Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 58811 εγγραφές  [58640-58660]


  • ψωμολυσσάω ψω-μο-λυσ-σά-ω ρ. (αμτβ.) {ψωμολυσσάξει} & (σπάν.) ψωμολυσσώ (λαϊκό): πεινώ πάρα πολύ· κατ' επέκτ. είμαι πολύ φτωχός, στερούμαι τα βασικά για την επιβίωσή μου. Πβ. δεν έχει ψωμί να φάει, λιμοκτονώ. ΣΥΝ. πεθαίνω/ψοφώ της πείνας/από την πείνα
  • ψωμοτύρι ψω-μο-τύ-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.): ψωμί και τυρί, συνήθ. ως πρόχειρο ή φτωχικό γεύμα. Βλ. κολατσιό. ● ΦΡ.: έχω κάτι (για)/έχω κάνει κάτι ψωμοτύρι & είναι το ψωμοτύρι μου (προφ.): λέω ή κάνω κάτι συνέχεια ή/και με μεγάλη ευκολία: Τα κομπλιμέντα τα έχει για/τα έχει κάνει ~. Οι καβγάδες είναι το ~ του.
  • Γινωμένος

    , η, ο ψω-μω-μέ-νος επίθ. 1. {κυρ. στο θηλ.} (προφ.) παχουλός, στρουμπουλός, τροφαντός. 2. {συνήθ. στο αρσ.} (προφ.) γεροδεμένος, εύσωμος. 3. (λαϊκό, ιδ. για σπόρους δημητριακών) ώριμος, γινωμένος, μεστωμένος: ~α: στάχυα. Το σιτάρι είναι ~ο (ΣΥΝ. ψημένος).

  • ψώνια ψώ-νια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. ψώνιο} (προφ.): αγαθά που αγοράζει κάποιος, για να καλύψει κυρ. καθημερινές ανάγκες· συνεκδ. αγορές: τα ~ του/απ' το σούπερ-μάρκετ. Δίχτυ/καλάθι/καροτσάκι/τσάντα για (τα) ~. Λίστα με τα ~ (της εβδομάδας). Κάνω τα ~ μου (= ψωνίζω). Γύρισε απ' τη λαϊκή φορτωμένη με ~ (: σακούλες με ~). Βγαίνω για τα τελευταία ~/για τα ~ της τελευταίας στιγμής.|| Βόλτα για ~. Πάω στα μαγαζιά για ~. Πβ. σόπινγκ.|| Πασχαλινά/χριστουγεννιάτικα ~. Ηλεκτρονικά ~ ή ~ στο διαδίκτυο.|| (προφ.) Θα πάμε για κανά ψώνιο. Βλ. μονο-, ολιγο-ψώνιο. [< μεσν. ψώνι < μτγν. ὀψώνιον ‘αμοιβή, ανταμοιβή’]
  • ψωνίζω ψω-νί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ψώνι-σα, ψωνί-σει, -στηκα, -στεί, ψωνίζ-οντας, ψωνι-σμένος} 1. αγοράζω αγαθά για την κάλυψη συνήθ. άμεσων αναγκών, κυρ. είδη διατροφής ή ρουχισμού: ~ απ' τη λαϊκή/το μπακάλικο/το περίπτερο/το σούπερ-μάρκετ. ~σα (= πήρα) αλεύρι/ντομάτες/μια μπλούζα. ~σα για όλη την εβδομάδα. 2. (μτφ.-αργκό, κυρ. στο ποδόσφαιρο) καταλαβαίνω, διαισθάνομαι τις προθέσεις του αντιπάλου: Τον ~σε κι απέκρουσε το πέναλτι. ● Παθ.: ψωνίζομαι (μτφ.-αργκό): εκδίδομαι, εκπορνεύομαι. ● ΦΡ.: πού το(ν)/την ψώνισες (αυτό(ν)/αυτήν το(ν)/την ...); (προφ.-ειρων.): πού πήγες και το(ν)/τη βρήκες;, την έχει ψωνίσει/την ψώνισε & έχει ψωνιστεί/ψωνίστηκε (μτφ.-προφ.) 1. συμπεριφέρεται αλαζονικά, πιστεύει πως είναι σπουδαίος. Βλ. ψωνισμένος. ΣΥΝ. έχουν πάρει/πήραν τα μυαλά του αέρα, καβάλησε το καλάμι 2. τρελάθηκε: Πάει, ~ ~ (= έχει σαλτάρει, του έχει στρίψει)!|| ~ ~ (= έχει τρέλα) με το τραγούδι. Έχει ~στεί (= ξετρελαθεί) με την ιδέα να ..., ψωνίζω από σβέρκο βλ. σβέρκος [< μεσν. (ὀ)ψωνίζω < μτγν. ὀψώνιον]
  • ψώνιο ψώ-νιο ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. φαντασμένος, φιλάρεσκος: Είναι μεγάλο ~! Πβ. νούμερο, ψωνισμένος. 2. πάθος, μανία για κάτι: Η μουσική είναι το ~ του (βλ. χόμπι). Έχει ~ με τ' αυτοκίνητα/το σινεμά (= κόλλημα, τρέλα, ψύχωση). Είναι ~ (= κολλημένος, τρελαμένος) με το τραγούδι.|| Έχει το ~ να γίνει ηθοποιός.|| (αργκό) Την έχει κάνει ~ (= έχει ψωνιστεί, ξετρελαθεί) με ... ● Μεγεθ.: ψωνάρα (η): στη σημ. 1. ● ΦΡ.: κάνω το κέφι/το γούστο/το ψώνιο μου βλ. κέφι [< μτγν. ὀψώνιον]
  • ψώνισμα ψώ-νι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. αγορά κυρ. των βασικών, καθημερινών αγαθών· ψώνια. 2. (μτφ.) ξιπασιά, ψώνιο: Μα τόσο ~ πια! Ποιος νομίζει ότι είναι; 3. (αργκό) επιλογή συντρόφου για εφήμερη ερωτική σχέση (με ή χωρίς χρηματικό αντάλλαγμα). Πβ. καμάκι.
  • ψωνισμένος , η, ο ψω-νι-σμέ-νος επίθ. (προφ.) 1. που δείχνει ή χαρακτηρίζεται από υπεροψία, έπαρση: Είναι πολύ ~ (= ψώνιο).|| (κατ' επέκτ.) ~ο: ύφος. Πβ. αλαζον-, υπεροπτ-ικός. 2. που του αρέσει κάτι πάρα πολύ, ξετρελαμένος: ~ με το ποδόσφαιρο.
  • ψωνιστήρι ψω-νι-στή-ρι ουσ. (ουδ.) (αργκό): αναζήτηση ερωτικού συντρόφου, συνήθ. επί πληρωμή ή/και για εφήμερη σχέση: Κάνει ~. Βλ. -τήρι, καμάκι.
  • ψωνίστικος , η, ο ψω-νί-στι-κος επίθ. (νεαν. αργκό): που δείχνει έπαρση, ξιπασιά: ~η: συμπεριφορά. ~ο: ύφος. Όσο ~ο και αν ακουστεί, ... Βλ. -ίστικος.
  • ψώρα ψώ-ρα ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. μεταδοτική δερματοπάθεια η οποία προκαλείται από ακάρεα, χαρακτηρίζεται από έντονη φαγούρα και εξανθήματα και προσβάλλει ανθρώπους και ζώα. Πβ. ακαρίαση. 2. ΖΩΟΛ. -ΓΕΩΠ. γένος εντόμων που προσβάλλουν φυτά: άσπρη ~. Κόκκινη ~ των εσπεριδοειδών. Μαύρη ~ της ελιάς. Βλ. ψευδόκοκκος. 3. (σπάν.-μτφ.-προφ.) επίμονη ενασχόληση, πάθος με κάτι: Έχει ~ με τα γρήγορα αυτοκίνητα. Από πού κόλλησες την ~ του συλλέκτη; Πβ. ψώνιο. ● ΦΡ.: ζήλια-ψώρα βλ. ζήλια, να 'ταν(ε) η ζήλια ψώρα/αν ήταν η ζήλια ψώρα, θα γέμιζε/θα κόλλαγε/θα την είχε όλη η χώρα βλ. ζήλια [< αρχ. ψώρα]
  • ψωραλέος , α, ο ψω-ρα-λέ-ος επίθ. (λόγ.) 1. (μτφ.) εξαθλιωμένος, θλιβερός: Βλ. βρομιάρης, πειναλέος.|| Παίρνει έναν ~ο μισθό. Βλ. -αλέος. 2. που έχει ψώρα: ~ο: άλογο (= ψωράλογο). ΣΥΝ. ψωριάρης (2) [< 2: αρχ. ψωραλέος]
  • ψωράλογο ψω-ρά-λο-γο ουσ. (ουδ.) 1. αδύνατο και γέρικο άλογο. Βλ. κουτσάλογο. 2. (για πρόσ.) υβριστικός χαρακτηρισμός.
  • ψωριάρης , α, ικο ψω-ριά-ρης επίθ./ουσ. (προφ.) 1. (μτφ.) πολύ φτωχός· κατ' επέκτ. άθλιος, τιποτένιος. 2. που έχει ψώρα: ~ικο: σκυλί. Βλ. -ιάρης. ΣΥΝ. ψωραλέος (2) ● ΦΡ.: όλοι (οι καλοί) μαζί/όλοι αντάμα κι ο ψωριάρης χώρια (παροιμ.): για κάποιον που κάθεται απομονωμένος, μακριά από τους άλλους. [< μεσν. ψωριάρης]
  • ψωρίαση ψω-ρί-α-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χρόνια, μη μεταδιδόμενη, φλεγμονώδης πάθηση του δέρματος άγνωστης αιτιολογίας, χαρακτηριστικό της οποίας είναι η εμφάνιση κόκκινων κηλίδων που καλύπτονται από παχιά, λευκά λέπια: σταγονοειδής/φλυκταινώδης ~. ~ κατά πλάκας. Βλ. -ίαση. [< μτγν. ψωρίασις, γαλλ.-αγγλ. psoriasis]
  • ψωριασικός , ή, ό ψω-ρι-α-σι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την ψωρίαση ή πάσχει από αυτή: ~ή: αρθρίτιδα.~ές: βλάβες.|| ~οί: ασθενείς. [< γαλλ. psoriasique, αγγλ. psoriatic]
  • ψωρο- & ψωρ- α' συνθετικό για δήλωση 1. (κυρ. προφ.) μειωτικών χαρακτηρισμών ιδ. προσώπων: ψωρ-ιάρης (: άθλιος, τιποτένιος).|| (εμφατ.-ειρων.) Ψωρο-περήφανος.|| (ειδικότ.) Ψωρο-κώσταινα.|| Ψωρο-δουλειά/~μεροκάματο. 2. ΙΑΤΡ. όρων που αναφέρονται στην ψωρίαση.
  • ψωροκώσταινα ψω-ρο-κώ-σται-να ουσ. (θηλ.) (μειωτ.-ειρων.): χαρακτηρισμός του νεοελληνικού κράτους, για να δηλωθεί η έλλειψη οικονομικών πόρων και οργάνωσης. Πβ. ρωμαίικο. Βλ. -αινα.
  • ψωροπερηφάνια ψω-ρο-πε-ρη-φά-νια ουσ. (θηλ.) (προφ.-μειωτ.): η ιδιότητα του ψωροπερήφανου. Πβ. αλαζονία, ξιπασιά.
  • ψωροπερήφανος , η, ο ψω-ρο-πε-ρή-φα-νος επίθ. (προφ.): (για πρόσ.) με αλαζονική συμπεριφορά, ακατάδεκτος, φαντασμένος, ενώ είναι φτωχός ή μειονεκτεί. Πβ. ψηλομύτης.

-αινα

-αιναεπίθημα 1. θηλυκών ουσιαστικών που παράγονται από αρσενικά και δηλώνουν ζώο: δράκ~ (δράκος)/λύκ~ (λύκος). Βλ. ινα1. 2. (διαλεκτ.-λαϊκό) ανδρωνυμικών: Γιώργ~/Κώστ~. Βλ. -ού.

-αλέος

-αλέος, α, ο: επίθημα για τον σχηματισμό επιθέτων που επιτείνει την δηλούμενη ιδιότητα: αβυσσ~/γηρ~/διψ~/θαρρ~/κραυγ~/λυσσ~/νυστ~/πειν~/ρωμ~/υπν~/φευγ~/φρικ~.

βρομιάρης

βρομιάρης, α, ικο βρο-μιά-ρης επίθ. & βρωμιάρης (κυρ. για πρόσ., προφ.) 1. βρόμικος, ακάθαρτος: ~ και σιχαμένος. ΑΝΤ. καθαρός (1) 2. (μτφ.-υβριστ.) ανήθικος, πρόστυχος. Βλ. -ιάρης. ΣΥΝ. αχρείος, βρομερός (1), παλιάνθρωπος [< μεσν. βρομιάρης]

ζήλια

ζήλιαζή-λια ουσ. (θηλ.) & ζήλεια 1. έντονη επιθυμία για την απόκτηση ιδιότητας ή αγαθού που διαθέτει κάποιος· κατ' επέκτ. εχθρικό συναίσθημα απέναντι σε πρόσωπο που υπερέχει: η ~ των παιδιών.|| Προκαλεί τη ~. Τον βασανίζει η ~ για τις επιτυχίες τους. Πβ. ζηλοφθονία. 2. (ειδικότ. για σύζυγο ή εραστή) το συναίσθημα που προκαλεί η αμφιβολία και η ανασφάλεια κάποιου για την πίστη του/της συντρόφου του: Τρέφει παθολογική ~ για τη γυναίκα του. Πβ. καχυποψία. ΣΥΝ. ζηλοτυπία ● ΦΡ.: ζήλια-ψώρα (προφ.): σε περιπτώσεις που θέλουμε να κάνουμε κάποιον να ζηλέψει., κάνω ζήλιες (προφ.): κάνω σκηνές ζηλοτυπίας: Του έκανε ~, επειδή κοιτούσε άλλες., να 'ταν(ε) η ζήλια ψώρα/αν ήταν η ζήλια ψώρα, θα γέμιζε/θα κόλλαγε/θα την είχε όλη η χώρα (παροιμ.) 1. για να τονιστεί ότι οι άνθρωποι ζηλεύουν συχνά ο ένας τον άλλο. 2. σε περιπτώσεις που κάποιος τρέφει έντονα συναισθήματα ζήλιας., σκάω από τη ζήλια μου/με τρώει η ζήλια (προφ.): ζηλεύω υπερβολικά., πράσινος από τη ζήλια/από το κακό του βλ. πράσινος [< μεσν. ζήλεια, ζηλιά]

-ίαση

-ίαση: επίθημα ιατρικών όρων για δήλωση πάθησης ή νόσου: μολυβδ~/μυδρ~/μυκητ~/ψωρ~. Βλ. -ία, -ίτιδα, -πάθεια, -ωση2.

-ίστικος

-ίστικος, η, ο (προφ.): επίθημα για τον σχηματισμό επιθέτων∙ δηλώνει χαρακτηριστικό που είναι σχετικό ή παρεμφερές με ό,τι εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: αγορ~/κουκλ~/παλικαρ~ (πβ. -ίσιος). Βλ. -ιάτικος.|| (συνήθ. μειωτ.) Aκαταλαβ~/γεροντ~/δασκαλ~/δημοσιοσχετ~/διανοουμεν~/δικηγορ~/εξυπνακ~/θεατριν~/κοροϊδ~/κουτσομπολ~/μεγαλ~/μπακαλ~.

κέφι

κέφικέ-φι ουσ. (ουδ.) {κεφ-ιού | -ια} (προφ.): ευχάριστη, καλή ψυχολογική κατάσταση· γενικότ. διάθεση: βραδιά γεμάτη ~ και χορό. Τραγούδια χαράς και ~ιού. Έχασε το ~ της. Η βροχή δεν κατάφερε να χαλάσει το ~ των χιλιάδων καρναβαλιστών. Κάνει τη δουλειά της με πολύ ~ (= ζήλος, μεράκι). Πβ. ευδιαθεσία, ευθυμία. ΑΝΤ. κακοκεφιά.|| (Μου δίνει) ~ για ζωή. Τι σου φτιάχνει το ~; Δεν έχω ~ (= όρεξη) για ... Ακούει όλα τα είδη μουσικής ανάλογα με το ~/τα ~ια του. ΑΝΤ. ακεφιά ● Υποκ.: κεφάκια (τα) ● ΦΡ.: είμαι στα κέφια μου: έχω πολύ καλή διάθεση: Απόψε δεν είσαι ~ ~ σου. ΣΥΝ. είμαι στα πάνω μου, κάνω κέφι/γούστο κάποιον/κάτι: μου αρέσει: Πολύ σε ~ ~ (πβ. τον πάω)! Τι ~εις ~ να φας (= γουστάρεις, θέλεις);, κάνω κέφι/έρχομαι στο κέφι (προφ.): αποκτώ ανέμελη, ευχάριστη διάθεση: Πίνει για να ~ει ~. Βλ. κάνω κεφάλι., κάνω τα κέφια (κάποιου): ικανοποιώ τις επιθυμίες του: Θεωρεί φίλο του μόνο όποιον του ~ει ~ (= τα χατίρια).|| Μέχρι στιγμής ο καιρός μας ~ει ~ (: συνήθ. για καλοκαιρία)., κάνω το κέφι/το γούστο/το ψώνιο μου: κάνω ό,τι με ευχαριστεί, αυτό που θέλω: Έκανα ~ ~ κι έβγαλα και λεφτά!, μου κάνει κέφι & μου κάνει όρεξη: επιθυμώ, θέλω: Ασχολούμαι με τη μουσική όποτε ~ ~. Δεν της ~ ~ να βλέπει τηλεόραση. Πβ. γουστάρω., πώς πάνε τα κέφια/πώς τα πας;: τι κάνεις; πώς είσαι;, σε μεγάλα/τρελά κέφια: για να δηλωθεί συνήθ. ότι κάποιος αποδίδει πολύ καλά ή είναι πολύ χαρούμενος: Η ομάδα βρέθηκε/εμφανίστηκε/ήταν ~ ~.|| Αν τον πετύχεις ~ ~, είναι το κάτι άλλο!, ανάβει το γλέντι/κέφι βλ. ανάβω, τσακίρ κέφι βλ. τσακίρ [< τουρκ. keyif]

κολατσιό

κολατσιόκο-λα-τσιό ουσ. (ουδ.) & (προφ.) κολατσό: πρόχειρο φαγητό (π.χ. σάντουιτς) που τρώγεται μεταξύ γευμάτων, συνήθ. μεταξύ πρωινού και μεσημεριανού: ελαφρύ/σπιτικό/υγιεινό ~. Σχολικό ~. Η ώρα του ~ιού. Παίρνω/τρώω το ~ μου (= κολατσίζω). Πβ. δεκατιανό, προάριστο, σνακ. Βλ. απογευματινό, μικρογεύμα. [< μεσν. κολατσιό]

κουτσάλογο

κουτσάλογοκου-τσά-λο-γο ουσ. (ουδ.) (προφ.-μειωτ.) 1. κουτσό άλογο· (κυρ. μειωτ.) αυτό που δεν τρέχει γρήγορα: Πόνταρα σε ~ (: στον ιππόδρομο). Βλ. ψωράλογο. 2. (μτφ.) αυτός που κουτσαίνει· ειδικότ. ποδοσφαιριστής που τραυματίζεται συχνά και δεν έχει καλή απόδοση.

μονο- & μονό- & μον-

μονο- & μονό- & μον-α' συνθετικό λέξεων με τη σημασία του 1. ενός: μονο-εδρικός/~ετής/~θέσιος. Μονό-γλωσσος. Μονό-στηλο.|| Μονο-κοτυλήδονα (βλ. δι-). Μον-οξ(ε)ίδιο. 2. (μτφ.) αποκλειστικού, μοναδικού: μονο-πωλιακός.|| (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) Μονο-διάστατος/~μερής. Μονό-πλευρος. ΑΝΤ. πολυ-.

σβέρκος

σβέρκοςσβέρ-κος ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) σβέρκο (το) (προφ.): αυχένας: χοντρός ~. Πιάστηκε/πόνεσε ο ~ μου. Έσπασε το(ν) ~ο του. Τον άρπαξε από το(ν) ~ο (= τον σβέρκωσε). Βλ. τράχηλος. ● ΦΡ.: του έχει καθίσει στον σβέρκο & τον έχει καβαλήσει στον σβέρκο (μτφ.-προφ.): έχει επιβληθεί με τη βία σε κάποιον, τον εξουσιάζει ή του έχει γίνει βάρος: Δεν θα δεχτώ να μου κάτσει ~., ψωνίζω από σβέρκο (μτφ.-προφ.): (συνήθ. για αγορά προϊόντος) παραπλανιέμαι ή αποτυγχάνω στην επιλογή μου: Τώρα, μάλιστα, ψώνισες ~ (= την πάτησες)., κόβω το(ν) λαιμό/το σβέρκο μου βλ. κόβω, μου ανεβαίνει κάποιος στο σβέρκο βλ. ανεβαίνω [< αλβ. zverk]

-τήρι

-τήρι(προφ.) επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών για δήλωση 1. ειδικού αντικειμένου, εργαλείου: ανοιχ~/κλαδευ~/ξυπνη~/σκαλισ~/σουρω~/ψαλ~. 2. (λαϊκό) ενέργειας: ψησ~. 3. συγκεκριμένου χώρου: μονασ~.|| (προφ.) Εργασ~ (πβ. -τήριο). 4. προσώπου: πειραχ~.

ψευδόκοκκος

ψευδόκοκκοςψευ-δό-κοκ-κος ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. -ΓΕΩΠ. μικρό έντομο (οικογ. Pseudococcidae) που προσβάλλει διάφορα είδη φυτών· το σώμα του καλύπτεται από κέρινα νήματα που μοιάζουν με βαμβάκι: ~ των εσπεριδοειδών και της αμπέλου (: Pseudococcus/Planococcus citri). Βλ. βαμβακάδα, ψώρα.

ψωνισμένος

ψωνισμένος, η, ο ψω-νι-σμέ-νος επίθ. (προφ.) 1. που δείχνει ή χαρακτηρίζεται από υπεροψία, έπαρση: Είναι πολύ ~ (= ψώνιο).|| (κατ' επέκτ.) ~ο: ύφος. Πβ. αλαζον-, υπεροπτ-ικός. 2. που του αρέσει κάτι πάρα πολύ, ξετρελαμένος: ~ με το ποδόσφαιρο.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.