρισμός. ~ή: αντιμετώπιση/γραφή (βλ. ορθογραφία)/διάγνωση/διαχείριση (αποβλήτων)/ενημέρωση/ερμηνεία/εφαρμογή/κατεύθυνση/κρίση/λειτουργία/λύση/πράξη (= ορθοπραξία)/συμπλήρωση (εντύπου)/χρήση. ~ό: ποσό/συμπέρασμα. ~ές: απαντήσεις/επιλογές/(γεωργικές) πρακτικές. ~ά: επιχειρήματα. ~ή εκμετάλλευση διαθέσιμων πόρων. Γραμματικά ~οί τύποι.|| (ως ουσ.) Το ~ό είναι να ... Ανακοινοποίηση επί το/στο ~ό(ν) (: χωρίς λάθη). ΑΝΤ. εσφαλμένος, λανθασμένος 2. όρθιος· κατακόρυφος: Σκαρφάλωσε στο τραπέζι και στάθηκε ~. ΑΝΤ. καθιστός, ξαπλωμένος.|| (ΑΝΑΤ.) ~ό: έντερο (= ορθό). ~ή στάση της σπονδυλικής στήλης. ~οί και πλάγιοι κοιλιακοί μύες. || (ΓΕΩΜ.) ~ός: κώνος. ~ό: πρίσμα. ● επίρρ.: ορθά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ορθή γωνία: ΓΕΩΜ. που είναι ίση με 90°. Βλ. αμβλεία, οξεία γωνία., ορθή αναφορά βλ. αναφορά, ορθή επανάληψη βλ. επανάληψη, ορθή/ορθογραφική/ορθογώνια/ορθογωνική προβολή βλ. προβολή ● ΦΡ.: επί το ορθότερο(ν) (λόγ.): πιο σωστά: Ο πρόεδρος άκουσε τις παραινέσεις ή, ~ ~, τις συστάσεις του ..., πολιτικά ορθός: που χαρακτηρίζεται από την υπεράσπιση αποδεκτών απόψεων και την απόρριψη γλώσσας ή συμπεριφοράς που θεωρείται ότι στοχεύει στην κοινωνική απομόνωση, περιθωριοποίηση ή προσβολή συγκεκριμένων ομάδων ή ατόμων: ~ ~ ήρωας. (Μη) ~ ~ή: απάντηση/δήλωση/έκφραση/επιλογή/προσέγγιση/ταινία. ~ ~ό: όνομα. Το χιούμορ δεν είναι πάντα ~ ~ό. Πβ. πολιτική ορθότητα. [< αγγλ. politically correct, 1934] , ορθά-κοφτά βλ. κοφτός [< αρχ. ὀρθός]

ορός

ορός [ὀρός] ο-ρός ουσ. (αρσ.) 1. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. το διαφανές κιτρινωπό υγρό συστατικό του αίματος, το οποίο αποτελεί υπολειμματικό προϊόν της πήξης του: ανθρώπινος/ζωικός ~. Αρνητικός/θετικός (πρότυπος) ~ (ελέγχου) (: στα αντισώματα ιού, βλ. οροαρνητικός). ~ αναφοράς. Ανάλυση/δείγμα/εξέταση ~ού. Αμυλάση/ασβέστιο/κάλιο/μαγνήσιο/νάτριο/φεριτίνη ~ού (: σε αιματολογικές εξετάσεις). Ανίχνευση αντισωμάτων/ουσίας στον ~ό. Τα επίπεδα/οι τιμές της (χοληστερίνης) στον ~ό. Βλ. οροαντίδραση, πλάσμα. 2. ΦΑΡΜΑΚ. υδατικό διάλυμα αλάτων ή σακχάρων, ίδιας μοριακής συγκέντρωσης με το πλάσμα του αίματος, το οποίο χορηγείται για θεραπευτικούς σκοπούς· συνεκδ. η φιάλη που το περιέχει ή η σχετική συσκευή χορήγησής του: τεχνητός ~. ~ γλυκόζης. Έγχυση ~ού.|| Στατό ~ού. Του έβαλαν ~ό. Του αφαίρεσαν/του έβγαλαν τον ~ό. 3. ΙΑΤΡ. σκεύασμα με αντισώματα κατά συγκεκριμένης ασθένειας, τα οποία προέρχονται από ζώο που έχει εμβολιαστεί για αυτή ή άνθρωπο που έχει αναρρώσει από αυτή, το οποίο χρησιμοποιείται θεραπευτικά ή προληπτικά: αντιτετανικός/θεραπευτικός ~. Του χορηγήθηκε (άνοσος/πολυδύναμος) ~. Βλ. εμβόλιο. 4. καλλυντικό με κρεμώδη υφή και αντιγηραντική ή συσφικτική δράση: αντιρυτιδικός/ενυδατικός ~. ~ αδυνατίσματος/σύσφιξης. ~ ματιών. ~ με υαλουρονικό οξύ. Πβ. σέρουμ. ● ΣΥΜΠΛ.: ορός γάλακτος: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. υπολειμματικό προϊόν που παράγεται από το γάλα κατά την παρασκευή τυριού ή καζεΐνης, το οποίο σε υγρή κατάσταση περιέχει λακτόζη, πρωτεΐνες, λιπαρά: ~ ~ σε σκόνη. ΣΥΝ. τυρόγαλα & τυρόγαλο (1) [< γαλλ. lactosérum, 1908] , φυσιολογικός ορός: ΦΑΡΜΑΚ. που χρησιμοποιείται κυρ. ως αντισηπτικό: αποστειρωμένος ~ ~. Διάλυμα ~ού ~ού. Καθαρισμός της πληγής/ξέπλυμα των φακών επαφής (βλ. τεχνητά δάκρυα)/ρινική πλύση (επαφής) με ~ό ~ό. [< γαλλ. sérum physiologique] , ορός της αλήθειας βλ. αλήθεια [< 1,3: αρχ. ὀρός 2,3,4: γαλλ. sérum, αγγλ. serum]

ουσία

ουσία [οὐσία] ου-σί-α ουσ. (θηλ.) {ουσι-ών} 1. {συνηθέστ. στον πληθ.} κάθε υλικό σώμα που βρίσκεται συνήθ. σε αέρια ή υγρή κατάσταση και έχει συγκεκριμένη χημική σύσταση: ανόργανες/οργανικές/φυσικές/φυτικές/χημικές ~ες. Δραστικές/ενεργές/θρεπτικές ~ες. Αντικαρκινικές/αντιμικροβιακές/(αντι)οξειδωτικές/πτητικές/συγκολλητικές/φαρμακευτικές/ψυκτικές ~ες. Ιδιότητες/μεταφορά ~ών. ~ες του αέρα/του εδάφους/του νερού. Συγκέντρωση ~ας σε διάλυμα. Χορήγηση ~ας σε ασθενή. Διατροφή πλούσια σε λιπαρές ~ες (= λιπαρά).|| Αλλεργιογόνες/απαγορευμένες/δηλητηριώδεις/εθιστικές/εκρηκτικές/επιβλαβείς/επικίνδυνες/εύφλεκτες/καρκινογόνες/μεταλλαγμένες/ναρκωτικές (= ναρκωτικά)/παραισθησιογόνες/πρόσθετες/ραδιενεργές/ρυπαντικές/συντηρητικές (= συντηρητικά)/τοξικές/ύποπτες ~ες. Ανίχνευση διεγερτικών ~ών στο αίμα. 2. {μόνο στον εν.} το πιο κεντρικό, ζωτικό στοιχείο ή νόημα· γενικότ. σημασία, σπουδαιότητα: η ~ (= καρδιά) του θέματος/όρου/προβλήματος. Η ~ είναι ότι κατάλαβε το λάθος του. (προφ.) Άσε τις λεπτομέρειες και μπες στην ~ (: στο ζουμί, ψητό, ψαχνό).|| Η ~ της γνώσης/ζωής/τέχνης. Η ~ του κειμένου/ποιήματος. Λόγια χωρίς ~ (= ανούσια). Αναζητά τη βαθύτερη ~ (πβ. πεμπτ~) των πραγμάτων.|| Διάλογος/έργο/μέτρα/συνάντηση (άνευ) ~ας. 3. ΦΙΛΟΣ. -ΘΕΟΛ. η αναλλοίωτη σύνθεση των όντων: άφθαρτη ~. Η ~ του Σύμπαντος/της ύπαρξης. Η άκτιστη ~ του Θεού. 4. {κυρ. στον πληθ.} (προφ.-μτφ., για τρόφιμα) θρεπτικό συστατικό: Το κρέας έχασε όλες τις ~ες του.ουσίες (οι) (προφ.): εξαρτησιογόνες ουσίες και ιδ. ναρκωτικά: κατάχρηση ~ών. Θεραπεία απεξάρτησης από ~. ● ΣΥΜΠΛ.: λευκή ουσία: ΑΝΑΤ. περιοχή του εγκεφάλου και του νωτιαίου μυελού που αποτελείται από τους νευράξονες των νευρικών κυττάρων. Βλ. φαιά ουσία., αναβολικά στεροειδή βλ. στεροειδής, γλυκαντικές ουσίες/ύλες βλ. γλυκαντικός, δικαστήριο της ουσίας βλ. δικαστήριο, εξαρτησιογόνες ουσίες βλ. εξαρτησιογόνος, θεμέλια ουσία βλ. θεμέλιος, σκιαγραφική ουσία βλ. σκιαγραφικός, φαιά ουσία βλ. φαιός, φυτορ(ρ)υθμιστική ουσία βλ. φυτορρυθμιστικός, χολοχρωστικές ουσίες βλ. χολοχρωστικός ● ΦΡ.: επί της ουσίας (λόγ.) 1. σε ό,τι αφορά τα βασικότερα στοιχεία ενός θέματος: Συζητώ ~ ~.|| Πρέπει να γίνουν αλλαγές ~ ~ (= πραγματικές, ουσιαστικές). 2. στην ουσία: Το ζήτημα θεωρείται τυπικά και ~ ~ λήξαν. ~ ~ και επί της αρχής έχει δίκιο. Μιλάμε, ~ ~ , για μια υπόθεση που ... ΣΥΝ. στην πραγματικότητα 3. σχετικά με το περιεχόμενο: τροποποίηση ~ ~ της διάταξης. 4. ΝΟΜ. εξέταση των πραγματικών περιστατικών μιας υπόθεσης με παρουσίαση όλων των αποδεικτικών μέσων: ~ ~ εκδίκαση της υπόθεσης. Κρίση της ενστάσεως ~ ~. Το δικαστήριο δικάζει ~ ~ (= δικαστήριο της ουσίας)., μία είναι η ουσία: ένα πράγμα μόνο ενδιαφέρει και είναι σημαντικό: ~ ~· τελικά δεν θα έρθει/το πρόβλημα δεν λύνεται., στην ουσία & (λόγ.) κατ' ουσία(ν): αν κάτι εξεταστεί στις πραγματικές του διαστάσεις, ουσιαστικά: Η κατηγορία είναι ~ ~ αβάσιμη. Το όνειρό του έμεινε ~ ~ ανεκπλήρωτο. Πβ. κατά βάθος, κατά βάση, στην πραγματικότητα., κενός περιεχομένου βλ. κενός [< 1,4: γαλλ. substance 2,3: αρχ. οὐσία]

παιδί

παιδί παι-δί ουσ. (ουδ.) {παιδ-ιού | -ιών} 1. νεαρό άτομο από τη στιγμή της γέννησής του, και κυρ. μετά τη βρεφική ηλικία, μέχρι την εφηβεία ή/και την ενηλικίωση: ανάγωγο/άτακτο/γελαστό/δυσλεξικό/έξυπνο/ζωηρό/κακομαθημένο/μεγάλο/μικρό/ντροπαλό/ορφανό/συνεσταλμένο/υπάκουο/υπερκινητικό/χαϊδεμένο ~. Άπορα/εξαφανισμένα ~ιά. ~ιά του δημοτικού. ~ιά με αυτισμό/ειδικές ανάγκες. Σπαστικά ~ιά. Ανάπτυξη/ανατροφή/διαπαιδαγώγηση/διατροφή/δικαιώματα/κοινωνικοποίηση/η προσωπικότητα/υγεία του ~ιού. Υιοθεσία ενός ~ιού (βλ. παρα-, ψυχο-παίδι). Φεστιβάλ ~ιού. Η (Παγκόσμια) Ημέρα του ~ιού (11 Δεκεμβρίου). Θηλάζω/μεγαλώνω/ταΐζω το ~ (βλ. βρέφος, μωρό, νεογέννητο). Σχέσεις γονέων-~ιών. Ασφάλεια των ~ιών στο διαδίκτυο. Δημιουργική απασχόληση ~ιών. Συναισθηματική υποστήριξη των καρκινοπαθών ~ιών. Βιβλία/παιχνίδια για ~ιά. Βλ. παιδάκι, παιδαρέλι, παίδαρος, διαβολό-, βουτυρό-, τρελό-παιδο.|| (ειδικότ.) Έχασε το ~ (= απέβαλε). Προστασία του αγέννητου ~ιού. Πβ. έμβρυο. 2. γιος ή κόρη κάποιου· απόγονος: βιολογικό (= φυσικό) ~. Γέννησε/έφερε στον κόσμο το πρώτο της/ένα υγιέστατο ~. Πατέρας τριών ~ιών. Το αγάπησαν σαν πραγματικό τους ~ (: υιοθετημένο ~). Δεν έκανε/έχει ~ιά (= δεν τεκνοποίησε). Πβ. τέκνο. Βλ. στερνοπαίδι.|| (για ζώα) Η γάτα και τα ~ιά της (πβ. νεογνό). 3. άνθρωπος νεαρής συνήθ. ηλικίας· αγόρι (για σχέση): Είναι καλό/χρυσό ~.|| (για νεαρό άτομο εντυπωσιακά όμορφο) Τι ~ είναι αυτό! Πβ. κούκλος, παίδαρος· κούκλα, κορίτσαρος.|| Γνώρισα ένα ~. Τα έχω/τα έφτιαξα με ένα ~. 4. {συνήθ. στον πληθ.} ως οικεία προσφώνηση προς άτομα ανεξαρτήτως ηλικίας: Καλώς τα ~ιά! ~ιά, ησυχία! 5. ενήλικος που παρουσιάζει στοιχεία παιδικότητας: Είναι ένα μεγάλο ~ (: αθώος, ειλικρινής, απλός, απροσποίητος). (μειωτ.) Μη γίνεσαι/μην είσαι ~ (πβ. ανώριμος, αφελής, εύπιστος)! 6. (+ γεν.) (μτφ.) γέννημα, θρέμμα· δημιούργημα: (για πρόσ.) Είναι ~ της εκκλησίας/της εποχής του/της μεταπολίτευσης.|| ~ της ανάγκης/του καπιταλισμού. Πβ. προϊόν. ΣΥΝ. τέκνο (2) 7. (σε καταστήματα, γραφεία, εστιατόρια) νεαρός υπάλληλος που εκτελεί δευτερεύουσες, βοηθητικές εργασίες: ~, να παραγγείλουμε (πβ. γκαρσόν);|| (συχνά χιουμορ.-ειρων.) ~ για όλες τις δουλειές. ● ΣΥΜΠΛ.: η ώρα του παιδιού: (συνήθ. για κατάσταση, δραστηριότητα) που δεν αντιμετωπίζεται με τη δέουσα σοβαρότητα και προσοχή: Λίγο έλειψε το μάθημα να γίνει ~ ~., κέντρο προστασίας παιδιών: ίδρυμα που παρέχει φιλοξενία, εκπαίδευση και ψυχαγωγία σε ανήλικα άτομα 3-12 ετών, τα οποία αποδεδειγμένα στερούνται οικογενειακής προστασίας. ΣΥΝ. παιδόπολη, παιδί/τέκνο του λαού (προφ.): λαϊκός άνθρωπος: γνήσιο ~ ~. [< γαλλ. enfant du peuple] , παιδιά των φαναριών: αυτά που επαιτούν, πουλούν ή προσφέρουν κάποια υπηρεσία σε οδηγούς οχημάτων που έχουν σταματήσει σε φανάρια: τα ξυπόλυτα ~ ~., προβληματικό παιδί: με κινητικά ή/και διανοητικά προβλήματα., το τρομερό παιδί: νέος ή νέα που διακρίνεται για το μεγάλο του ταλέντο ή/και τους προκλητικούς, συχνά, νεωτερισμούς του/της: Είναι ~ ~ του κινηματογράφου/της λογοτεχνίας/της τέχνης. [< γαλλ. l'enfant terrible] , άνθρωπος/παιδί της πιάτσας βλ. πιάτσα, παιδί της μαμάς βλ. μαμά, παιδί του δρόμου βλ. δρόμος, παιδί του σωλήνα βλ. σωλήνας, παιδιά των λουλουδιών βλ. λουλούδι, παιδί-θαύμα βλ. θαύμα, παιδική κακοποίηση & κακοποίηση παιδιών βλ. κακοποίηση, προστατευόμενο μέλος/παιδί/τέκνο βλ. προστατευόμενος, σύνδρομο κακοποιημένου παιδιού βλ. σύνδρομο ● ΦΡ.: από παιδί: από την παιδική ηλικία: ~ ~ ασχολείται με τη μουσική. Πβ. παιδιόθεν., δικό μας παιδί: για κάποιον που κατάγεται από τον ίδιο με εμάς τόπο ή προέρχεται από τον ίδιο με εμάς επαγγελματικό, ιδεολογικό, πολιτικό χώρο ή με τον οποίο μας συνδέει φιλική ή άλλου είδους σχέση: Ζει τόσα χρόνια στη χώρα μας, που πλέον θεωρείται ~ ~., κάνε παιδιά να δεις καλό/χαΐρι: (ειρων.) για την αχαριστία των παιδιών προς τους γονείς., κρύβει ένα παιδί μέσα του (μτφ.): (για ενήλικο άτομο) τον χαρακτηρίζει παιδικότητα., ξαναγίνομαι παιδί (μτφ.): νιώθω και συμπεριφέρομαι σαν παιδί, κάνω πράγματα που αρμόζουν σε παιδιά., παιδί της μάνας/του πατέρα του: για αυτόν που μοιάζει ως προς τα εξωτερικά χαρακτηριστικά ή/και τη συμπεριφορά στη μητέρα ή τον πατέρα του αντίστοιχα., παιδί/παιδάκι μου: (οικ.-ειρων.) προσφώνηση προς άτομο κάθε ηλικίας η οποία συνήθ. δηλώνει εκνευρισμό ή ανησυχία: Σταμάτα να μιλάς συνέχεια, ρε ~! Τι έγινε, βρε/μωρέ ~; Είσαι με τα καλά σου/τι κάνεις εκεί, παιδάκι μου; Τι λες, ρε ~ ~, αλήθεια;, παιδιά, σκυλιά (χιουμορ.): η οικογένεια ή οι οικογενειακές υποχρεώσεις: Είχαν στοιβάξει στο αυτοκίνητο ~ ~ και ομπρέλες.|| ~ ~ δεν έχει., περιμένει/περιμένουν παιδί: για γυναίκα που είναι έγκυος ή για ζευγάρι που πρόκειται να αποκτήσει παιδί: Περιμένει το πρώτο της ~., πιάνω παιδί: (για γυναίκα) μένω έγκυος: Δεν μπορεί/προσπαθεί να πιάσει ~., ρίχνω το παιδί (προφ.): κάνω έκτρωση., σαν μικρό/μωρό παιδί: για ενήλικο με παιδική ή/και ανώριμη συμπεριφορά: Γελούσε/έκλαιγε/χοροπηδούσε ~ ~. Έκανε ~ ~ από τη χαρά του. Πανηγύριζαν την πρόκριση σαν ~ά ~ιά.|| Μην κάνεις ~ ~!, τα παιδιά των παιδιών μου: τα εγγόνια ή γενικότ. οι απόγονοί μου: Το έργο αυτό θα μείνει κληρονομιά στα παιδιά σας και στα ~ ~ σας., του παιδιού μου το παιδί είναι δυο φορές παιδί μου (παροιμ.): για να δηλωθεί η μεγάλη αγάπη των παππούδων προς τα εγγόνια τους., των φρονίμων τα παιδιά πριν πεινάσουν μαγειρεύουν (παροιμ.): οι συνετοί άνθρωποι είναι προνοητικοί., αν δεν κλάψει το παιδί, δεν το ταΐζει η μάνα/δεν του δίνουνε βυζί βλ. κλαίω, άσχημο παιδί στην κούνια, όμορφο στη ρούγα βλ. ρούγα, γαμώ τα παιδιά/τα άτομα βλ. γαμώ, κορίτσι/παιδί πράμα βλ. πράγμα, κρατάω το παιδί βλ. κρατώ, μην τάξεις του Άγιου/σε Άγιο κερί και του παιδιού/σε παιδί κουλούρι βλ. τάζω, να τρώει η μάνα και του παιδιού να μη δίνει βλ. μάνα, παιδί-κουμπί/βιολί βλ. βιολί, παραμύθι για (μικρά) παιδιά βλ. παραμύθι, σπέρνω παιδιά βλ. σπέρνω, στη ζωή μου/της μάνας μου/των παιδιών μου βλ. ζωή, το χρυσό παιδί/κορίτσι/αγόρι βλ. χρυσός, ύπνε που παίρνεις τα παιδιά (έλα πάρε και τούτο) βλ. ύπνος, χάνει η μάνα το παιδί (και το παιδί τη μάνα) βλ. μάνα ● βλ. παιδούλα [< μεσν. παιδίν]

παίρνω

παίρνω παίρ-νω ρ. (μτβ.) {πήρα, πάρει, πάρ-θηκε, -θεί, -μένος, παίρν-οντας} 1. πιάνω κάτι με το χέρι ή τα χέρια μου, για να το χρησιμοποιήσω, να το έχω πάνω μου και να το μεταφέρω, να το μετακινήσω από ένα σημείο σε άλλο ή να το κρατήσω: ~ετε τη ζύμη και την κόβετε σε μικρά κομμάτια. Του πήρε την μπάλα μέσα από τα χέρια.|| Πήρε το παλτό της και έφυγε. Πάρε τα απολύτως απαραίτητα. Μην ξεχάσεις να πάρεις (μαζί σου) τη φωτογραφική (πβ. φέρνω).|| Πάρε το χέρι σου από τον ώμο μου. Πάρε τον σκύλο από εδώ (= απομάκρυνέ τον).|| Πάρε το αρχείο από τον φάκελο (π.χ. του σκληρού δίσκου).|| (κάνω ανάληψη:) Πήρα από την τράπεζα ... χιλιάδες ευρώ.|| (για πρόσ.) Πήρε το μωρό στην αγκαλιά της. Την πήρε αγκαλιά (= την αγκάλιασε). Με πήρε από το μπράτσο/το χέρι.|| (μτφ.) Πήρα δουλειά για το σπίτι. Οι πληροφορίες/τα στοιχεία ~θηκαν (= αντλήθηκαν) από την ηλεκτρονική εγκυκλοπαίδεια ... 2. ως απολεξικοποιημένο ρήμα: ~ απαλλαγή (= απαλλάσσομαι)/αποζημίωση (= αποζημιώνομαι)/απόσπαση (= αποσπώμαι)/απόφαση (= αποφασίζω)/άριστα (= αριστεύω)/μετεγγραφή (= μετεγγράφομαι)/τη νίκη (= νικώ)/πόζα (= ποζάρω)/προαγωγή (= προάγομαι)/προφυλάξεις (= προφυλάσσομαι)/σύνταξη (= συνταξιοδοτούμαι)/φωτογραφία (= φωτογραφίζω). Η δίκη πήρε αναβολή για τις ... (= αναβλήθηκε). Η ταινία πήρε βραβείο για... (= βραβεύτηκε). Αργά ή γρήγορα θα πάρω την εκδίκησή μου (= θα εκδικηθώ). Η αγωνία πήρε τέλος (= τελείωσε). Το φαγητό πήρε βράση (= έβρασε).|| Πήραμε μεγάλη χαρά (= χαρήκαμε)/μια στενοχώρια (= στενοχωρηθήκαμε)/μια τρομάρα (= τρομάξαμε)!|| (με αντικείμενο ουσ. που εκφράζει ασθένεια:) Πήρα ένα κρύωμα (= κρύωσα). Πήρε το μικρόβιο (= μολύνθηκε).|| ~ αποτελέσματα (από εξετάσεις)/δείγμα/κλήση/το προβάδισμα/πρωτοβουλία να .../την πτήση για .../έναν υπνάκο/ψήφους. Του πήρε αίμα/τα αποτυπώματα/κατάθεση/συνέντευξη. 3. αγοράζω ή ενοικιάζω· δανείζομαι: Πάρε ένα πακέτο τσίχλες. Πήρα ένα καινούργιο ζευγάρι γυαλιά. Πήρες τα εισιτήρια; Δεν πήραμε τίποτα. Ό,τι πάρετε ... ευρώ. Ό,τι πληρώσεις ~εις. Διαλέγετε και ~ετε.|| (για δώρο:) Του/της πήρα ένα βιβλίο για την πρωτοχρονιά.|| Πήρα μια ταινία από το βιντεοκλάμπ.|| Να πάρω λίγο το στιλό σου; 4. αποκτώ, γίνομαι κάτοχος, μου παραχωρείται: ~ άδεια/δίπλωμα (οδήγησης)/εξιτήριο/επίδομα/πιστοποίηση/πόντους/υποτροφία. Πήρε την επάρκεια στα Αγγλικά. Πήρε πτυχίο. Πήρε τον βαθμό της ισοπαλίας.|| (για πρόσ.) Τον πήραν, όταν ήταν μωρό ακόμη (: τον υιοθέτησαν).|| Το ταλέντο του στη μουσική το πήρε από τον πατέρα του. Πβ. κληρονομώ.|| Πήραμε ρεύμα από την μπαταρία του αυτοκινήτου. ΣΥΝ. λαμβάνω (1) 5. οικειοποιούμαι κάτι, κλέβω· καταλαμβάνω, κατακτώ: Της πήρε (= άρπαξε) την τσάντα. Τους πήραν σχεδόν τα πάντα από το σπίτι. (για πρόσ.) Του/της πήρε τη γυναίκα/τον άνδρα.|| Πήρε την εξουσία (: νόμιμα ή με τη βία). Τους πήραν τα σπίτια (πβ. επιτάσσω, κατάσχω). Ο στρατός πήρε το ύψωμα (πβ. κυριεύω). 6. παραλαμβάνω· δέχομαι: ~ μια επιστολή/ένα μήνυμα/μια πρόσκληση. Ήταν το ωραιότερο δώρο που πήρα ποτέ. Δεν πήραμε καμία απάντηση.|| Αποφάσισα να μην πάρω τη δουλειά. Δεν ~ εντολές από κανέναν. ΣΥΝ. λαμβάνω (1) 7. (προφ.) τηλεφωνώ: ~ κάποιον από κινητό/σταθερό (τηλέφωνο). Τους πήρα, για να τους ευχαριστήσω. Πήρα να δω τι κάνεις. Πήρα να σου πω ... Πάρε με ό,τι ώρα θέλεις. 8. (για πρόσ.) μεταφέρω ή απομακρύνω κάποιον: Πάρε με μακριά. Τον πήρε παράμερα, για να του μιλήσει.|| (ενν. με όχημα:) Θα με πάρετε μαζί σας; Θα περάσω να σε πάρω από τη δουλειά. Το ταξί πήρε την ηλικιωμένη κυρία. Ανέπνεε ακόμη, όταν την πήρε το ασθενοφόρο.|| (μτφ.) Ο Θεός τον πήρε κοντά του (: για κάποιον που πέθανε). 9. χρησιμοποιώ ως μεταφορικό μέσο, μετακινούμαι με: ~ (σπάνια/τακτικά) λεωφορείο/μετρό/ταξί/τρόλεϊ. Πάρε το αυτοκίνητο και πάμε βόλτα.|| Πάρτε εσείς το ασανσέρ κι εγώ ανεβαίνω από τις σκάλες. 10. κερδίζω, νικώ: ~ το κύπελλο/την πρόκριση/το πρωτάθλημα/τον τίτλο/το χρυσό. Η Εθνική πήρε το πρώτο παιχνίδι. Πήρε το όσκαρ πρώτου ανδρικού ρόλου.|| Πήραν την έβδομη θέση (= κατέλαβαν)/την ισοπαλία/την πρωτιά. Αισιοδοξούμε να πάρουμε ένα καλό αποτέλεσμα. 11. εισάγω στον οργανισμό μου· καταναλώνω: ~ αντιβίωση/βιταμίνες/σίδηρο/συμπληρώματα διατροφής/φάρμακα/χάπια. Έχει πάρει απαγορευμένες ουσίες/ναρκωτικά.|| Από τις τροφές ~ουμε ενέργεια.|| Δεν αισθάνομαι καλά, θέλω να πάρω λίγο αέρα.|| (τρώω ή πίνω:) Πάρε όση τούρτα θέλεις. -Θέλετε λίγο γλυκό; - Όχι ευχαριστώ, δεν θα πάρω. Τι θα πάρετε; (: τυπική ερώτηση σερβιτόρου· πβ. παραγγέλνω). Πήρε πρωινό. 12. (για χρήματα) αμείβομαι, κερδίζω: ~ (= βγάζω) ... ευρώ το(ν) μήνα. ~ει περισσότερα από σένα.|| Πόσα σου πήρε ο γιατρός; Δεν ~ει πολλά. 13. (προφ.) για διάρκεια, χρόνο που απαιτείται, για να γίνει κάτι: Μου πήρε πέντε χρόνια (για) να ... Του πήρε (= χρειάστηκε) μια ώρα να το φτιάξει.|| Δεν με ~ει ο χρόνος για να ... (: δεν μου αρκεί). Ξεκινάμε τώρα, διαφορετικά δεν θα μας πάρει η ώρα (: δεν θα προλάβουμε).|| Δεν σε πήραν τα χρόνια ακόμη (: δεν γέρασες)! 14. προσλαμβάνω: Δεν θα πάρουμε άλλο προσωπικό. Η ομάδα θα πάρει δύο νέους παίκτες. 15. (προφ.) εκλαμβάνω, θεωρώ: Συγγνώμη, σε πήρα (= σε πέρασα) για άλλη (: νόμισα ότι ήσουν άλλη)! Τον πήραν για χαζό.|| Μην ~εις στα σοβαρά όσα λέει. Το ~ ως κομπλιμέντο. Βλ. παρα~. 16. επιλέγω και παρακολουθώ ένα μάθημα: Στο τρίτο εξάμηνο μπορείς να πάρεις νεότερη ευρωπαϊκή ιστορία. 17. ακολουθώ: Πάρε τον πρώτο δρόμο αριστερά.|| (σε συζητήσεις) Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. 18. αναλαμβάνω: ~ το βάρος της ευθύνης. 19. βγάζω, εξάγω, παράγω: Το μαζούτ και η βενζίνη είναι υγρά καύσιμα που ~ουμε με κατεργασία. 20. μετρώ με ειδικό όργανο: ~ τη θερμοκρασία/την πίεση/τον σφυγμό κάποιου. 21. αποσπώ, αφαιρώ: Του πήραν τις πινακίδες. Ο αέρας πήρε τη σκεπή/την ομπρέλα.|| (μτφ.) ~ τη ζωή κάποιου (= τον σκοτώνω). 22. (προφ.) κάνω έρωτα σε κάποιον. 23. (προφ.) παντρεύομαι: Πήρε καλή/καλό σύζυγο. 24. βιντεοσκοπώ, κινηματογραφώ: Χαμογέλασε, μας ~ει η κάμερα. ~ ένα κοντινό πλάνο. 25. (μτφ.-προφ.) πετυχαίνω, χτυπώ κάποιον: Τα θραύσματα τον πήραν ξώφαλτσα.παίρνει (προφ.) 1. (για μηχανές, συσκευές) χρησιμοποιεί, για να λειτουργήσει: Το αυτοκίνητό μου ~ αμόλυβδη. Το κινητό ~ μπαταρία λιθίου. 2. επιδέχεται, σηκώνει: Το ζήτημα/η υπόθεση δεν ~ αναβολή. 3. χωρά: Η αίθουσα ~ πάνω από χίλια άτομα. ● ΦΡ.: βάζω/παίρνω κιλά/βάρος: παχαίνω: Πήρα τρία κιλά. ~ πολύ εύκολα βάρος., δεν παίρνω τα μάτια μου από (πάνω) ...: δεν σταματώ να κοιτάζω, να προσέχω ή να διαβάζω: Δεν μπορώ να πάρω ~ ~ από πάνω της ούτε λεπτό. Η πλοκή δεν σε αφήνει να πάρεις ~ ~ σου από το βιβλίο/την οθόνη., έδωσε πήρε (προφ.): για επίμονη προσπάθεια: Επέμεινε, ~ ~, και τελικά τα κατάφερε., θα τον πάρει (ο διάβολος) και θα τον σηκώσει (προφ.-απειλητ.): για να δηλωθεί αγανάκτηση, οργή: Μη μου πηγαίνεις κόντρα, γιατί θα σε ~ και θα σε ~ (= την έβαψες)., μας πήρε (το) μεσημέρι/μας πήρε το βράδυ (προφ.): αργήσαμε, καθυστερήσαμε: ~ ~, αλλά τα προλάβαμε όλα!, με παίρνει (προφ.): μπορώ, έχω τη δυνατότητα να: Δεν μας ~ να κάνουμε λάθος., με παίρνει/πιάνει (ο) ύπνος (προφ.): αποκοιμιέμαι: Δεν ~ ~ με τίποτα (= δεν μπορώ να κοιμηθώ). Τον πήρε ο ~ διαβάζοντας/στο σινεμά., με πήρε και με σήκωσε (προφ.): για ισχυρό άνεμο· μου επιτέθηκε φραστικά: Μας ~ και μας ~ ο αέρας σήμερα.|| (μτφ.) Μια κουβέντα είπα και ~ ~., όσο δεν παίρνει (άλλο) & μέχρι/ως εκεί που δεν παίρνει (άλλο): όσο είναι δυνατόν, στον ανώτερο βαθμό: Είμαστε αποφασισμένοι ~ ~. Έχει καβαλήσει το καλάμι ~ ~., παίρνει μορφή 1. υλοποιείται: Το νέο αθλητικό κέντρο ~ ~. Οι καλλιτεχνικές της ευαισθησίες πήραν ~ πάνω στο ξύλο. 2. (μτφ.) εξελίσσεται, παίρνει διαστάσεις: Οι καταγγελίες έχουν πάρει (τη) ~ χιονοστιβάδας. Το πρόβλημα έχει πάρει ~ επιδημίας., παίρνω άφεση (αμαρτιών): συγχωρούμαι: Από μένα έχεις πάρει ~ ~., παίρνω δύναμη/δυνάμεις: αποκτώ ψυχική δύναμη, θάρρος: ~ουμε ~ ο ένας από τον άλλο. Με τη χθεσινή μας νίκη πήραμε ~ για τη συνέχεια., παίρνω ιδέες: εμπνέομαι από ξένα πρότυπα, συμπεριφορές, απόψεις και τις χρησιμοποιώ δημιουργικά: Άλλο είναι να ~εις ~ και άλλο να αντιγράφεις. Πάρτε ~ για τη διακόσμηση του σπιτιού., παίρνω κάποιον με τις λεμονόκουπες/τις ντομάτες/τα γιαούρτια/τ' αβγά (προφ.): τον αποδοκιμάζω έντονα, τον γιουχάρω: Δεν πρόλαβε να μιλήσει και τον πήραν ~ ~. Πβ. θα μας κυνηγήσουν., παίρνω κάποιον στο ψιλό & (σπάν.) στον μεζέ: κοροϊδεύω, χλευάζω κάποιον: Σοβαρευτείτε, γιατί σας πήραν ~ ~! Πβ. του κρέμασαν κουδούνια. Βλ. μας δουλεύει ψιλό γαζί., παίρνω κάτι στα χέρια μου (μτφ.): έχω υπό τον έλεγχό μου, στην ευθύνη μου: Είναι καιρός να πάρεις τη ζωή σου/την κατάσταση στα χέρια σου. Πβ. αναλαμβάνω, επωμίζομαι., παίρνω λόγια (από κάποιον) (προφ.): μαθαίνω, συνήθ. με έμμεσο ή πονηρό τρόπο, κάτι: Δεν του ~εις εύκολα λόγια., παίρνω τηλέφωνο: τηλεφωνώ: Την πήρα ~, αλλά δεν το σηκώνει. Δεν άντεξα και την/τον πήρα ~., παίρνω χαμπάρι/είδηση/πρέφα/μυρωδιά (μτφ.-προφ.): αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω: Μας έχουν πάρει ~! Έχετε πάρει ~ ότι ...; Δεν έχουν πάρει πρέφα τι γίνεται. Πβ. μυρίζομαι., πάρ' τον/την κάτω (προφ.): για κάποιον που πέφτει: Σκόνταψε στο χαλί και ~ ~., πάρε τον ένα(ν) (και) χτύπα τον άλλον (μτφ.): για ανθρώπους ανάξιους, άχρηστους: Είναι και οι δύο ~ ~. Ήταν ο μόνος που άξιζε, όλοι οι άλλοι ήταν ~ ~., πήρα να/και: αρχίζω ή άρχισα: Πήρα να διαβάζω. Ο αέρας πήρε να κοπάζει. Πήρε και βραδιάζει., τα παίρνει χοντρά (αργκό): αμείβεται αδρά ή δωροδοκείται: ~ ~ από το κανάλι. Τους τα πήρε ~.|| Λένε ότι τα πήρε ~, για να πουλήσει το ματς. Πβ. χρηματίζομαι, τα πιάνει. Βλ. κάτω από το τραπέζι., τα παίρνω (στο κρανίο/στην κράνα/χοντρά) (αργκό): εκνευρίζομαι, εξοργίζομαι: Μην τα ~εις! Τα έχω πάρει ~ με όσα γράφτηκαν για μένα!, το παίρνω πίσω: αναιρώ, συνήθ. προηγούμενο λόγο μου, υπόσχεση: Αν σε πείραξε/αν είναι έτσι, τότε ~ ~., τον παίρνεις! (αργκό-υβριστ.): για δήλωση αγανάκτησης ή έντονης δυσαρέσκειας προς κάποιον., τον πήρα (προφ.): ενν. τον ύπνο· αποκοιμήθηκα: ~ ~ για λίγο., (αγοράζω/παίρνω) γουρούνι στο σακί βλ. γουρούνι, (λαμβάνω/παίρνω) το βάπτισμα του πυρός βλ. βάπτισμα, (παίρνω κάποιον) κάτω από τις φτερούγες μου βλ. φτερούγα, (παίρνω τον) κακό/στραβό δρόμο βλ. δρόμος, (παίρνω) τον πούλο βλ. πούλος, (που) να πάρει η ευχή! βλ. ευχή, (που) να πάρει η οργή! βλ. οργή, (το) παίρνω απόφαση βλ. απόφαση, αναλαμβάνω/λαμβάνω/παίρνω τα ηνία βλ. αναλαμβάνω, αναλαμβάνω/παίρνω την ευθύνη βλ. αναλαμβάνω, από το στόμα μου το πήρες! βλ. στόμα, ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά βλ. πράγμα, βγάζω/παίρνω/πιάνω χαρτί και μολύβι βλ. χαρτί, βλέπω/αντιμετωπίζω/παίρνω την κατάσταση/τα πράγματα όπως είναι βλ. πράγμα, βλέπω/παίρνω (κάποιον/κάτι) με καλό/με κακό μάτι βλ. μάτι, δεν (τα) παίρνει τα γράμματα βλ. γράμμα, δεν ακούω/δεν δέχομαι/δεν θέλω/δεν σηκώνω/δεν παίρνω κουβέντα βλ. κουβέντα, δεν μπορώ να πάρω/σύρω τα πόδια μου βλ. πόδι, δεν παίρνει από λόγια βλ. λόγια, δεν παίρνω από αστεία βλ. αστείο, δεν παίρνω λέξη πίσω βλ. λέξη, δεν του παίρνεις λέξη/κουβέντα βλ. κουβέντα, δίνει και παίρνει βλ. δίνω, δίνω/παίρνω στο χέρι βλ. χέρι, δίνω/παίρνω/ζητώ αύξηση βλ. αύξηση, δίνω/παίρνω/τρώω πόδι βλ. πόδι, δρόμο παίρνω, δρόμο αφήνω βλ. δρόμος, δώσ' του (κάτι) και πάρ' του την ψυχή βλ. ψυχή, εκεί που μας χρωστούσαν/χρωστάγανε (μας πήραν και το βόδι) βλ. χρωστώ, έχει πάρει (ή αναλάβει) εργολαβία/εργολαβικά βλ. εργολαβία, έχει πάρει/πήρε (πολύ) αέρα βλ. αέρας, έχουν πάρει/πήραν τα μυαλά του αέρα βλ. αέρας, θέλει/παίρνει/τρώει ώρα/ώρες βλ. ώρα, κάτι πήρε/έπιασε τ' αυτί μου βλ. αυτί, κάτι σηκώνει/θέλει/χρειάζεται/χωράει/παίρνει συζήτηση/κουβέντα βλ. συζήτηση, κι όποιον πάρει ο χάρος! βλ. χάρος, κυνηγάω/παίρνω κάποιον με το σκουπόξυλο βλ. σκουπόξυλο, λαμβάνει/παίρνει σάρκα και οστά βλ. οστό, λαμβάνω/παίρνω μέρος σε κάτι βλ. μέρος, λαμβάνω/παίρνω μέτρα βλ. μέτρο, λαμβάνω/παίρνω τα μέτρα μου βλ. μέτρο, λαμβάνω/παίρνω υπόψη βλ. λαμβάνω, ληγμένα παίρνεις/πίνεις; βλ. ληγμένος, μαζεύω/παίρνω τα μπογαλάκια μου βλ. μπογαλάκι, μας πήρε το κεφάλι βλ. κεφάλι, μας πήρε/μας έπιασε/μας βρήκε η νύχτα/το βράδυ βλ. νύχτα, με παίρνει από κάτω/αποκάτω βλ. κάτω, με παίρνει η μπάλα βλ. μπάλα, με παίρνουν τα ζουμιά βλ. ζουμί, με πήραν τα αίματα βλ. αίμα, με πήραν τα δάκρυα/κλάματα βλ. δάκρυ, με πήραν τα σιρόπια βλ. σιρόπι, με πήραν τα σκάγια βλ. σκάγι, με πήρε το ποτάμι βλ. ποτάμι, με πιάνει/με παίρνει το παράπονο βλ. παράπονο, μου παίρνει/ζαλίζει τ' αυτιά βλ. αυτί, μου πήρε το μυαλό/τα μυαλά/το(ν) νου βλ. μυαλό, να το πάρει το ποτάμι; βλ. ποτάμι, νύχτα (το) πήρες το δίπλωμα; βλ. νύχτα, όποιον πάρει η μπάλα βλ. μπάλα, παίρνει μπρος/μπροστά βλ. εμπρός, παίρνει σειρά βλ. σειρά, παίρνει στροφές βλ. στροφή, παίρνει στροφές/το μυαλό του παίρνει στροφές βλ. στροφή, παίρνει την ανιούσα βλ. ανιών, παίρνει την κατιούσα βλ. κατιών, παίρνει την κάτω βόλτα βλ. βόλτα, παίρνει την πάνω βόλτα βλ. βόλτα, παίρνει το μάτι μου (κάποιον/κάτι) βλ. μάτι, παίρνει ύφος βλ. λάσπη, παίρνει/λαμβάνει/προσλαμβάνει διαστάσεις βλ. διάσταση, παίρνει/τρώει χρόνο βλ. χρόνος, παίρνουν (κάποιον) τα χρόνια βλ. χρόνος, παίρνω (και) τα σώβρακα (κάποιου) βλ. σώβρακο, παίρνω (κάποιον) από πίσω/από κοντά βλ. πίσω, παίρνω (κάποιον) στο κατόπι βλ. κατόπι, παίρνω (κάποιον) στο λαιμό μου βλ. λαιμός, παίρνω (κάποιον) φαλάγγι βλ. φαλάγγι, παίρνω (κάτι) επί πόνου βλ. πόνος, παίρνω (κάτι) τοις μετρητοίς βλ. μετρητοίς, παίρνω (μια) ανάσα βλ. ανάσα, παίρνω (στα) ζεστά/βλέπω ζεστά κάτι βλ. ζεστός, παίρνω άδεια από τη σημαία βλ. σημαία, παίρνω αέρα/τον αέρα μου βλ. αέρας, παίρνω αμπάριζα βλ. αμπάριζα, παίρνω αμπάριζα και βγαίνω βλ. αμπάριζα, παίρνω ανάποδες (στροφές) βλ. ανάποδος, παίρνω ανοιχτά τη στροφή βλ. ανοιχτά, παίρνω από το χέρι βλ. χέρι, παίρνω απουσίες βλ. απουσία, παίρνω γραμμή βλ. γραμμή, παίρνω δρόμο βλ. δρόμος, παίρνω θέση για/σε κάτι βλ. θέση, παίρνω κάποιον με το μέρος μου βλ. μέρος, παίρνω κάποιον/κάτι από φόβο βλ. φόβος, παίρνω κάποιον/κάτι γραμμή βλ. γραμμή, παίρνω κάτι (ε)πάνω μου βλ. πάνω & επάνω, παίρνω κεφάλι βλ. κεφάλι, παίρνω όρκο βλ. όρκος, παίρνω πάνω μου την αμαρτία βλ. αμαρτία, παίρνω παραμάζωμα βλ. παραμάζωμα, παίρνω πίσω βλ. πίσω, παίρνω σβάρνα βλ. σβάρνα, παίρνω στην πλάκα κάποιον/κάτι βλ. πλάκα, παίρνω στο κυνήγι (κάποιον) βλ. κυνήγι, παίρνω τα (όρη και τα) βουνά βλ. βουνό, παίρνω τα μέτρα (κάποιου) βλ. μέτρο, παίρνω τα μούτρα μου και ... βλ. μούτρο, παίρνω τα πάνω μου βλ. πάνω & επάνω, παίρνω την παρθενιά βλ. παρθενιά, παίρνω το αίμα μου πίσω/πίσω το αίμα μου βλ. αίμα, παίρνω το δισάκι μου (στον ώμο) βλ. δισάκι, παίρνω το καπελάκι/το καπέλο μου και φεύγω βλ. καπέλο, παίρνω το κεφάλι (κάποιου)/κεφάλια βλ. κεφάλι, παίρνω το κολάι βλ. κολάι, παίρνω το μέρος & πηγαίνω/είμαι με το μέρος (κάποιου) βλ. μέρος, παίρνω το(ν) δρόμο βλ. δρόμος, παίρνω τον αέρα κάποιου βλ. αέρας, παίρνω τον καλό δρόμο βλ. δρόμος, παίρνω τους δρόμους βλ. δρόμος, παίρνω ύψος βλ. ύψος, παίρνω φόρα βλ. φόρα1, παίρνω χρήματα βλ. χρήμα, παίρνω χρώμα βλ. χρώμα, παίρνω/αναλαμβάνω (το) ρίσκο/(τα) ρίσκα βλ. ρίσκο, παίρνω/αρπάζω/κλέβω την μπουκιά (μέσα) από το στόμα κάποιου βλ. μπουκιά, παίρνω/βλέπω κάτι στραβά βλ. στραβός, παίρνω/κάνω μάτι βλ. μάτι, παίρνω/κρατώ/τηρώ (τις) αποστάσεις βλ. απόσταση, παίρνω/λαμβάνω τον λόγο βλ. λόγος, παίρνω/παντρεύομαι κάποιον με παπά και με κουμπάρο βλ. κουμπάρος, κουμπάρα, παίρνω/πιάνω κάποιον μονότερμα βλ. μονότερμα, παίρνω/πιάνω τα όπλα βλ. όπλο, παίρνω/ρίχνω/σηκώνω/πετάω μπόι βλ. μπόι, παίρνω/τρώω την (πρώτη) κρυάδα βλ. κρυάδα, πάρ' τα (να μη στα χρωστάω)! βλ. χρωστώ, πάρ' τον στον γάμο σου να σου πει «και του χρόνου» βλ. γάμος, πήρε των ομματιών του/τα μάτια του βλ. ομμάτιον, πιάνω/παίρνω το μήνυμα (κάποιου) βλ. μήνυμα, πιάνω/παίρνω φωτιά βλ. φωτιά, τα πράγματα πήραν το(ν) δρόμο τους βλ. δρόμος, το παίρνω πατριωτικά βλ. πατριωτικός, το πήρε αλλιώς βλ. αλλιώς, το πήρε ανάποδα/από την ανάποδη βλ. ανάποδα, το πήρε άσχημα βλ. άσχημος, το πήρε βαριά βλ. βαρύς, το πήρε ελαφριά βλ. ελαφρύς, το πήρε καλά βλ. καλά, το πήρε κατάκαρδα βλ. κατάκαρδα, το πήρε προσωπικά βλ. προσωπικός, τον παίρνει/πιάνει (ο) πόνος για κάτι/κάποιον βλ. πόνος, τον πάνε/τον παίρνουν τέσσερις βλ. τέσσερις, του πήρε την ταυτότητα βλ. ταυτότητα, τραβάει/παίρνει τον ανήφορο/την ανηφόρα βλ. ανήφορος, ύπνε που παίρνεις τα παιδιά (έλα πάρε και τούτο) βλ. ύπνος [< μεσν. παίρνω, γαλλ. prendre, αγγλ. take]

πάλαι

πάλαι πά-λαι επίρρ. (αρχαιοπρ.): προ πολλού, τα παλιά χρόνια. ● ΦΡ.: πάλαι ποτέ: κάποτε, στο παρελθόν: Το ~ ~ ισχυρό κόμμα. Ο ~ ~ μεγιστάνας. [< αρχ. πάλαι]

παλικάρι

παλικάρι πα-λι-κά-ρι ουσ. (ουδ.) & παλληκάρι 1. γενναίος, περήφανος άνδρας: Υπήρξε πραγματικό ~ στη ζωή. Πέρασε πολλές δοκιμασίες, αλλά βγήκε ~. Έχασε, αλλά πάλεψε σαν ~. Πβ. ασίκης, ήρωας, λεβέντης. 2. έφηβος, νεαρός άνδρας: γεροδεμένο/ωραίο ~.|| (ως προσφών.) Να 'χεις την ευχή μου, ~ μου! 3. ΙΣΤ. (κατά την Τουρκοκρατία) μέλος ομάδας πολεμιστών με επικεφαλής τον καπετάνιο, κλέφτης ή αρματολός· μέλος συμμορίας ληστών. Βλ. πρωτοπαλίκαρο. ● Υποκ.: παλικαράκι & παλληκαράκι (το): στη σημ. 2. ● ΦΡ.: με βγάζει/βγαίνει παλικάρι (προφ.): σε περιπτώσεις που κάτι είναι αρκετά ανθεκτικό, λειτουργικό και ανταποκρίνεται στις προδιαγραφές του: Το μηχάνημα μέχρι στιγμής έχει βγει ~. Το αυτοκίνητο μ' έχει βγάλει ~ όλα αυτά τα χρόνια (πβ. βγάζω κάποιον ασπροπρόσωπο)., το καλό το παλικάρι ξέρει κι άλλο μονοπάτι (παροιμ.): ο έξυπνος και ικανός άνθρωπος βρίσκει εναλλακτικές λύσεις., παλικάρι της φακής βλ. φακή [< μεσν. παλικάρι(ν), παλληκάρι(ον) < μτγν. παλλήκιον]

παλιο- & παλιό-

παλιο- & παλιό- & παλι-· α' συνθετικό με τη σημασία του: 1. κακός, συνήθ. σε λέξεις που χρησιμοποιούνται ως μειωτικοί, υβριστικοί χαρακτηρισμοί: παλιο-δουλειά. Παλιό-καιρος (πβ. ρημαδό-)/~χαρτο. Πβ. κωλο-.|| Παλιο-χαρακτήρας. Παλιό-λογα (πβ. βρομό-).|| Παλιο-κάθαρμα/~τόμαρο. Παλιό-μουτρο. 2. προγενέστερος, παλιός: παλιο-ελλαδίτης (συνηθέστ. παλαιο-). ΑΝΤ. νεο-.|| (οικ., γνωστός, καλός:) Παλιο-παρέα. Παλιό-φιλος.|| Παλιο-μοδίτικος (ΣΥΝ. παλαιο-).

παλιός

παλιός , ιά, ιό πα-λιός επίθ. {παλιότ-ερος} & (λόγ.) παλαιός ΑΝΤ. καινούργιος, νέος 1. χρησιμοποιημένος, φθαρμένος: ~ιό: αμάξι (βλ. σακαράκα). ~ιά: βιβλία/κτίρια/μηχανήματα (πβ. μεταχειρισμένα)/ρούχα (πβ. από δεύτερο χέρι, φορεμένα). Άλμπουμ με ~ιές φωτογραφίες. Συλλέγει ~ιά αντικείμενα (= αντίκες).|| (προφ.) ~ιό το αστείο/το κόλπο (: δεν πιάνει· πβ. γνωστό, κοινό, συνηθισμένο). 2. που δημιουργήθηκε ή εμφανίστηκε πριν από πολλά χρόνια και εξακολουθεί να υπάρχει, συνήθ. δίπλα σε κάτι σύγχρονο: ~ιές: οφειλές/συνήθειες (= μακροχρόνιες). ~ιά: έθιμα (βλ. αρχαίος)/πρότυπα/τραγούδια. Το πρόβλημα είναι πολύ ~ιό.|| ~ιά: θέματα εξετάσεων. Συμβουλεύτηκε ~ερες εκδόσεις/~ερα τεύχη. ΑΝΤ. πρόσφατος, τωρινός.|| (για πρόσ.) ~ιός: γνώριμος/πελάτης/συνεργάτης/φίλος. (ως ουσ.) Οι ~εροι (= ηλικιωμένοι, πρεσβύτεροι· ΑΝΤ. νεότεροι). 3. που υπήρξε στο παρελθόν και συνήθ. έχει αντικατασταθεί από κάτι άλλο νεότερο, πιο σύγχρονο: ~ιός: κανονισμός. ~ιό: σύστημα. ~ιοί: θεσμοί. ~ιές: αντιλήψεις/μέθοδοι. Πβ. αναχρονιστ-, οπισθοδρομ-, συντηρητ-ικός, απαρχαιω-, ξεπερασ-, παρωχη-, πεπαλαιω-μένος.|| Επίσκεψη στην ~ιά πόλη (βλ. καστρούπολη). Η ~ερη ονομασία μιας περιοχής. Βόλτα στην ~ιά μου γειτονιά. Το ~ιό σχολείο/υδραγωγείο.|| (για πρόσ.) ~ιός: δήμαρχος/πρωταθλητής (πβ. πρώην). Οι ~ιές αγάπες. Συνάντηση ~ιών συμμαθητών. 4. έμπειρος: Είναι ~ μάστορας/οδηγός. ΣΥΝ. πεπειραμένος ● Ουσ.: παλιοί/παλιότεροι & (λόγ.) παλαιοί/παλαιότεροι (οι): οι προγενέστεροι: Οι ~ έλεγαν ..., παλιός (ο) 1. (προφ.) έμπειρος λόγω πολύχρονης ενασχόλησης: Άκουσέ με, μιλάει ο ~! Είναι απ' τους πιο ~ιούς στον χώρο. 2. (στρατ. αργκό) φαντάρος που έχει υπηρετήσει πολλούς μήνες. Πβ. παλαίουρας, παλιοσειρά. ● ΣΥΜΠΛ.: ιουλιανό/παλαιό/παλιό ημερολόγιο βλ. ιουλιανός1, παλιά αμαρτία βλ. αμαρτία, παλιά ιστορία βλ. ιστορία, παλιά καραβάνα βλ. καραβάνα, παλιά καραμπίνα βλ. καραμπίνα, παλιά/παλαιά φρουρά βλ. φρουρά, παλιοί λογαριασμοί βλ. λογαριασμός ● ΦΡ.: (ο νέος είναι ωραίος, αλλά) ο παλιός είναι αλλιώς (προφ.): για να τονιστεί η αξία της εμπειρίας σε κάποιο αντικείμενο, επάγγελμα, χώρο., ο παλιός καλός ...: για να εκφραστεί νοσταλγία για κάτι ωραίο που δεν υπάρχει πια: Έλα να τα πούμε σαν τον ~ιό ~ό καιρό/τις ~ιές ~ές μέρες!, τα παλιά (τα χρόνια)/τον παλιό καιρό: το παρελθόν ή/και όσα συνέβησαν κατά τη διάρκειά του: από/κατά ~ ~. Επιστροφή στα ~ ~. Αναπολώ/θυμάμαι ~ ~. Δεν χορταίνει να διηγείται ιστορίες από ~ ~., γράφω (κάποιον/κάτι) στα παλιά μου τα παπούτσια/(λόγ.) στα παλαιότερα των υποδημάτων μου βλ. γράφω, η γριά/η παλιά (η) κότα έχει το ζουμί βλ. ζουμί, παλαιάς/παλιάς κοπής βλ. κοπή, σαν το παλιό καλό κρασί βλ. κρασί, σε παλαιότερες εποχές βλ. παλαιός, της παλιάς/παλαιάς σχολής βλ. σχολή, του παλιού καιρού βλ. καιρός ● βλ. παλιά [< μεσν. παλιός, γαλλ. vieux, αγγλ. old]

πανηγύρι

πανηγύρι πα-νη-γύ-ρι ουσ. (ουδ.) {πανηγυριού} 1. υπαίθρια λαϊκή εκδήλωση που διοργανώνεται με την ευκαιρία θρησκευτικής εορτής, δηλ. όταν γιορτάζει κυρ. ενοριακός ναός ή Μονή, και περιλαμβάνει διασκέδαση με παραδοσιακή και λαϊκή μουσική και συνήθ. παζάρι: ετήσιο/τοπικό ~. Το ~ του Δεκαπενταύγουστου. ~ στην κεντρική πλατεία του χωριού. ΣΥΝ. πανήγυρη 2. (συνεκδ.) εμποροπανήγυρη. 3. (κατ' επέκτ.) γλέντι, ξεφάντωμα· πανηγυρισμός: αποκριάτικο ~. Στήθηκε ένα ~ χαράς.|| Ξέφρενο/τρελό ~ στα αποδυτήρια μετά τη νίκη της ομάδας. 4. (μτφ.-ειρων.) καβγάς, τσακωμός: Έχει να γίνει/θα έχουμε μεγάλο ~ (= φασαρία) όταν το μάθει! ● Υποκ.: πανηγυράκι (το) (μειωτ.) ● ΦΡ.: για τα πανηγύρια (μειωτ.-ειρων.): γελοίος, φαιδρός: κατάσταση/πολιτική ~ ~. Είμαστε ~ ~! ΣΥΝ. για γέλια, γιορτές/χαρές και πανηγύρια βλ. γιορτή, του Κουτρούλη ο γάμος/το πανηγύρι βλ. Κουτρούλης [< μεσν. πανηγύρι(ν)]

πάντα

πάντα πά-ντα επίρρ.: σε κάθε χρονική στιγμή ή περίπτωση, συνεχώς: ~ θα σε θυμάμαι. Θα είμαι ~ δίπλα σου. Είναι ~ ενημερωμένη. Έχω ~ μαζί μου χαρτομάντιλα. Είναι συναρπαστικός όπως ~. Ο πελάτης έχει ~ δίκιο. ~ υπάρχουν λύσεις. (ως ευχή:) ~ τέτοια! || Μην ξεχνάς να φοράς ζώνη ~ όταν (: κάθε φορά που) οδηγείς. ΣΥΝ. πάντοτε ΑΝΤ. μηδέποτε, ουδέποτε, ποτέ (1) ● ΦΡ.: από πάντα: ανέκαθεν, από πολύ παλιά: ~ ~ επιθυμούσα να ασχοληθώ με το τραγούδι. ~ ~ μου άρεσε το διάβασμα., για πάντα: για την υπόλοιπη ζωή κάποιου: ~ ~ ερωτευμένοι/φίλοι. Σκέφτεται να μείνει ~ ~ εδώ. Πβ. διά παντός, στο διηνεκές. ΣΥΝ. επ' άπειρον, μια (και) για πάντα: μια κι έξω, μια και καλή, οριστικά: Ας τελειώνουμε ~ ~ με το θέμα αυτό. Τον άφησε ~ ~. Πβ. άπαξ (και) δια παντός., πάντα άξιος! βλ. άξιος, παντού και πάντα βλ. παντού, τι 'χες Γιάννη, τι 'χα πάντα! βλ. Γιάννης [< μεσν. πάντα]

παραγγελιά

παραγγελιά πα-ραγ-γε-λιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. τραγούδι που ζητά από την ορχήστρα πελάτης νυχτερινού κέντρου διασκέδασης, για να το ακούσει ή να το χορέψει μόνος ή με την παρέα του. 2. παραγγελία. [< μεσν. παραγγελιά]

παράδειγμα

παράδειγμα πα-ρά-δειγ-μα ουσ. (ουδ.) 1. κάθε πληροφορία (αντικείμενο, γεγονός, κατάσταση) που αναφέρει κάποιος, προκειμένου να καταστήσει σαφή και κατανοητή τη σημασία λέξης ή το περιεχόμενο έννοιας, επειδή (θεωρεί ότι) συγκεντρώνει τα τυπικά της γνωρίσματα και, συνεπώς, την αντιπροσωπεύει: απλό/άστοχο/ατυχές/διαφωτιστικό/διδακτικό/ενδεικτικό/θεωρητικό/ιστορικό/καλό/κλασικό/πετυχημένο/τυπικό/χαρακτηριστικό/χειροπιαστό/χρήσιμο ~. Ιστορικό/κοινωνικό ~. Παράθεση/παρουσίαση ~άτων. Πλήθος ~άτων από την καθημερινή ζωή. Μάθηση μέσω ~άτων. Στο ~ που ακολουθεί, ... Δώσε μου ένα ~ για να καταλάβω. Για να σου φέρω ένα ~, ... (Αν)έφερε για/σαν/ως ~ το φαινόμενο της ... Πάρε ~ την ... Βλ. αντι~. 2. πρότυπο: (για πρόσ.) Αποτελεί (λαμπρό) ~ ειλικρίνειας/τιμιότητας. Έχει τους γονείς του ως ~.|| Πολιτικό σύστημα που συνιστά ~ δημοκρατίας/σωστής διακυβέρνησης. Οικολογικό ~. Πβ. υπόδειγμα.|| Αρνητικό/επικίνδυνο/θετικό ~. Ακολούθησε το ~ του φίλου του και ασχολήθηκε με ...|| ~ συμπλήρωσης (μιας αίτησης). Πβ. δείγμα, περίπτωση. 3. ΓΛΩΣΣ. το σύνολο των γλωσσικών στοιχείων που μπορούν να υποκαταστήσουν το ένα το άλλο σε συγκεκριμένο περιβάλλον: το κλιτικό/μορφολογικό ~ του ονόματος/του ρήματος. Βλ. σύνταγμα. 4. ΦΙΛΟΣ. το θεωρητικό πλαίσιο, δηλ. το πλαίσιο αρχών, εννοιών και μεθόδων, εντός του οποίου, κατά τη διάρκεια μιας χρονικής περιόδου της επιστήμης, αναπτύσσονται οι θεωρίες της. ● Υποκ.: παραδειγματάκι (το): σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: αλλαγή παραδείγματος: ριζική αλλαγή στον τρόπο σκέψης, αντιμετώπισης κατάστασης ή λειτουργίας συστήματος: ~ ~ στην οικονομία. [< αγγλ. paradigm shift, 1962, όρ. του Thomas Kuhn] , ζωντανό παράδειγμα & ζωντανή απόδειξη: για πρόσωπο που αποδεικνύει έμπρακτα όσα υποστηρίζει· για κάτι που αποδεικνύεται στην πράξη, πραγματοποιείται και δεν μένει σε θεωρητικό επίπεδο: Είναι ~ ~ εργατικότητας. Αποτελεί ζωντανό ~ του τι μπορεί να πετύχει ο άνθρωπος. || Περιοχή που αποτελεί ~ ~ αρμονικής συμβίωσης διαφορετικών πολιτισμών., φωτεινό παράδειγμα βλ. φωτεινός ● ΦΡ.: για παράδειγμα/παραδείγματος χάριν (/χάρη) (συντομ. π.χ.) & (λόγ.) επί παραδείγματι: για να δοθεί ένα παράδειγμα: τροφές πλούσιες σε βιταμίνες, (όπως) ~ ~ φρούτα και λαχανικά. Εάν, ~ ~ (= φερ' ειπείν), συμβεί να ... Πβ. πιχί. ΣΥΝ. λόγου χάρη/χάριν [< γαλλ. par exemple] , δίνω το (καλό/κακό) παράδειγμα: αποτελώ (θετικό/αρνητικό) πρότυπο: Ο δάσκαλος δίνει το καλό ~ στους μαθητές του. Πρόσεχε πώς μιλάς, δίνεις το κακό ~!, παράδειγμα προς/για αποφυγή/μίμηση: για συμπεριφορά ή κατάσταση που θεωρείται ότι πρέπει να αποφεύγεται ή να ακολουθείται ως υπόδειγμα: Κάποιος/κάτι είναι ~ ~. [< 1,2: αρχ. παράδειγμα, γαλλ. exemple 3: γαλλ. paradigme, 1943, αγγλ. paradigm 4: γερμ. Paradigma]

Παρασκευή1

Παρασκευή1 Πα-ρα-σκευ-ή ουσ. (θηλ.): η έκτη ημέρα της εβδομάδας (με πρώτη την Κυριακή) και πέμπτη εργάσιμη. Βλ. Δευτέρα. ● ΣΥΜΠΛ.: Μεγάλη Παρασκευή (συντομ. Μ. Παρασκευή): ΕΚΚΛΗΣ. η Παρασκευή της Μεγάλης Εβδομάδας, κατά την οποία γίνεται η περιφορά του Επιταφίου. ● ΦΡ.: Παρασκευή και δεκατρείς (ενν. του μηνός): άτυχη, γρουσούζικη ημέρα σύμφωνα με δοξασία. Πβ. Τρίτη και δεκατρείς., σαν τη Μεγάλη Παρασκευή (μτφ.-ειρων., για πρόσ.): λυπημένος, θλιμμένος: Τι έχεις πάθει και είσαι ~ ~; [< μτγν. Παρασκευή]

παρόν

παρόν πα-ρόν ουσ. (ουδ.): στιγμή ή χρονική περίοδος που αντιλαμβάνεται κάποιος ως ενδιάμεση του παρελθόντος και του μέλλοντος, το τώρα: Ζει μόνο το ~ (= το σήμερα). ● ΦΡ.: επί του παρόντος/προς το παρόν: για τώρα, για την ώρα· προσωρινά: Δεν προτίθεται επί ~ να προχωρήσει σε δηλώσεις. Προς ~ (= προς στιγμήν) δεν υπάρχει κίνδυνος.|| Σταματούν προς ~ οι συζητήσεις., δεν είναι του παρόντος/της παρούσης/της στιγμής/της ώρας βλ. στιγμή [< αρχ. παρόν, γαλλ. présent]

πεθερά

πεθερά πε-θε-ρά ουσ. (θηλ.): η μητέρα του/της συζύγου κάποιας/κάποιου: γαμπρός/νύφη και ~. Βλ. πεθερός, συμπέθερος. ● Υποκ.: πεθερούλα (η) ● ΦΡ.: κακιά πεθερά (μειωτ.): για γκρινιάρη, δύστροπο άνθρωπο: Σαν ~ ~ κάνεις/συμπεριφέρεσαι!, τα λέω στην πεθερά, για να τ' ακούσει η νύφη (παροιμ.): για να δηλωθεί ότι μια παρατήρηση, υπόδειξη, διαταγή ή παράπονο απευθύνεται σε τρίτο πρόσωπο, ώστε να γίνει αντιληπτό και από τον άμεσα ενδιαφερόμενο ή θιγόμενο. Βλ. υπαινικτική αναφορά., όπως η/σαν τη νύφη με την πεθερά βλ. νύφη, σ' αγαπάει η πεθερά σου βλ. αγαπώ [< μεσν. πεθερά < αρχ. πενθερά]

Πέμπτη

Πέμπτη Πέ-μπτη [πρόφ. pémpti κ. pémti] ουσ. (θηλ.): η πέμπτη ημέρα της εβδομάδας (με πρώτη την Κυριακή) και τέταρτη εργάσιμη. Βλ. Δευτέρα. ● ΣΥΜΠΛ.: Μεγάλη Πέμπτη (συντομ. Μ. Πέμπτη): ΕΚΚΛΗΣ. η Πέμπτη της Μεγάλης Εβδομάδας. [< μτγν. Πέμπτη]

πηγαίνω & πάω

πηγαίνω & πάω πη-γαί-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {πηγαίνεις κ. πας, πάει, πάμε, πάτε, πάν(ε) | πήγαινα, πήγα (να/θα πάω), προστ. πήγαινε, πηγαίνετε κ. πάτε, πηγαίν-οντας} 1. μετακινούμαι, κατευθύνομαι με τα πόδια ή με μεταφορικό μέσο συνήθ. προς συγκεκριμένο σημείο: ~ στα μαγαζιά/στην τράπεζα. ~ για ύπνο (= να κοιμηθώ)/για ψώνια (= να ψωνίσω). ~ει από το ένα δωμάτιο στο άλλο. Πού/προς τα πού πας; Πάμε (για) μια βόλτα/να περπατήσουμε (λιγάκι). Από πού πάνε για το λιμάνι;|| Πήγαν (= έφυγαν για) διακοπές/εκδρομή/ταξίδι.|| ~ (= πετάγομαι) μια στιγμή μέχρι τον/στον φούρνο και επιστρέφω.|| Το λεωφορείο πάει στο κέντρο. -Πώς μπορεί να πάει κανείς μέχρι την παραλία; -Με αυτοκίνητο/καΐκι. Πβ. μεταβαίνω. Βλ. παρα-, πολυ-πάω. 2. (+ μέχρι/ως) φτάνω: Πήγα ως την πόρτα.|| (μτφ.) Η ομάδα έχει πάει μέχρι τον τελικό. 3. (+ από) περνώ, διέρχομαι: Πήγα από το σπίτι των γονιών μου. 4. (για οδηγό ή όχημα) κινούμαι: ~ει (= τρέχει) με εκατό (ενν. χιλιόμετρα) την ώρα. 5. συχνάζω κάπου, συνηθίζω να επισκέπτομαι ένα μέρος: ~ στο γυμναστήριο. ~ει (κάθε Σάββατο/με φίλους) στον κινηματογράφο. Πάμε θέατρο συχνά. 6. συνοδεύω, οδηγώ κάποιον· μεταφέρω κάτι: Πάω τα παιδιά στο πάρκο/σχολείο. Να σε πάω (= πετάξω) μέχρι το σπίτι; Με πήγε (= έβγαλε) για φαγητό.|| Πήγα τα σκουπίδια (στον κάδο)/τα χαρτιά για ανακύκλωση.|| (μτφ.) Τον πήγε (= έσυρε) στα δικαστήρια. 7. (+ για, μτφ.) προορίζομαι· βρίσκομαι πολύ κοντά σε κάτι: Σταφύλια που πάνε για (να γίνουν) κρασί/μούστο.|| ~ει για Δήμαρχος/Πρόεδρος (πβ. προαλείφομαι). ~ει (= βαίνει, οδεύει, είναι πολύ κοντά) για παγκόσμιο ρεκόρ/τη νίκη. 8. αναχωρώ, αποχωρώ, φεύγω: Άντε να ~ (κι εγώ σιγά σιγά). Καιρός/ώρα να ~ουμε.|| (ευχετ.) Να πας στο καλό! 9. (+ να, προφ.) προσπαθώ, επιχειρώ, δοκιμάζω: Πήγα να ανοίξω το φως και έπεσε η ασφάλεια. 10. (μτφ.-προφ.) ανατρέχω, μεταβαίνω: Πήγαινε στο τέλος της σελίδας/τρίτο κεφάλαιο. Ας πάμε (= μπούμε) στην ουσία του θέματος. 11. (μτφ.-προφ.) κοντεύω, κινδυνεύω: Πήγα (= λίγο έλειψε να, παραλίγο) να πεθάνω/τρελαθώ! 12. (μτφ.-προφ.) φοιτώ: ~ (στο) γυμνάσιο/λύκειο/πανεπιστήμιο. 13. (συνήθ. στον αόρ., μτφ.-προφ.) πεθαίνω: Πήγε από βαριά αρρώστια/γεράματα/σφαίρα.πηγαίνει & (προφ.) πάει 1. διαβιβάζεται: Η ανακοίνωση πήγε σε όλα τα κανάλια και τις εφημερίδες. 2. οδηγεί, καταλήγει, φτάνει, βγάζει: Στρίβουμε δεξιά, όπως ~ ο δρόμος. Το μονοπάτι ~ αριστερά. 3. (για χρόνο) φτάνει: Πήγε δώδεκα (η ώρα)/μεσάνυχτα. 4. εξελίσσεται: Ηρέμησε, όλα θα πάνε καλά! Τι έχει πάει στραβά;|| Ο αγώνας ~ για αναβολή (= οδηγείται προς).|| Δεν θυμάμαι πώς ~ ο σκοπός/το τραγούδι. 5. λειτουργεί, δουλεύει: Το ρολόι ~ μπροστά/πίσω. 6. ξοδεύεται, δαπανάται, διατίθεται: Πού πήγαν τα λεφτά; Τα κονδύλια πήγαν σε ... 7. ταιριάζει, συνδυάζεται: Δεν του ~ αυτό το πουκάμισο/χρώμα. Τα άσπρα/γυαλιά σού πάνε πολύ.|| Το άσπρο κρασί ~ με το ψάρι. 8. πέρασε, τέλειωσε: Πάει κι αυτός ο μήνας! Πάνε χρόνια από τότε.|| Πάει η ευκαιρία (= χάθηκε)! 9. κοστίζει, στοιχίζει: Πόσο ~ η εγγραφή/το κιλό/η ταρίφα; 10. (για διαιρέτη ως προς τον διαιρετέο) χωράει, αναλογεί: Πόσο/πόσες φορές πάει το 8 στο 64; ● ΣΥΜΠΛ.: Πάμε Στοίχημα βλ. στοίχημα ● ΦΡ.: αυτό πού το πας; (προφ.): για συμπληρωματικό στοιχείο που δεν είναι αμελητέο: Δεν έχω διάθεση να βγω, βρέχει κιόλας, ~ ~; , δεν μου πάει (η καρδιά) να ... (προφ.): δεν έχω το ψυχικό σθένος, δεν αισθάνομαι καλά να κάνω κάτι: ~ ~ τον στενοχωρήσω! ΣΥΝ. δεν το βαστά(ει) η καρδιά (/η ψυχή) μου/δεν μου βαστά(ει) η καρδιά (/η ψυχή), δεν πάει/πα να ... (προφ.): (για δήλωση αδιαφορίας) ας: ~ ~ λέει ό,τι θέλει, δεν με ενδιαφέρει.|| (υβριστ.) ~ ~ πνιγεί!, όπως πάει & κατά πώς πάει: όπως εξελίσσεται η κατάσταση: ~ ~, θα τρελαθώ! ~ ~ το πράγμα, αποκτά ενδιαφέρον., όπως πάω/πας (αρνητ. συνυποδ.): έτσι που ενεργώ/ενεργείς: Όπως πάω, θα μείνω από λεφτά. Έτσι όπως πας, θα φας το κεφάλι σου., όσο πάω/πάει και: όσο περνά ο καιρός: Όσο πάω και βελτιώνομαι. Η κατάσταση όσο πάει και χειροτερεύει. Η παρέα μας όσο πάει και μεγαλώνει., όταν εσύ πήγαινες, εγώ ερχόμουν/γύριζα/γυρνούσα (μτφ.-προφ.): για να δηλωθεί μεγαλύτερη εμπειρία, υπεροχή σε κάτι: Τι μας λες τώρα, ~ ~!, πάει και …: για να αξιολογηθεί αρνητικά κάτι: Μα τι ~ ~ κάνει/λέει ο άνθρωπος!, πάει καλά (προφ.): εντάξει, καλώς: -Βάζουμε στοίχημα; -~ ~., πάει καλά/άσχημα (προφ.): έχει θετική ή αρνητική εξέλιξη: Τίποτα δεν (μου) ~ καλά σήμερα. Τα πράγματα δεν πάνε καθόλου καλά. Αν κάτι δεν πάει καλά, ενημέρωσέ με. Αν όλα πάνε καλά, αύριο θα είμαστε σπίτια μας (βλ. αν θέλει ο Θεός)., πάει κάτω: καταπίνεται: Δεν ~ ~ τίποτα/ούτε μπουκιά (: έχω χορτάσει, δεν μπορώ να φάω άλλο). Να πάνε ~ τα φαρμάκια., πάει με όλα & πάει παντού: συνδυάζεται, ταιριάζει με τα πάντα: Κρασί που ~ ~ (ενν. τα φαγητά). Χρώμα (ενν. ενδυμάτων ή υποδημάτων) που ~ ~. , πάει να πει & πα' να πει & παναπεί (προφ.): δηλαδή, σημαίνει: Μπλογκ ~ ~ ημερολόγιο. Αν δεν νικήσουμε, δεν ~ ~ ότι καταστρεφόμαστε., πάει παντού 1. απλώνεται: Ανακατεύουμε καλά το μείγμα, για να ~ ~ ο κιμάς και το τυρί. 2. (μτφ.) μεταφέρεται εύκολα: Συσκευή που είναι τόσο μικρή και ελαφριά, ώστε ~ ~., πάμε γι' άλλα: ως προτροπή για νέα αρχή, νέα προσπάθεια: Περασμένα ξεχασμένα και ~ ~. Χάσαμε, αλλά δεν πειράζει, ~ ~., πάμε!: (προτρεπτικά) προχωράμε, συνεχίζουμε, φεύγουμε: Έλα, ~! Αρκετά ξεκουραστήκαμε, ~ τώρα! Τι δουλειά έχουμε εμείς μαζί τους; ~ να φύγουμε.|| (επιφωνηματικά) Έτοιμοι; ~ (= ξεκινάμε)!, πας να ...: το έχεις βάλει σκοπό να: ~ ~ με τρελάνεις;, πας/είσαι καλά; & δεν πάμε/δεν(/σαν να μην) είμαστε καλά! (προφ.): ως έκφραση έκπληξης, δυσαρέσκειας ή ως επίπληξη κάποιου που δεν σκέφτεται ή δεν φέρεται σωστά: Παιδάκι μου, ~ ~ (= είσαι με τα/στα καλά/σωστά σου, σοβαρολογείς); Κορίτσι μου, δεν ~ ~! Άααα, δεν πάμε καθόλου καλά!, πάω με κάποιον/μαζί του (προφ.): έρχομαι σε σεξουαλική επαφή: Πήγε (= κοιμήθηκε) μαζί της., πάω τα πράγματα: ωθώ την κατάσταση (κάπου): ~ ~ μπροστά/πιο πέρα/στα άκρα., πήγαινε & (σπάν.-λαϊκό) πάγαινε: φύγε: Άντε ~ από δω., πήγαινε-έλα & πηγαινέλα & πήγαιν' έλα (προφ.) 1. & (λαϊκό) σύρε/πάνε κι έλα: συνεχής κίνηση ή μετακίνηση: Αρχίσαμε τα ~ ~ στο νησί. Πβ. σούρτα-φέρτα. 2. & πήγαινε και έλα: μετάβαση και επιστροφή: ~ ~ κάναμε πέντε ώρες. Με κούρασε το πήγαινε και το έλα με το λεωφορείο. Βλ. ανέβα-κατέβα., πήγε/έπεσε να με φάει (μτφ.-προφ.): αντέδρασε πολύ έντονα εναντίον μου: Μόλις του ζήτησα λεφτά, ~ ~.|| Δεν τόλμησα να πω κάτι και έπεσαν να με φάνε (= μου επιτέθηκαν λεκτικά)., πού θα (μου) πάει (προφ.-εμφατ.) 1. για να δηλωθεί ότι κάτι θα γίνει, θα συμβεί: ~ ~, θα τα καταφέρω. Θα βρω χρόνο, ~ ~; 2. για να ειπωθεί ότι κάποιος δεν θα ξεφύγει, δεν θα γλιτώσει: ~ ~, θα τον βρω/πετύχω/πιάσω!, πού θα πάει; (εμφατ.): για να δηλωθεί αγανάκτηση για κάτι ενοχλητικό, δυσάρεστο που πρέπει να σταματήσει: ~ ~ αυτή η κατάσταση; ~ ~ αυτό το πράγμα/το χάλι;, πού το πας; (προφ.): τι θέλεις να πεις, τι υπονοείς;, τα πάω/πηγαίνω με κάποιον (προφ.): έχω καλές ή κακές σχέσεις μαζί του: -Πώς τα πας/πάτε με τον φίλο σου; -Μια χαρά! (απειλητ.) Πρόσεξε, γιατί δεν θα τα πάμε καθόλου καλά!, τον πάω (νεαν. αργκό): μου αρέσει: ~ ~ (με χίλια)! Δεν ~ ~ καθόλου/με τίποτα/μία! Πολύ σε ~, δικέ μου!|| Το ~ το καινούργιο σου κινητό! Πβ. κάνω κέφι/γούστο κάποιον/κάτι. ΣΥΝ. γουστάρω, του πήγε να & του πήγε τρεις και μία (προφ.): αισθάνθηκε μεγάλο φόβο., (κάτι) πάει κι έρχεται βλ. έρχομαι, (πηγαίνω) με τον σταυρό στο χέρι βλ. σταυρός, (πήγε) υπέρ πίστεως (και πατρίδος) βλ. πίστη, άι/α/άντε στο διά(β)ολο/διάλο! βλ. διάβολος, από δω παν' κι (οι) άλλοι βλ. άλλος, ας πάει και το παλιάμπελο βλ. παλιάμπελο, άστα (να πάνε) (καλύτερα) & άσε καλύτερα βλ. αφήνω, βάζω/πάω στοίχημα βλ. στοίχημα, δεν (το) πάει η γλώσσα μου βλ. γλώσσα, δεν ξέρω πού (μου) πάν' τα τέσσερα βλ. τέσσερις, δεν ξέρω πού πατώ και πού πηγαίνω βλ. πατώ, δεν πάει άλλο! βλ. άλλο, δεν/να πά(ει) να χεστεί! βλ. χέζω, δουλεύει/πάει ρολόι βλ. ρολόι, είναι μέσα ή μπήκε/πήγε μέσα βλ. μέσα, έρχεται/πάει/πέφτει/ταιριάζει γάντι/κουτί βλ. γάντι, θα αφήσουμε/σιγά μην αφήσουμε τον γάμο να πάμε για πουρνάρια βλ. αφήνω, και πάει λέγοντας βλ. λέω, και πολύ (σου/του) είναι/πάει βλ. είμαι, και/κι όπου με βγάλει (η άκρη)/με πάει βλ. βγάζω, κάνω/πάω να ... βλ. κάνω, κάτι δεν πάει καλά βλ. καλά, κάτι πηγαίνει στραβά βλ. στραβός, κομμάτια/τσιμέντο να γίνει βλ. κομμάτι, μου πάει/έρχεται/κοστίζει/στοιχίζει ο κούκος αηδόνι βλ. αηδόνι, να πάει και να μη γυρίσει! βλ. γυρίζω, να πας/πήγαινε να τα πουλήσεις αλλού/σε άλλον βλ. πουλώ, όσα έρθουν κι όσα πάνε/όσα πάνε κι όσα έρθουν βλ. έρχομαι, πάει (για) φούντο βλ. φούντο, πάει άδικα βλ. άδικος, πάει για βρούβες βλ. βρούβα, πάει καπνός βλ. καπνός, πάει κατά δια(β)όλου βλ. διάβολος, πάει κι έρχεται βλ. έρχομαι, πάει μακριά η βαλίτσα βλ. βαλίτσα, πάει πακέτο με κάποιον/κάτι βλ. πακέτο, πάει περίπατο βλ. περίπατος, πάει πολύ βλ. πολύ, πάει στον διά(β)ολο/διάλο βλ. διάβολος, πάει στράφι βλ. στράφι, πάει/πηγαίνει άπατος βλ. άπατος, πάει/πηγαίνει τρένο βλ. τρένο, πάει/πηγαίνει/πέφτει σύννεφο βλ. σύννεφο, παίρνω το μέρος & πηγαίνω/είμαι με το μέρος (κάποιου) βλ. μέρος, πάμε για (έναν) καφέ; βλ. καφές, πάνε μαζί βλ. μαζί, πάω πάσο βλ. πάσο, πάω πίσω βλ. πίσω, πάω φουλ για ... βλ. φουλ, πάω/πηγαίνω κόντρα βλ. κόντρα, πάω/πηγαίνω με τα νερά κάποιου βλ. νερό, πάω/πηγαίνω μπροστά βλ. μπροστά, πάω/πηγαίνω προς νερού μου βλ. νερό, πάω/σέρνω (κάποιον) καροτσάκι βλ. καρότσι, πάω/τρέχω(/πηγαίνω) με χίλια βλ. χίλιοι, πήγαινε στη γωνία να δεις αν έρχομαι βλ. γωνία, πηγαίνει καλά η μέρα (μου) βλ. μέρα, πηγαίνει το μυαλό μου (σε κάτι/κάποιον) βλ. μυαλό, πηγαίνει το μυαλό/ο νους μου στο κακό βλ. κακό, πηγαίνω μια κόντρα βλ. κόντρα, πήγε για μαλλί και βγήκε κουρεμένος βλ. μαλλί, πήγε σπίτι του βλ. σπίτι, πήγε ταμείο βλ. ταμείο, πήγε/ήρθε η καρδιά μου στη θέση της βλ. καρδιά, πήγε/πέθανε/ψόφησε σαν το σκυλί στ' αμπέλι βλ. σκυλί, πολλές φορές πάει η στάμνα για νερό, μία πάει και δε(ν) γυρίζει βλ. στάμνα, πόσο πάει το μαλλί; βλ. μαλλί, πού πήγε και το(ν)/τη βρήκε; βλ. βρίσκω, πώς είναι/πάνε τα πράγματα; βλ. πράγμα, πώς πάει; βλ. πώς, σόι πάει το βασίλειο βλ. βασίλειο, τα λεφτά πάνε στα λεφτά βλ. λεφτά, τα πάω/περνάω ζάχαρη με κάποιον βλ. ζάχαρη, τι θα πει βλ. λέω, το/τα φέρνω από δω, το/τα φέρνω/πηγαίνω από κει βλ. φέρνω, τον πάνε/τον παίρνουν τέσσερις βλ. τέσσερις, τραβά(ει)/πάει σε μάκρος/μακριά βλ. μάκρος, τρώω τη/χάνω τη/πηγαίνει χαμένη η μέρα μου βλ. μέρα, τσουλάει/προχωράει/κυλάει/πάει καλά βλ. τσουλώ, φιρί φιρί (το) πάει βλ. φιρί φιρί [< μεσν. πηγαίνω < μτγν. ὑπάγω]

πιεστήριο

πιεστήριο πι-ε-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα συμπίεσης ή/και σύνθλιψης (συνήθ. καρπών για εξαγωγή του χυμού τους): ~ λαδιού (= ελαιο~)/σταφυλιών (: για παρασκευή κρασιού). Μηχανικά/υδραυλικά ~α ή (παλαιότ.) ~α με κοχλία.|| ~ για άχυρα/χορτονομές. Βλ. -τήριο. ΣΥΝ. πρέσα 2. ΤΥΠΟΓΡ. τυπογραφικό μηχάνημα για εκτύπωση εντύπων: επίπεδο/κυλινδρικό ~. Λιθογραφικό/ψηφιακό ~. ~ εφημερίδων και περιοδικών. Πβ. όφσετ, ταχυ~. Βλ. εκτυπωτής. ● ΦΡ.: επί του πιεστηρίου (λόγ.): στη φάση της εκτύπωσης· (κυρ. κατ' επέκτ.) της τελευταίας στιγμής: Το τεύχος βρίσκεται ~ ~.|| Ειδήσεις ~ ~ (: ενώ είχε κλείσει η ύλη). [< μτγν. πιεστήριον]

πίστη

πίστη πί-στη ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -εως | -εις} 1. αποδοχή της ορθότητας ή της ύπαρξης ενός πράγματος: απόλυτη/σταθερή ~. Η λαϊκή ~. ~ στην αιώνια ζωή/σε υπερφυσικά φαινόμενα. Πανάρχαιες ~εις (= δοξασίες). Είναι (ευρέως) διαδεδομένη/διάχυτη η ~ ότι ... 2. αποδοχή της ύπαρξης ανώτατου όντος, προσήλωση σε θρησκεία ή δόγμα και κυρ. ειδικότ. στον Χριστιανισμό: (ΘΡΗΣΚ.) εβραϊκή/ειδωλολατρική/θρησκευτική ~. ~ στον βουδισμό.|| Προτεσταντική/ρωμαιοκαθολική ~.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Ορθόδοξη ~. Έχει βαθιά ~ στον Θεό. Δοκιμάστηκε/κλονίστηκε η ~ του. Απαρνήθηκε/έχασε/ξαναβρήκε/ομολόγησε την ~ του. Μαρτύρησε για την ~ του. Βλ. ορθοδοξία. ΑΝΤ. απιστία (3) 3. βεβαιότητα, σιγουριά (ότι κάτι υπάρχει ή μπορεί να υπάρξει): ακλόνητη/ακράδαντη ~. ~ για/σε ένα καλύτερο αύριο. ~ για την πρόκριση. Έχει ~ στην πρόοδο. Εξέφρασε την ~ του ότι η κατάσταση θα βελτιωθεί. 4. αφοσίωση, προσήλωση, σταθερότητα, συνέπεια: ~ σε αξίες και ιδανικά/αρχές. Ορκίστηκε ~ στο Σύνταγμα και τους νόμους.|| Ερωτική ~. 5. εμπιστοσύνη: ισχυρή/στέρεη/τυφλή ~. ~ σε υποσχέσεις. Έχει ~ στις δυνάμεις/στον εαυτό/στις ικανότητές του (= αυτοπεποίθηση). Έδειξε ~ στις δυνατότητές τους. 6. ΟΙΚΟΝ. πράξη μεταβίβασης κεφαλαίου από ένα (φυσικό ή νομικό) πρόσωπο σε άλλο, με την πεποίθηση ότι θα επιστραφεί με τους όρους που έχουν συμφωνηθεί (χρόνος, τόπος, επιτόκιο): τραπεζική ~. Εμπορική/επαγγελματική/επιχειρηματική/κτηματική/ναυτική ~. Πβ. πίστωση. Βλ. δάνειο, χρηματοδότηση. 7. (σπάν.) αξιοπιστία, φερεγγυότητα: Εταιρεία που έχει αποκαταστήσει την ~ της στην αγορά. ● ΣΥΜΠΛ.: αγροτική πίστη: ΟΙΚΟΝ. χορήγηση δανείων στον αγροτικό τομέα από αρμόδια τράπεζα με ευνοϊκούς όρους και σε εναρμόνιση με την κρατική αγροτική πολιτική., βιομηχανική πίστη: ΟΙΚΟΝ. παροχή δανείου με πίστωση από τράπεζα σε βιομηχανική επιχείρηση για αγορά πρώτων υλών ή μηχανολογικού εξοπλισμού, δημιουργία νέων εγκαταστάσεων, ανάληψη παραγωγικών επενδύσεων., κακή πίστη: απουσία αξιοπιστίας, ύπαρξη δόλου, κακής πρόθεσης: Βρίσκεται σε ~ ~. Με ~ ~/(λόγ.) κακή τη πίστει (= κακοπροαίρετα). ΣΥΝ. κακοπιστία (2), καλή πίστη: εντιμότητα, απουσία δόλου, καλή πρόθεση, συνήθ. σε συναλλαγές: άνθρωπος ~ής ~εως (πβ. καλόπιστος). Κίνηση/πνεύμα/στάση ~ής ~εως. ~ ~ μεταξύ του εργοδότη και του εργαζόμενου. Ενεργώ/πράττω με ~ ~/(λόγ.) καλή τη πίστει (= καλοπροαίρετα). ΣΥΝ. καλοπιστία, καταναλωτική πίστη: ΟΙΚΟΝ. παροχή δανείου με σκοπό κυρ. την αγορά καταναλωτικών αγαθών ή την αντιμετώπιση προσωπικών εξόδων. [< αγγλ. consumer credit, 1925] , στεγαστική πίστη: ΟΙΚΟΝ. χορήγηση δανείου με σκοπό την αγορά ακινήτου., συζυγική πίστη: αμοιβαία δέσμευση των συζύγων να μην έχουν εξωσυζυγικές σχέσεις: Πρόδωσε τη ~ ~., Σύμβολο της Πίστεως & της Πίστης: ΕΚΚΛΗΣ. σύντομο κείμενο με δώδεκα άρθρα που αποτελεί ομολογία της χριστιανικής πίστης: απαγγελία του ~όλου ~. ΣΥΝ. Πιστεύω (το), άρθρο πίστεως βλ. άρθρο, ομολογία πίστεως βλ. ομολογία ● ΦΡ.: (πήγε) υπέρ πίστεως (και πατρίδος) 1. (ειρων.) πήγε χαμένος: Ο κόπος μας πήγε/τα χρήματά μας πήγαν ~ ~! 2. (λόγ.) για την υπεράσπιση των ιδανικών της χριστιανικής πίστης και της πατρίδας. ΣΥΝ. υπέρ βωμών και εστιών, δίνω πίστη σε κάτι: το πιστεύω: Μη ~εις ~ σε διαδόσεις/φήμες!, μα την πίστη μου! (προφ.): ως όρκος ή για δήλωση έκπληξης: ~ ~ (= ορκίζομαι), δεν είδα τίποτα!|| ~ ~, δεν καταλαβαίνω γιατί το έκανε., μου άλλαξε/μου έβγαλε τον αδόξαστο/την πίστη/την Παναγία βλ. αδόξαστος, μου βγαίνει η πίστη/η Παναγία/η ψυχή/το λάδι βλ. βγαίνω, μου βγήκε η ψυχή/η πίστη ανάποδα βλ. ανάποδα, ο άνθρωπος/η πίστη κινεί βουνά βλ. βουνό [< αρχ. πίστις 6: αγγλ. credit, γαλλ. crédit]

πίστωση

πίστωση πί-στω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΝ. οικονομική συμφωνία, κατά την οποία ένας πιστωτικός οργανισμός (π.χ. τράπεζα) παρέχει σε κάποιο πρόσωπο συγκεκριμένο χρηματικό ποσό για δική του χρήση, με καθορισμένους όρους αποπληρωμής (χρόνος, τόπος, επιτόκιο): εμπορική/τραπεζική ~. Βραχυπρόθεσμη/μακροπρόθεσμη ~. Δέσμευση ~ης. ~ώσεις υποχρεώσεων. Πβ. πίστη, πιστοδότηση. Βλ. χρεο~.|| Το κατάστημα δεν κάνει ~ (= πουλά μόνο τοις μετρητοίς). 2. ΛΟΓΙΣΤ. η δεξιά από τις δύο στήλες λογαριασμού στην οποία καταχωρούνται οι πιστωτικές χρεώσεις. ΑΝΤ. χρέωση (1) ● πιστώσεις (οι): ΟΙΚΟΝ. ποσά που παραχωρούνται για την κάλυψη δαπανών: εξαγωγικές ~. Αύξηση/μείωση/περικοπή των ~ώσεων (του προϋπολογισμού) για την παιδεία. Έγκριση/χορήγηση ~ώσεων. ● ΣΥΜΠΛ.: ανακυκλούμενη πίστωση: ΟΙΚΟΝ. ανοιχτή πίστωση μέσω καρτών πληρωμών η οποία δίνει στον κάτοχό τους τη δυνατότητα, κάθε φορά που εξοφλεί κάποιο ποσό του κεφαλαίου, το διαθέσιμο υπόλοιπο να αυξάνεται μέχρι το αντίστοιχο ποσό που καταναλώθηκε. [< αγγλ. revolving credit, 1919] , ανοιχτή πίστωση: ΟΙΚΟΝ. μορφή δανεισμού αόριστης διάρκειας και με όριο που εγκρίνει η τράπεζα. [< αγγλ. open credit] , πίστωση χρόνου: παράταση, περιθώριο, προθεσμία χρόνου: Ζητώ/χρειάζομαι ~ ~, για να τελειώσω. Δεν δίνεται άλλη ~ ~., ενέγγυα πίστωση βλ. ενέγγυος ● ΦΡ.: επί πιστώσει (επίσ.) & με πίστωση: χωρίς άμεση πληρωμή (με δόσεις ή πιστωτική κάρτα ή με δυνατότητα αποπληρωμής στο μέλλον): αγορές/πωλήσεις ~ ~. Πβ. βερεσέ. Βλ. αντικαταβολή. ΑΝΤ. τοις μετρητοίς [< γαλλ. à crédit] [< αρχ. πίστωσις ‘(επι)βεβαίωση’, γαλλ. crédit]

πλείστοι

πλείστοι, ες, α [πλεῖστοι] πλεί-στοι επίθ. {σπανιότ. στον εν. πλείστος} (λόγ.): πολλοί: Νέο μοντέλο με ~ες τεχνολογικές καινοτομίες. ~α θέματα αντλούνται από ... ● Ουσ.: οι πλείστοι (απαιτ. λεξιλόγ.): οι περισσότεροι: ~ ~ από εμάς/(λογιότ.) εξ ημών ... Στις ~ες των περιπτώσεων ..., το πλείστο(ν): το μεγαλύτερο μέρος: ~ ~ της παραγωγής διατίθεται σε ... ● ΦΡ.: κατά το πλείστον: κατά το μεγαλύτερο μέρος, στο μεγαλύτερο ποσοστό: Έκθεση που παρουσιάζει έργα σύγχρονων, ~ ~, ζωγράφων., πλείστοι όσοι : πάρα πολλοί, πολλοί και διάφοροι: ~ ~ ασχολήθηκαν με το θέμα. Έχουν καταγγείλει ~ες ~ες φορές την κατάσταση. Αντιμετωπίζουν ~α ~α προβλήματα., ως επί το πλείστον: κατά το μεγαλύτερο ποσοστό· κυρίως: Πολύς κόσμος, ~ ~ εργαζόμενοι, ...|| Αναφέρθηκε ~ ~ στα κοινωνικά προβλήματα. [< αρχ. πλεῖστοι]

πληρωμή

πληρωμή πλη-ρω-μή ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) πλερωμή 1. καταβολή συνήθ. χρημάτων σε αντάλλαγμα για την αγορά προϊόντος, την παροχή υπηρεσίας, την εξόφληση χρέους ή ως αμοιβή: άμεση ~/~ τοις μετρητοίς. Απευθείας/εμπρόθεσμη/καθυστερημένη/τακτική ~. ~ ασφαλίστρων/δανείου/δασμού/μερίσματος/οφειλών/προκαταβολής/συνδρομής/συντάξεων/τελών/τρεχόντων εξόδων (πβ. τακτοποίηση)/φόρων/χρέους (= εξόφληση). ~ των δανειστών/εργαζομένων/συνταξιούχων. ~ με αντικαταβολή/επιταγή/κατάθεση σε πιστωτική κάρτα (: μέσα/τρόποι ~ής). ~ σε δόσεις (: βερεσέ, επί πιστώσει)/σε είδος/στο ακέραιο. ~ εντός ... ημερών/κατά την παράδοση. Απόδειξη/ημερομηνία/κατάσταση/ποσό ~ής. Απαίτηση ~ής. Δώρο αντί ~ής/(λόγ.) έναντι ~ής/ως ~. Αναστολή/εκτέλεση/καθυστέρηση ~ών. Συστήματα/υπηρεσίες ~ών. Η ~ έγινε ηλεκτρονικά (: ηλεκτρονική ~)/μέσω τραπεζικού λογαριασμού (: τραπεζική ~). Βλ. προ~, ταχυ~. ΑΝΤ. είσπραξη 2. (μτφ.) ανταπόδοση: Έρχεται/πλησιάζει/φτάνει η ώρα της ~ής (και της τιμωρίας). Πβ. επίχειρα.|| Ένα χειροκρότημα είναι η καλύτερη ~ (= ανταμοιβή). ● ΣΥΜΠΛ.: στάση πληρωμών & παύση πληρωμών:: (για οφειλέτες) προσωρινή παύση καταβολής χρημάτων, κυρ. από το κράτος, στους δικαιούχους: ~ ~ στο Δημόσιο. ~ ~ και χρεοκοπία. Άδεια ταμεία και ~ ~. Επιβλήθηκε/κηρύχτηκε ~ ~. [< γαλλ. cessation de paiements] , εντολή/διαταγή πληρωμής βλ. εντολή, ευκολίες πληρωμής βλ. ευκολία, ισοζύγιο (εξωτερικών) πληρωμών βλ. ισοζύγιο, μεταβιβαστικές πληρωμές βλ. μεταβιβαστικός ● ΦΡ.: επί πληρωμή [ἐπί πληρωμῇ] (λόγ.): έναντι αμοιβής: Το σεμινάριο είναι ~ ~. ΑΝΤ. δωρεάν [< 1: μεσν. πληρωμή 2: γαλλ. paiement]

ποιμένας

ποιμένας ποι-μέ-νας ουσ. (αρσ.) & (λόγ.) ποιμήν 1. βοσκός, κυρ. προβάτων. Πβ. τσοπάνης. 2. ΕΚΚΛΗΣ. ποιμενάρχης: ~ ψυχών. ● ΦΡ.: ο καλός ποιμήν (λόγ.): ΕΚΚΛΗΣ. απεικόνιση, στη χριστιανική τέχνη, του Ιησού Χριστού ως βοσκού που επιστρέφει με το χαμένο πρόβατο στους ώμους· (κατ' επέκτ., συνήθ. για ιεράρχη) πνευματικός ηγέτης που φροντίζει το ποίμνίο του. [< 1: αρχ. ποιμήν 2: μτγν. ~]

ποινή

ποινή ποι-νή ουσ. (θηλ.) 1. ΝΟΜ. τιμωρία που επιβάλλεται από τη δικαστική εξουσία σε παραβάτες του Νόμου: άδικη/αυστηρή/βαριά/δίκαιη/ελαφριά/εξαγοράσιμη (βλ. εγγύηση)/επιεικής/μειωμένη ~. Χρηματική ~ (: ~ προστίμου). Εναλλακτική ~ (π.χ. κοινωφελής εργασία). ~ κράτησης/στερητική της ελευθερίας. Αναστολή εκτέλεσης/παραγραφή της ~ής. Αδίκημα που επισύρει ~. Καταδικάστηκε σε ~ κάθειρξης/φυλάκισης δέκα ετών. Του επιβλήθηκε η ανωτάτη/μεγίστη των ~ών. Εκτίει την ~ του. Πβ. κολασμός. 2. (κατ' επέκτ.) τιμωρία: διοικητική ~. Η ~ της αποβολής/απόταξης (από το Σώμα)/αργίας/στέρησης ενός δικαιώματος. Σωματικές ~ές. ~ές στον στρατό (: κράτηση, στέρηση εξόδου, φυλάκιση). (για αθλητή:) Τιμωρήθηκε με ~ αποκλεισμού μιας αγωνιστικής. Πβ. καμπάνα, κύρωση, πέναλτι. ● ΣΥΜΠΛ.: έκτιση ποινής βλ. έκτιση, επιμέτρηση ποινής βλ. επιμέτρηση, θανατική ποινή βλ. θανατικός, κεφαλική ποινή βλ. κεφαλικός, πειθαρχική ποινή βλ. πειθαρχικός, τεχνική ποινή βλ. τεχνικός ● ΦΡ.: επί ποινή [ἐπί ποινῇ] (+ γεν.): ΝΟΜ. με ποινή: Απαγορεύεται ~ ~ αποκλεισμού/απόρριψης/διαγραφής η ..., η εσχάτη των ποινών βλ. έσχατος [< αρχ. ποινή]

πολίτης

πολίτης πο-λί-της ουσ. (αρσ. + θηλ.) {πολιτών | (σπάν.-λόγ.) θηλ. πολίτις, πολίτιδ-ος, -α} 1. κάτοικος κράτους ή μέλος πολιτικής κοινότητας, που έχει πολιτικά δικαιώματα και υποχρεώσεις· υπήκοος: ανυποψίαστοι/ενημερωμένοι/ευυπόληπτοι/νομοταγείς/σκεπτόμενοι/συνειδητοποιημένοι/φιλήσυχοι/φορολογούμενοι ~ες. Άγγλοι/Αμερικανοί/Έλληνες ~ες. Αλλοδαποί ~ες. Η ιδιότητα του ~η (= πολιτειότητα). Σχέσεις κράτους-~η. Υπουργείο Προστασίας του ~η (2018). Υπηρεσίες προς τον ~η. Μέσος ~ης. ~ες βήτα/δεύτερης κατηγορίας. Χειραγώγηση των ~ών.|| Ακαδημαϊκός (= φοιτητής)/ένστολος (= στρατιώτης) ~.|| Ευρωπαίοι ~ες/~ες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι ~ες μιας πόλης (: αστοί)/του Νομού/της Περιφέρειας. Βλ. κυβερνο~, συμ~. 2. (ειδικότ.) ιδιώτης: Συμμετείχαν αξιωματούχοι και (απλοί/κοινοί) ~ες. Βλ. -ίτης1. ● ΣΥΜΠΛ.: ενεργοί πολίτες: δραστήριοι, ενημερωμένοι, που ξέρουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους και συμμετέχουν ενεργά στην κοινωνία: ενεργοί και ανενεργοί/παθητικοί πολίτες., ο πρώτος πολίτης: χαρακτηρισμός ανώτατου άρχοντα: ~ ~ του Δήμου (= Δήμαρχος)/της χώρας (= Πρόεδρος της Δημοκρατίας)., πολίτης του κόσμου: κοσμοπολίτης, διεθνιστής. [< γαλλ. citoyen du monde] , αγωγή του πολίτη βλ. αγωγή, Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών βλ. εξυπηρέτηση, κοινωνία (των) πολιτών βλ. κοινωνία, Οδηγός του Πολίτη βλ. οδηγός, Συμπαραστάτης του Πολίτη και της Επιχείρησης βλ. συμπαραστάτης, Συνήγορος του Πολίτη βλ. συνήγορος ● ΦΡ.: Καλός πολίτης!: ευχή σε στρατιώτη για την επικείμενη απόλυσή του από το στράτευμα. [< 1: αρχ. πολίτης ‘ελεύθερος πολίτης, συμπολίτης’ 2: γαλλ. citoyen]

πόνος

πόνος πό-νος ουσ. (αρσ.) 1. οδυνηρό αίσθημα που προκαλείται συνήθ. από χτύπημα, τραυματισμό ή άλλη σωματική ή οργανική βλάβη: σωματικός ~. Ανυπόφορος/αφόρητος/έντονος/επαναλαμβανόμενος/επίμονος/ισχυρός/ξαφνικός/παροδικός/συνεχής/τρομερός ~. Οξύς/χρόνιος ~. ~ στο δόντι (= πονόδοντος)/στο κεφάλι (= πονοκέφαλος). ~ των νεύρων (= νευρόπονος). Το κατώφλι/ο ουδός του ~ου. Αντιμετώπιση του ~ου. Μυϊκοί (= μυαλγίες)/ρευματικοί ~οι. ~οι αρθρώσεων (= αρθραλγίες)/περιόδου. Τον έπιασε (ένας) ~ στη μέση (βλ. οσφυαλγία). Αισθάνεται/έχει/νιώθει ~ο στην κοιλιά (= κοιλό-, στομαχό-πονο). Δεν αντέχει (σ)τον ~ο. Οι ~οι εντοπίζονται ... (: σημείο του ~ου). Πάσχει/υποφέρει από δυνατούς ~ους. Βογγάει/ουρλιάζει/σφαδάζει από τους ~ους. Φάρμακο που αμβλύνει/ανακουφίζει/απαλύνει/καταπραΰνει/κατευνάζει/μαλακώνει/μειώνει/σταματά τον ~ο/τους ~ους (: παυσίπονο). Βλ. -αλγία, -πονος1.|| Επιτήδειοι που εκμεταλλεύονται τον ανθρώπινο ~ο (: ψευτογιατροί). ΣΥΝ. άλγος 2. μεγάλη θλίψη, λύπη, στενοχώρια: αβάσταχτος/ανείπωτος/εσωτερικός/σιωπηλός/ψυχικός ~. Ο ~ της αγάπης/της απόρριψης/της απώλειας (= οδύνη)/του χωρισμού. Τον κυρίευσε ο ~. Μοιράζομαι τον ~ο μου με κάποιον. Δεν έχω πού να πω τον ~ο μου. Εξέφρασε τον ~ο του. Έχω τον ~ο μου και συ μου φωνάζεις. Αδιαφορώ για τον/συμμετέχω στον/συμπαραστέκομαι (: δείχνω συμπόνια) στον ~ο του άλλου.|| Ζωή γεμάτη ~ο/δάκρυα/πίκρες και ~ους (= βάσανα, ταλαιπωρίες). ΣΥΝ. καημός (1) ● πόνοι (οι) (προφ.): ωδίνες: Την έπιασαν οι ~. ● Υποκ.: πονάκι (το): στη σημ. 1: Με το παραμικρό ~ αρχίζει την γκρίνια. ● ΣΥΜΠΛ.: ιατρείο πόνου βλ. ιατρείο, κρεβάτι του πόνου βλ. κρεβάτι ● ΦΡ.: καθένας με τον πόνο του (προφ.-συχνά ειρων.): ο κάθε άνθρωπος έχει τις δικές του έγνοιες: Ο ένας θέλει αύξηση κι ο άλλος προαγωγή, ~ ~., με πόνο ψυχής: με βαθύτατη λύπη: ~ ~ αναγκάστηκα να ..., παίρνω (κάτι) επί πόνου (λόγ.): αποδίδω υπερβολική σημασία σε κάτι: Το πήρε (πολύ) ~ ~ το θέμα. Πβ. το πήρε κατάκαρδα., πνίγω τον πόνο μου (προφ.): προσπαθώ να τον ξεχάσω μέσα από κάτι: ~ει ~ του στη δουλειά/στο ποτό., τον παίρνει/πιάνει (ο) πόνος για κάτι/κάποιον (προφ.-ειρων.): δείχνει υποκριτικό ενδιαφέρον: Ξαφνικά/πολύ αργά/τώρα τους έπιασε/πήρε ο ~ για τους ανέργους/το περιβάλλον., μπρος στα κάλλη τι είν'/'ν' ο πόνος βλ. κάλλος, ξένος πόνος, ξένα δάκρυα βλ. ξένος, παίζεις με τον πόνο μου βλ. παίζω [< αρχ. πόνος]

πορτοφόλι

πορτοφόλι πορ-το-φό-λι ουσ. (ουδ.) 1. μικρό φορητό αντικείμενο με μία ή περισσότερες θήκες για τοποθέτηση χρημάτων και χρήσιμων προσωπικών εγγράφων: ανδρικό/γυναικείο/δερμάτινο ~. ~ για κέρματα. Έχασα το ~ μου. Βλ. πουγκί. 2. (μτφ.) οικονομική κατάσταση, αγοραστική δυνατότητα: άδειο/γεμάτο/φουσκωμένο/χοντρό ~. Αυτοκίνητα για όλα τα ~ια. ΣΥΝ. βαλάντιο ● Υποκ.: πορτοφολάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: γερό/μεγάλο πορτοφόλι (μτφ.-προφ.): πολλά χρήματα· κατ' επέκτ. πλούσιος: Πρέπει να διαθέτεις ~ ~, για να μπεις στον κύκλο τους.|| Τρέχει πίσω από κάθε ~ ~., ηλεκτρονικό πορτοφόλι βλ. ηλεκτρονικός [< ιταλ. portafoglio]

ποτέ

ποτέ πο-τέ επίρρ. & (σπάν.-λαϊκό) ποτές 1. (αρνητ.) ούτε μια φορά: Δεν αργεί ~ στα ραντεβού του. ~ δεν είναι αργά/δεν θα τους ξαναδώ. Μη μ' εγκαταλείψεις ~!|| ~ πια πόλεμος!|| ~ άλλοτε η ανάγκη για ... δεν ήταν πιο επιτακτική.|| Δεν διαβάζει σχεδόν ~ μυθιστορήματα.|| Μακάρι να μην τον γνώριζα/είχα γνωρίσει ~!|| (+ προσ. αντων.) ~ μου δεν τον συμπάθησα. ~ της δεν κατάλαβε πόσο την αγαπούσε.|| (μέχρι τώρα:) ~ στη ζωή μου/στο παρελθόν/ως τώρα δεν είχα ... (με επίθ. υπερθετικού βαθμού) Η ωραιότερη εικόνα που είδα ~.|| (σε καμία περίπτωση:) Να μην επαναληφθεί ~ ξανά (στο μέλλον)! Θα του ξαναμιλήσεις; -~ (= όχι, φυσικά)!|| (εμφατ.) ~ μα ~ δεν του χάλασε χατίρι. Πβ. μηδέποτε, ουδέποτε. ΑΝΤ. ανέκαθεν, πάντα 2. κάποτε, κάποια φορά: Αναρωτήθηκες/σκέφτηκες ~ (σου) αν .../τι ...; Θα τελειώσουν άραγε ~ τα προβλήματα; Αν ~ (σου) με χρειαστείς, τηλεφώνησέ μου! ● ΦΡ.: από/παρά ποτέ (προηγείται επίθ. ή επίρρ. συγκρ. βαθμού): από κάθε, οποιαδήποτε άλλη φορά: Περισσότερο ~ ~ κρίνεται αναγκαία η ... Είναι πιο ελκυστική/ώριμη ~ ~., όσο ποτέ (άλλοτε): όσο καμιά φορά μέχρι τώρα: εντυπωσιακή/λαμπερή ~ ~. Οι προοπτικές είναι ευοίωνες/η συνεργασία κρίνεται αναγκαία ~ ~ (= περισσότερο από κάθε άλλη φορά)., ποτέ μη λες/μην πεις ποτέ (προφ.): μην προεξοφλείς ότι κάτι δεν πρόκειται να γίνει· όλα είναι πιθανόν να συμβούν., ποτέ σου! (προφ.): ως απάντηση σε άρνηση, για να δηλωθεί αδιαφορία ή απαξίωση: Δεν πρόκειται να έρθω. -~ ~ (= (να) μη σώσεις)!, ποτέ των ποτών (προφ.-εμφατ.): σε καμία απολύτως περίπτωση: Τι λες που θα ξανακάνω το ίδιο λάθος, ~ ~!, δε(ν) θα ξεχάσω ποτέ βλ. ξεχνώ, ή τώρα ή ποτέ βλ. τώρα, κάλλιο αργά παρά ποτέ βλ. κάλλιο, πάλαι ποτέ βλ. πάλαι, ποτέ δεν ξέρεις ... βλ. ξέρω, του Αγίου Ποτέ βλ. άγιος [< αρχ. ποτέ]

πους

πους ουσ. (αρσ.) {ποδ-ός, -α | -ες, -ών} & πόδας 1. (αρχαιοπρ.) πόδι. 2. ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μήκους. ● ΣΥΜΠΛ.: μετρικός πους/πόδας: ΜΕΤΡ. σύνολο συλλαβών που αποτελούν τη βασική δομική μονάδα στα μέτρα κυρ. της αρχαίας ποίησης. Βλ. ανάπαιστος, δάκτυλος, ίαμβος, τροχαίος., άκρο πόδι βλ. πόδι ● ΦΡ.: ακολουθώ κατά πόδας & καταπόδας (λόγ.) 1. (μτφ.) κατά γράμμα, πιστά: ~ησαν ~ το παράδειγμά του. 2. (μτφ.) έχω μικρή (βαθμολογική) διαφορά από κάποιον: Οι αντίπαλοι μας ~ούν ~. 3. πηγαίνω πίσω από κάποιον, συνήθ. παρακολουθώντας τον. Πβ. καταπόδι, ξοπίσω. ΣΥΝ. ακολουθώ κατά βήμα/βήμα προς βήμα (1), παίρνω (κάποιον) στο κατόπι [< αρχ. κατά πόδας] , επί ποδός (λόγ.): σε ετοιμότητα: ~ ~ πολέμου. Η τροχαία βρίσκεται/τέθηκε ~ ~ για την ομαλή διεξαγωγή της κυκλοφορίας. Πβ. σε εγρήγορση., παρά πόδα & (καταχρ.) παρά πόδας: ΣΤΡΑΤ. (ως παράγγελμα) ο οπλίτης να κρατήσει όρθιο το όπλο δίπλα στο δεξί του πόδι· συνεκδ. η αντίστοιχη θέση. Βλ. αρμ, επ' ώμου. [< αρχ. πούς]

πράγμα

πράγμα [πρᾶγμα] πράγ-μα ουσ. (ουδ.) {πράγμ-ατος | -ατα, -άτων} & (λαϊκό) πράμα 1. οτιδήποτε άψυχο έχει αντικειμενική υπόσταση και γίνεται αντιληπτό με τις αισθήσεις· γενικότ. οτιδήποτε υπάρχει (συγκεκριμένο ή αφηρημένο) και δεν θέλει ή δεν μπορεί κάποιος να το προσδιορίσει με ακρίβεια: Πρόσωπο, ζώο ή ~. Ελαττωματικό/καινούργιο/μεταχειρισμένο ~. (οικ.) Πρώτο/φρέσκο πράμα (= εμπόρευμα, προϊόν).|| (μειωτ.) Μην το πιείτε αυτό το ~.|| Ένα ~ δεν μπορώ να καταλάβω ... Δύσκολο ~ (το) να κρατάς τις ισορροπίες. Οι δύο έννοιες δεν σημαίνουν το ίδιο ~. Η υπεροψία είναι κακό ~. Το μόνο ~ που του ζήτησα είναι να ... Το πρώτο ~ που προσέχω σε έναν άνθρωπο είναι ... Τέτοιο ~ δεν έχω ξαναδεί. Δεν υπάρχει χειρότερο ~ από το ... Αγόρασα διάφορα ~ατα (βλ. ψώνια). Τα βασικά/στοιχειώδη ~ατα της ζωής (= αγαθά). Κάποια ~ατα δεν λέγονται. Δεν κατάλαβα/συγκράτησα και πολλά ~ατα απ' όσα είπε.|| (προφ.) Το πράμα της/του (= τα γεννητικά όργανα· πβ. απαυτά, τέτοιο). Έκρυψαν το ~ (= παράνομο εμπόρευμα, συνήθ. ναρκωτικά). Βλ. χαζόπραμα. 2. γεγονός, περιστατικό ή θέμα, ζήτημα που απασχολεί κάποιον: σημαντικό/σοβαρό ~. Η έκβαση των ~άτων. Για ποιο ~ μιλάμε; Το πρώτο/τελευταίο ~ που μου ήρθε στο μυαλό/σκέφτηκα ήταν ... Το ~ (πβ. υπόθεση) είναι πολύπλοκο/σύνθετο. Το ~ για το οποίο διαφωνούν περισσότερο είναι ... Όπως και να το πάρεις το ~, θα έπρεπε να ... Το ~ σήκωνε συζήτηση. Το ~ έχει ως εξής. Αν υπάρξει αμοιβαίο ενδιαφέρον, το ~ προχωράει κανονικά. Θα φανεί το ~. Το ~ θέλει προσοχή/σκέψη/υπομονή/ψάξιμο. Δεν βλέπεις την ουσία του ~ατος. Για την ιστορία του ~ατος, ας σημειωθεί ότι ... Μυστήρια/παράξενα/περίεργα/φοβερά ~ατα. Βλέπω/κρίνω τα ~ατα συνολικά. Είναι κρίμα, αλλά αυτά τα ~ατα συμβαίνουν. 3. {συνηθέστ. στον πληθ.} δουλειά, ασχολία, ενέργεια: Το πρώτο ~ που κάνω είναι να ... Κάνει πολλά και ενδιαφέροντα ~ατα.|| (προφ.) Είναι σοβαρά ~ατα αυτά; (= πβ. φέρσιμο, συμπεριφορά). Δεν είναι για μεγάλα ~ατα (= για σπουδαίες πράξεις, κατορθώματα). Έχει χίλια ~ατα στο μυαλό του (= πολλές έγνοιες). 4. ΝΟΜ. καθετί που έχει ο άνθρωπος στην κατοχή του· περιουσιακό στοιχείο, κτήμα: ακίνητο/κινητό ~. Κατάσχεση/μίσθωση/νομέας/χρήση του ~ατος. Φυσική εξουσία του προσώπου επί του ~ατος.πράγματα & πράματα (τα) 1. η πραγματική (πολιτική, κοινωνική ή ατομική) κατάσταση, τα δεδομένα, οι συνθήκες: εκπαιδευτικά/καλλιτεχνικά/οικονομικά/πολιτιστικά ~. Δύσκολα τα ~. Όπως βλέπω/δείχνουν τα ~, δεν μας συμφέρει να ... Τα ~ πάνε από το κακό στο χειρότερο/άσχημα/καλά/στραβά. Αγρίεψαν/άλλαξαν/βελτιώθηκαν/σοβάρεψαν/χειροτέρευσαν τα ~. Για κοίτα κάτι ~. Είδε τα ~ με άλλο μάτι. Θα φτιάξουν τα ~. Τα ~ πήραν ενδιαφέρουσα τροπή. Τα ~ ήρθαν βολικά/καλύτερα απ' ό,τι φανταζόμουν. Αντιμετωπίζω/δέχομαι/παίρνω τα ~ όπως έρχονται. Κάντε τα ~ όσο πιο απλά γίνεται. Έχει θαρραλέα στάση απέναντι στα ~. Συμμετέχει ενεργά στα ~. Τόλμησε μια βαθιά τομή στα ~. Άσε τα ~ να εξελιχθούν/κυλήσουν από μόνα τους. Ο ανασχηματισμός έγινε υπό την πίεση των ~άτων. 2. (+ γεν. προσώπου) προσωπικά αντικείμενα (ρούχα, παπούτσια, βιβλία, αποσκευές): Μάζεψε/πήρε/τακτοποίησε τα ~ά της/του. Άφησαν/έχασαν/ξέχασαν τα ~ά τους στο αεροδρόμιο. Βλ. μικρο~, ψιλο~. ● Υποκ.: πραγματάκι & πραματάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: δημόσια πράγματα: οι υποθέσεις, τα ζητήματα που αφορούν όλους τους πολίτες: Ασχολούμαι με τα ~ ~. Συμμετοχή των νέων στα ~ ~. Πβ. κοινά. Βλ. πολιτικά. [< γαλλ. la chose publique] , πράγμα καθ' εαυτό: ΦΙΛΟΣ. (στην καντιανή φιλοσοφία) η πραγματικότητα που υπάρχει πίσω από τα φαινόμενα. [< γερμ. das Ding an sich] , εξεταστική των πραγμάτων επιτροπή βλ. επιτροπή, νέα τάξη (πραγμάτων) βλ. τάξη ● ΦΡ.: άλλο πρά(γ)μα! (προφ.-εμφατ.): για να δηλωθεί ότι κάτι είναι μοναδικό ή αξιοσημείωτο: Μια παράσταση ~ ~! ~ ~ ο καθαρός αέρας! Μου έφτιαξε ένα φαΐ, ~ ~!, άλλο πράγμα ... κι άλλο (πράγμα) (προφ.-εμφατ.): για να δηλωθεί ότι κάτι είναι διαφορετικό από κάτι άλλο: ~ ο ενθουσιασμός ~ η αγάπη., ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά: ας ακολουθήσουμε τη χρονική ή λογική αλληλουχία: ~ ~: πρώτο ..., δεύτερο ..., τρίτο ..., βλέπω/αντιμετωπίζω/παίρνω την κατάσταση/τα πράγματα όπως είναι: αντιμετωπίζω ρεαλιστικά την πραγματικότητα., δεν είναι και λίγο/μικρό πράγμα & λίγο/μικρό πράγμα το έχεις & λίγο/μικρό πράγμα είναι να ... (εμφατ.): για να τονιστεί η σημασία ορισμένης κατάστασης: Τουλάχιστον είναι υγιής, δεν είναι και λίγο ~. Έχει δική του δουλειά, λίγο (πράγμα) το έχεις αυτό; Δεν είναι (και) λίγο/μικρό πράγμα (= είναι σημαντικό, σπουδαίο) να είσαι πρωταθλητής. Λίγο/μικρό πράγμα είναι να έχεις φίλους στις δύσκολες στιγμές;, δεν λέει/λένε (και) πολλά πράγματα (προφ.) 1. δεν είναι σημαντικός, δεν αξίζει: Το έργο του δεν λέει ~. 2. (+ για) δεν παρέχει ασφαλή, πλήρη στοιχεία: Οι επιμέρους δείκτες δεν λένε ~ για την ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης., είμαι/έρχομαι στα πράγματα: ανεβαίνω στην εξουσία, έχω ηγετική θέση: Ποιο κόμμα είναι στα ~; Όταν ήρθε στα ~, αντιμετώπισε πολλά προβλήματα., (ως) εκ των πραγμάτων (λόγ.): (όπως προκύπτει) από τα γεγονότα, από την πραγματικότητα: Ο υπουργός υποχρεώθηκε ~ ~ να προχωρήσει σε δηλώσεις. Τίθεται ~ ~ ζήτημα αναδιάταξης της οικονομίας., εν τοις πράγμασι (αρχαιοπρ.): στην πράξη., έξω από τα πράγματα: χωρίς ενημέρωση και εκτός δράσης: Βρίσκομαι/είμαι/μένω ~ ~., έχει άλλα πράγματα στο μυαλό/στο(ν) νου/στο κεφάλι του: τον απασχολούν άλλες σκέψεις, έγνοιες: Πήγα να του μιλήσω, αλλά ~ ~., κορίτσι/παιδί πράμα (προφ.-εμφατ.): για να τονιστεί η παιδική ηλικία ή αθωότητα, που δεν συνάδει με ορισμένη πράξη ή συμπεριφορά: Ξημεροβραδιάζεται ~ ~ σε ύποπτα μαγαζιά., μέσα στα πράγματα & στα πράγματα 1. για πρόσωπο ενεργό σε έναν τομέα, ενημερωμένο ή/και σε θέση-κλειδί: Βρίσκεται/είναι ~ ~ (: στην πρώτη γραμμή). 2. για κάποιον που είναι στη μόδα. Πβ. ιν, τρέντι., πολύ πρά(γ)μα (προφ.): για να δηλωθεί πληθώρα, αφθονία: Αν ψάξεις, θα βρεις ~ ~., πού τέτοιο πρά(γ)μα! (προφ.): για κάτι που δεν έχει συμβεί ή δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί, παρόλο που θα ήταν επιθυμητό: Θα πας διακοπές; Μπα, ~ ~. Πβ. πού τέτοια τύχη!, πρά(γ)μα που σαλεύει (μτφ.-προφ.): λέγεται για φρέσκο ψάρι και καταχρ. για πολύ όμορφη νεαρή γυναίκα., πράγμα που/το οποίο ... (εισάγει αναφορική πρόταση): γεγονός, ζήτημα που: Η διαδικασία έχει ολοκληρωθεί, ~ ~ σημαίνει ότι δεν μπορεί να γίνει καμία αλλαγή., πώς είναι/πάνε τα πράγματα; (προφ.): ποια είναι η κατάσταση, η εξέλιξη των πραγμάτων;: -~ ~ στη δουλειά/στο εξωτερικό/στο σπίτι; -Καλά/μια χαρά/όπως τα ξέρεις., σιγά το/χαρά στο πρά(γ)μα! (προφ.-συνήθ. ειρων.): για κάτι που δεν είναι τόσο σημαντικό ή δύσκολο όσο το παρουσιάζουν: Σε χαιρέτησε ο πρόεδρος; ~ ~! ~ ~, και τι έγινε; ΣΥΝ. σιγά/σπουδαία τα λάχανα!, τι πρά(γ)μα (εμφατ., σε ευθείες ή πλάγιες ερωτήσεις): τι: ~ ~ είναι αυτό; Για ~ ~ πρόκειται ακριβώς; Δεν καταλαβαίνω για ~ ~ μιλάς. Σε ~ ~ αναφέρεσαι; Τι πράμα είσαι συ (= τι είδους άνθρωπος);|| (ως έκφρ. έκπληξης) -Θα μετακομίσω στο εξωτερικό. -~ ~ (: τι έκανε λέει);, τι πρά(γ)μα είναι αυτό & τι πρά(γ)μα κι αυτό (προφ.): για να δηλωθεί έκπληξη, απορία ή αγανάκτηση: ~ ~ με τον καιρό! Όλο βρέχει! Μα ~ ~ να μην μπορεί να συγκρατηθεί!, τι πρά(γ)ματα είναι αυτά (προφ.): ως έκφραση έντονης αποδοκιμασίας για συγκεκριμένη ενέργεια ή συμπεριφορά: ~ ~; Ντροπή! Μα είσαι σοβαρός; ~ ~ που λες;, (πράγματα) εκτός συναλλαγής βλ. συναλλαγή, άκου πράγματα! βλ. ακούω, βάζω τα πράγματα στη θέση τους βλ. θέση, ζορίζουν/στενεύουν τα πράγματα βλ. ζορίζω, κάθε πράγμα στον καιρό του (κι ο κολιός τον Αύγουστο) βλ. καιρός, κάθε πράγμα/πράμα στην ώρα του βλ. ώρα, καιρός παντί πράγματι βλ. καιρός, καλώς εχόντων των πραγμάτων βλ. καλώς, κάπως έτσι είναι/έχουν τα πράγματα βλ. κάπως, λέω τα πράγματα με τ' όνομά τους βλ. όνομα, νοικοκυρεμένα πρά(γ)ματα βλ. νοικοκυρεύω, ντροπής πρά(γ)ματα! βλ. ντροπή, ξηγημένα πρά(γ)ματα βλ. ξηγημένος, όνομα και πρά(γ)μα βλ. όνομα, όπως και/κι αν έχει το πράγμα ... βλ. αν, ούτως εχόντων των πραγμάτων βλ. ούτω(ς), πάω τα πράγματα βλ. πηγαίνω & πάω, πράματα και θάματα/θαύματα βλ. θάμα, πρόσωπα και πράγματα βλ. πρόσωπο, πώς την έχεις δει (τη δουλειά); βλ. βλέπω, σκούρα/ζόρικα τα πράγματα βλ. σκούρος, τα πράγματα πήραν το(ν) δρόμο τους βλ. δρόμος, τζάμπα πράμα βλ. τζάμπα, τίμια/δίκαια πράγματα! βλ. τίμιος, το ... της υπόθεσης/του πράγματος/της ιστορίας βλ. υπόθεση, το γελοίο(ν)/το αστείο της υπόθεσης/του πράγματος/του θέματος βλ. γελοίος, το καλό πρά(γ)μα αργεί να γίνει βλ. αργώ, το πράγμα αλλάζει/αλλάζει το θέμα/το ζήτημα/το πράγμα βλ. αλλάζω, το πράγμα μιλάει (από) μόνο του βλ. μιλώ [< αρχ. πρᾶγμα, μεσν. πράμα, γαλλ. chose(s), γερμ. Ding]

πρακτέον

πρακτέον πρα-κτέ-ον ουσ. (ουδ.) (λόγ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: επί/περί του πρακτέου: σχετικά με το τι πρέπει να πράξει κάποιος ή να γίνει: προτάσεις/συζήτηση ~ ~. [< αρχ. πρακτέον]

πρέπει

πρέπει πρέ-πει ρ. {έπρεπε} (απρόσ.) 1. (+ να) επιβάλλεται (από εσωτερική ή εξωτερική ανάγκη, υποχρέωση), χρειάζεται: ~ να λύσουν τις διαφορές τους κατά τρόπο ειρηνικό. ~ να συνεργαστούμε, για να πετύχουμε τους στόχους μας. Δεν ~ να χάνεις τις ελπίδες σου. Όλα όσα ~ να ξέρετε. Τι ~ και τι δεν ~ να κάνετε/νατρώτε. Τι ~ να θυμηθώ/κάνω/προσέξω; ~ να της δοθεί μια ευκαιρία. Η αίτηση ~ να υποβληθεί στην αρμόδια ΔΟΥ. Δεν ~ να κολυμπάμε αμέσως μετά το φαγητό. ~ να αυξηθούν οι δαπάνες για την παιδεία. Προϋποθέσεις που ~ να πληρούν οι υποψήφιοι. ~ να ληφθούν αυστηρά μέτρα. ~ να είμαστε πολύ προσεκτικοί στις κινήσεις μας. Πιστεύω ότι ~ να ... 2. (με επιρρ. σημ., + να) είναι πολύ πιθανό, είναι σχεδόν βέβαιο: Κάπου ~ να γλίστρησε (= μάλλον, κατά πάσα πιθανότητα γλίστρησε). Δεν ~ να την ξέρω. ~ να το ξέχασε. Η επισκευή ~ να τους κόστισε πολλά. ~ να 'χει πολλά λεφτά.|| (ως απάντηση σε γεγονός που εκπλήσσει:) Θα ~ να αστειεύεσαι (= πλάκα κάνεις)! 3. (+ γεν. προσ. αντων.) αξίζει, ταιριάζει σε κάποιον: Τους δίνεις αξία που δεν τους ~. Δεν της ~ τέτοια ζωή. Πβ. προσήκει.(θα) έπρεπε να 1. (θα) ήταν σωστό, επιβεβλημένο, αρμόζον: Θα ~ ~ ληφθούν υπόψη όλοι οι παράγοντες/μιλήσει πρώτα μαζί μου. Δεν ~ ~ τον πικράνεις. 2. (θα) ήταν ευχής έργο, χρήσιμο, (θα) άξιζε τον κόπο: ~ ~ να ήσουν εκεί να έβλεπες πόσο χαρούμενη ήταν. Πβ. μακάρι. ● Ουσ.: πρέπει (τα): οι υποχρεώσεις, ό,τι θεωρείται ή είναι επιβεβλημένο: Ξεχάστε τα ~ και τα μη. Βλ. θέλω (τα). ● ΦΡ.: ό,τι πρέπει (προφ.): ό,τι χρειάζεται, κατάλληλο, ταιριαστό: Ένα ζεστό τσάι είναι ~ ~ (στην περίπτωσή μας)., όπως πρέπει: όπως επιβάλλεται, αρμόζει: Όλα θα γίνουν, ~ ~. Βλ. κατά το δοκούν., όταν πρέπει: όταν χρειαστεί, όταν είναι αναγκαίο: Θα μιλήσω, ~ ~. [< αρχ. πρέπει]

προηγούμενο

προηγούμενο προ-η-γού-με-νο ουσ. (ουδ.) {προηγουμέν-ου | -ων}: ενέργεια, συμβάν που έχει γίνει στο παρελθόν και αποτελεί σημείο αναφοράς, θετικό ή αρνητικό παράδειγμα: νομικό ~. Η παρούσα συμφωνία αποτελεί/συνιστά ~ για οποιεσδήποτε μελλοντικές διαπραγματεύσεις. Δεν υπάρχει ανάλογο/παρόμοιο/τέτοιο ~ στη διεθνή πρακτική/στην παγκόσμια ιστορία/στα χρονικά. Ξεπέρασαν κάθε ~ οι δηλώσεις συμμετοχής στον διαγωνισμό. Η παραβίαση των συνόρων δημιουργεί ~α.προηγούμενα (τα): λόγια, επιχειρήματα που έχουν προαναφερθεί: Όπως προκύπτει/συνάγεται από τα ~ ... Όλα τα ~ θα παραμείνουν στη σφαίρα των θεωρητικών αναζητήσεων (= τα προαναφερθέντα). Επανάληψη/περίληψη των ~ων. ● ΦΡ.: άνευ προηγουμένου & χωρίς προηγούμενο/δεν έχει προηγούμενο: που δεν έχει ξαναγίνει: Δέχεται μια άνευ ~ επίθεση από τους κριτικούς. Προέβησαν σε μια χωρίς ~ οικονομική εκμετάλλευση της περιοχής. Η κινητοποίηση του κρατικού μηχανισμού δεν έχει ~.|| Το θράσος/η κακία του ήταν ~ ~. ΣΥΝ. πρωτοφανής [< γαλλ. sans précédent] , έχω προηγούμενα (μαζί) με κάποιον: έχω άλυτες διαφορές, ανοιχτούς λογαριασμούς: Ο διευθυντής ~ει ~ μαζί του, γι' αυτό του κάνει τη ζωή μαρτύριο., καλό/κακό προηγούμενο: παράδειγμα προς μίμηση/αποφυγή: Η επιτυχής έκβαση του προγράμματος αποτελεί ένα καλό ~ για τα επόμενα. Η λανθασμένη πρακτική τους είναι/συνιστά κακό ~. [< γαλλ. bon/mauvais antécédent] [< ουδ. της μτχ. προηγούμενος]

προκείμενος

προκείμενος, η, ο προ-κεί-με-νος επίθ. {λόγ. θηλ. -ένη} (επίσ.): που βρίσκεται μπροστά σε κάποιον· κυρ. κατ' επέκτ. που αποτελεί αντικείμενο συζήτησης, έρευνας: ο ~ χώρος. (σε επικήδειους) Ο ~ νεκρός.|| Η ~η εργασία/μελέτη (= ανά χείρας, παρούσα)/συμφωνία/υπόθεση. Το ~ο πρόβλημα/σχέδιο. ● Ουσ.: προκείμενη (η): ΦΙΛΟΣ. καθεμία από τις δύο προτάσεις ή κρίσεις συλλογισμού από τις οποίες προκύπτει ένα λογικό συμπέρασμα: πρώτη/δεύτερη ~., προκείμενο (το) 1. ζήτημα, θέμα που συζητιέται, διερευνάται: Έρχομαι/περνώ/φτάνω στο ~. Ας αφήσουμε τους προλόγους και ας προχωρήσουμε στο ~. Πβ. το διά ταύτα. 2. ΕΚΚΛΗΣ. ψαλμικός στίχος που προηγείται της ανάγνωσης κάποιου κείμενου της Αγίας Γραφής: τα ~α της ακολουθίας του Εσπερινού/των ακολουθιών της Μεγάλης Σαρακοστής/των αποστολικών και ευαγγελικών περικοπών. Βλ. ανάγνωσμα. ● ΦΡ.: επί του προκειμένου (λόγ.): όσον αφορά το ζήτημα που μας αποσχολεί: ~ ~ διευκρινίζεται ότι ... ~ ~ μόνο υποθέσεις μπορεί να διατυπώσει κανείς., προκειμένου για: όταν πρόκειται για, σχετικά με: ~ ~ δωρεά, απαιτούνται τα ακόλουθα δικαιολογητικά ..., προκειμένου να ... (ως σύνδ.) 1. για να: Γίνονται προσπάθειες, ~ ~ μη διακοπούν οι διαπραγματεύσεις. Η Αρχή συνήλθε, ~ ~ εξετάσει την υπόθεση. 2. αν πρόκειται να ...: ~ ~ φύγει από το σπίτι, καλύτερα να υποχωρήσεις., στην προκειμένη (περίπτωση) & (λόγ.) εν προκειμένω: στην παρούσα κατάσταση, περίσταση: Άλλο είναι ~ ~ το ζητούμενο. Η παρέμβαση του νομοθέτη είναι εν προκειμένω αναγκαία. [< μτχ. παθ. ενεστ. του ρ. πρόκειμαι]

πρωία

πρωία πρω-ί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): οι πρώτες ώρες της ημέρας, πρωί. Κυρ. στις ● ΦΡ.: μέχρι πρωίας: μέχρι τα ξημερώματα: γλέντι/διασκέδαση/χορός ~ ~. Ξεφάντωσαν ~ ~., μια/μία ωραία πρωία & μια καλή πρωία & ένα ωραίο πρωινό: για κάτι που συνέβη μια μέρα ξαφνικά και αναπάντεχα: ~ ~ αποφάσισα να ..., από/απ' το πρωί ως/μέχρι το βράδυ βλ. βράδυ [< μτγν. πρωΐα]

πρώτος

πρώτος, η, ο [πρῶτος] πρώ-τος αριθμητ. τακτ. (σύμβ. 1ος, Α' ή α', Ι) 1. που γίνεται, συμβαίνει, εμφανίζεται πριν από όλους τους άλλους: ~ος: αγώνας/γάμος/γύρος/δίσκος (συγκροτήματος)/μήνας (του χρόνου)/τόμος/ύπνος (= το αρχικό στάδιο)/χορός. ~η: αντίδραση/απόπειρα/άφιξη (πλοίου)/έκδοση/εκδοχή/επαφή/εργασία/νίκη/παράσταση/προσπάθεια/τιμή (= αρχική). ~ο: αεροπλάνο/ημίχρονο/ραντεβού/σχέδιο (βλ. προσχέδιο)/φιλί. ~α: άνθη. Ο ~ παγκόσμιος πόλεμος. Η ~η μέρα της εβδομάδας (= η Κυριακή)/του έτους (= πρωτοχρονιά)/του μήνα (= πρωτομηνιά). Κέρδισε την ~η παρτίδα. Ολοκληρώθηκε η ~η φάση του έργου. Η ~η νύχτα του γάμου. Απέκτησαν το ~ο τους παιδί. Το ~ο λεπτό της ώρας/τέταρτο της Σελήνης/φως της ημέρας (πβ. λυκαυγές). Περιμένω το ~ο λεωφορείο/τρένο. Είναι στο ~ο έτος της Ιατρικής. Η αμεσότητα της ~ης εντύπωσης. Οι ~οι έρωτες της εφηβείας. Τα ~α χρόνια της ζωής/των σπουδών του. Τα ~α τεύχη του περιοδικού. ΑΝΤ. τελευταίος (1) 2. που βρίσκεται στην αρχή μιας σειράς, ακολουθίας: ~ος: στίχος. ~η: διαφάνεια/πρόταση/σελίδα/στροφή. ~ο: θρανίο/πάτωμα/σπίτι. Άρθρο ~ο. Το ~ο κεφάλαιο/μέρος ενός βιβλίου. Ο ~ αριθμός/το ~ο όνομα στον κατάλογο. Το ~ο στοιχείο του περιοδικού πίνακα είναι το υδρογόνο. Θα στρίψετε στον ~ο δρόμο δεξιά. ~ο γραφείο/~η πόρτα/~ο κτίριο αριστερά.|| (για πρόσ.) Είναι ~ στην ουρά. Βγήκε ~η από το σινεμά. Έφτασε/μίλησε ~.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ο: πρόσωπο. ~η: κλίση.|| ~ο (Α'/1ο) Γυμνάσιο/Ενιαίο Λύκειο (μιας πόλης). 3. που προηγείται όλων των άλλων ως προς την αξία, τη σημασία, την ποιότητα, την ποσότητα, τη συχνότητα, το αξίωμα· κατ' επέκτ. βασικός, πρωταρχικός, αναγκαίος, στοιχειώδης: (για πρόσ.) ~ος: σκόρερ/(ΙΣΤ.) ύπατος (αρμοστής).|| ~ος: τουριστικός προορισμός. ~η: δύναμη/ομάδα/χώρα. ~ο: βραβείο/καθήκον/μέλημα. Η ~η σημασία μιας λέξης (= η πιο συχνή, βασική). Η ~η κατοικία (σε αντίθεση με την εξοχική). Ο ~ πολίτης της χώρας (= ο αρχηγός του κράτους). Ο ~ δημότης (= ο δήμαρχος). (λόγ.) ~ τη τάξει. Ο ~ λαχνός. Είναι ο ~ μαθητής στην τάξη. ~ στόχος της κυβέρνησης είναι ... Είναι/έρχεται ~ στις προτιμήσεις του κοινού. Μπήκε/πέρασε ~ στη σχολή. Τερμάτισε ~η. Αναδείχτηκε ~η στον διαγωνισμό. Η εταιρεία είναι ~η στον κόσμο σε πωλήσεις. Είναι η ~η επιλογή των καταναλωτών. Κρασί ~ης ποιότητας. Εστιατόριο/ξενοδοχείο ~ης κατηγορίας. Παρέχω στο νεογέννητο τις ~ες φροντίδες. Τα ~α γράμματα.|| (ΦΙΛΟΣ.) ~η: αιτία/αλήθεια/ουσία. Το νερό ως ~η αρχή. 4. που δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη, πρόχειρος: μια ~η προσέγγιση του θέματος. Μια ~η ματιά στα γεγονότα. Έγινε μια ~η αποτίμηση/εκτίμηση των αποτελεσμάτων. Πήρα μια ~η γεύση από το βιβλίο. ● Ουσ.: πρώτη (η) 1. (κ. με κεφαλ. Π) ενν. τάξη σχολικής βαθμίδας (σύμβ. Α΄): Πάει (στην)/τελείωσε την ~ Δημοτικού/Γυμνασίου/Λυκείου. 2. η ταχύτητα με την οποία αρχίζει να κινείται ένα όχημα: Βάζω ~. 3. πρεμιέρα: επίσημη/παγκόσμια ~. 4. η ημέρα με την οποία αρχίζει ο μήνας: ~ Μαΐου (= Πρωτομαγιά)/Ιουνίου., πρώτο (το) 1. το λεπτό της ώρας: Τερμάτισε με χρόνο έξι ~α και τριάντα δεύτερα. 2. ΦΥΣ.-ΧΗΜ. πρωτόνιο., πρώτος (ο) 1. το πρόσωπο που προηγείται σε μια σειρά: Ας περάσει ο ~ (ενν. στην ουρά). Ήταν ο ~ που αντιστάθηκε. Είναι μεταξύ των ~ων. Ο ~ των ~ων. 2. (προφ.) ο πρώτος όροφος κτιρίου: Μένει στον ~ο. 3. (συνήθ. στη γεν., σε ανάγνωση ημερομηνίας γραμμένης με αριθμούς) ενν. μήνας, ο Ιανουάριος: στις 5/01/... (: πέντε ~ου). 4. ο ανώτερος ιεραρχικά καπετάνιος ή μηχανικός του πλοίου. 5. ΕΚΚΛΗΣ. ο μοναχός που προεδρεύει στις συνάξεις ή βρίσκεται στην ιεραρχία μετά τον ηγούμενο. ● ΣΥΜΠΛ.: πρώτη ηλικία: η βρεφική και νηπιακή ηλικία· συνεκδ. τα νήπια., πρώτη θέση 1. αυτή που προηγείται όλων των άλλων σε βαθμολογική κυρ. κατάταξη: Διατήρησε/διεκδικεί/εξασφάλισε/κατέκτησε/κατέλαβε/κέρδισε/πήρε την ~ ~. Ανέβηκε/βρέθηκε/επανήλθε/κατατάσσεται/παραμένει/τερμάτισε στην ~ ~.|| Έχει την ~ ~ στη ζωή μου. 2. η πιο ακριβή θέση σε μέσο μεταφοράς: Ταξιδεύει (στην) ~ ~. Καμπίνα/σαλόνι ~ης ~ης. Πβ. διακεκριμένη θέση., πρώτη φωνή: ΜΟΥΣ. η βασική, η κύρια φωνή. Πβ. πρίμο., πρώτο χέρι: για προϊόν που αγοράζεται ολοκαίνουργιο ή για χειρωνακτική εργασία (κυρ. βάψιμο) που αποτελεί τη βάση για τις επόμενες: (σε αγγελία:) Πωλείται αυτοκίνητο σε άριστη κατάσταση, ~ ~.|| Στέγνωσε το ~ ~. Βλ. δεύτερο χέρι., πρώτος (αριθμός): ΜΑΘ. φυσικός αριθμός, διάφορος της μονάδας, που διαιρείται μόνο με τον εαυτό του και τη μονάδα: Το 2 είναι ο μοναδικός ζυγός ~ ~., έκτακτης/άμεσης/πρώτης ανάγκης βλ. ανάγκη, μητρική/πρώτη γλώσσα βλ. γλώσσα, πρώτες βοήθειες βλ. βοήθεια, πρώτη Ανάσταση βλ. ανάσταση, πρώτη γραμμή βλ. γραμμή, πρώτη κυρία βλ. κυρία, πρώτη μούρη βλ. μούρη, πρώτη νιότη/νεότητα βλ. νιότη, πρώτη προτεραιότητα βλ. προτεραιότητα, πρώτη ύλη βλ. ύλη, πρώτης (Α')/δεύτερης (Β')/τρίτης (Γ')/τελευταίας διαλογής βλ. διαλογή, πρώτης γραμμής βλ. γραμμή, πρώτο μπόι βλ. μπόι, πρώτο/δεύτερο βιολί βλ. βιολί, πρώτος μεσημβρινός βλ. μεσημβρινός, πρώτος χορευτής βλ. χορευτής, χορεύτρια, πρώτου/δευτέρου/τρίτου βαθμού βλ. βαθμός, σε πρώτο/δεύτερο πλάνο βλ. πλάνο, ταινίες α'/β' προβολής βλ. προβολή ● ΦΡ.: (είσαι/είναι) και ο πρώτος/η πρώτη! (εμφατ.-προφ.): ως έκφραση έντονης επιδοκιμασίας, για να δηλωθεί ότι κάποιος είναι ο καλύτερος: Μεγάλε/μπράβο, είσαι ~ ~! Και το πρώτο παιδί!, από πρώτο χέρι (προφ.): άμεσα, από αξιόπιστη πηγή: Ενημερωθείτε ~ ~. Ξέρουμε ~ ~ τα προβλήματα. Πληροφορίες ~ ~. Έμαθε από ~ ~ τι συνέβη. Βλ. από δεύτερο χέρι. [< γαλλ. de première main] , από τον πρώτο ως τον τελευταίο: όλοι ανεξαιρέτως: Όλοι μας, ~ ~, έχουμε ευθύνη., για πρώτη φορά: για να δηλωθεί ότι κάτι δεν έχει ξαναγίνει, ξανασυμβεί: Κάνω κάτι/πηγαίνω κάπου ~ ~., εν πρώτοις/κατά πρώτον (λόγ.): καταρχάς, προπάντων: Πρέπει να σημειωθεί ~ ~ ότι ... Πβ. πρώτα απ' όλα., έχει τον πρώτο (και τον τελευταίο) λόγο (μτφ.): έχει κυρίαρχο και αποφασιστικό ρόλο: Θέλει να ~ ~ στις εξελίξεις., με την πρώτη ματιά: αμέσως: έρωτας ~ ~ (= κεραυνοβόλος). Την αντιπάθησε/θα σας γοητεύσει/σε κερδίζει ~ ~. Δεν είναι εύκολο να τα δει κανείς όλα ~ ~. [< γερμ. auf den ersten Blick] , με την πρώτη/με το πρώτο: αμέσως: Μπήκε ~ ~ στα βαθιά. Τον αναγνώρισε/τα κατάφερε/πέτυχε ~ ~., οι τα πρώτα φέροντες (αρχαιοπρ.): αυτοί που κατέχουν υψηλές θέσεις: ~ ~ (= οι κορυφαίοι) υπουργοί. Πβ. υψηλά ιστάμενος., παίζει τον πρώτο ρόλο (μτφ.): αποτελεί τον βασικότερο, τον κυρίαρχο παράγοντα: Σε όλες τις ανθρώπινες σχέσεις η εμπιστοσύνη ~ ~. Tα αγνά υλικά ~ουν ~ στην παρασκευή των εδεσμάτων., πρώτης τάξεως/τάξης: πολύ καλός, εξαιρετικός: ~ ~ διαφήμιση/υπηρεσία. Του δίνεται/παρέχεται μια ~ ~ ευκαιρία να αποδείξει την αξία του. ΣΥΝ. πρώτης γραμμής, πρώτος και καλύτερος (συχνά ειρων.): για κάποιον που πρωτοστατεί ή κατέχει την πρώτη θέση σε μια κατάταξη: όπου επεισόδια, αυτός ~ ~! Όλοι, με ~ο και ~ο εσένα, τον κατηγορούσατε!|| ~οι και ~οι στη λίστα των καλεσμένων θα είναι ..., πρώτου μεγέθους: πολύ μεγάλος ή σοβαρός, σπουδαίος, πρωτοφανής: είδηση/έκπληξη/σκάνδαλο ~ ~. Πρόβλημα ~ ~ (: μεγάλων διαστάσεων).|| (για πρόσ.) Εξελίχθηκε σε αστέρι ~ ~., (ο) πρώτος διδάξας/(η) πρώτη διδάξασα βλ. διδάξας, διδάξασα, δεν είναι/είσαι ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος που ... βλ. τελευταίος, είδη/αγαθά πρώτης ανάγκης βλ. ανάγκη, είναι η πρώτη και η τελευταία φορά που ... βλ. τελευταίος, εκ πρώτης όψεως/όψης βλ. όψη, κάλλιο/καλύτερα πρώτος στο χωριό, παρά δεύτερος στην πόλη βλ. χωριό, κάνει τα πρώτα (του) βήματα βλ. βήμα, κάνω το πρώτο βήμα βλ. βήμα, κατά κύριο/πρώτο/μείζονα λόγο βλ. κύριος, με την πρώτη/σε πρώτη ευκαιρία βλ. ευκαιρία, με το πρώτο φύσημα (του αέρα/ανέμου) βλ. φύσημα, ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω βλ. αναμάρτητος, ο πρώτος τυχών/τυχόντας βλ. τυχών, οι έσχατοι έσονται πρώτοι (και οι πρώτοι έσχατοι) βλ. έσχατος, πρώτο τραπέζι πίστα βλ. τραπέζι, πρώτος μεταξύ ίσων βλ. ίσος, πρώτος/καλύτερος (και) με διαφορά βλ. διαφορά, σε πρώτη ζήτηση βλ. ζήτηση, τα στερνά τιμούν τα πρώτα βλ. στερνός ● βλ. πρώτα, πρώτον [< αρχ. πρῶτος, γαλλ. premier]

πτυχίο

πτυχίο πτυ-χί-ο ουσ. (ουδ.): έγγραφο, τίτλος σπουδών που πιστοποιεί την ολοκλήρωση της φοίτησης, κυρ. σε ανώτερη ή ανώτατη σχολή, ή τις επαρκείς γνώσεις σε κάποιον τομέα, κατόπιν διενέργειας εξετάσεων από κρατικό φορέα: αναγνώριση/αντίγραφο/απόκτηση/βαθμός/κάτοχος/(επικυρωμένη) φωτοτυπία/χορήγηση ~ου. Μελετητικά/πλαστά ~α. Αναβάθμιση ~ων. ~ ΑΕΙ/ΤΕΙ. ~ Ιατρικής/Νομικής. ~ ηλεκτρονικού/μηχανολόγου. ~ σε πάπυρο/περγαμηνή. ~α από ξένα πανεπιστήμια (βλ. ΔΟΑΤΑΠ). Έχω/παίρνω ~. Έγινε η απονομή των ~ων.|| Κρατικό ~ (= πιστοποιητικό) γλωσσομάθειας. ~ ΙΕΚ/ξένων γλωσσών/τεχνικών και επαγγελματικών σχολών. Πιστοποίηση ~ων. Πβ. δίπλωμα. ● ΣΥΜΠΛ.: ενημερότητα πτυχίου βλ. ενημερότητα ● ΦΡ.: επί πτυχίω [ἐπί πτυχίῳ] (λόγ.) & (προφ.) στο πτυχίο: χαρακτηρισμός κυρ. φοιτητών που έχουν συμπληρώσει τα υποχρεωτικά χρόνια παρακολούθησης της σχολής τους, αλλά χρωστούν κάποια μαθήματα, προκειμένου να πάρουν πτυχίο: εξεταστική για τους ~ ~.|| (κατ' επέκτ., ως επίθ.) Οι ~ ~ εξετάσεις., καίω/σκίζω το πτυχίο/τα πτυχία μου 1. για δήλωση της απαξίωσης των σπουδών: Δεν βρίσκω δουλειά και μου 'ρχεται να κάψω/σκίσω ~! 2. (μτφ.) σε περιπτώσεις που κάποιος ακούει κάτι απίθανο, παράλογο που καταρρίπτει τις θεωρίες ή τις απόψεις του: Αν γίνει αυτό που λες, εγώ θα σκίσω ~!, τι/τζάμπα τα έχουμε/πήραμε/φοράμε τα γαλόνια; βλ. γαλόνι2 [< μτγν. πτυχίον 'πινακίδα που διπλώνει', γαλλ. diplôme]

πτώμα

πτώμα [πτῶμα] πτώ-μα ουσ. (ουδ.) 1. νεκρό σώμα ανθρώπου ή ζώου: απανθρακωμένο/διαμελισμένο ~. ~ σε αποσύνθεση/(προχωρημένη) σήψη. Ανεύρεση/εντοπισμός ~ατος. Αναγνώριση (της ταυτότητας) του ~ατος. Διενέργεια ιατροδικαστικής εξέτασης/νεκροψίας σε ~. Περισυλλογή ~άτων. Αποκομιδή ~άτων ζώων. Ανέσυραν/βρήκαν/έθαψαν/εξαφάνισαν το ~. Θρηνώ/κλαίω πάνω από το ~ κάποιου. Πβ. κουφάρι, λείψανο, σορός. Βλ. μούμια.|| Αποτέφρωση ~άτων ζώων. Πβ. λέσι, ψοφίμι. 2. {συνήθ. στον εν.} (μτφ.-προφ.) κατάκοπος: Είμαι/έγινα ~ από την/στην κούραση. Γύρισε ~ από τη δουλειά. Είναι ~ από τις συνεχείς μετακινήσεις/το χθεσινό ξενύχτι. Πβ. ρετάλι. ΣΥΝ. κουρέλι (2), λιώμα (1), ράκος (1), ψόφιος (1) ● Υποκ.: πτωματάκι (το) ● ΦΡ.: πάνω από το πτώμα (μου) (μτφ.-προφ.) για να δηλωθεί 1. (εμφατ.) η αποφασιστικότητα κάποιου να εναντιωθεί σθεναρά σε κάτι: Μόνο ~ ~ μου θα ... Θα πρέπει να περάσει ~ ~ μου, για να ... 2. αδίστακτη και συνήθ. ανήθικη εκμετάλλευση: Συνεχίζεται το παζάρι ~ ~ των ... [< αγγλ. over my dead body] , πατά(ει) επί πτωμάτων (λόγ.): χρησιμοποιεί αδίστακτα κάθε μέσο, για να πετύχει τους στόχους του: ~ούν ~, για να επιβιώσουν. Πλούτισε, πατώντας ~. [< 1: αρχ. πτῶμα]

Σάββατο

Σάββατο Σάβ-βα-το ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άτου} & (λαϊκό) Σαββάτο: η έβδομη και τελευταία ημέρα της εβδομάδας (με πρώτη την Κυριακή): η αργία του ~άτου. ~ και Κυριακή κλειστά (: για τράπεζες, κρατικές υπηρεσίες). Πλην ~άτου. Βλ. Δευτέρα, Ψυχο~. ● ΣΥΜΠΛ.: Μεγάλο/Μέγα Σάββατο (συντομ. Μ. Σάββατο): ΕΚΚΛΗΣ. το Σάββατο της Μεγάλης Εβδομάδας, η προηγούμενη ημέρα της Κυριακής του Πάσχα., το Σάββατο του Λαζάρου: ΕΚΚΛΗΣ. η προηγούμενη ημέρα της Κυριακής των Βαΐων, κατά την οποία εορτάζεται η ανάσταση του Λαζάρου. ● ΦΡ.: (μέσα/πάνω) στην τούρλα του Σαββάτου (προφ.): την τελευταία στιγμή., κίνησε ο Εβραίος για το παζάρι κι ήταν ημέρα Σάββατο & είπε ο Εβραίος να πάει στο παζάρι κι ήταν ημέρα Σάββατο (παροιμ.): όταν κάποιος αποφασίζει να κάνει κάτι που είχε αναβάλει, αλλά τελικά τα σχέδιά του ματαιώνονται, γιατί διάλεξε ακατάλληλη χρονική στιγμή ή έτυχε κάτι απρόβλεπτο., τον μήνα που δεν έχει Σάββατο (συχνά ειρων.): για κάτι που δεν θα γίνει ποτέ: Τα νέα μέτρα θα ληφθούν ~ ~. ΣΥΝ. του Αγίου Ποτέ [< μεσν. Σάββατο, Σαββάτο < μτγν. Σάββατον]

Σαμαρείτης

Σαμαρείτης Σα-μα-ρεί-της ουσ. (αρσ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: ο καλός Σαμαρείτης: για πολύ καλό άνθρωπο που βοηθά τους συνανθρώπους του, ακόμα και τους εχθρούς του, φιλάνθρωπος: || Εθελοντής Σαμαρείτης/Εθελόντρια Σαμαρείτισσα (στον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό). [< μτγν. Σαμαρείτης, γαλλ. Samaritain, αγγλ. Samaritan]

σάρα

σάρα σά-ρα ουσ. (θηλ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: η σάρα (και) η μάρα (και το κακό συναπάντημα) (μειωτ.): για πλήθος, συρφετό ανθρώπων: Στο πάρτι μαζεύτηκε ~ ~.

Σαρακοστή

Σαρακοστή Σα-ρα-κο-στή ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) Τεσσαρακοστή: ΕΚΚΛΗΣ. περίοδος νηστείας πριν από τα Χριστούγεννα, διάρκειας σαράντα ημερών και γενικότ. κάθε διάστημα νηστείας: μικρή ~. (ως ευχή) Καλή ~! Άρχισε η/μπήκαμε στη ~.|| (σπάν.) Η ~ του Δεκαπενταύγουστου. ● ΣΥΜΠΛ.: Μεγάλη Σαρακοστή & Σαρακοστή: περίοδος νηστείας πριν από τα Πάσχα, διάρκειας επτά περ. εβδομάδων (σαράντα οκτώ ημερών), που αρχίζει την Καθαρά Δευτέρα και τελειώνει το Μεγάλο Σάββατο. Βλ. τριώδιο. ● ΦΡ.: λείπει ο Μάρτης απ' τη Σαρακοστή; βλ. Μάρτης [< μτγν. σαρακοστή]

σίδερο

σίδερο σί-δε-ρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -έρου} 1. ο σίδηρος και συνεκδ. οτιδήποτε έχει κατασκευαστεί από αυτόν: γαλβανισμένο/σκουριασμένο ~. Έπιπλα από μασίφ σφυρήλατο ~.|| Έβαψε με μίνιο τα ~α (= κάγκελα). ~α οικοδομών. Πβ. σιδερικό. 2. μικρή οικιακή ηλεκτρική συσκευή με λαβή και επίπεδη θερμαινόμενη βάση από ατσάλι ή άλλο μέταλλο, η οποία χρησιμοποιείται για να γίνει η επιφάνεια ρούχου ή υφάσματος λεία, χωρίς ζάρες· σιδέρωμα: ηλεκτρικό ~. ~ ταξιδιού. Έχω αφήσει το ~ αναμμένο. Δεν προλαβαίνω να βάλω ~ (= να σιδερώσω).|| Ρούχα για ~. Το πουκάμισό του θέλει ~ (= πάτημα). 3. (ειδικότ.) συσκευή με την οποία κυρ. οι γυναίκες ισιώνουν τα μαλλιά τους ή τα κάνουν μπούκλες: ~ ισιώματος. Βλ. ψαλίδι. 4. (μτφ.) για κάτι πάρα πολύ βαρύ ή γερό, δυνατό, ανθεκτικό ή σκληρό: Ένιωθε το κεφάλι του σαν ~.|| Έχουν στομάχι ~. Μπράτσα/ομάδα από ~.|| Καρδιά από/σαν ~.σίδερα (τα) (αργκό): φυλακή: δέκα χρόνια στα ~. Βρέθηκαν στα/παραμένουν πίσω από τα ~. Πβ. στενή. ● Υποκ.: σιδεράκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: σίδερο ατμού βλ. ατμός ● ΦΡ.: είναι για τα σίδερα (προφ.): είναι τρελός, παλαβός., λυγίζω σίδερα (μτφ.): είμαι πάρα πολύ δυνατός: Ήρωες που ~ουν ~.|| (κατ' επέκτ.) Πίστη που ~ει ~., μασάω/τρώω σίδερα (μτφ.-προφ.): έχω πολύ μεγάλη σωματική (ή ψυχική) δύναμη, είμαι ακαταπόνητος, ακατάβλητος: Έχω πολλή όρεξη για δουλειά· σήμερα ~ ~. Ομάδα/παίκτης που ~ει ~ στην άμυνα., τρώω τα σίδερα (μτφ.-προφ.): κάνω τα πάντα, καταβάλλω κάθε δυνατή προσπάθεια, για να πετύχω κάτι: Είναι αποφασισμένος να φάει τα ~, μέχρι να δικαιωθεί. Πβ. έχει φάει/έφαγε τα λυσσακά του., θα φάει η μύγα σίδερο και το κουνούπι ατσάλι βλ. μύγα, στη βράση κολλάει το σίδερο βλ. βράση, της φυλακής τα σίδερα είναι για τους λεβέντες βλ. φυλακή [< 1: μεσν. σίδερον 2,3: αγγλ. iron]

σκηνή

σκηνή σκη-νή ουσ. (θηλ.) 1. το σημείο σε θεατρικό ή συναυλιακό χώρο όπου οι καλλιτέχνες εμφανίζονται και παίζουν μπροστά στο κοινό: κυκλική/περιστρεφόμενη ~. Είσοδος/εμφάνιση ηθοποιού/τραγουδιστή/χορευτή στη ~. Μηχανικός/τεχνικός/υπεύθυνος/φροντιστής/φωτισμός ~ής. Πβ. πάλκο, παλκοσένικο. Βλ. παρασκήνια, πλατεία.|| (ειδικότ.) Η ~ του αρχαίου θεάτρου. Βλ. προσκήνιο. 2. (συνεκδ.) θέατρο (ως τέχνη, χώρος ή θεσμός): κρατική/παιδική/πειραματική ~. Ανέβηκε/επέστρεψε στη ~. Άφησε/εγκατέλειψε τη ~ (: συνήθ. για ηθοποιό που αποσύρθηκε από την ενεργό δράση). Ανέβασε στη ~ το μιούζικαλ ... Στη ~ και στην οθόνη. Πβ. σανίδι. Βλ. πανί.|| Εθνική Λυρική ~.|| (κατ' επέκτ., κάθε χώρος παραστάσεων) Μεγάλες/μικρές μουσικές ~ές. 3. υποενότητα καλλιτεχνικού έργου που παρουσιάζει θεματική ή/και αφηγηματική αυτοτέλεια: διαλογική/ερωτική/κωμική ~. ~ές βίας/δράσης. ~ από μυθιστόρημα/παράσταση. Η ~ της αναγνώρισης/του αποχωρισμού/του γάμου. Η εισαγωγική/κορυφαία/τελική ~ του έργου. (στο θέατρο:) Η πρώτη ~ της τρίτης πράξης. (στον κινηματογράφο ή την τηλεόραση:) Ακατάλληλες/τολμηρές ~ές. Οι ~ές της σειράς/ταινίας (πβ. σεκάνς) έχουν γυριστεί στη ... Λήψη/μετάδοση/μοντάζ/προβολή ~ών.|| Η ~ διαδραματίζεται/εκτυλίσσεται ... (: η αντίστοιχη δράση).|| (ειδικότ., ζωγραφική αναπαράσταση ή φωτογραφική αποτύπωση συμβάντος:) Οικογενειακή/πολεμική ~. 4. {χωρ. πληθ.} (μτφ.) τομέας, σφαίρα δραστηριότητας: εικαστική/θεατρική/πολιτιστική/τηλεοπτική/χορευτική ~. Τα μεγάλα ονόματα της ελληνικής/παγκόσμιας αθλητικής/μουσικής ~ής. Οι εκπρόσωποι της σύγχρονης λογοτεχνικής ~ής. Η εξωτερική/εσωτερική πολιτική ~. Επικρατεί αβεβαιότητα στη διεθνή οικονομική ~. Πβ. τοπίο. 5. σκηνικό θεατρικού έργου: λιτή ~. Πβ. σκηνογραφία. 6. αξιοσημείωτο περιστατικό που προκαλεί συνήθ. έντονα συναισθήματα· ειδικότ. έκρηξη θυμού, λογομαχία μπροστά σε κόσμο: ~ές συγκίνησης/υστερίας. Αντίκρισε ~ές σοκ. Οι επιζήσαντες περιγράφουν ~ές τρόμου/φρίκης. Μάρτυρες ~ών βίας στην οικογένεια. Βλ. επεισόδιο.|| Τρομερή ~ ζηλοτυπίας. (ειρων.) ~ές απείρου κάλλους (: επεισοδιακές ~ές). Δημιουργεί ~ές. Πβ. φάση. 7. φορητή κατασκευή, από χοντρό ύφασμα και μεταλλικούς συνήθ. πασσάλους, που συναρμολογείται και χρησιμοποιείται ως χώρος προσωρινής διαμονής κυρ. στρατιωτών, εκδρομέων, σεισμοπαθών, προσφύγων: ~ κάμπινγκ/παραλίας. Έστησαν τη ~. Κοιμήθηκαν/πέρασαν το βράδυ στις ~ές. Πβ. αντίσκηνο, τέντα. Βλ. σκηνάκι. ● Υποκ.: σκηνούλα (η) ● ΦΡ.: επί σκηνής (λόγ.): (πάνω) στη σκηνή: παρουσία ~ ~. Όλος ο θίασος ~ ~., κάνω σκηνή/σκηνές (σε κάποιον) (προφ.): εκδηλώνω με έντονο τρόπο, συνήθ. στον σύντροφό μου, ζήλια ή θυμό: Της/του ~ει ~ές ζήλιας. Μου ~ει ~ές μπροστά σε κόσμο. [< γαλλ. faire une scène (à quelqu'un)] , σαν σκηνή από ταινία: για κάτι εξαιρετικά ασυνήθιστο, που μοιάζει εξωπραγματικό: ~ ~ επιστημονικής φαντασίας/τρόμου., βγήκε στο θέατρο/στη σκηνή βλ. θέατρο [< αρχ. σκηνή, γαλλ. scène, αγγλ. scene]

σκοπός

σκοπός σκο-πός ουσ. (αρσ.) 1. ό,τι επιχειρεί να πετύχει κάποιος· ο λόγος για τον οποίον υπάρχει ή γίνεται κάτι: αναπτυξιακός/ανθρωπιστικός/αντικειμενικός/βασικός/διαφημιστικός/διδακτικός/εθνικός/ειδικός/ειρηνικός/ερευνητικός/ευγενής/θεραπευτικός/θετικός/ιδρυτικός/ιερός/καταστατικός/κοινωνικός/κοινωφελής/παιδαγωγικός/πρακτικός/σταθερός/στρατηγικός/υπέρτατος/ψυχαγωγικός ~. ~ της λειτουργίας (ενός γραφείου)/του συνεδρίου/της υπηρεσίας. Επιδίωξη/επίτευξη/ευόδωση/πραγματοποίηση του ~ού. Για/προς αυτό(ν) το(ν) ~ό. Αγωνίζονται για έναν κοινό ~ό. Μέτρα με ~ό να αντιμετωπιστεί η ανεργία. Με συγκεκριμένο ~ό. Περιπλανιέται χωρίς ~ό. Δεν έχω ~ό να προσβάλω κανέναν. ~ είναι να διασφαλιστεί η διαφάνεια (πβ. ζητούμενο, θέμα). Θυσιάζομαι/παλεύω για έναν ~ό. Κάνω κάτι για/με καλό ~ό. Λεπτομέρεια που εξυπηρετεί έναν ~ό. ~οί και κίνητρα/προθέσεις. Γενικοί ~οί και ειδικοί στόχοι του μαθήματος. Μπορεί να εκπληρώσει/πετύχει τους ~ούς της. Έχει ιδιοτελείς ~ούς. Πβ. επιδίωξη, πρόθεση, στόχος.|| O ~ του κόσμου. Προσπαθεί να βρει έναν ~ό στη ζωή του. Δεν έχει ~ό ύπαρξης. Πβ. νόημα, προορισμός.|| Ο ~ της εκπαίδευσης/της τέχνης. Πβ. λειτουργία. 2. ΜΟΥΣ. μελωδία: ανατολίτικος/αργός/ζωηρός/λαϊκός/οργανικός/παραδοσιακός/πένθιμος/χαρούμενος ~. Παίζει/σφυρίζει/τραγουδά έναν παλιό ~ό. Πβ. ρυθμός. 3. ΣΤΡΑΤ. οπλίτης που φρουρεί ορισμένο χώρο: ~ στην κεντρική πύλη στρατοπέδου/στον όρχο. Φυλάει ~ στο πεδίο βολής. Πβ. φρουρός. Βλ. θαλαμοφύλακας. ● ΦΡ.: από σκοπού (λόγ.): επίτηδες, σκόπιμα, με πρόθεση: ανακρίβειες είτε εκ παραδρομής είτε και ~ ~. Ζητώ συγγνώμη, δεν ήταν ~ ~., επί σκοπόν: ΣΤΡΑΤ. ως παράγγελμα για σκόπευση: "~ ~, πυρ". Mε τα όπλα ~ ~.|| (κατ' επέκτ.) Είναι ~ ~ (: σε εγρήγορση)., με σοβαρό σκοπό: με στόχο τον γάμο: γνωριμία/σχέση ~ ~., ο σκοπός αγιάζει τα μέσα: για την επίτευξη ενός υψηλού στόχου δικαιολογούνται τα δόλια, ανήθικα ή γενικώς κατακριτέα μέσα., αλλάζω τροπάρι(ο)/βιολί/σκοπό/χαβά βλ. αλλάζω, βάλθηκε να .../(το) έβαλε/έχει βάλει σκοπό να ... βλ. βάζω, με απώτερο σκοπό/στόχο βλ. απώτερος [< αρχ. σκοπός, γαλλ. but 2: ιταλ. motivo]

σκοτώνω

σκοτώνω σκο-τώ-νω ρ. (μτβ.) {σκότω-σα, σκοτώ-σει, -θηκε, -μένος, σκοτών-οντας} 1. αφαιρώ τη ζωή ανθρώπου ή ζώου: Ο δράστης πυροβόλησε και ~σε εν ψυχρώ το θύμα. Οδηγός παρέσυρε και ~σε πεζό (: από αμέλεια). Τους περικύκλωσαν και τους ~σαν. (ως απειλή) Mην κουνηθείς, θα σε ~σω.|| ~ονται άμαχοι. ~θηκε σε δυστύχημα/έκρηξη/ενέδρα/επιδρομή/επίθεση/καβγά/καταδίωξη/ληστεία/μάχη/συμπλοκή/τροχαίο. ~θηκε με το αυτοκίνητο/τη μοτοσικλέτα του. ~θηκε από βόμβα/ηλεκτροπληξία/νάρκη/πυρά/σφαίρες. ~θηκε πέφτοντας στο κενό (= αυτοκτόνησε). Φάλαινες ~μένες από λαθροθήρες. Πβ. δολοφονώ, θανατώνω, φονεύω. 2. (μτφ.-προφ.-εμφατ.) πληγώνω σωματικά ή ψυχικά κάποιον, εξαντλώ: Πρόσεξε, θα με ~σεις (= χτυπήσεις)! Έπεσε και ~θηκε (= τσακίστηκε).|| Αυτή η δουλειά με ~ει (= εξουθενώνει). Η αναμονή με ~ει. Η φυγή του με ~σε (: με έκανε κομμάτια). Βλ. απογοητεύω, πικραίνω, στενοχωρώ.|| (κατ' επέκτ. στην αθλητική αργκό, εξουδετερώνω αντίπαλο:) Μας ~σαν τα τρίποντα. 3. (μτφ.-προφ.) καταστρέφω· ξεπουλώ: Το ντόπινγκ ~ει τον αθλητισμό.|| (χιουμορ., κυρ. για μουσικό, τραγουδιστή, αναγνώστη) Το ~σε το κομμάτι/το ποίημα. Πβ. εκτελώ, κατακρεουργώ, κατα~.|| Το ~σαν το οικόπεδο (: το πούλησαν κοψοχρονιά). Οι έμποροι ~ουν τις τιμές (: τις μειώνουν πολύ).σκοτώνει: γίνεται αιτία για την απώλεια της ζωής ανθρώπου ή άλλου ζωντανού οργανισμού: Η πείνα ~ εκατομμύρια παιδιά. Το νέφος/η ρύπανση ~ χιλιάδες πολίτες κάθε χρόνο. Τον ~σε το κρύο/ρεύμα. (ελλειπτ.) Τα εγκεφαλικά/εμφράγματα ~ουν. Πβ. ξεκάνω, ξεπαστρεύω. ● Παθ.: σκοτώνομαι (μτφ.-προφ.-εμφατ.) 1. δείχνω υπερβάλλοντα ζήλο ή μεγάλη προθυμία για κάτι, ασχολούμαι εντατικά με αυτό: ~ στη δουλειά μέχρι το βράδυ. Βγαίνει συχνά, δεν ~εται και στο διάβασμα. ~ονται ποιος θα φτάσει πρώτος (πβ. σπρώχν-, συναγωνίζ-ομαι). ~θηκε να μας περιποιηθεί/να προλάβει (πβ. σπεύδω, τσακίζομαι). Γύρισε ~μένος από την/στην κούραση (= πεθαμένος, ψόφιος). (ειρων.) Καλά, μη ~θείς κιόλας· δεν χρειάζεται να βιάζεσαι … 2. έρχομαι σε έντονη αντιπαράθεση με κάποιον, τσακώνομαι: ~θηκα με τη φίλη μου· μαλλιά κουβάρια γίναμε. Είναι ~μένοι μεταξύ τους και δεν μιλιούνται. ● ΣΥΜΠΛ.: σκοτωμένο κόκκινο/χρώμα (προφ.) : που δεν είναι έντονο, ζωηρό., μαύρο/σκοτωμένο αίμα βλ. αίμα ● ΦΡ.: λες και/σαν να του σκότωσα τη μάνα/τον πατέρα: (μου συμπεριφέρεται) σαν να του έχω κάνει το μεγαλύτερο κακό: Με κοιτάζει/μου μιλάει ~ ~., ό,τι δεν σε σκοτώνει, σε κάνει πιο δυνατό & (σπάν.) ό,τι δεν σε σκοτώνει, σε δυναμώνει (μτφ.): οι δυσκολίες ενισχύουν, ισχυροποιούν όποιον τις αντιμετωπίζει. [< γερμ. Was mich nicht umbringt, macht mich stärker, αγγλ. what doesn't kill you makes you stronger] , σκοτώνω στο ξύλο (κάποιον) (προφ.) 1. (μτφ.-επιτατ.) τον δέρνω ανελέητα. Πβ. σπάω/σαπίζω/τσακίζω/μαυρίζω/σακατεύω/ρημάζω/λιανίζω κάποιον στο ξύλο, κάνω κάποιον μαύρο/τόπι/τουλούμι/μπαούλο (στο ξύλο). 2. (κυριολ.) τον ξυλοκοπώ μέχρι θανάτου., σκοτώνω την ώρα/τον καιρό μου (μτφ.): ασχολούμαι με κάτι που δεν είναι ιδιαίτερα σημαντικό, για να περάσει ο χρόνος: ~ ~, μέχρι να πάει πέντε. Σκότωνε ~ του στο καφενείο της γειτονιάς. Πβ. χαζολογάω, χασομερώ. ΣΥΝ. τρώω την ώρα (1), βαράω/κυνηγάω/σκοτώνω μύγες βλ. μύγα, δεν πειράζει/δεν βλάπτει/δεν μπορεί να σκοτώσει ούτε μυρμήγκι βλ. μυρμήγκι, η περιέργεια σκότωσε τη γάτα βλ. περιέργεια, σκοτώνουν τα άλογα, όταν γεράσουν βλ. άλογο [< μεσν. σκοτώνω < αρχ. σκοτόω, σκοτῶ ‘τυφλώνω, ζαλίζω’, αγγλ. kill, γαλλ. tuer]

σκυλί

σκυλί σκυ-λί ουσ. (ουδ.) 1. (προφ.) ο αρσενικός ή θηλυκός σκύλος: άγριο/αδέσποτο/γέρικο/καθαρόαιμο/κυνηγετικό/λυσσασμένο/ψόφιο ~. ~ συντροφιάς/φύλαξης. ~ του δρόμου/καναπέ/σαλονιού. ~ ράτσας. Περιλαίμιο/τροφές για ~ιά. 2. (μτφ.-προφ.) άνθρωπος που χαρακτηρίζεται από μεγάλη δύναμη και αντοχή, ακαταπόνητος: Είναι ~ στη δουλειά του/της.|| (για πολύ ανθεκτικό μηχάνημα, συσκευή, όχημα) Πραγματικό/σκέτο ~. 3. (μτφ.-αργκό-μειωτ.) άσχημη συνήθ. γυναίκα με κακόγουστη, προκλητική εμφάνιση και συμπεριφορά. Πβ. σκύλα, σκυλομούρης. 4. (μτφ.-υβριστ.-παλαιότ.) άσπλαχνος, σκληρόκαρδος. ● Υποκ.: σκυλάκι (το): Πβ. κουτάβι. ● ΣΥΜΠΛ.: σκυλί μονάχο (μτφ.-προφ.): για πολύ σκληραγωγημένο άνθρωπο ή για ανθεκτικό μηχάνημα. ● ΦΡ.: γίνομαι σκυλί & γίνομαι σκύλος (σπάν.-μτφ.-προφ.): γίνομαι σκληρός, ανθεκτικός· θυμώνω, εξοργίζομαι: Πρέπει να γίνεις ~, να αντέχεις.|| Όταν μας αδικούν, γινόμαστε ~ιά, φωνάζουμε., κακό σκυλί ψόφο δεν έχει (παροιμ.): ο κακός, ο δύστροπος έχει γερή κράση: (ειρων.) Νομίσατε πως θα με ξεφορτωθείτε; ~ ~., πήγε/πέθανε/ψόφησε σαν το σκυλί στ' αμπέλι (λαϊκό): πέθανε χωρίς να τον φροντίσει κανείς, βρήκε ανάξιο ή άδικο θάνατο, είχε κακό τέλος., ρεζίλι των σκυλιών (εμφατ.): για κάποιον που ντροπιάζεται πολύ, εξευτελίζεται εντελώς: Έγινε ~ ~.|| Μας έκανε ~ ~ (: μας ρεζίλεψε)., σαν (το) σκυλάκι (προφ.): για υπάκουη, δουλική συμπεριφορά: Ακολουθεί το αφεντικό του ~ ~., σαν (το) σκυλί & σαν (τη) σκύλα (προφ.): σε εμφατικές εκφράσεις: Δουλεύει ~ ~ (= εντατικά, σκληρά). Σκοτώθηκε ~ ~ (= άδικα). Είναι πιστός ~ ~. Τρώγονται/τσακώνονται ~ τα ~ιά (= συνεχώς)., σαν δαρμένο σκυλί & (σπάν.) σαν δαρμένος σκύλος: ταπεινωμένος, προσβεβλημένος: Έφυγα ~ ~., τότε που δέναν τα σκυλιά με τα λουκάνικα (μτφ.-προφ.): πέρασε η παλιά, καλή εποχή που υπήρχε ευμάρεια. Βλ. περίοδος/εποχή (των) ισχνών/παχιών αγελάδων., βασιλική διαταγή και τα σκυλιά δεμένα βλ. διαταγή, ο δρόμος είναι ανοιχτός και τα σκυλιά δεμένα βλ. δρόμος, παιδιά, σκυλιά βλ. παιδί, σκυλί/σκύλος που γαβγίζει, δεν δαγκώνει βλ. γαβγίζει, χάνει/δεν γνωρίζει ο σκύλος/το σκυλί τον αφέντη του βλ. αφέντης, αφέντρα [< μεσν. σκυλί]

σπυρί

σπυρί σπυ-ρί ουσ. (ουδ.) {σπυρ-ιών} 1. {συνήθ. στον πληθ.} μικρό εξάνθημα ή φουσκάλα του δέρματος, συνήθ. με πύο(ν): εξάλειψη/θεραπεία ~ιών. Το πρόσωπό του ήταν γεμάτο ~ιά. Μη σπας τα ~ιά σου. Βλ. ακμή, καλόγερος, μπιμπίκι, σπιθούρι, φαγέσωρες.|| (μτφ.) Κακό ~ (= σοβαρό πρόβλημα). 2. (προφ.) σπόρος φυτών και ιδ. δημητριακών: το ~ του σιταριού. Πβ. κόκκος, κουκιά. ● Υποκ.: σπυράκι (το): κυρ. στη σημ. 1. [< 15ος αι.] ● ΣΥΜΠΛ.: σπυρί-σπυρί & σπυρί σπυρί: λίγο-λίγο: ~ ~ μάζεψαν την περιουσία. Πβ. σιγά-σιγά. ● ΦΡ.: βγάζω/πετάω σπυριά & καντήλες/φλύκταινες: εξοργίζομαι, ενοχλούμαι υπερβολικά: ~ει ~ όποτε τον βλέπει. Πβ. μου ανάβουν τα λαμπάκια, μου γυρίζει/μου ανακατεύεται το στομάχι/μου γυρίζουν τ' άντερα., κακό σπυρί να βγάλεις!: (ως κατάρα) να σου συμβεί κάτι κακό! Βλ. καρκίνος. [< μεσν. σπυρί]

στέφανα

στέφανα στέ-φα-να ουσ. (ουδ.) (τα): τα δύο στεφάνια τα οποία τοποθετούνται στο κεφάλι του γαμπρού και της νύφης κατά τη θρησκευτική γαμήλια τελετή και συμβολίζουν την ένωσή τους: γαμήλια/νυφικά ~. Η κουμπάρα άλλαξε τα ~ (= στεφάνωσε το ζευγάρι). ● ΦΡ.: καλά στέφανα!: ως ευχή για τους μελλόνυμφους. [< αρχ. στέφανος]

στόμα

στόμα στό-μα ουσ. (ουδ.) {στόμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. άνοιγμα στο μπροστινό, κάτω μέρος του κεφαλιού, ανάμεσα στη μύτη και το πιγούνι, που σχηματίζει κοιλότητα στο ανώτερο τμήμα του πεπτικού συστήματος, η οποία ορίζεται εξωτερικά από τα χείλη, εσωτερικά από τον λάρυγγα και τον φάρυγγα και περιλαμβάνει τη γλώσσα, τα δόντια και τα ούλα· ειδικότ. τα ανθρώπινα χείλη: Άνοιξε το ~ του, για να φάει/φωνάξει. Αναπνέει από το ~, όταν κοιμάται. Μυρίζει το ~ σου (: η αναπνοή σου). Γλύκισμα που αφήνει ωραία γεύση στο ~. Συγγνώμη που μιλάω με γεμάτο το ~ (: τρώγοντας). Το ~ της γάτας/του πουλιού (= ράμφος). Υγιές ~. Βλεννογόνος/καρκίνος/υγιεινή/χειρουργική του ~ατος. Φαρμακευτική αγωγή από το ~. Ζωγραφική με το ~ και το πόδι (: από άτομα με ειδικές ανάγκες). Βλ. γνάθος, μάγουλο, ουρανίσκος, παρειά, υπερώα.|| Μεγάλο/μικρό/στραβό/ωραίο ~. Φιλί στο ~. 2. (συνεκδ.) ο άνθρωπος ως προς τον τρόπο ομιλίας του ή γενικότ. πρόσωπο που μιλά: Έχει άσχημο/βρόμικο ~ (: αισχρολογεί). Δεν άκουσα ποτέ καλή κουβέντα απ' το ~ του.|| Ειπώθηκε από επίσημο ~. Χιλιάδες ~ατα φώναζαν διάφορα συνθήματα. 3. (συνεκδ.) {συνήθ. στον πληθ.} μέλος οικογένειας του οποίου οι βασικές βιοτικές ανάγκες, όπως η τροφή, καλύπτονται από κάποιο άλλο: Η μητέρα του δουλεύει σκληρά· έχει τόσα ~ατα να θρέψει. 4. (προφ.-μτφ.) φυσικό ή τεχνητό άνοιγμα, στόμιο: το ~ του ηφαιστείου/του μπουκαλιού/του πηγαδιού/της σπηλιάς. Πβ. μπούκα. 5. ΒΟΤ. {στον πληθ.} πόροι στην επιφάνεια των φύλλων και των νεαρών βλαστών που επιτρέπουν την ανταλλαγή αερίων με την ατμόσφαιρα ή την αποβολή νερού: Το διοξείδιο του άνθρακα εισέρχεται στο φυτό από τα ~ατα. 6. (προφ.) κόψη μαχαιριού. ● Υποκ.: στοματάκι (το): στις σημ. 1,2. ● Μεγεθ.: στοματάρα (η): στις σημ. 1, 2. ● ΣΥΜΠΛ.: απύλωτο(ν) στόμα βλ. απύλωτος, κακοσμία/δυσοσμία του στόματος βλ. κακοσμία ● ΦΡ.: ανοίγω το στόμα μου (προφ.-μτφ.): μιλώ ή κυρ. ειδικότ. προβαίνω σε σοβαρές αποκαλύψεις εναντίον κάποιου: Πες κάτι, δεν έχεις ανοίξει το ~ σου όλη μέρα.|| (απειλητ.) Άντε, (να) μην ανοίξω το ~ μου!, από στόμα σε στόμα: για κάτι που γίνεται γνωστό προφορικά, από τον έναν στον άλλον ή για προφορική παράδοση: Βούιξε ο τόπος σαν διαδόθηκε το νέο ~ ~.|| Η τέχνη της μαγειρικής πέρασε ~ ~ στις νεότερες γενιές., από το στόμα μου το πήρες! (μτφ.-προφ.): θα έλεγα το ίδιο πράγμα, πρόλαβες να το πεις πριν από εμένα: Πες τα, χρυσόστομε! ~ ~!, από το στόμα σου και στου Θεού τ' αυτί! (ευχετ.): μακάρι να πραγματοποιηθεί η ευχή σου: -Καλή επιτυχία στις εξετάσεις! -~ ~!, βάζω κάτι στο στόμα μου (προφ.): τρώω πρόχειρα και λίγο: Βάλε κάτι στο ~ σου, μη φύγεις νηστικός! Δεν έχει βάλει τίποτα στο ~ της απ' το πρωί., βουλώνω/κλείνω (τα) στόματα (μτφ.-προφ.): αποτρέπω, δεν δίνω δικαίωμα για (περαιτέρω) κακόβουλα σχόλια, αποστομώνω: Με την ερμηνεία της βούλωσε τα (επικριτικά/κακόβουλα) ~ πολλών που την έλεγαν ατάλαντη. Ευκαιρία για την ομάδα να κλείσει ~ στο ντέρμπι της Κυριακής., διά στόματος (κάποιου) & (σπάν.) από στόματος (λόγ.): για προφορική δήλωση ενός προσώπου ή για μεταφορά των λόγων του από κάποιον που τον εκπροσωπεί: Μήνυμα του πρωθυπουργού ~ ~ του κυβερνητικού εκπροσώπου., έχει μεγάλο στόμα (προφ.-μτφ.) 1. για κάποιον που του ξεφεύγουν λόγια και αποκάλυπτει συνήθ. μυστικά. 2. αυθαδιάζει. ΣΥΝ. έχει μεγάλη γλώσσα (1), κλείνω/βουλώνω το στόμα κάποιου (μτφ.-προφ.): τον αναγκάζω να σιωπήσει, να μην εκφράσει την άποψή του ή να μη μαρτυρήσει κάτι: Τον απείλησαν, για να του κλείσουν ~. Πβ. φιμώνω.|| Της έκλεισαν ~ μια για πάντα (= την δολοφόνησαν)., κρατά το στόμα του κλειστό (μτφ.): δεν αποκαλύπτει τις σκέψεις του ή τα μυστικά που γνωρίζει: Δεν κράτησε ~ ~ απέναντι στο άδικο., με ανοιχτό το στόμα/με το στόμα ανοιχτό (μτφ.): άναυδος, κατάπληκτος: Πήρε την υποτροφία κι έμειναν/και τους άφησε ~ ~. Πβ. άφωνος., με ένα στόμα: όλοι μαζί, ομόφωνα: Όχι, απάντησαν οι μαθητές ~ ~. ΣΥΝ. με μια φωνή (1), με την ψυχή στο στόμα (προφ.): για ενέργεια που γίνεται βεβιασμένα, με άγχος, έντονη ψυχική φόρτιση: Κατάφεραν να προκριθούν ~ ~. Προλάβαμε ~ ~ να φτάσουμε στο θέατρο. Άνοιξε το γράμμα ~ ~., να πλένεις το στόμα σου, όταν μιλάς/πριν μιλήσεις για κάποιον (μτφ.-προφ.): για να δηλωθεί ότι κάποιος είναι ανάξιος να κρίνει κάποιον άλλο., πέφτω στο στόμα κάποιου (μτφ.-προφ.): γίνομαι αντικείμενο κακοπροαίρετων σχολίων, κουτσομπολιών: Αλίμονο σ' όποιον πέσει στο ~ της!, πιάνω/βάζω στο στόμα μου κάποιον/κάτι (μτφ.-προφ.): σχολιάζω αρνητικά: Αν σε πιάσει στο ~ του, την πάτησες. Μην βάζεις στο ~ σου τέτοιες λέξεις, δεν κάνει., ράψε/βούλωσε/κλείσε το στόμα σου! (μτφ.-προφ.-υβριστ.): πάψε (να μιλάς), σκάσε! Πβ. δεν βγάζω άχνα/κιχ/μιλιά/τσιμουδιά, το βουλώνω., στόμα έχει και μιλιά δεν έχει (προφ.-μτφ.): μιλά ελάχιστα, δεν είναι φλύαρος: Όσες φορές τον έχω συναντήσει, ~ ~.|| (ειρων.) Είναι μια γλωσσοκοπάνα αυτή! ~ ~!, το έχω στο στόμα/στη γλώσσα (μου) (μτφ.-προφ.): είμαι έτοιμος να πω ή να θυμηθώ κάτι: Στο ~ μου το είχα, αλλά με πρόλαβες. ΣΥΝ. έχω κάτι στην άκρη της γλώσσας μου, το λέω και γεμίζει το στόμα μου (προφ.): για να δηλωθεί ευχαρίστηση, θαυμασμός: Είναι εκπληκτική δασκάλα, ~ ~!, (η γλώσσα/το στόμα του) στάζει/έχει μέλι βλ. στάζω, (η γλώσσα/το στόμα του) στάζει/έχει φαρμάκι/δηλητήριο/κακία/χολή βλ. στάζω, βάζω λόγια (/κουβέντες/λέξεις) στο στόμα κάποιου βλ. λόγια, βάζω φερμουάρ στο στόμα κάποιου βλ. φερμουάρ, βγάζει αφρούς (από το στόμα/από το κακό του) βλ. αφρός, γεια στο στόμα σου/ν' αγιάσει το στόμα/το στοματάκι σου! βλ. αγιάζω, γλίτωσα/σώθηκα απ' το στόμα του λύκου βλ. λύκος, δεν βάζω μπουκιά στο στόμα μου βλ. μπουκιά, εκ γαρ του περισσεύματος της καρδίας (το στόμα λαλεί) βλ. περίσσευμα, έχω/κάνω/γίνεται κάτι καραμέλα στο στόμα μου βλ. καραμέλα, Θου, Κύριε, φυλακήν τω στόματί μου! βλ. φυλακή, κακές γλώσσες βλ. γλώσσα, κρέμομαι από τα χείλη/το στόμα κάποιου βλ. κρέμομαι, μάλλιασε το στόμα μου βλ. γλώσσα, με τη(ν) μπουκιά στο στόμα βλ. μπουκιά, με την κοιλιά στο στόμα βλ. κοιλιά, παίρνω/αρπάζω/κλέβω την μπουκιά (μέσα) από το στόμα κάποιου βλ. μπουκιά, πέφτω/μπαίνω/βάζω το κεφάλι μου στο στόμα του λύκου βλ. λύκος, πιπέρι στο στόμα/στη γλώσσα! βλ. πιπέρι, στέγνωσε το σάλιο/η γλώσσα/ο λαιμός/το λαρύγγι μου βλ. στεγνώνω, σφίγγω το στόμα/τα δόντια/τα χείλη βλ. σφίγγω, σφραγίζω το στόμα μου βλ. σφραγίζω [< αρχ. στόμα, γαλλ. bouche, αγγλ. mouth]

στομάχι

στομάχι στο-μά-χι ουσ. (ουδ.) {στομαχ-ιού} 1. ΑΝΑΤ. διευρυμένος σάκος του πεπτικού σωλήνα (ανθρώπων και θηλαστικών) μετά τον οισοφάγο, που βρίσκεται κάτω από το διάφραγμα και δέχεται τη μασημένη τροφή, η οποία υποβάλλεται σε πέψη και προωθείται στο λεπτό έντερο: ανθεκτικό/ευαίσθητο ~. Αιμορραγία (βλ. γαστρορραγία)/καούρες/κράμπες/φούσκωμα στο ~. Ο βλεννογόνος/το έλκος/τα οξέα/τα τοιχώματα/η χωρητικότητα του ~ιού. Τροφή επιβλαβής για το/που κάνει καλό στο ~. Μην πίνεις αλκοόλ με άδειο ~ (: χωρίς να έχεις φάει). Δεν κολυμπάμε ποτέ με γεμάτο ~. Έχω/πάσχω από ~ (: για ευπάθεια στο ~). Με ενοχλεί/πονά το ~ μου. Βάρυνε το ~ μου (= βαρυστομάχιασα). Ανακατεύεται το ~ μου (: έχω αναγούλα). Το ~ εκκρίνει (γαστρικά) υγρά. Το σκόρδο με πειράζει στο ~. Το ~ μου γουργουρίζει/διαμαρτύρεται (= πεινώ). Ένιωσα σφίξιμο στο ~ απ' τις άγριες φωνές. Βλ. γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση. ΣΥΝ. στόμαχος 2. το σημείο της κοιλιακής χώρας μπροστά από το στομάχι: μυώδες/σφιχτό ~. Ασκήσεις/κοιλιακοί για επίπεδο ~. Αν και είναι αδύνατος, έχει ~ (: κοιλιά). Έφαγε μπουνιά στο ~. ● Υποκ.: στομαχάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: πλύση στομάχου βλ. πλύση ● ΦΡ.: γερό στομάχι & μεγάλο στομάχι (μτφ.): για μεγάλη ψυχική αντοχή, ψυχραιμία ή ανεκτικότητα: Δουλειά για ανθρώπους με ατσάλινα νεύρα και γερό ~.|| Δεν πτοείται εύκολα, έχει μεγάλο ~., ο έρωτας περνά από το στομάχι: η μαγειρική έχει άμεση επίδραση στις ερωτικές σχέσεις. [< γαλλ. l'amour passe par l'estomac] , το στομάχι μου δένεται κόμπος/σφίγγεται (μτφ.-προφ.): για σφίξιμο στο στομάχι λόγω έντονα αρνητικών συναισθημάτων: Το ~ μου δέθηκε ~ από το άγχος/μόλις το άκουσα. Παγώσαμε, το ~ μας δέθηκε ~., γροθιά στο στομάχι βλ. γροθιά, μου γυρίζει/μου ανακατεύεται το στομάχι/μου γυρίζουν τ' άντερα βλ. γυρίζω, μου κάθεται/μου στέκεται στο(ν) λαιμό/στο στομάχι βλ. λαιμός, το πολύ ταμάχι χαλάει το στομάχι βλ. ταμάχι, το στομάχι του αλέθει και πέτρες βλ. πέτρα [< μεσν. στομάχι]

συζήτηση

συζήτηση συ-ζή-τη-ση ουσ. (θηλ.) 1. προφορική επικοινωνία με σκοπό κυρ. την ανταλλαγή απόψεων ή επιχειρημάτων πάνω σε ένα ζήτημα και γενικότ. καθημερινή, φιλική κουβέντα: άγονη/ακαδημαϊκή (: θεωρητική)/ανοιχτή/γενική/γόνιμη/δημόσια/διαδικτυακή (πβ. τσατ)/διεξοδική/διερευνητική/ενδιαφέρουσα/εποικοδομητική/ζωηρή/ζωντανή/μακρά/μεγάλη/μικρή/ουσιαστική/πολιτική (βλ. ντιμπέιτ, τηλεμαχία, τοκ σόου)/σοβαρή/τηλεοπτική/φιλολογική ~. Επιμέρους/θεματικές ~ήσεις. ~ υψηλού επιπέδου. Το αντικείμενο/κατά τη διάρκεια/μετά την ολοκλήρωση/πριν από την έναρξη/η ροή/στην αρχή/στο επίκεντρο/στο πλαίσιο/στο τέλος της ~ης. Συντονιστής της ~ης. Ατζέντα ~ήσεων. ~ επί του σχεδίου νόμου/περί ανασχηματισμού. Πρόσκληση σε ~. Ανοίγω/διακόπτω/κλείνω/παρακολουθώ μια ~. Παρεμβαίνω/συμμετέχω σε μια ~. Το θέμα τέθηκε προς ~. Ακολούθησε/αναβλήθηκε η/έγινε/πραγματοποιήθηκε/συνεχίζεται η ~ στη Βουλή για το ασφαλιστικό. Η ~ περιστράφηκε γύρω από ... Η ~ άναψε (πβ. άναψαν τα αίματα). Είχαν μια έντονη ~ (πβ. αντιπαράθεση, διαφωνία). Αδιέξοδο στις ~ήσεις των δύο κρατών (= διαβουλεύσεις, διαπραγματεύσεις). Το ΔΣ, μετά από διαλογική ~, αποφάσισε ... (ΔΙΑΔΙΚΤ.) Σελίδες/χώρος ~ης (βλ. φόρουμ). Πίνακας ~ήσεων.|| Πιάσαμε τη ~ και ξεχαστήκαμε. ΣΥΝ. διάλογος (1), συνομιλία (1) 2. {συνήθ. στον πληθ.} σχόλια: Ταινία που είχε ξεσηκώσει θύελλα ~ήσεων. Με τη στάση του έδωσε τέρμα στις ~ήσεις (ΣΥΝ. κουτσομπολιά). Απόφαση/διαφήμιση που έχει προκαλέσει μεγάλη ~/πολλές ~ήσεις (βλ. πολυσυζητημένος). ● Υποκ.: συζητησούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: ομάδα συζήτησης βλ. ομάδα, συζήτηση στρογγυλής τραπέζης βλ. στρογγυλός, συζήτηση/κουβέντα καφενείου βλ. καφενείο ● ΦΡ.: κάνω συζήτηση (για κάτι): συζητώ, σχολιάζω, θίγω ένα θέμα: Δεν θέλησε να κάνει ~ για το διαζύγιό τους. ~ θα κάνουμε τώρα; Αφού είπαμε ότι πρέπει να πάμε., κάτι σηκώνει/θέλει/χρειάζεται/χωράει/παίρνει συζήτηση/κουβέντα & επιδέχεται συζήτηση: για θέμα συνήθ. αμφιλεγόμενο, το οποίο απαιτεί διεξοδική ανάλυση: Αυτό σηκώνει μεγάλη/δεν παίρνει ~. Το αν αλλάζουν οι άνθρωποι ή όχι θέλει πολλή ~., κύκλος/γύρος συζητήσεων/συνομιλιών: σειρά διαπραγματεύσεων μεταξύ ειδικών σε οργανωμένο πλαίσιο και με συγκεκριμένο θέμα: Ανοίγει/ξεκινά νέος ~ ~ για την εκπαίδευση., πάνω στη συζήτηση/στην κουβέντα: καθώς συζητά, κουβεντιάζει κάποιος: ~ ~ μού ζήτησε να ... Πβ. εν τη ρύμη του λόγου, το 'φερε η κουβέντα/ο λόγος/η συζήτηση., συζητήσεις επί συζητήσεων (συχνά αρνητ. συνυποδ.): συνεχείς, ατέλειωτες συζητήσεις: Η οικονομική κρίση έχει προκαλέσει ~ ~. Αναλώνονται σε ~ ~, χωρίς κανένα νόημα., συζήτηση στο ακροατήριο & επ' ακροατηρίω συζήτηση: ΝΟΜ. τμήμα της ακροαματικής διαδικασίας της δίκης για την ανάπτυξη αιτημάτων, αποδείξεων ή ισχυρισμών των διαδίκων: Η απόφαση του δικαστηρίου εκδίδεται εντός δύο μηνών από την πρώτη ~ ~. [< γαλλ. débats] , τραπέζι/τράπεζα των συζητήσεων/των συνομιλιών: άτυπος διάλογος που δεν είναι απαραίτητο να οδηγήσει σε συγκεκριμένο αποτέλεσμα: Τα βασικά προβλήματα της περιοχής τέθηκαν στο ~ ~. Στο ~ ~ έπεσε και το θέμα της εκλογής νέου προέδρου. Απειλεί να αποχωρήσει από το/επέστρεψε στο ~ των συνομιλιών. Πβ. τραπέζι των διαπραγματεύσεων., υπό συζήτηση (λόγ.): για κάτι που μελετάται η πραγματοποίησή του ή αμφισβητείται, είναι αβέβαιο: το ~ ~ νομοσχέδιο.|| Το μέλλον του συγκροτήματος είναι ~ ~., χωρίς συζήτηση: αναμφίβολα, ανεπιφύλακτα: ~ ~ είναι το καλύτερο δώρο που πήρα ποτέ. Συμφέρει ~ ~. Η προτεινόμενη μέθοδος απορρίφθηκε ~ ~. ΣΥΝ. ασυζητητί, αλλάζω/γυρίζω (την) κουβέντα/(τη) συζήτηση βλ. αλλάζω, δεν ακούω/δεν δέχομαι/δεν θέλω/δεν σηκώνω/δεν παίρνω κουβέντα βλ. κουβέντα, ούτε λόγος/κουβέντα/συζήτηση βλ. λόγος, το 'φερε η κουβέντα/ο λόγος/η συζήτηση βλ. φέρνω, χωρίς δεύτερη κουβέντα/συζήτηση βλ. κουβέντα [< μτγν. συζήτησις ‘διερεύνηση από κοινού, λογομαχία’, γαλλ. discussion, débat, αγγλ. chat]

σύμβαση

σύμβαση σύμ-βα-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΝΟΜ. επίσημη συμφωνία (δικαιοπραξία) που κατοχυρώνεται νομικά μεταξύ φυσικών ή νομικών προσώπων και συνεκδ. το σχετικό έγγραφο: δημόσια/εμπορική/ετήσια/ιδιωτική/προθεσμιακή/τελωνειακή/τροποποιητική ~. Διμερείς/διπλωματικές/ευρωπαϊκές/πολυμερείς ~άσεις. ~ δανείου (= δανειακή ~)/παροχής υπηρεσιών (διαδικτύου)/συνεργασίας/υπεργολαβίας/χρονομεριστικής μίσθωσης. ~άσεις δημοσίων έργων. Διεθνής ~ για τα δικαιώματα του παιδιού (ΣΥΝ. συνθήκη). ~ παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών (: ο εργαζόμενος καθορίζει ο ίδιος τις συνθήκες, όπως τον τόπο, χρόνο και τρόπο εργασίας του, χωρίς να υπόκειται στην εποπτεία και τον έλεγχο του εργοδότη). Ακύρωση/ανάθεση/ανανέωση/διάρκεια/εκτέλεση/εφαρμογή/καταγγελία/λήξη/όροι/παραβίαση/παράταση/σύναψη/σχέδιο/τροποποίηση/υπογραφή ~ης. ~ αξίας/ύψους ... ευρώ. Εγκρίθηκε/επικυρώθηκε η ~ πώλησης ... Η ~ ανατέθηκε στην εταιρεία ... Εργάζομαι με ~. Με ~ παραχώρησης θα προχωρήσει η κατασκευή του νέου αυτοκινητόδρομου. Πβ. σύμφωνο.|| Υπεγράφη προγραμματική ~ για την ανάπλαση της πλατείας. Πβ. συμβόλαιο. Βλ. αυτο~. 2. {συνήθ. στον πληθ.} κανόνες που προκύπτουν από ρητή ή σιωπηρή συμφωνία μεταξύ ατόμων ή κοινωνικών ομάδων· κατ' επέκτ. (συχνά μειωτ.) ό,τι ισχύει μόνο τυπικά, άνευ ουσίας: Αδιαφορεί για τις κοινωνικές ~άσεις (: πρότυπα συμπεριφοράς κοινωνικώς αποδεκτά). Ήρθε σε ρήξη με τις αφηγηματικές/θεατρικές ~άσεις της εποχής του. Στο παρόν έγγραφο χρησιμοποιούνται οι εξής τυπογραφικές ~άσεις ...|| Εξακολουθούν να ζουν μαζί από ~ (= συμβατικά). ● ΣΥΜΠΛ.: σύμβαση (ανάθεσης/μίσθωσης) έργου: ΝΟΜ. σύμβαση εργασίας για υλοποίηση συγκεκριμένου έργου έναντι αμοιβής., σύμβαση (εργασίας): ΝΟΜ. συμφωνία ανάμεσα σε εργαζόμενο και εργοδοσία που αφορά τον μισθό, το ωράριο και τις συνθήκες για παροχή συγκεκριμένης εργασίας: ατομική ~ ~. Συλλογική ~ ~ (: μεταξύ των συνδικάτων των εργαζομένων και των εργοδοτών για τους όρους εργασίας). ~ αορίστου/ορισμένου χρόνου (: ανάλογα με το αν η διάρκειά της καθορίζεται ή όχι). ~ εξαρτημένης εργασίας (: βάσει της οποίας ο μισθωτός προσφέρει τις υπηρεσίες του υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του εργοδότη)., σύμβαση(-)πλαίσιο: που περιλαμβάνει γενικές κατευθυντήριες αρχές και εναπόκειται στα συμβαλλόμενα μέρη να καθορίσουν τις επιμέρους διατάξεις της: ~ ~ για την προστασία των εθνικών μειονοτήτων. [< γαλλ. convention(-)cadre, αγγλ. framework/outline convention] , ασφαλιστική σύμβαση βλ. ασφαλιστικός, ετεροβαρής σύμβαση βλ. ετεροβαρής ● ΦΡ.: επί συμβάσει: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. με σύμβαση εργασίας: μόνιμο ή ~ ~ (διοικητικό) προσωπικό. ~ ~ υπάλληλοι (= συμβασιούχοι) του Δημοσίου., κατά σύμβαση: σύμφωνα με ό,τι γίνεται αποδεκτό κατόπιν συμφωνίας ή τυπικά: Λέμε ~ ~ ότι η γέννηση του Χριστού έλαβε χώρα το έτος ένα. Πβ. κατά συνθήκη(ν). [< 1: αρχ. σύμβασις 2: γαλλ. convention]

σύμβουλος

σύμβουλος σύμ-βου-λος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {συμβούλ-ου | -ων, -ους} 1. πρόσωπο που γνωμοδοτεί επί πληρωμή στο αντικείμενο ειδίκευσής του ή γενικότ. που συμβουλεύει κάποιον: ακαδημαϊκός (: που απευθύνεται σε φοιτητές)/ανεξάρτητος/ασφαλιστικός (= ασφαλιστής)/ειδικός/εκπαιδευτικός/έμπειρος/εντεταλμένος/εξωτερικός/επαγγελματικός/επιστημονικός/καλλιτεχνικός/οικονομικός/τεχνικός ~. ~ ακινήτων (πβ. κτηματομεσίτης)/έκδοσης/εκπαίδευσης/επαγγελματικού προσανατολισμού (βλ. ΣΕΠ)/επενδύσεων (= επενδυτικός ~)/επιχειρήσεων/καριέρας/οργάνωσης και διοίκησης/σπουδών/σταδιοδρομίας/στρατηγικής/σχολικής ζωής (2020)/τεχνικής υποστήριξης/ψυχικής υγείας. Θέση/υπηρεσίες ~ου. Θεσμικός ~ της Πολιτείας σε θέματα μάνατζμεντ. Διετέλεσε ~ του προέδρου/του πρωθυπουργού/του Υπουργείου Οικονομικών. Πηγαίνουν σε ~ο γάμου (: για παντρεμένο ζευγάρι που αντιμετωπίζει προβλήματα στη σχέση του).|| ~ πρεσβείας Α'/Β' (: βαθμός της υπαλληλικής ιεραρχίας στο διπλωματικό σώμα, ανώτερος από τον ακόλουθο και τον γραμματέα και κατώτερος από τον πληρεξούσιο υπουργό και τον πρέσβη).|| Στάθηκε φίλη και ~ός μου στα δύσκολα. Βλ. μέντορας. 2. μέλος συμβουλίου, συνήθ. οργανισμού ή υπηρεσίας: Δημοτικός/(παλαιότ.)Νομαρχιακός/Περιφερειακός ~.|| ~ Επικρατείας. Βλ. μυστικο~. 3. εγχειρίδιο με πρακτικές συμβουλές και χρήσιμες πληροφορίες σε συγκεκριμένο θέμα: ~ υγείας. ΣΥΝ. οδηγός (3) ● ΣΥΜΠΛ.: σχολικός/σχολική σύμβουλος: εκπαιδευτικός υπεύθυνος για την επιστημονική, παιδαγωγική στήριξη και τη συμβουλευτική καθοδήγηση των εκπαιδευτικών του κλάδου του στα σχολεία της περιφέρειάς του: ~ ~ πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης/φιλολόγων. Βλ. επιθεωρητής., διευθύνων σύμβουλος βλ. διευθύνων, μορφωτικός ακόλουθος/σύμβουλος βλ. ακόλουθος, νομικός σύμβουλος βλ. νομικός, σύμβουλος επικοινωνίας βλ. επικοινωνία ● ΦΡ.: είναι κακός σύμβουλος (μτφ.): για οτιδήποτε θολώνει την κρίση κάποιου: Ο πανικός ~ ~. Η άγνοια και ο φανατισμός ~ ~οί ~οι. [< αρχ. σύμβουλος, γαλλ. conseiller]

συναντώ

συναντώ [συναντῶ] συ-να-ντώ ρ. (μτβ.) {συναντ-άς ..., -ώντας | συνάντ-ησα, -ώμαι (συνήθ. προφ.) -ιέμαι, -άται κ. -ιέται ..., -ήθηκα, -ηθεί, (λόγ.) -ώμενος} & συναντάω 1. βρίσκω κάποιον τυχαία ή ύστερα από συνεννόηση· ειδικότ. συμμετέχω σε συγκέντρωση προσώπων ή φορέων για συγκεκριμένο σκοπό: ~ιόμαστε σε εβδομαδιαία/καθημερινή/μηνιαία βάση. Τον ~ησα στον δρόμο/στο λεωφορείο/στις διακοπές.|| Οι εκπρόσωποι των δήμων ~ήθηκαν για την επίλυση των προβλημάτων τους.|| Σε συμπάθησα από την πρώτη φορά που σε ~ησα (= γνώρισα).|| (μτφ.) Οι ματιές/τα βλέμματά μας ~ήθηκαν (πβ. διασταυρώθηκαν). Στα έθιμα της περιοχής ο μύθος ~ά την ιστορία.|| (προφ.) Το σπίτι μου βρίσκεται λίγο πριν ~ήσεις (: βρεις) την εκκλησία. ΣΥΝ. ανταμώνω 2. ΑΘΛ. αναμετριέμαι, αντιμετωπίζω: ~ σε διεθνή/επίσημο/φιλικό αγώνα. Στον ημιτελικό η ομάδα θα ~ηθεί με την ... 3. βρίσκομαι αντιμέτωπος με κάτι, συνήθ. αρνητικό ή δύσκολο: ~ησε αντιδράσεις/αντίσταση/απροθυμία/εμπόδια/καχυποψία/προβλήματα/(δυσμενείς) συνθήκες.|| (προφ.) Δεν ~άς ευκαιρίες τόσο συχνά στη ζωή σου.συναντάται: υπάρχει, εμφανίζεται, απαντάται: Έθιμα/συνήθειες που ~ιούνται σε παλιότερες εποχές. ● ΦΡ.: τα μεγάλα πνεύματα συναντώνται/συναντιούνται! (προφ.): για περιπτώσεις στις οποίες οι σκέψεις ή απόψεις δύο προσώπων ταυτίζονται· (ειδικότ.-χιουμορ.) για δήλωση κοινού τρόπου σκέψης ανάμεσα σε ανθρώπους που θεωρούν τους εαυτούς τους ευφυείς. [< γαλλ. les grands esprits se rencontrent] [< αρχ. συναντῶ, γαλλ. se rencontrer]

σύνολο

σύνολο σύ-νο-λο ουσ. (ουδ.) {συνόλ-ου} 1. πρόσωπα ή πράγματα που αποτελούν από κοινού μια μονάδα, ενότητα ή ολότητα: οργανωμένο ~. ~ κατοίκων/κρατών (ενός οργανισμού)/μαθητών (σχολείου)/μελών/πληθυσμού/πολιτών. ~ των εργαζομένων/εργατών/του προσωπικού (επιχείρησης). Κοινωνικό ~ (: η κοινωνία, τα μέλη της). Εργάζεται για το καλό του ~ου. Πβ. ομάδα.|| ~ αιτήσεων/δαπανών/εσόδων/μετοχών/περιουσίας/πληροφοριών. Πβ. πακέτο.|| Αρχιτεκτονικό ~. Το ~ του έργου του λογοτέχνη θα εκδοθεί σε δύο τόμους.|| (ειδικότ. ο ολικός αριθμός ή ολόκληρη η ποσότητα σε ένα σύνολο) Το ~ των παρόντων ανέρχεται σε ... Θα αντικαταστήσουμε το ~ των ηλεκτρονικών υπολογιστών (και όχι μόνο ορισμένους). Πβ. άθροισμα.|| (προφ., ως επίρρ.) (Το) ~ (= συνολικά) πόσα είναι;. 2. συνδυασμός στοιχείων που ταιριάζουν αρμονικά μεταξύ τους και ειδικότ. ρούχων που αποτελούνται από δύο ή περισσότερα κομμάτια: ~ εικόνων/τάσεων/χρωμάτων. Μουσικό ~.|| ~ από μεγάλο οίκο μόδας. ~ μπλούζα-φούστα/σακάκι-παντελόνι. Απογευματινό/βραδινό/πρωινό ~. Πβ. συνολάκι. 3. ΜΑΘ. ομάδα αριθμών, στοιχείων και μαθηματικών εννοιών που εντάσσονται στην ίδια κατηγορία βάσει κοινού χαρακτηριστικού, κοινής ιδιότητας: ~ των ρητών/φυσικών αριθμών. Ανοιχτό/άπειρο (= απειρο~)/κενό (: χωρίς κανένα στοιχείο)/κλειστό/πεπερασμένο (: με φυσικό ακέραιο αριθμό στοιχείων) ~. Θεωρία (των) ~ων (: που ασχολείται με τη μελέτη των συνόλων και τις μεταξύ τους μαθηματικές σχέσεις). Βλ. υπερ~, υπο~. 4. ΓΛΩΣΣ. φράση: λεκτικά ~α (= ~α λέξεων). Επιρρηματικό/ονοματικό/προθετικό/ρηματικό ~. ΣΥΝ. σύνταγμα (4) ● ΦΡ.: εν τω συνόλω (λόγ.): στο σύνολο, συνολικά: ~ ~ της χώρας. Χίλια ευρώ ~ ~., επί συνόλου (λόγ.) & σε σύνολο: για δήλωση του συνολικού αριθμού, όταν προηγουμένως έχει αναφερθεί ποσοστό ή τμήμα του: Πήρε εξήντα ψήφους ~ ~ εκατό (ψηφισάντων, ψηφοφόρων). Επιλέχτηκαν τρεις υποψήφιοι ~ ~ δέκα. [< αρχ. σύνολον, γαλλ. ensemble, totalité 3: γαλλ. ensemble, γερμ. Menge]

ταξίδι

ταξίδι τα-ξί-δι ουσ. (ουδ.) {ταξιδ-ιού (λόγ.) -ίου}: μετάβαση σε μακρινό συνήθ. τόπο με χρήση μέσου μεταφοράς και παραμονή εκεί για ορισμένο διάστημα: αεροπορικό/θαλάσσιο/οδικό/σιδηροδρομικό ~. Γαμήλιο/εκπαιδευτικό/επαγγελματικό/ομαδικό (: με γκρουπ)/οργανωμένο/υπηρεσιακό ~. Άνετο/αξέχαστο/κοντινό/κουραστικό/μακρύ/ονειρεμένο ~. ~ αναψυχής (πβ. τριπ)/γνωριμίας (με έναν τόπο)/μελέτης. ~ στο εξωτερικό/στα νησιά (βλ. τουρισμός). ~ με αυτοκίνητο/μετ' επιστροφής. ~-αστραπή (= σύντομο). Το ~ του γυρισμού. Διάρκεια/πρόγραμμα ~ιού. Έξοδα ~ιού και διαμονής. Είδη/σετ/τσάντα ~ίου. Ετοιμασίες για το ~. Γραφείο/πρακτορείο ~ίων. Αναμνηστικά από ~ια (βλ. σουβενίρ). Έφυγε για ~. Έχει πάει/λείπει σε ~. Επέστρεψε από ~. Κάνει πολλά ~ια (= ταξιδεύει πολύ).|| (ευχετ.) Καλό ~!|| ~ στο Διάστημα (πβ. αποστολή).|| Το παρθενικό ~ του πλοίου.|| (μτφ.) Εικονικό/μουσικό/φανταστικό ~. ~ στις γεύσεις/στο όνειρο/στο παρελθόν/στον χρόνο (βλ. βουτιά). ~ια του μυαλού. Το ~ του Ήλιου. Πβ. περιπλάνηση. ● Υποκ.: ταξιδάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: το αιώνιο/μεγάλο/τελευταίο/στερνό/αγύριστο ταξίδι (μτφ.-λογοτ.): ο θάνατος: Έφυγε/ξεκίνησε για ~ ~ (πβ. η γειτονιά των αγγέλων)., ταξίδια κινήτρων βλ. κίνητρο, ταξιδιωτικό/τουριστικό πρακτορείο βλ. πρακτορείο, το ταξίδι του μέλιτος βλ. μέλι ● ΦΡ.: ταξίδι χωρίς επιστροφή/γυρισμό (μτφ.): επιλογή που οδηγεί σε αδιέξοδο, προσπάθεια με μικρές πιθανότητες επιτυχίας· ειδικότ. ο θάνατος: Τα ναρκωτικά είναι ένα (εφιαλτικό) ~ ~., ταξίδι ψυχής βλ. ψυχή [< μεσν. ταξίδι < μτγν. ταξείδιον ‘εκστρατεία στο εξωτερικό’, ταξίδιον ‘ταξίδι στο εξωτερικό’]

τάπητας

τάπητας τά-πη-τας ουσ. (αρσ.) {ταπήτ-ων} 1. (λόγ.) μάλλινο ή συνθετικό επικάλυμμα δαπέδου, χαλί: περσικός/χειροποίητος ~. Το πέλος του ~α. Εμπορία ~ων. Εταιρεία καθαρισμού και φύλαξης ~ων (= ταπητοκαθαριστήριο). Βλ. κιλίμι, μοκέτα, ταπέτο.|| (ειδικότ., είδος υφαντού ή κεντήματος για τον τοίχο:) Φλαμανδικοί ~ες. Πβ. γκομπλέν, ταπισερί. 2. (λόγ.) οτιδήποτε καλύπτει μια οριζόντια επιφάνεια, όπως το χαλί: αντικραδασμικός/αντιολισθητικός/ασφαλτικός ~. Ελαστικός/συνθετικός ~ σταδίου/στίβου (βλ. ταρτάν). Επίστρωση ~α. Στρώθηκε ο ~/ξήλωσαν τον ~α στο γήπεδο (βλ. χλοο~, χορτο~).|| Δασικός/φυσικός ~ (: χαμηλή βλάστηση· βλ. γκαζόν, γρασίδι, χορτάρι). 3. ΜΗΧΑΝ. μεταφορική ταινία, ιμάντας περιστροφής: κυλιόμενος ~. ~ες γυμναστικής (βλ. διάδρομος). ● ΦΡ.: θέτω επί τάπητος (λόγ.): φέρνω ένα θέμα προς συζήτηση με στόχο την άμεση επίλυσή του: Οι συνδικαλιστές έθεσαν ~ ~ την ανάγκη εκσυγχρονισμού των εργασιακών σχέσεων.|| Οι ευρωπαϊκές εξελίξεις (τέθηκαν) ~ ~. Πβ. στο τραπέζι. [< γαλλ. (mettre) sur le tapis] [< αρχ. τάπης, γαλλ. tapis]

τέχνη

τέχνη τέ-χνη ουσ. (θηλ.) {τεχν-ών} 1. (συνήθ. με κεφαλ. Τ) το σύνολο των δημιουργικών δραστηριοτήτων του ανθρώπου που στοχεύουν στην έκφραση ενός αισθητικού ιδεώδους· ειδικότ. η αισθητική αξία ενός έργου: διαδραστική/παιδική ~. Αίθουσα/αντικείμενα/βιβλιοθήκη/γκαλερί/είδη/εργαστήριο/ίδρυμα/χώρος ~ης. Θεωρητικός/κριτικός (= τεχνοκριτικός) της ~ης. Ιστορία/Κοινωνιολογία/Παιδαγωγική/Φιλοσοφία της ~ης. Η ελευθερία/οι νόμοι της ~ης. Προώθηση της ~ης. Θεραπεία μέσα από την ~.|| (για καλλιτέχνη) Βρίσκεται στην πρωτοπορία της ~ης. Ασχολείται με/υπηρετεί την ~. Κάνει ~.|| Γλυπτό απαράμιλλης ~ης. Πβ. καλλιτεχνία. Βλ. κυβερνο~, φιλοτεχνία. 2. (συνήθ. με κεφαλ. Τ) καθεμία από τις μορφές καλλιτεχνικής δραστηριότητας: επιστήμες της ~ης. Η γλυπτική/δραματική/ζωγραφική/μουσική/ποιητική/ψηφιακή ~. Η ~ του θεάτρου/του χορού. Η ~ του δρόμου (βλ. γκράφιτι). Αναπαραστατικές ~ες. Κέντρο ~ών και Πολιτισμού. Τμήμα ~ών, Ήχου και Εικόνας.|| (συνεκδ. καλλιτέχνημα:) ~ από πηλό/χαρτί. 3. το σύνολο των καλλιτεχνικών έργων μιας περιόδου, μιας σχολής, ενός πολιτισμού ή ενός δημιουργού: η αρχαία ελληνική/ασιατική/βυζαντινή/δυτική/εκκλησιαστική/κλασική/κυκλαδική/παραδοσιακή/ρωμαϊκή/χριστιανική ~. Η ~ του 19ου αι./της ιταλικής Αναγέννησης/του μπαρόκ.|| Αντιπροσωπευτικά δείγματα της ~ης του ...|| (συνεκδ. εκφραστικοί τρόποι, τεχνοτροπία:) Η μοναδικότητα της ~ης ενός ζωγράφου. Βλ. αρ νουβό, αρ ντεκό. 4. ικανότητα, επιδεξιότητα: Δουλεύει με (πολλή) ~ τον πηλό. Η μαγειρική θέλει ~. Πβ. δεξιοτεχνία, μαεστρία, μαστοριά.|| Η ~ της αφήγησης. Κατέχει την ~ του λόγου.|| H ~ της γοητείας/του έρωτα/της ζωής. Η ~ (του) να αγαπάς/να επικοινωνείς. Πβ. ταλέντο. 5. το σύνολο των γνώσεων, αρχών και κανόνων που διέπουν ένα συγκεκριμένο τομέα δραστηριότητας· ειδικότ. χειρωνακτικό επάγγελμα: γραμματική/ιατρική/ναυπηγική/ρητορική/συγγραφική ~. Η ~ της διαφήμισης. Η ~ των αρωμάτων.|| Ζαχαροπλαστική/κομμωτική/μαγειρική/τυπογραφική ~. Η ~ του επίπλου/του κοσμήματος. Η ~ του κτίστη/του ξυλουργού/του υποδηματοποιού (βλ. τεχνίτης). Δεν αποκαλύπτει τα μυστικά της ~ης του. Εξασκεί την ~ του γυαλιού (βλ. υαλουργός).|| (μτφ.) Έχει αναγάγει την απάτη σε ~. 6. (σπάν.) τέχνασμα. ● ΣΥΜΠΛ.: αφηρημένη τέχνη: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. ρεύμα του 20ού αι. στη ζωγραφική και τη γλυπτική, που δεν ενδιαφέρεται για την πιστή αναπαράσταση της πραγματικότητας. [< γαλλ. art abstrait, 1932] , ελευθέριες τέχνες: (στην αρχαιότητα και την πανεπιστημιακή εκπαίδευση του Μεσαίωνα) η γραμματική, η διαλεκτική, η ρητορική, η μουσική, η αριθμητική, η γεωμετρία και η αστρονομία, σε αντίθεση προς τις μηχανικές (χειρωνακτικές) τέχνες. [< γαλλ. arts libéraux] , έργο τέχνης: δημιούργημα υψηλής καλλιτεχνικής αξίας και κατ' επέκτ. οτιδήποτε χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη αισθητική ποιότητα: γνήσιο/πρωτότυπο/συλλεκτικό ~ ~. Ζωγραφικά ~α ~. Αγορά/αποκατάσταση/ασφάλιση/δημοπρασία/διακίνηση/εκτιμητής/εμπορία/κλοπή/πλειστηριασμός/συλλογή/συντήρηση/ψηφιοποίηση ~ων ~. Πβ. κομψοτέχνημα. [< γαλλ. oeuvre d'art] , Καλές Τέχνες: αρχιτεκτονική, γλυπτική, ζωγραφική, μουσική, χορός, ποίηση, κινηματογράφος: Ανωτάτη Σχολή ~ών ~ών. [< γαλλ. beaux arts] , μοντέρνα τέχνη: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. η καλλιτεχνική δημιουργία του 19ου και του 20ού αι. (περ. έως το 1970), που χαρακτηρίζεται από τον πειραματισμό με νέες τεχνικές και μέσα, χωρίς να δίνεται σημασία στην ακριβή αναπαράσταση των αντικειμένων. Βλ. εξπρεσιον-, ιμπρεσιον-, κυβ-, υπερρεαλ-ισμός. [< γαλλ. art moderne] , παραστατικές τέχνες: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. που αναπαριστούν την πραγματικότητα και προορίζονται για παράσταση (θέατρο, μουσική, τραγούδι, χορός). [< αγγλ. performing arts, 1946] , πολεμικές τέχνες: μορφές αυτοάμυνας ή μάχης με αντίπαλο, που έχουν ασιατική προέλευση και συχνά εξασκούνται και ως αθλήματα. Bλ. αϊκίντο, ζίου ζίτσου, καράτε, κουνγκ φου, ταεκβοντό, τάι τσι, τζούντο. [< αγγλ. martial arts, 1933] , σύγχρονη τέχνη: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. η καλλιτεχνική παραγωγή από τα τέλη του 20ού αι. κ. εξ.: Μουσείο Μοντέρνας και ~ης ~ης., άμορφη τέχνη βλ. άμορφος, γεωμετρική τέχνη βλ. γεωμετρικός, Γράμματα και Τέχνες βλ. γράμμα, γραφικές τέχνες βλ. γραφικός, εικαστικές τέχνες βλ. εικαστικός, εννοιολογική τέχνη βλ. εννοιολογικός, εφαρμοσμένες/διακοσμητικές τέχνες βλ. εφαρμοσμένος, η έβδομη τέχνη βλ. έβδομος, η ένατη τέχνη βλ. ένατος, η όγδοη τέχνη βλ. όγδοος, η τέχνη της φυγής βλ. φυγή, ιερή τέχνη βλ. ιερός, κινητική τέχνη βλ. κινητικός, λαϊκή τέχνη βλ. λαϊκός, μηχανική τέχνη βλ. μηχανικός, πλαστικές τέχνες βλ. πλαστικός, ρομανική τέχνη βλ. ρομανικός, στρατευμένη τέχνη βλ. στρατευμένος ● ΦΡ.: η τέχνη για την τέχνη: δόγμα που θεωρεί την τέχνη αυτόνομη αισθητική αξία, χωρίς καμία ηθική, κοινωνική ή πολιτική σκοπιμότητα: ~ ~, αλλιώς η τέχνη ως αυτοσκοπός. ΣΥΝ. αισθητισμός [< γαλλ. l' art pour l' art] , μάθε τέχνη κι άστηνε (κι αν πεινάσεις πιάστηνε) (παροιμ.): για να δηλωθεί η σημασία της απόκτησης γνώσεων και δεξιοτήτων, ως χρήσιμων εφοδίων στη ζωή., παλιά μου τέχνη κόσκινο βλ. κόσκινο, πενία τέχνας κατεργάζεται βλ. πενία [< αρχ. τέχνη ‘χειρονακτική ικανότητα, δραστηριότητα, επιδεξιότητα, πλεκτάνη’, γαλλ.-αγγλ. art]

τιμή

τιμή τι-μή ουσ. (θηλ.) 1. αγοραστική αξία αγαθού, χρηματικό αντίτιμο, κόστος: ανώτατη/ απίστευτη/αρχική/ειδική/εκπτωτική/ενιαία/προνομιακή/σταθερή/συμβολική ~. Ακριβές/αλμυρές/ανταγωνιστικές/ασυναγώνιστες/δίκαιες/ελεύθερες/εξευτελιστικές/εξωπραγματικές/λογικές/μοναδικές/προσιτές/τσιμπημένες/τσουχτερές ~ές. ~ ασφαλείας/διάθεσης/(εξ)αγοράς/ζήτησης/παρέμβασης (στα σιτηρά)/προσφοράς/πώλησης/χρέωσης. ~ μονάδας. Σχέση ~ής και ποιότητας. Διεθνής ~ πετρελαίου. Άνοδος στην ~ του χρυσού. ~ές εργοστασίου (: χωρίς το κέρδος του παραγωγού)/καταλόγου/λιανικής/χονδρικής. Αύξηση στις ~ές των διοδίων/τροφίμων. Αναγραφή/ανάλυση/διακύμανση/διαμόρφωση/έλεγχος/εναρμονισμός/εξομάλυνση/καθορισμός/μείωση/μεταβολή/προσαρμογή/πτώση/ρύθμιση/σύγκριση των ~ών. Βουτιά/έκρηξη/κατάρρευση/πάγωμα/ράλι των ~ών. Πολιτική ~ών. Άλμα/φρένο/φωτιά στις ~ές προϊόντων και υπηρεσιών. ~ές-σοκ. Στην ~ δεν συμπεριλαμβάνεται ο ΦΠΑ. Το πήρα σε ~ προσφοράς/στη μισή ~. Κερδίστε δύο εισιτήρια στην ~ του ενός. Μου έκανε καλή ~. Οι ~ές ανεβαίνουν/εκτινάσσονται στα ύψη/κυμαίνονται από ... έως ... ευρώ/σταθεροποιούνται/υποχωρούν. Ημερήσιο Δελτίο ~ών. Βλ. ανατίμηση. 2. καλή φήμη, υπόληψη: διαφύλαξη/προάσπιση της ~ής της πατρίδας. Έγκλημα/ζήτημα/θέμα ~ής. Είναι ανάγκη να ανακτηθεί/αποκατασταθεί η χαμένη ~ του (πβ. κύρος). Του έθιξε το αίσθημα της ~ής (πβ. αξιοπρέπεια, περηφάνια). Λόγοι ~ής με αναγκάζουν να παραιτηθώ. Προστατεύω/υπερασπίζω την ~ του ονόματός μου/την προσωπική μου ~. Σέβομαι/προσβάλλω/σπιλώνω την ~ κάποιου.|| Έπεσε στο πεδίο της ~ής (= στη μάχη).|| (παρωχ.) Παρθενία· συζυγική πίστη. 3. έκφραση εκτίμησης, σεβασμού, αναγνώρισης: εξαιρετική/ιδιαίτερη/ύψιστη ~. Εκδήλωση/μνημόσυνο ~ής. Μέρα μνήμης και ~ής. Τάγμα ~ής (: παράσημο της Ελληνικής Δημοκρατίας). Πρέσβης/πρόεδρος επί ~ (= επίτιμος). ~ και δόξα στους ήρωες! (Αποδίδουμε) ~ στους ευεργέτες/πεσόντες. Αισθάνομαι ιδιαίτερη /μεγάλη ~ και χαρά. Είναι ~ για μένα να ... Θα είναι μεγάλη μας ~ αν/να μας επισκεφθείτε. Μας έκανε/μου επιφύλαξε την ~ να ... ΑΝΤ. ατίμωση, προσβολή.|| -Θα με συνοδέψετε; -~ (: ευχαρίστησή) μου! Με ποιον έχω την ~ να ομιλώ; (ειρων.) Σε τι οφείλω την ~ της επίσκεψής σου; 4. (μτφ.) καμάρι, καύχημα: (για πρόσ.) Είναι η ~ της οικογένειας/ομάδας. Πβ. περηφάνια, στολίδι. ΑΝΤ. μαύρο πρόβατο 5. ΜΑΘ. κάθε δυνατός προσδιορισμός ενός μεταβλητού μεγέθους: αλγεβρική ~ (: με πρόσημο + ή -). ~ μεταβλητής/συνάρτησης. Η ~ του χ/ψ. Απόδειξη θεωρήματος για όλες τις ~ές του ν.|| (ΙΑΤΡ.) Αυξημένες/φυσιολογικές/χαμηλές ~ές βιοχημικών εξετάσεων. ~ές γλυκόζης.τιμές (οι): τιμητικές διακρίσεις ή εκδηλώσεις: αγήματα απόδοσης ~ών. Του έκαναν/πρόσφεραν ~. ~ και διακρίσεις. Τον υποδέχτηκαν με όλες τις δέουσες ~. Κηδεύτηκε με στρατιωτικές ~. [< γαλλ. honneurs ] ● ΣΥΜΠΛ.: ακαμψία τιμής: ΟΙΚΟΝ. κατάσταση κατά την οποία η τιμή των βιομηχανικών προϊόντων ή των πρώτων υλών δεν επηρεάζεται από τη γενικότερη οικονομική ύφεση ή την αύξηση του πληθωρισμού. [< αγγλ. price rigidity] , αναμενόμενη/προσδοκώμενη τιμή/αξία: ΟΙΚΟΝ. -ΣΤΑΤΙΣΤ. ο μέσος όρος των υποθετικών αξιών μιας τυχαίας μεταβλητής: αρνητική/θετική ~ ~. ~ ~ επένδυσης/μετοχής/προσφοράς. Αποτίμηση σε ~ ~. ΣΥΝ. μαθηματική ελπίδα (2) [< αγγλ. expected value, 1915] , ενεργός τιµή (συντομ. rms): ΗΛΕΚΤΡ. η σταθερή τιμή του ρεύματος που προκαλεί την ίδια κατανάλωση ισχύος σε μια αντίσταση (R) με ένα εναλλασσόμενο ρεύμα που έχει την ίδια τιμή: ~ ~ της τάσης του ηλεκτρικού πεδίου. [< αγγλ. effective value, root mean square (value)] , επίπεδο τιμών: ΟΙΚΟΝ. κόστος ζωής: γενικό/μεταβλητό/σταθερό/σχετικό/υψηλό ~ ~. Βλ. πληθωρισμός., εύρος τιμής: ΟΙΚΟΝ. η διαφορά μεταξύ της μέγιστης και της ελάχιστης τιμής της αξίας σε μια συγκεκριμένη συνεδρίαση του χρηματιστηρίου: δεσμευτικό/οριστικό ~ ~. ~ ~ διάθεσης δέκα έως δώδεκα ευρώ ανά μετοχή. Μείωση του ~ους ~. Το ~ ~ ορίστηκε μεταξύ τεσσάρων και πέντε ευρώ., κυρία (επί) των τιμών: γυναίκα στην ακολουθία βασίλισσας ή πριγκίπισσας: (συνήθ. ειρων.) Συμπεριφέρεται σαν ~ ~. [< αγγλ. lady of honour] , κώδικας τιμής: σύνολο ηθικών αξιών και κανόνων που προσδιορίζουν την ευυπόληπτη συμπεριφορά των μελών μιας κοινότητας: άγραφος ~ ~. [< γαλλ. code de l' honneur] , μέση τιμή (ν αριθμών): ΣΤΑΤΙΣΤ. το πηλίκο του αθροίσματος ν αριθμών με το πλήθος ν., ο λόγος της τιμής: προφορική διαβεβαίωση, υπόσχεση που βασίζεται στην αξιοπιστία κάποιου: Έχεις/σου δίνω το(ν) λόγο ~ μου. [< γαλλ. la parole d'honneur] , σταθερότητα των τιμών: ΟΙΚΟΝ. κατάσταση που χαρακτηρίζεται από τη συγκράτηση του πληθωρισμού σε χαμηλά επίπεδα: νομισματική πολιτική προσανατολισμένη στη ~ ~. ΑΝΤ. διακύμανση τιμών. [< αγγλ. price stability] , συγκράτηση τιμών: ΟΙΚΟΝ. η διατήρηση των τιμών σε σταθερά επίπεδα: μέτρα για πάταξη νοθείας και ~ ~ στα καύσιμα., τιμή κλεισίματος/εκκαθάρισης: ΟΙΚΟΝ. αντιπροσωπευτική τιμή του συναλλακτικού ενδιαφέροντος που αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια μιας συνεδρίασης του Χρηματιστηρίου Αξιών, η οποία υπολογίζεται βάσει μεθόδου μετά το τέλος της συνεδρίασης: ημερήσια ~ ~. [< αγγλ. closing price/settlement price, 1928] , τρέχουσα τιμή: ΟΙΚΟΝ. η τιμή του υποκείμενου προϊόντος στην αγορά, η οποία ισχύει τη δεδομένη χρονική στιγμή., φιλική τιμή: συμφέρουσα τιμή: Το πουλάω στη ~ ~ των ... ευρώ. Θα σου κάνω ~ ~., χρέος τιμής: ηθική δέσμευση, υποχρέωση: ελάχιστο/υπέρτατο ~ ~ απέναντι σε κάποιον. Για μένα είναι ~ ~ και ιερό καθήκον να ... Θεωρώ ~ ~ να μιλήσω για ... [< αγγλ. debt of honour] , (Γενικός) Δείκτης Τιμών βλ. δείκτης, άκρες τιμές βλ. άκρος, αντικειμενική αξία βλ. αντικειμενικός, απόλυτη τιμή βλ. απόλυτος, δελτίο τιμών βλ. δελτίο, εναρμονισμένος δείκτης τιμών καταναλωτή/πληθωρισμός βλ. εναρμονισμένος, ενδεικτική τιμή βλ. ενδεικτικός, η Λεγεώνα της Τιμής βλ. λεγεώνα, πράσινη τιμή βλ. πράσινος, συμβόλαιο τιμής βλ. συμβόλαιο, τιμή αληθείας βλ. αλήθεια, τιμή αναφοράς βλ. αναφορά, τιμή ασφαλείας βλ. ασφάλεια, τιμή γνωριμίας βλ. γνωριμία, τιμή εκκίνησης βλ. εκκίνηση, τιμή κόστους βλ. κόστος, τίτλος τιμής βλ. τίτλος, φόρος τιμής βλ. φόρος ● ΦΡ.: για την τιμή των όπλων: για να μη χαθεί η αξιοπρέπεια, για την υπεράσπιση της υπόληψης: αγώνας/απεργία/συμβολική ενέργεια/συνάντηση (που γίνεται) ~ ~ (και μόνο). Βλ. για τα μάτια του κόσμου., η τιμή τιμή δεν έχει (και χαρά στον που την έχει) (παροιμ.): για να δηλωθεί ότι η αξιοπρέπεια δεν εξαγοράζεται. [< γαλλ. l' honneur n' a pas de prix] , λαμβάνω/έχω την τιμή να ...: τυπική έκφραση ευγενείας του γραπτού και προφορικού λόγου: ~ ~ σας ανακοινώσω ότι .../σας παρουσιάσω τον ... Με την παρούσα επιστολή, ~ ~ απευθυνθώ σε εσάς για ένα ζήτημα υψίστης σημασίας. [< γαλλ. avoir l' honneur de ...] , με τιμή/μετά τιμής (επίσ.): στερεότυπη αποφώνηση επιστολής ή εγγράφου, που προηγείται της υπογραφής: Διατελώ ~ ~., προς τιμή(ν) κάποιου 1. με σκοπό να τιμηθεί κάποιος: ανέγερση μνημείου/γιορτή/δεξίωση/ημέρα/τελετή ~ ~ του ... Παρατέθηκε δείπνο ~ ~ των συνέδρων. 2. για να δηλωθεί ότι κάποιος είναι άξιος τιμής, επιβράβευσης: Είναι ~ ~ τους ότι παραδέχτηκαν το σφάλμα τους/σήκωσαν το βάρος της απόφασης. [< 1: γαλλ. en l'honneur de] , σε συμφέρουσα τιμή: σε τιμή που συμφέρει τον αγοραστή, συνήθ. χαμηλή: αυτοκίνητο ~ ~., σε τιμή λιώμα (αργκό): σε πολύ καλή τιμή, πολύ φτηνά: ~ ~ το νέο μοντέλο., (μέσα) στην τιμή βλ. μέσα, γκολ της τιμής βλ. γκολ, λόγω τιμής βλ. λόγος, περιποιεί/περιποιούν τιμή βλ. περιποιώ, σε τιμή ευκαιρίας βλ. ευκαιρία, τιμή μου και καμάρι μου βλ. καμάρι, τιμής ένεκεν βλ. ένεκεν, τσίμπησαν οι τιμές βλ. τσιμπώ, χτυπάει τις τιμές βλ. χτυπώ [< αρχ. τιμή, γαλλ. honneur 5: γαλλ. valeur]

τίποτα

τίποτα τί-πο-τα αόρ. αντων. {άκλ.} & τίποτε & (λαϊκό) τίποτες, τίποτις 1. (σε αποφατικές συνήθ. προτάσεις) κανένα πράγμα (υλικό ή άυλο): ~ δεν έχει κριθεί ακόμη. Δεν έμαθες ~ από τα παθήματά σου. Μην πετάξεις ~! Δεν ζητώ ~ από σένα. Δεν κοστίζει ~. Παρέλυσε, δεν ένιωθε ~. Δεν ακούω ~ (: κυριολ. και μτφ., δεν δέχομαι δικαιολογίες). Όλη μέρα κάθεται και δεν κάνει ~ άλλο από το να χαζεύει. Δεν είδα ~. Δεν κατάφερε (απολύτως) ~. Σε ~ δεν του έμοιασε. Πρόσεξε μην καταλάβει ~ (= το παραμικρό). Δεν έχουμε ~ κοινό μεταξύ μας. Δεν του λείπει ~ (: τα έχει όλα). Δεν έχει ~, έμεινε στον άσο. ~ δεν είναι αλήθεια/σίγουρο/τυχαίο. ~ δεν έχει αλλάξει/δεν έχει νόημα πια. Αυτή η εμπειρία δεν συγκρίνεται με ~. ~ δεν πρόκειται να συμβεί, στο υπογράφω.|| Δεν ξέρει ~ από μουσική. Πβ. καθόλου.|| -Τι είπες; -~! Είναι καλά, ~ λιγότερο, ~ περισσότερο. 2. (συχνά σε ερωτημ. και αποφατικές προτάσεις) κάτι: Έχεις/συνέβη ~; Πρόσεξε μην πάθεις ~. Ξέχασες ~; Με θέλετε τίποτ' άλλο; Βλέπεις ~ περίεργο; Παίζει ~ καλό στην τηλεόραση; Δεν πάμε να τσιμπήσουμε ~; Έχει ~ να φάμε; Ξέρεις ~ για το θέμα; Πες ~ καινούργιο. Έλα, αν δεν έχεις ~ καλύτερο να κάνεις. Δεν έχασες και ~ που δεν ήρθες. Δεν υπάρχει ~ πιο διασκεδαστικό από ... Δεν γνωρίζω ~ σχετικό. Δεν περίμενα ~ καλύτερο απ' αυτόν. Δεν μένει πια ~ να κάνει. Δεν έχεις να ζηλέψεις ~ απ' τους άλλους. Οι τίτλοι και τα βραβεία δεν σημαίνουν (και) ~. Δεν είναι ~ σοβαρό, μην ανησυχείς. 3. (ως επίθ., + πληθ., προφ.) σε αόριστη αναφορά, κάποιοι, καθόλου: Είναι ~ φίλοι σου αυτοί;|| Έχεις ~ λεφτά πάνω σου; 4. κάτι σημαντικό: Δεν είναι ~ για μένα να βοηθήσω. ● Ουσ.: τίποτα & τίποτε (το): κάτι ασήμαντο, ανύπαρκτο: Χωρίς εσένα, είμαι ένα ~. Από το ~, κάτι είναι κι αυτό.|| (μειωτ., για πρόσ.) Είναι ένα ~, ένα μηδενικό. ● ΦΡ.: (δεν κάνει) τίποτα 1. δεν κοστίζει τίποτα: -Τι σας οφείλω; -~ ~. 2. ως ευγενική απάντηση σε ευχαριστία: -Ευχαριστώ για τη βοήθεια! -Παρακαλώ, ~ ~. [< γαλλ. de rien] , ακόμα δεν έχεις δει/δεν είδες τίποτα! (προφ.-εμφατ.): ως προειδοποίηση για επιδείνωση μιας κατάστασης: -Γίνεται χαμός! -Και ~ ~!, από το τίποτα (προφ.): από το μηδέν: Έστησαν ολόκληρη επιχείρηση/πλούτισαν ~ ~.|| Ο καβγάς ξεκίνησε ~ ~ (= χωρίς σημαντική αφορμή)., αυτό δεν είναι τίποτα! (προφ.): ως σχόλιο για κάτι που αξιολογείται ως λιγότερο σημαντικό από κάτι άλλο: ~ ~, πού να δεις εγώ τι έπαθα!, για το τίποτα (προφ.): χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα ή σημαντική αιτία, μάταια: Πολύς λόγος/τόσος κόπος ~ ~! [< γαλλ. pour rien] , δεν έμεινε/δεν άφησαν τίποτα όρθιο: για να δηλωθεί η πλήρης καταστροφή, διάλυση: Δεν έμεινε ~ από τον σεισμό, όλα τα σπίτια κατέρρευσαν. Πβ. τα κάνω γυαλιά καρφιά. ΣΥΝ. δεν έμεινε/δεν άφησαν (ούτε) κολυμπηθρόξυλο (όρθιο), δεν έχω τίποτα εναντίον (του) (προφ.): δεν είμαι θυμωμένος μαζί του· δεν είμαι αρνητικός με κάτι: ~ ~ σου, απλώς θέλω να μείνω λίγο μόνος.|| ~ ~ της τεχνολογίας., δεν έχω τίποτα να χάσω (προφ.): σε περιπτώσεις που κάποιος αποτολμά κάτι χωρίς να διακινδυνεύει πολλά: Προσπάθησε, δεν έχεις (και) τίποτα να χάσεις., και τίποτ' άλλο (προφ.-εμφατ.): μόνο αυτό, τίποτα διαφορετικό: Στόχος μας είναι η νίκη ~ ~! Αυτό θέλω ~ ~! [< γαλλ. et rien d'autre ] , κι όχι τίποτ' άλλο (προφ.): για να δηλωθεί ότι αυτό που ακολουθεί είναι πιο δυσάρεστο, πιο σοβαρό από τα προηγούμενα: Έχασα την πτήση, ~ ~ ήταν και η τελευταία., με τίποτα (εμφατ., σε αρνητ. φρ.) 1. για κανένα λόγο, σε καμία περίπτωση: Αυτή την ταινία δεν τη χάνω ~ ~. Δεν ήθελε ~ ~ να μείνει. -Θα το κάνεις; -~ ~, ξέχνα το! ΣΥΝ. με κανέναν τρόπο 2. καθόλου: Η νύχτα δεν περνούσε ~ ~., με το τίποτα (προφ.): άνευ λόγου, χωρίς σημαντική αιτία: Αγχώνεται/τσακώνονται ~ ~., πολύ κακό για το τίποτα & (σπάν.) πολύς θόρυβος για το τίποτα (συχνά ειρων.): για κάτι που προκάλεσε αδικαιολόγητα μεγάλη αναστάτωση. ΣΥΝ. τρικυμία εν ποτηρίω [< αγγλ. much ado about nothing] , από ... άλλο τίποτα βλ. άλλος, δεν (μου) κοστίζει τίποτα να βλ. κοστίζει, δεν γίνεται τίποτα βλ. γίνομαι, δεν έγινε (και) τίποτα βλ. γίνομαι, δεν έχουμε τίποτα να χωρίσουμε βλ. χωρίζω, δεν μου λέει τίποτα βλ. λέω, δεν στοιχίζει τίποτα βλ. στοιχίζει, δεν το έχω σε πολύ/σε τίποτα βλ. έχω, δεν τρέχει τίποτα βλ. τρέχω, είπες κάτι/τίποτα; βλ. λέω, με/για τίποτα στον κόσμο βλ. κόσμος, όλα ή τίποτα βλ. όλος, τίποτ' άλλο/άλλο τίποτα; βλ. άλλος, τίποτα (το) σπουδαίο βλ. σπουδαίος, τίποτα δεν μας σταματά/δεν μπορεί να μας σταματήσει βλ. σταματώ [< μεσν. τίποτε, τίποτα με αρνητ. σημ., μτγν. τί ποτε με ερωτημ. σημ.]

τόπος

τόπος τό-πος ουσ. (αρσ.) 1. συγκεκριμένη έκταση γης, τοποθεσία, περιοχή: βραχώδης/γόνιμος/επίπεδος/έρημος/μακρινός ~. Πβ. έδαφος.|| Γενέθλιος/φιλόξενος ~ (πβ. πόλη, χώρα). ~ γέννησης/διαμονής/διεξαγωγής (αγώνων)/εγκατάστασης/έκδοσης/κατοικίας/παραγωγής/παραθερισμού/προορισμού. ~ εισαγωγής/εξαγωγής προϊόντων. Ο ~ του ατυχήματος/του μαρτυρίου/της μάχης. Άγονος, φτωχός ~. Εδώ είναι ο ~ όπου ... Μετακίνηση από ~ο σε ~ο/προς και από τον ~ο εργασίας. Αρχαιολογικοί/ιεροί/ιστορικοί ~οι. ~οι λατρείας. Ανεξερεύνητοι ~οι της Γης. Παραμύθια από ~ους της Ασίας. Έχει ισχυρούς δεσμούς με τον ~ο καταγωγής του. Τα σωστικά συνεργεία δυσκολεύτηκαν να φτάσουν στον ~ο της τραγωδίας. Ιδανικός ~ για ... Η ενότητα του ~ου στο κλασικό θέατρο.|| (ΓΡΑΜΜ.) Επιρρηματικός προσδιορισμός του ~ου. ΣΥΝ. μέρος (2) 2. χώρος: Πιάνει πολύ ~ο. Κάνε ~ο να περάσω. Έχει γεμίσει ο ~ σκουπίδια. 3. η ιδιαίτερη πατρίδα κάποιου: Γύρισε στον ~ο του. Η ιστορία του ~ου μας. 4. ΛΟΓΟΤ. -ΡΗΤΟΡ. παραδοσιακό μοτίβο, λογοτεχνική σύμβαση. ● ΣΥΜΠΛ.: Άγιοι Τόποι: ΕΚΚΛΗΣ. οι περιοχές της αρχαίας Παλαιστίνης όπου έζησε και δίδαξε ο Χριστός., γεωμετρικός τόπος: ΜΑΘ. το σύνολο όλων των σημείων που έχουν μόνο αυτά μία κοινή χαρακτηριστική ιδιότητα. [< νεολατ. locus] , αρχαιολογική θέση/αρχαιολογικός τόπος βλ. αρχαιολογικός, δικτυακός τόπος/χώρος βλ. δικτυακός, κοινός τόπος βλ. κοινός, κρανίου τόπος βλ. κρανίο, τόπος αναπαύσεως βλ. ανάπαυση, τόπος του εγκλήματος βλ. έγκλημα ● ΦΡ.: εις τόπον χλοερόν/εν τόπω χλοερώ: ΕΚΚΛΗΣ. (στη νεκρώσιμη ακολουθία) για τον τόπο όπου βρίσκεται ο νεκρός: Απεβίωσεν/αποδήμησε εις ~ ~. Αναπαύεται/βρίσκεται εν ~ ~., επί τόπου (λόγ.): επιτόπου., κατά τόπους: κατά περιοχές, τοπικά: ηλιοφάνεια και λίγη ~ ~ συννεφιά.|| (ως επίθ.) Οι ~ ~ (= τοπικές) διευθύνσεις/υπηρεσίες. Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθύνονται στα ~ ~ γραφεία του Οργανισμού., πιάνει τόπο (προφ.): για κάτι που έχει αποτέλεσμα, αξιοποιείται θετικά: Οι κόποι/τα λεφτά/οι συμβουλές του έπιασαν ~., τόπο στα νιάτα: για να δηλωθεί ότι πρέπει να παραμερίζουν οι μεγαλύτεροι ή γεροντότεροι, ώστε να δίνονται ευκαιρίες στους νέους: Δώστε ~ ~!, αδειάζω τη γωνιά/τον τόπο βλ. αδειάζω, ατάκα κι επί τόπου βλ. ατάκα, αφήνω στον τόπο βλ. αφήνω, βρόμησε ο τόπος βλ. βρομώ, δεν με χωρά(ει) ο τόπος βλ. χωρώ, δίνω τόπο στην οργή βλ. οργή, εκτός τόπου και χρόνου βλ. εκτός, έμεινε στον τόπο βλ. μένω, κάθε τόπος και ζακόνι, κάθε μαχαλάς και τάξη βλ. ζακόνι, κάνω/ανοίγω χώρο/τόπο βλ. κάνω, κατά τόπο(ν) αρμοδιότητα βλ. αρμοδιότητα, κουνήσου από τη θέση σου βλ. κουνώ, ουδείς προφήτης στον τόπο του βλ. προφήτης, παπούτσι απ' τον τόπο σου κι ας είναι (/είν' και) μπαλωμένο βλ. παπούτσι, στον καταραμένο τόπο (τον) Μάη μήνα βρέχει βλ. Μάης [< αρχ. τόπος ‘θέση, μέρος, θέμα’, γαλλ. lieu, γερμ. Topos, αγγλ. topos]

τόσο

τόσο τό-σο επίρρ. 1. (εμφατ.) για μεγάλη ποσότητα, μέγεθος, ένταση: Είναι ~ ακοινώνητος (= πάρα πολύ) που ... Ποτέ δεν είχα ξαναδεί κάτι ~ ωραίο. Είναι ~ καλός!|| Θα μας λείψει ~ πολύ. Μιλούσε ~ λίγο. ~ καλά με ξέρεις; ~ γρήγορα πέρασε η ώρα;|| Είσαι ευχαριστημένη από το αποτέλεσμα; Όχι και ~ (= έτσι και έτσι). 2. μέχρι κάποιο ορισμένο σημείο: ~ του κόβει, μην περιμένεις κάτι διαφορετικό. 3. (με αριθμητ.) και κάτι παραπάνω: Είναι τριάντα ~ ετών. 4. λίγο: ~ μόνο κράτησε η σχέση τους. Δεν πιστεύω ούτε ~ στην αθωότητά της. ● ΦΡ.: άλλο τόσο 1. στον ίδιο βαθμό: Όσο επιμένεις εσύ, ~ ~ θα επιμένει και αυτή. Όσο δίκαιο είναι το αίτημά σου, ~ ~ είναι και το δικό της. 2. δύο φορές το ίδιο μέγεθος: Έφαγε όσο εγώ και ~ ~. Κάνει το τόσο ~ ~., και τόσο: (σε αρνητ. πρόταση) για να μετριαστεί η σημασία: Δεν είναι ~ ~ αργά (= δεν είναι πολύ αργά). Μια ιστορία όχι ~ ~ παλιά. Η ιδέα δεν είναι ~ ~ καινούργια. Δεν διαφέρουμε ~ ~ πολύ., τόσο ... όσο 1. (σε σύγκριση) εξίσου, στον ίδιο βαθμό, όσο και κάποιος/κάτι άλλο: Ζυγίζει ~ ~ ένα βαρέλι με κρασί.|| Δεν είναι ~ χαζός ~ νομίζεις. Τα οφέλη της υγιεινής διατροφής είναι ~ σωματικά ~ και ψυχολογικά. Δεν μας βοήθησε ~ ~ θα περιμέναμε. 2. με τη σημασία του και: ~ εμείς ~ (και) αυτοί είμαστε υπέρ της συμφωνίας., τόσο ... ώστε/που: (με συμπερασματική πρόταση) Έχει απογοητευθεί τόσο που σκέφτεται να τα παρατήσει. Είναι ~ εύπιστος, ~ εύκολα μπορεί κανείς να τον εξαπατήσει., τόσο μα τόσο (εμφατ.): πάρα πολύ: Είναι ~ ~ ανόητος/αστείος/προβλέψιμος! Όλα αυτά φαντάζουν ~ ~ μακρινά.|| Έχω κουραστεί ~ ~ πολύ. Όλα έγιναν ~ ~ ξαφνικά., τόσο το καλύτερο/το χειρότερο (προφ.): ακόμη καλύτερα/χειρότερα: Αν δεν θέλει να μας ακούσει ~ το χειρότερο γι' αυτόν. Αν ανταποκριθεί θετικά, ~ το καλύτερο. Όσο πιο γρήγορα πας, ~ το καλύτερο για όλους., κάθε λίγο (και λιγάκι)/κάθε τόσο (και λιγάκι)/κάθε τρεις και λίγο βλ. λίγο, όσο ... (,) τόσο ... βλ. όσο [< αρχ. τόσον]

τούτος

τούτος, η, ο [τοῦτος] τού-τος δεικτ. αντων. {χωρ. κλητ.} & ετούτος (προφ.): αυτός: Ποιος είναι ~;|| ~ ο χειμώνας είναι ο χειρότερος. Η φωνή της λογικής είναι επιτακτική ~η τη στιγμή (= τώρα). Είχαμε φασαρίες ~ες τις μέρες.|| Έβγαλα ~ο το συμπέρασμα. Όλα ~α φαίνονται σήμερα πολύ μακρινά. Μιλήσαμε για ~α και για κείνα. ~ο δεν σημαίνει όμως ότι ... Και όχι μόνο ~ο, αλλά ... ● ΦΡ.: άνευ τούτου (λόγ.): χωρίς αυτό., για τούτο & (λόγ.) διά τούτο: γι' αυτό., επί τούτου 1. & (σπάν.-λόγ.) επί τούτω & επί τούτο: για τον λόγο ή τον σκοπό αυτό, επίτηδες: Το κάνει ~ ~, για να με εξοργίσει. Ο νόμος έγινε ~ ~ (πβ. ad hoc). Ο διαγωνισμός διενεργείται από την ~ τούτω συγκροτηθείσα επιτροπή. 2. σχετικά με αυτό: Θα ενημερωθείτε ~ ~. Η κυβέρνηση δεν θα τοποθετηθεί ~ ~. Ουδέν σχόλιον ~ ~!, και τούτο και το άλλο: για να δηλωθεί σειρά πραγμάτων, χωρίς να αναφερθούν λεπτομέρειες: Ας πάψουν επιτέλους να ζητάνε ~ ~., προς τούτο (λόγ.): για τον σκοπό, τον λόγο αυτό: Για τη λειτουργία του γραφείου απαιτείται ειδική ~ ~ άδεια., προς τούτοις (λόγ.): επιπλέον, επιπρόσθετα: ~ ~ αναφέρω ότι ... ΣΥΝ. μεταξύ (των) άλλων, προσέτι, τούτος εδώ/'δω (εμφατ.): Δεν έχω περάσει ξανά από ~α ~ τα μέρη.|| ~ ~ έχει ξεπεράσει κάθε όριο. Μας αφηγήθηκε ~η 'δω την ιστορία (= την ακόλουθη)., ως εκ τούτου (λόγ.): επομένως, συνεπώς: επιχειρήματα αναληθή και ~ ~ παραπλανητικά., άλλο (πάλι) και τούτο/κι αυτό! βλ. άλλος, εκτός/πέραν αυτού/τούτου βλ. εκτός, καλό κι αυτό/καλό και τούτο! βλ. καλός, μ' αυτά/με τούτα και μ'εκείνα βλ. αυτός, ο πάνω κόσμος/ετούτος ο κόσμος βλ. πάνω & επάνω, τούτου δοθέντος βλ. δοθείς [< μεσν. τούτος]

τρανός

τρανός, ή, ό τρα-νός επίθ. (κυρ. λογοτ.) 1. που είναι μεγάλος κυρ. σε διαστάσεις: (για πρόσ.) ~ (= ψηλός) και λεβέντης/σαν κυπαρίσσι. 2. (μτφ.) που έχει μεγάλη δύναμη ή σημασία: ~ός: καημός (= αβάσταχτος). ~ή: φωνή/χαρά.|| (για πρόσ.) ~ός: αγωνιστής/επιστήμονας. ~οί: πολιτικοί.|| (ως ουσ.) Οι ~οί (= ισχυροί) της Γης/του κόσμου/του τόπου. 3. (μτφ.) προφανής, ολοφάνερος: ~ή: αξία/απόδειξη. ~ό: δείγμα/παράδειγμα. ● ΦΡ.: μεγάλος/μέγας/σπουδαίος και τρανός (εμφατ.): που έχει ισχύ, υψηλό κύρος, πολύ καλή κοινωνική ή/και οικονομική θέση: Σπούδασε, έβγαλε χρήματα, έγινε ~ ~. [< μτγν. τρανός ‘ξεκάθαρος, σαφής’]

Τρίτη

Τρίτη Τρί-τη ουσ. (θηλ.): η τρίτη ημέρα της εβδομάδας (με πρώτη την Κυριακή) και δεύτερη εργάσιμη. Βλ. Δευτέρα. ● ΣΥΜΠΛ.: Μεγάλη Τρίτη (συντομ. Μ. Τρίτη): ΕΚΚΛΗΣ. η Τρίτη της Μεγάλης Εβδομάδας. ● ΦΡ.: Τρίτη και δεκατρείς (ενν. του μηνός): γρουσούζικη ημέρα σύμφωνα με τη δοξασία. Πβ. Παρασκευή και δεκατρείς. [< μτγν. Τρίτη]

τροχάδην

τροχάδην τρο-χά-δην επίρρ. (λόγ.) 1. με τρέξιμο, τρέχοντας: Έρχεται/έφυγε ~. Βλ. -δην.|| (ως ουσ.) Ελαφρύ ~. Επί τόπου ~ (: για προθέρμανση). Κάνει ~. ΑΝΤ. βάδην, σημειωτόν 2. (μτφ.) πολύ γρήγορα και συνήθ. απρόσεκτα: Το θέμα πέρασε ~ στη συνέλευση. ● ΦΡ.: επί τροχάδην/επιτροχάδην (λόγ.): βιαστικά και συχνά χωρίς τη δέουσα προσοχή: Είμαι αναγκασμένος να αναφερθώ ~ ~ στα ζητήματα.|| (ως επίθ.) ~ ~ ανάγνωση. [< μτγν. τροχάδην]

τρώω

τρώω τρώ-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {τρως, τρώ-ει, -με, -τε, -ν(ε), προστ. τρώ(γ)ε, τρώτε, τρώγ-οντας | παρατ. έτρωγα, αόρ. έφαγα (να/θα φάω, φας…, προστ. φάε, φάτο < φά(γ)ε το), φαγώ-θηκε, -θεί, -μένος} & (λόγ.) τρώγω 1. βάζω τροφή, συνήθ. στερεή, στο στόμα μου, τη μασώ και την καταπίνω· γενικότ. γευματίζω ή καταναλώνω τροφή: ~ δημητριακά/κοτόπουλο/κρέας/λαχανικά/όσπρια/παγωτό/φρούτα/χόρτα/ψάρι/ψωμί. ~ μια μπουκιά. ~ βιαστικά/γρήγορα/λαίμαργα/πρόχειρα/σωστά. ~ με το πιρούνι/με τα χέρια. ~ με μέτρο/όρεξη. ~ μέχρι να χορτάσω. ~ για ευχαρίστηση. ~ για δύο (= διπλή μερίδα). ~ σαν βόδι/γουρούνι/ζώο/κτήνος (= πάρα πολύ). Πίνουμε και ~με καλά. Φάε, να έχεις δυνάμεις/να καρδαμώσεις. Βοηθάω κάποιον να φάει (πβ. ταΐζω).|| ~ (για) βραδινό (πβ. δειπνώ)/μεσημεριανό/πρωινό. ~ τρεις φορές την ημέρα. ~ έξω/σε εστιατόριο/(στο) σπίτι. Έλα να φάμε μαζί/παρέα (πβ. συντρώγω). Έχω ήδη φάει.|| ~ γλυκά. Οι χορτοφάγοι δεν ~νε κρεατικά. (σε νηστεία:) ~ με λάδι/θαλασσινά (βλ. αρταίνομαι, νηστεύω).|| (για ζώο) Η γάτα ~ει ποντίκια. Ζώα που ~νε χορτάρι (= βόσκουν). 2. (μτφ.-προφ.) ξοδεύω, δαπανώ, σπαταλώ: Έφαγε την περιουσία των γονιών του. Έφαγαν τα κονδύλια, χωρίς να ολοκληρώσουν τα έργα.|| ~ τον χρόνο μου άσκοπα. Έφαγα τα καλύτερά μου χρόνια/τα νιάτα μου στην ξενιτιά. Έφαγα τη ζωή μου στα χωράφια. Μου έφαγε (= πήρε) είκοσι λεπτά, για να βγάλω άκρη (πβ. απαιτώ).|| Το αυτοκίνητο ~ει πολλή βενζίνη. Βλ. κατα~. 3. (μτφ.-προφ.) κλέβω, οικειοποιούμαι: Του έφαγε τη γυναίκα/τη θέση/την πρωτιά/τη σειρά. Μου (τα) φάγανε τα λεφτά (πβ. καταχρώμαι, υπεξαιρώ). Πβ. βουτώ.|| (ειδικότ., για συσκευή με κερματοδέκτη) Μηχάνημα που ~ει τα κέρματα (λόγω ελαττωματικής λειτουργίας). 4. (μτφ.-αργκό) δέχομαι κάτι άκριτα, χωρίς αμφισβήτηση: Δεν τα ~ εγώ αυτά (= δεν τα πιστεύω, δεν ξεγελιέμαι, δεν εξαπατώμαι). ΣΥΝ. μασώ (3), χάφτω (1) 5. (μτφ.-προφ.) ταλαιπωρώ, κουράζω σωματικά ή ψυχικά: Με ~ει το παράπονο/το σαράκι. Με έφαγε με την γκρίνια της. Με έφαγαν οι δουλειές/οι δρόμοι/οι έγνοιες/τα ξενύχτια/οι τύψεις/οι υποχρεώσεις/τα χρέη. Τον έχει φάει ο έρωτας/το ποτό. Πβ. βασανίζω, κατα-βάλλω, -πονώ, τυραννώ. 6. (μτφ.-προφ., ως απολεξικοποιημένο ρ.) υφίσταμαι κάτι: ~ ανάποδη/κλοτσιά/κράξιμο/μούντζα/μπουνιά/χαστούκι. Έφαγα ένα μποτιλιάρισμα/μια τούμπα. Έφαγα όλη τη βροχή (στο κεφάλι). Θα φάει φυλακή (= θα φυλακιστεί). 7. (μτφ.-προφ.) δέχομαι: Τερματοφύλακας που δύσκολα ~ει γκολ. Η ομάδα έφαγε μια τεσσάρα.|| ~ καμπάνα/κλήση (για παράνομη στάθμευση)/ποινή (πβ. τιμωρούμαι). Ο ποδοσφαιριστής έφαγε κόκκινη κάρτα. 8. (μτφ.-προφ.) παραλείπω: ~ γράμματα (: δεν προφέρω καθαρά)/τις λέξεις διαβάζοντας (πβ. πηδώ). 9. (μτφ.-λαϊκό) σκοτώνω· διώχνω· νικώ: Τον έφαγαν τα ναρκωτικά. Πάει, τον φάγανε τον άνθρωπο (πβ. βγάζω από τη μέση, ξεπαστρεύω). (ως απειλή) Αν κουνηθείς, σε έφαγα.|| Τον έφαγαν από γραμματέα.|| Σε έφαγα σε ταχύτητα (πβ. κερδίζω).τρώει 1. (για έντομο) τσιμπά· (για ζώο) δαγκώνει ή κατασπαράζει: Με έφαγαν τα κουνούπια/οι μύγες/οι σκνίπες.|| Ο σκύλος όρμησε να με φάει. Τον έφαγε καρχαρίας. 2. (μτφ.-προφ.) διαβρώνει, φθείρει ή καταστρέφει (ένα υλικό): Η σκουριά ~ το μέταλλο. Τα γρανάζια/τα λάστιχα/οι τροχοί έχουν ~θεί από τη χρήση. ~θηκαν τα παπούτσια. 3. (μτφ.-προφ.) κόβει: Η μηχανή του κιμά τού έφαγε το δάχτυλο. Πβ. συνθλίβω. ● Παθ.: τρώγεται: για κάτι που μπορεί να αποτελέσει τροφή· για τροφή που μπορεί να καταναλωθεί, να φαγωθεί: Ανάλατο/άνοστο/ξαναζεσταμένο φαγητό που δεν ~. Το ρύζι ήθελε λίγο βράσιμο ακόμη, αλλά ~., τρώγομαι (μτφ.-προφ.) 1. μαλώνω, καβγαδίζω, τσακώνομαι: ~ονται μεταξύ τους για την προεδρία (= ανταγωνίζονται, διεκδικούν). ~ονται σαν τα κοκόρια/σαν τα σκυλιά. Πβ. σκυλο~. 2. δυσανασχετώ, γκρινιάζω: Όλη την ώρα ~εται, δεν τον αντέχω πια. Πβ. κλαψουρίζω, μεμψιμοιρώ. 3. επιθυμώ έντονα ή απαιτώ επίμονα κάτι: ~εται (= ξύνεται) για καβγά. Φαγώθηκε να με συναντήσει. 4. (συνήθ. με άρνηση) είμαι συμπαθής: Δεν ~εται με τίποτα αυτός (: είναι αντιπαθής, ανυπόφορος). ● ΦΡ.: έφαγα τον κόσμο (μτφ.-προφ.): έψαξα παντού, πολύ: ~ ~ να σε βρω. , έχεις μαχαίρι, τρως πεπόνι (μτφ.-προφ.): αν έχεις τα απαιτούμενα μέσα ή την εξουσία, εξασφαλίζεις και τα ανάλογα αγαθά., θα σε φάει (μτφ.-προφ.): (κάτι αρνητικό) θα σου κάνει κακό: Το πείσμα/η περιέργειά σου ~ ~. , θα σε φάω: ως απειλή: Αν με μαρτυρήσεις, ~ ~.|| (χαϊδευτ.) Άτιμο, ~ ~., θα φάμε καλά (προφ.): θα καταναλώσουμε πολύ και καλό φαγητό και κατ' επέκτ. θα καλοπεράσουμε. , θα φας καλά! (ειρων.-χιουμορ.): θα καλοπεράσεις., μαύρο φίδι που σ' έφαγε/θα σε φάει: ως απειλή: ~ ~, όταν καταλάβουν τι ζημιά έχεις κάνει. Πβ. αλίμονό σου., ό,τι φάμε κι ό,τι πιούμε (κι ό,τι αρπάξει ο κώλος μας) (προφ.): για την αξία που αποδίδουν μερικοί στις εφήμερες απολαύσεις., τις τρώω (μτφ.-προφ.): με δέρνουν: Τις έφαγα και χωρίς να φταίω. (απειλητ.) Θα τις φας, για να μάθεις (πβ. θα σου τις βρέξω). ΣΥΝ. τις αρπάζω, τρώω ξύλο, το τρώει το φαΐ του/της (προφ.-ειρων.): είναι παχύς/παχιά., τρώγοντας ανοίγει/έρχεται η όρεξη (παροιμ.-συνήθ. μτφ.): όσο ικανοποιείται μια επιθυμία, τόσο πιο πολύ αυξάνεται. [< γαλλ. l'appétit vient en mangeant] , τρώω με τα μάτια/με το βλέμμα (μτφ.-προφ.): κοιτάζω επίμονα, συνήθ. ερωτικά. Πβ. γδύνω με τα μάτια., τρώω τη σκόνη (κάποιου) (αργκό): χάνω σε αναμέτρηση, μένω πίσω: Καλή ομάδα, αλλά τελικά έφαγε ~ του αουτσάιντερ! Νόμιζες ότι θα κέρδιζες, τώρα φάε ~ μου!, φάτε μάτια ψάρια και κοιλιά περίδρομο (παροιμ.): σε περιπτώσεις που κάποιος δεν μπορεί να έχει κάτι που επιθυμεί πολύ και αρκείται μόνο να το βλέπει: Με τις τιμές που πήραν τα λαχανικά στις λαϊκές, ~ ~!, (για) κοίτα/κοιτάξτε έναν ... βλ. κοιτάζω, (το) έφαγε το κεφάλι του βλ. κεφάλι, από πίτα που δεν τρως, τι σε νοιάζει/μέλει κι αν καεί βλ. πίτα, από τα μετρημένα τρώει ο λύκος βλ. μετρημένος, δεν δαγκώνω/δεν τρώω! βλ. δαγκώνω, δεν έχει ψωμί να φάει βλ. ψωμί, δεν τρώω άχυρα/σανό βλ. άχυρο, δίνω/τρώω φύσημα βλ. δίνω, δούλεψε να φας και κλέψε να ’χεις βλ. δουλεύω, έφαγα ήττα βλ. ήττα, έφαγα πακέτο βλ. πακέτο, έφαγε σαβούρα/σούπα/χύμα βλ. σαβούρα, έχει φάει/έφαγε τα λυσσακά του βλ. λυσσακά, έχω φάει/έφαγα τη θάλασσα με το κουτάλι βλ. θάλασσα, ζω με/τρώω αέρα κοπανιστό βλ. αέρας, η εκδίκηση είναι ένα πιάτο/φαγητό που τρώγεται κρύο βλ. εκδίκηση, η πολλή δουλειά τρώει τον αφέντη βλ. αφέντης, αφέντρα, η φτήνια τρώει τον παρά βλ. φτήνια, θα του φάω/κόψω το λαρύγγι/τ' αυτί βλ. λαρύγγι, θα φάει η μύγα σίδερο και το κουνούπι ατσάλι βλ. μύγα, θα φάει/έχει να φάει πολλά ψωμιά/καρβέλια ακόμα βλ. ψωμί, θα φάμε κόλλυβα βλ. κόλλυβα, θα φάμε κουφέτα βλ. κουφέτο, θέλει/παίρνει/τρώει ώρα/ώρες βλ. ώρα, θρέψε λύκο τον χειμώνα, να σε φάει το καλοκαίρι βλ. λύκος, μασάω/τρώω σίδερα βλ. σίδερο, με τρώει η γλώσσα μου βλ. γλώσσα, με τρώει η μύτη μου βλ. μύτη, με τρώει η περιέργεια βλ. περιέργεια, με τρώει το μαράζι βλ. μαράζι, με τρώει το χέρι μου βλ. χέρι, μεγάλη μπουκιά φάε, μεγάλη κουβέντα/μεγάλο λόγο μην λες/πεις βλ. μπουκιά, μη φας, έχουμε γλάρο/γλαρόσουπα βλ. γλαρόσουπα, μου έφαγε/μου 'φαγε τ' αυτιά βλ. αυτί, μου καίει/τρώει τα σωθικά βλ. σωθικά, μου τρώει τα συκώτια/το συκώτι βλ. συκώτι, να τρώει η μάνα και του παιδιού να μη δίνει βλ. μάνα, να φαν κι/φάνε και οι κότες βλ. κότα, όποιος ανακατεύεται/μπλέκει με τα πίτουρα, τον τρών(ε) οι κότες βλ. ανακατεύω, όποιος φεύγει/όποιο πρόβατο βγαίνει απ' το μαντρί/κοπάδι, το(ν) τρώει ο λύκος βλ. μαντρί, παθαίνω/τρώω (μεγάλο/χοντρό) τράκο βλ. τράκο, παίρνει/τρώει χρόνο βλ. χρόνος, πεινώ/τρώω σαν λύκος βλ. λύκος, πέσε πίτα να σε φάω βλ. πίτα, πήγε/έπεσε να με φάει βλ. πηγαίνω & πάω, ροκανίζω τον χρόνο βλ. ροκανίζω, ρουφάει/πίνει το αίμα/το μεδούλι κάποιου βλ. ρουφώ, σκάω από τη ζήλια μου/με τρώει η ζήλια βλ. ζήλια, τα θέλει/τον τρώει ο κώλος/πισινός/κωλαράκος του βλ. κώλος, τα λόγια σου με χόρτασαν/ο λόγος σου με χόρτασε και το ψωμί σου φάτο βλ. χορταίνω, το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό βλ. ψάρι, τον έφαγε το μαύρο σκοτάδι βλ. σκοτάδι, τον/το τρώει η μαρμάγκα βλ. μαρμάγκα, τραβάω/τρώω ζόρι/ζόρια βλ. ζόρι, τρώγεται με τα ρούχα του βλ. ρούχο, τρώει με δέκα/με χρυσές μασέλες βλ. μασέλα, τρώει με χρυσά κουτάλια βλ. χρυσός, τρώει σαν πουλάκι βλ. πουλάκι, τρώει τα νύχια του για καβγά βλ. νύχι, τρώνε τα μουστάκια τους βλ. μουστάκι, τρώμε τις σάρκες μας βλ. σάρκα, τρώω (κάποιον) λάχανο βλ. λάχανο, τρώω κάτι με το κουτάλι βλ. κουτάλι, τρώω ξύλο βλ. ξύλο, τρώω πόρτα βλ. πόρτα, τρώω σκατά βλ. σκατό, τρώω σουτ βλ. σουτ1, τρώω στη μάπα/στη μούρη βλ. μάπα, τρώω τα σίδερα βλ. σίδερο, τρώω τάπα/ρίχνω σε κάποιον τάπα βλ. τάπα1, τρώω τη/χάνω τη/πηγαίνει χαμένη η μέρα μου βλ. μέρα, τρώω του σκασμού/μέχρι σκασμού/το(ν) σκασμό βλ. σκασμός, τρώω φρίκη βλ. φρίκη, τρώω χώμα βλ. χώμα, τρώω ψωμί (από κάποιον) βλ. ψωμί, τρώω/έχω φάει τρελό/μεγάλο/χοντρό/τεράστιο κόλλημα βλ. κόλλημα, τρώω/καταβροχθίζω/πίνω/κατεβάζω τον αγλέο(υ)ρα/το καταπέτασμα/τ' άντερά μου/τον άμπακα/τον αβλέμονα βλ. αγλέουρας, τρώω/καταβροχθίζω/ρουφάω ένα βιβλίο βλ. βιβλίο, τρώω/κατεβάζω τον περίδρομο βλ. περίδρομος, τρώω/μασάω κουτόχορτο βλ. κουτόχορτο, τρώω/μασάω το παραμύθι (κάποιου) βλ. παραμύθι, τρώω/ξοδεύω από τα έτοιμα βλ. έτοιμος, τρώω/σπάω τα μούτρα μου βλ. μούτρο, φάγαμε τον γάιδαρο/το βόδι κι έμεινε η ουρά βλ. γάιδαρος, φάγαμε ψωμί κι αλάτι βλ. αλάτι, φάε την κρέμα/την κρεμούλα σου βλ. κρέμα, φάε/δάγκωσε/κατάπιε τη γλώσσα σου! βλ. γλώσσα [< μτγν. τρώγω, μεσν. τρώω]

τύχη

τύχη τύ-χη ουσ. (θηλ.) 1. σύμπτωση ευνοϊκών καταστάσεων: Με λίγη ~ θα κερδίσουμε. Η ~ του βρίσκεται στα χέρια (+γεν.) … Δεν είχε ~ στη ζωή του. Είναι ζήτημα ~ης αν θα τα καταφέρει.|| (στα τυχερά παιχνίδια:) Έχει μεγάλη ~ σήμερα (πβ. φάρδος, ΑΝΤ. γκίνια).|| (ως ευχή:) Καλή ~! Πβ. καλοτυχία. ΑΝΤ. ατυχία (1), γκαντεμιά, κακοτυχία 2. οτιδήποτε καθορίζει θετικά ή αρνητικά την εξέλιξη γεγονότων, χωρίς να έχει προβλεφθεί· μοίρα, πεπρωμένο: Έτσι τα έφερε/τα ΄φερε η ~. Αναζήτησε καλύτερη ~ στο εξωτερικό. Η ~ ευνοεί τους τολμηρούς. Τον εγκατέλειψε η ~ του. Πβ. γραφτό, ειμαρμένη, ριζικό. ΣΥΝ. τυχερό (1) 3. ό,τι σχετίζεται με το μέλλον ή τη μετέπειτα εξέλιξη κάποιου: οι ~ες των ανθρώπινων κοινωνιών. Εντείνεται η ανησυχία για την ~ των αμάχων. Συγκεχυμένες είναι οι πληροφορίες για την ~ των αγνοουμένων.|| (για πράγμα) Αγνοείται η ~ των έργων τέχνης που εκλάπησαν. ● ΣΥΜΠΛ.: ο τροχός της τύχης βλ. τροχός, πείραμα τύχης βλ. πείραμα ● ΦΡ.: από (καθαρή) τύχη: χάρη σε τυχαίο γεγονός ή ευνοϊκή συγκυρία: ~ ~ δεν υπήρξαν θύματα. Επέζησε/σώθηκε ~ ~. Πβ. ως εκ θαύματος., αφήνω/εγκαταλείπω/παρατώ κάποιον/κάτι στην τύχη/στη μοίρα του: δεν νοιάζομαι για κάποιον ή κάτι, αδιαφορώ πλήρως για αυτό(ν): Είχε αφήσει/εγκαταλείψει/παρατήσει ~ του τον άρρωστο πατέρα της. Πβ. αφήνω κάποιον στη δυστυχία του., για καλή/για κακή μου τύχη: (σε αφήγηση) ευτυχώς/δυστυχώς για μένα: Για καλή ~, είχα εξαιρετικούς καθηγητές. Για κακή ~ με έκλεψαν., δεν έχει τύχη: δεν πρόκειται να πετύχει καλά αποτελέσματα, να έχει θετική κατάληξη: Η ομάδα ~ ~ στον τελικό. Με τόσο συντηρητικές απόψεις δεν ~εις ~., δοκιμάζω την τύχη μου: ριψοκινδυνεύω: Δεν είναι σίγουρος για το αποτέλεσμα, αλλά θα ~σει ~ του., έχω την τύχη με το μέρος μου: έχω την εύνοια της τύχης, είμαι καλότυχος: Όλα καλά του πάνε, έχει ~ ~ του!, η τύχη μού γελάει/μού χαμογελάει: αποδεικνύομαι τυχερός: Τόσα χρόνια ζούσε με μεροκάματα, αλλά του χαμογέλασε η τύχη και κέρδισε το λαχείο., η τύχη μού γυρίζει την πλάτη: είμαι κακότυχος: Ενώ όλα πήγαιναν μια χαρά, ξαφνικά η τύχη τού γύρισε ~. Η τύχη γύρισε την πλάτη στην ομάδα., κάνω/βρίσκω την τύχη μου: μου τυχαίνει κάτι καλό και πετυχαίνω, πλουτίζω: Έκανε/βρήκε ~ του στο εξωτερικό., κατά τύχη: τυχαία, συμπτωματικά: Βρέθηκε στην περιοχή ~ ~., κοινή γαρ η τύχη και το μέλλον αόρατο (γνωμ.): όλοι μπορεί να βρεθούν στην ίδια θέση, καθώς η έκβαση των πραγμάτων δεν μπορεί να προκαθοριστεί., κρατώ στα χέρια μου την τύχη κάποιου: καθορίζω, κατευθύνω τη ζωή του., πού τέτοια τύχη! & (σπάν.) χάρη: για να δηλωθεί ότι κάτι δεν μπορεί να γίνει, παρόλο που θα ήταν επιθυμητό: Ήλπιζα ότι θα έβρισκα εισιτήρια, αλλά ~ ~! -Ήρθε; -Μπα! ~ ~! Πβ. πού τέτοιο πρά(γ)μα!, στην τύχη: χωρίς πλάνο, όπως να ’ναι: Αγοράζει/διαλέγει/επιλέγει ~ ~. ΣΥΝ. απλώς/εική και ως έτυχε, στα κουτουρού, στα τυφλά (1), την τύχη/το κέρατό μου μέσα (αργκό-υβριστ.): για να δηλωθεί έντονη αγανάκτηση., τύχη αγαθή [τύχῃ ἀγαθῇ] (λόγ.): κατά καλή τύχη: ~ ~ (: ευτυχώς) αποφεύχθηκε το μοιραίο.|| (επίσ.) ~ ~ έδοξε τη Ακαδημία Αθηνών ..., ακολουθεί τη μοίρα/την τύχη κάποιου βλ. ακολουθώ, αν έχεις τύχη διάβαινε και ριζικό περπάτει βλ. διαβαίνω, ανοίγει η τύχη μου βλ. ανοίγω, αφήνω (κάτι) στην τύχη βλ. αφήνω, γαμώ την τύχη/το φελέκι μου βλ. φελέκι, είμαι άξιος της μοίρας/της τύχης μου βλ. άξιος, ειρωνεία της τύχης βλ. ειρωνεία, ένωσαν τις τύχες τους βλ. ενώνω, έτσι το θέλησε η μοίρα/ο Θεός/η τύχη βλ. θέλω, η τύχη του πρωτάρη βλ. πρωτάρης, πρωτάρα, κοιμάται κι η τύχη του δουλεύει βλ. κοιμάμαι, μίλησε με την τύχη (του) βλ. μιλώ, τύχη βουνό βλ. βουνό [< 1,2: αρχ. τύχη 3: γαλλ. sort]

τώρα

τώρα τώ-ρα επίρρ. 1. αυτή την ώρα, αυτή τη στιγμή: Πού να βρίσκεται ~; (Έ)ως/ίσαμε/μέχρι ~ δεν έχει σημειωθεί κανένα πρόβλημα. Τι θυμήθηκα ~! Γίνε μέλος/κάντε κράτηση ~! Παλιότερα τον δικαιολογούσα, αλλά ~ δεν μπορώ. ~ βέβαια μιλάμε εντελώς θεωρητικά. Να περάσουμε ~ στο συμβάν. Και ~ έρχομαι στο διά ταύτα.|| Aπό ~ (= εδώ) και μετά/στο εξής/στο μέλλον. ~ πλέον τα πράγματα έχουν αλλάξει. Δεν είναι ~ πια της μόδας. ~ να δούμε τι θα γίνει. ~ που μπορώ, θα πάω διακοπές.|| Άλλοτε και ~ (= σήμερα). ΑΝΤ. παλιά.|| (ως ουσ., το παρόν:) Το τότε/πριν/χτες και το ~. Το ~ και το αύριο/μετά. Προσπαθεί να ζήσει το ~ και να ξεχάσει το παρελθόν. 2. αμέσως: Ειδοποίησέ την ~! Πες του να έρθει ~! Ό,τι είναι να γίνει πρέπει να γίνει ~! (εμφατ.) ~ αμέσως. 3. για να δοθεί έμφαση σε κάτι που έχει αρχίσει από καιρό ή στη χρονική διάρκεια γεγονότος: Χρόνια ~ ακούμε τα ίδια και τα ίδια. Eίναι δυο χρόνια ~ που ασχολείται με την υπόθεση. Πάνε ~ έξι μήνες που δεν την έχουμε δει. 4. για να δηλωθεί απορία, αδιέξοδο, δυσαρέσκεια, απειλή: Και ~ τι κάνουμε;|| ~ πια είναι αργά.|| ~ βρήκες και συ την ώρα να το συζητήσουμε.|| ~ θα δει τι έχει να πάθει! ● ΦΡ.: από τώρα; (προφ.): από τόσο νωρίς;: Φεύγουμε ~ ~; ~ ~ πας να κοιμηθείς;, ή τώρα ή ποτέ: για κάτι που πρέπει να γίνει εξάπαντος ή να ξεκινήσει τη στιγμή που μιλάμε: Είπα ~ ~ και το τόλμησα!, τώρα δα/μόλις (προφ.) 1. πριν από πολύ λίγο: ~ ~ με πήρε τηλέφωνο. Πβ. προ ολίγου. 2. αυτή(ν) ακριβώς τη στιγμή: Αυτό σκεφτόμουν ~ ~., τώρα μάλιστα (προφ.): δηλώνει επιβράβευση ή αποδοκιμασία, δυσαρέσκεια: ~ ~, σε παραδέχομαι!|| ~ ~! Μας σώσατε., τώρα τελευταία (προφ.): εδώ και λίγο καιρό: Δεν αισθάνομαι καλά ~ ~ (= τον τελευταίο καιρό)., αιώνες τώρα βλ. αιώνας, εδώ και τώρα βλ. εδώ, έλα τώρα/δα! βλ. έλα, έτσι/τώρα εξηγείται! βλ. εξηγώ, θα σου 'λεγα (τώρα) βλ. λέω, λέμε τώρα βλ. λέω, μη χέ(σω) (τώρα) βλ. χέζω, τώρα δέσαμε! βλ. δένω, τώρα είναι που ... βλ. που, τώρα κοντά βλ. κοντά, τώρα που βρήκαμε παπά, ας/να θάψουμε πεντέξι βλ. παπάς, τώρα που γυρίζει βλ. γυρίζω [< μτγν. τώρα]

ύλη

ύλη [ὕλη] ύ-λη ουσ. (θηλ.) {υλ-ών} 1. ουσία, συστατικό στοιχείο από το οποίο αποτελείται ένα φυσικό σώμα· γενικότ. οτιδήποτε καταλαμβάνει χώρο, έχει μάζα και μπορεί να μετατραπεί σε ενέργεια: ανόργανη/οργανική/συμπυκνωμένη/συνθετική ~. Η αφθαρσία/η διάταξη/η δομή/οι ιδιότητες/η μεταφορά/τα σωματίδια της ~ης. Η ~ εμφανίζεται σε αέρια, στερεή και υγρή κατάσταση/μορφή. Βλ. αντι~.|| Καύσιμη/υφαντική ~. Εκρηκτικές/εύφλεκτες/χρωστικές ~ες.|| (ΦΙΛΟΣ.) Ο άνθρωπος αποτελείται από ~ και πνεύμα. Βλ. υλισμός.|| (ΒΙΟΛ.) Έμβια/ζώσα ~ (: ~ των ζωντανών οργανισμών). 2. τα υλικά αγαθά: προσκόλληση στην ~ (: στις υλικές απολαύσεις, ΑΝΤ. πνευματικά αγαθά). 3. το σύνολο των θεμάτων που περιλαμβάνονται στον γραπτό ή ηλεκτρονικό Τύπο, σε ένα βιβλίο ή έντυπο: αθλητική/δημοσιογραφική/πολιτική ~. Εφημερίδα με πλούσια ~. Εκπομπή/περιοδικό ποικίλης ~ης (πβ. θεματολογία). Επιμελητής/συντάκτης (πβ. υλατζής)/υπεύθυνος ~ης. 4. (συνεκδ.) το περιεχόμενο γνωστικού αντικειμένου ή μαθήματος: διδακτέα/εξεταστέα ~. Διεύρυνση/μείωση της ~ης. Εκτός/εντός ~ης. Το τελευταίο κεφάλαιο δεν θα είναι στην ~. ● ΣΥΜΠΛ.: γραφική ύλη: κάθε αντικείμενο που χρησιμεύει στο γράψιμο: είδη ~ής ~ης. Βλ. μαρκαδόρος, μολύβι, στιλό, χαρτικά., πρώτη ύλη: ΟΙΚΟΝ. ακατέργαστο ή επεξεργασμένο υλικό το οποίο χρησιμοποιείται στη βιομηχανία για την παραγωγή προϊόντων· κατ' επέκτ. καθετί που αποτελεί τη βάση προκειμένου να δημιουργηθεί κάτι: αγροτικές (: ζωικές, φυτικές)/ανανεώσιμες/ενεργειακές/ορυκτές/φυσικές ~ες ~ες. Ανακύκλωση ~ων ~ών. || Η ελληνική κουζίνα βασίζεται σε εξαιρετικές ~ες ~ες. || (μτφ.) Έγραψε το βιβλίο έχοντας ως ~ ~ τις προσωπικές του εμπειρίες. [< αγγλ. raw material] , αρτυματικές ύλες/ουσίες βλ. αρτυματικός, γλυκαντικές ουσίες/ύλες βλ. γλυκαντικός, μεσοαστρική ύλη βλ. μεσοαστρικός, σκοτεινή ύλη βλ. σκοτεινός, φερτές ύλες βλ. φερτός ● ΦΡ.: εφ' όλης της ύλης (λόγ.): για κάθε πλευρά ενός ζητήματος: διάλογος/ενημέρωση/συζήτηση/συνέντευξη ~ ~. Ο πρωθυπουργός θα μιλήσει ~ ~., καθ' ύλη(ν) αρμοδιότητα βλ. αρμοδιότητα, ο καθ΄ύλην αρμόδιος βλ. αρμόδιος [< αρχ. ὕλη, γαλλ. matière]

υπερδύναμη

υπερδύναμη [ὑπερδύναμη] υ-περ-δύ-να-μη ουσ. (θηλ.): κράτος με κύρος και τεράστια στρατιωτική, οικονομική, πολιτική και πολιτιστική ισχύ, που έχει τη δυνατότητα άσκησης επιρροής σε παγκόσμιο επίπεδο: αναδυόμενη ~. || (κατ' επέκτ.) ~ στο μπάσκετ. [< μεσν. υπερδύναμις, αγγλ. superpower, 1944]

υπηρεσία

υπηρεσία [ὑπηρεσία] υ-πη-ρε-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. εργασία που ανατίθεται σε δημόσιο συνήθ. υπάλληλο ή στρατιωτικό και ο χρόνος που διαρκεί: ~ γραφείου. Αναλαμβάνω/εκτελώ ~. Άρνηση ~ας.|| Βρίσκεται/είναι/τίθεται εκτός ~ας (: απολύεται ή απαλλάσσεται από τα καθήκοντά του). Απαγορεύεται η εγκατάλειψη του πόστου σας εν/σε ώρα ~ας. (λόγ.) Σκοτώθηκαν εν ~.|| Αξιωματικός/λοχίας/υπάλληλος ~ας (: που αναλαμβάνει την εκτέλεση μιας εργασίας ανά τακτά διαστήματα και για ορισμένο χρόνο).|| Έχει έξι χρόνια ~ σε τράπεζα. Πβ. προϋπηρεσία.|| Συντάξιμη ~. Αποσύρθηκε από την ενεργό ~.|| (ΣΤΡΑΤ.) Ένοπλη ~. Ελεύθερος ~ας. 2. (συνεκδ.) τομέας ή κλάδος, συνήθ. με ιεραρχική οργάνωση, που είναι επιφορτισμένος με συγκεκριμένο έργο: αρμόδια/διοικητική/ιατρική/νομική/νοσηλευτική/οικονομική/συμβουλευτική/ταμειακή/τελωνειακή/τεχνική/υγειονομική ~. Δημόσιες ~ες (απασχόλησης). ~ ασφαλείας/βιβλιοθήκης/διαμεσολάβησης/διαχείρισης/εκδόσεων/επικοινωνίας/(τηλεφωνικού) καταλόγου/Τύπου/υγείας/χαρτογράφησης. Γραφεία και ~ες του δήμου/κράτους/οργανισμού/πανεπιστημίου/υπουργείου. Διάρθρωση/λειτουργία/οργάνωση της ~ας. Ο προϊστάμενος/το προσωπικό της ~ας. Πβ. Αρχή.|| (σε επωνυμίες κρατικών ~ών, με κεφαλ. Υ) ~ Πολιτικής Αεροπορίας (ακρ. ΥΠΑ). Γεωγραφική ~ Στρατού (ακρ. ΓΥΣ). Μεταφραστική ~ του Υπουργείου Εξωτερικών. Υδρογραφική ~ του Πολεμικού Ναυτικού. Eθνική ~ Πληροφοριών (ακρ. EYΠ). 3. το σύνολο των παροχών που προσφέρει μια δημόσια ή ιδιωτική επιχείρηση: διαδικτυακή/ηλεκτρονική/νόμιμη/ταχυδρομική/τηλεφωνική ~. Δωρεάν ~ ανταλλαγής άμεσων μηνυμάτων. Έλεγχος/κατάσταση/ποιότητα/χρεώση ~ών. Οι ~ες του ξενοδοχείου είναι άψογες. Βλ. τηλεϋπηρεσίες. 4. προσφορά, συνήθ. χωρίς αντάλλαγμα, υπηρέτηση σκοπού: Του απένειμαν παράσημο για τις εξαίρετες/πολύτιμες ~ες του στο έθνος.|| Η επιστήμη (τίθεται) στην ~ των ανθρώπων. Έθεσε τον εαυτό του στην ~ του Θεού/του κοινωνικού συνόλου/της πατρίδας. Πβ. διακονία. 5. (συνεκδ.-κυρ. παλαιότ.) υπηρέτης ή υπηρετικό προσωπικό: δωμάτιο/είσοδος/σκάλα/στολή ~ας. Πβ. οικιακή βοηθός, παραδουλεύτρα.υπηρεσίες (οι): μη υλικά αγαθά που προσφέρονται από ιδιωτικούς και δημόσιους φορείς και συγκροτούν τον τριτογενή τομέα παραγωγής. ● ΣΥΜΠΛ.: καλές υπηρεσίες: ΠΟΛΙΤ. διπλωματική παρέμβαση τρίτου προσώπου ή κράτους για την ειρηνική επίλυση διαφορών., κινητές υπηρεσίες: ΤΗΛΕΠ. υπηρεσίες που προσφέρει ένα κινητό τηλέφωνο στον χρήστη εκτός από τις υπηρεσίες φωνής και γραπτών μηνυμάτων: ~ ~ δεδομένων. [< αγγλ. mobile services] , κοινωνικές υπηρεσίες: παροχές που δίνονται από ιδιωτικούς ή δημόσιους φορείς για την οικονομική, ψυχολογική ή πνευματική στήριξη των μελών μιας κοινωνίας· συνεκδ. οι αντίστοιχοι φορείς: ~ ~ του δήμου/κοινής ωφέλειας. [< αγγλ. social services] , υπηρεσία μιας στάσης: εταιρεία ή γραφείο που προσφέρει γρήγορα και άμεσα ποικιλία υπηρεσιών στους πελάτες, όπως συμβουλές, πληροφόρηση ή χορήγηση βεβαιώσεων και δικαιολογητικών. [< αγγλ. one-stop shop] , υπηρεσία υπαίθρου (επίσ.): αγροτικό: γιατρός υπόχρεος ~ας ~., (Εθνική) Μετεωρολογική Υπηρεσία βλ. μετεωρολογικός, ανάληψη υπηρεσίας βλ. ανάληψη, Αρχαιολογική Υπηρεσία βλ. αρχαιολογικός, αστυκτηνιατρική υπηρεσία βλ. αστυκτηνιατρικός, δελτίο παροχής υπηρεσιών βλ. δελτίο, διατεταγμένη υπηρεσία βλ. διατάσσω, Ευρωπαϊκή Εθελοντική Υπηρεσία βλ. εθελοντικός, καθολική υπηρεσία βλ. καθολικός, μυστικές υπηρεσίες βλ. μυστικός, Πυροσβεστική Υπηρεσία/Πυροσβεστικό Σώμα βλ. πυροσβεστικός, στολή υπηρεσίας βλ. στολή, υπηρεσία δωματίου βλ. δωμάτιο ● ΦΡ.: είμαι/έχω υπηρεσία: είναι η σειρά μου να εκτελέσω μια εργασία, η οποία ανατίθεται συνήθ. διαδοχικά σε άτομα ανά τακτά χρονικά διαστήματα., εξέρχομαι της υπηρεσίας (επίσ.): φεύγω, αποχωρώ από δημόσια υπηρεσία, κυρ. λόγω συνταξιοδότησης: Ο Νόμος ισχύει για όσους υπαλλήλους ~ονται ~ από ... [< 1,2,3: γαλλ. service 4: αρχ. ὑπηρεσία 5: γαλλ. femme de service]

φαγοπότι

φαγοπότι φα-γο-πό-τι ουσ. (ουδ.) (προφ.): πλουσιοπάροχο γεύμα, διασκέδαση με άφθονο φαγητό και ποτό: μουσική, χορός και ~. Πβ. γλέντι, ευωχία, λουκούλλειο γεύμα, τσιμπούσι. ● ΦΡ.: μεγάλο/γερό φαγοπότι (μτφ.): μεγάλη κατάχρηση (δημόσιου) χρήματος. Βλ. σκάνδαλο. [< μεσν. φαγοπότι(ο)ν]

φλάρος

φλάρος φλά-ρος ουσ. (αρσ.): στη ● ΦΡ.: τον κακό σου τον καιρό/τον φλάρο! (προφ.): ως κατάρα ή αποδοκιμασία για τα λόγια ή τις πράξεις κάποιου. ΣΥΝ. την κακή (και την ψυχρή) σου μέρα! [< μεσν. φράρος < βεν. frar ‘καλόγερος’]

χαρά

χαρά χα-ρά ουσ. (θηλ.) 1. έντονα θετικό συναίσθημα που συνιστά έκφραση ευτυχίας και προκαλείται από την εκπλήρωση στόχου ή επιθυμίας: εσωτερική ~. ~ και αισιοδοξία/ικανοποίηση/περηφάνια/συγκίνηση. Η ~ της δημιουργίας/του έρωτα/της ζωής/της νίκης/του παιχνιδιού. Χαμόγελα ~άς. Με ιδιαίτερη/περισσή ~. Τρελός από ~. Γέλια και ~ές. Η ~ μου δεν περιγράφεται/είναι απερίγραπτη. Είναι όλο ~. Δάκρυσε/έκλαψε/λάμπει από ~. Τα λόγια σου μου δίνουν μεγάλη ~ (= με κάνουν πολύ χαρούμενο). Χρόνια πολλά με υγεία και ~! (σε λόγο:) Έχω τη ~ και την τιμή να ... Είναι ~ μου που βρίσκομαι σήμερα μαζί σας. Πβ. ευχαρίστηση. Βλ. ενθουσιασμός. ΑΝΤ. θλίψη (1), λύπη (1), στενοχώρια 2. (συνεκδ.) οτιδήποτε προκαλεί το αντίστοιχο συναίσθημα· χαρούμενο συμβάν: απλές/καθημερινές/οικογενειακές ~ές. Ο ερχομός του ήταν (μια) ανέλπιστη/απροσδόκητη ~. Έχουμε διπλή ~ στο σπίτι: γάμο και γεννητούρια. Απολαμβάνω/γεύομαι τις μικρές ~ές (= μικροχαρές) της ζωής. Περάσαμε ~ές και λύπες. ● Υποκ.: χαρούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: παιδική χαρά: υπαίθριος χώρος ψυχαγωγίας για παιδιά, στον οποίο υπάρχουν διάφορα παιχνίδια (κούνιες, τραμπάλα, τσουλήθρα): η ~ ~ της γειτονιάς. Βλ. λούνα παρκ, παιδότοπος, πάρκο.|| (μτφ.) Η άμυνα της ομάδας θυμίζει ~ ~., τσάρτερ της χαράς βλ. τσάρτερ, χαράς ευαγγέλια βλ. ευαγγέλιο ● ΦΡ.: γεια χαρά (προφ.) & (λαϊκό) γεια χαραντάν: ως φιλικός χαιρετισμός: ~ ~, παιδιά! ~ ~ σ' όλους! Γεια (σου) και χαρά σου!, η χαρά του ... (προφ.-συχνά ειρων.): για να δηλωθεί ότι κάτι προσφέρει μεγάλη ευχαρίστηση σε κάποιον, έχει σε μεγάλο βαθμό στοιχεία που τον ικανοποιούν: Αυτοκίνητα, ~ ~ των ανδρών. Το δωμάτιό της είναι ~ ~ παιδιού (: γεμάτο παιχνίδια). Πόλη που είναι ~ ~ αρχιτέκτονα., κάνω χαρά/χαρές/χαρούλες: εξωτερικεύω τη χαρά μου: Έκανε μεγάλη χαρά που μας είδε. Μας έκανε (πολλές) χαρές/χαρούλες (: μας υποδέχτηκε θερμά).|| Το τι χαρές έκανε με τα δώρα της, δεν λέγεται!|| Ε, ρε χαρές (= γλέντια) που έχουμε να κάνουμε!, μέσα/μες στην καλή/τρελή χαρά & (σπάν.) σαν την καλή χαρά (προφ.): πολύ χαρούμενος, κεφάτος: Είναι πάντα/ξύπνησε ~ ~., μετά χαράς (λόγ.): ευχαρίστως, πρόθυμα: Δέχομαι ~ ~., μια χαρά (προφ.): πολύ καλά, ωραία: -Πώς είσαι; -~ ~! Όλα πάνε ~ ~. ~ ~ τα κατάφερες/σε βλέπω. Τα βρήκαν ~ ~ μεταξύ τους. ~ ~ (= με τον καλύτερο δυνατό τρόπο) τη χειρίστηκε την υπόθεση.|| (ειρων.) ~ ~ θα ζήσεις και χωρίς εμένα.|| Γιατί τι έχει; ~ ~ παιδί είναι (: πολύ καλό).|| Θα μπορούσε ~ ~ (= κάλλιστα) να αδιαφορήσει, αλλά δεν το 'κανε., μοιρασμένη χαρά, διπλή χαρά (παροιμ.): η χαρά γίνεται ακόμα μεγαλύτερη, όταν τη μοιραζόμαστε με κάποιον. Βλ. μοιρασμένη λύπη, μισή λύπη., πετώ/πηδώ απ' τη χαρά μου/από χαρά (μτφ.-επιτατ.): είμαι πάρα πολύ χαρούμενος, πανευτυχής: Πέταξε ~ ~, όταν έμαθε ότι ...|| -Χαίρεσαι; -Ε, δεν πετώ κι ~ μου (= δεν τρελαίνομαι κιόλας). Κανονικά, θα 'πρεπε να ~άς από χαρά., στις χαρές/στη χαρά σου! (ευχετ., συνήθ. ως πρόποση): και στα δικά σου!: Άντε, και ~ ~! ~ ~ σας οι λεύτεροι!, χαρά θεού (προφ.): όμορφος καιρός, λιακάδα· κατ' επέκτ. για κάτι πολύ όμορφο, ευχάριστο: ~ ~ σήμερα! Είναι/έχει ~ ~ έξω, πάμε βόλτα;|| ~ ~ η φύση!, χαρά μου: οικεία προσφώνηση: Ό,τι θέλεις, ~ ~!, χαρά σ' αυτόν/σ' εκείνον/στον ... που ... (προφ.-συνήθ. ειρων.): έχει κάθε λόγο να είναι ευτυχισμένος αυτός που ...: Χαρά στον άντρα που θα την πάρει!, χαρά στο κουράγιο/στην υπομονή σου (προφ.): απορώ πώς αντέχεις: ~ ~ που περίμενες τόσες ώρες/τον ανέχεσαι!, (την) κάνει (μια χαρά) τη δουλειά/(τη δουλίτσα) του βλ. δουλειά, γιορτές/χαρές και πανηγύρια βλ. γιορτή, εργασία και χαρά! βλ. εργασία, η τιμή τιμή δεν έχει (και χαρά στον που την έχει) βλ. τιμή, με γεια σου, με χαρά σου βλ. γεια, μια χαρά και δυο τρομάρες βλ. τρομάρα, σιγά το/χαρά στο πρά(γ)μα! βλ. πράγμα, της Κυριακής χαρά και της Δευτέρας λύπη βλ. Κυριακή, χαρά και αγαλλίαση βλ. αγαλλίαση [< αρχ. χαρά]

χάρη

χάρη χά-ρη ουσ. (θηλ.) 1. κομψότητα, λεπτότητα, διακριτική ομορφιά που χαρακτηρίζει ένα πρόσωπο, κυρ. γυναίκα, ή ένα πράγμα: Μιλά/περπατά με/όλο ~. Βλ. θηλυκότητα, φινέτσα.|| Ρούχα με στιλ και ~ (= κομψά). Το δωμάτιο θα έχει άλλη ~ με τα καινούργια έπιπλα. 2. ευεργετική κίνηση που ζητείται ή γίνεται στα πλαίσια διαπροσωπικής σχέσης: Μπορείς να μου κάνεις μια (μεγάλη/μικρή) ~; Θα ήθελα μια ~. Πβ. διευκόλυνση, θέλημα.|| Κάνε λίγη ησυχία, σου το ζητώ σαν ~ (: σε παρακαλώ).|| (δηλωτικό ενόχλησης, εκνευρισμού:) Θα μου κάνεις τη ~ να ησυχάσεις/σωπάσεις, επιτέλους;|| Θα ήθελες πολύ να με δεις λυπημένο, αλλά δεν θα σου κάνω τη ~ (: δεν θα σου δώσω τη χαρά).|| (αρνητ. συνυποδ., ικανοποίηση προσωπικών αιτημάτων, μεροληπτική/ευνοϊκή εξυπηρέτηση:) Προεκλογικές ~ες (: ρουσφέτια). ΣΥΝ. χατίρι 3. ηθική υποχρέωση, ευγνωμοσύνη που αισθάνεται κάποιος απέναντι σε πρόσωπο από το οποίο ευεργετήθηκε: Θα στο χρωστώ (σαν) ~ σε όλη μου τη ζωή. Σου οφείλω μεγάλη ~ που με βοήθησες. 4. ΝΟΜ. άρση, μετατροπή ή μετριασμός ποινής, η οποία γίνεται από το ανώτατο πολιτειακό όργανο (δηλ., στη χώρα μας, από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας), μετά από αμετάκλητη καταδίκη: αίτηση για απονομή ~ης. Του δόθηκε ~ (π.χ. για θανατοποινίτη ή πολιτικό κρατούμενο). Βλ. αμνηστία.χάρες (οι): (για πρόσ., κυρ. γυναίκα) χαρίσματα, προτερήματα, προσόντα· (σπανιότ. για άψυχο) ομορφιές: σωματικές ~. Αρετές και ~. Έχει κρυφές ~.|| Οι φυσικές ~ ενός τόπου. Κάθε ηλικία έχει τις δικές της ~/τις ~ της. ● Υποκ.: χαρούλα (η): στη σημ. 2. ● ΣΥΜΠΛ.: η χάρις/χάρη του Θεού/του Αγίου Πνεύματος βλ. χάρις ● ΦΡ.: άλλος έχει τ' όνομα κι άλλος (έχει) τη χάρη (παροιμ.): άλλος φημίζεται για κάτι, συνήθ. αρνητικό, και άλλος το έχει στην πραγματικότητα. Βλ. όνομα και πρά(γ)μα., για χάρη μου/σου/του (προφ.): για πράξη που είναι κανείς διατεθειμένος να κάνει για κάποιον, χωρίς να υπολογίζει το κόστος: Θα θυσίαζα τα πάντα ~ ~ (= για το χατίρι) σου. Κάν' το ~ ~ μου (: ως παράκληση)!, έχε χάρη ...: συγκαταβατικά για κάποιον που μας προκάλεσε ενόχληση, βλάβη: Έχε/να 'χεις ~ που είσαι φίλος, αλλιώς θα σου 'λεγα (: να αισθάνεσαι ευγνωμοσύνη· να λες καλά που ...). ~ ~ που τα μηχανήματα είναι από τα πιο σύγχρονα, διαφορετικά θα είχαν χαλάσει (: πάλι καλά που ..., ευτυχώς που ...)., η Χάρη Της/Του: για την Παναγία ή Άγιο/Αγία: Θ' ανάψω ένα κεράκι στη ~ Του. Θα πάω γονατιστή στη ~ Της (: σε ναό αφιερωμένο στη Θεοτόκο, κυρ. για την εκκλησία της Ευαγγελίστριας στην Τήνο). Βλ. Μεγαλόχαρη.|| (ειρων., για πρόσ.) Κοίτα πού έφτασε η ~ (= φήμη) της! Μέχρι τα δελτία ειδήσεων!, μεγάλη η χάρη του/της: για Άγιο ή την Παναγία: Σήμερα είναι του Αγ. Γεωργίου, ~ ~ του!|| (ειρων.) ~ ~ σου που ασχολούμαι μαζί σου!, ποιος τη χάρη σου/του! (οικ.): προς δήλωση της αξιοζήλευτης θέσης στην οποία βρίσκεται κάποιος: (Άντε βρε,) ~ ~ σου, τώρα που πήρες αμάξι!|| (ειρων.) ~ ~ του με τέτοια γυναίκα που πήγε και παντρεύτηκε!, χάρη (σου/του ...) κάνω (προφ.): για να δηλωθεί ότι κάποιος κάνει κάτι οικειοθελώς και συνήθ. ως ένδειξη ανοχής, επιείκειας, καλής θέλησης ή διάθεσης για συμφιλίωση: ~ της έκανε και ήρθε στον γάμο. Σου κάνω χάρη που σου μιλάω (: κανονικά δεν θα έπρεπε να σου μιλάω). Πβ. χαριστικά., χάρη σε & (λόγ.) χάρις σε: για να δηλωθεί ότι κάτι ή κάποιος υπήρξε η αιτία μιας θετικής κατάστασης: Σώθηκαν ~ στην έγκαιρη επέμβασή του. ~ σε σένα/στη βοήθειά σου, μπορέσαμε να ξεπεράσουμε τα προβλήματα. Πβ. εξαιτίας. [< γαλλ. grâce à] , (για) κάνε μου τη χάρη! βλ. κάνω, (να) με συγχωρείς/με συγχωρεί η χάρη σου, (αλλά) ... βλ. συγχωρώ, για γούστο βλ. γούστο, για παράδειγμα/παραδείγματος χάριν (/χάρη) βλ. παράδειγμα, η χάρη θέλει αντίχαρη (και πάντα χάρη μένει/να 'ναι) βλ. αντίχαρη, λόγου χάρη/χάριν βλ. λόγος, μαζί με τον/κοντά στον βασιλικό/για χάρη του βασιλικού ποτίζεται κι η γλάστρα βλ. βασιλικός, ο λύκος έχει τ' όνομα κ(α)ι η αλεπού τη χάρη βλ. αλεπού [< αρχ. χάρις]

χάρτης

χάρτης χάρ-της ουσ. (αρσ.) {-η (λόγ.) -ου | χαρτών} 1. επεξηγηματική και γενικευμένη με κλίμακα σχεδιαστική απεικόνιση συγκεκριμένου χώρου, σε επίπεδο συνήθ. χαρτί: γεωγραφικός/ναυτικός (πβ. πορτολάνος)/ορειβατικός/παγκόσμιος ~. Ηλεκτρονικός/τρισδιάστατος ~. ~ της Ελλάδας/Ευρώπης. ~ (του) Αεροδρομίου/Νοσοκομείου/Πανεπιστημίου. Ταξιδιωτικοί/τουριστικοί ~ες. ~ες του βυθού. ~ με κλίμακα 1: ... Καθορισμός της θέσης στον ~η. ~-σχεδιάγραμμα. Βλ. άτλας, ορθοφωτο~, πυξίδα.|| (ΑΣΤΡΟΝ.) Αστρικός ~. ~ του ουρανού.|| (ΑΣΤΡΟΛ.) Ερμηνεία του αστρολογικού ~η. 2. (κατ' επέκτ.) απεικόνιση πληροφορίας, συνήθ. με τη μορφή πίνακα: γενεαλογικός/προγνωστικός ~. ~ καιρού. Στατιστικοί ~ες. || Εννοιολογικός ~. 3. (συνήθ. με κεφαλ. Χ) χάρτα: Ο ~ Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 4. (μτφ.) το πλαίσιο μέσα στο οποίο εκτυλίσσεται μια δραστηριότητα ή η κατάστασή της: Διαμορφώνεται ο ~ της αγοράς/εκπαίδευσης. Ο νέος ακαδημαϊκός ~ της χώρας. Πβ. σκηνικό, τοπίο. 5. (επίσ.) χαρτί: ~ γραφής. Ανακύκλωση/βιοτεχνία/εμπορία/προμήθεια ~ου. ● ΣΥΜΠΛ.: οδικός χάρτης 1. που απεικονίζει το οδικό δίκτυο πόλης ή περιοχής. 2. (με κεφαλ. τα αρχικά Ο, Χ· κυρ. ΠΟΛΙΤ.) αναλυτικό σχέδιο για την επίτευξη στόχου: ~ ~ για την ειρήνη/οικονομία/νέα γενιά. [< αγγλ. road map] , χάρτης ιστότοπου/ιστοσελίδας/ιστοχώρου & χάρτης (δια)δικτυακού τόπου: ΔΙΑΔΙΚΤ. διάγραμμα των υποσελίδων ενός δικτυακού τόπου, το οποίο διευκολύνει την πλοήγηση και την αναζήτηση. ΣΥΝ. ιστοχάρτης [< αμερικ. site map, 1972] , άγραφο χαρτί βλ. άγραφος, γενετικός/γονιδιακός χάρτης βλ. γενετικός, θεματικός χάρτης βλ. θεματικός1, καταστατικός χάρτης βλ. καταστατικός, μετεωρολογικός χάρτης βλ. μετεωρολογικός, πολιτικός χάρτης βλ. πολιτικός, χάρτης θέσης βλ. θέση ● ΦΡ.: επί χάρτου [ἐπί χάρτου] (λόγ.) 1. πάνω στον χάρτη και κατ' επέκτ. στο χαρτί, σε αντιδιαστολή με το πεδίο δράσης: (ΣΤΡΑΤ.) ασκήσεις ~ ~.|| Σχέδια ~ ~. Οι κατασκευαστικές λεπτομέρειες μελετήθηκαν τόσο ~ ~, όσο και επί τόπου. 2. (μτφ.) στα χαρτιά: Ισότητα που υφίσταται μόνο ~ ~, και όχι στην ουσία/πράξη. Βλ. μένω στα λόγια.|| ~ ~ εξέταση των αιτημάτων (= σε θεωρητικό επίπεδο)., σβήνω από το(ν) χάρτη 1. καταστρέφω ολοσχερώς, προκαλώ τον αφανισμό: Ολόκληρα χωριά σβήστηκαν/χάθηκαν (κυριολεκτικά) ~ εξαιτίας του παλιρροϊκού κύματος/πολέμου/σεισμού. 2. (σπάν.) καταστρέφω, εξοντώνω· διακόπτω τις σχέσεις μου: Κατάφερε να σβήσει ~ όλους τους αντιπάλους του.|| Έσβησε το όνομά του (εντελώς) ~. Βλ. ξεκόβω., στην πινέζα του χάρτη βλ. πινέζα [< αρχ. χάρτης ‘πάπυρος, φύλλο ή κύλινδρος παπύρου’, μτγν. ~ ‘επίσημο έγγραφο’, γαλλ. carte, charte, ιταλ. carta, αγγλ. chart]

χειρότερος

χειρότερος, η, ο χει-ρό-τε-ρος επίθ. 1. (συγκρ. του επιθέτου κακός) που αξιολογείται ως πιο κακός συγκριτικά με κάποιον άλλο: ~ του αναμενόμενου (πβ. κατώτερος). Αντί να βελτιωθεί, γίνεται ~. Στη ~η περίπτωση/των περιπτώσεων. Η κατάσταση αποδείχθηκε πολύ ~η (: πιο δύσκολη) απ' όσο περίμενα/υπολόγιζα. Η ημιμάθεια είναι ~η από την αμάθεια. Έχουμε αντιμετωπίσει/δει και ~α. Συνεχίζει να κάνει τα ίδια και ~α. Βλ. τρισ~. ΑΝΤ. καλύτερος (1) 2. (ως υπερθ. με τη συνοδεία οριστικού άρθρου) που κρίνεται ως ο πιο κακός από όλους τους ομοειδείς του: ο ~ εγκληματίας/εχθρός/μαθητής. Ο ~ (= μεγαλύτερος) κίνδυνος/πόνος. Ο ~ και καταστροφικότερος πόλεμος/χειμώνας. Επιβεβαιώθηκαν οι ~οι εφιάλτες/φόβοι μου. Το ημίχρονο άρχισε με τους ~ους (: τους πιο δυσμενείς) οιωνούς. Η ~η ανάμνηση/επιλογή/στιγμή (της καριέρας μου)/τιμωρία (βλ. επώδυνος). Η δεύτερη ~η επίδοση. Η ~η από άποψη εμφάνισης (: η πιο άσχημη). Είναι η ~η (: η πιο ακατάλληλη) ώρα για να του μιλήσεις. Έφυγε με τις ~ες εντυπώσεις (ΑΝΤ. καλύτερες). Διανύω μια από τις ~ες περιόδους/φάσεις της ζωής μου. ΣΥΝ. χείριστος ● Ουσ.: χειρότερο (το): η πλέον άσχημη κατάσταση: Φοβάμαι το ~. Τα ~ έρχονται/πέρασαν. Γλίτωσε/ξεπέρασε τα ~α. Προσπάθειες να αποτραπούν τα ~α. (Προ)ετοιμαστείτε για τα ~α. Υπάρχουν και ~α. ● επίρρ.: χειρότερα ● ΣΥΜΠΛ.: χειρότερη/χειρίστη περίπτωση: ΠΛΗΡΟΦ. κατάσταση η οποία αναγκάζει αλγόριθμο ή δομή δεδομένων να καταναλώσει τον περισσότερο χρόνο ή τους περισσότερους πόρους. [< αγγλ. worst-case, 1964] ● ΦΡ.: (και) μη χειρότερα: ως απευχή για να αποτραπεί το ίδιο ή μεγαλύτερο κακό· τα πράγματα θα μπορούσαν να ήταν ακόμα πιο άσχημα: Περαστικά σου και ~ ~! Και ~ ~ (να λες), θα μπορούσε να είχε σκοτωθεί., ό,τι χειρότερο: το πιο κακό: Το να μείνεις χωρίς δουλειά είναι ~ ~. ΑΝΤ. ό,τι καλύτερο, απ' το κακό στο χειρότερο βλ. κακό, κάθε πέρ(υ)σι και καλύτερα, (κάθε φέτος και χειρότερα) βλ. πέρυσι, ούτε στον χειρότερο εχθρό μου βλ. εχθρός, τόσο το καλύτερο/το χειρότερο βλ. τόσο [< αρχ. χειρότερος]

χέρι

χέρι χέ-ρι ουσ. (ουδ.) {χερ-ιού | -ιών} 1. καθένα από τα άνω άκρα ανθρώπου ή σπάν. τα μπροστινά άκρα τετράποδου σπονδυλωτού· ειδικότ. το τμήμα από τον καρπό ως και τα δάχτυλα, που χρησιμεύει ως όργανο σύλληψης και αίσθησης: ακρωτηριασμένο/δυνατό ~. Στιβαρά ~ια (βλ. μπράτσο). Ατροφία/κάταγμα ~ιού. Γράφει και με τα δύο ~ια (: είναι αμφιδέξιος). Τύλιξε τα ~ια του στη μέση της (βλ. αγκαλιάζω). Πβ. κουλό, ξερό. Βλ. αγκώνας, βραχίονας, ώμος.|| Οι γραμμές του ~ιού (: ενν. της παλάμης· βλ. χειρομαντεία). Κρέμες/υγιεινή ~ιών. Κρατούσε στο ~ του τα εισιτήρια. Της φίλησε το ~ (βλ. χειροφίλημα). Του έσφιξε το ~ (: τον συνεχάρη). Βλ. μετακάρπιο.|| Έπεσε νεκρή από το ~ του.|| Μηχανικό ~. 2. για διαδικασία, ενέργεια που επαναλαμβάνεται· φορά: Μετά το τελευταίο ~ (ενν. μπογιάς· πβ. πέρασμα), περνάτε το ξύλο με γυαλιστικό. 3. (σε χαρτοπαίγνια) συνδυασμός τραπουλόχαρτων· παρτίδα: δυνατό/καλό ~ (πβ. φύλλο). Το ~ της μπάνκας. Βλ. κέντα, χρώμα.|| Πόκερ πολλαπλών ~ιών. 4. τμήμα επίπλου για τη στήριξη των χεριών: τα ~ια του καναπέ/της πολυθρόνας. Πβ. μπράτσο. Βλ. πόδι.|| Δίσκος με ξύλινα ~ια (= χερούλια). 5. (στο ποδόσφαιρο) παράβαση από την εκούσια συνήθ. επαφή του χεριού ενός παίκτη, πλην του τερματοφύλακα, με την μπάλα. ● Υποκ.: χεράκι (το): τα ~ια του μωρού. ● Μεγεθ.: χέρα (διαλεκτ.), χερούκλα (η): Βλ. -ούκλα. ● ΣΥΜΠΛ.: άκρο χέρι & (λόγ.) άκρα χειρ: ΑΝΑΤ. η παλάμη και τα δάχτυλα του χεριού: καρπός και ~ ~. Χειρουργική της άκρας χειρός. Βλ. άκρο πόδι., αόρατο χέρι & (λόγ.) αόρατος χειρ: ΟΙΚΟΝ. θεωρία σύμφωνα με την οποία κάθε ελεύθερη ατομική δράση που στοχεύει στην εξυπηρέτηση του προσωπικού συμφέροντος, συμβάλλει ασυνείδητα στην ανάπτυξη της αγοράς. [< αγγλ. invisible hand] , μακρύ χέρι (μτφ.) 1. ισχυρή παρουσία: το (~) ~ του Νόμου. 2. {σπανιότ. στον πλήθ.} για κάποιον που διαπράττει κλοπές: Είχε ~ιά ~ια, αλλά τον συνέλαβαν στο τέλος. 3. πρόσωπο ή θεσμός που εξυπηρετεί με συγκαλυμμένο τρόπο τα συμφέροντα κάποιου άλλου: Αποτελεί το ~ ~ της εργοδοσίας/της κεντρικής εξουσίας., σιδερένιο χέρι: (μτφ.) για να δηλωθεί αυστηρότητα, σκληρότητα: Κυβέρνησε τη χώρα με ~ ~., το καλό χέρι κάποιου: αυτό που χρησιμοποιεί με μεγαλύτερη ευχέρεια: Το δεξί είναι ~ ~ μου χέρι., χρυσά χέρια: για να δηλωθεί η επιδεξιότητα κάποιου: γιατρός/μπασκετμπολίστας (βλ. εύστοχος) με ~ ~. Βλ. χρυσοχέρης., δεύτερο χέρι βλ. δεύτερος, εργατικά χέρια βλ. εργατικός, πρώτο χέρι βλ. πρώτος, υπολογιστής παλάμης/χειρός βλ. υπολογιστής, χείρα βοηθείας βλ. βοήθεια, χέρι/πόδι αλφάδι βλ. αλφάδι ● ΦΡ.: (έχει) βαρύ χέρι: χτυπάει δυνατά· τιμωρεί αυστηρά: Άνδρας με ~ ~.|| (μτφ.) Μην τα βάζεις μαζί του, έχει ~ ~. [< γαλλ. avoir la main lourde] , (έχω) ελαφρύ χέρι: έχω απαλό, σχεδόν ανεπαίσθητο άγγιγμα: Ο γιατρός είχε ~ ~, δεν κατάλαβα το τσίμπημα της βελόνας.|| Με ~ ~ (= σε μικρή ποσότητα) το αλάτι και το ξίδι στη σαλάτα., από χέρι σε χέρι & χέρι με χέρι: για κάτι που δίνεται ή σπανιότ. διαδίδεται από τον έναν στον άλλο, συνήθ. σε μια αλυσίδα ανθρώπων: Από ~ σε ~ η ολυμπιακή φλόγα διέσχισε όλη τη χώρα. Η ανταλλαγή έγινε ~ με ~. Βλ. από στόμα σε στόμα. [< γαλλ. de main en main] , βάζω και εγώ το χέρι/το χεράκι μου: αναμειγνύομαι, συμμετέχω: Είμαστε περήφανοι που βάλαμε και εμείς ~ μας στην προσπάθεια αυτή.|| (αρνητ. συνυποδ.) Έχει βάλει κι αυτός κάπου το χεράκι του στην υπόθεση., βάζω στο χέρι (μτφ.-σπάν.): αποκτώ: Έβαλε ~ την κληρονομιά/την περιουσία της (: την οικειοποιήθηκε, με πρόθεση την κατασπατάλησή της). Πβ. τσεπώνω., βάζω χέρι (προφ.) 1. πειράζω, αλλάζω κάτι· επεμβαίνω: Έβαλε ~ στην εξάτμιση.|| (κυρ. μτφ.) ~ουν ~ στα δικαιώματα των αγροτών (πβ. αναμειγνύομαι). 2. χουφτώνω. 3. (μτφ.) επιπλήττω, μαλώνω: Μου έβαλε ~, γιατί άργησα., βάζω/χώνω (βαθιά) το χέρι στην τσέπη: δίνω, ξοδεύω, πληρώνω (πολλά) χρήματα: Βαθιά το χέρι στην τσέπη θα βάλουν οι οδηγοί λόγω αύξησης της τιμής της βενζίνης. Βλ. έχει καβούρια στην τσέπη του., γλιτώνω από τα χέρια κάποιου: ξεφεύγω: Το θύμα κατάφερε να ~σει ~ του βιαστή. Βλ. γλίτωσα/σώθηκα απ' το στόμα του λύκου., δίνω τα χέρια 1. (μτφ.) επισφραγίζω συμφωνία ή συμφιλιώνομαι με κάποιον: Αφού συζήτησαν τις λεπτομέρειες, έδωσαν τα ~.|| Είναι καιρός να δώσετε τα ~ σας και να ξεχάσετε ό,τι έγινε. 2. για χαιρετισμό, χειραψία: Δώσαμε τα ~ και μετά έφυγε ο καθένας για το σπίτι του., δίνω το χέρι 1. κάνω χειραψία. 2. (μτφ.) συμφιλιώνομαι, βοηθώ· κάνω δεκτή πρόταση γάμου: ~ουμε το ~ σε όσους αγωνίζονται για τα λαϊκά συμφέροντα.|| (παλαιότ.) Αρνήθηκε να δώσει το ~ της κόρης του (: να γίνει ο γάμος της με κάποιον)., δίνω/παίρνω στο χέρι: για μετρητά: Μου έδωσε ~ ... ευρώ.|| Πήρε τα χρήματα ~ ~., είναι στο χέρι κάποιου: εξαρτάται απ' αυτόν: ~ ~ σου (= μπορείς) να περάσεις την τάξη. Δεν ~ ~ του να μας απολύσει., είναι/τον έχω του χεριού μου: για πρόσωπο ή κατάσταση που βρίσκεται υπό τον έλεγχό μου: Θέλουν έναν υπάλληλο να είναι ~ τους (πβ. σήκω-σήκω, κάτσε-κάτσε). Τον έχω ~ (= τον κάνω ό,τι θέλω). Πβ. έχω κάποιον στην τσέπη/στο τσεπάκι μου, παίζω στα δάχτυλα, σέρνω/τραβώ κάποιον από τη μύτη. Βλ. τον έχει για πρωινό., ένα (γερό) χέρι ξύλο: για ξυλοδαρμό: Του έδωσε/έριξε/χρειάζεται ~ ~, για να βάλει μυαλό., έρχεται στα χέρια μου: αποκτώ, βρίσκω ή παραλαμβάνω: Δεν ήρθε στα ~ μας το γράμμα σας., έχω (καλό) χέρι (μτφ.): είμαι επιδέξιος, έχω ταλέντο: ~ει καλό ~ στο σχέδιο/στις φωτογραφίες. Δεν ~ ~ (για ζωγραφική)., έχω κάποιον στο χέρι (μου) (μτφ.): έχω στοιχεία εναντίον του και μπορώ να τον εκβιάζω: Της ομολόγησε τα πάντα και τώρα τον έχει ~ ~., έχω μόνο δύο/δυο χέρια! (σπάν.): σε περιπτώσεις που δεν προλαβαίνει να κάνει κάποιος ταυτόχρονα όλα όσα του ζητούν ή επιβάλλεται να γίνουν., έχω/κρατάω/παίρνω το πάνω χέρι: ελέγχω, εξουσιάζω, υπερέχω: Έχει ~ ~ στη σχέση τους. Η ομάδα πήρε ~ ~ μετά το γκολ που πέτυχε. Πβ. είμαι/βρίσκομαι αποπάνω/από πάνω., ήρθαν/πιάστηκαν στα χέρια: τσακώθηκαν παλεύοντας μεταξύ τους: Οι παίκτες των δύο ομάδων λίγο έλειψε να έρθουν ~. Πβ. χειροδικώ., και με τα δυο (τα) χέρια: με σιγουριά και ενθουσιασμό: Τους ψήφισα ~ ~. ΣΥΝ. με χέρια και με πόδια (1), κάτω τα χέρια από ... (συνήθ. σε συνθήματα): απειλητικά για την υπεράσπιση προσώπου ή κατάστασης: ~ ~ από την εργατική τάξη/τα συνδικάτα., κόβω τα χέρια (μτφ.) 1. εμποδίζω, περιορίζω: Χωρίς ρεύμα όλη μέρα, μας κόπηκαν ~. Βλ. κόβω τη φόρα. 2. είμαι απόλυτα σίγουρος για κάτι: ~ ~ μου ότι όλα αυτά είναι ψέματα. ΣΥΝ. κόβω το κεφάλι/χέρι μου, κοντά/μακριά τα χέρια (σου ...)! (προφ.): συνήθ. ως προειδοποίηση ή απειλή για να μην αγγιχθεί, χτυπηθεί, παρενοχληθεί, θιγεί κάποιος ή κάτι., κρύα χέρια, ζεστή καρδιά: λαϊκή ρήση για να δηλωθεί συμπάθεια σε κάποιον που έχει παγωμένα χέρια., με κατεβασμένα χέρια (μτφ.): χωρίς αντίσταση, προσπάθεια: Έχασαν τον αγώνα ~ ~., με τα χέρια/με το χέρι/στο χέρι: χωρίς μαχαιροπίρουνα: Τρώγεται/φάγαμε ~ ~., με τρώει το χέρι μου & (σπάν.) η παλάμη μου 1. ως ένδειξη ότι πρόκειται να πάρω ή να δώσω χρήματα. 2. (μτφ.) θέλω πάρα πολύ να κάνω κάτι: ~ ~ να γράψω ένα σωρό πράγματα, αλλά δεν έχω χρόνο., να μου κοπεί το χέρι (συχνά ως όρκος): για να δηλωθεί ότι κάποιος λέει την αλήθεια ή ότι είναι αποφασισμένος να (μην) (ξανα)κάνει κάτι: ~ ~, αν έκλεψα. Καλύτερα ~ ~ παρά να ..., ο Θεός να βάλει το χέρι του/να κάνει το θαύμα του (ευχή σε δύσκολη κατάσταση): μακάρι να γίνει κάτι: ~ ~ να πάνε όλα καλά στις αυριανές εξετάσεις. Πβ. ο Θεός να δώσει, και ο Θεός βοηθός., όσο περνάει από το χέρι μου: όσο μπορώ: ~ ~ θα προσπαθήσω να σε βοηθήσω., παίρνω από το χέρι (μτφ.): καθοδηγώ: Με πήρε ~ ~ στη δυσκολότερη στιγμή της ζωής μου.|| Τι θες; Να σε πάρουν ~/χεράκι για να πας;, περνά από πολλά χέρια: βρίσκεται στην ιδιοκτησία ή την κατοχή πολλών ανθρώπων: Το οικόπεδο πέρασε ~., περνά από τα χέρια κάποιου: για κάτι που διευθετείται από ορισμένο πρόσωπο: Περνάνε όλα ~ ~ μου., περνά από το χέρι μου: μπορώ: Αυτό που μου ζητάς δεν ~ ~ (: δεν μπορώ να το κάνω)., περνώ από τα χέρια κάποιου: όταν μαθητεύει κανείς για ορισμένο χρονικό διάστημα κόντα σε κάποιον: Εκατοντάδες μαθητές πέρασαν ~ ~ του., πέφτει στα χέρια κάποιου: περιέρχεται στη δικαιοδοσία ή ιδιοκτησία κάποιου: Οι ληστές έπεσαν ~ της Αστυνομίας.|| Διαβάζει όποιο βιβλίο πέσει ~ του (: βρίσκει συμπτωματικά).|| (απειλητ.) Δε θα πέσεις ~ μου (= δεν θα σε πιάσω); Αλίμονό σου!, πιάνουν τα χέρια/πιάνει το χέρι μου (μτφ.): είμαι επιδέξιος στις χειρωνακτικές εργασίες., σε καλά χέρια: για αξιόπιστο, ικανό και σοβαρό πρόσωπο: Η περιουσία της βρίσκεται ~ ~. Μην ανησυχείς, σε αφήνω ~ ~., σε ξένα χέρια 1. χωρίς την οικογένειά του: Μεγάλωσε ~ ~ (= με θετούς γονείς). 2. (κατ' επέκτ.) στην κυριότητα ανθρώπων που προέρχονται από άλλη χώρα: Αρκετές ελληνικές εταιρείες έχουν περάσει ~ ~., στα χέρια κάποιου: στην κατοχή, υπό τον έλεγχο ή την ευθύνη του: Νέα στοιχεία ~ ~ της Ασφάλειας για τη δολοφονία του ... Πρέπει να πάρεις τη ζωή ~ ~ σου., στο δεξί/αριστερό χέρι (προφ.): δεξιά ή αριστερά: Μετά από εκατό μέτρα, θα δεις στο δεξί σου ~ ένα πάρκινγκ., στο χέρι: με τα χέρια, χειρωνακτικά: κέντημα ~ ~. Φόρεμα ραμμένο ~ ~.|| Απορρυπαντικό για πλύσιμο ~ ~.|| Έπιπλα φτιαγμένα ~ ~ (: χειροποίητα). ΑΝΤ. μηχανικά (2) [< γαλλ. à la main ] , το χέρι της καρδιάς: το αριστερό., τρίβω τα χέρια μου (μτφ.): αισθάνομαι μεγάλη ικανοποίηση, κυρ. λόγω μελλοντικών οικονομικών απολαβών ή άλλων προνομίων: ~ει ~ του από ευχαρίστηση. Οι παραγωγοί ~ουν ~ τους, καθώς η ταινία αναμένεται να κάνει ρεκόρ εισιτηρίων., χαμένος/καμένος από χέρι: για να δηλωθεί σίγουρη αποτυχία, καταστροφή: Η υπόθεση έμοιαζε ~η ~. Είμαστε/πάμε χαμένοι ~, αν το μάθουν., χάνω/ξεφεύγει μέσα από τα χέρια μου: δεν καταφέρνω να αξιοποιήσω, να διατηρήσω ή να πετύχω κάτι που συνήθ. θεωρείται δεδομένο, σίγουρο: Η ομάδα ~σε ~ της τη νίκη.|| (για πρόσ.) Ξέφυγε ~ ~ των Αρχών., χέρι-χέρι/χέρι με χέρι 1. & χεράκι-χεράκι: κρατώντας ο ένας τον άλλο από το χέρι: Περπατούσαμε ~ ~. 2. (μτφ.) για να δηλωθεί ότι κάτι συμβαδίζει με κάτι άλλο: ~ ~ οι δύο ομάδες στη βαθμολογία (ΣΥΝ. κοντά-κοντά). Φοιτητές και καθηγητές διαδήλωσαν ~ ~ (: μαζί, ενωμένοι)., (είναι) το δεξί χέρι κάποιου βλ. δεξιός, (έχω) καθαρά χέρια βλ. καθαρός, (πηγαίνω) με τον σταυρό στο χέρι βλ. σταυρός, αλλάζει χέρια βλ. αλλάζω, απλώνω χέρι βλ. απλώνω, από δεύτερο χέρι βλ. δεύτερος, από πρώτο χέρι βλ. πρώτος, αρπάζω κάτι/κάποιον (μέσα) από τα χέρια κάποιου βλ. αρπάζω, βάζω τα χεράκια μου και βγάζω τα ματάκια/μάτια μου βλ. χεράκι, βάζω το χέρι μου στη φωτιά βλ. φωτιά, βάζω το χέρι μου/με το χέρι στο Ευαγγέλιο βλ. ευαγγέλιο, βάζω το χέρι/με το χέρι στην καρδιά βλ. καρδιά, γεια στα χέρια σου! βλ. γεια, γλιστρά (μέσα) από τα δάχτυλά/από τα χέρια μου βλ. γλιστρώ, δένω τα χέρια (κάποιου) βλ. δένω, δίνω/βάζω ένα χέρι/χεράκι βλ. δίνω, δοκιμάζει το πόδι/το χέρι (του) βλ. δοκιμάζω, έβαψε/έχει βάψει τα χέρια του με/στο αίμα βλ. βάφω, ελευθερώνω τα χέρια (κάποιου) βλ. ελευθερώνω, ζητώ το χέρι βλ. ζητώ, κάθομαι/μένω/περιμένω/στέκομαι με σταυρωμένα/δεμένα χέρια/σταυρώνω τα χέρια βλ. σταυρώνω, κάλλιο πέντε και στο χέρι παρά δέκα και καρτέρει βλ. κάλλιο, κάνω τα αδύνατα δυνατά/ό,τι περνά(ει) από το χέρι μου βλ. αδύνατος, κατάσχεση στα χέρια τρίτου βλ. κατάσχεση, κόβω το κεφάλι/χέρι μου βλ. κόβω, κρατώ στα χέρια μου την τύχη κάποιου βλ. τύχη, λερώνω τα χέρια μου βλ. λερώνω, λερώνω τα χέρια μου με αίμα βλ. αίμα, λύνω τα χέρια (κάποιου) βλ. λύνω, με άδεια χέρια βλ. άδειος, με ανάταση του χεριού (/των χεριών) βλ. ανάταση, με γεμάτα χέρια βλ. γεμάτος, με μια βαλίτσα στο χέρι βλ. βαλίτσα, με το κλειδί στο χέρι βλ. κλειδί, με χέρια και με πόδια βλ. πόδι, μένω στα χέρια (κάποιου) βλ. μένω, μετριούνται/είναι μετρημένοι στα δάχτυλα (του ενός χεριού) βλ. δάχτυλο, όλα τα δάχτυλα (του χεριού) δεν είναι ίδια/ίσα βλ. δάχτυλο, παίρνω κάτι στα χέρια μου βλ. παίρνω, παίρνω τον νόμο στα χέρια μου βλ. νόμος, περνάει στα χέρια κάποιου βλ. περνώ, σηκώνω στα χέρια (μου) βλ. σηκώνω, σηκώνω τα χέρια ψηλά βλ. σηκώνω, σηκώνω χέρι βλ. σηκώνω, σφίγγω το χέρι κάποιου & σφίγγουμε τα χέρια βλ. σφίγγω, τα χέρια του στάζουν αίμα βλ. στάζω, το 'να χέρι νίβει τ' άλλο και τα δυο το πρόσωπο βλ. νίβω, υπογράφω και με τα δυο χέρια βλ. υπογράφω, χέρι που δεν μπορείς να το δαγκώσεις, φίλησέ/φίλα το βλ. φιλώ [< μεσν. χέριν, γαλλ. main, αγγλ. hand, γερμ. Hand]

χίλιοι

χίλιοι , ιες, ια χί-λιοι αριθμητ. επίθ. απόλ. 1. σύνολο χιλίων μονάδων, συνήθ. πραγμάτων ή προσώπων: ~ιοι: κάτοικοι.|| ~ιοι: τόνοι. ~ια: λίτρα/μέτρα/μίλια/στρέμματα. Αποζημίωση/πρόστιμο ~ίων ευρώ. (λόγ.) Ποσοστό επί τοις χιλίοις (βλ. επί τοις εκατό). Τέτοιο θέαμα θα δεις μια φορά στα ~ια χρόνια (: πολύ σπάνια). Δεν υπάρχει ούτε μία στις ~ιες πιθανότητες να κερδίσει (: καμία πιθανότητα). Βλ. τρισ~. 2. (εμφατ.) πάρα πολλοί και διάφοροι, αναρίθμητοι: ~ιες ευχές! ~ιες φορές (= πολύ) καλύτερα να ... Με ~ιες προφυλάξεις. Το μυαλό του παίρνει ~ιες στροφές το δευτερόλεπτο (: είναι πολύ έξυπνος). ~ια ευχαριστώ/συγγνώμη! Δέχτηκε μετά από ~ια παρακάλια. Έγινα ~ια κομμάτια για να τους εξυπηρετήσω (: προσπάθησα πολύ). Έχεις τα ~ια δίκια του κόσμου (: έχεις απόλυτο δίκιο). Πβ. άπειρος. ΣΥΝ. μύριοι (2) ● Ουσ.: χίλια (το) {άκλ.}: ο ακέραιος φυσικός αριθμός 1000 ή το σύνολο χιλίων μονάδων: ~ γραμμάρια (= 1 κιλό)/μέτρα (= 1 χιλιόμετρο). Κλίμακα ένα προς ~.|| (σε χρονολογία:) Γεννήθηκε το ~ εννιακόσια πενήντα. ● ΦΡ.: πάω/τρέχω(/πηγαίνω) με χίλια: (για οδηγό) τρέχω με πολύ μεγάλη ταχύτητα: (κ. μτφ.) Η ομάδα ~ει ~ (: έχει σημειώσει πολλές συνεχείς νίκες)., χίλια/πολλά χρόνια θα ζήσεις!: λέγεται σε άτομο που εμφανίζεται τη στιγμή που γίνεται λόγος γι΄αυτό., χίλιες και μια νύχτες (από την ομώνυμη συλλογή παραμυθιών): για να δηλωθεί ότι κάτι ήταν γοητευτικό και παραμυθένιο., χίλιοι καλοί χωρούν(ε)/χωράνε (, ένας κακός δεν χωρεί) (παροιμ.): οι καλότροποι άνθρωποι βολεύονται, ακόμα και όταν υπάρχει πολυκοσμία. Πβ. όλοι οι καλοί χωράνε., (με) ύφος χιλίων (/δέκα/εκατό/πολλών/σαράντα) καρδιναλίων βλ. καρδινάλιος, εκατό τοις εκατό/εκατό (σ)τα εκατό/χίλια τα εκατό/χίλια τοις εκατό βλ. εκατό, με (τα) χίλια (δυο) ζόρια βλ. ζόρι, μια εικόνα/μια φωτογραφία (αξίζει όσο) χίλιες λέξεις βλ. εικόνα, περνώ από σαράντα/χίλια κύματα βλ. κύμα, χίλιες/εκατό φορές βλ. φορά, χίλιοι δυο βλ. δύο & δυο, χίλιοι μύριοι βλ. μύριοι, χίλιοι μύριοι καλογέροι σ' ένα ράσο τυλιγμένοι βλ. καλόγερος [< αρχ. χίλιοι]

χοληστερόλη

χοληστερόλη χο-λη-στε-ρό-λη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ακόρεστη αλκοόλη ζωικής προέλευσης, η οποία βρίσκεται στο αίμα και στους ζωικούς ιστούς και παίζει σημαντικό ρόλο στον μεταβολισμό. Βλ. -όλη. ΣΥΝ. χοληστερίνη ● ΣΥΜΠΛ.: κακή χοληστερόλη/χοληστερίνη: (LDL) λιποπρωτεΐνη η οποία μεταφέρει τη χοληστερόλη από τον τόπο σύνθεσής της στο ήπαρ, στους ιστούς και στα σωματικά κύτταρα, και ευθύνεται για τη δημιουργία αθηροσκλήρωσης. ΣΥΝ. χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνη. [< αγγλ. bad cholesterol, 1980] , καλή χοληστερόλη/χοληστερίνη: (HDL) λιποπρωτεΐνη η οποία μεταφέρει πίσω στο ήπαρ τη μη χρησιμοποιημένη από τους ιστούς χοληστερόλη, προκειμένου να αποικοδομηθεί σε χολικά άλατα και να απεκκριθεί. ΣΥΝ. υψηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνη. [< αγγλ. good cholesterol, 1980] [< αγγλ. cholesterol, γαλλ. cholestérol, 1929]

χρήμα

χρήμα [χρῆμα] χρή-μα ουσ. (ουδ.) {χρήμ-ατος | -ατα, -άτων} ΣΥΝ. λεφτά 1. ΟΙΚΟΝ. επίσημο μέσο πληρωμής με τη μορφή κερμάτων και χαρτονομισμάτων: ελεγχόμενο (: που η κυκλοφορία του ελέγχεται από τις νομισματικές Αρχές)/μεταλλικό/νόμιμο/παράνομο ~. Κοινοτικό ~ (: οι οικονομικοί πόροι της Ευρωπαϊκής Ένωσης). Ζήτηση/προσφορά ~ατος (: συνολική ποσότητα ~ατος σε κυκλοφορία). Διακίνηση/εισροή/έκδοση ~ατος. Η (ανταλλακτική) αξία/τα είδη/το κόστος/ο ρόλος/η τιμή του ~ατος. Βλ. χρηματαγορά. 2. (ειδικότ.) {συνήθ. στον πληθ.} (μεγάλο) χρηματικό ποσό, συνήθ. σε μετρητά: αφθονία/παραχάραξη/συσσώρευση ~ατος. Βοήθεια/εισφορές σε ~. Πεταμένα/χαμένα ~ατα. Τα ~ατα της αποζημίωσης. Δανεισμός/δαπάνη/εκταμίευση/έλλειμμα/κατάθεση/μεταβίβαση/υπεξαίρεση ~άτων. Καταμετρητής/κάτοχος ~άτων. Παιχνίδια με αληθινά/εικονικά ~ατα. Εξοικονομώ χρόνο και ~. Επενδύω τα ~ατά μου (πβ. κεφάλαιο). Επιστράφηκαν/παρακρατήθηκαν ~ατα. Διαθέτω/διαχειρίζομαι/καταβάλλω/κλέβω/μαζεύω/ξοδεύω/προσφέρω/χρειάζομαι ~ατα. Μεταφέρω/τοποθετώ ~ατα σε λογαριασμό. Δεν έχω καθόλου ~ατα μαζί/πάνω/στο πορτοφόλι μου. Δεν λογαριάζω/τσιγκουνεύομαι τα ~ατα. Μου κόστισε/στοίχισε πολλά ~ατα. Δεν θα πάμε διακοπές ελλείψει ~άτων. Πβ. ρευστό. 3. (ειδικότ.) (μεγάλες) απολαβές ή χρηματική περιουσία, πλούτος· συνεκδ. οι οικονομικά εύρωστοι: ~ατα και ακίνητα. Πακτωλός ~άτων. Το ~ ρέει άφθονο. Δουλειές που αφήνουν ~ (: κέρδος). Βγάζει αρκετά ~ατα από τη δουλειά του. Έχει πολλά ~ατα. Πόσα ~ατα παίρνεις τον μήνα (: ποιος/πόσος είναι ο μισθός σου); Έπαιξε όλα του τα ~ατα στα χαρτιά.|| Η δύναμη/το κυνήγι του ~ατος. Επίδειξη ~ατος. Αγαπάει/κυνηγάει το ~ (= τους παράδες, τα φράγκα). Πβ. μαμωνάς.|| Το ~ (= οι πλούσιοι) εξουσιάζει τον κόσμο. ● ΣΥΜΠΛ.: ακριβό χρήμα: ΟΙΚΟΝ. δανεισμός με υψηλό επιτόκιο, επειδή η ζήτηση χρήματος υπερβαίνει την προσφορά., βρόμικο/μαύρο χρήμα: χρηματικά ποσά που προέρχονται από παράνομες δραστηριότητες και δεν έχουν φορολογηθεί: διακίνηση/εισαγωγή ~ου ~ατος. Χώρα που λειτουργεί ως παράδεισος/πλυντήριο (: για ξέπλυμα) ~ου ~ατος. [< αγγλ. dirty/black money] , γκρίζο χρήμα (προφ.): μίζα., δημόσιο/κρατικό χρήμα: οι οικονομικοί πόροι του κράτους: διαχείριση/κατάχρηση του δημόσιου ~ατος., εύκολο χρήμα (προφ.): χρηματικά ποσά που αποκτώνται με εύκολο και συνήθ. μη νόμιμο τρόπο: γρήγορο και ~ ~ (στα χαρτιά/στο καζίνο). [< αγγλ. easy money] , ζεστό χρήμα & (σπάν.) θερμό/καυτό χρήμα 1. (προφ.) ρευστό: Η συμφωνία έκλεισε με ~ ~ (= μετρητά). Η αγορά έχει ανάγκη από ~ ~. 2. ΟΙΚΟΝ. επενδυτικό κεφάλαιο που επιδιώκει βραχυπρόθεσμα την υψηλότερη δυνατή απόδοση. [< αγγλ. hot money, 1936] , ηλεκτρονικό χρήμα: ΔΙΑΔΙΚΤ. που έχει αποθηκευτεί με ηλεκτρονικό τρόπο, κυρ. για πραγματοποίηση συναλλαγών μέσω διαδικτύου. Πβ. ηλεκτρονικό πορτοφόλι. [< αγγλ. electronic/e-money, 1966] , πολιτικό χρήμα (κυρ. στη ΔΗΜΟΣΙΟΓΡ.): η χρηματοδότηση, τα οικονομικά των πολιτικών κομμάτων., τραπεζικό χρήμα: ΟΙΚΟΝ. τραπεζικές επιταγές., φτηνό χρήμα (προφ.): δανεισμός χρημάτων με χαμηλό επιτόκιο και ευνοϊκούς όρους., ψηφιακό χρήμα: ΔΙΑΔΙΚΤ. που διακινείται ηλεκτρονικά. [< αγγλ. digital cash, 1991] , άντληση κεφαλαίων βλ. άντληση, λογιστικό χρήμα βλ. λογιστικός, ξέπλυμα χρήματος βλ. ξέπλυμα, πιστωτικό χρήμα βλ. πιστωτικός, πλαστικό χρήμα βλ. πλαστικός, ρευστό χρήμα βλ. ρευστός, το κόστος του χρήματος βλ. κόστος ● ΦΡ.: βάζω/ρίχνω λεφτά/χρήματα (προφ.): επενδύω μεγάλο χρηματικό ποσό σε κάτι που πιστεύω ότι θα μου αποφέρει κέρδος: Έβαλε/έριξε πολλά λεφτά στην επιχείρηση., είναι υπεράνω χρημάτων (λόγ.): δεν τον ενδιαφέρουν τα λεφτά., επί χρήμασι (αρχαιοπρ.): έναντι χρημάτων, με οικονομικό αντάλλαγμα: πληροφορίες ~ ~.|| ~ ~ εκδιδόμενη γυναίκα. Πβ. επί πληρωμή. ΑΝΤ. δωρεάν, ο χρόνος είναι χρήμα (γνωμ.): είναι σημαντική η σωστή διαχείριση του χρόνου., παίρνω χρήματα (προφ.): χρηματίζομαι, δωροδοκούμαι. Πβ. τα παίρνει χοντρά, τα πιάνει., τα χρήματα δεν πέφτουν από τον ουρανό: τα λεφτά δεν αποκτώνται εύκολα, πρέπει να δουλέψει σκληρά κάποιος, για να τα αποκτήσει., το χρήμα δεν μυρίζει/τα λεφτά δεν μυρίζουν: για να δηλωθεί ότι η προέλευση των χρημάτων δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. [< γαλλ. l 'argent n'a pas d'odeur] , τραβάω χρήματα (προφ.): κάνω ανάληψη: ~ηξε ~ απ' την κάρτα/τον λογαριασμό/την τράπεζα., χρήμα/παράς/φράγκα με ουρά (προφ.): μεγάλα χρηματικά ποσά: Βγάζει ~ ~. ΣΥΝ. λεφτά με τη σέσουλα/με το τσουβάλι/με (την) ουρά, δει δη χρημάτων βλ. δει, έλλειψη χρημάτων, στάση εμπορίου βλ. στάση, κολυμπάει στο χρυσάφι/στο χρήμα βλ. κολυμπώ, ο έρωτας κι ο βήχας δεν κρύβονται βλ. κρύβω, πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος βλ. μέτρο [< αρχ. χρῆμα]

χρόνος

χρόνος χρό-νος ουσ. (αρσ.) {χρόν-οι κ. ουδ. -ια} 1. ΦΥΣ. διάσταση η οποία εκφράζει ακολουθία γεγονότων που εκδηλώνονται στις διαστάσεις του χώρου: συντονισμένος παγκόσμιος ~ (: βάσει της ώρας Γκρίνουιτς). ~ ζώνης (: ο ~ κάθε χώρας, ο οποίος διαφέρει συνήθ. από τον παγκόσμιο κατά μία ή περισσότερες ώρες). Επίγειος ~ (: βάσει της κίνησης των σωμάτων του ηλιακού συστήματος).|| (ΦΥΣ.) Η διαστολή/έννοια/σχετικότητα του ~ου. Ανάλυση/μέτρηση του ~ου. Μεταβολή συναρτήσει του ~ου. Βλ. χωρόχρονος.|| (ΑΣΤΡΟΝ.) Διεθνής ατομικός ~ (: με βάση το δευτερόλεπτο). 2. (γενικότ.) αλληλουχία γεγονότων: τα ίχνη/η ροή/τα σημάδια του ~ου. Με την πάροδο/το πέρασμα του ~ου ... (μτφ.) Ο ~ δεν γυρνά πίσω/είναι ο καλύτερος γιατρός (: απαλύνει τον πόνο)/κυλά/σταμάτησε τη στιγμή που .../τρέχει (: περνάει γρήγορα)/φεύγει. Ο ~ θα δείξει αν ... Ομορφιά ανεξίτηλη στον ~ο. Βλ. παρόν, παρελθόν, μέλλον. 3. διάστημα αόριστο ή σαφώς προσδιορισμένο, το οποίο μεσολαβεί μεταξύ δύο συμβάντων ή διατίθεται, για να γίνει κάτι: Πέρασε πολύς ~ από τότε που ...|| Ανεκμετάλλευτος/χαμένος ~. Εξοικονόμηση/στενότητα ~ου. Οργάνωση του ~ου. Ο ~ δεν μας παίρνει/φτάνει. Μας πιέζει ο ~. Δεν υπάρχει ~ για χάσιμο. Χάθηκε πολύτιμος ~. Ελλείψει ~ου και χρήματος δεν θα έρθουμε. Εξαντλώ τον ~ο (: τα χρονικά περιθώρια). Έχω άφθονο ~ο στη διάθεσή μου. Δώσε μου λίγο ~ο. Πώς περνάς τον ~ο σου; Εκμεταλλεύομαι σωστά/σπαταλώ τον ~ο μου. Δεν θα μου πάρει πολύ ~ο να ... (μτφ.) Μάχη με τον ~ο.|| (σε εξέταση:) Πόσο ~ο έχουμε (ακόμα); Τέλος ~ου. Πβ. καιρός, ώρα. 4. διάρκεια ενέργειας: (μέσος/συνολικός) ~ αναμονής/εξυπηρέτησης/επεξεργασίας/ζωής/φοίτησης. Συμβατικός ~ μίσθωσης. Δωρεάν ~ πρόσβασης στο ίντερνετ. Σύμβαση αορίστου ~ου. Αύξηση του εβδομαδιαίου εργάσιμου ~ου. Ανανέωση/κάρτες προπληρωμένου ~ου ομιλίας. 5. συγκεκριμένο χρονικό σημείο εκδήλωσης ή εκτέλεσης ενέργειας: ο ~ άφιξης/εκκίνησης υπολογιστή/λήξης. Οι ακριβείς ~οι των δρομολογίων. Τήρηση των συμφωνημένων ~ων παράδοσης. Πβ. ημερομηνία, ώρα.|| Ανακοίνωση του τόπου και του ~ου διεξαγωγής του συνεδρίου. Καθυστερήσεις στους ~ους πληρωμής.|| Ποιον ~ο ιδρύθηκε το ... Πβ. χρονιά.|| Έφτασε/ήρθε ο ~ για ... Πβ. στιγμή. 6. έτος: ο ~ έκδοσης του βιβλίου (: η χρονολογία). Η μεγαλύτερη μέρα/οι εποχές/οι μήνες του ~ου. Αλλαγή του ~ου. Μια φορά τον ~ο ... Όλο τον ~ο ... Πλασματικοί ~οι ασφάλισης. Εορτασμός των ... ~ων από ... Διάρκεια/περίοδος/συμβόλαιο/φυλάκιση ... ~ων. Πέρασε ένας ολόκληρος ~ από ... Είναι ο δεύτερος ~ μου στη δουλειά. Έβδομος ~ λειτουργίας της σχολής. Πού θ' αλλάξετε ~ο (: θα κάνετε Πρωτοχρονιά);|| (στην αρχή του έτους) Εύχομαι ο καινούργιος/νέος ~ να φέρει υγεία! Έθιμα για το καλό του ~ου. Πβ. χρονιά. 7. ΓΡΑΜΜ. γραμματική κατηγορία του ρήματος που δηλώνει τη χρονική βαθμίδα (παρελθόν, παρόν, μέλλον) και το ποιόν ενεργείας (συνοπτικό, εξακολουθητικό, συντελεσμένο): ενεστωτικός/παροντικός ~. Στιγμιαίοι ~οι.|| (ως προς τον σχηματισμό τους:) Απλοί/περιφραστικοί ~οι.|| Οι αρχικοί ~οι του ρήματος. 8. ΑΘΛ. η ταχύτητα με την οποία ένας αθλητής καλύπτει δεδομένη απόσταση· επίδοση: αργός/γρήγορος/μέτριος ~. Δεν έπιασε/πέτυχε (καθόλου) καλό ~ο. Έκανε τον καλύτερο/ταχύτερο ~ο. Βελτιώνω τους ~ους μου. 9. ΜΟΥΣ. μονάδα μέτρησης μουσικών έργων, η οποία αντιστοιχεί σε έναν χτύπο· (στη βυζαντινή μουσική) διάρκεια φθόγγου: ρυθμικός ~. Ένδειξη ~ου (στην αρχή της σύνθεσης).|| (μέτρο:) Κομμάτι σε ~ο 2/4. Κρατώ τον ~ο.|| (τέμπο:) Σε αργό/γρήγορο ~ο.|| Απλός/ελάχιστος/σύνθετος ~. 10. διδακτικό έτος: στον τρίτο ~ο της φοίτησής του. Οι σπουδές διαρκούν ... ~ια.χρόνια (τα) 1. διάστημα συγκεκριμένων ετών: τα πρώτα/τελευταία ~ της ζωής του ... Τα περασμένα/προηγούμενα ~. Δύο ~ εγγύηση/κάθειρξη. Πέντε ~ παρουσίας/προσφοράς. Σύνταξη στα ... ~. Μέσα σε λίγα ~. Για τα επόμενα ~. Συμπληρώθηκαν ... ~ από ... Πώς περνούν τα ~; Πόσα ~ έχεις να τον δεις;|| (ηλικία:) Τα ~ βαραίνουν στις πλάτες του (: είναι ηλικιωμένος). Αχ και να 'χα τα ~ σου (: τα νιάτα σου)! 2. περίοδος ετών, στη ζωή κάποιου ή στην ανθρώπινη ιστορία: δύσκολα/χαρούμενα ~. Τα νεανικά/μαθητικά ~. Τα ~ της ωριμότητας (= η εποχή). Στα ~ μου, ... (: όταν ήμουν νέος).|| Τα παλιά τα ~ ... Πβ. καιρός., χρόνοι (οι): περίοδος ετών: κρίσιμοι ~. Ευρήματα των αλεξανδρινών/(ελληνο)ρωμαϊκών ~ων. Πβ. εποχή, καιρός., χρόνων & (προφ.) χρονών: για δήλωση ηλικίας· ετών: παιδί δέκα ~. Είναι πάνω από ... ~. Πόσων ~ είσαι; Έγινε ... ~.|| Αμάξι/σπίτι ... ~. ● Υποκ.: χρονάκια (τα), χρονάκος (ο) ● ΣΥΜΠΛ.: άγουρα χρόνια: η παιδική και κυρ. η εφηβική περίοδος της ζωής., αίσθηση του χρόνου: αντίληψη του χρόνου: ανεπτυγμένη ~ ~. Δεν έχει καμία ~ ~. Βλ. αίσθηση του χώρου., ελεύθερος χρόνος: οι ώρες της ημέρας που δεν προορίζονται για εργασία ή ύπνο: ασχολίες/διαχείριση του/δραστηριότητες/έλλειψη ~ου ~ου. Η βιομηχανία του ~ου ~ου. Αυξάνεται/μειώνεται ο ~ ~. Αξιοποιώ δημιουργικά/αφιερώνω/διαθέτω τον ~ο ~ο μου στα βιβλία/στη γυμναστική. Εγκαταστάσεις ~ου ~ου και αθλητισμού. Τι κάνεις στον ~ο ~ο σου; Δεν έχει καθόλου ~ο ~ο. Βλ. ανάπαυση, διασκέδαση, ψυχαγωγία., πραγματικός χρόνος 1. ΠΛΗΡΟΦ. πραγματική διάρκεια επεξεργασίας δεδομένων: ~ ~ εγκατάστασης/λήψης (αρχείου). Κινούμενη εικόνα σε ~ό ~ο.|| (τώρα, ζωντανά, άμεσα:) Ενημέρωση/επικοινωνία/τηλεδιάσκεψη ~ού ~ου/που γίνεται σε ~ό ~ο (μέσω δορυφόρου). Θέσεις πλοίων/κίνηση στους δρόμους σε ~ό ~ο. 2. αληθινή διάρκεια: ο ~ ~ της συνομιλίας. Ο ελάχιστος/μέσος ~ ~ απασχόλησης/ασφάλισης/εργασίας/προϋπηρεσίας. Οι ~οί ~οι ολοκλήρωσης του έργου. [< 1: αγγλ. real time, 1953] , ακολουθία των χρόνων βλ. ακολουθία, ανενεργός χρόνος βλ. ανενεργός, άνεση χρόνου βλ. άνεση, αρκτικοί χρόνοι βλ. αρκτικός2, αστρικός χρόνος βλ. αστρικός, γεωμετρική εποχή/περίοδος βλ. γεωμετρικός, ηλιακός χρόνος βλ. ηλιακός, ηρωική εποχή/ηρωικά χρόνια βλ. ηρωικός, ιστορικοί χρόνοι βλ. ιστορικός, μελλοντικοί χρόνοι βλ. μελλοντικός, Μέσοι Χρόνοι βλ. μέσος, μηχανή του χρόνου βλ. μηχανή, μολυβένια χρόνια βλ. μολυβένιος, πανδαμάτωρ χρόνος βλ. πανδαμάτωρ, πέτρινα χρόνια βλ. πέτρινος, πίστωση χρόνου βλ. πίστωση, σκοτεινοί χρόνοι βλ. σκοτεινός, σκότωμα του χρόνου/της ώρας βλ. σκότωμα, το πλήρωμα του χρόνου βλ. πλήρωμα, χρόνος υποδιπλασιασμού βλ. υποδιπλασιασμός ● ΦΡ.: (είναι) χρόνια μπροστά (προφ.): είναι προχωρημένος, αναπτυγμένος: ~ ~ στην τεχνολογία. Ο άνθρωπος είναι ~ ~ (= μπροστάρης, πρωτοπόρος)., εκτός χρόνου: έξω από τα χρονικά όρια: (ΑΘΛ.) βολή ~ ~. Βγήκε ~ ~., εντός χρόνου: μέσα στο καθορισμένο χρονικό περιθώριο: Τερμάτισε ~ ~. Είμαστε ~ ~. Τα πάντα έγιναν ~ ~ και προγραμματισμού/προϋπολογισμού., η πατίνα του χρόνου: τα σημάδια που αφήνει ο χρόνος σε διάφορα αντικείμενα ή πρόσωπα· κατ΄επέκτ. το πέρασμα του χρόνου. [< γαλλ. la patine du temps] , θέμα/ζήτημα χρόνου: για κάτι που θα συμβεί οπωσδήποτε: Η επιχείρηση παραπαίει και είναι/θεωρείται ~ ~ να βάλει λουκέτο., και του χρόνου! (ευχετ.): (μακάρι να εορτασθεί ξανά ή συνεχιστεί κάτι ευχάριστο) και την επόμενη χρονιά: Άντε, ~ ~ να 'μαστε καλά, να ξαναβρεθούμε! ~ ~ με υγεία! Χρόνια πολλά! ~ ~!, με τα χρόνια: με την πάροδο του χρόνου. Πβ. με την ηλικία., ο χρόνος δεν πέρασε από πάνω του (προφ.): για άνθρωπο κάποιας ηλικίας που δείχνει νέος., ο χρόνος δουλεύει/εργάζεται για/υπέρ/σε βάρος μας (προφ.): ο καιρός που περνά λειτουργεί προς όφελός μας ή εναντίον μας: Όσο καθυστερούν, ~ δουλεύει υπέρ μας., όσα/ό,τι φέρνει η ώρα δεν τα/το φέρνει ο χρόνος (όλος) (παροιμ.): σε μια μόνο στιγμή μπορούν να συμβούν τα πιο απροσδόκητα και συνήθ. δυσάρεστα πράγματα., παίρνει/τρώει χρόνο: (συνήθ. προς δήλωση δυσαρέσκειας) διαρκεί πολύ χρόνο μέχρι να υλοποιηθεί, είναι χρονοβόρο: Η διαδικασία μας έφαγε/πήρε πολύ ~. Δεν θα φάω τον πολύτιμο ~ σου., παίρνουν (κάποιον) τα χρόνια (προφ.): γερνά: Δεν μας έχουν πάρει (και) ~ (ακόμα). Νέοι είμαστε., πάνω στον χρόνο (προφ.) 1. λίγο πριν από τη συμπλήρωση ενός έτους ή αμέσως μετά από αυτή: Το μηχάνημα χάλασε ~ ~. 2. λίγο πριν από το τέλος του διαθέσιμου χρόνου ή τη στιγμή της λήξης του: Παρέδωσε το γραπτό του ~ ~., πίεση χρόνου: περιορισμένα χρονικά περιθώρια: Έχουμε/υπάρχει ασφυκτική ~ ~. Εργαζόμαστε κάτω από/με/υπό μεγάλη ~ ~. ΑΝΤ. άνεση χρόνου, σε χρόνο ρεκόρ/μηδέν/ντε τε/εξπρές: πάρα πολύ γρήγορα, αμέσως: Ετοιμάστηκε/ήρθε ~ ~. Τα εισιτήρια εξαντλήθηκαν ~ ρεκόρ. Ο κρατικός μηχανισμός κινητοποιήθηκε ~ ~. ΣΥΝ. πατ κιουτ, στο άψε σβήσε, στο πι και φι, στον χρόνο: στο παρελθόν, κατά τη διάρκεια των χρονικών περιόδων που προηγήθηκαν, στην πάροδο των ετών: αναδρομή/ταξίδι ~ ~. Τοπίο αναλλοίωτο ~ ~.|| Σχέση που αντέχει ~ ~., συν τω χρόνω (λόγ.): με το πέρασμα του καιρού: μειωμένη κίνηση ~ ~. Το κτίριο ~ ~ υπέστη φθορές. Τα προβλήματα αυξάνονται ~ ~. ΣΥΝ. προϊόντος του χρόνου, τα έχει τα χρονάκια του! (προφ.): δεν είναι τόσο νέος ή καινούργιος όσο δείχνει: Μη νομίζεις, ~ της!|| Ο υπολογιστής σου ~ ~., του χρόνου: την επόμενη χρονιά: Το ανέβαλαν/κανόνισαν για ~ ~. Βλ. φέτος, πέρυσι., χρόνια πολλά!: ευχή σε εορτάζοντα ή επ΄ευκαιρία επετείου ή θρησκευτικής εορτής· να ζήσεις πολλά χρόνια: ~ ~ και καλά! ~ ~ με υγεία και χαρά! ~ ~ και καλή χρονιά! ~ ~, να σε χαιρόμαστε! ~ ~ σε όσους γιορτάζουν! Βλ. εις πολλά έτη/έτη πολλά, να ζήσεις!, να τα εκατοστίσεις, να τα χιλιάσεις!, χρόνος μπαίνει, χρόνος βγαίνει: προς δήλωση συνήθ. αρνητικής κατάστασης, η οποία μένει αναλλοίωτη με την πάροδο του χρόνου: ~ ~, πάντα η ίδια ιστορία. Βλ. μήνας μπαίνει, μήνας βγαίνει., χρόνου φείδου (αρχ. γνωμ.): να εκμεταλλεύεσαι σωστά τον χρόνο σου, να μην τον σπαταλάς άσκοπα., (μέσα) σε εύλογο χρόνο βλ. εύλογος, αγοράζω χρόνο βλ. αγοράζω, από αρχαιοτάτων χρόνων βλ. αρχαίος, εκτός τόπου και χρόνου βλ. εκτός, κάθε χρόνο τέτοια μέρα βλ. μέρα, και του χρόνου διπλός/διπλή! βλ. διπλός, κακό χρόνο να 'χεις! βλ. κακός, κερδίζω (τον) χαμένο χρόνο βλ. κερδίζω, κερδίζω χρόνο βλ. κερδίζω, μας άφησε χρόνους βλ. αφήνω, με βάθος χρόνου βλ. βάθος, ο έρως/έρωτας χρόνια δεν κοιτά βλ. έρως, ο κλέφτης και ο ψεύτης τον πρώτο χρόνο χαίρονται βλ. κλέφτης, ο χρόνος είναι χρήμα βλ. χρήμα, πάρ' τον στον γάμο σου να σου πει «και του χρόνου» βλ. γάμος, προ/από αμνημονεύτων ετών/χρόνων βλ. αμνημόνευτος, προϊόντος του χρόνου βλ. προϊών, ροκανίζω τον χρόνο βλ. ροκανίζω, σαπουνίζοντας γουρούνι χάνεις χρόνο και σαπούνι βλ. γουρούνι, σαράντα χρόνια φούρναρης βλ. φούρναρης, σε ανύποπτο χρόνο βλ. ανύποπτος, σε βάθος χρόνου βλ. βάθος, σε εύθετο χρόνο βλ. εύθετος, τα βάθη του χρόνου/των αιώνων βλ. βάθος, τον κυνηγάει ο χρόνος βλ. κυνηγώ, χάνω τον καιρό μου/το(ν) χρόνο μου/την ώρα μου βλ. χάνω, χάσιμο χρόνου βλ. χάσιμο, χίλια/πολλά χρόνια θα ζήσεις! βλ. χίλιοι, χρόνια στο κουρμπέτι βλ. κουρμπέτι, χρόνια/καιρούς και ζαμάνια βλ. ζαμάνια [< 1-5,8: αρχ. χρόνος, γαλλ. temps 7,9: μτγν. χρόνος]

χωριό

χωριό χω-ριό ουσ. (ουδ.) 1. αγροτική οικιστική μονάδα με πληθυσμό μικρότερο της κωμόπολης· συνεκδ. οι κάτοικοί της: γραφικό/ειδυλλιακό/μεσόγειο/μικρό/ορεινό/παραδοσιακό/παραθαλάσσιο ή παραλιακό/παραμεθόριο/πεδινό ~. Αποκλεισμένα/απομακρυσμένα/απομονωμένα/αραιοκατοικημένα/δυσπρόσιτα/έρημα/ξεχασμένα/τουριστικά/φτωχικά ~ιά. Τα γύρω ~ιά. ~ μέσα στο δάσος/πνιγμένο στο πράσινο. Τα έθιμα/η εκκλησία/ο ξενώνας/η πλατεία (πβ. μεσοχώρι)/το σχολείο του ~ιού. Τα ~ιά του Νομού. ~ιά του κάμπου. Κατάγεται από ~. Γύρισε/ταξίδεψε σε πόλεις και ~ιά. Πβ. κώμη. Βλ. βλαχο-, κατσικο-, κεφαλο-, ψαρο-χώρι.|| Ξεσηκώθηκε όλο το ~. ΣΥΝ. χωριανοί, χωρικοί. 2. (ειδικότ.) ο αντίστοιχος οικισμός ως τόπος καταγωγής: το ~ του πατέρα μου. Γιορτές/διακοπές στο ~. Έφυγε απ' το ~, για να έρθει στην πρωτεύουσα (βλ. αστυφιλία). Τα αβγά είναι απ' το ~ (: αγνά, φρέσκα). Πβ. γενέτειρα, η ιδιαίτερη πατρίδα. Βλ. κοντο-, συγ-χωριανός, ομοχώριος.|| (ειρων.-μειωτ.) Είχε και στο ~ του πολυτέλειες! 3. πρότυπος οικισμός, με περιορισμένο αριθμό κατοίκων: αθλητικό/(ΟΙΚΟΛ.) αιολικό/λαογραφικό/ομογενειακό/πολιτιστικό ~. Ανέγερση/δημιουργία/ίδρυση ~ιού Τύπου. ● Υποκ.: χωριουδάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: ακαδημαϊκό χωριό: πρότυπο κέντρο ακαδημαϊκών δραστηριοτήτων, με ξενώνα και συνεδριακό εξοπλισμό., οικολογικό χωριό: ΟΙΚΟΛ. οικοκοινότητα., παγκόσμιο/πλανητικό χωριό: η Γη, ο κόσμος ολόκληρος ως παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον. Βλ. κυβερνοχώρος. [< αγγλ. global village, 1959] , Παιδικό Χωριό SOS: οικισμός που αποτελείται από δεκαπέντε έως είκοσι σπίτια, στο καθένα από τα οποία ζει οικογένεια που απαρτίζεται από παιδιά, τα οποία έχουν χάσει τους φυσικούς τους γονείς ή έχουν απομακρυνθεί από αυτούς για σοβαρούς λόγους, και από μια γυναίκα που έχει αναλάβει τον ρόλο της μητέρας. [< αγγλ. SOS Children Village, 1949] , δασικό χωριό βλ. δασικός, ηλιακό χωριό βλ. ηλιακός, ο τρελός του χωριού βλ. τρελός, ολυμπιακό χωριό βλ. ολυμπιακός ● ΦΡ.: γίναμε από δυο χωριά (χωριάτες) (προφ.): τσακωθήκαμε άσχημα. Πβ. μαλλιά κουβάρια., κακό χωριό τα λίγα σπίτια (παροιμ.): για να δηλωθούν οι αρνητικές επιπτώσεις (κυρ. ως προς τη διατήρηση της ιδιωτικότητας ή των καλών σχέσεων) που έχει η συνύπαρξη ανθρώπων σε κλειστές κοινωνίες ή μικρούς χώρους., κάλλιο/καλύτερα πρώτος στο χωριό, παρά δεύτερος στην πόλη (παροιμ.): είναι καλύτερο να έχει κάποιος την πρώτη θέση σε μικρότερο κύκλο ανθρώπων, παρά τη δεύτερη σε ευρύτερο., κάνω χωριό με κάποιον (προφ.): μπορώ να συνεννοηθώ, να συνυπάρξω: Δεν μπορεί να ~ει ~ με κανέναν., ο καλύτερος του χωριού (προφ.): για κάποιον που θεωρείται ότι υπερτερεί σε σχέση με τους υπόλοιπους. Πβ. πρώτος και καλύτερος., όνομα και μη χωριό βλ. όνομα, χωριό που φαίνεται, κολαούζο δε(ν) θέλει βλ. κολαούζος [< μεσν. χωριόν 3: αγγλ. village]

ψάρι

ψάρι ψά-ρι ουσ. (ουδ.) {ψαρ-ιού | -ιών} 1. ΙΧΘΥΟΛ. κάθε σπονδυλωτό ζώο που ζει αποκλειστικά σε υδάτινο περιβάλλον, κινείται με πτερύγια, αναπνέει με βράγχια και το σώμα του καλύπτεται συνήθ. με λέπια: ~ια της θάλασσας/πελαγίσια ~ια (βλ. κολιός, μαγιάτικο). Λιμνίσια/ποταμίσια (= ποταμόψαρα) ~ια ή ~ια του γλυκού νερού (βλ. πέρκα, πέστροφα, χέλι). Αρπακτικά ή επιθετικά (βλ. τούρνα)/ενδημικά/ερμαφρόδιτα (βλ. μένουλα)/μεταναστευτικά (βλ. ξιφίας, τόνος3)/σαρκοφάγα (βλ. χειλού, μυλοκόπι)/τροπικά ~ια (βλ. τέτρα). ~ια του αφρού (= αφρόψαρα)/βυθού (βλ. πατόψαρο). ~ια (του) ενυδρείου (βλ. γλείφτης)/ιχθυοτροφείου. Χοντρό (βλ. συναγρίδα, σφυρίδα)/ψιλό (βλ. αθερίνα, γαύρος, μαρίδα) ~. Η ουρά του ~ιού. Κοπάδι ~ιών (βλ. σπάρος). Αλιεία/εκτροφή ή καλλιέργεια (= ιχθυο-τροφία, -καλλιέργεια· βλ. γόνος) ~ιών. Πβ. ιχθύς.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ βραστό/πλακί/σούπα (= ψαρόσουπα)/τηγανητό/ψητό/ωμό (βλ. σούσι). ~ στα κάρβουνα/στη σχάρα/στον φούρνο. Καθαρίζω ~ια. Λιπαρά/παχιά ~ια (βλ. ρέγγα, σαρδέλα, σκουμπρί, σολομός, τσιπούρα). Διατροφή πλούσια σε ~ια (= ψαροφαγία).|| (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) Καπνιστά/κατεψυγμένα/παστά/φρέσκα ή νωπά ~ια. Αβγά (βλ. αβγοτάραχο, ταραμάς, χαβιάρι)/φιλέτο ~ιού. ~ια και θαλασσινά. Βλ. ιχθυο-, -ψαρο, ψαρο-. 2. (μτφ.-αργκό) αφελής, ευκολόπιστος, που μπορεί εύκολα να εξαπατηθεί: Α, ρε ~, έχαψες το παραμύθι που σου πούλησαν! 3. (μτφ.-αργκό) άπειρος, πρωτάρης· (στη στρατιωτική αργκό) νεοσύλλεκτος. Πβ. αρχάριος, νέος, στραβάδι. 4. ΑΣΤΡΟΛ. (προφ.) πρόσωπο που ανήκει στο ζώδιο των Ιχθύων. ● Υποκ.: ψαράκι (το): στη σημ. 1. Πβ. ιχθύδιο. ● Μεγεθ.: ψάρακας & ψάρακλας (ο): στις σημ. 2, 3., ψαρούκλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: κεφαλιά-ψαράκι βλ. κεφαλιά ● ΦΡ.: σαν (το) ψάρι έξω απ' το νερό (προφ.): για κατάσταση αμηχανίας, ιδ. σε μη οικείο περιβάλλον: Στο πάρτι δεν ήξερα κανέναν, ήμουν ~ ~. Πβ. έξω από τα νερά μου., τι ψάρια θα πιάσουμε (μτφ.-προφ.): ποια θα είναι τα αποτελέσματα, τι θα καταφέρουμε: Για/άντε να δούμε ~ ~!, το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό (παροιμ.): ο ισχυρότερος επικρατεί του ασθενέστερου. Πβ. ο νόμος της ζούγκλας., του έψησε/του έχει ψήσει το ψάρι στα χείλη (μτφ.-προφ.): τον ταλαιπώρησε, τον παίδεψε αφάνταστα: Του έψησε ~ ~, μέχρι να δεχτεί. Μου έχεις ψήσει ~ ~ (: δεν σε αντέχω άλλο). Πβ. βγάζω σε κάποιον το λάδι, χορεύω (κάποιον) στο ταψί., τρέμει σαν (το) ψάρι (προφ.) 1. φοβάται πολύ, έχει τρομοκρατηθεί. 2. κρυώνει πολύ., τσίμπησε το ψάρι (μτφ.-προφ.): έπεσε στην παγίδα, κατάφεραν να τον εξαπατήσουν. Πβ. πιάστηκε (σαν τον ποντικό)/έπεσε στη φάκα., αν δεν βρέξεις κώλο, ψάρι δεν τρως/δεν τρως ψάρι βλ. βρέχω, βαφτίζει το κρέας ψάρι βλ. βαφτίζω, το ψάρι βρομά(ει) απ' το κεφάλι βλ. βρομώ, φάτε μάτια ψάρια και κοιλιά περίδρομο βλ. τρώω [< 1: μεσν. ψάρι < αρχ. ὀψάριον ‘προσφάγι’ (συμπεριλαμβανομένου του ψαριού) < αρχ. ὄψον ‘κρέας ψημένο στη φωτιά, προσφάγι (που τρώγεται με ψωμί, όπως το κρεμμύδι), εκλεκτό έδεσμα, όπως το ψάρι (κυρ. στην Αθήνα)’]

ψέμα

ψέμα ψέ-μα ουσ. (ουδ.) {ψέμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. ισχυρισμός εσκεμμένα αναληθής, με σκοπό την απόκρυψη ή παραποίηση της αλήθειας: αθώο/αισχρό/βολικό/ελεεινό/κακόβουλο/καραμπινάτο/κατάφωρο/μικρό/τεράστιο/πρωταπριλιάτικο/συνειδητό/χοντρό ~. Απροκάλυπτα/ασύστολα/επικίνδυνα/συνηθισμένα/τερατώδη (= τερατολογίες)/χονδροειδή ~ατα. Είναι ~ ότι ... (πβ. μούσι, μούφα, φόλα). Μας έχει φλομώσει/ταράξει στα ~ατα. Είναι όλα ~ατα (= ανακρίβειες, αναλήθειες, μυθεύματα, χαλκεύματα, παραμύθια). Άσ' τα ~ατα, δεν σε πιστεύω! Μας έχει αραδιάσει ένα σωρό ~ατα (ή λόγ., σωρεία ~άτων)/του κόσμου τα ~ατα/~ατα με ουρά! Διαδίδει ~ατα (= ψευδολογίες, ψευτιές). Πβ. ψεύδος. Το ~ είναι το αλάτι της αλήθειας (παροιμ.). || Έχει βουλιάξει/ζει μες στο ~. Πβ. απάτη, πλάνη1, φενάκη. 2. (κατ' επέκτ.) οτιδήποτε δεν μπορεί να υπάρξει ή είναι μάταιο, απατηλό: Πιστεύει ότι ο παντοτινός έρωτας είναι ένα ~ (= μύθος). ● Υποκ.: ψεματάκι (το) ● Μεγεθ.: ψεματάρα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: λευκό ψέμα: που λέγεται σκόπιμα από κάποιον, για να αποφύγει μια δυσάρεστη ή άβολη κατάσταση, και δεν εμπεριέχει δόλο ούτε έχει αρνητικές συνέπειες. Πβ. (τα) κατά συνθήκη(ν) ψεύδη. [< αγγλ. white lie] ● ΦΡ.: κακά τα ψέματα (προφ.): ας μην τρέφουμε αυταπάτες, ας μη γελιόμαστε: ~ ~, χρειάζεται πολλή προσπάθεια, για να πετύχουμε. Έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας, ~ ~!, με τα ψέματα (κυρ. προφ.): χωρίς να το καταλάβω ή χωρίς (ιδιαίτερη) προσπάθεια: ~ ~ πέρασε η ώρα!|| ~ ~ δεν γίνεται δουλειά!, πες το ψέματα! (προφ.): ως επιβεβαίωση των λόγων του συνομιλητή μας: -Χρειάζεσαι ξεκούραση! -~ ~ (: έχεις δίκιο, σωστά)!, σαν ψέμα/ψέματα (προφ.): για κάτι που φαντάζει απίστευτο: Μου φαίνεται ~ ~ που είσαι εδώ/ότι θα τον ξαναδώ (: είμαι πολύ συγκινημένος/η). Ακούγεται ~ ~!, στα ψέματα/στα ψεύτικα (προφ.): χωρίς να ισχύει στην πραγματικότητα: Το είπε ~ ~ (πβ. στ' αστεία. ΑΝΤ. στα σοβαρά.). Έκανε ~ ~ την χαρούμενη (: προσποιητά, υποκριτικά). ΑΝΤ. στ' αλήθεια., τέλος/τέρμα/τέλειωσαν τα ψέματα/τ' αστεία/τα παραμύθια! & σώθηκαν τα ψέματα (προφ.): δεν υπάρχουν πια άλλα περιθώρια, η κατάσταση έχει φτάσει στο απροχώρητο: ~ ~, ξεκινώ δίαιτα/πρέπει να φύγω/ώρα για διάβασμα!, το ψέμα έχει κοντά ποδάρια (παροιμ.): αποκαλύπτεται γρήγορα. || (με την ίδια σημ. και το γνωμ.) Το ~ ποτέ δεν ζει για να γεράσει. [< μεσν. ψέμα]

ψύλλος

ψύλλος ψύλ-λος ουσ. (αρσ.): κοινή ονομασία άπτερων εντόμων τα οποία ζουν παρασιτικά στα ζώα και τους ανθρώπους και τρέφονται με το αίμα τους. ● ΦΡ.: για ψύλλου πήδημα (προφ.): για ασήμαντη αφορμή, με το παραμικρό: Εκνευρίζεται ~ ~., καλιγώνει/πεταλώνει τον ψύλλο (μτφ.-προφ.): για άτομο πανέξυπνο και πολύ πονηρό. , μου μπαίνουν ψύλλοι στ' αυτιά/μου έβαλε ψύλλους στ' αυτιά (μτφ.-προφ.): έχω υποψίες για κάτι/με έκανε να υποψιαστώ: Μου μπήκαν ~ ότι πλαστογράφησε τα δικαιολογητικά. Το τηλεφώνημά του μου έβαλε ~., ούτε ψύλλος στον κόρφο του (προφ.): δεν θα ήθελα με τίποτα να είμαι στη δυσχερή θέση του, να μου συμβεί ό,τι συμβαίνει σε αυτόν., (γυρεύει/ψάχνει/ζητά) ψύλλους (/ψύλλο)/βελόνα (/βελόνες) στ' άχυρα βλ. άχυρο [< αρχ. ψύλλος]

ψυχή

ψυχή ψυ-χή ουσ. (θηλ.) 1. η άυλη, πνευματική ουσία του ανθρώπου, που θεωρείται ότι είναι αθάνατη· γενικότ. η άυλη και άφθαρτη ουσία κάθε όντος: ειρήνη της ~ής. Η ~ δίνει ζωή στο σώμα.|| Κάθαρση/λύτρωση/σωτηρία της ~ής. (ΕΚΚΛΗΣ.) Ο σωτήρας των ~ών (: ο Θεός). Προσεύχομαι για την ~ κάποιου. Δέηση για την ~ του ... Παρέδωσε την ~ του στον Κύριο (= πέθανε· βλ. πνεύμα). (ως ευχή για πεθαμένο:) Ο Θεός να/ας αναπαύσει την ~ του.|| (σε όρκο:) Στην ~ της μάνας/του πατέρα μου!|| (ΦΙΛΟΣ.) Καθολική/παγκόσμια ~ (πβ. ψυχή του κόσμου).|| (ΜΥΘ.) Η Ψυχή και ο Έρωτας.|| Η ~ των ζώων. 2. (ειδικότ.) η ηθική και συναισθηματική φύση του ανθρώπου, σε αντίθεση με τη βιολογική και διανοητική του υπόσταση: αβυσσαλέα/αγγελική/αγνή/αδάμαστη/αδούλωτη/ελεύθερη/ευαίσθητη/ευγενική/καθαρή/μαύρη/παιδική/περήφανη (βλ. φρόνημα)/σκληρή/σκοτεινή ~. Οι αρετές/η γαλήνη/η δύναμη/η ηρεμία/η καλλιέργεια/η κατάσταση/το μεγαλείο/ο πόνος/η υγεία της ~ής. Το τραγούδι άγγιξε την ~ μου (: με συγκίνησε βαθύτατα). Έχει καλή/κακή ~ (= καρδιά· πβ. καλό-/κακό-ψυχος). Η αμαρτία βαραίνει την ~ (βλ. συνείδηση). Κάποιος/κάτι γεμίζει την ~ μας με θλίψη/χαρά. Πόνεσε η ~ μου που την είδα να κλαίει (: στενοχωρήθηκα πολύ). Το ευχαριστήθηκε/χάρηκε η ~ μου! Το αληθινό ταλέντο βγαίνει/πηγάζει από την ~. Με τα μάτια της ~ής.|| H λαϊκή ~. 3. άνθρωπος, ζωή· ειδικότ. εμψυχωτής: αδικοχαμένες/μοναχικές/νεανικές/πληγωμένες ~ές. Πόλη δύο εκατομμυρίων ~ών (= κατοίκων). Χάθηκαν τόσες αθώες ~ές! Τι να κάνει άραγε αυτή η ~;|| Δεν υπήρχε ~ τριγύρω. Σε αυτό το μέρος τον χειμώνα δεν πατάει ~.|| (μτφ.) Είναι η ~ του αγώνα. Το εμπορικό κέντρο είναι η ~ της πόλης. 4. {χωρ. πληθ.} παλικαριά, θάρρος: το μεγαλείο της ελληνικής ~ής. Δείξαμε ~ και νικήσαμε. Θέλει ~ (= κότσια) ν' αψηφάς τον κίνδυνο. Είναι ομάδα με ~. Είχαν ~ και πάλεψαν μέχρι τέλους εναντίον των κατακτητών (: ήταν ψυχωμένοι, ανδρείοι· βλ. δειλός, άνανδρος). Πβ. αγωνιστικ-, μαχητικ-ότητα, σθένος. 5. ΤΕΧΝΟΛ. το κεντρικό ή βασικό τμήμα αντικειμένου ή κατασκευής, συνήθ. δοκού, σιδηροτροχιάς: αγωγοί/συρματόσχοινα με χαλύβδινη ~. ● Υποκ.: ψυχάκι (το) (οικ.): πρόσωπο αγαπημένο, κοντινό ή για το οποίο τρέφουμε αισθήματα συμπάθειας, εκτίμησης., ψυχούλα (η): καλοσυνάτος άνθρωπος, που χαρακτηρίζεται από ευαισθησία και ανιδιοτέλεια. ● ΣΥΜΠΛ.: ψυχή του κόσμου & κοσμική ψυχή: ΦΙΛΟΣ. (κατά τους πρώτους φιλοσόφους) η ζωοποιός δύναμη του κόσμου., αδελφή ψυχή βλ. αδελφός, η αθανασία της ψυχής βλ. αθανασία, η ψυχή της παρέας βλ. παρέα, κατάθεση ψυχής βλ. κατάθεση ● ΦΡ.: βάζω την ψυχή μου (σε κάτι) (προφ.): δημιουργώ, κάνω κάτι με όλες μου τις δυνάμεις, με όρεξη και διάθεση: ~ει ~ σ' αυτό που κάνει., βγαίνει η ψυχή (κάποιου) (προφ.): πεθαίνει: Κόντεψε να βγει ~ του., για την ψυχή της μάνας μου (συνήθ. ειρων.): για να τονιστεί ότι κάτι γίνεται αφιλοκερδώς και ανυστερόβουλα: Το κάνουν για το κέρδος, δεν στήνουν ολόκληρες επιχειρήσεις ~ ~ τους. Πβ. δωρεάν, τζάμπα. ΑΝΤ. με το αζημίωτο., δίνω (και) την ψυχή μου (για κάποιον/κάτι): κάνω τα πάντα., δώσ' του (κάτι) και πάρ' του την ψυχή (μτφ.-προφ.): για να δηλωθεί ότι κάτι αρέσει πολύ σε κάποιον: Δώσ' του γλυκά/κουτσομπολιό ~ ~!, ένα σώμα, μια ψυχή: για να δηλωθεί απόλυτη ενότητα, σύμπνοια: Είμαστε/έχουμε γίνει ~ ~!, και οι ... έχουν ψυχή (προφ.-χιουμορ.): ακόμα και όσοι υποτιμούνται έχουν συναισθήματα και δικαιώματα., με όλη μου την ψυχή/την καρδιά (προφ.): με κάθε ειλικρίνεια, ολόψυχα: Σ' ευχαριστώ ~ ~! Σου εύχομαι/σε παρακαλώ ~ ~ να ... Θέλω κάτι ~ ~. Τον αγαπούσα ~ ~. ΣΥΝ. από καρδιάς, από τα βάθη της καρδιάς/της ψυχής (μου), με την ψυχή μου (προφ.-εμφατ.): για να δηλωθεί απόλαυση, ευχαρίστηση σε πολύ μεγάλο βαθμό: Γλέντησα/χόρεψα ~ ~. Πανηγύρισε ~ ~ του., μια ψυχή που είναι να βγει, ας βγει! (προφ.): (για κάτι δυσάρεστο) ό,τι πρόκειται να συμβεί, ας συμβεί μια ώρα νωρίτερα., πιάνεται/πιάστηκε η ψυχή μου (προφ.): στενοχωριέμαι, υποφέρω, αγωνιώ: Πιάνεται ~ ~ που σε βλέπω να κουράζεσαι. ~στηκε ~ όταν είδα ..., ταξίδι ψυχής 1. που έχει ως στόχο την ικανοποίηση ψυχικών αναγκών: ~ ~ στις ρίζες του (= στον τόπο καταγωγής του). 2. (μτφ.) εσωτερική αναζήτηση, ταξίδι με τον νου σε διαφορετικούς τόπους ή καταστάσεις: Η Τέχνη αποτελεί ~ ~., τι ψυχή έχει (κάτι); (οικ.): δεν έχει καμιά αξία ή σημασία: Δεν ήπια και πολύ, ~ ~ ένα ποτηράκι;, τι ψυχή θα παραδώσεις;: (σε κάποιον που διαπράττει κάτι κακό ή και χιουμορ.) δεν φοβάσαι την ώρα της Κρίσεως;, τρέμει η ψυχή μου (μτφ.-προφ.): ανησυχώ πολύ, φοβάμαι υπερβολικά: ~ ~ μην πάθει κανένα κακό. ΣΥΝ. βγαίνει/πηδάει/σπαρταράει/τρέμει η καρδιά μου, ψυχή ζώσα (λόγ.-εμφατ.): κανένας: Δεν κυκλοφορεί/δεν υπάρχει ~ ~., ψυχή τε και σώματι (λόγ.) & ψυχή και σώμα: ολόψυχα, ολοκληρωτικά: Του αφοσιώθηκε ~ ~. Αγωνίστηκε/συμμετέχει ~ ~. Τάχθηκε ~ ~ υπέρ του ..., ψυχή/ψυχούλα μου!: ως προσφώνηση με την οποία εκφράζεται αγάπη, τρυφερότητα, οικειότητα: ~ ~, μου λείπεις! ΣΥΝ. καρδιά/καρδούλα μου, άβυσσος η ψυχή (του ανθρώπου)! βλ. άβυσσος, ανοίγει η καρδιά/η ψυχή μου βλ. ανοίγω, ανοίγω την καρδιά μου/την ψυχή μου (σε κάποιον) βλ. ανοίγω, από τα βάθη της καρδιάς/της ψυχής (μου) βλ. βάθος, αποθανέτω η ψυχή μου μετά των αλλοφύλων βλ. αλλόφυλος, βασανίζω το μυαλό/το κεφάλι/τον εαυτό/τη σκέψη/την ψυχή μου βλ. βασανίζω, γελάω με την καρδιά μου/με την ψυχή μου/μέχρι δακρύων βλ. γελώ, δεν το βαστά(ει) η καρδιά (/η ψυχή) μου/δεν μου βαστά(ει) η καρδιά (/η ψυχή) βλ. βαστώ, εν βρασμώ ψυχής βλ. βρασμός, Θεός σχωρέσ΄τον/την ψυχή του! βλ. θεός, ματώνει η καρδιά μου βλ. ματώνω, μαυρίζει/μαύρισε η ψυχή μου βλ. μαυρίζω, με πόνο ψυχής βλ. πόνος, με την ψυχή στο στόμα βλ. στόμα, μου βγαίνει η πίστη/η Παναγία/η ψυχή/το λάδι βλ. βγαίνω, μου βγήκε η ψυχή/η πίστη ανάποδα βλ. ανάποδα, μου 'φυγε η ψυχή βλ. φεύγω, ο Θεός και η ψυχή του! βλ. θεός, παρέδωσε το πνεύμα βλ. πνεύμα, παρηγοριά στον άρρωστο (μέχρι/ώσπου να βγει η ψυχή του) βλ. παρηγοριά, πήγε η ψυχή/η καρδιά μου στην Κούλουρη βλ. Κούλουρη, πουλάω (και) την ψυχή μου στον διά(β)ολο βλ. πουλώ, πρώτα βγαίνει η ψυχή και μετά/ύστερα το χούι βλ. χούι, το λέει η ψυχή/καρδιά/καρδούλα/περδικούλα του βλ. περδικούλα, τον/την έχει βαρεθεί η ψυχή μου βλ. βαριέμαι, τραβάει η ψυχή/η καρδιά μου (κάτι) βλ. τραβώ ● βλ. ψυχάρα [< αρχ. ψυχή, 5 γερμ. Seele]

ψυχρός

ψυχρός, ή, ό ψυ-χρός επίθ. ΑΝΤ. θερμός 1. του οποίου η θερμοκρασία είναι πολύ πιο χαμηλή από τη φυσιολογική ή συνηθισμένη: ~ός: αέρας/άνεμος (βλ. βοριάς)/καιρός (βλ. ψύχρα)/χειμώνας (ΑΝΤ. ήπιος). ~ές: (ΜΕΤΕΩΡ.) αέριες μάζες/νύχτες/χώρες (: βόρειες). ~ά: κλίματα (βλ. εύκρατος)/(θαλάσσια) ρεύματα. Πβ. κρύος.|| ~ά: επιθέματα (βλ. παγοκύστη)/(ΟΙΚΟΔ.) υλικά (: αντανακλούν την ηλιακή ακτινοβολία, αποθηκεύοντας μικρά ποσά θερμότητας).|| ~ή: (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) έκθλιψη ελαιοκάρπου (βλ. αγουρέλαιο, παρθένο ελαιόλαδο)/(ΦΥΣ. ΠΥΡ.) σύντηξη/(ΤΕΧΝΟΛ.) υάλωση. ~ό: (ΦΥΣ.) πλάσμα.|| (ΗΛΕΚΤΡ.) ~ φωτισμός/~ό φως (: από λάμπες αλογόνου ή λαμπτήρες φθορισμού ~ής καθόδου). Βλ. θερμοκρασία χρώματος.|| (ΜΗΧΑΝΟΛ.-ΤΕΧΝΟΛ.) ~ή: εκκίνηση (: κινητήρα ή υπολογιστή που έχει μείνει καιρό εκτός λειτουργίας). 2. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από έλλειψη συναισθηματισμού, οικειότητας, συμπόνιας ή ενθουσιασμού: ~ός: άνθρωπος (πβ. αναίσθητος, απαθής, απλησίαστος, απρόσωπος, ασυγκίνητος, βαρύς, κρυόπλαστος, παγοκολόνα· ΑΝΤ. διαχυτ-, εκδηλωτ-ικός)/εκτελεστής (πβ. στυγνός)/επαγγελματίας/παρατηρητής (των γεγονότων· πβ. αμέτοχος). ~ή: γυναίκα (: ανέραστη, ανοργασμική, ασεξουαλική· ΑΝΤ. παθιάρα, φλογερή). Πβ. κρύος.|| ~ή: αδιαφορία (ΣΥΝ. παγερός)/απάντηση (= ξερή)/ατμόσφαιρα/συμπεριφορά (πβ. ιδρυματικός)/υποδοχή (ΑΝΤ. εγκάρδιος). ~ές: σχέσεις. Αν δει κανείς τα γεγονότα με ~ή (= αντικειμενική, ουδέτερη) ματιά, ... Οι ~οί αριθμοί δείχνουν ότι ...|| ~ή: καρδιά (ΣΥΝ. πέτρινος· ΑΝΤ. ζεστός)/ομορφιά/φωνή. ~ό: βλέμμα (= ανέκφραστο· ΣΥΝ. γυάλινος, παγωμένος)/ύφος (πβ. συγκρατημένο). ● επίρρ.: ψυχρά: στη σημ. 2: Με χαιρέτησε ~. ΣΥΝ. κρύα ● ΣΥΜΠΛ.: Ψυχρός Πόλεμος: ΙΣΤ. (μετά το 1945 ως το 1991) περίοδος έντασης στις σχέσεις ΗΠΑ-ΕΣΣΔ, η οποία δεν οδήγησε σε πολεμική σύγκρουση, αλλά πήρε τη μορφή ανταγωνισμού και επίδειξης δύναμης σε διάφορους τομείς (κυρ. οικονομικό, γεωπολιτικό, κατασκοπεία, προπαγάνδα, δίκτυα συμμαχιών, ανάπτυξη πυρηνικών όπλων, κατάκτηση του Διαστήματος): η εποχή (= ψυχροπολεμική)/το τέλος του ~ού Πολέμου. Βλ. ισορροπία (του) τρόμου, μακαρθισμός, σιδηρούν παραπέτασμα.|| (μτφ., με πεζά ψ, π:) ~ ~ ανάμεσα στις δύο εταιρείες για την κυριαρχία στην παγκόσμια αγορά. [< αγγλ. cold war, 1945] , ψυχρά/κρύα χρώματα βλ. χρώμα, ψυχρή λογική βλ. λογική, ψυχρό μέτωπο βλ. μέτωπο ● ΦΡ.: εν ψυχρώ (λόγ.) ΑΝΤ. εν θερμώ 1. αδίστακτα, ανενδοίαστα, χωρίς συναισθηματισμούς: ~ ~ δολοφονία. Χτύπημα ~ ~. Τον εκτέλεσαν ~ ~.|| (σπάν.) Μου είπε ~ ~ (= στην ψύχρα) ότι ... 2. & σε ψυχρή κατάσταση: σε χαμηλή θερμοκρασία: (ΧΗΜ.-ΜΕΤΑΛΛ.) έλαση/κατεργασία (μετάλλων)/σφυρηλάτηση ~ ~., κακός, ψυχρός κι ανάποδος (προφ.-εμφατ.): για κάποιον δύστροπο ή για κάτι καθόλου ευνοϊκό: ~ ~ αυτός ο άνθρωπος, δεν μιλάει σε κανέναν!|| -Καλημέρα! -~ή, ~ή κι ~η!, κακά, ψυχρά κι ανάποδα βλ. ανάποδα, την κακή (και την ψυχρή) σου μέρα! βλ. μέρα [< αρχ. ψυχρός]

ψωριάρης

ψωριάρης, α, ικο ψω-ριά-ρης επίθ./ουσ. (προφ.) 1. (μτφ.) πολύ φτωχός· κατ' επέκτ. άθλιος, τιποτένιος. 2. που έχει ψώρα: ~ικο: σκυλί. Βλ. -ιάρης. ΣΥΝ. ψωραλέος (2) ● ΦΡ.: όλοι (οι καλοί) μαζί/όλοι αντάμα κι ο ψωριάρης χώρια (παροιμ.): για κάποιον που κάθεται απομονωμένος, μακριά από τους άλλους. [< μεσν. ψωριάρης]

ωμός

ωμός, ή, ό [ὠμός] ω-μός επίθ. 1. (για τροφή) που δεν έχει μαγειρευτεί: ~ή: σαλάτα. ~ό: αβγό/κρέας (= άψητο). ~οί: ξηροί καρποί. ~ά: λαχανικά/φρούτα/ψάρια (βλ. σούσι). Βλ. βραστός, τηγανητός, ψητός. 2. (μτφ.) σκληρός, απάνθρωπος: ~ός: εκβιασμός (πβ. απροκάλυπτος, στυγνός). ~ή: απάντηση (= κυνική)/απειλή/εικόνα. ~ές: επιθέσεις/παραβιάσεις/παρεμβάσεις. ~ά: συναισθήματα. Ταινίες ~ού ρεαλισμού. Μίλησε με ~ή γλώσσα. Πρέπει να δεις την ~ή (= γυμνή) αλήθεια/πραγματικότητα. Περιέγραψε την κατάσταση με τον πιο ~ό τρόπο.|| (για πρόσ.) Θα είμαι ~ και ειλικρινής μαζί σου. ● επίρρ.: ωμά: στη σημ. 2: Για να το θέσω/να το πω ~ (πβ. κοφτά, στα ίσια) ... ● ΣΥΜΠΛ.: ωμή βία 1. για πράξεις εξαιρετικά βίαιες και φρικιαστικές: σκηνές ~ής ~ας. 2. ΠΛΗΡΟΦ. μέθοδος αποκρυπτογράφησης η οποία βασίζεται στην εξαντλητική δοκιμή όλων των πιθανών κλειδιών, μέχρι να βρεθεί το σωστό: επίθεση ~ής ~ας. Αλγόριθμοι ~ής ~ας. Βλ. χάκινγκ. [< 2: αγγλ. brute force] [< αρχ. ὠμός]

ώρα

ώρα [ὥρα] ώ-ρα ουσ. (θηλ.) {ώρας | ώρες, ωρών} 1. ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης του χρόνου που ισούται με εξήντα λεπτά και με το ένα εικοστό τέταρτο της μέρας, καθώς και το χρονικό διάστημα που αντιστοιχεί σε αυτή· κατ' επέκτ. χρονική περίοδος που χρειάζεται ή διατίθεται για κάτι ή κατά την οποία γίνεται κάτι: ηλιακή/μισή (βλ. μισάωρο) ~. Ένα τέταρτο της ώρας. Μια ~ απόσταση/δρόμος. Μιάμιση ~ με το αεροπλάνο/το αυτοκίνητο/τα πόδια. Ταχύτητα που ξεπερνά τα ογδόντα χιλιόμετρα την ~. Πληρώνεται/χρεώνει με την ~. Βγάζει/κερδίζει/παίρνει πολλά χρήματα την ~. Διορία εβδομήντα δύο ωρών. Πολλές ώρες αργότερα/μετά/νωρίτερα. Θα έρθω σε μία ~. Το ταξίδι είχε διάρκεια τρεις ώρες. Έμεινα στο νησί είκοσι τέσσερις ώρες (= μια μέρα). Είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο (= συνεχώς). Εργάζεται οκτώ ώρες την ημέρα (βλ. οκτάωρο). Επιπλέον ~ εργασίας (βλ. υπερωρία). Οι ώρες περνούσαν αργά. Ώρες ακρόασης (καθηγητών). Εν/σε ~ δράσης.|| ~ διδασκαλίας ή διδακτική ~ (: που διαρκεί περ. σαράντα πέντε λεπτά). Περίμενα αρκετή ~. Μπορείτε να μείνετε όση ~ θέλετε. Παρατηρούσα αρκετή ~ τα παιδιά. Περνάει τις ώρες (: τον χρόνο) της μελετώντας. Δεν έχω πολλή ~ στη διάθεσή μου. Δραματικές/κρίσιμες ώρες για την οικονομία της χώρας. Βλ. ανθρωπο~, εργατο~. 2. ορισμένη χρονική στιγμή ή τμήμα της ημέρας ή της νύχτας· ειδικότ. η στιγμή κατά την οποία συμβαίνει ένα γεγονός, που είναι αφιερωμένη σε κάτι ή ενδεδειγμένη για αυτό: ακριβής/προγραμματισμένη ~. Οι κενές/νεκρές ώρες του μεσημεριού (βλ. ώρα/ώρες αιχμής). Τι ~ είναι; Η ~ είναι πέντε και δέκα (ακριβώς). Οκτώ η ~ το πρωί (βλ. προ μεσημβρίας). Εννιά η ~ το βράδυ (αλλιώς: είκοσι μία, βλ. μετά μεσημβρία(ν)). Τα μαγαζιά είναι ανοιχτά από τις εννιά ως τις τρεις η ~. Ρολόι που δείχνει τη σωστή ~. Είπε/κοίταξε/ρύθμισε/ρώτησε την ~. Παρά την προχωρημένη ~, το μαγαζί ήταν ανοικτό. Είναι περασμένη ~ και η υπηρεσία έχει κλείσει. Το δρομολόγιο εκτελείται απογευματινές/βραδινές/μεσημεριανές/νυχτερινές ώρες. Το γλέντι κράτησε μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. ~ γέννησης/έναρξης/λήξης/προσέλευσης.|| Η ~ του απολογισμού/των αποφάσεων/της κλήρωσης/της συνάντησης. ~ για διάλειμμα/διασκέδαση/μελέτη/παιχνίδι/ύπνο/φαΐ. ~ ευθύνης για την κυβέρνηση. Άλλαξε η ~ του ημιτελικού. Μου τηλεφώνησε σε ακατάλληλη ~. Είναι η ~ του αγώνα/του λαού. || Όλα έγιναν/θα γίνουν στην ώρα τους. 3. (ειδικότ.) σύστημα υπολογισμού του χρόνου με βάση τον τόπο ή την εποχή: παγκόσμια/τοπική ~. Διαφορά ώρας της Ελλάδας με άλλες χώρες. Αλλαγή της ώρας τον Μάρτιο και τον Οκτώβριο (βλ. θερινή ~, χειμερινή ~). Οι δείκτες των ρολογιών θα μετακινηθούν μια ~ μπροστά/πίσω. 4. ΕΚΚΛΗΣ. {στον πληθ.} τέσσερις σύντομες ημερήσιες ακολουθίες της Ορθόδοξης Εκκλησίας: Διαβάζονται/ψάλλονται οι μεγάλες ή βασιλικές Ώρες (των Χριστουγέννων, των Θεοφανίων και της Μ. Παρασκευής). ● Υποκ.: ωρίτσα (η): στις σημ. 1,2: Το πολύ σε μισή ~ θα είμαι εκεί. ● ΣΥΜΠΛ.: επίσημη ώρα 1. που ορίζεται σε κάθε χώρα από τον νόμο ανάλογα με ένα σταθερό σημείο αναφοράς (τον μεσημβρινό του Γκρίνουιτς): ~ ~ Ελλάδας. 2. που καθορίζεται από το πρόγραμμα: ~ ~ άφιξης., η Ώρα της Γης: παγκόσμια εκδήλωση που διεξάγεται ετησίως το τελευταίο Σάββατο του Μαρτίου, κατά το οποίο τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις καλούνται να σβήσουν τα φώτα και τις ηλεκτρικές συσκευές τους ως ένδειξη ευαισθητοποίησης και διαμαρτυρίας για την κλιματική αλλαγή. [< αγγλ. Earth Hour, 2007] , βάρβαρη ώρα βλ. βάρβαρος, ζώνη ώρας βλ. ζώνη, η ημέρα/η ώρα της κρίσεως/της κρίσης βλ. κρίση, η ώρα του παιδιού βλ. παιδί, η ώρα του πρωθυπουργού βλ. πρωθυπουργός, θερινή ώρα βλ. θερινός, μικρές ώρες βλ. μικρός, σκότωμα του χρόνου/της ώρας βλ. σκότωμα, χειμερινή ώρα βλ. χειμερινός, χρυσή ώρα βλ. χρυσός, ώρα Γκρίνουιτς βλ. Γκρίνουιτς, ώρα/ώρες αιχμής βλ. αιχμή, ώρες γραφείου βλ. γραφείο, ώρες/ωράριο λειτουργίας βλ. λειτουργία ● ΦΡ.: (ε)πάνω στην ώρα (προφ.): έγκαιρα, την πιο ενδεδειγμένη στιγμή: ~ ~ έφτασε., από την ώρα που: από τη στιγμή που, αφού, εφόσον: ~ ~ ενημερώθηκε, κινητοποιήθηκε άμεσα., από ώρα σε ώρα (προφ.) 1. σύντομα: Περιμένει, ~ ~, την απάντησή του. Αναμένεται ~ ~ να γεννήσει. Θα φύγω ~ ~. ΣΥΝ. από στιγμή σε στιγμή, όπου να 'ναι (1) 2. με την πάροδο του χρόνου: Οι τιμές αλλάζουν ~ ~. ΣΥΝ. ώρα με την ώρα, βρήκες την ώρα να ... (προφ.-εμφατ.): δεν είναι η κατάλληλη στιγμή για να γίνει κάτι: ~ ~ μου κάνεις αστεία! Άσε με ήσυχο, ώρα που τη βρήκες να γκρινιάξεις!, για την ώρα: μέχρι στιγμής, προσωρινά: ~ ~ δεν σκοπεύει να προχωρήσει σε αλλαγές. ΣΥΝ. επί του παρόντος/προς το παρόν, προς στιγμή(ν), δύσκολες ώρες: για να τονιστεί η κρισιμότητα μιας κατάστασης: Περνάει ~ ~. Ήταν πάντα μαζί στις ~ ~., είναι με τις ώρες του (προφ.): (για πρόσ.) χωρίς σταθερή διάθεση και συμπεριφορά ή (για πράγμα) χωρίς σταθερή λειτουργία: ~ ~, πότε σου μιλάει και πότε όχι., είναι ώρα να/για: είναι κατάλληλη η περίσταση, ευνοϊκή η στιγμή: ~ ~ να αναλάβουμε πρωτοβουλίες. Δεν ~ ~ για κριτική., έχεις/έχετε ώρα; (προφ.): τι ώρα είναι;, η κακιά (η) ώρα (προφ.): ατυχής συγκυρία που οδηγεί σε κάτι δυσάρεστο: Δεν φταις εσύ, ήταν ~ ~., η μεγάλη ώρα: πολύ σημαντική στιγμή: ~ ~ πλησιάζει! Οι ~ες ώρες της ανθρωπότητας/ιστορίας., η ώρα η καλή! (προφ.): ως ευχή σε πρόσωπο που πρόκειται να παντρευτεί., ήρθε/σήμανε η ώρα & (λόγ.) ήγγικεν η ώρα (μτφ.): έφτασε η κατάλληλη, η σημαντική στιγμή (για κάτι): ~ ~ των διαρθρωτικών αλλαγών. ~ ~ για την έναρξη εθνικού διαλόγου.|| Όταν έρθει η ~, θα μιλήσω.|| Οι δείκτες του ρολογιού σήμαναν την ώρα της επιστροφής., θέλει/παίρνει/τρώει ώρα/ώρες (προφ.): χρειάζεται χρόνος, για να γίνει κάτι: Θέλει (πολλή) ώρα, για να συνέλθει από το σοκ. Παίρνει (πολλές) ώρες να προσαρμοστείς. Τρώει ~ να φτιάξεις αυτό το γλυκό., κάθε πράγμα/πράμα στην ώρα του & καθετί/όλα τα πράγματα στην ώρα του(ς) (προφ.): για όλα υπάρχει ο κατάλληλος χρόνος. ΣΥΝ. κάθε πράγμα στον καιρό του (κι ο κολιός τον Αύγουστο), καλή του ώρα & ώρα του καλή: (ως ευχή για κάποιον που απουσιάζει τη στιγμή που γίνεται λόγος γι' αυτόν) να είναι καλά: ~ ~, όπου κι αν βρίσκεται!, καλή ώρα (προφ.): παρενθετικά, για να τονιστεί η ομοιότητα με κάποιον ή κάτι άλλο: Γνώρισα έναν νεαρό, ~ ~ σαν και σένα. Σκέφτονται τα ίδια, ~ ~ όπως κι εμείς., μαύρη η ώρα (προφ.): ως κατάρα ή ως έκφραση απελπισίας: ~ ~ που σε γνώρισα!, με την ώρα του (προφ.): τη στιγμή που πρέπει: το καθένα ~ ~!, με τις ώρες/επί ώρες/ώρες ολόκληρες/για ώρες (εμφατ.): περισσότερο από τον αναμενόμενο χρόνο, παρατεταμένα: Κάθεται με τις ώρες στον ήλιο. Περίμεναν υπομονετικά επί ώρες. Περνούσε ώρες ολόκληρες στη βιβλιοθήκη. Έμενε για ώρες στο γυμναστήριο., μέχρι την ώρα που: ως τη στιγμή που: Από την ώρα που πήγα, ~ ~ έφυγα, δεν τον είδα καθόλου., όλες τις ώρες: κάθε στιγμή της ημέρας, συνεχώς: ρούχα για ~ ~. Ενιαία χρέωση ~ ~. ~ ~ της μέρας και της νύχτας., όλη την ώρα: συνεχώς, διαρκώς: Είμαστε μαζί/μαλώνουμε ~ ~. Δεν γίνεται ν' ασχολούμαστε ~ ~ μαζί του. ΣΥΝ. κάθε ώρα και στιγμή, στην ώρα μου: στην προκαθορισμένη χρονική στιγμή: Έφτασα/ήρθα ~ ~. Ξύπνησα νωρίς, για να 'μαι ~ ~. Να είσαι έτοιμη ~ σου. Είναι πάντα ~ του., την τελευταία/ύστατη ώρα & την ενδεκάτη ώρα: λίγο πριν εξαντληθούν τα περιθώρια, οι προθεσμίες: Σώθηκε ~ ~. Προβλήματα θα υπάρχουν μέχρι την τελευταία ~. Έστω και την ύστατη ~ αποφεύχθηκε ο κίνδυνος. Οι ειδήσεις/τα ψώνια της τελευταίας ώρας. Πβ. την τελευταία στιγμή., της κακιάς ώρας (προφ.): για να δηλωθεί ότι κάποιος ή κάτι δεν έχει ποιότητα: Το μαγαζί ήταν ~ ~. Πβ. ελεεινός και τρισάθλιος. ΣΥΝ. της συμφοράς, της ώρας: (για τρόφιμα) φρέσκος ή (για φαγητό, κυρ. κρέας) που ψήνεται λίγο πριν φαγωθεί: ψάρια ~ ~.|| Πιάτα ~ ~. Μαγειρευτά και ~ ~., τρώω την ώρα (προφ.) 1. χαραμίζω τον καιρό μου άσκοπα: Τρώει την ~ του, χαζεύοντας. ΣΥΝ. σκοτώνω την ώρα/τον καιρό μου 2. (σε κάποιον) τον καθυστερώ: Μου ~ει ώρα με πράγματα ασήμαντα. Με τη συζήτηση μου ~ει ώρα από το διάβασμα., ώρα καλή σου & ώρα σου καλή (λαϊκό-λογοτ.): ως ευχή ή χαιρετισμός: ~ ~ γέροντα!, ώρα καλή στην πρύμ(ν)η σου κι α(γ)έρα στα πανιά σου (προφ.): ευχή για καλό ταξίδι ή γενικότ. καλοτυχία· (κυρ. ειρων.) σε περιπτώσεις χωρισμού., ώρα με την ώρα (προφ.): με το πέρασμα του χρόνου: Η κατάσταση επιδεινώνεται ~ ~. Βλ. από στιγμή σε στιγμή. ΣΥΝ. από ώρα σε ώρα (2), ώρα/ώρες είναι να ... (προφ.-εμφατ.): λέγεται όταν δεν θέλουμε να συμβεί κάτι: ~ ~ μας κατηγορήσεις κιόλας, επειδή ενδιαφερθήκαμε!, ώρες ώρες (προφ.): μερικές φορές, κάπου κάπου: ~ ~ είναι πολύ ενοχλητικός. Δεν σε καταλαβαίνω ~ ~. ΣΥΝ. πότε πότε, (έρχεται/φτάνει) η ώρα του λογαριασμού βλ. λογαριασμός, ανά πάσα στιγμή βλ. στιγμή, ανάθεμα την ώρα και τη στιγμή που ... βλ. ανάθεμα, από τη μια στιγμή/μέρα στην άλλη βλ. μέρα, βλαστημώ/καταριέμαι/σιχτιρίζω την ώρα και τη στιγμή που ... βλ. βλαστημώ, για να περάσει/περνάει η ώρα βλ. περνώ, δεν βλέπω την ώρα να ... βλ. βλέπω, δεν είναι του παρόντος/της παρούσης/της στιγμής/της ώρας βλ. στιγμή, η δωδεκάτη (ώρα) βλ. δωδέκατος, η στιγμή/ώρα της αλήθειας βλ. αλήθεια, κάθε ώρα και στιγμή βλ. στιγμή, κούφια η ώρα (που τ' ακούει) βλ. κούφιος, μετράω μέρες/ώρες/εβδομάδες βλ. μετρώ, μετράω τις μέρες/τις ώρες/τους μήνες βλ. μετρώ, μέχρι στιγμής βλ. στιγμή, μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη, τρεις και η κακή του μέρα/ώρα/τρεις και τον τσακώσανε βλ. κλέφτης, μια(ν) ώρα αρχύτερα βλ. αρχύτερα, όσα/ό,τι φέρνει η ώρα δεν τα/το φέρνει ο χρόνος (όλος) βλ. χρόνος, πριν την ώρα/της ώρας του βλ. πριν, σε περίπτωση ανάγκης βλ. ανάγκη, σκοτώνω την ώρα/τον καιρό μου βλ. σκοτώνω, τέτοια ώρα/τέτοιες ώρες, τέτοια λόγια βλ. τέτοιος, την ίδια στιγμή/ώρα βλ. στιγμή, χάνω τον καιρό μου/το(ν) χρόνο μου/την ώρα μου βλ. χάνω, ώρα μηδέν βλ. μηδέν, ώρες κοινής ησυχίας βλ. ησυχία [< αρχ. ὥρα, γαλλ. heure, αγγλ. time]

ωφέλεια

ωφέλεια [ὠφέλεια] ω-φέ-λει-α ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -είας | -ών}: όφελος, κέρδος: δημόσια/ηθική/κοινωνική/πνευματική/οικονομική/πρακτική/υλική/ψυχική ~ (πβ. απολαβή). Προκύπτει σημαντική ~ για το κράτος. ● ΣΥΜΠΛ.: κοινής ωφελείας: χαρακτηρισμός δραστηριοτήτων ή υπηρεσιών που υπάρχουν προς όφελος του κοινωνικού συνόλου: έργα ~ ~ (= κοινωφελή).|| Επιχειρήσεις/οργανισμοί ~ ~. Βλ. ΔΕΚΟ. ● ΦΡ.: επ' ωφελεία (+ γεν.) (επίσ.): προς όφελος κάποιου, για το συμφέρον του: διμερείς σχέσεις ~ ~ και των δύο λαών. Πβ. επ' αγαθώ. [< αρχ. ὠφέλεια]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.