Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 58811 εγγραφές  [58680-58700]


  • ωκεανολογία [ὠκεανολογία] ω-κε-α-νο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΩΚΕΑΝ. κλάδος που έχει ως αντικείμενο την προστασία και παράλληλα την οικονομική αξιοποίηση των ωκεανών. Βλ. -λογία. [< γαλλ. océanologie, 1966, αγγλ. oceanology, ιταλ. oceanologia, 1976]
  • ωκεανολογικός , ή, ό [ὠκεανολογικός] ω-κε-α-νο-λο-γι-κός επίθ.: ΩΚΕΑΝ. που σχετίζεται με την ωκεανολογία. [< γαλλ. océanologique, αγγλ. oceanological]
  • ωκεανολόγος [ὠκεανολόγος] ω-κε-α-νο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας με ειδίκευση στην ωκεανολογία. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. océano logue, αγγλ. oceanologist]
  • ωκεανοπόρος , α/ος, ο [ὠκεανοπόρος] ω-κε-α-νο-πό-ρος επίθ. (λόγ.): που ταξιδεύει στους ωκεανούς: ~α: πλοία. Πβ. ποντοπόρος.|| (για πρόσ.) ~ος: ιστιοπλόος. Πβ. θαλασσοπόρος.
  • ωκεανός [ὠκεανός] ω-κε-α-νός ουσ. (αρσ.) 1. ΩΚΕΑΝ. μεγάλη θαλάσσια έκταση στην επιφάνεια της γήινης σφαίρας, που χωρίζει τις ηπείρους: Ατλαντικός/Ειρηνικός/Ινδικός ~. Βόρειος/Νότιος παγωμένος ~. || Αχανής/φουρτουνιασμένος ~. 2. (μτφ.) οτιδήποτε απέραντο: ~ γνώσεων. ● ΦΡ.: σταγόνα στον ωκεανό βλ. σταγόνα [< αρχ. ὠκεανὸς, γαλλ. océan, αγγλ. ocean, ιταλ. oceano]
  • ωκυτοκίνη βλ. οξυτοκίνη
  • ωλέκρανο [ὠλέκρανο] ω-λέ-κρα-νο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άνου}: ΑΝΑΤ. απόφυση του άνω άκρου της ωλένης, που σχηματίζει το πίσω μέρος της άρθρωσης του αγκώνα. [< αρχ. ὠλέκρανον, γαλλ. olécrane, αγγλ. olecranon]
  • ωλένη [ὠλένη] ω-λέ-νη ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ. το εσωτερικό από τα δύο οστά του αντιβραχίου του χεριού: ~ και κερκίδα. Βλ. αγκώνας, καρπός. [< αρχ. ὠλένη]
  • ωλένιος , α/ος, ο [ὠλένιος] ω-λέ-νι-ος επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την ωλένη: ~α: αρτηρία/νευρίτιδα. ~ο: νεύρο. [< μτγν. ὠλένιος, αγγλ. ulnar, γαλλ. ulnaire]
  • ωμ [ὤμ] ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΗΛΕΚΤΡ. μονάδα μέτρησης της ηλεκτρικής αντίστασης (σύμβ. Ω): ο νόμος του ~. [< αγγλ.-γαλλ. ohm, γερμ. ανθρ. G. S. Ohm]
  • ωμέγα [ὠμέγα] ω-μέ-γα ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: το εικοστό τέταρτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου: ~ κεφαλαίο (Ω). ~ μικρό (ω). Πβ. ω. ● ΦΡ.: από το άλφα ως το ωμέγα βλ. άλφα, το άλφα και το ωμέγα βλ. άλφα [< μτγν. ὦ μέγα]
  • ωμικός1 , ή, ό [ὠμικός] ω-μι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον ώμο· κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ωμική ζώνη: ΑΝΑΤ. που σχηματίζεται από τα οστά της ωμοπλάτης και της κλείδας.
  • ωμικός2 , ή, ό [ὠμικός] ω-μι-κός επίθ.: ΗΛΕΚΤΡ. που σχετίζεται με το ωμ: ~ή: αντίσταση. ~ό: φορτίο. [< αγγλ. ohmic, γαλλ. ohmique]
  • ωμίτης [ὠμίτης] ω-μί-της ουσ. (αρσ.) 1. ΙΑΤΡ. ορθοπαιδικό ελαστικό κάλυμμα το οποίο περιδένει και στηρίζει την ωμοπλάτη για την αντιμετώπιση θλάσεων, αρθρίτιδων, εξαρθρωμάτων: ~ μάλλινος. Βλ. νάρθηκας. 2. κομμάτι υφάσματος που είναι ραμμένο στο σημείο όπου το ρούχο σκεπάζει τους ώμους: φόρεμα με ~η.
  • ωμογλήνη [ὠμογλήνη] ω-μο-γλή-νη ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ. αρθρική επιφάνεια της ωμοπλάτης η οποία ενώνεται με την κεφαλή του βραχιόνιου οστού. [< πβ. αρχ. γλήνη ‘κοιλότητα (για άρθρωση)]
  • ωμόμετρο [ὠμόμετρο] ω-μό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο μέτρησης της ηλεκτρικής αντίστασης σε ωμ. Βλ. -μετρο. [< γερμ. Ohmmeter]
  • ωμοπλάτη [ὠμοπλάτη] ω-μο-πλά-τη ουσ. (θηλ.) 1. ΑΝΑΤ. καθένα από τα δύο πλατιά τριγωνικά οστά που βρίσκονται στο επάνω μέρος της πλάτης και πίσω από τον θώρακα: εξάρθρωση ~ης. Βλ. ωμική ζώνη. 2. (κατ' επέκτ.) το αντίστοιχο τμήμα στην πλάτη ζώου και συνεκδ. το κρέας στο σημείο αυτό: χοιρινή ~. Πβ. σπάλα. [< αρχ. ὠμοπλάτη, γαλλ.-αγγλ. omoplate]
  • ωμοπλινθοδομή [ὠμοπλινθοδομή] ω-μο-πλιν-θο-δο-μή ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΔ. κατασκευή από ωμοπλίνθους. Βλ. οπτοπλινθοδομή.
  • ωμόπλινθος [ὠμόπλινθος] ω-μό-πλιν-θος ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΔ. πλίνθος που έχει ξεραθεί στον ήλιο. Βλ. οπτόπλινθος, τούβλο. [< μτγν. ὠμόπλινθον 'ωμή πλίνθος', γαλλ. brique crue]
  • ωμός , ή, ό [ὠμός] ω-μός επίθ. 1. (για τροφή) που δεν έχει μαγειρευτεί: ~ή: σαλάτα. ~ό: αβγό/κρέας (= άψητο). ~οί: ξηροί καρποί. ~ά: λαχανικά/φρούτα/ψάρια (βλ. σούσι). Βλ. βραστός, τηγανητός, ψητός. 2. (μτφ.) σκληρός, απάνθρωπος: ~ός: εκβιασμός (πβ. απροκάλυπτος, στυγνός). ~ή: απάντηση (= κυνική)/απειλή/εικόνα. ~ές: επιθέσεις/παραβιάσεις/παρεμβάσεις. ~ά: συναισθήματα. Ταινίες ~ού ρεαλισμού. Μίλησε με ~ή γλώσσα. Πρέπει να δεις την ~ή (= γυμνή) αλήθεια/πραγματικότητα. Περιέγραψε την κατάσταση με τον πιο ~ό τρόπο.|| (για πρόσ.) Θα είμαι ~ και ειλικρινής μαζί σου. ● επίρρ.: ωμά: στη σημ. 2: Για να το θέσω/να το πω ~ (πβ. κοφτά, στα ίσια) ... ● ΣΥΜΠΛ.: ωμή βία 1. για πράξεις εξαιρετικά βίαιες και φρικιαστικές: σκηνές ~ής ~ας. 2. ΠΛΗΡΟΦ. μέθοδος αποκρυπτογράφησης η οποία βασίζεται στην εξαντλητική δοκιμή όλων των πιθανών κλειδιών, μέχρι να βρεθεί το σωστό: επίθεση ~ής ~ας. Αλγόριθμοι ~ής ~ας. Βλ. χάκινγκ. [< 2: αγγλ. brute force] [< αρχ. ὠμός]

αγκώνας

αγκώνας[ἀγκώνας] α-γκώ-νας ουσ. (αρσ.) 1. ΑΝΑΤ. η εξωτερική γωνία της άρθρωσης ανάμεσα στον βραχίονα και τον αντιβραχίονα: γδαρσίματα/εξάρθρημα/κακώσεις/στρέβλωση/τραυματισμοί του ~α. Κάμπτω/λυγίζω/τεντώνω τους ~ες. Ακουμπώ/στηρίζομαι στους ~ες. Έσπρωχνε/σκουντούσε τους περαστικούς με τους ~ες.|| (συνεκδ., το τμήμα του μανικιού σε αυτό το σημείο) Φόρμα ενισχυμένη στους ~ες. Η μπλούζα είναι τρύπια/έχει φθαρεί στους ~ες. 2. (μτφ.) κάθε καμπή που σχηματίζει γωνία: ~ αγκιστριού/άγκυρας. ~ του δέλτα (: η γωνία που σχηματίζει το δέλτα ενός ποταμού). Ως τον ~α του δρόμου. ● ΣΥΜΠΛ.: αγκώνας των τενιστών: ΙΑΤΡ. επικονδυλίτιδα. [< αγγλ. tennis elbow] [< μεσν. αγκώνας]

άλφα

άλφα[ἄλφα] άλ-φα ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. το πρώτο γράμμα και το πρώτο φωνήεν του ελληνικού αλφαβήτου και όσων προήλθαν από αυτό (του λατινικού, του κυριλλικού): κεφαλαίο/μικρό/πεζό ~.|| (ΓΡΑΜΜ.) Επιτατικό ~ (: α-χανής). Στερητικό ~ (: α-όμματος, αν-όμοιος). Πβ. α.|| (ΙΑΤΡ.) Αναστολέας ~.|| (ΦΥΣ.) ~ διάσπαση/σωματίδιο. 2. (για κάποιον ή κάτι που δηλώνεται αόριστα) κάποιος: Κάνω μια ~ δουλειά σε έναν ~ χρόνο. 3. (μτφ.) (πάντα με το άρθρο "το") η αρχή, τα στοιχειώδη· το πρώτο μέρος, το πρώιμο στάδιο: Μαθήματα που αρχίζουν από το ~. Είμαστε ακόμη στο ~ (= στην αρχή). 4. ΑΣΤΡΟΝ. (συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Α) ο πιο φωτεινός αστέρας ενός αστερισμού: Το ~ του Κενταύρου/του Σκορπιού. Το ~ του Μεγάλου Κυνός (= ο Σείριος). 5. για να δηλωθεί εξαιρετική ποιότητα (συνήθ. με επανάληψη): ξενοδοχείο/ποικιλία/προϊόν ~ ~. ● ΣΥΜΠΛ.: γραμμή άλφα & άλφα γραμμή: κόψιμο φούστας, φορέματος που φαρδαίνει στο κάτω μέρος: νυφικό σε ~ ~. Πβ. εβαζέ γραμμή., ακτινοβολία άλφα βλ. ακτινοβολία ● ΦΡ.: άλφα ή βήτα: για αόριστη αναφορά σε κάτι: για τον ~ ~ λόγο (: για κάποιον λόγο). Με τον ~ ~ τρόπο (: με τον ένα ή τον άλλο τρόπο)., από το άλφα ως το ωμέγα: (μτφ.) από την αρχή ως το τέλος, χωρίς εξαίρεση: Έμαθα όλες τις λεπτομέρειες, ~ ~., δεν ξέρει/δεν έμαθε ούτε το άλφα: (μτφ.) για πρόσωπο τελείως αγράμματο., ο άλφα και ο βήτα (συνήθ. μειωτ.): ο ένας και ο άλλος: Δεν με ενδιαφέρει τι πιστεύει ~ ~., το άλφα και το ωμέγα (μτφ.) (ΚΔ): το σημαντικότερο ή σπουδαιότερο στοιχείο, η αρχή και το τέλος: Η οργανωμένη εκπαίδευση είναι ~ ~ (= το παν) για την πρόοδο μιας κοινωνίας. [< αρχ. ἄλφα, εβραϊκό aleph]

βραστός

βραστός, ή, ό βρα-στός επίθ. 1. (για φαγητά) μαγειρεμένος σε νερό που βράζει: ~ή: πατάτα. ~ό: αβγό/ρύζι/ψάρι. ~ά: λαχανικά. Βλ. νερόβραστος, στον ατμό.|| (ως ουσ.) Τα ~ά και τα ψητά. 2. που έχει βράσει: ~ό: γάλα (= βρασμένο). Πβ. ζεματιστός, καυτός. ΑΝΤ. άβραστος (1) ● ΣΥΜΠΛ.: γλυκύς βραστός βλ. γλυκύς [< μεσν. βραστός]

-λογία

-λογίαεπίθημα θηλυκών ουσιαστικών που αναφέρεται σε 1. επιστημονικό κλάδο ή τομέα: βιο~/γλωσσο~/επιστημο~/θεο~/κοινωνιο~/ορυκτο~/παθο~/πετρο~/φιλο~/ψυχο~. Βλ. -ικός. 2. λόγο, λόγια: ακριβο~/αντι~/απο~/δικαιο~/ηθικο~.|| (αρνητ. συνυποδ.) Αερο~/εκλογο~/καταστροφο~/κενο~/πολυ~. Αισχρο~ (βλ. -λόγος)/δαιμονο~/κινδυνο~.|| (ομιλία) Δευτερο~. 3. σύνολο συγκεντρωμένων στοιχείων, αρχών, κανόνων: (περιληπτ.) θεματο~ (πβ. -γραφία). Νομο~.|| (συλλογή) Aνθο~ (βλ. -λόγιο).|| Δεοντο~/μεθοδο~. 4. προσδιορισμό, καθορισμό ή στο αποτέλεσμά τους: βαθμο~ (πβ. βαθμολόγηση)/δοσο~/χρονο~. Βλ. -λογώ.

-λόγος

-λόγοςεπίθημα αρσενικών και θηλυκών ουσιαστικών με αναφορά σε 1. ειδικό επιστήμονα ή επαγγελματία: (o/η) αρχαιο~/αστικο~/βιο~/θεο~/παθο~. Εκλογο~.|| Ηλεκτρο~. Βλ. -γράφος. 2. πρόσωπο που συνηθίζει να τοποθετείται ή να εκφράζεται με συγκεκριμένο τρόπο: (αρνητ. συνυποδ.) καταστροφο~/κινδυνο~.|| Ευφυο~. Καυχησιο~/λασπο~/χυδαιο~. 3. (σπάν.) άτομο που συλλέγει ό,τι δηλώνει η πρωτότυπη λέξη: ανθο~/σταχυο~. 4. (σπανιότ.-μόνο στο αρσ.) εργαλείο: βιδο~.

-μετρο

-μετρο{-μετρου (σπάν. λόγ.) -μέτρου} β' συνθετικό ουδέτερων ουσιαστικών για τη δήλωση 1. οργάνου μέτρησης: αμπερό~/βαρό~/γωνιό~/διαστημό~/θερμιδό~ (πβ. -μετρητής)/θερμό~/μικρό~/παρκό~/παχύ~/πεδιό~/πιεσό~/υδρό~ (πβ. υδροδείκτης)/χρονό~/ψυχρό~. 2. μονάδας μήκους, πολλαπλάσιας ή υποπολλαπλάσιας του μέτρου: δεκά~/εκατοστό~. Xιλιό~.|| Yποδεκά~.

νάρθηκας

νάρθηκαςνάρ-θη-κας ουσ. (αρσ.) {ναρθήκων} 1. ΙΑΤΡ. περίβλημα από άκαμπτο ή εύκαμπτο υλικό, το οποίο τοποθετείται γύρω από μέλος του σώματος που έχει υποστεί κάταγμα ή διάστρεμμα, με σκοπό την ακινητοποίησή του: γύψινος (βλ. γυψο~)/μεταλλικός/πλαστικός/φουσκωτός ~. ~ γόνατος/θώρακα/καρπού (βλ. επικάρπιο)/ώμου (βλ. ωμίτης). Έχει το πόδι/χέρι του σε/στον ~α (: το έχει σπάσει· ΣΥΝ. στον γύψο). Πβ. ακινητοποιητής, κηδεμόνας, κολάρο. Βλ. φάκελος. 2. ΙΑΤΡ. ειδική συσκευή που εφαρμόζεται στα δόντια της κάθε γνάθου, για θεραπευτικούς ή προστατευτικούς λόγους: (ενδο)στοματικοί ~ες. ~ες βρυγμού/λεύκανσης (= δισκάρια)/σύγκλεισης.|| Αθλητικοί ~ες (: για αποφυγή ατυχημάτων σε σπορ επαφής). ΣΥΝ. μασελάκι 3. ΑΡΧΙΤ. πρόναος χριστιανικού ναού. Βλ. εξω~, εσω~, λιτή, μεσονυκτικό(ν). ● ΦΡ.: (βάζει/μπήκε) στον γύψο/στο ψυγείο βλ. γύψος [< 1: αρχ. νάρθηξ, γαλλ. attelle 2: αγγλ. mouth guard 3: μτγν. ~]

οξυτοκίνη

οξυτοκίνη[ὀξυτοκίνη] ο-ξυ-το-κί-νη ουσ. (θηλ.) & ωκυτοκίνη: ΒΙΟΧ. πολυπεπτιδική ορμόνη (σύμβ. C43H66N12O12S2) που εκκρίνεται από την υπόφυση, προκαλεί συσπάσεις της μήτρας κατά τη διάρκεια της γέννας και διευκολύνει την εκροή γάλακτος κατά τον θηλασμό. Βλ. -ίνη, προλακτίνη. [< αγγλ. oxytocin, 1928]

οπτοπλινθοδομή

οπτοπλινθοδομή[ὀπτοπλινθοδομή] ο-πτο-πλιν-θο-δο-μή ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΔ. κατασκευή συνήθ. τοίχων από οπτόπλινθους: διπλή/δρομική/εμφανής/επιχρισμένη/μπατική ~. ~ές πρόσοψης. ~ από διάτρητα τούβλα υψηλής αντοχής. Πβ. πλινθοδομή.

οπτόπλινθος

οπτόπλινθος[ὀπτόπλινθος] ο-πτό-πλιν-θος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ους (λόγ.) -ίνθους} (λόγ.): ΟΙΚΟΔ. ψημένη πλίνθος, τούβλο: διάτρητη/συμπαγής ~. Τοιχοποιία από ~ους. [< μτγν. ὀπτόπλινθοι (οἱ)]

σταγόνα

σταγόναστα-γό-να ουσ. (θηλ.) 1. ελάχιστη ποσότητα υγρού ή ρευστού που έχει σχεδόν σφαιρικό σχήμα: ~ αίμα/νερό (/νερού)/φυσιολογικού ορού. Με τις πρώτες ~ες της βροχής (: με το που άρχισε να βρέχει). Πότισμα με ~ες (ΑΝΤ. με ροή). Αραιώνω/διαλύω μια ~ αιθέριου ελαίου σε ένα ποτήρι νερό. Ρίξτε στο σκεύος μια ~ λάδι. Μια ~ δροσιάς (= δροσοσταλίδα) έσταξε/κύλησε στο τζάμι. Χοντρές ~ες ιδρώτα έτρεχαν από το μέτωπό του. Μερικές ~ες έπεσαν πάνω στο ... Πβ. ρανίδα, στάγμα, στάλα, σταλαγματιά. 2. (συνεκδ., για υγρό) μικρή ποσότητα: Στάξε μου μια ~ κρασί στο ποτήρι. Δεν άφησε ~. Πβ. σταλιά.|| (μτφ.) Χωρίς ~ δύναμης/συγκίνησης/τρυφερότητας (ΣΥΝ. ίχνος). Τελευταία ~ αντοχής. Φτάνει μια ~, για να ξεχειλίσει το ποτήρι.σταγόνες (οι) 1. ΦΑΡΜΑΚ. φαρμακευτικό διάλυμα που χορηγείται με σταγονόμετρο: οφθαλμικές/υπογλώσσιες ~. Ξέχασα να πάρω τις ~ μου. Ο γιατρός μού έγραψε ~ για τα αυτιά/τα μάτια (πβ. κολλύριο)/τη μύτη. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. κυλινδρικό ή κωνικό διακοσμητικό στοιχείο στο οριζόντιο γείσο ναών δωρικού ρυθμού: Ο άβακας δεν φέρει ούτε μαίανδρο ούτε ~. ● Υποκ.: σταγονίδιο (το): Βλ. -ίδιο, υδροσταγονίδια., σταγονίτσα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: το μαρτύριο της σταγόνας & (σπάν.) το βασανιστήριο της σταγόνας 1. κινέζικο ψυχολογικό βασανιστήριο κατά το οποίο το θύμα ακινητοποιημένο εξαναγκάζεται να υποστεί την πτώση σταγόνας νερού στο ίδιο σημείο στο μέτωπο για πολλές ώρες. 2. (κυρ. μτφ.) για κατάσταση που εξελίσσεται με πολύ αργούς ρυθμούς και προκαλεί έντονη δυσφορία και ταλαιπωρία: Υποβάλλονται στο/υπομένουν ~ ~. Παρατείνεται ~ ~ για καταναλωτές και επιχειρήσεις. ● ΦΡ.: (μοιάζουν) σαν δυο σταγόνες νερό: για πολύ μεγάλη ομοιότητα μεταξύ προσώπων ή πραγμάτων. [< γαλλ. se ressembler comme deux gouttes d'eau] , η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι & η σταγόνα που έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει (προφ.): αρνητικό περιστατικό ή γεγονός που προστίθεται σε μια ήδη άσχημη κατάσταση και προκαλεί αντιδράσεις: Η αδιαφορία που έδειξε ήταν ~ ~., και/μέχρι (και)/ως την τελευταία σταγόνα/μέχρι τελευταίας σταγόνας: (για υγρό) μέχρι τέλους, ολοκληρωτικά, πλήρως: Το ελαιόλαδο διατηρεί την ποιότητά του μέχρι την ~ ~. Το ήπιε/ρούφηξε όλο ως την ~ ~.|| (μτφ.) Γεύτηκα τη ζωή μέχρι την τελευταία της ~. Στέρεψε και η ~ ~ ενεργητικότητας., ούτε (μια) σταγόνα: (για υγρό) καθόλου: Ο σωλήνας δεν χάνει ~ ~. Επί δέκα μέρες δεν έριξε ~ ~ (: δεν έβρεξε). Δεν υπάρχει ~ ~ νερό (βλ. λειψυδρία). Δεν πρέπει να χυθεί ~ ~ αίμα. Δεν έμεινε ~ ~ στα βαρέλια. Δεν ήπιε ~ ~., σταγόνα στον ωκεανό: για μέγεθος πολύ μικρό, ασήμαντο, σε σχέση με το σύνολο: Η συμβολή σου είναι ~ ~ της γνώσης. [< γαλλ. c'est une goutte d'eau dans l'océan] , σταγόνα-σταγόνα & σταγόνα σταγόνα: {ως επίρρ.} σε πολύ μικρές δόσεις, λίγο λίγο: Η βρύση έσταζε ~ ~.|| (μτφ.) Μαζεύει τις πληροφορίες ~ ~. ΣΥΝ. σταλιά-σταλιά [< γαλλ. goutte à goutte] , δεν έχει αίμα μέσα/στις φλέβες του/σταγόνα αίμα μέσα του/δεν τρέχει/κυλάει αίμα στις φλέβες του βλ. αίμα, πνίγομαι σε μια κουταλιά νερό βλ. πνίγω [< μεσν. σταγόνα < αρχ. σταγών, γαλλ. goutte]

χάκινγκ

χάκινγκχά-κινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} < αγγλ. hacking, 1976: ΠΛΗΡΟΦ. παράνομη πρόσβαση σε υπολογιστικό σύστημα ή δικτυακό τόπο από άτομο με βαθιά γνώση της πληροφορικής και με σκοπό το προσωπικό όφελος ή την πρόκληση καταστροφής σε αρχεία ή προγράμματα: ~ στο δίκτυο/στην (ιστο)σελίδα/στον σέρβερ. Πβ. εισβολή. Βλ. κρυπτανάλυση, κρυπτογραφία, κυβερνο-επίθεση, -πόλεμος, σπάσιμο, χακτιβισμός. ΣΥΝ. δικτυοπειρατεία, χακάρισμα, χακεριά [< αμερικ. hacking, 1984]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.