Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 58836 εγγραφές  [58640-58660]


  • ψύχραιμος , η, ο ψύ-χραι-μος επίθ. {ψυχραιμότ-ερος, -ατος}: που διατηρεί την ψυχική του ηρεμία του απέναντι σε δύσκολες καταστάσεις· που χαρακτηρίζεται από ψυχραιμία: Το παν είναι να (παρα)μείνεις ~! Προσπάθησε να φανείς ~ (βλ. κάνω πέτρα την καρδιά μου)! Με την επέμβαση των ~έρων, αποτράπηκαν τα χειρότερα. Πβ. ατάραχος, ήρεμος, κουλ, νηφάλιος, φλεγματικός. ΑΝΤ. ευέξαπτος, θερμόαιμος, θερμοκέφαλος.|| ~η: ανάλυση (των γεγονότων)/αντίδραση/αντιμετώπιση/απάντηση/στάση. ~ες: αποφάσεις. Βλ. εν θερμώ. ● επίρρ.: ψύχραιμα ● ΦΡ.: είμαι/έχω μείνει ταπί (και ψύχραιμος) βλ. ταπί1 [< γαλλ. de sang-froid]
  • ψυχραίνω ψυ-χραί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ψύχρ-ανε, -άνει, -άνθηκε, -ανθεί, ψυχραίν-οντας, ψυχρ-αμένος} 1. (μτφ.) ενεργώ με τέτοιο τρόπο, ώστε να χάσει κάποιος τον ενθουσιασμό ή τη διάθεσή του για κάτι: Την ~ανε η στάση/συμπεριφορά του. 2. (σπάν.) κάνω κάτι ψυχρό: Ο αέρας από το ανοιχτό παράθυρο ~ανε το δωμάτιο. ΑΝΤ. θερμαίνω (1) ● ψυχραίνει: γίνεται ψυχρός: Ο καιρός έχει ~άνει (: κρυώσει· ΑΝΤ. έχει ζεστάνει). ● Παθ.: ψυχραίνομαι (μτφ.): απομακρύνομαι συναισθηματικά από κάποιον, παύω να τρέφω φιλικά αισθήματα γι' αυτόν: Τον τελευταίο καιρό, έχουν ~ανθεί (= παγώσει) οι σχέσεις τους.|| (σπάν. στην ενεργ. φωνή) Έχει ~άνει το κλίμα ανάμεσα στα δύο κράτη. [< 2: μτγν. ψυχραίνω]
  • ψύχρανση ψύ-χραν-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): πτώση της θερμοκρασίας, κρύωμα, πάγωμα: (ΜΕΤΕΩΡ.) ~ του πλανήτη. Βλ. (υπερ)θέρμανση.|| (μτφ.) ~ της σχέσης τους. [< μτγν. ψύχρανσις 'ψύξη']
  • ψυχρο- & ψυχρό- & ψυχρ- & ψύχρ- α΄συνθετικό με αναφορά 1. στην ιδιότητα του ψυχρού: ψυχρ-αίνω.|| (κυρ. μτφ.) Ψυχρο-πολεμικός.|| Ψυχρ-αιμία. 2. (επιστ.) στο ψύχος: ψυχρό-μετρο. Βλ. θερμο-
  • ψυχρόαιμος , η, ο ψυ-χρό-αι-μος επίθ.: ΒΙΟΛ. ποικιλόθερμος. ΑΝΤ. θερμόαιμος (2) [< γαλλ. à sang-froid]
  • ψυχρολουσία ψυ-χρο-λου-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.-προφ.) μεγάλη απογοήτευση, διάψευση προσδοκιών: Έπαθε/υπέστη μεγάλη ~. Μετά την πρώτη ~, ήρθε και το δεύτερο σοκ. Πβ. κάζο, νίλα, στραπάτσο. Βλ. αφήνω/παρατώ (κάποιον) στα κρύα του λουτρού, παίρνω/τρώω την (πρώτη) κρυάδα. 2. μπάνιο με κρύο νερό, κυρ. στα πλαίσια θεραπευτικής αγωγής. [< 1: γαλλ. douche (froide) 2: αρχ. ψυχρολουσία]
  • ψυχρομετρία ψυ-χρο-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΜΕΤΕΩΡ. μέτρηση των θερμοδυναμικών ιδιοτήτων του αέρα· συνεκδ. ο σχετικός κλάδος: χρήση της ~ας στον κλιματισμό (: για τη δημιουργία των κατάλληλων συνθηκών άνεσης). Βλ. -μετρία. [< γαλλ. psychrométrie, αγγλ. psychrometry]
  • ψυχρομετρικός , ή, ό ψυ-χρο-με-τρι-κός επίθ.: ΜΕΤΕΩΡ. που σχετίζεται με την ψυχρομετρία: ~ές ιδιότητες ή ~ά χαρακτηριστικά του αέρα (πβ. θερμοδυναμικός).|| (στον κλιματισμό:) ~ χάρτης ή ~ό διάγραμμα. [< γαλλ. psychrométrique, αγγλ. psychrometric(al)]
  • ψυχρόμετρο ψυ-χρό-με-τρο ουσ. (ουδ.): (ΜΕΤΕΩΡ., και στον κλιματισμό) όργανο μέτρησης της ατμοσφαιρικής υγρασίας, αποτελούμενο από δύο υδραργυρικά θερμόμετρα, ένα "υγρό" και ένα "ξηρό". Βλ. υγρόμετρο, -μετρο. [< γαλλ. psychromètre, αγγλ. psychrometer]
  • ψυχροπολεμικός , ή, ό ψυ-χρο-πο-λε-μι-κός επίθ.: που αναφέρεται στον Ψυχρό Πόλεμο· που φανερώνει ανταγωνισμό, αντιπαλότητα, εχθρότητα: ~ή: εποχή/πολιτική. Βλ. μετα~.|| (μτφ.) ~ή: ατμόσφαιρα/κατάσταση. ~ό: κλίμα.
  • ψυχρός , ή, ό ψυ-χρός επίθ. ΑΝΤ. θερμός 1. του οποίου η θερμοκρασία είναι πολύ πιο χαμηλή από τη φυσιολογική ή συνηθισμένη: ~ός: αέρας/άνεμος (βλ. βοριάς)/καιρός (βλ. ψύχρα)/χειμώνας (ΑΝΤ. ήπιος). ~ές: (ΜΕΤΕΩΡ.) αέριες μάζες/νύχτες/χώρες (: βόρειες). ~ά: κλίματα (βλ. εύκρατος)/(θαλάσσια) ρεύματα. Πβ. κρύος.|| ~ά: επιθέματα (βλ. παγοκύστη)/(ΟΙΚΟΔ.) υλικά (: αντανακλούν την ηλιακή ακτινοβολία, αποθηκεύοντας μικρά ποσά θερμότητας).|| ~ή: (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) έκθλιψη ελαιοκάρπου (βλ. αγουρέλαιο, παρθένο ελαιόλαδο)/(ΦΥΣ. ΠΥΡ.) σύντηξη/(ΤΕΧΝΟΛ.) υάλωση. ~ό: (ΦΥΣ.) πλάσμα.|| (ΗΛΕΚΤΡ.) ~ φωτισμός/~ό φως (: από λάμπες αλογόνου ή λαμπτήρες φθορισμού ~ής καθόδου). Βλ. θερμοκρασία χρώματος.|| (ΜΗΧΑΝΟΛ.-ΤΕΧΝΟΛ.) ~ή: εκκίνηση (: κινητήρα ή υπολογιστή που έχει μείνει καιρό εκτός λειτουργίας). 2. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από έλλειψη συναισθηματισμού, οικειότητας, συμπόνιας ή ενθουσιασμού: ~ός: άνθρωπος (πβ. αναίσθητος, απαθής, απλησίαστος, απρόσωπος, ασυγκίνητος, βαρύς, κρυόπλαστος, παγοκολόνα· ΑΝΤ. διαχυτ-, εκδηλωτ-ικός)/εκτελεστής (πβ. στυγνός)/επαγγελματίας/παρατηρητής (των γεγονότων· πβ. αμέτοχος). ~ή: γυναίκα (: ανέραστη, ανοργασμική, ασεξουαλική· ΑΝΤ. παθιάρα, φλογερή). Πβ. κρύος.|| ~ή: αδιαφορία (ΣΥΝ. παγερός)/απάντηση (= ξερή)/ατμόσφαιρα/συμπεριφορά (πβ. ιδρυματικός)/υποδοχή (ΑΝΤ. εγκάρδιος). ~ές: σχέσεις. Αν δει κανείς τα γεγονότα με ~ή (= αντικειμενική, ουδέτερη) ματιά, ... Οι ~οί αριθμοί δείχνουν ότι ...|| ~ή: καρδιά (ΣΥΝ. πέτρινος· ΑΝΤ. ζεστός)/ομορφιά/φωνή. ~ό: βλέμμα (= ανέκφραστο· ΣΥΝ. γυάλινος, παγωμένος)/ύφος (πβ. συγκρατημένο). ● επίρρ.: ψυχρά: στη σημ. 2: Με χαιρέτησε ~. ΣΥΝ. κρύα ● ΣΥΜΠΛ.: Ψυχρός Πόλεμος: ΙΣΤ. (μετά το 1945 ως το 1991) περίοδος έντασης στις σχέσεις ΗΠΑ-ΕΣΣΔ, η οποία δεν οδήγησε σε πολεμική σύγκρουση, αλλά πήρε τη μορφή ανταγωνισμού και επίδειξης δύναμης σε διάφορους τομείς (κυρ. οικονομικό, γεωπολιτικό, κατασκοπεία, προπαγάνδα, δίκτυα συμμαχιών, ανάπτυξη πυρηνικών όπλων, κατάκτηση του Διαστήματος): η εποχή (= ψυχροπολεμική)/το τέλος του ~ού Πολέμου. Βλ. ισορροπία (του) τρόμου, μακαρθισμός, σιδηρούν παραπέτασμα.|| (μτφ., με πεζά ψ, π:) ~ ~ ανάμεσα στις δύο εταιρείες για την κυριαρχία στην παγκόσμια αγορά. [< αγγλ. cold war, 1945] , ψυχρά/κρύα χρώματα βλ. χρώμα, ψυχρή λογική βλ. λογική, ψυχρό μέτωπο βλ. μέτωπο ● ΦΡ.: εν ψυχρώ (λόγ.) ΑΝΤ. εν θερμώ 1. αδίστακτα, ανενδοίαστα, χωρίς συναισθηματισμούς: ~ ~ δολοφονία. Χτύπημα ~ ~. Τον εκτέλεσαν ~ ~.|| (σπάν.) Μου είπε ~ ~ (= στην ψύχρα) ότι ... 2. & σε ψυχρή κατάσταση: σε χαμηλή θερμοκρασία: (ΧΗΜ.-ΜΕΤΑΛΛ.) έλαση/κατεργασία (μετάλλων)/σφυρηλάτηση ~ ~., κακός, ψυχρός κι ανάποδος (προφ.-εμφατ.): για κάποιον δύστροπο ή για κάτι καθόλου ευνοϊκό: ~ ~ αυτός ο άνθρωπος, δεν μιλάει σε κανέναν!|| -Καλημέρα! -~ή, ~ή κι ~η!, κακά, ψυχρά κι ανάποδα βλ. ανάποδα, την κακή (και την ψυχρή) σου μέρα! βλ. μέρα [< αρχ. ψυχρός]
  • ψυχρότητα ψυ-χρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) έλλειψη οικειότητας, φιλικότητας, ψυχικής θέρμης: συναισθηματική ~. Κλίμα ~ας στις σχέσεις των δύο χωρών (πβ. παγωμάρα, χαμηλό βαρομετρικό). Με υποδέχτηκε με ~ (= ψυχρά). Πβ. αδιαφορία, απάθεια, κρυάδα, τυπικότητα, φλέγμα2. ΑΝΤ. διαχυτικ-, εγκαρδι-ότητα, ζεστασιά. 2. (λόγ.) η ιδιότητα του πολύ κρύου: ~ των άκρων (: χεριών και ποδιών).|| (ΜΕΤΕΩΡ.) Δείκτης ~ας (βλ. δείκτης δυσφορίας). Βλ. -ότητα. 3. ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. (σεξουαλική δυσλειτουργία) κατάσταση μη ανταπόκρισης της γυναίκας στη σεξουαλική δραστηριότητα (δυσκολία ερεθισμού, ανοργασμία ή γενικότ. υποτονική ερωτική διάθεση). Βλ. κολεοσπασμός. [< αρχ. ψυχρότης 3: γαλλ. frigidité]
  • ψυχρόφιλος , η, ο ψυ-χρό-φι-λος επίθ.: ΒΙΟΛ. (για μικροοργανισμό ή φυτό) που ζει ή/και αναπτύσσεται σε σχετικά χαμηλές θερμοκρασίες: ~α: βακτήρια/(ΒΟΤ.) είδη (π.χ. χλοοτάπητας). Βλ. μεσόφιλος, -φιλος. ΑΝΤ. θερμόφιλος [< πβ. γαλλ. psychrophile, 1963, αγγλ. psychrophilic]
  • ψύχω ψύ-χω ρ. (μτβ.) {(σπάν.) έψυξε, ψύξει, ψύ-χθηκε, -χθεί, ψύχ-οντας, -όμενος, ψυγμένος} (επιστ.): κρυώνω, παγώνω (κάτι): (ΦΥΣ.) Ο αέρας ~εται. Τα στερεά συστέλλονται, όταν ~ονται. Πβ. κατα~. Βλ. απο~. ΑΝΤ. θερμαίνω (1) [< αρχ. ψύχω]
  • ψυχωμένος , η, ο ψυ-χω-μέ-νος επίθ. (προφ.): που έχει πείσμα, θάρρος και γενναιότητα: (κυρ. ΑΘΛ.) ~ ο ... κέρδισε τον αγώνα (: για ομάδα).|| ~η: εμφάνιση/νίκη/πρόκριση. Βλ. λιγόψυχος. [< μτχ. παρακ. του μτγν. ρ. ψυχῶ]
  • ψύχωση ψύ-χω-ση ουσ. (θηλ.) {γεν. πληθ. ψυχώσ-εων} 1. ΨΥΧΙΑΤΡ. σοβαρή διαταραχή κατά την οποία παρατηρείται απώλεια της επαφής με την πραγματικότητα σε τέτοιο βαθμό που, αν ο ασθενής δεν λάβει την απαραίτητη θεραπεία, να μην μπορεί να λειτουργήσει στην καθημερινότητά του: (είδη/μορφές ~ώσεων:) βραχεία αντιδραστική (: εκδηλώνεται αιφνίδια)/δυαδική (: αναπτύσσεται στο πλαίσιο στενής σχέσης με ψυχωτικό άτομο)/μανιοκαταθλιπτική (= διπολική διαταραχή)/οργανική (: οφείλεται σε ιατρικά αίτια)/τοξική (: προκαλείται από τοξική ουσία, π.χ. αλκοόλ, ναρκωτικά) ~. Συμπτώματα ~ης (: αλλαγές στη διάθεση και τη συμπεριφορά, αλλοιωμένα συναισθήματα, αποδιοργανωμένη σκέψη, παραισθήσεις). Βλ. νεύρωση, σχιζοφρένεια. 2. (μτφ.-προφ.) πάθος, εμμονή με κάτι: Έχει ~ με τον υπολογιστή. Πβ. κόλλημα, λόξα, μανία, τρέλα, ψώνιο. [< πβ. μτγν. ψύχωσις ‘εμψύχωση’ 1: γαλλ. psychose, γερμ. Psychose, αγγλ. psychosis]
  • ψυχωτικός , ή, ό ψυ-χω-τι-κός επίθ./ουσ. & ψυχωσικός: ΨΥΧΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την ψύχωση: ~ή: κατάθλιψη/συνδρομή. ~ό: επεισόδιο. ~ές: διαταραχές (βλ. σχιζοφρένεια). ~ά: συμπτώματα. Βλ. αντιψυχωτικά.|| ~ά: άτομα. (ως ουσ.) Οι ~οί (ενν. ασθενείς). Βλ. νευρωτικός.|| (μτφ.-προφ.) Είναι ~ (: έχει εμμονή) με τη δουλειά. [< γαλλ. psychotique, γερμ. psychotisch, αγγλ. psychotic]
  • ψυχωφελής , ής, ές ψυ-χω-φε-λής επίθ. {ψυχωφελ-ούς | -είς, (ουδ. -ή)} (λόγ.): που είναι ωφέλιμος για την ψυχή, που έχει διδακτικό χαρακτήρα: (κυρ. ΕΚΚΛ.) ~είς: διηγήσεις. ~ή: κείμενα (= πατερικά).|| Βλ. ψυχοφθόρος. [< μτγν. ψυχωφελής]
  • ψωλαράς ψω-λα-ράς ουσ. (αρσ.) (λ. ταμπού-μεγεθ.): άντρας με μεγάλο πέος. Βλ. -αράς. ΣΥΝ. πουτσαράς (1)
  • ψωλή ψω-λή ουσ. (θηλ.) (λ. ταμπού): πέος. ● Υποκ.: ψωλάκι (το) ● Μεγεθ.: ψωλάρα (η) [< αρχ. ψωλή 'πέος σε στύση']

αγουρέλαιο

αγουρέλαιο[ἀγουρέλαιο] α-γου-ρέ-λαι-ο ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό) αγουρόλαδο: λάδι εκλεκτής ποιότητας, παρθένο, με πικρή, πικάντικη γεύση, που παράγεται από σχετικά άγουρες ελιές ή με ψυχρή έκθλιψη του ελαιοκάρπου: βιολογικό/γνήσιο ~. Βλ. -έλαιο. [< μεσν. αγουρέλαιον]

ανάποδα

ανάποδα[ἀνάποδα] α-νά-πο-δα επίρρ.: αλλιώτικα ή αντίθετα απ' ό,τι συνηθίζεται ή θεωρείται σωστό, φυσιολογικό: Έβαλε τις κάλτσες/την μπλούζα ~ (= από την ανάποδη· πβ. μέσα έξω). Οδηγεί/πάει ~ (: στο αντίθετο ρεύμα ή προς τα πίσω). (ΝΑΥΤ.) ~ ολοταχώς. Το πλοίο κάνει ~. Οι δείκτες γυρίζουν ~ (: από δεξιά προς αριστερά). (για νεογέννητο:) Το παιδί βγαίνει/έρχεται ~ (: με τα πόδια, αντί με το κεφάλι προς τα έξω). Το αμάξι βρέθηκε ~ (= αναποδογυρ-, ντελαπαρ-, τουμπαρ-ισμένο).|| ~ τα κατάλαβες (: αντίθετα από αυτά που ισχύουν). ● ΦΡ.: (μου) έρχονται/πηγαίνουν (όλα) ανάποδα (προφ.): (μου) συμβαίνουν δυσάρεστα, αντίθετα απ' ό,τι περιμένω: Μου ήρθαν όλα ~ στη δουλειά και δεν μπόρεσα να ..., βγάζω την πίστη/την ψυχή κάποιου ανάποδα (προφ.): τον ταλαιπωρώ, τον εξουθενώνω: Μου έβγαλε ~ ~ μέχρι/ώσπου να ..., βλέπει/κοιτάζει τα ραδίκια/τα κυπαρίσσια ανάποδα (αργκό): έχει πεθάνει, είναι νεκρός., κακά, ψυχρά κι ανάποδα (προφ.-εμφατ.): πολύ άσχημα: -Πώς πέρασες; -~ ~! Τους ήρθαν όλα ~ ~. ΣΥΝ. τα στραβά και (τα) ανάποδα, μου βγήκε η ψυχή/η πίστη ανάποδα (προφ.): ταλαιπωρήθηκα πολύ, εξουθενώθηκα: ~ ~, μέχρι να γράψω την εργασία μου., μου έρχεται ανάποδα να ... (προφ.): δεν μου αρέσει, δεν μου πάει να: ~ ~ μου ζητήσουν βοήθεια και ν' αρνηθώ., ξυπνάω ανάποδα (προφ.): είμαι κακόκεφος και κατ' επέκτ. απότομος με τους άλλους από την αρχή της μέρας: ~ησε ~ σήμερα και του φταίνε όλα., τη βλέπω ανάποδα (νεαν. αργκό): αλλάζω διάθεση, θυμώνω, εκνευρίζομαι: Μόλις μου έκλεισε το ακουστικό, την είδα ~., το πήρε ανάποδα/από την ανάποδη (προφ.): παρεξήγησε κάτι που έγινε ή ειπώθηκε: Θα σου πω κάτι, αλλά μην το πάρεις ~. Πβ. παίρνω/βλέπω κάτι στραβά, το πήρε αλλιώς., θα σε κρεμάσω (ανάποδα)! βλ. κρεμώ, ο κόσμος γύρισε ανάποδα/ήρθε τα πάνω κάτω βλ. κόσμος, τα στραβά και (τα) ανάποδα βλ. στραβός [< μεσν. ανάποδα]

αντιψυχωτικά

αντιψυχωτικά[ἀντιψυχωτικά] α-ντι-ψυ-χω-τι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν.} & αντιψυχωσικά: ΦΑΡΜΑΚ. φάρμακα που σχετίζονται με τη θεραπεία (σοβαρών) ψυχικών διαταραχών. Πβ. αγχολυτικά, αντικαταθλιπτικά, ηρεμιστικά, νευροληπτικά. [< γαλλ. antipsychotiques, 1957, αγγλ. antipsychotics, 1958]

-άρας

-άρας: μεγεθυντική κατάληξη αρσενικών κυρίων ονομάτων και επίθημα για τον σχηματισμό επωνύμων του ίδιου γένους: (οικ.) Μητσ~/Παυλ~.|| Παναγιωτ~.

δείκτης

δείκτηςδεί-κτης ουσ. (αρσ.) {δεικτών} & (προφ.) δείχτης 1. (επιστ.) αριθμός που εκφράζει την ποσοστιαία σύγκριση δύο μεγεθών και χρησιμοποιείται κυρ. για να διευκολύνει τη μελέτη της διαχρονικής μεταβολής ενός φαινομένου: υψηλός/χαμηλός ~. Ο ~ αυξάνεται/μειώνεται. ~ ακροαματικότητας/αξιολόγησης/απόκλισης/αποτελεσματικότητας/ασφαλείας (των πτήσεων)/διαφθοράς. ~ες ποιότητας (= ποιοτικοί ~ες). Βλ. αριθμο~.|| (ΟΙΚΟΝ.) Οικονομικός/χρηματοοικονομικός ~. ~ αγοραστικής δύναμης/αναφοράς/ανεργίας/ανταγωνιστικότητας/απόδοσης (ενεργητικού)/αποδοτικότητας (ιδίων κεφαλαίων)/βιομηχανικής παραγωγής/δαπανών/εκροών/εμπιστοσύνης (επιχειρήσεων/καταναλωτή)/κερδοφορίας/κόστους/παραγωγικότητας. Ο ~ ανεβαίνει/πέφτει.|| (ΙΑΤΡ.) Αιματολογικοί/βιολογικοί (= βιοδείκτες)/βιοχημικοί ~ες.|| Οι διακοπές (ως) ~ (= στοιχείο) ευημερίας.|| ~ βιβλιογραφικών αναφορών [< αγγλ. citation index, } 2. ΤΕΧΝΟΛ. κινητή βελόνα σε βαθμονομημένη κλίμακα οργάνου μετρήσεως· κατ' επέκτ. οτιδήποτε παρέχει ένδειξη μεταβολής φυσικού μεγέθους: οι ~ες του ρολογιού (βλ. λεπτο~, ωρο~). Ο ~ του βαρόμετρου/της ζυγαριάς/της πυξίδας.|| ~ βενζίνης/θερμοκρασίας/πίεσης/ροής. Χιλιομετρικός ~ (: μικρή πινακίδα στην οποία αναγράφεται η απόσταση από δεδομένο σημείο σε χιλιόμετρα, βλ. οδο~). Βλ. ανεμο~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ ποντικιού (= κέρσορας). 3. κάθε αριθμητικό ή γραμματικό σύμβολο που γράφεται κάτω και δεξιά από άλλο, για να το χαρακτηρίσει: (ΜΑΘ.) a1+ a2 = 10 (: για να υποδηλώσει εξάρτηση της μεταβλητής από συγκεκριμένο υποσύνολο τιμών). Βλ. εκθέτης.|| (ΧΗΜ.) H2O (: για την υπόδειξη του αριθμού των ατόμων ενός στοιχείου που περιέχονται στο μόριο της χημικής ένωσης). 4. ΑΝΑΤ. το δάχτυλο δίπλα στον αντίχειρα. ΣΥΝ. λιχανός 5. ΜΑΘ. αριθμός που γράφεται στα αριστερά του ριζικού και εκφράζει την τάξη της ζητούμενης ρίζας (τετραγωνική, κυβική). 6. ΧΗΜ. ουσία της οποίας το χρώμα μεταβάλλεται όταν προστίθεται σε διάλυμα, υποδεικνύοντας την επιτέλεση συγκεκριμένης χημικής αντίδρασης (με οξύ ή με βάση). 7. ΓΛΩΣΣ. λέξη δηλωτική κυρ. γλωσσικής λειτουργίας (ας, θα, να, σαν, ως): κειμενικοί/συνομιλιακοί ~ες ή ~ες λόγου (: παραπέμπουν σε πληροφορίες που προηγούνται ή έπονται π.χ. άλλωστε, γι΄ αυτό, δηλαδή, ιδίως, όμως, συνεπώς). Πβ. μόριο. 8. ΠΛΗΡΟΦ. μεταβλητή, της οποίας η τιμή δείχνει τη θέση μιας άλλης μεταβλητής στη μνήμη του υπολογιστή. 9. βέργα ή συσκευή φωτεινής δέσμης ως μέσο υπόδειξης σε επιφάνεια (χάρτη, πίνακα, γραφική παράσταση). ● ΣΥΜΠΛ.: (Γενικός) Δείκτης Τιμών: ΟΙΚΟΝ. αριθμοδείκτης που εκφράζει την ποσοστιαία μεταβολή στο γενικό επίπεδο τιμών ενός συνόλου αγαθών και υπηρεσιών που παράγονται σε μια οικονομία: Γενικός ~ ~ Καταναλωτή (ακρ. ΓΔΤΚ)/λιανικής. ~ ~ στο ΧΑΑ. ~ ~ Dow-Jones/Nikkei (= οι χρηματιστηριακοί δείκτες σε Νέα Υόρκη/Τόκιο αντίστοιχα). Τάσεις σταθεροποίησης παρουσίασε ο ~ ~. Πβ. χρηματιστήριο. [< αγγλ. general price index] , Δείκτης Τιμών Καταναλωτή: ΟΙΚΟΝ. αντιπροσωπεύει τις τιμές των αγαθών και υπηρεσιών που αγοράζει ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα νοικοκυριών. Βλ. εναρμονισμένος, καλάθι της νοικοκυράς. [< αγγλ. consumer price index, 1945] , γενετικός δείκτης βλ. γενετικός, δείκτης απήχησης βλ. απήχηση, δείκτης γεννητικότητας βλ. γεννητικότητα, δείκτης γήρανσης βλ. γήρανση, δείκτης διάθλασης βλ. διάθλαση, δείκτης δυσφορίας βλ. δυσφορία, δείκτης εγκληματικότητας βλ. εγκληματικότητα, Δείκτης Μάζας Σώματος (ΔΜΣ) βλ. μάζα, δείκτης νοημοσύνης βλ. νοημοσύνη, δείκτης πορείας βλ. πορεία, δείκτης προστασίας βλ. προστασία, δείκτης στάθμης βλ. στάθμη, καρκινικοί δείκτες βλ. καρκινικός [< μτγν. δείκτης, γαλλ. indice, indicateur, αγγλ. index, indicator, pointer, γερμ. Index]

ΕΝ

ΕΝ(το): Εμπορικό Ναυτικό.

θερμο- & θερμό-

θερμο- & θερμό-& θερμ-: α' συνθετικό λέξεων με αναφορά 1. στη θερμότητα: θερμο-κήπιο/~κοιτίδα/~στάτης. Θερμό-μετρο.|| Θερμο-θεραπεία/~πληξία. Θερμό-σφαιρα. 2. (μτφ.-επιτατ.) σε πολύ έντονη ενέργεια ή κατάσταση: θερμο-παρακαλώ.|| (για πρόσ.) Θερμο-κέφαλος. Θερμό-αιμος.

θερμοκρασία

θερμοκρασίαθερ-μο-κρα-σί-α ουσ. (θηλ.) {θερμοκρασιών}: ο βαθμός θερμότητας ή ψυχρότητας κυρ. του αέρα, αντικειμένου ή χώρου, που εκφράζεται με τους όρους διαφόρων συστημάτων μέτρησης: επιθυμητή/κανονική/μέγιστη/μέση/σταθερή/συνήθης/υψηλή/χαμηλή ~. ~ διαλύματος/εδάφους/περιβάλλοντος/φούρνου/ψυγείου. ~ της άμμου/ασφάλτου/ατμόσφαιρας/Γης/μηχανής/περιοχής/πόλης/Σελήνης. ~ ελαστικών/καυσαερίων/τοιχωμάτων/υδάτων. ~ βρασμού/πήξης του νερού. ~ τήξης του πάγου. Αυξάνω/ελέγχω/μειώνω/μεταβάλλω τη ~. Σε υψηλά επίπεδα θα κυμανθεί σήμερα η ~ στη χώρα. || ~ του σώματος (βλ. υπερθερμία). ~ των άκρων. || (μτφ.) Το θέαμα ανέβασε τη ~ (= την ένταση) στα ύψη. Πβ. υδράργυρος. ● ΣΥΜΠΛ.: απόλυτη θερμοκρασία βλ. απόλυτος, θερμοκρασία αυτανάφλεξης βλ. αυτανάφλεξη, θερμοκρασία δωματίου βλ. δωμάτιο, θερμοκρασία χρώματος βλ. χρώμα [< μεσν. θερμοκρασία ‘ζεστό μείγμα’, γαλλ. température, αγγλ. temperature]

ισορροπία

ισορροπία[ἰσορροπία] ι-σορ-ρο-πί-α ουσ. (θηλ.) {ισορροπι-ών} 1. κατάσταση σταθερότητας, εξουδετέρωσης αντίθετων μεταξύ τους δυνάμεων ή παραγόντων· γενικότ. ηρεμία: απόλυτη/εύθραυστη/κοινωνική/οριακή ~. Διατάραξη/επίτευξη ~ας. Εσωκομματικές ~ες. Παιχνίδι/πολιτική ~ών. Αποκατέστησε την ~. Πβ. ευρυθμία, κανονικ-, ομαλ-ότητα.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ της αγοράς. ~ ανάμεσα στην προσφορά και τη ζήτηση. Ποσότητα/τιμή ~ας.|| (ΟΙΚΟΛ.) Οικολογική/φυσική ~ ανάμεσα στους πληθυσμούς μιας βιοκοινότητας.|| (ΚΑΛ. ΤΕΧΝ.) ~ γραμμών/όγκων (πβ. αρμονία, συμμετρία).|| Η πνευματική/συναισθηματική/σωματική/ψυχική ~ του ανθρώπου (πβ. υγεία). Βρίσκεται εκτός ~ας. ΑΝΤ. ανισορροπία 2. όρθια και σταθερή στάση του σώματος: ~ ακροβάτη. ~ στο ένα πόδι. Αίσθηση ~ας. Διατηρώ/χάνω την ~ μου (βλ. πέφτω). Απώλεια/ασκήσεις/δοκός ~ας. Πβ. ευστάθεια. 3. ΦΥΣ. διατήρηση της κινητικής κατάστασης ή της ακινησίας σώματος ως προς ένα σημείο αναφοράς: ασταθής/δυναμική/σταθερή/στατική ~. ~ συστήματος. Θέση/συνθήκη ~ας. Σε κατάσταση ~ας. 4. ΧΗΜ. απουσία μεταβολών στη σύνθεση ουσίας: ιοντική/χημική ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ισορροπία (του) τρόμου 1. ΠΟΛΙΤ. ειρήνη ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα κράτη υπό την απειλή των πυρηνικών όπλων: επισφαλής/παγκόσμια ~ ~. Επικράτηση/καθεστώς ~ας ~. Βλ. ψυχρός πόλεμος. 2. (μτφ.) κάθε κατάσταση που φαινομενικά ισορροπεί υπό τον φόβο επικείμενου κινδύνου: ~ ~ στο Χρηματιστήριο. [< αγγλ. balance of terror, 1955] , ισορροπία (των) δυνάμεων: ΠΟΛΙΤ. κάθε κατάσταση κατά την οποία αποτρέπεται η επικράτηση μιας δύναμης εις βάρος μιας άλλης: διεθνής/πολιτική/στρατιωτική ~ ~., λεπτή ισορροπία: που είναι αρκετά εύκολο να υποστεί μεταβολή: ~ ~ ανάμεσα στη λογική και το συναίσθημα/στην ελεύθερη πληροφόρηση και την προστασία πνευματικής ιδιοκτησίας., αδιάφορη ισορροπία βλ. αδιάφορος, θερμική ισορροπία βλ. θερμικός, θερμοδυναμική ισορροπία βλ. θερμοδυναμικός, οξεοβασική ισορροπία βλ. οξεοβασικός, υδρολογικό ισοζύγιο βλ. ισοζύγιο ● ΦΡ.: κρατώ/τηρώ τις ισορροπίες: αντιμετωπίζω μια κατάσταση έτσι, ώστε να μη διαταράσσονται οι σχέσεις μεταξύ των ατόμων που εμπλέκονται σε αυτή: Προσπαθεί να ~ήσει ~, για να μη διαλυθεί η ομάδα., σε ισορροπία με: σε συμφωνία με: τεχνολογική ανάπτυξη ~ ~ το περιβάλλον. ΣΥΝ. σε αρμονία με ..., σουτ εκτός ισορροπίας βλ. σουτ1 [< 1: αρχ. ἰσορροπία, γαλλ. équilibre, αγγλ. equilibrium, γαλλ.-αγγλ. balance]

κάνω

κάνωκά-νω ρ. (μτβ.) {έκανα (λαϊκό) έκαμα, κάν-οντας} & (λαϊκό) κάμνω 1. ως απολεξικοποιημένο ρήμα: ~ αγορές (= αγοράζω)/αλλαγές (= αλλάζω)/αναβάθμιση (= αναβαθμίζω)/αναζήτηση (= αναζητώ)/ανακοίνωση (= ανακοινώνω)/απεργία (= απεργώ)/δηλώσεις (= δηλώνω)/διαίρεση (= διαιρώ)/έλεγχο (= ελέγχω)/επίδειξη (= επιδεικνύω)/επίσκεψη (= επισκέπτομαι)/έρευνα (= ερευνώ)/θόρυβο (= θορυβώ)/θυσίες (= θυσιάζομαι)/κατάχρηση (= καταχρώμαι)/μήνυση (= μηνύω)/πρόβα (= προβάρω)/προσευχή (= προσεύχομαι)/προσπάθεια (= προσπαθώ)/σκέψεις (= σκέφτομαι)/σύγκριση (= συγκρίνω)/σχέδια (= σχεδιάζω)/ταξίδι (= ταξιδεύω). ~ μια ερώτηση (= ρωτώ)/ευχή (= εύχομαι)/πρόταση (= προτείνω). Έχεις ~ει μεγάλη πρόοδο (= έχεις προοδεύσει πολύ). Έχει ~ει πολλές απουσίες (= έχει απουσιάσει πολλές φορές). Πού ~ει στάση (= σταματά) το λεωφορείο; 2. εκτελώ ένα έργο, προβαίνω σε κάποια ενέργεια: ~ αίτηση για .../ασκήσεις (= λύνω)/βόλτα/εμετό/το καθήκον μου/κούνια/τα μαθήματά μου (= διαβάζω)/ντους/ρεκόρ (= πετυχαίνω, σημειώνω)/το σπίτι (πβ. καθαρίζω, συγυρίζω, τακτοποιώ)/συμβόλαιο (= συντάσσω ή/και υπογράφω). Τι πρέπει να ~ετε σε περίπτωση σεισμού (πβ. πράττω). Θα σου ~ (= πληρώσω) τα έξοδα να έρθεις. Λέγε τι της έκανες. Ομολόγησε ότι έκανε (= διέπραξε) τον φόνο. Του έκανε νόημα. Με χτύπησε χωρίς να του ~ τίποτα (= χωρίς να τον ενοχλήσω). Έχω πολλά να ~ (βλ. πολυάσχολος). Δεν έχω τι να ~ (: βαριέμαι, πλήττω). Υπόσχομαι να ~ ό,τι μπορώ. Τι μπορώ να ~ για σας (= πώς μπορώ να σας εξυπηρετήσω); Κάνε αριστερά (= στρίψε)/κάτι/μου μια αναπάντητη! Κάντο/καν' το όπως σου λέω. Θεέ μου, κάνε να γίνει καλά!|| (αιφνιδιαστικά) Τι ~εις εκεί; (απορία) Και τώρα τι ~ουμε; (ανυπόμονα) Μα τι ~ουν, επιτέλους; Βλ. ξανα~, παρα~, πρωτο~. 3. φέρομαι με συγκεκριμένο τρόπο: Γιατί/πώς/τι ~εις έτσι; Δεν ~ει τίποτ' άλλο απ' το να γκρινιάζει. Δεν ξέρει τι ~ει (= βρίσκεται σε σύγχυση). (απειλητ.) Να δεις τι θα σου ~! Σταμάτα να ~εις ανοησίες! Δεν έπρεπε να μου το ~εις αυτό! Μην ~εις ό,τι δεν θέλεις να σου ~ουν. Κάνε γρήγορα (= βιάσου)/υπομονή! (δήλωση αδιαφορίας:) Κάνε ό,τι θες.|| Δεν ~ουν μαζί (= δεν μπορούν να συμβιώσουν αρμονικά). 4. φέρνω, οδηγώ κάποιον ή κάτι σε μια κατάσταση· γίνομαι αιτία για κάτι: Με ~εις πολύ ευτυχισμένη/περήφανο! Οδοντόκρεμα που ~ει τα δόντια πιο λευκά (= λευκαίνει). Αυτή η μπλούζα σε ~ει (= δείχνει) αδύνατη. Έκανε το όνειρό της πραγματικότητα (= το εκπλήρωσε, πραγματοποίησε). Μ' έκανες να γελάσω/σκεφτώ. Την έκανε κουρέλι/ρεζίλι (= έγινε). Τι σ' έκανε να παραιτηθείς; Έχει ~ει το σπίτι της γραφείο (= έχει μετατρέψει). Θα ήθελα να ~ (= καταστήσω) γνωστό (= να γνωστοποιήσω)/σαφές (= να αποσαφηνίσω) ότι ... Πώς να τον ~ ν' αλλάξει γνώμη (= να τον μεταπείσω); Τι είναι αυτό που τον ~ει να ξεχωρίζει; Κάν' τον να σου τα πει όλα (= ανάγκασέ τον).|| Τον έκαναν Γενικό Γραμματέα (= διόρισαν)/Πρόεδρο (= εξέλεξαν). 5. φτιάχνω, κατασκευάζω: ~ ένα κουστούμι (= ράβω)/έναν πίνακα (= ζωγραφίζω). ~ουν γλυκά (= παρασκευάζουν). Να σου ~ (= ετοιμάσω) ένα καφεδάκι; Τα χελιδόνια έχουν ~ει (= χτίσει) φωλιά στο μπαλκόνι. Πώς να ~ τα μαλλιά μου (= κόψω, χτενίσω); Τι φαγητό θες να σου ~ (= μαγειρέψω);|| Η περιοχή ~ει (= βγάζει, παράγει) καλό κρασί.|| Ο Θεός έκανε (= δημιούργησε) τον άνθρωπο. Πβ. ποιώ. Βλ. καμωμένος. 6. ασχολούμαι, κυρ. συστηματικά ή επαγγελματικά, με κάτι: ~ Αγγλικά (= μαθαίνω ή διδάσκω)/γυμναστική (= γυμνάζομαι)/διδακτορικό (= είμαι υποψήφιος διδάκτορας)/ιδιαίτερα (= παραδίδω)/θέατρο/καράτε/καριέρα/σπουδές (= σπουδάζω)/στίβο. Τι δουλειά/επάγγελμα ~ει (= τι επαγγέλλεται); Τι θα ~εις μετά το πανεπιστήμιο; Έκανε χρόνια (= δούλεψε, εργάστηκε ως) οικοδόμος. Όλη μέρα έχει να ~ει με μικρά παιδιά. 7. διανύω χρονικό διάστημα ή τοπική απόσταση· μου χρειάζεται συγκεκριμένος χρόνος για να κάνω κάτι: ~ει (= υπηρετεί) τη θητεία του. Πού θα ~ετε (= γιορτάσετε, περάσετε) Πάσχα φέτος; Έκαναν να μιλήσουν πάνω από χρόνο. Έχει ~ει δέκα χρόνια στο εξωτερικό (= ζήσει, μείνει)/φυλακή (πβ. εκτίω).|| Τη διαδρομή αυτή την ~ κάθε μέρα/με τα πόδια. Πόσα χιλιόμετρα ~ει (= καλύπτει) την ώρα;|| Πόση ώρα ~εις να ντυθείς (= σου παίρνει); Δεν θα ~ ούτε (ένα) λεπτό (= δεν θ' αργήσω)! 8. (δι)οργανώνω, πραγματοποιώ: Θα ~ουν αγιασμό/γιορτή/δεξίωση (= θα δώσουν/παραθέσουν)/έρανο.|| Έκαναν τον γάμο τους (= παντρεύτηκαν) σε κλειστό κύκλο. Πβ. τελώ.|| Έκαναν νέο σύλλογο (= ίδρυσαν, συγκρότησαν). Η Λέσχη ~ει (= διενεργεί, διεξάγει) εκλογές κάθε χρόνο. 9. παριστάνω, προσποιούμαι: ~ει (= παίζει) τον άρρωστο/έξυπνο/καλό/σκληρό. ~ει ότι δεν ακούει/καταλαβαίνει. Μου έκανε τη φίλη. Έκανε δήθεν/τάχα πως δεν μας πρόσεξε. Πβ. καμώνομαι.|| ~ει (= αντιγράφει) τις κινήσεις γνωστών καλλιτεχνών (πβ. ξεσηκώνω). ~ει (= μιμείται) τον γάιδαρο/σκύλο.|| (για ηθοποιό) Ποια έκανε (= έπαιζε, υποδυόταν) τη θεία στην ταινία; 10. σχηματίζω: Το ύφασμα ~ει ζάρες (= ζαρώνει). Ο κόσμος έξω έκανε ουρά (: στεκόταν στη γραμμή ο ένας πίσω από τον άλλο). Το γλυκό έχει ~ει κρούστα από πάνω.|| (για σωματικές αλλαγές) Έχει αρχίσει να ~ει ρυτίδες (= ρυτιδιάζει). Έχει ~ει καμπούρα (= έχει καμπουριάσει)/μαγουλάκια (= έχει παχύνει).|| (για γραμματικούς τύπους) Πώς ~ει το ουσιαστικό στον πληθυντικό; Πβ. κλίνω. 11. αποκτώ: Έκανε μεγάλη περιουσία.|| Έχει ~ει (= γεννήσει) δίδυμα. Δεν μπορούν να ~ουν παιδιά (βλ. στειρότητα). 12. είμαι κατάλληλος, χρησιμεύω: Δεν ~ εγώ γι' αυτή τη δουλειά. Εσύ ~εις για πολιτικός! Δεν τους έκανε και την απέλυσαν.|| Αυτό το χάπι ~ει (= είναι) για τον πονοκέφαλο. 13. υποβάλλομαι σε μια διαδικασία: ~ ακτινογραφία (= βγάζω)/αποτρίχωση/γαργάρες/δίαιτα/ένεση/εξετάσεις αίματος/επέμβαση (χολής)/λίφτινγκ/μασάζ/τσεκάπ. 14. υπολογίζω, εκτιμώ: Πόσο την ~εις (ενν. ηλικιακά); Δεν τον ~ για τριαντάρη/πάνω από σαράντα (: δεν φαίνεται). 15. προκαλώ, προξενώ: Όλο ζημιές ~εις! Μην ~ετε φασαρία! 16. (συνήθ. σε ερωτημ. προτάσεις) χρησιμοποιώ: Τι (το) ~εις το λάδι μετά το τηγάνισμα; Τι τα έκανες τα κλειδιά (= πού τα έβαλες)/τόσα χρήματα (= πού τα ξόδεψες); Τι να το ~ τόσο φαγητό; 17. παθαίνω, παρουσιάζω: Το μωρό έκανε ίκτερο/πυρετό (= ανέβασε). 18. (προφ.) λέω: Τον ρωτάω "πού ήσουν" και μου ~ει (= απαντά) "να μη σε νοιάζει".|| (για ηχομιμητικές λέξεις) Το ρολόι ~ει τικ τακ. Πώς ~ει ο βάτραχος;κάνει 1. κοστίζει, στοιχίζει: Πόσο ~ αυτή η μπλούζα; 2. (για καιρικές συνθήκες) έχει: Τι καιρό ~; ~ ζέστη/κρύο/παγωνιά. 3. (συνήθ. με άρνηση) επιτρέπεται: Δεν ~ να κουράζεται. Μη μιλάς έτσι, δεν ~! 4. (σε αριθμητικές πράξεις) ισοδυναμεί, ισούται: Πέντε και πέντε ~/~ουν (= ίσον) δέκα. ● ΦΡ.: (για) κάνε μου τη χάρη! (προφ.): λέγεται σε κάποιον με αυστηρό ύφος για να σταματήσει να λέει ή να κάνει κάτι ενοχλητικό: ~ ~ και πρόσεχε πώς μιλάς/που θα μου αντιμιλήσεις κιόλας!, δεν κάνω χωρίς κάποιον/κάτι (προφ.): δεν μπορώ να το(ν) αποχωριστώ, μου είναι αναγκαίο(ς): ~ ~ τον άνδρα/τα παιδιά μου.|| Δεν μπορεί να ~ει χωρίς το κινητό του. ΣΥΝ. δεν κάνω βήμα χωρίς ..., έχει να κάνει: αφορά, σχετίζεται: Μ' ενδιαφέρει ό,τι ~ ~ με υπολογιστές. -Τι σου συμβαίνει; -Δεν ~ ~ με σένα. Προτιμώ τα επαγγέλματα που δεν ~ουν να ~ουν με κόσμο., κάνει σαν: συμπεριφέρεται σαν: ~ ~ μικρό παιδί/υστερική. ~ ~ να μη συμβαίνει τίποτα., κάνω καλά/άσχημα (+ που/και): πράττω σωστά ή εσφαλμένα: Καλά ~εις και μ' ενημερώνεις. Δεν έκανα καλά που τον κάλεσα. Πολύ καλά έκανες και ... Έκανες πολύ άσχημα που δεν μου το είπες., κάνω/ανοίγω χώρο/τόπο (προφ.): μεριάζω, παραμερίζω: Κάνεις λίγο χώρο να καθίσω; Κάντε τόπο να περάσω (= κάντε στην άκρη/μπάντα)! Άνοιξαν χώρο, για να περάσει το όχημα.|| (μτφ.) ~ει τόπο στη νέα γενιά., κάνω/πάω να ... (προφ.): επιχειρώ, προσπαθώ, δοκιμάζω: ~ ~ μπω και τι να δω! Μόλις έκανα να φύγω, χτύπησε το τηλέφωνο., μου κάνει (προφ.): μου αρμόζει, πηγαίνει, ταιριάζει: Δεν ~ ~ αυτός ο τρόπος ζωής.|| Τα παπούτσια δεν ~ ~ουν (: μου είναι μεγάλα/μικρά, με στενεύουν/χτυπάνε)., τα κάνω (προφ.): αφοδεύω. ΣΥΝ. κάνω (τα) κακά (μου), την κάνω (νεαν. αργκό): φεύγω, αποχωρώ συνήθ. βιαστικά: Με την πρώτη ευκαιρία θα ~ ~. ΣΥΝ. (το) κόβω λάσπη, την κάνω με ελαφρά πηδηματάκια, την κοπανάω, του δίνω, τι έκανε λέει; (προφ.): έκφραση έκπληξης, συνήθ. για να δηλωθεί αντίθεση με τα λεγόμενα κάποιου: ~ ~; Πάλι ζητάει λεφτά; Αποκλείεται!, τι κάνεις; (προφ.): στερεότυπη έκφραση χαιρετισμού που δεν απαιτεί κυριολεκτική απάντηση: -Γεια σου, ~ ~ (= πώς είσαι, πώς τα πας); -Καλά, εσύ;|| ~ ~ετε; Πώς τα περάσατε;|| (οικ.) -~ ~ουμε (= πώς πάει); Όλα καλά;, τι να κάνεις/να κάνουμε (προφ.): για να δηλωθεί συμβιβασμός, συγκατάβαση: ~ ~; Αυτά έχει η ζωή! ΣΥΝ. τι να γίνει;, τι να το κάνω (προφ., κυρ. σε ερωτημ. προτάσεις): για να δηλωθεί ότι κάτι δεν έχει πια καθόλου σημασία: Τώρα που ήρθες ~ ~; (: είναι πολύ αργά)., το κάνω (προφ.) 1. κάνω έρωτα. 2. διανύω ορισμένη απόσταση σε συγκεκριμένο χρόνο, συνήθ. με όχημα ή με τα πόδια: Με το αυτοκίνητο ~ ~ μισή ώρα μέχρι τη δουλειά., (βλέπω/κάνω) χαΐρι και προκοπή βλ. προκοπή, (δεν κάνει) τίποτα βλ. τίποτα, (δεν μου κάνει) ούτε κρύο ούτε ζέστη βλ. κρύο, (δεν) έχει να κάνει που βλ. έχω, (εμείς) μαζί δεν κάνουμε και χώρια δεν μπορούμε βλ. χώρια, (και) τι θες να (σου) κάνω; βλ. θέλω, (κάνει) σαν τη χήρα στο κρεβάτι βλ. χήρα, (κάνει) χρυσές δουλειές βλ. δουλειά, (κάνω) μισές δουλειές βλ. δουλειά, (μου) κάνει απιστίες βλ. απιστία, (την) κάνει (μια χαρά) τη δουλειά/(τη δουλίτσα) του βλ. δουλειά, αν δεν κάνω λάθος βλ. λάθος, ανοίγω πανιά βλ. πανί, αρχίζει τα νούμερα/κάνει νούμερα βλ. νούμερο, βγάζω/κάνω λεφτά βλ. λεφτά, βλέποντας και κάνοντας βλ. βλέπω, βρίσκει και τα κάνει βλ. βρίσκω, γίνομαι άνθρωπος/κάνω κάποιον άνθρωπο βλ. άνθρωπος, δεν κάνει ούτε για ζήτω βλ. ζήτω, δεν κάνω (ούτε ένα) βήμα βλ. βήμα, δεν κάνω βήμα χωρίς ... βλ. βήμα, δεν κάνω/δεν το κουνάω ρούπι βλ. ρούπι, δεν μου κάνει καρδιά να ... βλ. καρδιά, δεν μου κάνει κούκου βλ. κούκου, έκανε (κίνηση ρουά) ματ βλ. ματ1, έκανε/έχει κάνει τη νύχτα μέρα βλ. νύχτα, ένα κι ένα κάνουν/κάνει δύο βλ. ένα, έχω να κάνω (με) βλ. έχω, καλά θα κάνεις να ... βλ. καλά, καλά κάνω! βλ. καλά, καλά σου έκανε! βλ. καλά, κάνε (τη) δουλειά σου βλ. δουλειά, κάνει αίσθηση βλ. αίσθηση, κάνει εμφάνιση βλ. εμφάνιση, κάνει θαύματα βλ. θαύμα, κάνει καλό βλ. καλό, κάνει κρα βλ. κρα, κάνει νερά βλ. νερό, κάνει πως δεν βλέπει βλ. βλέπω, κάνει ράλι βλ. ράλι, κάνει τα εύκολα δύσκολα βλ. εύκολος, κάνει τα πρώτα (του) βήματα βλ. βήμα, κάνει την πάπια/το κορόιδο βλ. πάπια, κάνει το άσπρο μαύρο βλ. άσπρος, κάνει το κομμάτι του βλ. κομμάτι, κάνει τον ανήξερο/το παίζει ανήξερος βλ. ανήξερος, κάνει τον ζόρικο βλ. ζόρικος, κάνει τον Κινέζο βλ. Κινέζος, Κινέζα, κάνει τον κόκορα/το κοκόρι βλ. κόκορας, κάνει τον κουφό βλ. κουφός, κάνει τον σπουδαίο βλ. σπουδαίος, κάνει φτερά βλ. φτερό, κάνει/έκανε κοιλιά βλ. κοιλιά, κάνει/παριστάνει τον καμπόσο βλ. κάμποσος, κάνει/παριστάνει τον παλικαρά βλ. παλικαράς, κάνω (καινούργιο) συκώτι βλ. συκώτι, κάνω (κάποιον) καλά βλ. καλά, κάνω (κάποιον)/γίνομαι βαπόρι/μπαρούτι βλ. βαπόρι, κάνω (κάτι σε κάποιον) λιανά βλ. λιανός, κάνω (κάτι) καλοκαιρινό βλ. καλοκαιρινός, κάνω (κάτι)/(κάτι) γίνεται στάχτη βλ. στάχτη, κάνω (τα) κακά (μου) βλ. κακά, κάνω αισθητή την παρουσία μου βλ. παρουσία, κάνω αμάν (και πως) για κάτι/κάποιον βλ. αμάν, κάνω Ανάσταση βλ. ανάσταση, κάνω βίδες βλ. βίδα, κάνω βούκινο βλ. βούκινο, κάνω εξαίρεση/εξαιρέσεις βλ. εξαίρεση, κάνω ζευγάρι βλ. ζευγάρι, κάνω ζήλιες βλ. ζήλια, κάνω ζουμ βλ. ζουμ, κάνω θραύση/πάταγο βλ. θραύση, κάνω καθυστέρηση βλ. καθυστέρηση, κάνω κακό βλ. κακό, κάνω κάποιον δύο/πέντε/τρεις παράδες βλ. παράς, κάνω κάποιον ζάφτι βλ. ζάφτι, κάνω κάποιον κιμά βλ. κιμάς, κάνω κάποιον μαύρο/τόπι/τουλούμι/μπαούλο (στο ξύλο) βλ. τόπι, κάνω κάποιον με τα κρεμμυδάκια βλ. κρεμμύδι, κάνω κάποιον ό,τι θέλω βλ. θέλω, κάνω κάποιον σκόνη (και θρύψαλα) βλ. σκόνη, κάνω κάποιον σκουπίδι βλ. σκουπίδι, κάνω κάποιον τελατίνι βλ. τελατίνι, κάνω κάποιον τούμπανο βλ. τούμπανο, κάνω κάποιον τσακωτό/γίνομαι τσακωτός βλ. τσακωτός, κάνω κάποιον φέτες/τ' αλατιού βλ. φέτα, κάνω κάποιον/γίνομαι μούσκεμα/παπί/λούτσα βλ. μούσκεμα, κάνω κάποιον/γίνομαι μπαλάκι βλ. μπαλάκι, κάνω κάποιον/κάτι κόσκινο βλ. κόσκινο, κάνω κάποιον/κάτι πέρα βλ. πέρα, κάνω κάποιον/κάτι σμπαράλια βλ. σμπαράλια, κάνω κάποιον/κάτι τσίρκουλο βλ. τσίρκουλο, κάνω κατάσταση βλ. κατάσταση, κάνω κάτι πράξη βλ. πράξη, κάνω κάτι τσιμπητό βλ. τσιμπητός, κάνω κέφι/γούστο κάποιον/κάτι βλ. κέφι, κάνω κέφι/έρχομαι στο κέφι βλ. κέφι, κάνω κομμάτια βλ. κομμάτι, κάνω κουμάντο/έχω το κουμάντο βλ. κουμάντο, κάνω κράτει βλ. κράτει, κάνω λεζάντα βλ. λεζάντα, κάνω λιώμα/χώμα βλ. λιώμα, κάνω λογαριασμό βλ. λογαριασμός, κάνω λόγο για ... βλ. λόγος, κάνω μαγικά βλ. μαγικός, κάνω μάθημα βλ. μάθημα, κάνω μαθήματα βλ. μάθημα, κάνω μάκια/μα βλ. μα3, κάνω ματάκι βλ. ματάκι, κάνω μια τρύπα στο νερό βλ. τρύπα, κάνω μόκο βλ. μόκο, κάνω μπαμ βλ. μπαμ, κάνω μπούγιο βλ. μπούγιο, κάνω μπουρλότο βλ. μπουρλότο, κάνω μπράτσα βλ. μπράτσο, κάνω παιχνίδι βλ. παιχνίδι, κάνω πάρτι βλ. πάρτι, κάνω πέτρα την καρδιά (μου)/κάνω την καρδιά (μου) πέτρα βλ. πέτρα, κάνω πίσω βλ. πίσω, κάνω πλάτες βλ. πλάτη, κάνω πνεύμα βλ. πνεύμα, κάνω σαν παλαβός/τρελός για κάποιον/κάτι βλ. παλαβός, κάνω σε κάποιον αέρα βλ. αέρας, κάνω σε κάποιον το τραπέζι/έχω τραπέζι βλ. τραπέζι, κάνω σήμα (σε κάποιον) βλ. σήμα, κάνω σημαία μου (κάτι) βλ. σημαία, κάνω σινεμά/κινηματογράφο βλ. σινεμά, κάνω σκηνή/σκηνές (σε κάποιον) βλ. σκηνή, κάνω στην άκρη/στη(ν) μπάντα βλ. άκρη, κάνω συζήτηση (για κάτι) βλ. συζήτηση, κάνω τα αδύνατα δυνατά/ό,τι περνά(ει) από το χέρι μου βλ. αδύνατος, κάνω τα γλυκά μάτια (σε κάποιον) βλ. μάτι, κάνω τα κέφια (κάποιου) βλ. κέφι, κάνω τα πικρά γλυκά βλ. πικρός, κάνω τα στραβά μάτια βλ. μάτι, κάνω τα χαρτιά μου βλ. χαρτί, κάνω ταμείο βλ. ταμείο, κάνω τεμενάδες βλ. τεμενάς, κάνω τη δουλειά μου βλ. δουλειά, κάνω την ανάγκη μου βλ. ανάγκη, κάνω την ανάγκη φιλοτιμία βλ. φιλοτιμία, κάνω την αρχή βλ. αρχή, κάνω την Πυθία βλ. Πυθία, κάνω την τρίχα τριχιά βλ. τριχιά, κάνω το κέφι/το γούστο/το ψώνιο μου βλ. κέφι, κάνω το κουμάντο μου βλ. κουμάντο, κάνω το πρώτο βήμα βλ. βήμα, κάνω τόκα με κάποιον βλ. τόκα2, κάνω τόμπολα βλ. τόμπολα, κάνω τον αστυνόμο βλ. αστυνόμος, κάνω τον κόπο/μπαίνω σε/στον κόπο βλ. κόπος, κάνω τον σταυρό μου βλ. σταυρός, κάνω του κεφαλιού μου βλ. κεφάλι, κάνω τουμπεκί (ψιλοκομμένο) βλ. τουμπεκί, κάνω τούμπες βλ. τούμπα1, κάνω φιγούρα/κάνω τη φιγούρα μου βλ. φιγούρα, κάνω φροντιστήριο βλ. φροντιστήριο, κάνω χάζι βλ. χάζι, κάνω χαρά/χαρές/χαρούλες βλ. χαρά, κάνω χρήση βλ. χρήση, κάνω χωριό με κάποιον βλ. χωριό, κάνω, ράνω βλ. ράνω, κάνω/βρίσκω την τύχη μου βλ. τύχη, κάνω/δημιουργώ θέμα/ζήτημα βλ. θέμα, κάνω/δημιουργώ/βγάζω όνομα βλ. όνομα, κάνω/ζω τη ζωή μου βλ. ζωή, κάνω/κρατάω σεκόντο (σε κάποιον) βλ. σεκόντο, κάνω/παριστάνω την οσία (Μαρία) βλ. όσιος, κάνω/παριστάνω τον τροχονόμο βλ. τροχονόμος, κάνω/παριστάνω τον ψόφιο κοριό βλ. κοριός, κάνω/φτιάχνω κεφάλι βλ. κεφάλι, κάποιος κάνει/λέει τα δικά του βλ. δικός, κατέληξε στο/βγήκε στο/κάνει πεζοδρόμιο βλ. πεζοδρόμιο, κρατάω/κάνω μούτρα σε κάποιον βλ. μούτρο, μαύρα μάτια κάναμε (να σε δούμε) βλ. μάτι, μου έκανε την καρδιά/μου έγινε η καρδιά περιβόλι βλ. περιβόλι, μου έχει κάνει το(ν) βίο αβίωτο βλ. βίος, μου κάνει κέφι βλ. κέφι, μου κάνει κλικ βλ. κλικ, μου κάνει κόλπα/τσαχπινιές βλ. κόλπο, μου κάνει/προκαλεί/προξενεί εντύπωση βλ. εντύπωση, ο Θεός να βάλει το χέρι του/να κάνει το θαύμα του βλ. χέρι, ο Θεός να το κάνει βλ. θεός, οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους βλ. λογαριασμός, όσα δε φτάνει/πιάνει η αλεπού, τα κάνει κρεμαστάρια βλ. αλεπού, παίρνω/κάνω μάτι βλ. μάτι, τα κάνω γυαλιά καρφιά/λίμπα/λαμπόγυαλο/μπίλιες βλ. γυαλί, τα κάνω θάλασσα/σαλάτα/μαντάρα/μούσκεμα/σκατά/ρόιδο βλ. θάλασσα, τα κάνω πάνω μου βλ. πάνω & επάνω, τα κάνω πλακάκια (με κάποιον) βλ. πλακάκι, τα κάνω τούμπανο σε κάποιον βλ. τούμπανο, τα λάθη είναι ανθρώπινα/άνθρωποι είμαστε, λάθη κάνουμε βλ. άνθρωπος, τα ράσα δεν κάνουν τον παπά βλ. ράσο, τα/τον κάνω σαν τα μούτρα μου βλ. μούτρο, την έκανε τη δουλειά βλ. δουλειά, την κάνω λαχείο βλ. λαχείο, την κάνω με ελαφρά πηδηματάκια βλ. πήδημα, την κάνω ταράτσα βλ. ταράτσα, την κάνω τούρλα βλ. τούρλα, τι να σου κάνω βλ. εσύ, το έκανα/έγινε (σαν) καινούργιο βλ. καινούργιος, το ίδιο είναι/(μου) κάνει βλ. ίδιος2, το κάνω γαργάρα βλ. γαργάρα, το κάνω τούμπανο βλ. τούμπανο, το παίζω παλαβός & κάνω τον παλαβό βλ. παλαβός, το 'πε και το 'κανε βλ. λέω, του κάνω τη ζωή δύσκολη/κόλαση/μαρτύριο/μαύρη/πατίνι/ποδήλατο βλ. ζωή, χάρη (σου/του ...) κάνω βλ. χάρη, χρυσό/Θεό/Χριστό τον έκανα βλ. χρυσός ● βλ. καμωμένος [< αρχ. κάμνω, μεσν. κάνω, γαλλ. faire, αγγλ. do, make, γερμ. machen]

κολεοσπασμός

κολεοσπασμόςκο-λε-ο-σπα-σμός ουσ. (αρσ.) & κολεόσπασμος & (σπάν.) κολπόσπασμος: ΙΑΤΡ. (σεξουαλική δυσλειτουργία) επώδυνη σύσπαση των μυών του γυναικείου κόλπου κατά την ερωτική επαφή. Βλ. δυσπαρευνία. [< γαλλ. vaginisme]

λιγόψυχος

λιγόψυχος, η, ο λι-γό-ψυ-χος επίθ. (λόγ.) & (λογιότ.) ολιγόψυχος: που δειλιάζει μπροστά στις δυσκολίες: Αποδείχτηκε/στάθηκε/φάνηκε ~ απέναντι στην αρρώστια/μπροστά στον κίνδυνο. Πβ. άτολμος, δειλός, κιοτής, φοβητσιάρης. Βλ. -ψυχος. ΣΥΝ. λιπόψυχος ΑΝΤ. γενναίος (1), εύψυχος, ψυχωμένος [< μεσν. λιγόψυχος < μτγν. ὀλιγόψυχος]

λογική

λογικήλο-γι-κή ουσ. (θηλ.) 1. ικανότητα αποτελεσματικής επιτέλεσης νοητικών λειτουργιών, όπως αντίληψη, ανάλυση, σκέψη, κρίση, συλλογισμός, σύμφωνα με αρχές, κανόνες, έγκυρα ή πραγματικά στοιχεία, με σκοπό τη σωστή απόκριση, δράση ή λήψη αποφάσεων: απόλυτη/επιστημονική ~. Συναίσθημα ή ~; Οι κανόνες της ~ής. Έλλειψη ~ής (πβ. παραλογισμός, παράλογο). Παιχνίδια/προβλήματα ~ής (βλ. γρίφος, σπαζοκεφαλιά, τεστ νοημοσύνης). Έρωτας χωρίς ~. Τρόπος πειθούς με επίκληση στη ~ (βλ. επιχείρημα, τεκμήριο). Απλή ~ θέλει/χρειάζεται. Ελπίζουμε να επικρατήσει/κυριαρχήσει/πρυτανεύσει/υπερισχύσει η ~ (πβ. σύνεση, σωφροσύνη, φρόνηση). Η κατάσταση ξέφυγε απ' τα όρια της ~ής (πβ. εκτός ελέγχου). Απόφαση που στερείται ~ής (= είναι παράλογη). Εξετάζει τα πάντα κάτω από το πρίσμα της ~ής. Ψήφισα με βάση τη ~. Αντίθετα με/προς τη ~ή. Λύση που αντίκειται/αντιτίθεται στη ~/συγκρούεται με τη ~. Δεν είχε τη στοιχειώδη ~ να καταλάβει ... Μην ψάχνεις για ~ στην υπόθεση αυτή. Έχει χάσει κάθε ίχνος ~ής. Δεν έχει ~ το σχέδιό τους. Δεν υπάρχει καμία ~ στο σχόλιό του. Θεωρία που δεν άντεξε στη βάσανο της ~ής. (μτφ.) Είναι η φωνή της ~ής στην παρέα (: για πρόσ. που σκέφτεται λογικά). Πβ. λογικό, μυαλό, νους, ορθολογισμός, σοφία. Βλ. πίστη. 2. ιδιαίτερος τρόπος σκέψης, αντίληψης της ζωής και των πραγμάτων, συγκεκριμένη άποψη· πνεύμα, φιλοσοφία, σκοπιμότητα: απόλυτη/άτεγκτη/αυστηρή/διεστραμμένη/ισοπεδωτική/καθεστηκυία/παιδική/παραδοσιακή/στείρα/στενή/σύγχρονη ~. Διαμετρικά/φαινομενικά αντίθετες ~ές. ~ της πλάκας. Υιοθέτηση μιας ~ής. Έχει διαφορετική/τη δική του ~ (βλ. υποκειμενικότητα). Απορώ με ποια ~ έκανε ό,τι έκανε (πβ. αιτιολογία, λόγος, σκεπτικό). Πβ. νοοτροπία.|| Η ~ του καπιταλισμού/κέρδους/παραλόγου/πολέμου. Δεν συμφωνώ με τη ~ του τύπου "...". Δεν καταλαβαίνω τη ~ σου. Η ίδια/παρόμοια ~ διέπει το σύνολο του νέου ασφαλιστικού νομοσχεδίου. Το πρόγραμμα φαίνεται δύσκολο μέχρι να μπεις στη ~ή του (: στον τρόπο λειτουργίας του). 3. ΦΙΛΟΣ.-ΜΑΘ. (με κεφαλ. Λ) κλάδος που μελετά τη μεθοδική σκέψη και ειδικότ. τον παραγωγικό συλλογισμό καθώς και την απόδειξη· συνεκδ. το αντίστοιχο μάθημα ή εγχειρίδιο: απαγωγική/διαλεκτική/επαγωγική/παραγωγική ~. ~ των πιθανοτήτων. ● ΣΥΜΠΛ.: κατηγορηματική λογική/κατηγορηματικός λογισμός & κατηγορική λογική/κατηγορικός λογισμός: ΠΛΗΡΟΦ. -ΜΑΘ. κλάδος της συμβολικής λογικής που χρησιμοποιεί ξεχωριστά σύμβολα για τα κατηγορήματα, τα υποκείμενα, τους ποσοδείκτες και τους λογικούς τελεστές: ~ ~ πρώτης τάξεως. Βλ. λογικός προγραμματισμός, νευρωνικό δίκτυο, τεχνητή νοημοσύνη. [< αγγλ. predicate logic, calculus, 1950] , κοινή λογική & κοινός νους: τρόπος σκέψης και αντίληψης των πραγμάτων που χαρακτηρίζει τους περισσότερους ανθρώπους, ο οποίος συνήθ. δεν βασίζεται σε εξειδικευμένες γνώσεις, αλλά στην πρακτική εμπειρία που έχει αποκτηθεί από την καθημερινή ζωή: σύμφωνα με την ~ ~ ... Η ~ ~ λέει/υπαγορεύει ... Προσέγγιση που βασίζεται/στηρίζεται στην ~ ~. Ανακοίνωση που προσβάλλει την ~ ~. [< αγγλ. common sense] , μαθηματική λογική: ΦΙΛΟΣ.-ΜΑΘ. κλάδος της τυπικής λογικής που μελετά τις σχέσεις μεταξύ προτάσεων, χρησιμοποιώντας μαθηματικές μεθόδους και ένα σύστημα συμβόλων και κανόνων εξαγωγής συμπερασμάτων: ~ ~ για υπολογιστές. Διακριτά Μαθηματικά και ~ ~., προτασιακή λογική/προτασιακός λογισμός: ΠΛΗΡΟΦ. -ΜΑΘ. κλάδος της συμβολικής λογικής που χρησιμοποιεί σύμβολα για τις λογικές προτάσεις, οι οποίες δεν αναλύονται περαιτέρω, και πέντε λογικούς τελεστές. [< αγγλ. propositional logic, calculus, 1903] , συμβολική λογική: ΦΙΛΟΣ.-ΜΑΘ. που αναπτύσσει και αναπαριστά λογικές αρχές, χρησιμοποιώντας ένα τυποποιημένο σύστημα συμβόλων, αξιωμάτων και κανόνων εξαγωγής συμπερασμάτων., τετράγωνη λογική: σκέψη που χαρακτηρίζεται από αυστηρό ορθολογισμό, μαθηματική ακρίβεια και συνέπεια βασισμένη σε αντικειμενικά στοιχεία: Έχει ~ ~. Βλ. τετράγωνο μυαλό., τυπική λογική: ΦΙΛΟΣ.-ΜΑΘ. σύστημα μελέτης επαγωγικών συλλογισμών που δίνει έμφαση στην ανάλυση της μορφής και όχι στο περιεχόμενο των εξεταζόμενων προτάσεων. Βλ. μεταλογική. [< αγγλ. formal logic, γαλλ. logique formelle] , ψυχρή λογική: σκέψη ανεπηρέαστη από συναισθηματισμούς ή άλλους υποκειμενικούς παράγοντες, η οποία βασίζεται μόνο στην εξέταση αντικειμενικών στοιχείων: Λειτουργεί περισσότερο με την καρδιά παρά με την ~ ~.|| Η ~ ~ των αριθμών (πβ. ακρίβεια)., ασαφής λογική βλ. ασαφής, η αρχή/η λογική της ήσσονος προσπάθειας βλ. ήσσων & ήττων ● ΦΡ.: με την ίδια/με αυτή τη λογική: με βάση ορισμένη θέση, άποψη ή ιδεολογία: ~ ~ θα μπορούσες να ... Με την ίδια ~ φιλοδοξούμε στο μέλλον ... Σύμφωνα με αυτή τη ~ ..., πέρα/έξω από κάθε λογική & (λόγ.) πέραν πάσης λογικής: για κάτι εντελώς παράλογο: τυφλή βία, ~ ~. Πράγματα τρελά, ανεξήγητα, ~ ~. [< αρχ. λογική, γαλλ. logique, αγγλ. logic]

μέρα

μέραμέ-ρα ουσ. (θηλ.) {μερών} (προφ.) : ημέρα. ● Υποκ.: μερούλες (οι) {σπάν. στον εν. μερούλα} (προφ.): για να δηλωθεί σύντομο χρονικό διάστημα, μικρή διάρκεια: Κάνε αίτηση και σε δυο/λίγες ~ (το πολύ) θα το 'χεις στα χέρια. ● ΣΥΜΠΛ.: άγιες μέρες & Άγιες ημέρες: για σημαντικές γιορτές, συνήθ. η περίοδος των Χριστουγέννων και του Πάσχα: Έρχονται ~ ~. Πού θα περάσετε τις ~ ~;, επόμενη μέρα: η μέρα ή κυρ. η περίοδος που ακολουθεί ένα σημαντικό ή καταστροφικό γεγονός ως προς τις συνέπειες που αυτό συνεπάγεται για την κοινωνία ή την ανθρωπότητα: η ~ ~ των εκλογών/μετά τον σεισμό., αλκυονίδες (μέρες) βλ. αλκυονίδες, αποφράδα μέρα βλ. αποφράδα, άσπρη μέρα βλ. άσπρος, γιορτάρες μέρες βλ. γιορτάρης, η (η)μέρα της μαρμότας βλ. μαρμότα, χάπι της επόμενης μέρας βλ. χάπι, χρονιάρες μέρες βλ. χρονιάρης ● ΦΡ.: από μέρα σε μέρα: μέσα στις επόμενες μέρες, σύντομα: Θα έρθει/τον περιμένω ~ ~., από τη μια στιγμή/μέρα στην άλλη & (σπάν.) από τη μια ώρα στην άλλη: σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, ξαφνικά: Μπορεί να καταφτάσει ~ ~ (πβ. όπου να 'ναι). Το κακό μπορεί να συμβεί ~ ~. [< γαλλ. d'un moment/jour à l'autre] , βρήκες τη μέρα/μέρα που βρήκες να ...! (προφ.): για ακατάλληλη μέρα: ~ ~ να λείπεις ...!, βρίσκω/πετυχαίνω κάποιον σε καλή/κακή μέρα ή είμαι σε καλή/κακή μέρα: για καλή/κακή διάθεση ή απόδοση κάποιου (μια συγκεκριμένη μέρα): Με βρήκες/με πέτυχες σε κακή μέρα (= δεν είναι η μέρα μου σήμερα)., για μια μέρα: (για ισχύ, φήμη) όσο διαρκεί μια μέρα: δωρεάν μετακίνηση/ήρωας ~ ~., δεν είναι η μέρα μου (σήμερα)!: δεν είμαι σε καλή ψυχική διάθεση ή αντιμετωπίζω αναποδιές (σήμερα): Πβ. δε(ν) με θέλει.|| (με κατάφαση) Είναι η μέρα μου (σήμερα) (= μου πάνε όλα καλά, έχω επιτυχίες)!, είμαι στις μέρες μου: είμαι ετοιμόγεννη., έχω (όλη/ολόκληρη) τη μέρα δική μου: έχω τη συγκεκριμένη μέρα ελεύθερη (μη εργάσιμη), ώστε να τη διαθέσω όπως θέλω., έχω (όλη/ολόκληρη) τη μέρα μπροστά μου: έχω πολύ χρόνο ακόμα μέχρι να βραδιάσει, επομένως μπορώ να κάνω κάτι χωρίς βιασύνη: Πρέπει να ξεκινήσουμε νωρίς, για να έχουμε ~ μας!, η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται (παροιμ.): η καλή εξέλιξη φαίνεται από την αρχή., η μέρα με τη νύχτα: για να δηλωθεί η (απόλυτη) αντίθεση ή διαφορά ανάμεσα σε πρόσωπα ή καταστάσεις, απόψεις: Διαφέρουν όσο ~ ~., κάθε μέρα και καλύτερα: για σταδιακή, διαρκή βελτίωση: Αισθάνομαι/πηγαίνω ~ ~ (= καλυτερεύω, βελτιώνομαι)., κάθε χρόνο τέτοια μέρα: για κάτι που επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο την ίδια μέρα: Μας θυμούνται ~ ~., κι αύριο μέρα (του Θεού) είναι: μπορούμε και αύριο να κάνουμε κάτι που δεν προλάβαμε ή δεν μπορέσαμε σήμερα: Δεν βαριέσαι! ~ ~!, μέρα με τη μέρα & μέρα με την ημέρα: καθώς περνά ο καιρός, σταθερά: Η κατάστασή του βελτιώνεται/επιδεινώνεται ~ ~., μέρα παρά μέρα: ανά δύο εικοσιτετράωρα: Ξεσκονίζει ~ ~., μέρα που είναι/που 'ναι: σε μια τόσο σημαντική μέρα: Έλα τώρα, ~ ~, μην είσαι στενοχωρημένος!, μέρα-νύχτα & νύχτα-μέρα: διαρκώς, αδιάκοπα, ακατάπαυστα: Διαβάζει/δουλεύει ~ ~. ΣΥΝ. μερόνυχτα, νυχθημερόν, μου φτιάχνει/μου χαλάει τη μέρα: με κάνει να νιώθω ωραία/να στενοχωρηθώ: Μου 'φτιαξες τη ~ με τα αστεία/με το χαμόγελό σου!, οι μέρες του είναι λίγες/μετρημένες: για πρόσωπο που πρόκειται να πεθάνει σύντομα ή κυρ. να αποπεμφθεί ή να αντικατασταθεί ή για κάτι που δεν έχει μέλλον, που θα πάψει να υφίσταται: ~ ~ στη δουλειά/στην ομάδα., πηγαίνει καλά η μέρα (μου): συμβαίνουν ευχάριστα γεγονότα εντός του εικοσιτετραώρου: Το πρωί ακούει λίγη μουσική, για να πάει ~ της., σαν να μην πέρασε μια μέρα: για κάποιον ή κάτι που παραμένει αμετάβλητο(ς), αναλλοίωτο(ς) στο πέρασμα του χρόνου: ~ ~ από την τελευταία φορά που την είχα δει., σώθηκαν οι μέρες του: πέθανε ή είναι ετοιμοθάνατος. ΣΥΝ. έσβησε το καντήλι του, τελείωσαν/τέλειωσαν οι μέρες του 1. (για πρόσ.) πέθανε. 2. (για πράγμα) δεν μπορεί πια να χρησιμοποιηθεί, είναι άχρηστο. Πβ. τα έφαγε (τα 'φαγε)/είναι λίγα/είναι μετρημένα/τέλειωσαν τα ψωμιά του., την κακή (και την ψυχρή) σου μέρα! (υβριστ.): ως κατάρα. ΣΥΝ. τον κακό σου τον καιρό/τον φλάρο!, τρώω τη/χάνω τη/πηγαίνει χαμένη η μέρα μου: ξοδεύω τον χρόνο μου χωρίς ικανοποιητικό αποτέλεσμα: Έφαγα/έχασα τη μέρα μου, προσπαθώντας να βρω τα κλειδιά μου/για να τακτοποιήσω το σπίτι. Άδικα πήγε η μέρα μου!, δεν είναι κάθε μέρα τ' Άι-Γιαννιού/Πασχαλιά/Κυριακή/γιορτή βλ. Πασχαλιά2, έγινε η νύχτα μέρα/έκαναν τη(ν) νύχτα μέρα βλ. νύχτα, έκανε/έχει κάνει τη νύχτα μέρα βλ. νύχτα, μέρα μεσημέρι βλ. μεσημέρι, μετράω μέρες/ώρες/εβδομάδες βλ. μετρώ, μετράω τις μέρες/τις ώρες/τους μήνες βλ. μετρώ, μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη, τρεις και η κακή του μέρα/ώρα/τρεις και τον τσακώσανε βλ. κλέφτης, οι καιροί είναι πονηροί/οι μέρες είναι πονηρές βλ. πονηρός, της νύχτας τα καμώματα/τα καμώματα της νύχτας τα βλέπει η μέρα και γελά βλ. κάμωμα, τι μέρα (μου) ξημερώνει! βλ. ξημερώνω [< μεσν. μέρα]

μεσόφιλος

μεσόφιλος, η, ο με-σό-φι-λος επίθ. & μεσοφιλικός: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. (για μικροοργανισμό) που αναπτύσσεται καλύτερα σε θερμοκρασίες μεταξύ 20 και 55 βαθμών Κελσίου: ~α: βακτήρια. Ολική ~η χλωρίδα. Βλ. θερμό-, ψυχρό-φιλος. [< αγγλ. mesophile, 1928, mesophilic]

-μετρία

-μετρίαεπίθημα αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν 1. επιστήμη ή τεχνική μέτρησης: ανθρωπο~/αξονο~/γεω~/εργο~/θερμιδο~/ογκο-μετρία (πβ. -μέτρηση)/σπιρο~ (βλ. σπιρό-μετρο)/στερεο~/τριγωνο~. 2. σχέση μεγεθών: (αν)ισο~/(α)συμ~.

μέτωπο

μέτωπομέ-τω-πο ουσ. (ουδ.) {μετώπ-ου} 1. το άνω τμήμα του προσώπου που βρίσκεται ανάμεσα στην έκφυση των μαλλιών, τα φρύδια και τους κροτάφους: πλατύ/στενό/φαρδύ ~. Βαθιές ρυτίδες κατά μήκος του ~ου. Μια τούφα έπεφτε μπροστά στο ~ (βλ. φράντζα). Πβ. κούτελο.|| Λευκή κηλίδα στο ~ αλόγου. 2. ΣΤΡΑΤ. η πρώτη γραμμή στρατιωτικής δύναμης, παράταξης και συνεκδ. οι θέσεις, ο τόπος διεξαγωγής της μάχης: πολεμικό ~. Το ανατολικό/δυτικό/εχθρικό/συμμαχικό ~. Κατάρρευση του ~ου (: ήττα, υποχώρηση στρατού). Αναχώρηση για/πορεία προς το ~. Νέα από το ~. Πολέμησε στο αλβανικό ~. Έπεσε (= πέθανε) στο ~. Ο εχθρός (δι)έσπασε το ~ (= διαπέρασε τις γραμμές). Πβ. ζώνη επιχειρήσεων. Βλ. μετόπισθεν.|| (μτφ.) Εσωκομματικό ~. Εξελίξεις σε όλα τα ~α. Πβ. πεδίο μάχης. 3. συμμαχία, συνασπισμός: αντιρατσιστικό/απεργιακό/δημοκρατικό/ενιαίο/κοινό/πατριωτικό ~. ~ αριστεράς/δεξιάς. ~ νεολαίας. ~ εναντίον της αισχροκέρδειας/διαπλοκής. Συγκροτώ/σχηματίζω ~. Κάνω ~ με κάποιον (= συμμαχώ). Πβ. ένωση, λίγκα, συμπαράταξη, σύμπραξη, συνεργασία. 4. ΜΕΤΕΩΡ. το νοητό όριο μεταξύ αέριων μαζών με διαφορετικά χαρακτηριστικά (θερμοκρασία, υγρασία): στάσιμο ~ (: όταν οι μάζες που το σχηματίζουν δεν κινούνται). Μετακίνηση ~ου βορειοδυτικά.|| Το ~ της κακοκαιρίας. 5. πρόσοψη: ανάπλαση του ~ου ενός κτιρίου. Μόλος µε κατακόρυφο/κεκλιμένο ~. Κατασκευή δαπέδου σε όλο το μήκος του ~ου. ~ εκσκαφής σήραγγας.|| Το μπαλκόνι έχει ~ (= βλέπει) προς τη θάλασσα. ● ΣΥΜΠΛ.: ανοιχτό μέτωπο: εμπόλεμη κατάσταση ή (συνήθ.-κατ' επέκτ.) αντιπαράθεση που βρίσκεται σε εξέλιξη: Η κυβέρνηση έχει ~ ~ κατά της διαφθοράς/με την τρομοκρατία., γραμμή του μετώπου: γραμμή του πυρός: Διασπάστηκε η ~ ~.|| (μτφ.) Στην πρώτη ~ ~ κατά του ρατσισμού., θαλάσσιο/παραλιακό μέτωπο & (σπάν.) παράκτιο μέτωπο: τμήμα παράκτιας περιοχής που βρίσκεται δίπλα στη θάλασσα και βλέπει σε αυτή., θερμό μέτωπο: ΜΕΤΕΩΡ. η νοητή γραμμή που ορίζει την κίνηση μιας μάζας θερμού αέρα, η οποία περνά πάνω από μια ψυχρή μάζα, επιφέροντας αύξηση της θερμοκρασίας και δυνατή βροχή., μέτωπο κύματος: ΦΥΣ. ο γεωμετρικός τόπος των σημείων που βρίσκονται στην ίδια φάση σε δεδομένη χρονική στιγμή κατά την κίνηση ενός κύματος. [< αγγλ. wave-front] , συνεσφιγμένο μέτωπο: ΜΕΤΕΩΡ. η νοητή γραμμή που ορίζει την κίνηση μιας μάζας ψυχρού αέρα όταν συναντά και σπρώχνει προς τα πάνω μια θερμή αέρια μάζα., το μέτωπο της φωτιάς/της πυρκαγιάς & πύρινο μέτωπο: η έκταση που καίγεται: Υπό έλεγχο τέθηκε ~ ~., ψυχρό μέτωπο: ΜΕΤΕΩΡ. η νοητή γραμμή που ορίζει την κίνηση μιας μάζας ψυχρού αέρα, η οποία εισχωρεί κάτω από μια θερμή μάζα και την εκτοπίζει προς τα πάνω, σχηματίζοντας σωρειτομελανίες., αρραγές μέτωπο βλ. αρραγής, λαϊκό μέτωπο βλ. λαϊκός ● ΦΡ.: ανοίγω/κλείνω μέτωπα: έρχομαι σε σύγκρουση ή δίνω τέλος σε μια σύγκρουση, αντίστοιχα: Έπρεπε να είμαστε ενωμένοι και να μην ανοίγουμε ~ μεταξύ μας. Τα συνδικάτα ανοίγουν νέο μέτωπο κινητοποιήσεων.|| Η κυβέρνηση κλείνει ~ με πολλούς φορείς., κατά μέτωπο(ν) (μτφ.): με άμεσο, ευθύ τρόπο: Αντιμετωπίζω ~ ~ τις δυσκολίες.|| (ως επίθ.) ~ ~ αντιπαράθεση/επίθεση/σύγκρουση., με το μέτωπο/κούτελο καθαρό/ψηλά: με καθαρή συνείδηση, χωρίς να μπορώ να κατηγορηθώ ότι έχω αδικήσει ή παρανομήσει: Θέλω να κυκλοφορώ/περπατάω ~ ~. Πβ. με το κεφάλι ψηλά., μέτωπο δεξιά/αριστερά!: στρατιωτικό παράγγελμα για στροφή παράταξης προς τα δεξιά ή τα αριστερά, αντιστοίχως. [< 1,2,5: αρχ. μέτωπον 3,4: γαλλ. front]

νεύρωση

νεύρωσηνεύ-ρω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΨΥΧΙΑΤΡ. διαταραχή ήπιας μορφής που εκδηλώνεται με αδικαιολόγητο άγχος, φοβίες, εμμονές, χωρίς όμως να διαταράσσεται η αντίληψη της εξωτερικής πραγματικότητας και χωρίς να παρατηρείται αποδιοργάνωση της προσωπικότητας του ατόμου (σε αντίθεση με την ψύχωση): αγχώδης/καταθλιπτική/τραυματική/υστερική ~. Είδη ~ώσεων (: παθητικότητα, ανυποταξία, καχυποψία, ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, νευρασθένεια, υποχονδρία, υστερία).|| (κατ' επέκτ.) Αστικές/σύγχρονες ~ώσεις. Η ~ των εορτών/της καθαριότητας. Πβ. μανία, μούρλια, τρέλα, ψυχο~. 2. (επιστ.) διάταξη νεύρων ή γενικότ. άλλων παρόμοιων σχηματισμών: (ΑΝΑΤ.) αισθητική/κινητική ~. ~ του μυοκαρδίου/του στόματος και της μύτης.|| (ΒΟΤ.) Φύλλα με έντονη ~ (πβ. φλέβα). Αφανείς/διογκωμένες ~ώσεις (= ίνες).|| Πλάκες με ~ώσεις. [< μεσν. νεύρωσις 'ενίσχυση' 1: γαλλ. névrose, αγγλ. neurosis 2: γαλλ. nervure]

νευρωτικός

νευρωτικός, ή, ό νευ-ρω-τι-κός επίθ. & νευρωσικός 1. ΨΥΧΙΑΤΡ. (για πρόσ.) που πάσχει από νεύρωση· που σχετίζεται με αυτή τη διαταραχή: ~ή: προσωπικότητα. ~ά: άτομα. Βλ. ψυχωτικός.|| ~ή: κατάθλιψη/συμπεριφορά. ~ό: άγχος. ~ά: συμπτώματα. Πβ. ψυχο~. 2. (κατ' επέκτ.-προφ.) νευρικός, ευερέθιστος. ● επίρρ.: νευρωτικά [< γαλλ. névrotique, αγγλ. neurotic]

-ότητα

-ότητα(λόγ.) επίθημα αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν 1. κατάσταση ή χαρακτηριστικό: αυστηρ~/γνησι~/προνοητικ~. Βλ. -ύτητα.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Oσι~/παναγι~. Αγι~/ιερ~ (ΣΥΝ. -οσύνη). 2. (περιληπτ., παράγ. από ουσ.) σύνολο ατόμων με κοινή ιδιότητα: αδελφ~/ανθρωπ~. [< αρχ. -ότης]

ταπί<sup>1</sup>

ταπί<sup>1</sup>τα-πί επίρρ. {άκλ.} (προφ.) 1. χωρίς λεφτά, απένταρος: Τον άφησε ρέστο και ~. 2. (σε χαρτοπαίγνιο) όρος με τον οποίο ο παίκτης δηλώνει ότι δεν έχει άλλα χρήματα να ποντάρει. Βλ. πάω πάσο. ● ΦΡ.: είμαι/έχω μείνει ταπί (και ψύχραιμος) (προφ.): δεν έχω καθόλου χρήματα ή έχω ελάχιστα. Πβ. βρέθηκε/έμεινε στον άσο, δεν έχω μία, δεν έχω φράγκο, με άδειες τσέπες. ΣΥΝ. είμαι/έμεινα πανί με πανί, μένω/είμαι στεγνός [< γαλλ. tapis]

υγρόμετρο

υγρόμετρο[ὑγρόμετρο] υ-γρό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΦΥΣ. -ΜΕΤΕΩΡ. όργανο για τη μέτρηση της σχετικής υγρασίας της ατμόσφαιρας: ψηφιακό ~. Πβ. υγρογράφος. Βλ. -μετρο. ΣΥΝ. υγρασιόμετρο, υγροσκόπιο [< γαλλ. hygromètre, αγγλ. hygrometer]

χρώμα

χρώμα[χρῶμα] χρώ-μα ουσ. (ουδ.) {χρώμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. οπτική εντύπωση που προκαλείται, όταν το φως ανακλάται στις επιφάνειες αντικειμένων ή απορροφάται από αυτές: βυσσινί/εκρού/κίτρινο/κρεμ/κυπαρισσί/μοβ/μπεζ/πράσινο/ροζ/τιρκουάζ ~. Ανοιχτά/γήινα/ματ/μεταλλικά/μουντά/ουδέτερα/παστέλ/σκούρα/φωσφοριζέ ~ατα. Οι αποχρώσεις/οι διαβαθμίσεις/η ένταση/ο κορεσμός/ο τόνος/η φωτεινότητα ενός ~ατος. Υφάσματα διαφορετικού ~ατος. Φορέματα σε πολλά σχέδια και ~ατα. Γκάμα/ποικιλία/συνδυασμοί ~άτων. Η θάλασσα έχει μπλε ~. Το φυσικό μου ~ (μαλλιών) είναι καστανό/ξανθό. Το ~ των ματιών της είναι γαλανό/μελί. (ΒΙΟΛ.-ΙΑΤΡ.) Το ~ (= η χρώση) του βλεννογόνου/των ιστών. ~ατα που δεν ταιριάζουν μεταξύ τους. Πβ. χρωματισμός.|| Θεωρία/κλίμακα/φάσμα των ~άτων.|| (Για έντονα ~ατα σε αντίθεση προς το άσπρο, το μαύρο και το γκρι:) Πανδαισία ~άτων και αρωμάτων/ήχων. Τα ~ατα και το φως κυριαρχούν στον χώρο. Παίζω με τα ~ατα (: τα συνδυάζω με δημιουργικό τρόπο). 2. η αντίστοιχη ιδιότητα ως συμβολισμός ή χαρακτηριστικό γνώρισμα: τα ~ατα της ελληνικής σημαίας/μιας ομάδας. Αγωνίζεται με τα εθνικά ~ατα.|| Το ~ της υγείας (: ροδαλό). Τριαντάφυλλα στο ~ του πάθους (: κόκκινα). Φορά ανοιξιάτικα ~ατα.|| Τα ~ατα των φύλλων της τράπουλας. 3. ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. ουσία σε ρευστή μορφή και σε διάφορες αποχρώσεις, η οποία χρησιμοποιείται για τον χρωματισμό επιφανειών: υγρό ~. ~ μετάλλων. Αδιάβροχα/ακρυλικά/ανεξίτηλα/πυράντοχα/συνθετικά/φυσικά/χημικά ~ατα. Επιστρώσεις/κηλίδες ~ατος. Αντοχή του ~ατος. ~ατα διαγράμμισης/επιπλοποιίας. ~ατα οικολογικά/ήπιας χημείας. ~ σε σπρέι. Επιλέγω το ιδανικό ~ για τους τοίχους. Πβ. βερνίκι, μπογιά, χρωστική.|| Γυάλισμα/προστασία ~ατος αυτοκινήτου.|| ~ατα ζωγραφικής. Τα ~ατα της παλέτας. Βλ. κηρο-, ξυλο-μπογιά, μαρκαδόρος, τέμπερα.|| Αραιωμένα ~ατα. Ανάμειξη ~άτων.|| (για τα ρούχα:) Ευαίσθητα ~ατα (: που ξεβάφουν, ξεθωριάζουν στο πλύσιμο). Βλ. υδρόχρωμα. ΣΥΝ. βαφή (2) 4. (ειδικότ.) χροιά της επιδερμίδας: ~ (= χρωματισμός, χρώση) του δέρματος. Ισότητα ανεξαρτήτως ~ατος.|| Έχει κάνει ωραίο ~ (: έχει μαυρίσει).|| Δεν μ’ αρέσει το ~ του (: είναι ωχρός). Έφυγε το ~ απ' το πρόσωπό του (: χλόμιασε). Έχασε το ~ του από τη ζήλια/τον θυμό/το κακό του (: κιτρίνισε, πρασίνισε).|| Αλλάζει ~ατα σαν τον χαμαιλέοντα (: η γνώμη του είναι ευμετάβλητη). 5. (μτφ.) ιδιαίτερο γνώρισμα, χαρακτηριστικό στοιχείο: συγκέντρωση με πολιτικό ~. Νησί με παραδοσιακό ~ και αιγαιοπελαγίτικο στιλ. Στα ~ατα και τον ρυθμό του καρναβαλιού. Τα πυροτεχνήματα έδωσαν ένα άλλο ~ στη βραδιά (: νότα, πινελιά). Πβ. ιδιαιτερότητα, τόνος, ύφος.|| Συζήτηση χωρίς ~ (: άχρωμη· πβ. ενδιαφέρον, ζωντάνια). 6. ΠΛΗΡΟΦ. ψηφιακή αναπαράσταση, απεικόνιση της αντίστοιχης ιδιότητας: ~ γεμίσματος. Το ~ του φόντου. Απόδοση/βαθμονόμηση/επεξεργασία/επιλογή/ποιότητα/προσθήκη ~ατος. Ψηφιακό ~ υψηλής ποιότητας. Ανάλυση ~ατος ... μπιτ. Εκτύπωση ... ~άτων. Βλ. ματζέντα, φωτεινότητα.|| (σε κινητό τηλέφωνο/τηλεόραση:) Οθόνη ... ~άτων.|| (ΤΗΛΕΠ.) Αποκωδικοποιητής ~ατος. 7. (μτφ.) ηχόχρωμα: το ~ της φωνής. Πβ. χροιά, χρωματισμός. Βλ. εκφραστικότητα. 8. (στο πόκερ) χέρι που αποτελείται από πέντε μη συνεχόμενα χαρτιά του ίδιου συμβόλου: (Έκανε/έχει) ~ στον βαλέ. Βλ. κέντα. 9. ΦΥΣ. κβαντικός αριθμός των κουάρκ. ● Υποκ.: χρωματάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: αφαιρετικά χρώματα: που δημιουργούνται από την ανάμειξη προσθετικών χρωμάτων., βασικά/κύρια χρώματα & (σπάν.) πρωτεύοντα χρώματα: που δεν μπορούν να παραχθούν από τη σύνθεση άλλων χρωμάτων· ειδικότ. μπλε, κίτρινο, κόκκινο. [< γαλλ. couleurs primitives] , δευτερεύοντα χρώματα & παράγωγα χρώματα: που δημιουργούνται από την ανάμειξη βασικών χρωμάτων., ζεστά/θερμά χρώματα: κόκκινο, κίτρινο, πορτοκαλί (και οι αποχρώσεις τους). , θερμοκρασία χρώματος: ΦΥΣ. ο βαθμός απόχρωσης του φωτός που εκπέμπει μια φωτεινή πηγή. [< αγγλ. colour temperature, 1916] , κορεσμένο χρώμα: που δεν έχει αναμειχθεί με το άσπρο· κατ' επέκτ. έντονο βαθύ χρώμα: εκτύπωση με άριστο ~ ~. [< αγγλ. saturated colour] , προσθετικά χρώματα: βασικά χρώματα τα οποία, όταν συνδυάζονται μεταξύ τους, σχηματίζουν όλα τα υπόλοιπα., συμπληρωματικά χρώματα (συνήθ. ένα βασικό και ένα δευτερεύον): αυτά που, όταν συνδυάζονται στις σωστές αναλογίες, δίνουν το λευκό., ψυχρά/κρύα χρώματα: μπλε, μοβ, γκρι, πράσινο (και οι αποχρώσεις τους)., βάθος χρώματος βλ. βάθος, διαχωρισμός χρωμάτων βλ. διαχωρισμός, παλέτα χρωμάτων βλ. παλέτα, πλαστικό χρώμα βλ. πλαστικός, σκοτωμένο κόκκινο/χρώμα βλ. σκοτώνω, τα χρώματα της ίριδας βλ. ίριδα ● ΦΡ.: με (τα πιο) ζοφερά/μελανά χρώματα & με (τα πιο) μαύρα χρώματα (μτφ.): με τρόπο παραστατικό όσον αφορά τις δυσκολίες, τα εμπόδια ή τα αρνητικά σημεία: Περιγράφει ~ ~ την κατάσταση., παίρνω χρώμα (προφ.) 1. μαυρίζω: Έχει πάρει ~ απ' την ηλιοθεραπεία/τον ήλιο. 2. αποκτώ συγκεκριμένη απόχρωση: Το δωμάτιο θα πάρει ~ με τις καινούργιες κουρτίνες. Ο ουρανός, το δειλινό, ~ει υπέροχα ~ατα. 3. αποκτώ ενδιαφέρον: Ο αγώνας πήρε ~. 4. (για φαγητό) ροδίζω: Ψήνετε τα κουλουράκια μέχρι να ~ουν ~., άλλαξε χρώμα/δέκα/χίλια χρώματα βλ. αλλάζω [< αρχ. χρῶμα, γαλλ. couleur, αγγλ. colo(u)r, chroma]

ψυχοφθόρος

ψυχοφθόρος, ος/α, ο ψυ-χο-φθό-ρος επίθ. (λόγ.): που καταπονεί, ταλαιπωρεί ψυχικά το άτομο: ~ο: συναίσθημα. ~α: διαδικασία (των πέναλτι)/κατάσταση. Πβ. ψυχοβλαβής. Βλ. φθοροποιός. ΣΥΝ. ψυχοκτόνος ΑΝΤ. ψυχωφελής [< μτγν. ψυχοφθόρος]