, η, ο ψω-μω-μέ-νος επίθ. 1. {κυρ. στο θηλ.} (προφ.) παχουλός, στρουμπουλός, τροφαντός. 2. {συνήθ. στο αρσ.} (προφ.) γεροδεμένος, εύσωμος. 3. (λαϊκό, ιδ. για σπόρους δημητριακών) ώριμος, γινωμένος, μεστωμένος: ~α: στάχυα. Το σιτάρι είναι ~ο (ΣΥΝ. ψημένος).
-αιναεπίθημα 1. θηλυκών ουσιαστικών που παράγονται από αρσενικά και δηλώνουν ζώο: δράκ~ (δράκος)/λύκ~ (λύκος). Βλ. ινα1. 2. (διαλεκτ.-λαϊκό) ανδρωνυμικών: Γιώργ~/Κώστ~. Βλ. -ού.
-αλέος, α, ο: επίθημα για τον σχηματισμό επιθέτων που επιτείνει την δηλούμενη ιδιότητα: αβυσσ~/γηρ~/διψ~/θαρρ~/κραυγ~/λυσσ~/νυστ~/πειν~/ρωμ~/υπν~/φευγ~/φρικ~.
βρομιάρης, α, ικο βρο-μιά-ρης επίθ. & βρωμιάρης (κυρ. για πρόσ., προφ.) 1. βρόμικος, ακάθαρτος: ~ και σιχαμένος. ΑΝΤ. καθαρός (1) 2. (μτφ.-υβριστ.) ανήθικος, πρόστυχος. Βλ. -ιάρης. ΣΥΝ. αχρείος, βρομερός (1), παλιάνθρωπος [< μεσν. βρομιάρης]
ζήλιαζή-λια ουσ. (θηλ.) & ζήλεια 1. έντονη επιθυμία για την απόκτηση ιδιότητας ή αγαθού που διαθέτει κάποιος· κατ' επέκτ. εχθρικό συναίσθημα απέναντι σε πρόσωπο που υπερέχει: η ~ των παιδιών.|| Προκαλεί τη ~. Τον βασανίζει η ~ για τις επιτυχίες τους. Πβ. ζηλοφθονία. 2. (ειδικότ. για σύζυγο ή εραστή) το συναίσθημα που προκαλεί η αμφιβολία και η ανασφάλεια κάποιου για την πίστη του/της συντρόφου του: Τρέφει παθολογική ~ για τη γυναίκα του. Πβ. καχυποψία. ΣΥΝ. ζηλοτυπία ● ΦΡ.: ζήλια-ψώρα (προφ.): σε περιπτώσεις που θέλουμε να κάνουμε κάποιον να ζηλέψει., κάνω ζήλιες (προφ.): κάνω σκηνές ζηλοτυπίας: Του έκανε ~, επειδή κοιτούσε άλλες., να 'ταν(ε) η ζήλια ψώρα/αν ήταν η ζήλια ψώρα, θα γέμιζε/θα κόλλαγε/θα την είχε όλη η χώρα (παροιμ.) 1. για να τονιστεί ότι οι άνθρωποι ζηλεύουν συχνά ο ένας τον άλλο. 2. σε περιπτώσεις που κάποιος τρέφει έντονα συναισθήματα ζήλιας., σκάω από τη ζήλια μου/με τρώει η ζήλια (προφ.): ζηλεύω υπερβολικά., πράσινος από τη ζήλια/από το κακό του βλ. πράσινος [< μεσν. ζήλεια, ζηλιά]
-ίαση: επίθημα ιατρικών όρων για δήλωση πάθησης ή νόσου: μολυβδ~/μυδρ~/μυκητ~/ψωρ~. Βλ. -ία, -ίτιδα, -πάθεια, -ωση2.
-ίστικος, η, ο (προφ.): επίθημα για τον σχηματισμό επιθέτων∙ δηλώνει χαρακτηριστικό που είναι σχετικό ή παρεμφερές με ό,τι εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: αγορ~/κουκλ~/παλικαρ~ (πβ. -ίσιος). Βλ. -ιάτικος.|| (συνήθ. μειωτ.) Aκαταλαβ~/γεροντ~/δασκαλ~/δημοσιοσχετ~/διανοουμεν~/δικηγορ~/εξυπνακ~/θεατριν~/κοροϊδ~/κουτσομπολ~/μεγαλ~/μπακαλ~.
κέφικέ-φι ουσ. (ουδ.) {κεφ-ιού | -ια} (προφ.): ευχάριστη, καλή ψυχολογική κατάσταση· γενικότ. διάθεση: βραδιά γεμάτη ~ και χορό. Τραγούδια χαράς και ~ιού. Έχασε το ~ της. Η βροχή δεν κατάφερε να χαλάσει το ~ των χιλιάδων καρναβαλιστών. Κάνει τη δουλειά της με πολύ ~ (= ζήλος, μεράκι). Πβ. ευδιαθεσία, ευθυμία. ΑΝΤ. κακοκεφιά.|| (Μου δίνει) ~ για ζωή. Τι σου φτιάχνει το ~; Δεν έχω ~ (= όρεξη) για ... Ακούει όλα τα είδη μουσικής ανάλογα με το ~/τα ~ια του. ΑΝΤ. ακεφιά ● Υποκ.: κεφάκια (τα) ● ΦΡ.: είμαι στα κέφια μου: έχω πολύ καλή διάθεση: Απόψε δεν είσαι ~ ~ σου. ΣΥΝ. είμαι στα πάνω μου, κάνω κέφι/γούστο κάποιον/κάτι: μου αρέσει: Πολύ σε ~ ~ (πβ. τον πάω)! Τι ~εις ~ να φας (= γουστάρεις, θέλεις);, κάνω κέφι/έρχομαι στο κέφι (προφ.): αποκτώ ανέμελη, ευχάριστη διάθεση: Πίνει για να ~ει ~. Βλ. κάνω κεφάλι., κάνω τα κέφια (κάποιου): ικανοποιώ τις επιθυμίες του: Θεωρεί φίλο του μόνο όποιον του ~ει ~ (= τα χατίρια).|| Μέχρι στιγμής ο καιρός μας ~ει ~ (: συνήθ. για καλοκαιρία)., κάνω το κέφι/το γούστο/το ψώνιο μου: κάνω ό,τι με ευχαριστεί, αυτό που θέλω: Έκανα ~ ~ κι έβγαλα και λεφτά!, μου κάνει κέφι & μου κάνει όρεξη: επιθυμώ, θέλω: Ασχολούμαι με τη μουσική όποτε ~ ~. Δεν της ~ ~ να βλέπει τηλεόραση. Πβ. γουστάρω., πώς πάνε τα κέφια/πώς τα πας;: τι κάνεις; πώς είσαι;, σε μεγάλα/τρελά κέφια: για να δηλωθεί συνήθ. ότι κάποιος αποδίδει πολύ καλά ή είναι πολύ χαρούμενος: Η ομάδα βρέθηκε/εμφανίστηκε/ήταν ~ ~.|| Αν τον πετύχεις ~ ~, είναι το κάτι άλλο!, ανάβει το γλέντι/κέφι βλ. ανάβω, τσακίρ κέφι βλ. τσακίρ [< τουρκ. keyif]
κολατσιόκο-λα-τσιό ουσ. (ουδ.) & (προφ.) κολατσό: πρόχειρο φαγητό (π.χ. σάντουιτς) που τρώγεται μεταξύ γευμάτων, συνήθ. μεταξύ πρωινού και μεσημεριανού: ελαφρύ/σπιτικό/υγιεινό ~. Σχολικό ~. Η ώρα του ~ιού. Παίρνω/τρώω το ~ μου (= κολατσίζω). Πβ. δεκατιανό, προάριστο, σνακ. Βλ. απογευματινό, μικρογεύμα. [< μεσν. κολατσιό]
κουτσάλογοκου-τσά-λο-γο ουσ. (ουδ.) (προφ.-μειωτ.) 1. κουτσό άλογο· (κυρ. μειωτ.) αυτό που δεν τρέχει γρήγορα: Πόνταρα σε ~ (: στον ιππόδρομο). Βλ. ψωράλογο. 2. (μτφ.) αυτός που κουτσαίνει· ειδικότ. ποδοσφαιριστής που τραυματίζεται συχνά και δεν έχει καλή απόδοση.
μονο- & μονό- & μον-α' συνθετικό λέξεων με τη σημασία του 1. ενός: μονο-εδρικός/~ετής/~θέσιος. Μονό-γλωσσος. Μονό-στηλο.|| Μονο-κοτυλήδονα (βλ. δι-). Μον-οξ(ε)ίδιο. 2. (μτφ.) αποκλειστικού, μοναδικού: μονο-πωλιακός.|| (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) Μονο-διάστατος/~μερής. Μονό-πλευρος. ΑΝΤ. πολυ-.
σβέρκοςσβέρ-κος ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) σβέρκο (το) (προφ.): αυχένας: χοντρός ~. Πιάστηκε/πόνεσε ο ~ μου. Έσπασε το(ν) ~ο του. Τον άρπαξε από το(ν) ~ο (= τον σβέρκωσε). Βλ. τράχηλος. ● ΦΡ.: του έχει καθίσει στον σβέρκο & τον έχει καβαλήσει στον σβέρκο (μτφ.-προφ.): έχει επιβληθεί με τη βία σε κάποιον, τον εξουσιάζει ή του έχει γίνει βάρος: Δεν θα δεχτώ να μου κάτσει ~., ψωνίζω από σβέρκο (μτφ.-προφ.): (συνήθ. για αγορά προϊόντος) παραπλανιέμαι ή αποτυγχάνω στην επιλογή μου: Τώρα, μάλιστα, ψώνισες ~ (= την πάτησες)., κόβω το(ν) λαιμό/το σβέρκο μου βλ. κόβω, μου ανεβαίνει κάποιος στο σβέρκο βλ. ανεβαίνω [< αλβ. zverk]
-τήρι(προφ.) επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών για δήλωση 1. ειδικού αντικειμένου, εργαλείου: ανοιχ~/κλαδευ~/ξυπνη~/σκαλισ~/σουρω~/ψαλ~. 2. (λαϊκό) ενέργειας: ψησ~. 3. συγκεκριμένου χώρου: μονασ~.|| (προφ.) Εργασ~ (πβ. -τήριο). 4. προσώπου: πειραχ~.
ψευδόκοκκοςψευ-δό-κοκ-κος ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. -ΓΕΩΠ. μικρό έντομο (οικογ. Pseudococcidae) που προσβάλλει διάφορα είδη φυτών· το σώμα του καλύπτεται από κέρινα νήματα που μοιάζουν με βαμβάκι: ~ των εσπεριδοειδών και της αμπέλου (: Pseudococcus/Planococcus citri). Βλ. βαμβακάδα, ψώρα.
ψωνισμένος, η, ο ψω-νι-σμέ-νος επίθ. (προφ.) 1. που δείχνει ή χαρακτηρίζεται από υπεροψία, έπαρση: Είναι πολύ ~ (= ψώνιο).|| (κατ' επέκτ.) ~ο: ύφος. Πβ. αλαζον-, υπεροπτ-ικός. 2. που του αρέσει κάτι πάρα πολύ, ξετρελαμένος: ~ με το ποδόσφαιρο.
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ