Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 58811 εγγραφές  [58720-58740]


  • ωοπαραγωγή [ᾠοπαραγωγή] ω-ο-πα-ρα-γω-γή ουσ. (θηλ.) (επίσ.): παραγωγή αβγών από κότες πτηνοτροφείου: όρνιθες ~ής. Βλ. -παραγωγή.
  • ωορρηξία [ᾠορρηξία] ω-ορ-ρη-ξί-α ουσ. (θηλ.): ΦΥΣΙΟΛ. ρήξη, απελευθέρωση ωαρίου από την ωοθήκη: τεστ ~ας. ΣΥΝ. ωοθυλακιορρηξία [< γαλλ. ovulation]
  • ωοσκόπηση [ᾠοσκόπηση] ω-ο-σκό-πη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): (κυρ. για πτηνά) έλεγχος της γονιμότητας των αβγών. Βλ. -σκόπηση.
  • ωοτοκία [ᾠοτοκία] ω-ο-το-κί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. μέθοδος αναπαραγωγής ορισμένων ζώων, κυρ. ψαριών, πτηνών, εντόμων, κατά την οποία το θηλυκό γεννά αβγά, τα οποία και εκκολάπτει έξω από τον οργανισμό: ~ της καρέτα καρέτα. Βλ. -τοκία. [< αρχ. ᾠοτοκία]
  • ωοτόκος , ος, ο [ᾠοτόκος] ω-ο-τό-κος επίθ.: ΖΩΟΛ. (για ζώο) που η αναπαραγωγή του γίνεται με ωοτοκία: ~ες: όρνιθες. Βλ. -τοκος. ΑΝΤ. ζωοτόκος [< αρχ. ᾠοτόκος]
  • ώρα

    [ὥρα] ώ-ρα ουσ. (θηλ.) {ώρας | ώρες, ωρών} 1. ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης του χρόνου που ισούται με εξήντα λεπτά και με το ένα εικοστό τέταρτο της μέρας, καθώς και το χρονικό διάστημα που αντιστοιχεί σε αυτή· κατ' επέκτ. χρονική περίοδος που χρειάζεται ή διατίθεται για κάτι ή κατά την οποία γίνεται κάτι: ηλιακή/μισή (βλ. μισάωρο) ~. Ένα τέταρτο της ώρας. Μια ~ απόσταση/δρόμος. Μιάμιση ~ με το αεροπλάνο/το αυτοκίνητο/τα πόδια. Ταχύτητα που ξεπερνά τα ογδόντα χιλιόμετρα την ~. Πληρώνεται/χρεώνει με την ~. Βγάζει/κερδίζει/παίρνει πολλά χρήματα την ~. Διορία εβδομήντα δύο ωρών. Πολλές ώρες αργότερα/μετά/νωρίτερα. Θα έρθω σε μία ~. Το ταξίδι είχε διάρκεια τρεις ώρες. Έμεινα στο νησί είκοσι τέσσερις ώρες (= μια μέρα). Είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο (= συνεχώς). Εργάζεται οκτώ ώρες την ημέρα (βλ. οκτάωρο). Επιπλέον ~ εργασίας (βλ. υπερωρία). Οι ώρες περνούσαν αργά. Ώρες ακρόασης (καθηγητών). Εν/σε ~ δράσης.|| ~ διδασκαλίας ή διδακτική ~ (: που διαρκεί περ. σαράντα πέντε λεπτά). Περίμενα αρκετή ~. Μπορείτε να μείνετε όση ~ θέλετε. Παρατηρούσα αρκετή ~ τα παιδιά. Περνάει τις ώρες (: τον χρόνο) της μελετώντας. Δεν έχω πολλή ~ στη διάθεσή μου. Δραματικές/κρίσιμες ώρες για την οικονομία της χώρας. Βλ. ανθρωπο~, εργατο~. 2. ορισμένη χρονική στιγμή ή τμήμα της ημέρας ή της νύχτας· ειδικότ. η στιγμή κατά την οποία συμβαίνει ένα γεγονός, που είναι αφιερωμένη σε κάτι ή ενδεδειγμένη για αυτό: ακριβής/προγραμματισμένη ~. Οι κενές/νεκρές ώρες του μεσημεριού (βλ. ώρα/ώρες αιχμής). Τι ~ είναι; Η ~ είναι πέντε και δέκα (ακριβώς). Οκτώ η ~ το πρωί (βλ. προ μεσημβρίας). Εννιά η ~ το βράδυ (αλλιώς: είκοσι μία, βλ. μετά μεσημβρία(ν)). Τα μαγαζιά είναι ανοιχτά από τις εννιά ως τις τρεις η ~. Ρολόι που δείχνει τη σωστή ~. Είπε/κοίταξε/ρύθμισε/ρώτησε την ~. Παρά την προχωρημένη ~, το μαγαζί ήταν ανοικτό. Είναι περασμένη ~ και η υπηρεσία έχει κλείσει. Το δρομολόγιο εκτελείται απογευματινές/βραδινές/μεσημεριανές/νυχτερινές ώρες. Το γλέντι κράτησε μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. ~ γέννησης/έναρξης/λήξης/προσέλευσης.|| Η ~ του απολογισμού/των αποφάσεων/της κλήρωσης/της συνάντησης. ~ για διάλειμμα/διασκέδαση/μελέτη/παιχνίδι/ύπνο/φαΐ. ~ ευθύνης για την κυβέρνηση. Άλλαξε η ~ του ημιτελικού. Μου τηλεφώνησε σε ακατάλληλη ~. Είναι η ~ του αγώνα/του λαού. || Όλα έγιναν/θα γίνουν στην ώρα τους. 3. (ειδικότ.) σύστημα υπολογισμού του χρόνου με βάση τον τόπο ή την εποχή: παγκόσμια/τοπική ~. Διαφορά ώρας της Ελλάδας με άλλες χώρες. Αλλαγή της ώρας τον Μάρτιο και τον Οκτώβριο (βλ. θερινή ~, χειμερινή ~). Οι δείκτες των ρολογιών θα μετακινηθούν μια ~ μπροστά/πίσω. 4. ΕΚΚΛΗΣ. {στον πληθ.} τέσσερις σύντομες ημερήσιες ακολουθίες της Ορθόδοξης Εκκλησίας: Διαβάζονται/ψάλλονται οι μεγάλες ή βασιλικές Ώρες (των Χριστουγέννων, των Θεοφανίων και της Μ. Παρασκευής). ● Υποκ.: ωρίτσα (η): στις σημ. 1,2: Το πολύ σε μισή ~ θα είμαι εκεί. ● ΣΥΜΠΛ.: επίσημη ώρα 1. που ορίζεται σε κάθε χώρα από τον νόμο ανάλογα με ένα σταθερό σημείο αναφοράς (τον μεσημβρινό του Γκρίνουιτς): ~ ~ Ελλάδας. 2. που καθορίζεται από το πρόγραμμα: ~ ~ άφιξης., η Ώρα της Γης: παγκόσμια εκδήλωση που διεξάγεται ετησίως το τελευταίο Σάββατο του Μαρτίου, κατά το οποίο τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις καλούνται να σβήσουν τα φώτα και τις ηλεκτρικές συσκευές τους ως ένδειξη ευαισθητοποίησης και διαμαρτυρίας για την κλιματική αλλαγή. [< αγγλ. Earth Hour, 2007] , βάρβαρη ώρα βλ. βάρβαρος, ζώνη ώρας βλ. ζώνη, η ημέρα/η ώρα της κρίσεως/της κρίσης βλ. κρίση, η ώρα του παιδιού βλ. παιδί, η ώρα του πρωθυπουργού βλ. πρωθυπουργός, θερινή ώρα βλ. θερινός, μικρές ώρες βλ. μικρός, σκότωμα του χρόνου/της ώρας βλ. σκότωμα, χειμερινή ώρα βλ. χειμερινός, χρυσή ώρα βλ. χρυσός, ώρα Γκρίνουιτς βλ. Γκρίνουιτς, ώρα/ώρες αιχμής βλ. αιχμή, ώρες γραφείου βλ. γραφείο, ώρες/ωράριο λειτουργίας βλ. λειτουργία ● ΦΡ.: (ε)πάνω στην ώρα (προφ.): έγκαιρα, την πιο ενδεδειγμένη στιγμή: ~ ~ έφτασε., από την ώρα που: από τη στιγμή που, αφού, εφόσον: ~ ~ ενημερώθηκε, κινητοποιήθηκε άμεσα., από ώρα σε ώρα (προφ.) 1. σύντομα: Περιμένει, ~ ~, την απάντησή του. Αναμένεται ~ ~ να γεννήσει. Θα φύγω ~ ~. ΣΥΝ. από στιγμή σε στιγμή, όπου να 'ναι (1) 2. με την πάροδο του χρόνου: Οι τιμές αλλάζουν ~ ~. ΣΥΝ. ώρα με την ώρα, βρήκες την ώρα να ... (προφ.-εμφατ.): δεν είναι η κατάλληλη στιγμή για να γίνει κάτι: ~ ~ μου κάνεις αστεία! Άσε με ήσυχο, ώρα που τη βρήκες να γκρινιάξεις!, για την ώρα: μέχρι στιγμής, προσωρινά: ~ ~ δεν σκοπεύει να προχωρήσει σε αλλαγές. ΣΥΝ. επί του παρόντος/προς το παρόν, προς στιγμή(ν), δύσκολες ώρες: για να τονιστεί η κρισιμότητα μιας κατάστασης: Περνάει ~ ~. Ήταν πάντα μαζί στις ~ ~., είναι με τις ώρες του (προφ.): (για πρόσ.) χωρίς σταθερή διάθεση και συμπεριφορά ή (για πράγμα) χωρίς σταθερή λειτουργία: ~ ~, πότε σου μιλάει και πότε όχι., είναι ώρα να/για: είναι κατάλληλη η περίσταση, ευνοϊκή η στιγμή: ~ ~ να αναλάβουμε πρωτοβουλίες. Δεν ~ ~ για κριτική., έχεις/έχετε ώρα; (προφ.): τι ώρα είναι;, η κακιά (η) ώρα (προφ.): ατυχής συγκυρία που οδηγεί σε κάτι δυσάρεστο: Δεν φταις εσύ, ήταν ~ ~., η μεγάλη ώρα: πολύ σημαντική στιγμή: ~ ~ πλησιάζει! Οι ~ες ώρες της ανθρωπότητας/ιστορίας., η ώρα η καλή! (προφ.): ως ευχή σε πρόσωπο που πρόκειται να παντρευτεί., ήρθε/σήμανε η ώρα & (λόγ.) ήγγικεν η ώρα (μτφ.): έφτασε η κατάλληλη, η σημαντική στιγμή (για κάτι): ~ ~ των διαρθρωτικών αλλαγών. ~ ~ για την έναρξη εθνικού διαλόγου.|| Όταν έρθει η ~, θα μιλήσω.|| Οι δείκτες του ρολογιού σήμαναν την ώρα της επιστροφής., θέλει/παίρνει/τρώει ώρα/ώρες (προφ.): χρειάζεται χρόνος, για να γίνει κάτι: Θέλει (πολλή) ώρα, για να συνέλθει από το σοκ. Παίρνει (πολλές) ώρες να προσαρμοστείς. Τρώει ~ να φτιάξεις αυτό το γλυκό., κάθε πράγμα/πράμα στην ώρα του & καθετί/όλα τα πράγματα στην ώρα του(ς) (προφ.): για όλα υπάρχει ο κατάλληλος χρόνος. ΣΥΝ. κάθε πράγμα στον καιρό του (κι ο κολιός τον Αύγουστο), καλή του ώρα & ώρα του καλή: (ως ευχή για κάποιον που απουσιάζει τη στιγμή που γίνεται λόγος γι' αυτόν) να είναι καλά: ~ ~, όπου κι αν βρίσκεται!, καλή ώρα (προφ.): παρενθετικά, για να τονιστεί η ομοιότητα με κάποιον ή κάτι άλλο: Γνώρισα έναν νεαρό, ~ ~ σαν και σένα. Σκέφτονται τα ίδια, ~ ~ όπως κι εμείς., μαύρη η ώρα (προφ.): ως κατάρα ή ως έκφραση απελπισίας: ~ ~ που σε γνώρισα!, με την ώρα του (προφ.): τη στιγμή που πρέπει: το καθένα ~ ~!, με τις ώρες/επί ώρες/ώρες ολόκληρες/για ώρες (εμφατ.): περισσότερο από τον αναμενόμενο χρόνο, παρατεταμένα: Κάθεται με τις ώρες στον ήλιο. Περίμεναν υπομονετικά επί ώρες. Περνούσε ώρες ολόκληρες στη βιβλιοθήκη. Έμενε για ώρες στο γυμναστήριο., μέχρι την ώρα που: ως τη στιγμή που: Από την ώρα που πήγα, ~ ~ έφυγα, δεν τον είδα καθόλου., όλες τις ώρες: κάθε στιγμή της ημέρας, συνεχώς: ρούχα για ~ ~. Ενιαία χρέωση ~ ~. ~ ~ της μέρας και της νύχτας., όλη την ώρα: συνεχώς, διαρκώς: Είμαστε μαζί/μαλώνουμε ~ ~. Δεν γίνεται ν' ασχολούμαστε ~ ~ μαζί του. ΣΥΝ. κάθε ώρα και στιγμή, στην ώρα μου: στην προκαθορισμένη χρονική στιγμή: Έφτασα/ήρθα ~ ~. Ξύπνησα νωρίς, για να 'μαι ~ ~. Να είσαι έτοιμη ~ σου. Είναι πάντα ~ του., την τελευταία/ύστατη ώρα & την ενδεκάτη ώρα: λίγο πριν εξαντληθούν τα περιθώρια, οι προθεσμίες: Σώθηκε ~ ~. Προβλήματα θα υπάρχουν μέχρι την τελευταία ~. Έστω και την ύστατη ~ αποφεύχθηκε ο κίνδυνος. Οι ειδήσεις/τα ψώνια της τελευταίας ώρας. Πβ. την τελευταία στιγμή., της κακιάς ώρας (προφ.): για να δηλωθεί ότι κάποιος ή κάτι δεν έχει ποιότητα: Το μαγαζί ήταν ~ ~. Πβ. ελεεινός και τρισάθλιος. ΣΥΝ. της συμφοράς, της ώρας: (για τρόφιμα) φρέσκος ή (για φαγητό, κυρ. κρέας) που ψήνεται λίγο πριν φαγωθεί: ψάρια ~ ~.|| Πιάτα ~ ~. Μαγειρευτά και ~ ~., τρώω την ώρα (προφ.) 1. χαραμίζω τον καιρό μου άσκοπα: Τρώει την ~ του, χαζεύοντας. ΣΥΝ. σκοτώνω την ώρα/τον καιρό μου 2. (σε κάποιον) τον καθυστερώ: Μου ~ει ώρα με πράγματα ασήμαντα. Με τη συζήτηση μου ~ει ώρα από το διάβασμα., ώρα καλή σου & ώρα σου καλή (λαϊκό-λογοτ.): ως ευχή ή χαιρετισμός: ~ ~ γέροντα!, ώρα καλή στην πρύμ(ν)η σου κι α(γ)έρα στα πανιά σου (προφ.): ευχή για καλό ταξίδι ή γενικότ. καλοτυχία· (κυρ. ειρων.) σε περιπτώσεις χωρισμού., ώρα με την ώρα (προφ.): με το πέρασμα του χρόνου: Η κατάσταση επιδεινώνεται ~ ~. Βλ. από στιγμή σε στιγμή. ΣΥΝ. από ώρα σε ώρα (2), ώρα/ώρες είναι να ... (προφ.-εμφατ.): λέγεται όταν δεν θέλουμε να συμβεί κάτι: ~ ~ μας κατηγορήσεις κιόλας, επειδή ενδιαφερθήκαμε!, ώρες ώρες (προφ.): μερικές φορές, κάπου κάπου: ~ ~ είναι πολύ ενοχλητικός. Δεν σε καταλαβαίνω ~ ~. ΣΥΝ. πότε πότε, (έρχεται/φτάνει) η ώρα του λογαριασμού βλ. λογαριασμός, ανά πάσα στιγμή βλ. στιγμή, ανάθεμα την ώρα και τη στιγμή που ... βλ. ανάθεμα, από τη μια στιγμή/μέρα στην άλλη βλ. μέρα, βλαστημώ/καταριέμαι/σιχτιρίζω την ώρα και τη στιγμή που ... βλ. βλαστημώ, για να περάσει/περνάει η ώρα βλ. περνώ, δεν βλέπω την ώρα να ... βλ. βλέπω, δεν είναι του παρόντος/της παρούσης/της στιγμής/της ώρας βλ. στιγμή, η δωδεκάτη (ώρα) βλ. δωδέκατος, η στιγμή/ώρα της αλήθειας βλ. αλήθεια, κάθε ώρα και στιγμή βλ. στιγμή, κούφια η ώρα (που τ' ακούει) βλ. κούφιος, μετράω μέρες/ώρες/εβδομάδες βλ. μετρώ, μετράω τις μέρες/τις ώρες/τους μήνες βλ. μετρώ, μέχρι στιγμής βλ. στιγμή, μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη, τρεις και η κακή του μέρα/ώρα/τρεις και τον τσακώσανε βλ. κλέφτης, μια(ν) ώρα αρχύτερα βλ. αρχύτερα, όσα/ό,τι φέρνει η ώρα δεν τα/το φέρνει ο χρόνος (όλος) βλ. χρόνος, πριν την ώρα/της ώρας του βλ. πριν, σε περίπτωση ανάγκης βλ. ανάγκη, σκοτώνω την ώρα/τον καιρό μου βλ. σκοτώνω, τέτοια ώρα/τέτοιες ώρες, τέτοια λόγια βλ. τέτοιος, την ίδια στιγμή/ώρα βλ. στιγμή, χάνω τον καιρό μου/το(ν) χρόνο μου/την ώρα μου βλ. χάνω, ώρα μηδέν βλ. μηδέν, ώρες κοινής ησυχίας βλ. ησυχία [< αρχ. ὥρα, γαλλ. heure, αγγλ. time]

  • ωραιολογία [ὡραιολογία] ω-ραι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): λόγια χωρίς ουσία, που ωραιοποιούν συνήθ. μια δυσάρεστη κατάσταση: πολιτικός λόγος γεμάτος ~ες. Βλ. κενολογία, -λογία.
  • ωραιοπάθεια [ὡραιοπάθεια] ω-ραι-ο-πά-θει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ωραιοπαθούς. Πβ. αυταρέσκεια, ναρκισσισμός. Βλ. -πάθεια.
  • ωραιοπαθής , ής, ές [ὡραιοπαθής] ω-ραι-ο-πα-θής επίθ. (λόγ.): (για πρόσ.) που θαυμάζει τον εαυτό του και ασχολείται υπερβολικά με αυτόν, κυρ. με την εμφάνισή του. Πβ. αυτάρεσκος, νάρκισσος. Βλ. εγωπαθής, -παθής.
  • ωραιοποίηση [ὡραιοποίηση] ω-ραι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ωραιοποιώ: ~ της κατάστασης/πραγματικότητας. Βλ. εξιδανίκευση, -ποίηση. ΣΥΝ. εξωραϊσμός (2) [< γαλλ. embellissement]
  • ωραιοποιώ [ὡραιοποιῶ] ω-ραι-ο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {-είς ..., -ώντας | ωραιοποί-ησε, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} (λόγ.): παρουσιάζω κάτι, συνήθ. δυσάρεστο ή αρνητικό, με όμορφο τρόπο, χωρίς να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα: ~εί τα γεγονότα. ~ημένη: εικόνα (των πραγμάτων). ~ημένες: καταστάσεις. Βλ. εξιδανικεύω. ΣΥΝ. εξωραΐζω (2) [< γαλλ. embellir]
  • ωραίος , α, ο [ὡραῖος] ω-ραί-ος επίθ. {ωραιότ-ερος, -ατος}: που αρέσει, που προκαλεί ευχαρίστηση, θαυμασμό, ικανοποίηση, συνήθ. λόγω της εμφάνισής του: ~ος: άνδρας (πβ. γόης, κούκλος, ομορφάντρας). ~α: γυναίκα (πβ. Αφροδίτη, καλλονή, κούκλα). Είναι αντικειμενικά ~.|| (ΜΥΘ.) Η ~α Ελένη. Η ~α κοιμωμένη (: ηρωίδα παραμυθιού).|| ~ο: πρόσωπο/σώμα. ~α: χείλη (= ζωγραφιστά). Τα ~ερα μάτια που έχω δει στη ζωή μου! Τι ~α φωνή!|| ~ος: πίνακας. ~α: διακόσμηση. ~ο: μέρος (για διακοπές)/τοπίο. ~ες: εικόνες/παραλίες. ~α: σπίτια/σχέδια. Με ~ο τρόπο. Πβ. όμορφος.|| ~ες: γεύσεις. ~α: γλυκά/φαγητά (= νόστιμα).|| ~ο: όνομα (= εύηχο).|| ~α: εμπειρία/παρέα (= ευχάριστη). ~ες: αναμνήσεις/εποχές/ιδέες/στιγμές.|| Είναι ~ο (πράγμα) να ...|| (ειρων.) Μπράβο, ~α συμπεριφορά!|| Το ~ο (= αστείο) είναι ότι άλλα έλεγε πριν και άλλα λέει τώρα. ΑΝΤ. άσχημος (1) ● Ουσ.: ωραίο (το): η έννοια, το ιδανικό της ομορφιάς: το ~ στην τέχνη/στη φύση. Λάτρεις του ~ου. Δεν έχει αίσθηση/αντίληψη του ~ου. [< γαλλ. le beau] ● επίρρ.: ωραία: Τι ~ που περάσαμε! Έχεις ντυθεί πολύ ~!|| (ειρων.) ~ τα κατάφερες! ● ΣΥΜΠΛ.: το ασθενές/ωραίο/δεύτερο/αδύναμο/αδύνατο φύλο βλ. φύλο, Ωραία Πύλη βλ. πύλη, ωραίο φύλλο βλ. φύλλο ● ΦΡ.: ωραίος! (προφ., συνήθ. για άνδρα): ως έκφραση αποδοκιμασίας, επίπληξης ή ειρωνείας., μια/μία ωραία πρωία βλ. πρωία, όλα καλά/όλα ωραία, όλα ανθηρά βλ. ανθηρός, τι καλά/τι ωραία! βλ. καλά [< μτγν. ὡραῖος, γαλλ. beau]
  • ωραιότητα [ὡραιότητα] ω-ραι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ωραίου: η ~ ενός τοπίου. Πβ. κάλλος, ομορφιά. Βλ. -ότητα. [< μτγν. ὡραιότης]
  • ωράριο [ὡράριο] ω-ρά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {ωραρί-ου}: οι ώρες λειτουργίας ή εργασίας δημόσιων ή ιδιωτικών υπηρεσιών, επιχειρήσεων, καταστημάτων· συνεκδ. ο πίνακας όπου αναγράφονται οι παραπάνω ώρες: διευρυμένο/εβδομαδιαίο/εορταστικό/κανονικό/σχολικό ~.|| Διακεκομμένο/μειωμένο/σπαστό ~.|| (κατ' επέκτ.) ~α πτήσεων. Βλ. δρομολόγιο. ● ΣΥΜΠΛ.: ελεύθερο ωράριο: που ρυθμίζεται από τον εργαζόμενο ή τον εργοδότη., κυλιόμενο ωράριο & κυκλικό ωράριο: σύμφωνα με το οποίο οι υπάλληλοι εργάζονται με βάρδιες: ~ ~ γιατρών/πωλητών., ελαστικό ωράριο (εργασίας) βλ. ελαστικός, ευέλικτο ωράριο (εργασίας) βλ. ευέλικτος, κλιμακωτό ωράριο βλ. κλιμακωτός, συνεχές ωράριο βλ. συνεχής, ώρες/ωράριο λειτουργίας βλ. λειτουργία [< γαλλ. horaire]
  • ωρέ βλ. μωρέ
  • ωριαίος , α, ο [ὡριαῖος] ω-ρι-αί-ος επίθ. 1. που διαρκεί μία ώρα: ~α: συνάντηση. ~ο: διαγώνισμα. 2. που αντιστοιχεί σε χρονικό διάστημα μίας ώρας: ~α: αμοιβή/αντιμισθία (= ωρομίσθιο)/αποζημίωση/παραγωγή/χρέωση. Μέση ~α ταχύτητα οχήματος. ~ο κόστος προγράμματος. 3. που επαναλαμβάνεται ανά μία ώρα: ~ες: αναχωρήσεις. ~α πρόβλεψη καιρού (: κάθε μία ώρα). Βλ. -ιαίος. ● επίρρ.: ωριαία ● ΣΥΜΠΛ.: ωριαία γωνία: ΑΣΤΡΟΝ. δίεδρη γωνία που σχηματίζεται μεταξύ του μεσημβρινού ενός τόπου και του ωριαίου κύκλου αστέρα: ~ ~ (δύσης) του Ήλιου/της Σελήνης. [< γαλλ. angle horaire] , ωριαίος κύκλος: ΑΣΤΡΟΝ. ο μέγιστος κύκλος της ουράνιας σφαίρας που διέρχεται από τους δύο πόλους της και είναι κάθετος στον ουράνιο ισημερινό. Βλ. ουράνιος μεσημβρινός., ζώνη ώρας βλ. ζώνη, ωριαία άτρακτος βλ. άτρακτος [< 1: μτγν. ὡριαῖος]
  • ωριλά [ὠριλά] ω-ρι-λά ουσ. (αρσ.) (ακρ. ΩΡΛ) & (σπάν.) ωριλάς (προφ.): ωτορινολαρυγγολόγος.
  • ωριμάζω [ὡριμάζω] ω-ρι-μά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ωρίμα-σε, ωριμά-σει, -σμένος, ωριμάζ-οντας}: (για πρόσ.) αναπτύσσομαι πλήρως σωματικά, ψυχικά, πνευματικά: ~ βιολογικά/σεξουαλικά/συναισθηματικά. Καθώς ~ (= μεγαλώνω), διαπιστώνω ότι ... Αναγκάστηκε να ~σει απότομα/από πολύ μικρός (πβ. ενηλικιώνομαι). ~σε, επιτέλους, και πάψε να συμπεριφέρεσαι σα μωρό.|| (μτφ.) ~σε ως καλλιτέχνης. Η κοινωνία έχει πλέον ~σει (: είναι έτοιμη) για να δεχτεί μια τέτοια αλλαγή.ωριμάζει 1. (για ορισμένα είδη τροφίμων) γίνεται ώριμο, είναι έτοιμο για κατανάλωση: Οι ντομάτες ~σαν. Φρούτα που δεν έχουν ~σει ακόμη (βλ. άγουρος).|| Το κρασί χρειάζεται χρόνο για να ~σει. Βλ. παλαιώνω.|| ~σμένα: τυριά. 2. (μτφ.) αποκτά ολοκληρωμένη μορφή: Δεν έχει ακόμα ~σει η ιδέα στο μυαλό του. ~σε η αγορά/το αίτημα. ~σε η σκέψη του. Η σχέση τους ~σε μέσα στα χρόνια. ~σε ο καιρός. Έχουν ~σει οι συνθήκες. Βλ. υπερ~. 3. (σπάν.) καθιστά κάποιον ώριμο: Οι δοκιμασίες τον ~σαν. [< μτγν. ὡριμάζω, γαλλ. mûrir]
  • ωρίμανση [ὡρίμανση] ω-ρί-μαν-ση ουσ. (θηλ.) & ωρίμαση: ολοκληρωμένη ανάπτυξη, πλήρης ωριμότητα: βιολογική/πνευματική/σεξουαλική/σωματική/ψυχολογική ~.|| Η ~ των καρπών/φρούτων (= το ωρίμασμα). (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) ~ του τυριού σε ειδικές εγκαταστάσεις. ~ του κρασιού στο βαρέλι (βλ. παλαίωση).|| (μτφ.) Η ~ μιας ιδέας/σκέψης/σχέσης.|| (ΙΑΤΡ.) Η ~ του ωαρίου.|| (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) Η ~ (δημόσιου) έργου (: σύνολο δραστηριοτήτων που απαιτούνται για την πλήρη προπαρασκευή του). [< γαλλ. maturité, maturation]
  • ωρίμασμα [ὡρίμασμα] ω-ρί-μα-σμα ουσ. (ουδ.): ωρίμανση: το ~ των καρπών.

αιχμή

αιχμή[αἰχμή] αιχ-μή ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) το πιο βασικό, ισχυρό ή κρίσιμο σημείο, το αποκορύφωμα κατάστασης, δραστηριότητας, φαινομένου και η αντίστοιχη χρονική στιγμή: η ~ της ανάπτυξης/της επιστήμης/του προβληματισμού/της προόδου. Η ~ της εξέλιξης/της πρωτοπορίας. Θέματα ~ής (= σημαντικά, καυτά, σπουδαία). Έρευνα ~ής (: η οποία στηρίζεται σε σύγχρονα επιστημονικά πορίσματα και σε προηγμένη τεχνολογία). Αίτημα/προϊόντα/υπηρεσίες ~ής. Απεργιακές κινητοποιήσεις με ~ τα οικονομικά προβλήματα. Βρίσκεται/παραμένει στην ~ της επικαιρότητας. Πολιτική αντιπαράθεση με σημείο ~ής την παιδεία.|| (ΦΥΣ.) ~ τάσης.|| Κυκλοφοριακή/τουριστική ~. Στην ~ της σεζόν. 2. οξεία, μυτερή άκρη αντικειμένου: κοφτερή/μεταλλική ~. ~ ακοντίου/βελόνας/βέλους/μαχαιριού/ξίφους. Πβ. άκρο, μύτη.|| ~ της καμπύλης (= κορυφή).αιχμές (οι) (μτφ.): υπαινιγμοί, υπονοούμενα, έμμεσες κατηγορίες: ~ για παραλείψεις. ~ σε βάρος/εναντίον/κατά της κυβέρνησης. Διατυπώνει/εξαπολύει/ρίχνει (δημόσια) ~. Απαντώ σε ~. Άφησε προσωπικές ~ κατά του ...|| (σπάν. στον εν.) Πολιτική ~ή. Πβ. νύξη, σπόντα. [< γαλλ. pointe] ● ΣΥΜΠΛ.: αιχμή του δόρατος (μτφ.): το πιο ισχυρό όπλο για την εφαρμογή (επιθετικής) πολιτικής και γενικότ. για την επίτευξη στόχου: Ο πολιτισμός/τουρισμός πρέπει να είναι η ~ ~ για την ανάπτυξη. [< αγγλ. spear head] , περίοδος αιχμής: χρονικό διάστημα με την πλέον αυξημένη κίνηση, δουλειά: εμπορική/καλοκαιρινή ~ ~. ~ ~ των διακοπών/των εορτών/της τουριστικής κίνησης. Αύξηση δρομολογίων/προσλήψεων εποχικού προσωπικού/πτήσεων σε ~ους ~. ΑΝΤ. νεκρή περίοδος., τεχνολογία αιχμής: η πιο εξελιγμένη, προηγμένη, πρωτοποριακή τεχνολογία. Πβ. υψηλή τεχνολογία. [< αγγλ. leading-edge technology, 1977, γαλλ. technologie de pointe] , ώρα/ώρες αιχμής: περίοδος κορύφωσης της κυκλοφοριακής κίνησης ή της (ενεργειακής) κατανάλωσης: Αύξηση δρομολογίων/μποτιλιάρισμα/συνωστισμός σε ~ ~. ~ ~ της ζήτησης (ηλεκτρικού ρεύματος). [< γαλλ. heures de pointe, 1911] [< 2: αρχ. αἰχμή, γαλλ. pointe]

αλήθεια

αλήθεια[ἀλήθεια] α-λή-θεια ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -είας} 1. αυτό που συμφωνεί με ό,τι πραγματικά υπάρχει ή συμβαίνει, γενικότ. η ίδια η πραγματικότητα: αδιάσειστη/αναμφισβήτητη/αναπόφευκτη/αντικειμενική/απλή/γυμνή (: χωρίς ενδοιασμούς για την αποκάλυψή της)/δυσάρεστη/επώδυνη/ιστορική/μισή/προφητική/σκληρή/υποκειμενική/ωμή ~. Αποδεικνύω/αποκρύπτω/αποσιωπώ/βλέπω/γνωρίζω/μαθαίνω/παραδέχομαι/συνειδητοποιώ την ~. Αναζήτηση/αποκατάσταση/γνώση/διαστρέβλωση/εύρεση της ~ας. Αποκαλύφθηκε/έλαμψε η ~. Η ~ βρίσκεται (κάπου) στη μέση. Τελικά ποια είναι η ~; Δεν λέει πάντοτε την ~. Ο ισχυρισμός/η ομολογία του δεν ανταποκρίνεται στην ~. Αντιλαμβάνονται την ~ με διαφορετικό τρόπο. Θα σας πω πικρές ~ειες. Mύθοι/παραμύθια και ~ειες για το Διάστημα. Βλ. φιλ~.|| (σε όρκο ενώπιον δικαστηρίου) Ορκίζομαι να πω την ~ και μόνο την ~.|| (ΓΛΩΣΣ.) Συνθήκες ~είας (: προϋποθέσεις που πρέπει να ισχύουν, για να θεωρηθεί αληθές το περιεχόμενο των προτάσεων). ΑΝΤ. αναλήθεια, πλάνη1, ψέμα (1), ψεύδος 2. η ιδιότητα κάποιου πράγματος να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα: Αμφισβητώ/αποδεικνύω/ελέγχω/εξακριβώνω/επιβεβαιώνω την ~ των επιχειρημάτων/των καταγγελιών/των λόγων/της μαρτυρίας. Πβ. ακρίβεια, εγκυρότητα, ορθότητα. 3. αρχή, γνώση για την οποία δεν αμφιβάλλει κανείς: αιώνια/απόλυτη/άρρητη/αυταπόδεικτη/βιβλική/διαχρονική/δογματική/επιστημονική/θεμελιώδης/ιστορική/μαθηματική/μεταφυσική/(οντο)λογική/φιλοσοφική/χριστιανική ~. Κρυφές ~ειες. Αμφισβήτηση θεμελιωδών ~ειών. Πβ. αξίωμα. 4. γενικά παραδεκτή άποψη: Είπε μια μεγάλη ~. Στη συζήτηση ακούστηκαν πολλές ~ειες. Βλ. απόφθεγμα, σοφία. ● ΣΥΜΠΛ.: δόση/ίχνος αλήθειας: μέρος, ποσοστό, βαθμός αλήθειας: Δεν υπάρχει ~ ~ (= η παραμικρή αλήθεια) στους ισχυρισμούς της/στο δημοσίευμα. Υπάρχει αρκετή/κάποια/μια δόση ~ στις φήμες., ορός της αλήθειας & (λόγ.) ορός αληθείας: ουσία που προκαλεί ελαφριά νάρκωση και χορηγείται, για να ωθήσει αυτόν που ανακρίνεται, να μιλήσει ελεύθερα. Βλ. ανιχνευτής ψεύδους, ναρκανάλυση. [< αγγλ. truth serum, 1924, γαλλ. sérum de vérité] , τιμή αληθείας: η αλήθεια ή αναλήθεια μίας πρότασης ή δήλωσης: Το σύστημα της λογικής που εισηγήθηκε ο Αριστοτέλης βασίζεται στην αρχή ότι μία πρόταση μπορεί να λάβει δύο ~ές ~, την αλήθεια ή το ψεύδος. [< αγγλ. truth-value, 1903] ● ΦΡ.: από μικρό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια (παροιμ.): τα παιδιά και οι ψυχικά ασθενείς εκφράζονται με μεγαλύτερο αυθορμητισμό και ειλικρίνεια., για να λέμε/πούμε/πω την (καθαρή/μαύρη) αλήθεια: πρέπει να παραδεχτώ ή να αναγνωρίσω ότι: ~ ~, έφταιγες κι εσύ λίγο/τέτοια εξέλιξη δεν την περιμέναμε., η αλήθεια είναι/είναι αλήθεια ότι/πως (εμφατ.): είναι γεγονός, η πραγματικότητα είναι ότι ... : ~ ~ δεν μου αρέσει .../εργάστηκε πολύ σκληρά., η στιγμή/ώρα της αλήθειας: η ώρα της κρίσης, η στιγμή για κάτι σημαντικό: Έρχεται/έφτασε/πλησιάζει ~ ~. [< αγγλ. the moment of truth, 1932] , μα την αλήθεια (προφ.): έκφρ. επιβεβαίωσης: Ευχάριστη έκπληξη ~ ~! Ήθελα, ~ ~, να ήξερα πού βρίσκεται αυτή τη στιγμή!, αυτό/η αλήθεια/το σωστό να λέγεται βλ. λέω [< αρχ. ἀλήθεια, γαλλ. vérité, αγγλ. truth, γερμ. Wahrheit]

ανάγκη

ανάγκη[ἀνάγκη] α-νά-γκη ουσ. (θηλ.) {αναγκ-ών} 1. υποχρέωση που επιβάλλεται από τη φύση ή την κοινωνική ζωή· (ειδικότ.) αίσθηση κάποιας έλλειψης, η οποία πρέπει να ικανοποιηθεί οπωσδήποτε: άμεση/απόλυτη/επιτακτική/(κατ)επείγουσα/εσωτερική/ιατρική/ουσιαστική/πιεστική ~. ~ βοήθειας/επικοινωνίας/συνεργασίας. Ατομικές/βασικές/δημόσιες/επιχειρηματικές/καταναλωτικές/κοινωνικές/πάγιες και διαρκείς/πρόσθετες/προσωπικές/συναισθηματικές/ψυχικές/ψυχολογικές ~ες. Βιολογικές/σωματικές/φυσικές ~ες (: λήψης νερού και τροφής, ούρηση, αφόδευση, σεξ). Οι σημερινές/σύγχρονες ~ες της αγοράς/της νεολαίας. Ανάλυση/αντιμετώπιση/καθορισμός/καταγραφή (των) ~ών. Αναγνωρίζεται/γίνεται αντιληπτή η ~ βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης. Tόνισε την ~ εξεύρεσης λύσης/για διάλογο/να αποκατασταθεί το πρόβλημα. Αισθάνθηκε/ένιωσε την ~ να απολογηθεί. ...που τόσο πολύ έχουμε ~. Προϊόν που ανταποκρίνεται/ικανοποιεί/καλύπτει τις ~ες των καταναλωτών. Έχει μικρές/πολλές ~ες. Θα γίνουν προσλήψεις για τις ~ες του προγράμματος. Πβ. χρεία. 2. δύσκολη περίσταση, κρίσιμη κατάσταση: Στρατιωτική επέμβαση θα γίνει μόνο σε έσχατη ~. Σε καιρό ~ης. ● ΣΥΜΠΛ.: έκτακτης/άμεσης/πρώτης ανάγκης: για κρίσιμη κατάσταση: κλήσεις(/τηλέφωνα)/ομάδες/περιστατικά/υπηρεσίες ~ ~. Ασφαλής εκκένωση σχολικών κτιρίων σε περίπτωση ~ ~. [< αγγλ. emergency] , κατάσταση ανάγκης 1. περίπτωση κατά την οποία κάποιος χρειάζεται βοήθεια: Εξασφάλιση αξιοπρεπών όρων διαβίωσης για άτομα σε ~ ~. Το κινητό μπορεί να σας σώσει τη ζωή σε ~ ~. 2. ΝΟΜ. όταν κάποιος αναγκάζεται να διαπράξει αξιόποινη πράξη, για να αποτρέψει κάτι πολύ χειρότερο για αυτόν: Η απειλή κατά της ζωής κάποιου συνιστά ~ ~. [< αγγλ. case of emergency] , αδήριτη ανάγκη βλ. αδήριτος, βιοτικές ανάγκες βλ. βιοτικός, διερεύνηση αναγκών βλ. διερεύνηση, κατάσταση έκτακτης ανάγκης βλ. κατάσταση, λύση ανάγκης βλ. λύση, φώτα έκτακτης/επείγουσας ανάγκης βλ. φως ● ΦΡ.: (βρίσκομαι) σε (μεγάλη) ανάγκη: δεν έχω χρήματα ή γενικότ. χρειάζομαι βοήθεια: Εξασφάλιση τροφής και στέγης σε ανθρώπους που ~ονται ~. Πβ. στενότητα., (δεν) είναι ανάγκη να ...: (δεν) είναι απαραίτητο, (δεν) χρειάζεται: ~ ~ παραμείνουμε ενωμένοι. Δεν ~ ~ βιαστείς., (δεν) έχω την ανάγκη (κάποιου)/(δεν) έχω ανάγκη από (κάτι)/(δεν) τον έχω ανάγκη: (δεν) χρειάζομαι κάποιον ή κάτι: Δεν σ' έχω (καμία/καθόλου) ~! Παρέχουν βοήθεια σε όσους την έχουν ~., (μα) δεν ήταν ανάγκη!: ως τυπική απάντηση ευγένειας σε κάποιον που προσφέρει δώρο: -Σας έφερα λίγα γλυκά. -Ευχαριστώ, μα ~ ~!|| ~ ~ να μπείτε σε τόσο κόπο (= δεν χρειαζόταν)., (μα) ήταν ανάγκη;: ρητορική ερώτηση που εκφράζει λύπη για κάτι δυσάρεστο: ~ ~ να το αναφέρεις; Αφού ξέρεις πως την πειράζει ..., ανάγκα και (οι) θεοί πείθονται (αρχαιοπρ.): και οι πιο δυνατοί, οι πιο πείσμονες, υποχωρούν μπροστά σε μεγάλη πίεση ή ανυπέρβλητη δυσκολία: Δεν ήθελε να το κάνει, αλλά ~ ~., ανάγκη τον έχω; (προφ.): ρητορική ερώτηση που εκφράζει αδιαφορία για την άποψη κάποιου: Τι σε νοιάζει τι θα πει; ~ έχεις; (= σάμπως τον έχεις ~;), βρίσκομαι στην ανάγκη: αναγκάζομαι: Βρέθηκα ~ να δανειστώ χρήματα., είδη/αγαθά πρώτης ανάγκης & έκτακτης ανάγκης: τα απολύτως απαραίτητα (δηλ. τρόφιμα, ρούχα, φάρμακα, νερό): Ανθρωπιστική βοήθεια με είδη ~ ~ θα αποσταλεί στις πληγείσες περιοχές. [< γαλλ. choses de première nécessité] , κάνω την ανάγκη μου & πάω για την/προς ανάγκη μου (ευφημ.): ουρώ ή αφοδεύω: Το σκυλί έμαθε να κάνει ~ του έξω από το σπίτι. Πβ. κάνω (τα) κακά (μου), πάω/πηγαίνω προς νερού μου. [< γαλλ. faire les besoins] , κατ' ανάγκη(ν)/εξ ανάγκης (λόγ.): αναγκαστικά, λόγω έλλειψης άλλης δυνατότητας: Βρέθηκαν σ' αυτή τη δουλειά ~ ~ και όχι κατ' επιλογή. Η αλληλεγγύη στους συλληφθέντες δεν σημαίνει ~ ~ και ταύτιση μαζί τους. [< γαλλ. nécessairement] , ο φίλος στην ανάγκη φαίνεται (παροιμ.): η πραγματική φιλία αποδεικνύεται, κρίνεται στις δύσκολες στιγμές., σε περίπτωση ανάγκης & σε περιπτώσεις ανάγκης & για/σε (μια) ώρα ανάγκης: αν χρειαστεί: οδηγίες/σχέδιο διάσωσης/χρήσιμες ιατρικές συμβουλές ~ ~. Παροχή βοήθειας ~ ~. ~ ~ επικοινωνήστε με .../καλέστε το .../χρησιμοποιήστε ...|| Έχω κάτι χρήματα στην άκρη ~ ~ (= σε περίπτωση που χρειαστούν). [< αγγλ. in case of emergency] , στην ανάγκη/εν ανάγκη: αν χρειαστεί, αν δεν γίνεται διαφορετικά: Ας κάνουμε μια κράτηση και ~ ~ την ακυρώνουμε. ~ ~ τηλεφωνήστε μου. [< γαλλ. au besoin] , τι ανάγκη έχει;/δεν έχει ανάγκη (προφ.): για να δηλωθεί ότι κάποιος ή κάτι δεν χρειάζεται στήριξη, βοήθεια: Τι ~ ~ αυτή; Θα τον βρει τον δρόμο της. Μην τον φοβάσαι αυτόν, δεν έχει ~!, υπάρχει άμεση/μεγάλη/(κατ)επείγουσα ανάγκη: χρειάζεται άμεσα, επειγόντως: ~ ~ για αίμα/να ληφθούν μέτρα προστασίας των δασών. ~ ~ εύρεσης μοσχεύματος. ~ ~ από εθελοντές., άτομα με ειδικές ανάγκες/ικανότητες/δεξιότητες βλ. ειδικός, κάνω την ανάγκη φιλοτιμία βλ. φιλοτιμία [< αρχ. ἀνάγκη, γαλλ. nécessité, besoin]

ανάθεμα

ανάθεμα[ἀνάθεμα] α-νά-θε-μα ουσ. (ουδ.) {αναθέμ-ατος} 1. (επιφών.) ως έκφραση αγανάκτησης· κατάρα: ~ (σ') αυτόν που σ' έκανε (: καταραμένος να 'ναι)! ~ την τύχη μου! ~ στη φτώχεια μας! 2. κατάρα, αποκήρυξη· κατ' επέκτ. καταραμένο πρόσωπο ή πράγμα: (μτφ.) Εισπράττει το ηθικό και πολιτικό ~. ΣΥΝ. αναθεματισμός (1) 3. ΕΚΚΛΗΣ. (κυρ. παλαιότ.) αφορισμός: άρση του ~ατος. ● ΦΡ.: ανάθεμα (με) (κι) αν: για επίταση της άρνησης: ~ ~ κατάλαβα τι μου λες!, ανάθεμα την ώρα και τη στιγμή που ... (ως κατάρα): για να δηλωθεί ότι κάποιος μετάνιωσε πικρά για κάτι: ~ ~ που σε γνώρισα!, πανάθεμα/(π') ανάθεμα (+ αιτιατ. κυρ. αδύνατου τ. προσ. αντων.): για δήλωση δυσαρέσκειας, εκνευρισμού: ~ά με, όλο ανοησίες κάνω/~ά σας.|| (οικ.) Είναι και νοστιμούλης ~ ~ά τον (: χαριτολογία)!, ρίχνω σε κάποιον/κάτι το ανάθεμα/το(ν) λίθο του αναθέματος & την πέτρα του αναθέματος: επιρρίπτω ευθύνες σε κάποιον για κάτι κακό: Του ~ουν ~ για ό,τι στραβό συμβαίνει., στ' ανάθεμα (ως επιφών., λαϊκό-υβριστ.): για δήλωση εκνευρισμού, στο(ν) διάολο: Άι ~ ~! [< 1,2: μτγν. ἀνάθεμα]

ανθηρός

ανθηρός, ή, ό [ἀνθηρός] αν-θη-ρός επίθ. (λόγ.) 1. (μτφ.) που βρίσκεται σε περίοδο ακμής, κυρ. οικονομικής: ~ή: επιχείρηση/(τοπική) οικονομία. ~ό: εμπόριο. Πβ. ακμαίος, εύρωστος.|| Τα πράγματα δεν είναι τόσο ~ά (= αισιόδοξα, ευχάριστα). 2. (κυριολ.) ανθισμένος. Πβ. θαλερός. Βλ. -ηρός. ● επίρρ.: ανθηρά ● ΦΡ.: όλα καλά/όλα ωραία, όλα ανθηρά (μτφ.-συχνά ειρων.): για να δηλωθεί ότι κάτι βρίσκεται σε καλό δρόμο. [< 1: γαλλ. florissant 2: αρχ. ἀνθηρός]

από

από[ἀπό] α-πό πρόθ. & (προφ.) απ' (πριν από φωνήεν ή γεν./αιτ. οριστικού άρθρου) & αφ' (πριν από φωνήεν δασυνόμενης (παλαιότ.) λέξης) (+ αιτ.) δηλώνει: 1. απομάκρυνση από τόπο, αποχωρισμό από πρόσωπο: Μην απομακρυνθείς ~ το σπίτι! Τους διώξανε ~ τον τόπο τους. Θα λείψει μερικές μέρες ~ το σχολείο. Κατέβηκε ~ το λεωφορείο. Πέταξε τα χρήματα ~ το μπαλκόνι. (+ επίρρ.) Φύγε ~ κοντά μου! Έπεσε/πήδηξε ~ ψηλά.|| (μτφ.) Το τελικό σχέδιο απέχει πολύ ~ το αρχικό. Είμαστε ακόμα πολύ μακριά ~ την επιτυχία!|| Θέλει να τον χωρίσει ~ τους δικούς του. 2. στέρηση, έλλειψη, απαλλαγή: προστασία ~ τον ήλιο. Θέατρο άδειο ~ κόσμο. Ορφανή ~ μητέρα. Στερημένος ~ αγάπη. Απελευθερωμένος ~ το άγχος/κάθε εξάρτηση/τις συμβάσεις/ταμπού. Δεν έχω ανάγκη ~ τίποτε. Παραιτήθηκε ~ βουλευτής. Ξέμεινε ~ μετρητά. Έχει εξαιρεθεί ~ κάθε υποχρέωση. Δεν πρόκειται να γλιτώσεις/ξεφύγεις/σωθείς ~ τα χέρια του! 3. καταγωγή ή προέλευση: Κατάγεται ~ τον Βόλο. Δεν είναι ~ 'δω/τα μέρη μας. Βαστάει/κρατάει ~ μεγάλη οικογένεια.|| Γυρνώντας ~ τη δουλειά ... Πότε επιστρέφεις ~ το εξωτερικό; Γράμματα ~ το μέτωπο. Αποσπάσματα/χωρία ~ αρχαία κείμενα. Σκηνή ~ την ταινία. Συμμετοχές ~ όλη τη χώρα. Δώρα ~ φίλους. (+ επίρρ.) Προϊόντα ~ έξω (= ξένα). Έρχομαι ~ μακριά.|| Δεν δέχτηκε/ζήτησε/πήρε χρήματα ~ τον ασθενή. Δανείστηκε ~ συγγενείς. 4. χρονικό ή τοπικό σημείο αφετηρίας, έναρξης, εκκίνησης: ~ αύριο αρχίζω δίαιτα! ~ νωρίς στα βάσανα. Δουλεύει ~ μικρός. Πέρασαν χρόνια ~ τη στιγμή/τότε που …|| Γυμνός ~ τη μέση και πάνω. Το σπίτι της είναι μερικά μέτρα/λεπτά ~ το γραφείο. (μτφ.) Βλέπει τα πράγματα ~ τη δική του γωνία/σκοπιά.|| (από ... μέχρι/ως· για χρονικό ή τοπικό διάστημα, εύρος:) ~ την αρχή ως το τέλος. ~ την ανατολή ως τη δύση. Έχεις προθεσμία ~ τις αρχές του μήνα/το πρωί ίσαμε/μέχρι/ως ... Τον κάνω ~ τριάντα μέχρι τριάντα πέντε. H διαδρομή ξεκινά ~ ... και φτάνει μέχρι/ως … Η θερμοκρασία θα κυμανθεί ~ ... μέχρι ... βαθμούς Κελσίου.|| (εμφατ.) Στην αποθήκη υπάρχουν ~ καρφιά μέχρι πριόνια (= όλα τα απαραίτητα). Γνωρίζει τους πάντες, ~ τον πιο μικρό μέχρι/ως τον πιο μεγάλο. 5. Διέλευση, κατεύθυνση: πέρασμα ~ τούνελ/φαράγγι/χαράδρα. (ΓΕΩΜ.) Η ευθεία διέρχεται ~ τα σημεία Α και Β. Ήρθε ~ άλλο δρόμο. Ο κλέφτης μπήκε ~ το παράθυρο. Περνάω την κλωστή ~ τη βελόνα. Έλα/πέρνα το βράδυ ~ εδώ/το σπίτι. Πώς (κι) ~ 'δω;|| (εμφατ.) Περάσαμε ~ πόλεις και χωριά/όρη και βουνά (= ~ παντού). (... + σε) Πήγαιναν ~ πόρτα σε πόρτα (: για να εκφραστεί ακολουθία).|| (+ γεν.) (λόγ.) Περιοχή προσβάσιμη (μόνο) ~ αέρος/θαλάσσης/ξηράς (πβ. δια μέσου, μέσω). 6. εντοπισμό στον χώρο: (μετά από τοπικά επιρρήματα) έξω/πίσω ~ το σπίτι. (~) μέσα ~ το πουκάμισο. Λάμπα πάνω ~ το τραπέζι. Πέρα ~ τον ορίζοντα. Κοιτούσε μέσα ~ τις γρίλιες.|| Κάθεται ~ μέσα/τη μέσα μεριά. 7. σημείο στήριξης, εξάρτησης: Κρέμασε το φανάρι ~ το γάντζο/(+ επίρρ.) ψηλά. Κρεμάστηκε ~ το λαιμό του. Βάστα/κράτα/πιάσε με ~ το χέρι!|| (μτφ.) Τα πάντα εξαρτώνται ~ σένα! Ανεξάρτητα ~ το αποτέλεσμα ... 8. τον δεύτερο όρο σύγκρισης: ανώτερος/ικανότερος ~ τους άλλους. Πιο έξυπνος ~ όλους. Προτιμάς αυτόν ~ εμένα; (+ επίρρ.) Eίμαι καλύτερα ~ (= παρά) ποτέ. Μου φάνηκε διαφορετικός ~ ό,τι συνήθως. Πβ. συγκριτικά με, σε σχέση με. 9. ποιητικό αίτιο: Το δουλεμπορικό καταδιώχτηκε ~ σκάφος του Λιμενικού. Η αξιολόγηση θα γίνει ~ αρμόδια επιτροπή. Πτυχίο αναγνωρισμένο ~ το κράτος. Σπίτια κατεστραμμένα ~ τη φωτιά.|| (με ρηματικά επίθετα:) Αγαπητή/αποδεκτή ~ όλους. 10. αιτία: τραυματισμός ~ πτώση (ΣΥΝ. εξαιτίας, λόγω). Κουρασμένος ~ το ταξίδι. Κέρδη ~ επενδύσεις. Πήγε ~ πνιγμό (= πνίγηκε). Δάκρυσε ~ συγκίνηση. Πέθανα ~ την ντροπή μου! Κοκκίνισε ~ το κακό του! ~ το γέλιο της κατάλαβε ότι τον ειρωνευόταν.|| (όργανο:) Nεκρός ~ μαχαίρι. 11. ύλη, περιεχόμενο: έπιπλα ~ καρυδιά. Βάζο ~ γυαλί (= γυάλινο). Φόρεμα ~ μετάξι. Κοσμήματα ~ χρυσό.|| Σταγόνες ~ αίμα (= αίματος). Σωρός ~ ξύλα. Βουνό ~ άπλυτα! Ομάδα/παρέα ~ νεαρά άτομα. 12. τρόπο ή μέσο: Έμαθαν τα νέα ~ τους γείτονες/την τηλεόραση. Τα κατάφερα ~ μόνος μου! Ζει ~ τους γονείς του (: τον συντηρούν).|| (+ γεν., λόγ.) Eπικοινωνία ~ τηλεφώνου. Πβ. μέσω. 13. αναφορά: Πώς πας ~ χρήματα/υγεία; Δεν ξέρει/σκαμπάζει (τίποτα) ~ υπολογιστές! Άσχετος ~ αυτοκίνητα. (ειρων.) ~ δουλειά άλλο τίποτα! 14. το σύνολο σε σχέση με μέρος του: ~ τους χίλιους οι εκατό/οι μισοί. Ένας ~ σας θα έρθει. Θα φάω λίγο/έχω ~ όλα. Δοκίμασε ~ το γλυκό. Ένας/κάποιοι/οι περισσότεροι ~ τους παρευρισκόμενους ... Θέλω δύο κιλά ~ αυτά τα μήλα. Δεν ισχύει τίποτε ~ αυτά που λες. Τον πήρε ~ το χέρι.|| (προφ., αφαίρεση:) Δύο ~ πέντε, τρία (: πέντε μείον/πλην δύο κάνουν τρία). 15. επιμερισμό: Έδωσαν/πήραν ~ δέκα ευρώ. Έφαγαν ~ λίγο ο καθένας. 16. (… + σε) μεταβολή: Μετέτρεψαν το δωμάτιο ~ γραφείο σε καθιστικό. ~ το γέλιο στο δάκρυ. Μέσα σε λίγο καιρό έγινε ~ υπάλληλος προϊστάμενος. 17. (κανένας άλλος/καμία άλλη/τίποτα άλλο εκτός ...) εξαίρεση: Δεν έχω κανέναν άλλο (εκτός) ~ εσένα. Δεν υπάρχει καμία άλλη λύση ~ την υποχώρηση. Δεν ξέρει τίποτα άλλο ~ τη δουλειά του. ● ΦΡ.: από κει και πέρα: από το σημείο αυτό και εξής: Άκουσα τις συμβουλές σου, ~ ~ (όμως) άσε με να αποφασίσω μόνος μου., (από) πάππου προς πάππου βλ. πάππος, (από/καλύτερα) μακριά και αγαπημένοι βλ. μακριά, (αυτό) είναι απ' τ' άγραφα! βλ. άγραφος, απ' άκρη σ' άκρη βλ. άκρη, απ' τα ψηλά στα χαμηλά (και απ' τα πολλά στα λίγα) βλ. ψηλός, απ' την καλή (κι απ' την ανάποδη) βλ. καλή, απ' το κακό στο χειρότερο βλ. κακό, από (καλό) σπίτι βλ. σπίτι, από (μεγάλο) σόι/τζάκι βλ. σόι, από (τα) πριν βλ. πριν, από άλλο ανέκδοτο βλ. ανέκδοτο, από άμβωνος βλ. άμβωνας, από αμέλεια βλ. αμέλεια, από αναβολή σε αναβολή βλ. αναβολή, από άνθρωπο σε άνθρωπο βλ. άνθρωπος, από αρχαιοτάτων χρόνων βλ. αρχαίος, από γεννησιμιού (μου/σου/του) βλ. γεννησιμιό, από δεύτερο χέρι βλ. δεύτερος, από δήμαρχος κλητήρας βλ. δήμαρχος, από δω κι από κει & εδώ κι εκεί & μια εδώ και μια εκεί βλ. εδώ, από δω παν' κι (οι) άλλοι βλ. άλλος, από δω τον είχα, από κει τον είχα βλ. έχω, από εδώ και πέρα/και στο εξής/και μπρος βλ. εδώ, από ένστικτο βλ. ένστικτο, από ευγένεια/για λόγους ευγένειας βλ. ευγένεια, από Θεού άρξασθε/άρξασθαι βλ. θεός, από κάθε άποψη βλ. άποψη, από καθέδρας βλ. καθέδρα, από καθήκον βλ. καθήκον, από καιρό σε καιρό βλ. καιρός, από καρδιάς βλ. καρδιά, από καταβολής κόσμου βλ. καταβολή, από κει που ήρθε/'ρθε βλ. εκεί, από κοινού βλ. κοινός, από κόκαλο βλ. κόκαλο, από κοντά βλ. κοντά, από κούνια βλ. κούνια, από κτίσεως κόσμου/Ρώμης βλ. κτίση, από λεπτό σε λεπτό βλ. λεπτό, από Μάρτη καλοκαίρι κι από Αύγουστο χειμώνα βλ. Μάρτης, από μέρα σε μέρα βλ. μέρα, από μέρους (κάποιου) βλ. μέρος, από μηδενική βάση βλ. μηδενικός, από μηχανής θεός βλ. μηχανή, από μικρό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια βλ. αλήθεια, από μνήμης βλ. μνήμη, από μόνος μου/σου/του βλ. μόνος, από μπρος κι από πίσω βλ. εμπρός, από μυλωνάς δεσπότης βλ. μυλωνάς, από παιδί βλ. παιδί, από παλιά βλ. παλιά, από πάνω μέχρι/ως κάτω βλ. πάνω & επάνω, από πατέρα σε γιο βλ. πατέρας, από πού κι ως πού βλ. πού, από πού κρατά(ει)/βαστά(ει) η σκούφια του; βλ. σκούφια, από προσώπου γης/από το πρόσωπο της γης βλ. πρόσωπο, από πρώτο χέρι βλ. πρώτος, από σκοπού βλ. σκοπός, από σπίτι σε σπίτι βλ. σπίτι, από σπόντα βλ. σπόντα, από στήθους βλ. στήθος, από στιγμή σε στιγμή βλ. στιγμή, από στόμα σε στόμα βλ. στόμα, από συνήθεια βλ. συνήθεια, από τα βάθη της καρδιάς/της ψυχής (μου) βλ. βάθος, από τα γεννοφάσκια (μου/σου/του) βλ. γεννοφάσκια, από τα χείλη/διά χειλέων κάποιου βλ. χείλος, από τη μάνα του βλ. μάνα, από τη μια (πλευρά/μεριά) ..., από την άλλη (πλευρά/μεριά) βλ. πλευρά, από τη μια στιγμή/μέρα στην άλλη βλ. μέρα, από τη Σκύλλα στη Χάρυβδη βλ. Σκύλλα, από τη στιγμή που βλ. στιγμή, από την άποψη/από ... άποψη/από απόψεως & από άποψης βλ. άποψη, από την αρχή ως/μέχρι το τέλος βλ. αρχή, από την κόλαση στον παράδεισο βλ. κόλαση, από την κορυφή ως τα νύχια βλ. κορυφή, από την παραγωγή στην κατανάλωση βλ. παραγωγή, από την πίσω πόρτα βλ. πόρτα, από την ώρα που βλ. ώρα, από το άλφα ως το ωμέγα βλ. άλφα, από το αποτέλεσμα βλ. αποτέλεσμα, από το γεγονός ότι βλ. γεγονός, από το ένα αυτί μπαίνει (και) από το άλλο βγαίνει βλ. αυτί, από το ένα στο άλλο βλ. άλλος, από το μηδέν βλ. μηδέν, από το στόμα μου το πήρες! βλ. στόμα, από το στόμα σου και στου Θεού τ' αυτί! βλ. στόμα, από το τίποτα βλ. τίποτα, από τον Άννα στον Καϊάφα βλ. Άννας, από τον καιρό του Νώε βλ. Νώε, από τον πρώτο ως τον τελευταίο βλ. πρώτος, από τώρα; βλ. τώρα, από υποχρέωση βλ. υποχρέωση, από χειρόγραφο βλ. χειρόγραφο, από χέρι σε χέρι βλ. χέρι, από ώρα σε ώρα βλ. ώρα, από/απ' τη μεριά (μου/σου ...) βλ. μεριά, από/απ' το πρωί ως/μέχρι το βράδυ βλ. βράδυ, από/κατά σύμπτωση βλ. σύμπτωση, από/με πρόθεση βλ. πρόθεση, αφ' εαυτού/αφεαυτού (μου/του/της) βλ. εαυτός, αφ' υψηλού βλ. υψηλός, γίναμε από δυο χωριά (χωριάτες) βλ. χωριό, εκ μέρους/από μέρους (κάποιου) βλ. μέρος, εκ πεποιθήσεως βλ. πεποίθηση, εκ/από Θεού βλ. θεός, εξ αντανακλάσεως βλ. αντανάκλαση, εξ αποστάσεως/από απόσταση βλ. απόσταση, κατά λάθος βλ. λάθος, κρέμεται από/σε μια (λεπτή) κλωστή βλ. κλωστή, κρέμομαι από τα χείλη/το στόμα κάποιου βλ. κρέμομαι, μακριά από μας/απ' εδώ βλ. μακριά, μια ανάσα από/πριν από βλ. ανάσα, πάνω απ' όλα βλ. πάνω & επάνω, πάνω απ' τον ώμο (κάποιου) βλ. ώμος, πάνω από το κεφάλι μου/τα κεφάλια μας βλ. κεφάλι, παρελθέτω/απελθέτω απ' εμού το ποτήριον τούτο βλ. ποτήριο, περνά από πολλά χέρια βλ. χέρι, περνώ (κάτι) από την τρύπα/το μάτι της βελόνας βλ. τρύπα, περνώ από (ψιλό) κόσκινο βλ. κόσκινο, περνώ από σαράντα/χίλια κύματα βλ. κύμα, το ψάρι βρομά(ει) απ' το κεφάλι βλ. βρομώ, χωρισμός από τραπέζης και κοίτης βλ. κοίτη [< αρχ. ἀπό, μεσν. απ΄, αρχ. ἀφ΄]

αρχύτερα

αρχύτερα[ἀρχύτερα] αρ-χύ-τε-ρα επίρρ. & αρχίτερα: νωρίτερα, πρωτύτερα. Κυρ. στη ● ΦΡ.: μια(ν) ώρα αρχύτερα: όσο το δυνατό γρηγορότερα: Ας ξεμπερδεύουμε/τελειώνουμε ~ ~. [< μεσν. αρχύτερα]

άτρακτος

άτρακτος[ἄτρακτος] ά-τρα-κτος ουσ. (θηλ.) {ατράκτ-ου} 1. ΑΕΡΟΝ. -ΜΗΧΑΝ.-ΤΕΧΝΟΛ. το κύριο μέρος, ο σκελετός του αεροσκάφους που περιλαμβάνει τον θάλαμο πλοήγησης, τους χώρους των επιβατών, του φορτίου και των οργάνων ελέγχου: ~ αεροπλάνου/ελικοπτέρου. 2. ΜΗΧΑΝΟΛ. επιμήκης, συνήθ. κυλινδρικός άξονας που μεταδίδει περιστροφική κίνηση στις μηχανές: ~ ηλεκτροκινητήρα. 3. ΓΕΩΜ. τμήμα της επιφάνειας μιας σφαίρας μεταξύ δύο μέγιστων ημικυκλίων με κοινή διάμετρο. 4. ΒΙΟΛ. ατρακτοειδές σχήμα που παρατηρείται κατά τη μετάφαση της κυτταρικής διαίρεσης και το οποίο αποτελείται από μικροσωληνίσκους που συνδέονται με τα χρωμοσώματα: μιτωτική/πυρηνική ~. 5. (λόγ.) αδράχτι. ● Υποκ.: ατρακτίδιο (το) (λόγ.) ● ΣΥΜΠΛ.: μυϊκή άτρακτος & (σπάν.) νευρομυϊκή άτρακτος: ΙΑΤΡ. μια από τις αισθητήριες απολήξεις των σκελετικών μυών που αποτελούν τους υποδοχείς των ερεθισμάτων και είναι υπεύθυνοι για το παθητικό τέντωμα του μυός. [< γαλλ. fuseau (neuro)musculaire] , ωριαία άτρακτος: ΓΕΩΓΡ. ζώνη ώρας. [< γαλλ. fuseau horaire, 1911] [< 1: γαλλ. fuselage, 1908 2-4: γαλλ. fuseau 5: μτγν. ἄτρακτος]

βάρβαρος

βάρβαρος, η, ο βάρ-βα-ρος επίθ. 1. βίαιος, σκληρός, απάνθρωπος: ~ος: κατακτητής. ~η: εισβολή/επίθεση/πράξη. ~ες: ποινές. ~α: εγκλήματα. Πβ. βάναυσος.|| (μτφ.) ~ες συνθήκες εργασίας (= άθλιες). 2. απολίτιστος, απαίδευτος, άξεστος: ~ος: λαός. Πβ. πρωτόγονος.|| ~η: συμπεριφορά. Βλ. τρισ~. ΑΝΤ. πολιτισμένος. ● Ουσ.: βάρβαρος (ο) {συνήθ. στον πληθ.}: συμμορία ~άρων. Πβ. βάνδαλος.|| (ΙΣΤ., στην αρχαιότητα· αυτός που δεν είχε ελληνική καταγωγή) Επιδρομές/ορδές ~άρων. ● επίρρ.: βάρβαρα ● ΣΥΜΠΛ.: βάρβαρη ώρα (προφ.): ακατάλληλη ή δύσκολη· συνήθ. πολύ πρωί, ξημερώματα ή πολύ αργά, μεσάνυχτα: Ξυπνάω κάθε μέρα στις πέντε το πρωί, ~ ~! Βλ. άγρια/βαθιά/μαύρα χαράματα. [< αρχ. βάρβαρος, γαλλ. barbare, αγγλ. barbarous]

βλαστημώ

βλαστημώ[βλαστημῶ] βλα-στη-μώ ρ. (μτβ.) {βλαστημ-άς ...| βλαστήμ-ησα, -ήσω, -ώντας} & βλαστημάω & (λόγ.) βλασφημώ: βρίζω ιδ. τα θεία: ~ούν τα ιερά και τα όσια. Πβ. αισχρο-, χυδαιο-λογώ, βωμολοχώ.|| ~άει την τύχη του. Πβ. αναθεματίζω. ● ΦΡ.: βλαστημώ/καταριέμαι/σιχτιρίζω την ώρα και τη στιγμή που ... (υβριστ.): μετανιώνω πικρά για κάτι (δηλώνεται οργή και αγανάκτηση): ~ ~ που πάτησα εκεί μέσα. (απειλητ.) Θα τον κάνω να βλαστημήσει ~ ~ που γεννήθηκε. [< μεσν. βλαστημώ < αρχ. βλασφημῶ]

Καλωσορίζομαι

Καλωσορίζομαι

βλέ-πω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {είδα (δω, προστ. δες, δείτε (λαϊκό) δέστε κ. ιδέστε, δει (λαϊκό) ιδεί, ειδωθήκαμε κ. ιδωθήκαμε, ιδωθεί, βλέποντας, ιδωμένος} 1. αντιλαμβάνομαι οπτικές παραστάσεις μέσω της όρασης, στρέφω το βλέμμα μου προς συγκεκριμένη κατεύθυνση: Δεν ~ει καθόλου (= είναι τυφλός)/καλά χωρίς γυαλιά (βλ. μυωπία, πρεσβυωπία). ~ει από το ένα μάτι. Βλ. αγγίζω, ακούω, γεύομαι, μυρίζω.|| (μτφ.) ~ει με τα μάτια της ψυχής.|| (Για) δες (= κοίτα) πάνω/πώς περπατάει/τι κάνει! Την είδε από μακριά/στο βάθος. Με το που τον ~ει, ... Τους είδαν να φεύγουν. Μη σε δει κανείς (= μη σε πάρει είδηση)! Δεν ~εις (= προσέχεις) πού πατάς; Δεν μπορούσαμε να δούμε (= διακρίνουμε) τίποτα από τον καπνό. Χαίρεσαι να τους ~εις μαζί (: ταιριάζουν). Θέλω να σε ~ (: να είσαι) χαρούμενη. (σε ευχή) Να τη δεις νυφούλα (πβ. καμαρώνω)!|| Το είδα στην εφημερίδα (= διάβασα). Βλ. δια~, ξανα~, παρα~, πρωτο~. 2. (μτφ.) διαμορφώνω άποψη, θεωρώ, κρίνω, αντιμετωπίζω με συγκεκριμένο τρόπο: Πώς ~εις (: αξιολογείς, βρίσκεις) την κατάσταση; Δες το σαν μια καλή ευκαιρία να ... Δεν το ~ σωστό να ... Αν συνεχίσεις έτσι, σε ~ (= προβλέπω) να μένεις στην ίδια τάξη! Δεν (μας) ~ να τα καταφέρνουμε (πβ. πιστεύω)!|| ~ει (= μαντεύει, προλέγει, προφητεύει) το μέλλον.|| Πώς ~εις (= φαντάζεσαι) τον εαυτό σου μετά από δέκα χρόνια;|| Σε ~ μόνο σαν φίλο (: όχι ερωτικά). ~ει τους πάντες και τα πάντα με καχυποψία (πβ. υπο~).|| Κοιμήσου τώρα και αύριο ~ουμε (= αποφασίζουμε) τι θα κάνουμε. 3. (μτφ.) διαπιστώνω, καταλαβαίνω, συνειδητοποιώ: Τώρα ~ ότι έκανα λάθος. ~εις πόσο κουράζομαι; Όπως θα είδατε κι οι ίδιοι, οι συνθήκες έχουν αλλάξει. Είδες που στα 'λεγα; Περιμένω να δω πού θα καταλήξει η συζήτηση. Δεν ~ τι νόημα έχουν όλα αυτά. Πβ. κατανοώ.|| (κατ' επέκτ.) Θα δεις (= θα μάθεις) πολλά εδώ που ήρθες. Δεν είδες τι έγινε (: δεν έμαθες); ΣΥΝ. αντιλαμβάνομαι (1) 4. (μτφ.) ελέγχω, προσέχω, ερευνώ: Δες (= τσέκαρε) αν υπάρχουν λάθη στο κείμενο.|| Πρέπει να σε δει (= εξετάσει) γιατρός. Ας δούμε το ζήτημα αναλυτικά.|| ~ το μωρό/το φαγητό/τη φωτιά (πβ. επιτηρώ).|| ~ουν (= ενδιαφέρονται, κοιτάζουν) μόνο το κέρδος/το συμφέρον τους. Πβ. απο~, προσ~. 5. επικοινωνώ με κάποιον, τον συναντώ ή τον επισκέπτομαι: Τον είδα χθες. Έλα να με δεις, όποτε θες. Ο διευθυντής θα σας δει (= δεχτεί) σε λίγο. Δεν θέλω να δω κανένα (: θέλω να μείνω μόνος). Είμαι σίγουρη, κάπου σ' έχω δει (πβ. γνωρίζω, ξέρω). 6. (για θεάματα) παρακολουθώ: Τι ~εις στην τηλεόραση; Πήγαν να δουν τον αγώνα (στο γήπεδο).βλέπε (συντομ. βλ.): ως παραπομπή: ~ σελ. ... Πβ. ιδέ., βλέπει (μτφ.): έχει θέα προς ορισμένο σημείο: Βεράντα που ~ προς τη θάλασσα. Το μπαλκόνι ~ ανατολικά. ΣΥΝ. αντικρίζει, βλεπόμαστε: συναντιόμαστε: Δεν ~ πια (: έχουμε χαθεί, δεν επικοινωνούμε). Ειδωθήκαμε πρόσφατα. Πόσο καιρό έχουμε να ιδωθούμε; ~ονται στα κρυφά (: για ερωτικές συναντήσεις)., έχω δει: έχω αρνητικά ή θετικά βιώματα: Μόνο λύπες έχει ~ στη ζωή της. Πβ. ζω. ● ΦΡ.: (βλέπω κάποιον/κάτι) με άλλο/διαφορετικό μάτι: αλλάζω στάση απέναντι σε κάποιον ή κάτι, αντιμετωπίζω πιο θετικά τους ανθρώπους ή/και τις καταστάσεις: Δείτε τον εαυτό σας ~ ~. Η ζωή ~ ~., (για) δες (εκεί)/(για) κοίτα/για φαντάσου/άκου/ακούς εκεί (προφ.-εμφατ.): για να δηλωθεί θαυμασμός, έκπληξη, αγανάκτηση, εκνευρισμός ή αποδοκιμασία: ~ ~ μεγαλεία/σύμπτωση! ~ ~ να με κατηγορεί κι από πάνω. Για δες/κοίτα που τα κατάφερε! Πβ. άκουσον, άκουσον! άκου πράγματα!, (για) να δεις/δει την υγειά σου/του: (για) να επανακτήσει(ς) τη σωματική και ψυχική σου/του υγεία: Κόψε το πολύ φαΐ, ~ ~ σου., (όπως) βλέπεις/βλέπετε (προφ.-παρενθετικά): συνήθ. για αιτιολόγηση των λεγομένων, έκφρ. απολογητικής ή ειρωνικής διάθεσης: Δεν θέλω, ~ ~, να γίνομαι βάρος. Παραιτήθηκε· δεν μπορεί, ~ ~, να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις. ~ ~, έχω δίκιο., ... να δουν τα μάτια σου! (προφ.-εμφατ.): για να τονιστεί μεγάλη ποσότητα, πλήθος: Λεφτά/νερά ~ ~!, άκου(σε)/κοίτα(ξε) (να δεις) & ακούστε (να δείτε)/κοιτάξτε (να δείτε) (στην αρχή του λόγου, προφ.) 1. άκουσέ με, πρόσεξε, για να καταλάβεις: ~ ~ πώς έχει η κατάσταση/τι θα κάνουμε. ~ ~, τα πράγματα δεν εξελίσσονται όπως περιμέναμε. (απειλητ.) ~ ~! Δεν θα τα πάμε καθόλου καλά! Βλ. παραγεμίσματα. ΣΥΝ. άκου (/κοίτα) να σου πω/ακούστε (κοιτάξτε) να σας πω! 2. για να δηλωθεί έκπληξη ή απαξίωση: ~ ~ πρά(γ)ματα! Πβ. (για) δες (εκεί)/(για) κοίτα/για φαντάσου/άκου/ακούς εκεί., βλέπει μακριά: (για πρόσωπο) είναι διορατικός, αντιλαμβάνεται τη μελλοντική εξέλιξη των πραγμάτων., βλέπεις/είδες που ...; (προφ.): για να τονίσει ο ομιλητής ότι τελικά είχε δίκιο για κάτι ή/και ότι η άποψη του συνομιλητή του δεν ισχύει: ~ ~ άδικα ανησύχησες/στα 'λεγα;, βλέποντας και κάνοντας (προφ.): ανάλογα με τις συνθήκες, την περίσταση: Η λογική/η πολιτική του ~ ~ (: κυρ. όταν δεν υπάρχει μακροπρόθεσμος σχεδιασμός)., βλέπω αστ(ε)ράκια/πουλάκια & τα μάτια μου βλέπουν/κάνουν αστ(ε)ράκια/πουλάκια (προφ.): ζαλίζομαι μετά από δυνατό χτύπημα (συνήθ. στο κεφάλι), πτώση ή κούραση: Του έριξε ένα χαστούκι και ακόμα ~ει ~. Βλέπω ~ από το διάβασμα., βλέπω κάποιον/κάτι στο όνειρό μου/στον ύπνο μου & βλέπω όνειρο 1. ονειρεύομαι: Χθες το βράδυ σε είδα στο όνειρό μου. Είδα στον ύπνο μου ότι ... Τι όνειρο είδες; 2. (μτφ.) φαντάζομαι ανυπόστατα πράγματα: Στο όνειρό σου/στον ύπνο σου το είδες; ~ει όνειρα και στον ξύπνιο του!, για να δούμε ... (προφ.): ως έκφραση επιφύλαξης ή συγκρατημένης αισιοδοξίας: -Θα έρθει σίγουρα! -~ ~ ... Πβ. θα δείξει, θα δούμε.|| ~ ~ τι θα δούμε/τι θα γίνει!, δεν βλέπεται: είναι πολύ άσχημος ή στερείται αισθητικής, ποιότητας., δεν βλέπω (τον λόγο) γιατί: δεν καταλαβαίνω την αιτία: ~ ~ να μην τα καταφέρουμε. ~ ~ τον κατηγορούν., δεν βλέπω την ώρα να ...: ανυπομονώ, λαχταρώ: ~ ~ γυρίσω/φύγω. Πβ. αδημονώ, πώς και πώς/τι. ΣΥΝ. μετράω τις μέρες/τις ώρες/τους μήνες, δεν βλέπω φως (μτφ.): δεν διαβλέπω θετική εξέλιξη: ~ ~ στην άκρη/στο βάθος του τούνελ., δεν με/σε/τον βλέπω καλά (προφ.): κρίνω ότι τα πράγματα δεν θα έχουν ευνοϊκή εξέλιξη: Πάω να κοιμηθώ, γιατί δεν με ~ ~ (: είμαι πολύ κουρασμένος). (ως προειδοποίηση ή απειλητ.) Πρόσεχε τι λες, γιατί δεν σε ~ ~., εγώ να δεις! (προφ.-εμφατ.): για να ενισχυθούν τα λεγόμενα του συνομιλητή: -Έχω περάσει τα πάνδεινα. -~ ~ τι έχω τραβήξει! (ειρων.) -Είμαι πολύ χαρούμενος που θα τον ξαναδώ. -~ ~!, είδα (κάποιον/κάτι) με τα ίδια μου τα μάτια/με τα μάτια μου: ήμουν αυτόπτης μάρτυρας (συμβάντος). || (ως έκφρ. επιφύλαξης) Αν δεν το δω ~ ~, δεν το πιστεύω! ΣΥΝ. ιδίοις όμμασι(ν), είδα κι έπαθα να ... (προφ.-εμφατ.): ταλαιπωρήθηκα πάρα πολύ: ~ ~ ξεμπλέξω/συνεννοηθώ. ~ ~ του το εξηγήσω/τον ξεφορτωθώ., εκεί/πού να δεις (προφ.-εμφατ.): για ενίσχυση των λεγομένων: Εκεί να δεις γέλια/τι έγινε! Πού να δείτε το σπίτι τους!, εμένα που με βλέπεις (προφ.-εμφατ.): εγώ: ~ ~, δεν έσκυψα κεφάλι!, έχω δει πολλά & έχουν δει πολλά τα μάτια μου: έχω αποκτήσει πολλές εμπειρίες, έχω ζήσει πολλά: Έχω γυρίσει όλο τον κόσμο κι ~ ~., θα δεις (τι θα πάθεις/κι εγώ)!: απειλητ. ή χιουμορ. Πβ. θα σου δείξω (εγώ)., θα δούμε/(αυτό) θα το δούμε (προφ.): ως έκφρ. αβεβαιότητας, επιφύλαξης ή αμφισβήτησης: -Θα πάμε εκδρομή; -~ ~ (= θα δείξει). Πβ. για να δούμε.|| -Θες δεν θες, θα πάω! -Αυτό θα το δούμε!, και τι να δω! (σε αφήγηση, εμφατ.-προφ.): για να κινητοποιηθεί το ενδιαφέρον του ακροατή: Κοιτάζω ~ ~! Τα πάντα άνω-κάτω!, κάνει πως δεν βλέπει: προσποιείται ότι δεν αντιλαμβάνεται κάτι. Πβ. εθελοτυφλώ. ΣΥΝ. κάνει την πάπια/το κορόιδο, κάνω τα στραβά μάτια, κάνω/παριστάνω τον ψόφιο κοριό, με βλέπεις καλά/με βλέπεις που σε βλέπω; (απειλητ.): για να δείξουμε σε κάποιον ότι δεν πρέπει να μας υποτιμά ή να μας περιφρονεί: ~ ~; Δεν θα μας κάνεις εσύ ό,τι θέλεις!, μην (τον) είδατε τον Πανα(γ)ή (λαϊκό-προφ.): όταν κάποιος εξαφανίζεται, χωρίς να εκπληρώσει τις υποσχέσεις ή τις υποχρεώσεις του: Μας έταζε λαγούς και πετραχήλια και μετά ~ ~! ΣΥΝ. μην τον είδατε, μην τον απαντήσατε, να δεις που (στο τέλος) θα ... (προφ.) 1. για να δηλωθεί διαίσθηση, βεβαιότητα ότι θα συμβεί κάτι, συνήθ. ανεπιθύμητο: ~ ~ βρεθούμε μπλεγμένοι! 2. ως έκφρ. ενθάρρυνσης, διαβεβαίωσης: ~ ~ κανείς δεν θα καταλάβει το λάθος σου!, να σε δω (προφ.) 1. να σε καμαρώσω: ~ ~, να σε χαρώ! 2. να σε προσέξω καλύτερα, να δω πώς φαίνεσαι: Γύρνα, ~ ~. 3. ως έκφρ. αμφιβολίας ή πρόκλησης: Τώρα ~ ~ στα δύσκολα!, όποιος έχει μάτια, βλέπει (προφ.): είναι ολοφάνερο, οπότε δεν χρειάζονται περαιτέρω εξηγήσεις: ~ ~ τη διαφορά. Πβ. ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω, ο νοών νοείτω., όπως σε βλέπω και με βλέπεις! (προφ.-εμφατ.): για να δηλωθεί απόλυτη βεβαιότητα: -Είσαι σίγουρος; -Ναι, σου λέω, ~ ~! Πβ. αλήθεια, ειλικρινά, πράγματι., ποιος είδε τον Θεό και δεν (τον) φοβήθηκε (προφ.): για τον φόβο που προκαλείται από το ξέσπασμα έντονου θυμού: Δύσκολα θυμώνει, όταν όμως γίνει αυτό, ~ ~!, πού (το) βλέπεις/είδες (κάτι); (προφ.): αγενής αμφισβήτηση της άποψης του συνομιλητή: ~ (τη) ~ την καθυστέρηση; ~ (το) ~ το πρόβλημα;, πού σε είδα, πού σε ξέρω & δεν σε είδα, δεν σε ξέρω (προφ.): για να δηλωθεί ότι κάποιος συμπεριφέρεται με αδιαφορία ή/και αγνωμοσύνη: Κάνει τον καλό, μέχρι να πετύχει αυτό που θέλει και μετά ~ ~!, πρέπει να σε δει/να σε κοιτάξει γιατρός! & δεν πας να/μήπως να σε δει (/κοιτάξει) κανένας γιατρός (καλύτερα); (προφ.-ειρων.): λέγεται για κάποιον που μιλά ή συμπεριφέρεται παράλογα, περίεργα: Δεν πας καλά, μου φαίνεται! ~ ~!, πώς την έχεις δει (τη δουλειά); & πώς το βλέπεις το πράγμα; (αργκό, ως έκφρ. δυσαρέσκειας): τι θέλεις, πού το πας;: Όλοι εδώ σου μιλάμε ευγενικά. Εσύ ~ ~;, τα βλέπει (όλα) ρόδινα: έχει θετική στάση, είναι αισιόδοξος. [< γαλλ. voir tout en rose] , τα βλέπω διπλά (προφ.): δεν διακρίνω κάποιον ή κάτι καθαρά, κυρ. λόγω μέθης., τα βλέπω σκούρα/(όλα) μαύρα/ζόρικα (μτφ.-προφ.): είμαι απαισιόδοξος, διαβλέπω εμπόδια και δυσκολίες. [< γαλλ. voir tout en noir] , τα είδα όλα! (προφ.) 1. εντυπωσιάστηκα, έμεινα έκπληκτος (ευχάριστα ή δυσάρεστα). 2. τρόμαξα πολύ. ΣΥΝ. είδα τον Χριστό φαντάρο!, τα χρειάστηκα, τα έχω δει όλα (αργκό): έχω περάσει πολλά, έχουν δει πολλά τα μάτια μου: ~ ~ σ' αυτή τη δουλειά., την έχει δει (κάπως) (αργκό): θεωρεί τον εαυτό του κάτι σπουδαίο: Την έχει δει αρχηγός/ντίβα., τι (είν' αυτό που) βλέπω/βλέπουν τα ματάκια μου! (προφ.): δηλωτικό ευχάριστης ή δυσάρεστης έκπληξης., τι έχουν να δουν/τι άλλο θα δουν τα μάτια/τα ματάκια μας & τι έχουμε να/τι άλλο θα δούμε (ακόμα) (προφ.): πόσα πολλά, συνήθ. αρνητικά, έχουμε ακόμη να ζήσουμε: Ένας Θεός ξέρει ~ ~!, τον βλέπει σαν μύγα/κουνούπι: του φέρεται υπεροπτικά, τον περιφρονεί. Πβ. αφ' υψηλού., (αυτό) πού το είδες (γραμμένο); βλ. γραμμένος, (αυτό) το έργο το έχω δει/ξαναδεί βλ. έργο, (βλέπε παραπάνω) βλ. παραπάνω, (βλέπω/κάνω) χαΐρι και προκοπή βλ. προκοπή, (βλέπω/κοιτώ κάποιον/κάτι) με μισό/στραβό μάτι βλ. μάτι, ακόμη δεν τον είδαμε (και) Γιάννη τον βαφτίσαμε/τον εβγάλαμε βλ. Γιάννης, άλλο να στο λέω, κι άλλο να τ' ακούς/να το βλέπεις βλ. λέω, βλέπει το δέντρο και χάνει το δάσος βλ. δέντρο, βλέπει το φως/έρχεται στο φως της δημοσιότητας βλ. δημοσιότητα, βλέπει/κοιτάζει τα ραδίκια/τα κυπαρίσσια ανάποδα βλ. ανάποδα, βλέπω Θεού/Κυρίου πρόσωπο βλ. πρόσωπο, βλέπω το ποτήρι μισοάδειο/το ποτήρι είναι μισοάδειο βλ. ποτήρι, βλέπω το ποτήρι μισογεμάτο/το ποτήρι είναι μισογεμάτο βλ. μισογεμάτος, βλέπω φαντάσματα βλ. φάντασμα, βλέπω/αντιμετωπίζω/παίρνω την κατάσταση/τα πράγματα όπως είναι βλ. πράγμα, βλέπω/καταλαβαίνω τη γλύκα βλ. γλύκα, βλέπω/κοιτάζω την καμπούρα κάποιου βλ. καμπούρα, βλέπω/κοιτάζω/προχωρώ μπροστά βλ. μπροστά, βλέπω/παίρνω (κάποιον/κάτι) με καλό/με κακό μάτι βλ. μάτι, δεν βλέπει πέρα από τη μύτη του βλ. μύτη, δεν βλέπω (ούτε) τη μύτη μου βλ. μύτη, δεν βλέπω μπροστά μου/δεν σε βλέπω από την πείνα βλ. πείνα, δεν έχω μάτια να δω βλ. μάτι, δεν θέλω να ξαναδώ κάποιον (στα μάτια μου/μπροστά μου)/δεν θέλω ούτε να ξέρω/να βλέπω κάποιον βλ. θέλω, είδα (κι) απόειδα βλ. απόειδα, είδα τον ουρανό/μου ήρθε/μου 'ρθε ο ουρανός σφοντύλι βλ. ουρανός, είδα τον χάρο με τα μάτια μου βλ. χάρος, είδα τον Χριστό φαντάρο! βλ. Χριστός, είδε το φως της (η)μέρας/του ήλιου βλ. φως, ήλθε, είδε και απήλθε βλ. απέρχομαι, κάνε παιδιά να δεις καλό/χαΐρι βλ. παιδί, κοίτα/δες/άκου ποιος μιλάει! βλ. κοιτάζω, μάτια που δεν βλέπονται, γρήγορα λησμονιούνται βλ. μάτι, μην τον είδατε, μην τον απαντήσατε βλ. απαντώ, να το δω και να μην το πιστέψω βλ. πιστεύω, όποιος πρόλαβε, τον Κύριον είδε βλ. προλαβαίνω, παίρνω (στα) ζεστά/βλέπω ζεστά κάτι βλ. ζεστός, παίρνω/βλέπω κάτι στραβά βλ. στραβός, στάσου/περίμενε/κάτσε και θα δεις! βλ. στέκομαι, στον ύπνο σου το είδες/έβλεπες/'βλεπες; βλ. ύπνος, τα είδα όλα κωλυόμενα βλ. κωλύω, τη βλέπω τη δουλειά βλ. δουλειά, την/το είδε αλλιώς βλ. αλλιώς, της νύχτας τα καμώματα/τα καμώματα της νύχτας τα βλέπει η μέρα και γελά βλ. κάμωμα, το(ν) βλέπει/χτυπά(ει) ο ήλιος βλ. ήλιος ● βλ. ιδωμένος [< αρχ. βλέπω, μεσν. είδα, γαλλ. voir, αγγλ. see, γερμ. sehen]

Γκρίνουιτς

ΓκρίνουιτςΓκρί-νου-ιτς ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: στα ● ΣΥΜΠΛ.: μεσημβρινός του Γκρίνουιτς: ΓΕΩΓΡ. ο πρώτος μεσημβρινός., ώρα Γκρίνουιτς: το σταθερό σημείο αναφοράς για τον καθορισμό της ώρας σε κάθε χώρα της Γης: Το διαστημικό λεωφορείο προσγειώθηκε στις 21.00 ~ ~. ΣΥΝ. παγκόσμιος χρόνος/παγκόσμια ώρα [< αγγλ. Greenwich]

γραφείο

γραφείοHello There, I hope you are doing well. My name is Rachid Aztat, a tour guide from Morocco and the founder of MT Toubkal Trek, a local tour operator based in Imlil. We organize cultural tours all over Morocco, as well as trekking adventures in the Atlas Mountains and Mount Toubkal through traditional Berber villages. I’m reaching out to explore a potential collaboration with your agency. We would like to act as your local partner on the ground, offering your clients the best service and authentic experiences at special B2B partner rates. Below is one of our best-selling itineraries for your review: Tour Highlight: 6-Day Toubkal & Berber Villages Trek Day 1: Marrakech – Imi Oughlad – Tinzert (Acclimatization hike) Day 2: Tinzert – Azzaden Valley (Walnut groves and streams) Day 3: Ait Aissa – Tizi n’Mzik – Imlil (Spectacular valley views) Day 4: Imlil – Sidi Chamharouch – Toubkal Refuge (3200m) Day 5: Summit of Mt Toubkal (4165m) – Return to Imlil Day 6: Imlil Valley Villages – Transfer back to Marrakech Partner Price: For a group of 4 people or more: €280 per person Included: Certified mountain guide, all transportation, mules/porters, all meals, Berber cook, accommodation, and camping equipment. You can find full details of this itinerary here: https://www.mttoubkaltrek.com/travel/atlas-mountains-trek/ We are committed to building long-term partnerships and can customize any itinerary to fit your brand. Please let us know if you would like to receive our full B2B price list or discuss a potential collaboration. Kind regards, Rachid Aztat Founder, MT Toubkal Trek Imlil, Morocco WhatsApp/Tel: +212 652-367343 Email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε. Website: www.mttoubkaltrek.com

δρομολόγιο

δρομολόγιοδρο-μο-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.) 1. η συγκεκριμένη πορεία που ακολουθεί ορισμένο μεταφορικό μέσο: ακτοπλοϊκό/κυκλικό/σιδηροδρομικό ~. Έκτακτα/συχνά/τακτικά ~α. Το τελευταίο ~ του τρένου. Τα προγραμματισμένα ~α μιας αεροπορικής εταιρείας (= πτήσεις). ~α εξωτερικού/εσωτερικού. Το φεριμπότ εκτελεί/πραγματοποιεί ~α από ... προς ... Ώρες ~ίων. Βλ. -λόγιο. 2. (κατ' επέκτ.) διαδρομή: το καθημερινό ~ από το σπίτι στη δουλειά. Το ~ του ταχυδρόμου. Ακολουθώ ένα ~.δρομολόγια (τα): (συνεκδ.) πίνακας με στοιχεία για την πορεία μεταφορικού μέσου (την αφετηρία και το τέρμα, τις ώρες αναχώρησης και άφιξης, τους ενδιάμεσους σταθμούς ή τις στάσεις, τη χρονική διάρκεια της διαδρομής): ~ πλοίων, λεωφορείων, αεροπλάνων. [< γαλλ. itinéraire]

δωδέκατος

δωδέκατος, η, ο δω-δέ-κα-τος αριθμητ. τακτ. {κ. (λόγ.) γεν. αρσ./ουδ. δωδεκ-άτου, (λόγ.) θηλ. δωδεκ-άτη} (σύμβ. 12ος, ΙΒ' ή ιβ', XII): που αντιπροσωπεύει τον αριθμό δώδεκα (12) σε μια ακολουθία ή σειρά: ~ος: αιώνας/τόμος. ~η: αγωνιστική. ~ο: συνέδριο. Για ~η συνεχή χρονιά πραγματοποιείται ... Τερμάτισε ~η στον μαραθώνιο. ● Ουσ.: δωδεκάτη (η) (λόγ.) 1. ενν. μέρα (του μήνα): Γεννήθηκε ξημερώματα της ~ης Μαρτίου. 2. ενν. ώρα: ~ βραδινή/νυκτερινή (= μεσάνυχτα). ~ μεσημβρινή (= μεσημέρι). 3. ΜΑΘ. ενν. δύναμη: Υψώνω έναν αριθμό/μια μεταβλητή στη ~., δωδέκατο (το): καθένα από τα δώδεκα ίσα μέρη ενός συνόλου: το ένα ~ του πληθυσμού. Πβ. δωδεκατημόριο., δωδέκατος (ο): (συνήθ. στη γεν., σε ανάγνωση ημερομηνίας γραμμένης με αριθμούς) ενν. μήνας, ο Δεκέμβριος: στις 8/12 (: οκτώ ~άτου). ● ΦΡ.: η δωδεκάτη (ώρα) (λόγ.): η τελευταία στιγμή, το έσχατο χρονικό όριο: Πιστεύει ότι έστω και τη ~ ~ θα τα καταφέρει (= οριακά, στο παρά πέντε).|| Σήμανε η ~ ~ για το περιβάλλον (= ώρα μηδέν). Πβ. την τελευταία/ύστατη ώρα. [< αρχ. δωδέκατος]

εγωπαθής

εγωπαθής, ής, ές [ἐγωπαθής] ε-γω-πα-θής επίθ. (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από εγωπάθεια: ~ής: συμπεριφορά (= εγωιστική, εγωκεντρική). ~ές: άτομο. Αθεράπευτα ~είς και εμπαθείς. Βλ. -παθής. ΣΥΝ. εγωλάτρης, εγωμανής ● επίρρ.: εγωπαθώς [-ῶς] (σπάν.-λόγ.)

ελαστικός

ελαστικός, ή, ό [ἐλαστικός] ε-λα-στι-κός επίθ. 1. που παρουσιάζει την ιδιότητα να επανέρχεται στο αρχικό του σχήμα ύστερα από παραμόρφωση που έχει υποστεί λόγω επίδρασης εξωτερικής δύναμης: ~ός: επίδεσμος/ιμάντας/τάπητας. ~ή: ανάρτηση/επίστρωση/ζώνη/μεμβράνη/σιλικόνη. ~ό: κάλυμμα/κόμμι (= καουτσούκ)/πλαστικό/ύφασμα (βλ. λίκρα). ~οί: δακτύλιοι/σύνδεσμοι. ~ές: ίνες. ~ά: επίσωτρα (= λάστιχα). Πβ. λαστιχένιος.|| (ΦΥΣΙΟΛ.) Υγιές και ~ό δέρμα.|| (κατ' επέκτ.) ~ή: υφή. Σπρέι που προσφέρει ~ό κράτημα (: των μαλλιών).|| (ΦΥΣ., που σχετίζεται με την ελαστικότητα σώματος ή μέσου:) ~ή: ευστάθεια/κρούση/συμπεριφορά (υλικών). ~ές: σταθερές. ~ά: κύματα. Βλ. αερο~. 2. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από τάση συμβιβασμού, υποχωρητικότητας, διαλλακτικότητας, που δεν είναι αυστηρός, σκληρός: ~ή: νομοθεσία/πολιτική/στάση. ~οί: όροι. ~ά: κριτήρια/μέτρα. Είναι ~ σε θέματα πειθαρχίας/στη βαθμολογία. Φάνηκε ~ και επιεικής! Πβ. ενδοτικός, μετριοπαθής, υποχωρητικός. ΑΝΤ. αδιάλλακτος, ανελαστικός (1), άτεγκτος 3. (μτφ.) που μεταβάλλεται εύκολα, ανάλογα με τα συμφέροντά του ή τις περιστάσεις· που προσαρμόζεται στις νέες συνθήκες: ~ή: ηθική/συνείδηση (πβ. χαλαρή, ΑΝΤ. άκαμπτη).|| ~ή: απασχόληση/εργασία. ~ό: πρόγραμμα. ~ές: (εργασιακές) σχέσεις. (ΟΙΚΟΝ.) ~ός: προϋπολογισμός. ~ές: δαπάνες. ● ΣΥΜΠΛ.: ελαστική ζήτηση: ΟΙΚΟΝ. σε περιπτώσεις που μικρή ποσοστιαία μεταβολή της τιμής αγαθού προκαλεί μεγαλύτερη μεταβολή στη ζήτησή του. ΑΝΤ. ανελαστική ζήτηση, ελαστικό ωράριο (εργασίας) 1. δυνατότητα επέκτασης του οκτάωρου εργασίας, με καθιέρωση ανώτατου ορίου ημερήσιας απασχόλησης, και κατανομής των ωρών της υπερεργασίας μέσα στην εβδομάδα, ανάλογα με τις ανάγκες της επιχείρησης ή/και των εργαζομένων. Βλ. μερική απασχόληση, τηλεργασία. 2. (καταχρ.) ευέλικτο ωράριο., ελαστικός ιστός: ΑΝΑΤ. συνδετικός ιστός αποτελούμενος κυρ. από ίνες που περιέχουν ελαστίνη., ελαστική παραμόρφωση βλ. παραμόρφωση [< πβ. μεσν. ελαστικός 'που διώχνει', γαλλ. élastique, αγγλ. elastic]

εξιδανίκευση

εξιδανίκευση[ἐξιδανίκευση] ε-ξι-δα-νί-κευ-ση ουσ. (θηλ.): απόδοση ιδανικών χαρακτηριστικών σε κάποιον ή κάτι: ρομαντική ~ του αγαπημένου προσώπου/του έρωτα/των ηρώων. Νοσταλγική ~ του παρελθόντος. Τάση ωραιοποίησης και ~ης της πραγματικότητας. Πβ. εξωραϊσμός, μυθοποίηση. ΑΝΤ. απομυθοποίηση [< γαλλ. idéalisation, αγγλ. idealization]

εξιδανικεύω

εξιδανικεύω[ἐξιδανικεύω] ε-ξι-δα-νι-κεύ-ω ρ. (μτβ.) {εξιδανίκευ-σε, -σει, -τηκε κ. -θηκε, -τεί κ. -θεί, -οντας, -μένος}: θεωρώ κάτι ή κάποιον τέλειο, αγνοώντας κάθε αρνητικό στοιχείο: Δεν θέλω να ~ εποχές και καταστάσεις. Προσωπικότητα που ~τηκε και αγιοποιήθηκε. Πβ. εξωραΐζω, θεο-, μυθο-, ωραιο-ποιώ. ΑΝΤ. απομυθοποιώ ● βλ. εξιδανικευμένος [< γαλλ. idéaliser, αγγλ. idealize]

ευέλικτος

ευέλικτος, η, ο [εὐέλικτος] ευ-έ-λι-κτος επίθ. 1. (μτφ.) που μπορεί να αλλάζει ή να προσαρμόζεται γρήγορα και επιτυχημένα στις περιστάσεις: ~η: λύση/πολιτική. ~ο: σχέδιο. ~ες: διαδικασίες/μορφές απασχόλησης/εργασίας/φοίτησης. ~οι: τρόποι μάθησης/πληρωμής. ~η και εξ αποστάσεως εκπαίδευση. ~ο, ικανό και αποτελεσματικό διοικητικό σχήμα. Να γίνουν πιο ~οι οι γραφειοκρατικοί μηχανισμοί.|| (για πρόσ.) ~ στη δουλειά του. Πβ. εύκαμπτος, ευλύγιστος, ευπροσάρμοστος. 2. που μπορεί εύκολα να κάνει ελιγμούς, να κινείται ή να περιστρέφεται· που ενεργεί ή λειτουργεί αποτελεσματικά: ~ος: παίκτης. Πβ. ευκίνητος, σβέλτος.|| ~ο: αεροσκάφος/πλοίο. ● επίρρ.: ευέλικτα ● ΣΥΜΠΛ.: ευέλικτη ζώνη: τμήμα του εβδομαδιαίου σχολικού προγράμματος με ελεύθερη θεματική και ανάπτυξη δραστηριοτήτων που δεν έχουν τη μορφή τυπικής διδασκαλίας: ~ ~ διαθεματικών και δημιουργικών δραστηριοτήτων. Πρόγραμμα ~ης ~ης., ευέλικτο ωράριο (εργασίας): παροχή εργασίας, κυρ. στον δημόσιο τομέα, με δυνατότητα επιλογής της ώρας προσέλευσης και αποχώρησης πέραν του κανονικού ωραρίου. Βλ. ελαστικό ωράριο, μερική απασχόληση, τηλεργασία. [< μτγν. εὐέλικτος ‘αυτός που κυλάει εύκολα’, γαλλ. flexible]

ζώνη

ζώνηζώ-νη ουσ. (θηλ.) {ζων-ών} 1. ταινία που συγκρατεί ή/και διακοσμεί τα ρούχα, καθώς τυλίγεται και δένεται γύρω από τη μέση και κατ' επέκτ. κάθε ανάλογος ιμάντας που εξυπηρετεί ειδικές ανάγκες ή χρησιμοποιείται για λόγους ασφαλείας: ανδρική/γυναικεία/δερμάτινη/λαστιχένια/λεπτή/υφασμάτινη/φαρδιά ~ (βλ. ζωνάρι, ζωστήρας, λουρί). ~ παντελονιού. Αγκράφα/θήκη/κλιπ/πόρπη ~ης. Βλ. αξεσουάρ.|| Ελαστική ~. ~ αδυνατίσματος/αναρρίχησης/βαρών/εφίδρωσης/κατάδυσης/μασάζ. Πλαστική ~ μεταφοράς. (ΙΑΤΡ.) Ορθοπαιδική ~. ~ κήλης/κοιλιάς. (ΑΘΛ.) Κίτρινη/μπλε ~ (: το χρώμα υποδηλώνει επίπεδο στις πολεμικές τέχνες). (ΕΚΚΛΗΣ.) Ιερατική ~ (βλ. άμφια).|| (σε αυτοκίνητο) Η ~ σώζει ζωές. Βάλε τη ~ σου! Δεν φορούσε ~. (σε αεροπλάνο) Δέστε τη ~ σας πριν από την απογείωση/προσγείωση. Πβ. ~ ασφαλείας. 2. οριοθετημένη περιοχή στην οποία επικρατούν συγκεκριμένες συνθήκες: αλπική/αστική/διαχωριστική/διεθνής/επικίνδυνη/θαλάσσια/κτηνοτροφική/μεσογειακή/οικιστική/ορεινή/παραλιακή/προστατευόμενη ~. Τιμή ~ης ακινήτων. (ΦΥΣ.) ~ ακτινοβολίας. ~ δασών/(ΟΙΚΟΛ.) ειδικής προστασίας. (ΑΘΛ.) ~ επίθεσης. ~ (άμεσης/επείγουσας) προτεραιότητας/φόρτωσης (: στάθμευσης για φορτοεκφόρτωση). Χερσαία ~ λιμένος. ~ εξυπηρέτησης κοινού. ~ εφαρμογής μέτρων. Πάρκα και ~ες πρασίνου.|| (ΓΕΩΛ.) ~ σεισμικής επικινδυνότητας. Σεισμικές ~ες. Βλ. βιο~. 3. χρονικό διάστημα σε τηλεοπτικό ή ραδιοφωνικό πρόγραμμα: απογευματινή/νυχτερινή/παιδική ~. Βραδινή/πρωινή ~ ενημέρωσης. ~ υψηλής θεαματικότητας (πβ. πράιμ τάιμ). 4. (μτφ.) ανθρώπινο τείχος, κλοιός: Οι αστυνομικοί είχαν σχηματίσει ~ γύρω από το συνεδριακό κέντρο, για να εμποδίσουν τους διαδηλωτές. 5. ΓΕΩΓΡ. τμήμα της Γης μεταξύ δύο παραλλήλων, που χαρακτηρίζεται από ορισμένο κλίμα: (αντ)αρκτική/βόρεια και νότια εύκρατη/τροπική ή διακεκαυμένη ~. Η ~ του Ισημερινού. Κλιματικές ~ες.|| (ΑΣΤΡΟΝ.) Ουράνιες ~ες. ● Υποκ.: ζωνάκι (το), ζωνίτσα (η), ζωνούλα (η): μόνο στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: Αγία/Τιμία/Τίμια Ζώνη: ΕΚΚΛΗΣ. της Θεοτόκου., άμυνα ζώνης & ζώνη άμυνας & (αμυντική) ζώνη 1. ΑΘΛ. (συνήθ. στο ποδόσφαιρο κ. το μπάσκετ) τακτική σύμφωνα με την οποία κάθε παίκτης που αμύνεται τοποθετείται στο γήπεδο με τέτοιο τρόπο, ώστε να επιτηρεί συγκεκριμένο τμήμα του αγωνιστικού χώρου: Η ομάδα έπαιζε με διπλή ~ ~. Βλ. μαν του μαν. 2. (κυρ. ως ζώνη άμυνας) έκταση, περιοχή στην οποία οργανώνεται η άμυνα μιας χώρας: κοινή ~ ~ για την Ευρώπη. [< 1: αγγλ. zone defense, 1927] , βιομηχανική ζώνη: χωροθετημένη περιοχή με συγκεκριμένες προδιαγραφές για τη λειτουργία βιομηχανικών εγκαταστάσεων: ~ ~ σιδήρου και χάλυβα. Βλ. βιομηχανικό πάρκο., ελεύθερη ζώνη 1. ΟΙΚΟΝ. περιοχή στην οποία η διακίνηση εμπορευμάτων δεν υπόκειται σε τελωνειακούς δασμούς: ~ ~ εμπορίου (συχνότ. ζώνη ελεύθερου εμπορίου)/λιμανιού. 2. τόπος απαλλαγμένος από κάτι: ~ ~ από μεταλλαγμένα/από πυρηνικά όπλα. Πβ. απαγορευμένη ζώνη. [< 1: αγγλ. free zone, 1900] , ζώνη αστεροειδών: ΑΣΤΡΟΝ. περιοχή του ηλιακού συστήματος ανάμεσα στον Άρη και τον Δία, όπου βρίσκονται οι περισσότεροι γνωστοί αστεροειδείς. [< αγγλ. asteroid belt, 1952] , ζώνη ασφαλείας 1. (επίσ.) ιμάντας, κυρ. σε μέσο μεταφοράς, που σταθεροποιεί τον επιβάτη στη θέση του, προστατεύοντάς τον από πτώση ή ξαφνική και βίαιη μετατόπιση: ειδική/παιδική ~ ~. ~ ~ αυτοκινήτου/οδηγού. Βλ. αερόσακος. 2. ελεγχόμενη και προστατευμένη περιοχή, όπου ισχύουν περιοριστικά μέτρα πρόσβασης: (ΣΤΡΑΤ.) εναέρια/θαλάσσια/χερσαία ~ ~. Αποχώρηση στρατευμάτων από τη ~ ~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Ρυθμίσεις ~ης ~ (: για το ίντερνετ). [< 1: αγγλ. safety belt 2: αγγλ. security zone] , ζώνη βλάστησης: ΟΙΚΟΛ. που έχει συγκεκριμένη χλωρίδα, η οποία καθορίζεται κυρ. από το υψόμετρο και από βιοκλιματικούς παράγοντες: παραμεσόγεια ~ ~. Βλ. οικότοπος, τούνδρα., ζώνη διέλευσης: ΤΗΛΕΠ. στενή ζώνη συχνοτήτων, μέσα από την οποία το σήμα περνά χωρίς αξιόλογη παραμόρφωση: ~ ~ γραμμής/φίλτρου.|| (γενικότ., στενό πέρασμα:) ~ ~ της οδού., ζώνη ελεύθερων συναλλαγών (κ. με κεφαλ. τα αρχικά Z, E, Σ): ΟΙΚΟΝ. ενιαία αγορά με καθεστώς ελεύθερης διακίνησης εμπορευμάτων, που συγκροτείται από δύο ή περισσότερα κράτη, τα οποία, ωστόσο, δεν υποχρεούνται να έχουν κοινό δασμολόγιο στις εμπορικές σχέσεις τους με τρίτες χώρες. Πβ. ελεύθερο εμπόριο. Βλ. Ευρωπαϊκή Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών., ζώνη επιτήρησης & επιτηρούμενη ζώνη: οριοθετημένη περιοχή, όπου εφαρμόζονται ειδικά μέτρα ασφαλείας., ζώνη επιχειρήσεων: ΣΤΡΑΤ. περιοχή, συνήθ. σε εμπόλεμη σύρραξη, μέσα στα όρια της οποίας αναπτύσσεται πολεμική δράση. [< γαλλ. zone d'opérations] , ζώνη καινοτομίας: περιοχή που προσφέρεται για την εγκατάσταση επιχειρήσεων και ερευνητικών φορέων με καινοτόμες δράσεις., ζώνη οικιστικού ελέγχου (συντομ. ΖΟΕ): ΟΙΚΟΝ. εργαλείο για τον σχεδιασμό και τον έλεγχο του εξωαστικού χώρου που καθορίζει και θεσμοθετεί τις χρήσεις γης, τους όρους και περιορισμούς δόμησης και τους όρους προστασίας των βασικών υποδομών., ζώνη συχνοτήτων: ΤΗΛΕΠ. περιοχή φάσματος συχνοτήτων μεταξύ δύο οριακών τιμών: ~ ~ από τα οκτακόσια ενενήντα έως τα εννιακόσια δεκαπέντε MHz. Βλ. ευρυζωνικότητα., ζώνη ώρας & ωρολογιακή ζώνη & (σπάν.) ωριαία ζώνη: ΓΕΩΓΡ. καθεμία από τις είκοσι τέσσερις νοητές ζώνες πλάτους 15 μοιρών σε σχήμα γεωμετρικής ατράκτου, στις οποίες χωρίζεται η επιφάνεια της Γης και έχουν συμβατικά την ίδια ώρα: αλλαγή ~ης ~. Χώρες που ανήκουν σε διαφορετικές ~ες ~. ΣΥΝ. ωριαία άτρακτος [< αγγλ. time zone] , θεωρία των ζωνών & θεωρία των ενεργειακών ζωνών: ΦΥΣ. σύμφωνα με την οποία το ενεργειακό διάγραμμα των ηλεκτρονίων που συμμετέχουν στον σχηματισμό δεσμών μεταξύ των ατόμων ενός στερεού, έχει τη μορφή ενεργειακών ζωνών., μεθοριακή/(δια)συνοριακή ζώνη: έκταση κατά μήκος των συνόρων που υπόκειται σε ιδιαίτερο καθεστώς., μπλε ζώνη 1. (σε πόλη) χώρος στάθμευσης μόνιμων κατοίκων. 2. χαρακτηρισμός περιοχής με υψηλό ποσοστό μακροζωίας., νομισματική ζώνη: ΟΙΚΟΝ. ευρύτερη περιοχή (σε σύνολο χωρών) στην οποία οι συναλλαγές γίνονται με καθορισμένο κοινό νόμισμα., πράσινη ζώνη 1. ανοιχτή έκταση γύρω από πόλη, όπου απαγορεύεται η δόμηση. 2. (κ. με κεφαλ. Π, Ζ) περιοχή εμπόλεμης χώρας που ανακηρύσσεται από τον ΟΗΕ ουδέτερη και προστατευόμενη., στρατιωτική ζώνη: ΣΤΡΑΤ. οριοθετημένη έκταση που κατέχεται από στρατιωτικές δυνάμεις: κλειστή ~ ~., τελωνειακή ζώνη: ΟΙΚΟΝ. που βρίσκεται στη δικαιοδοσία των τελωνείων: ~ ~ (αερο)λιμένα. Είδη που εξάγονται σε ελεύθερη ~ ~ (= χωρίς δασμούς)., υγειονομική ζώνη: επιτηρούμενο όριο για την απομόνωση περιοχής, στην οποία έχει εκδηλωθεί επιδημία, και την προστασία των υπολοίπων: ~ ~ προστασίας προσφύγων. [< γαλλ. cordon sanitaire] , αιγιαλίτιδα ζώνη βλ. αιγιαλίτιδα, ακόρεστη ζώνη βλ. ακόρεστος, αντιπυρική ζώνη βλ. αντιπυρικός, απαγορευμένη ζώνη βλ. απαγορευμένος, αποκλειστική οικονομική ζώνη βλ. οικονομικός, αποπυρηνικοποιημένη ζώνη βλ. αποπυρηνικοποιημένος, αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη βλ. αποστρατιωτικοποιώ, γκρίζες ζώνες/περιοχές βλ. γκρίζος, εμπόλεμη ζώνη βλ. εμπόλεμος, ευέλικτη ζώνη βλ. ευέλικτος, εύρος ζώνης βλ. εύρος, ζωδιακός (κύκλος)/ζωδιακή ζώνη βλ. ζωδιακός, ζώνη αγνότητας βλ. αγνότητα, ζώνη κορεσμού βλ. κορεσμός, ζώνη του ευρώ βλ. ευρώ, ζώνη του λυκόφωτος βλ. λυκόφως, ζώνη του πυρός βλ. πυρ, κατοικήσιμη ζώνη βλ. κατοικήσιμος, κόκκινη ζώνη βλ. κόκκινος, λευκή ζώνη βλ. λευκός, μαύρη ζώνη βλ. μαύρος, μικτή ζώνη βλ. μικτός, νεκρή ζώνη βλ. νεκρός, ουδέτερη ζώνη βλ. ουδέτερος, παράκτια ζώνη βλ. παράκτιος, συνορεύουσα ζώνη βλ. συνορεύει, σφαίρα/ζώνη επιρροής βλ. επιρροή ● ΦΡ.: χτύπημα κάτω από τη ζώνη/μέση βλ. χτύπημα [< αρχ. ζώνη, γαλλ.-αγγλ. zone, γαλλ. ceinture, αγγλ. band, belt]

ησυχία

ησυχία[ἡσυχία] η-συ-χί-α ουσ. (θηλ.): απουσία θορύβου, έντασης, ταραχής ή/και κίνησης: μες στην ~ του δάσους/της νύχτας. Βασιλεύει/έγινε/επικρατεί (άκρα/απόλυτη/νεκρική) ~ (πβ. σιγή). Τάραξαν/χάλασαν την ~ του. Πότε θα βρω την ~ μου, επιτέλους; Δεν έχει ~ (= δεν κάθεται ήσυχος). -Συνέβη κάτι όσο έλειπα; -Μπα, ~ (: τίποτα σημαντικό)! Πβ. αταραξία, γαλήνη, ηρεμία.|| (ως προτροπή ή προσταγή:) ~ (= σουτ, τσιμουδιά)! Κάνε ~ (= μη μιλάς, μην κάνεις φασαρία)!|| (επίσ.) Τήρηση ~ας (= σιωπής).|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Νήψη, ~ και προσευχή. Βλ. αν~. ● ΣΥΜΠΛ.: σεισμική ησυχία: ΓΕΩΦ. σημαντική ελάττωση της σεισμικής δραστηριότητας για μεγάλο χρονικό διάστημα, μήνες ή χρόνια, πριν από έναν ισχυρό σεισμό. Βλ. σεισμικότητα. [< αγγλ. seismic quietness] ● ΦΡ.: ησυχία, τάξη και ασφάλεια (ειρων.): για κατάσταση πλήρους ηρεμίας, αταραξίας ή/και αδράνειας., με την ησυχία του (προφ.): χωρίς βιασύνη, πίεση ή εξωτερική ενόχληση: Ήρθε ~ ~ (= με το πάσο του). Μη βιάζεσαι, ~ ~ σου!|| Θα διαβάσω ~ ~ μου το βράδυ, όταν θα κοιμούνται όλοι., ώρες κοινής ησυχίας (επίσ.): κατά τις οποίες απαγορεύεται η πρόκληση θορύβου που διαταράσσει την ανάπαυση των κατοίκων μιας περιοχής, για τη χειμερινή περίοδο περ. 15:30-17:30 και 22:00-07:30, και για τη θερινή 15.00-17.30 και 23.00-07.00: Σέβομαι/τηρώ τις ~ ~. Βλ. ηχορύπανση., αφήνω/παρατάω κάποιον ήσυχο/στην ησυχία του βλ. ήσυχος, διατάραξη (της) κοινής ησυχίας βλ. διατάραξη [< αρχ. ἡσυχία]

θερινός

θερινόςθε-ρι-νός επίθ. (λόγ.): που γίνεται ή ισχύει κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού: ~ός: κινηματογράφος (= υπαίθριος)/τουρισμός. ~ή: άδεια/απασχόληση/κατασκήνωση/κατοικία/λειτουργία (βιβλιοθήκης)/σεζόν. ~ό: ηλιοστάσιο/πρόγραμμα/σχολείο/τμήμα (της Βουλής)/ωράριο. ~ές: διακοπές. ~ά: μαθήματα. Η περίοδος των ~ών εκπτώσεων. Βλ. εαρ-, φθινοπωρ-ινός.|| (ως ουσ.-προφ.) Πάμε ~ό απόψε (ενν. σινεμά); ΣΥΝ. καλοκαιρινός ΑΝΤ. χειμερινός ● ΣΥΜΠΛ.: θερινή νάρκη: ΖΩΟΛ.-ΒΙΟΛ. κατάσταση βιολογικής αδράνειας στην οποία περιέρχονται ορισμένα ζώα, για να αντιμετωπίσουν την ξηρασία. Βλ. χειμερία νάρκη. [< γαλλ.-αγγλ. estivation] , θερινή ώρα: που τίθεται σε ισχύ από τα ξημερώματα της τελευταίας Κυριακής του Μαρτίου μέχρι τα ξημερώματα της τελευταίας Κυριακής του Οκτωβρίου: αλλαγή της ~ής ~ας σε χειμερινή. Ρυθμίζω το ρολόι στη ~ ~ (: μία ώρα μπροστά). Βλ. ζώνη ώρας. ● ΦΡ.: κάνω (κάτι) καλοκαιρινό βλ. καλοκαιρινός, όνειρο θερινής νυκτός βλ. όνειρο [< αρχ. θερινός]

-ιαίος

-ιαίος, α, ο λόγιο επίθημα για την παραγωγή επιθέτων κυρ. από ουσιαστικά∙ δηλώνει 1. διάρκεια ή επανάληψη σε τακτά χρονικά διαστήματα: στιγμ~/ωρ~.|| Eβδομαδ~/μην~. 2. μέρος του σώματος: κροταφ~ (= κροταφικός)/μετωπ~ (λοβός). Μηρ-ιαίο (οστό). Γλουτ-ιαίοι (μύες). 3. τρόπο: βαθμ~/κατακλυσμ~. 4. μέγεθος ή ποσότητα: γιγαντ~ (πβ. -ιος)/κολοσσ~/σπιθαμ~.|| Εκατοστ~/ποσοστ~.

καλά

καλάκα-λά επίρρ. 1. ικανοποιητικά, σωστά: ~ διαβασμένος/οργανωμένος/πληροφορημένος (πβ. επαρκώς. ΑΝΤ. ελλιπώς). Κοιμήθηκα ~. Παίζουνε/συνεργάζονται ~. Κάνει ~ τη δουλειά του. Έπαιξε ~ τον ρόλο της. Δεν το είπε ~ το ανέκδοτο. ~ (του) τα 'πες (πβ. εύστοχα)! Μακριά δεν βλέπω ~. Δεν κατάλαβα ~ τι εννοούσε. ΑΝΤ. κακά.|| (εμφατ.) Κοίτα ~, δεν το βλέπεις; Άκου ~ τι θα σου πω! Κλείσε ~ (= εντελώς, τελείως) το παράθυρο. Ανακινήστε το μπουκάλι ~. Κρατήσου/πιάσου ~, μην πέσεις! Να το δέσεις ~ (= γερά, σφιχτά). Γράψε ~ τ' όνομά σου, χωρίς λάθη! Καθάρισε το δωμάτιό σου ~ (= σχολαστικά, προσεκτικά, ΑΝΤ. βιαστικά).|| Θυμάμαι ~ (: με βεβαιότητα) πως το είχα αφήσει εδώ.|| Του αρέσει να ντύνεται ~ (: είναι καλοντυμένος· πβ. επίσημα, κομψά, όμορφα. ΑΝΤ. πρόχειρα). Ήταν πάντα ~ χτενισμένη (= καλοχτενισμένη). Δεν είσαι ~ (= κατάλληλα) ντυμένος για την περίσταση. Ντύσου ~ (= ζεστά)! Δεν μιλάς ~ (= ευπρεπώς, κόσμια). 2. σε καλή σωματική ή ψυχική κατάσταση: - Τι κάνεις; - ~, ευχαριστώ. Αισθάνομαι/νιώθω ~ (ΑΝΤ. άσχημα). Δεν είμαι καθόλου ~. Φαίνεσαι ~/καλύτερα από χθες. Ο γιατρός τον έκανε ~. Εύχομαι να γίνεις σύντομα ~ (: να αναρρώσεις). 3. ευχάριστα, άνετα ή ευνοϊκά: ~ να περάσετε (πβ. όμορφα, ωραία)! Με δύο μισθούς ζούμε πολύ ~. Εδώ που ήρθα είναι πιο ~, μου αρέσει! ΑΝΤ. δυσάρεστα.|| Μεταχειρίζομαι κάποιον ~. Μου φέρθηκαν πολύ ~, τους είμαι ευγνώμων. ΑΝΤ. άσχημα 4. για δήλωση συμφωνίας, συγκατάβασης· εντάξει: -Θα πας εσύ αντί για μένα; -~! ~, εσύ ό,τι πεις! Πβ. σύμφωνοι, έχει καλώς.|| Ε, ~, τι να γίνει ... 5. (προφ.-εμφατ.) στην αρχή πρότασης για δήλωση έκπληξης, δυσαρέσκειας, αγανάκτησης: ~, πλάκα μου κάνεις/σοβαρολογείς; ~, εσύ δεν έλεγες πως δεν θα ερχόσουν; ~ εγώ σου μιλάω σοβαρά κι εσύ γελάς! ~, ε, φοβερή ταινία! Μα, ~, καθόλου δεν σου κόβει; ~, το αγόρασες χωρίς να το δοκιμάσεις; ● ΦΡ.: (τα) περνάω καλά/άσχημα (προφ.): ο χρόνος κυλά ευχάριστα/δυσάρεστα, (δεν) διασκεδάζω: - Πώς τα περνάς; - Πολύ καλά! Πέρασες καλά στις διακοπές; Δεν τα πέρασα κι άσχημα., α, καλά! (προφ.-ειρων.): για έκφραση αποδοκιμασίας: - Με απέλυσαν χωρίς να μου δώσουν αποζημίωση. - ~ ~! έχουμε ξεφύγει εντελώς!, αρχίζω κάτι καλά: κάνω καλή, επιτυχημένη αρχή: Καλά αρχίσαμε, να δούμε πώς θα συνεχίσουμε., για τα καλά (προφ.-επιτατ.): πάρα πολύ, εντελώς: Έβρεξε/καλοκαίριασε/νύχτωσε/χειμώνιασε/χιόνισε ~ ~. Κοιμήθηκε/νευρίασε/την πάτησε/του τα 'ψαλα ~ ~., δεν (μας) τα λες καλά (προφ.): αμφισβήτηση των λεγομένων κάποιου λόγω ασαφειών, ανακριβειών, υπερβολών: Δεν τα λες καλά, εγώ θα σας πω τι έγινε!|| (ειρων.) Μέσα σε μισή ώρα πήγες κι ήρθες κι έκανες και τη δουλειά; Δεν μας τα λες καλά, φιλαράκο!, είμαι καλά με κάποιον (προφ.): για επιτυχημένη ερωτική σχέση: Είμαστε πολύ ~ μαζί τελευταία (= τα πηγαίνουμε καλά)., και καλά (προφ.-ειρων.): για αμφισβήτηση των λεγομένων τρίτου, δήθεν: Ήρθε ~ ~ να μου ζητήσει συγγνώμη. ΣΥΝ. τάχα (1), καλά δεν τα λέω; (προφ.): ρητορική ερώτηση, για επιβεβαίωση των λεγομένων: Όταν υπόσχεσαι κάτι, πρέπει να κρατάς τον λόγο σου. ~ ~;, καλά θα κάνεις να ... (προφ.): για επίπληξη, υπόδειξη σωστής συμπεριφοράς· πρέπει: ~ ~ προσέχεις τα λόγια σου!|| Θα έκανες καλά να μην αργούσες άλλη φορά!, καλά καλά (εμφατ.): πολύ καλά: Πλύνε τα χέρια σου ~ ~. Με κοίταξε ~ ~. Πβ. προσεκτικά., καλά καλά δεν/προτού καλά καλά ...: (στην αρχή πρότασης) για κάτι που γίνεται αμέσως ή πολύ νωρίς· μόλις: ~ ~ δεν είχε ξημερώσει, όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Με χαστούκισε προτού ~ ~ πω τίποτε., καλά κάνω! (προφ.): απότομη, αγενής και αποστομωτική απάντηση σε παρατήρηση, μομφή κάποιου: - Συνεχώς καθυστερείς! - ~ ~, κοίτα τη δουλειά σου!, καλά να (τα) πάθεις! (προφ.): (συχνά με χαιρεκακία) για κάποιον που υφίσταται τις συνέπειες των πράξεών του: ~ ~, να σου γίνει μάθημα! ~ να πάθω που δανείζω σε ξένους... Πβ. ας πρόσεχες!, καλά σου έκανε! (προφ.): σου άξιζε αυτή η συμπεριφορά: ~ ~, να μάθεις να βρίζεις άλλη φορά! ~ ~, το είχες παρακάνει. ~ του έκανες, του μασκαρά!, καλά σου! (νηπιακή γλ.): για εκδήλωση παραπόνου: Δεν με παίζεις; ~ ~ κι εγώ δεν σου ξαναμιλάω!, καλά το κατάλαβα/το σκέφτηκα/το φαντάστηκα! (προφ.): για επιβεβαίωση σκέψης, πρόβλεψης: ~ ~ ότι θα σε βρω εδώ! Καλά το(ν) κατάλαβα εγώ ότι έλεγε ψέματα., καλά/καλό θα 'τανε: (+ να) για έκφραση επιθυμίας ή προτροπής: ~ ~ να πηγαίναμε μαζί τους, τι λες; ~ ~ να είμαστε πλούσιοι αλλά δεν είμαστε (πβ. μακάρι).|| - Να του τηλεφωνήσω; - ~ ~., καλάαα ... (προφ.): ως προειδοποίηση για ανταπόδοση κακής συμπεριφοράς: Δεν μας μιλάς, ε; ~..., κάνω (κάποιον) καλά (προφ.): καταφέρνω να επιβληθώ σε κάποιον ή να χειριστώ μια κατάσταση: Πείσε τον εσύ, εγώ δεν τον ~ ~. Έλα κάνε ~ (= ανάλαβε) τον γιο σου! Πβ. κάνω κάποιον ζάφτι., κάτι δεν πάει καλά (προφ.): για να εκφραστεί προβληματισμός σχετικά με κάποια κατάσταση: ~ ~ μαζί του/μ' αυτόν/με την υπόθεση. Κάτι δεν μου ~ ~ σ' αυτή την ιστορία (= κάτι μου βρομάει· πβ. κάποιο λάκκο έχει η φάβα)., να 'μαστε καλά/να μας έχει ο Θεός καλά να ... (ευχετ.): μακάρι να είμαστε γεροί για να ξανακάνουμε κάτι: ~ ~ να ξαναπάμε και του χρόνου!, να 'σαι καλά (ευχετ.): αντί για "ευχαριστώ" ή "παρακαλώ": ~ ~ που με θυμήθηκες!|| -Σ' ευχαριστώ για τη βοήθειά σου! -~ ~!, ναι, καλά! & ναι, σιγά! (ειρων.): για αμφισβήτηση των λεγομένων κάποιου: -Θα έρθει! -~ ~!, όλα καλά (προφ.): σε ερώτηση ή απάντηση σχετικά με την κατάσταση κάποιου: -~ ~; -Μια χαρά! -Πώς πάει; - ~ ~ (κι ωραία)!, τα έχω καλά με κάποιον (προφ.): έχω καλές σχέσεις: Φρόντισε να τα ~εις ~ μαζί του/με τους συναδέλφους σου! Πβ. (τα) πάω/πηγαίνω καλά., τι καλά/τι ωραία! (προφ.): για να δηλωθεί ενθουσιασμός: Θα πάμε εκδρομή, ~ ~!, το πήρε καλά: αντέδρασε ήπια σε ένα δυσάρεστο νέο, το δέχτηκε ομαλά, δεν θίχτηκε: Ευτυχώς πήρε ~ την πλάκα που του κάναμε! Δεν περίμενα να το πάρει τόσο καλά! ΑΝΤ. το πήρε άσχημα, (για) πρόσεξε/κοίταξε καλά! βλ. προσέχω, (θέλει) σώνει και καλά/ντε και καλά βλ. σώνω, (ο χορός) καλά κρατεί βλ. κρατώ, αν θυμάμαι καλά, ... βλ. θυμάμαι, ας τα λέμε καλά βλ. λέω, βαστιέται/κρατιέται καλά βλ. βαστώ, για θυμήσου καλά! βλ. θυμάμαι, δεν με/σε/τον βλέπω καλά βλ. βλέπω, έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα βλ. ζω1, θα φας καλά! βλ. τρώω, καλά και άγια βλ. άγιος, καλά μου (τα) έλεγες/τα 'λεγες βλ. λέω, καλά/όπως/σωστά (τα) λες/λέτε βλ. λέω, κάνω καλά/άσχημα βλ. κάνω, κάτσε καλά! βλ. κάθομαι, με βλέπεις καλά/με βλέπεις που σε βλέπω; βλ. βλέπω, μίλα καλά! βλ. μιλώ, μιλάω καλά για κάποιον βλ. μιλώ, πάει καλά βλ. πηγαίνω & πάω, πας/είσαι καλά; βλ. πηγαίνω & πάω, πατώ/στέκομαι γερά/καλά (στα πόδια μου) βλ. πατώ, σκέψου καλά βλ. σκέφτομαι, την έχω καλά/άσχημα βλ. έχω, τι καλά, ... καλάθια! βλ. καλάθι, το μιλάει καλά το ... βλ. μιλώ ● βλ. καλός, καλώς [< αρχ. καλῶς, μεσν. καλά]

κενολογία

κενολογίακε-νο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): ανούσια λόγια διατυπωμένα συνήθ. με πομπώδες ύφος: πολιτική ~. Λόγος γεμάτος ~ες. Πβ. αερολογίες. Βλ. άρες μάρες (κουκουνάρες), κοινοτοπία, μωρο-, περιττο-λογία. ΣΥΝ. ματαιολογία [< μτγν. κενολογία]

κλέφτης

κλέφτηςκλέ-φτης ουσ. (αρσ.) {κλεφτ-ών} & κλέπτης, κλέφτρα (η) 1. πρόσωπο που κλέβει: επαγγελματίας ~. ~ αυτοκινήτων/έργων τέχνης/κινητών. Κύκλωμα/συμμορία ~ών. Πιάστηκε/συνελήφθη ο ~. Μπήκαν ~ες στο μαγαζί/σπίτι. Πβ. διαρρήκτης, ληστής. Βλ. αρχι~, ζωο~.|| Προσέξτε μη σας γελάσουν, είναι ~ες (= απατεώνες, λωποδύτες)!|| (μτφ.) ~ της καρδιάς (βλ. καρδιοκλέφτρα). 2. ΙΣΤ. {συνήθ. στον πληθ.} μέλος ανυπότακτων ορεσίβιων ομάδων που αποτέλεσαν τον πυρήνα της αντίστασης κατά των Τούρκων: ~ες κι αρματολοί. Το λημέρι των ~ών. Βλ. πρωτο~. 3. ΒΟΤ. σπόρος με λεπτά και λευκά νημάτια που μεταφέρεται σε μεγάλη απόσταση από τον αέρα. ● Υποκ.: κλεφταράκος & κλεφτάκος (ο) ● Μεγεθ.: κλεφταράς & (σπάν.) κλέφταρος (ο) (επιτατ.) ● ΦΡ.: αγαπά ο Θεός τον κλέφτη, αγαπά και τον νοικοκύρη (παροιμ.): αυτός που έχει αδικηθεί, θα βρει τελικά το δίκιο του., κλέφτες κι αστυνόμοι: παιδικό ομαδικό παιχνίδι, κυνηγητό., μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη, τρεις και η κακή του μέρα/ώρα/τρεις και τον τσακώσανε (παροιμ.): έρχεται η στιγμή που οι απατεωνιές, οι κλεψιές κάποιου αποκαλύπτονται., ο κλέφτης και ο ψεύτης τον πρώτο χρόνο χαίρονται (παροιμ.): όποιος κλέβει ή λέει ψέματα, πολύ σύντομα αποκαλύπτεται., σαν τον κλέφτη/σαν κλέφτης (προφ.): αθόρυβα, χωρίς να τον πάρουν είδηση, κρυφά: Έφυγε ~ ~. Πβ. στα κλεφτά., φωνάζει ο κλέφτης, να φοβηθεί/για να φύγει ο νοικοκύρης (παροιμ.): για κάποιον που, ενώ φταίει, προσπαθεί να ρίξει τις ευθύνες σε όσους υφίστανται τις πράξεις του., κλειδώνω (κι) αμπαρώνω και ο κλέφτης είναι μέσα/τον κλέφτη βρίσκω μέσα βλ. αμπαρώνω [< μεσν. κλέφτης]

κλιμακωτός

κλιμακωτός, ή, ό κλι-μα-κω-τός επίθ. 1. (επίσ.) που διαμορφώνεται κατά κατηγορίες κατάταξης: ~ός: συντελεστής/φόρος (εισοδήματος· βλ. κλιμάκιο). ~ή: αύξηση/σειρά/τιμολόγηση/χρέωση (σε γραπτά μηνύματα). ~ό: επιτόκιο/σύστημα (μισθοδοσίας). Πβ. βαθμιαίος. 2. που αναπτύσσεται σε επίπεδα, με αποτέλεσμα να δημιουργεί την εντύπωση κλίμακας (σκάλας): ~ός: διάδρομος. ~ό: ύψος. ~οί: κήποι. ~ά: χωράφια. Πβ. βαθμιδωτός.|| (ΜΑΘ.) ~οί: πίνακες. 3. που αυξάνει, εντείνεται βαθμιαία: ~ή: δυσκολία. ~ές: κινητοποιήσεις. Ταινία με ~ό σασπένς. Πβ. κλιμακούμενος, σταδιακός.|| (ΦΙΛΟΛ.) ~ός στίχος (: όπου κάθε λέξη είναι κατά μία συλλαβή μεγαλύτερη από την προηγούμενη). ● επίρρ.: κλιμακωτά ● ΣΥΜΠΛ.: κλιμακωτό ωράριο: με βάση το οποίο καθορίζεται η έναρξη λειτουργίας καταστημάτων και δημόσιων υπηρεσιών σε διαφορετικές ώρες: θερινό/χειμερινό ~ ~. [< 1: μτγν. κλιμακωτός ‘φτιαγμένος σε μοφή σκάλας’ 2,3: αγγλ. escalatory, 1965]

κούφιος

κούφιος, α, ο κού-φιος επίθ. 1. που είναι κενός εσωτερικά· κατ' επέκτ. που έχει φθαρεί, χαλάσει: ~ιος: κορμός (= κοίλος)/σωλήνας (ΑΝΤ. μασίφ). ~ιο: δέντρο/καλάμι/ξύλο. ~ (από) μέσα.|| ~ιο: δόντι (= σάπιο, χαλασμένο)/καρπούζι (πβ. τζούφιος). 2. (μτφ.) που δεν έχει ουσία ή αντίκρισμα: ~ια: ρητορεία. ~ιες: ελπίδες/κουβέντες/υποσχέσεις. ~ια: λόγια/συνθήματα. Πβ. μάταιος, φρούδος, ψεύτικος.|| (για πρόσ.) ~ιος: άνθρωπος (: ακαλλιέργητος). Πβ. επιφανειακός, κενός, ρηχός. 3. (για ήχο) υπόκωφος: ~ιος: θόρυβος/κρότος. ● ΣΥΜΠΛ.: άδειο/κούφιο κεφάλι βλ. κεφάλι, κούφια καρύδια βλ. καρύδι ● ΦΡ.: κούφια η ώρα (που τ' ακούει) (προφ.): για την αποτροπή κακού ή ανεπιθύμητου συμβάντος: Κι αν, ~ ~, σου συμβεί κάτι κακό; ΣΥΝ. χτύπα/να χτυπήσω ξύλο!, στα κούφια (προφ.): μάταια: Μιλούσε ~ ~, κανείς δεν τον άκουγε. [< μεσν. κούφιος]

κρίση

κρίσηκρί-ση ουσ. (θηλ.) 1. δύσκολη κατάσταση ή φάση στην εξελικτική πορεία γεγονότων, πραγμάτων, ιδεών, ανατροπή της ισορροπίας ή της ομαλής πορείας· (ειδικότ. για πρόσ.) πνευματικός, συναισθηματικός, ηθικός κλονισμός: δημογραφική/διπλωματική/δομική/εσωτερική/κλιματική/κοινωνική/κυβερνητική/οξεία/πολιτειακή/πολιτική/πολυδιάστατη/συνεχιζόμενη/υγειονομική/χρηματιστηριακή ~. ~ ανεργίας/αξιοπιστίας/αξιών/εμπιστοσύνης/εξουσίας/θεσμών/υποσιτισμού/χρέους. Διεθνής ~ (πβ. ένταση, σύρραξη). Εκτόνωση/επιδείνωση/τερματισμός/υπέρβαση της ~ης. ~ στην αγορά/στις ανθρώπινες σχέσεις/στο κόμμα. Η ~ (απο)κλιμακώνεται/βαθαίνει/εκδηλώνεται/εντείνεται/ξεσπά/οξύνεται. (λόγ.) Ελλοχεύει/λανθάνει/σοβεί/υφέρπει ~. Αμβλύνω/αντιμετωπίζω/ξεπερνώ την ~. Προτάσεις για (δι)έξοδο από την ~ (βλ. ανάκαμψη). Η χώρα βρίσκεται σε/βυθίζεται σε/διέρχεται ~/διανύει περίοδο ~ης. Μηνύματα ελπίδας εν μέσω ~ης. Η οικονομική ~ (πβ. κάμψη, μαρασμός, ύφεση) πλήττει τα πιο αδύναμα στρώματα.|| Υπαρξιακή ~. Η ~ της εφηβείας/της μέσης ηλικίας. ~ προσανατολισμού/συνείδησης/ταυτότητας (βλ. δίλημμα). 2. ΙΑΤΡ. αιφνίδια και παροξυσμική επιδείνωση ή εμφάνιση των συμπτωμάτων μιας νόσου: αλλεργική/επιληπτική/ηπατική/θυρεοειδική/καρδιακή ~. ~ άσθματος/ισχιαλγίας/ρευματισμών/υπέρτασης/υπογλυκαιμίας. ~ βήχα/σκωληκοειδίτιδας/σπασμών. Γενικευμένες ~εις. Βλ. υποτροπή.|| (ειδικότ., για βίαιη εκδήλωση συναισθήματος ή διάθεσης) Νευρική ~. ~ άγχους/γέλιου/ζήλιας/θυμού/κατάθλιψης/μελαγχολίας. Πβ. έξαρση, επεισόδιο, παροξυσμός.|| (ειρων.) ~ ειλικρίνειας/ευφυΐας. Βλ. έκλαμψη. 3. άποψη που έχει σχηματίσει ή/και διατυπώσει κάποιος· ειδικότ. κριτική ή γνωμοδότηση, ετυμηγορία: αβασάνιστη/αλάνθαστη/ανεξέλεγκτη/αντιφατική/αξιολογική/απόλυτη/ατεκμηρίωτη/αυθαίρετη/βιαστική/γενικευτική/δίκαιη/εσφαλμένη/ορθή/προσωπική/τεκμηριωμένη/υποκειμενική/ώριμη ~. Η ~ του ειδικού. Έχει διαμορφώσει σαφή ~. Θα καθορίσει κατά την ~ του τις ... Η επιλογή επαφίεται στην ~ του ... Πβ. αντίληψη, γνώμη. Βλ. σύγκριση.|| (ΓΡΑΜΜ.) Προτάσεις ~εως (: με τις οποίες εκφέρεται γνώμη· βλ. προτάσεις επιθυμίας).|| Δυσμενής ~. Αρνητικές/θετικές ~εις. ~εις και επικρίσεις. Πβ. σχόλιο.|| Η ~ του δικαστηρίου/της επιτροπής/του Πειθαρχικού Συμβουλίου. Πβ. απόφανση. Βλ. (επ)ανάκριση. 4. νοητική, κριτική ικανότητα: Δραστηριότητες που ασκούν/καλλιεργούν/οξύνουν την ~. ΑΝΤ. ακρισία. 5. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. διαδικασία εκλογής, επιλογής, αξιολόγησης: ~εις διορισμού/εξέλιξης μελών ΔΕΠ. ~ για μονιμοποίηση. Επιτροπές/συμβούλια ~ης. Άρχισαν/ολοκληρώθηκαν οι (τακτικές) ετήσιες ~εις των αξιωματικών. 6. ΘΕΟΛ. (συνήθ. με κεφαλ. Κ) η Δευτέρα Παρουσία: η μέλλουσα ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ενεργειακή κρίση: έλλειψη σε πηγές ενέργειας (κυρ. πετρέλαιο) και οι επιπτώσεις της στην οικονομία, το εμπόριο, τις διεθνείς σχέσεις: Η ~ ~ οδήγησε σε κύμα ανατιμήσεων. [< αγγλ. energy crisis, 1953] , η ημέρα/η ώρα της κρίσεως/της κρίσης: ΘΕΟΛ. η Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, οπότε θα κριθούν όλοι, νεκροί και ζωντανοί· κατ' επέκτ. κάθε στιγμή ελέγχου και δοκιμασίας, απόδοσης ευθυνών: ~ ~ έρχεται/πλησιάζει., διαχείριση κρίσεων βλ. διαχείριση, ερώτηση κρίσεως βλ. ερώτηση, εστιακές κρίσεις (επιληψίας) βλ. εστιακός, κατηγορική πρόταση/κρίση βλ. κατηγορικός, κρίση πανικού βλ. πανικός, νομισματική κρίση βλ. νομισματικός, πετρελαϊκή κρίση βλ. πετρελαϊκός [< 2, 3, 4: αρχ. κρίσις, γαλλ. crise, αγγλ. crisis]

λειτουργία

λειτουργίαλει-τουρ-γί-α ουσ. (θηλ.) {λειτουργι-ών} 1. σύνολο δραστηριοτήτων που εκτελούνται ή μηχανισμών που ενεργοποιούνται, προκειμένου να παραχθεί ένα έργο ή/και να εκπληρωθεί ο σκοπός μιας διαδικασίας: αποτελεσματική/απρόσκοπτη/εύρυθμη/νυχτερινή/παράνομη ~. Η ~ της Βουλής/μιας επιχείρησης/των καταστημάτων/ενός νοσοκομείου/μιας υπηρεσίας. Δομή/οργάνωση και ~ του σχολείου. Κανόνες/κανονισμός ~ας της βιβλιοθήκης. Άδεια/αναστολή/διακοπή/έναρξη/κόστος/όροι/περίοδος/πρόβλημα/τρόπος/υπεύθυνος ~ας. Αλλαγές στην εσωτερική ~ του σωματείου. Σε δοκιμαστική/πιλοτική/πλήρη ~ ο σταθμός ... Αποκαταστάθηκε/ξεκίνησε/σταμάτησε η ~ του αεροδρομίου. Έβαλαν/μπήκε/τέθηκε σε ~ το νέο σάιτ του Δήμου.|| Βασικές/ειδικές/κύριες/προηγμένες/πρόσθετες ~ες ενός κινητού. Αυτοματοποιημένες ~ες κάμερας. ~ες κλήσης (π.χ. απάντηση, απόρριψη, επανάληψη). Οθόνη πολλαπλών ~ών. Χρόνος ~ας μπαταρίας. ~ες φωνής (βλ. φωνητική κλήση). Χαρακτηριστικά και ~ες μιας εφαρμογής.|| (ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ.) Καρδιακή ~. ~ες των κυττάρων/της πέψης. Οι ζωτικές ~ες των οργανισμών. Εγκεφαλικές/σωματικές ~ες. Για την καλή/κανονική/ομαλή/σωστή/φυσιολογική ~ του εντέρου ... Βλ. υπερ~.|| (ΨΥΧΟΛ.) Γνωστικές-νοητικές (π.χ. μνήμη)/ψυχικές ~ες. 2. (ειδικότ.) ο σκοπός της ύπαρξης ενός στοιχείου, συνήθ. εντός συνόλου, ο ιδιαίτερος ρόλος του: η κοινωνική και πολιτική ~ της τέχνης. Η εκπαιδευτική-θεραπευτική ~ της μουσικής. Οι ~ες του χρήματος (π.χ. ως μέσου συναλλαγής).|| (ΠΟΛΙΤ.) Δικαστική/εκτελεστική/νομοθετική ~ (= εξουσία).|| (ΓΛΩΣΣ.) Αναφορική/επικοινωνιακή/ποιητική ~ της γλώσσας. Οι συντακτικές ~ες των πτώσεων. ● ΣΥΜΠΛ.: Θεία Λειτουργία & (προφ.) Λειτουργία: ΕΚΚΛΗΣ. ιεροτελεστία με ορισμένο τυπικό κατά την οποία τελείται το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας: η ~ ~ του Ιωάννου του Χρυσοστόμου/του Μεγάλου Βασιλείου/των Προηγιασμένων Δώρων. Πβ. λειτουργιά. Βλ. συλλειτουργία. [< μτγν. λειτουργία] , ώρες/ωράριο λειτουργίας & μέρες λειτουργίας: (για καταστήματα, γραφεία, υπηρεσίες) τακτά χρονικά διαστήματα μέσα στην εβδομάδα, κατά τα οποία εξυπηρετείται το κοινό: θερινό/χριστουγεννιάτικο ωράριο ~. Ώρες και μέρες ~ της έκθεσης/του μουσείου/του ταμείου ... Βλ. ώρες γραφείου., αμφίδρομη λειτουργία βλ. αμφίδρομος, ασύγχρονη λειτουργία βλ. ασύγχρονος, κειμενική λειτουργία βλ. κειμενικός ● ΦΡ.: εκτός λειτουργίας (επίσ.): δεν δουλεύει, δεν είναι ανοιχτό: Η τηλεφωνική συσκευή έχει τεθεί προσωρινά ~ ~. Το κέντρο έμεινε ~ ~ για μια εβδομάδα. [< αρχ. λειτουργία 'παροχή υπηρεσίας προς τον λαό, την πολιτεία', γαλλ. fonction, fonctionnement]

λογαριασμός

λογαριασμόςλο-γα-ρια-σμός ουσ. (αρσ.) 1. απόδειξη με το συνολικό ποσό χρέωσης, λόγω παροχής αγαθών ή υπηρεσιών ή αγοράς προϊόντων· το ίδιο το χρέος: αναλυτικός ~. Ήρθε ο ~ του κινητού/του νερού (= της ΕΥΑΘ, της ΕΥΔΑΠ)/της πιστωτικής/του ρεύματος (= της ΔΕΗ)/του τηλεφώνου (π.χ. του ΟΤΕ). Αποστολή του ~ού μέσω ίντερνετ/ταχυδρομείου. Παραλαμβάνω έναν ~ό. (προς σερβιτόρο) -Τον ~ό παρακαλώ! (για πελάτη) Ζήτησε το(ν) ~ό. Πβ. λυπητερή, τιμολόγιο.|| Ανεξόφλητος/απλήρωτος/εκκρεμής/εκπρόθεσμος/φουσκωμένος ~. Εξοφλώ έναν ~ό.|| (μτφ.) Πλήρωσε τον ~ό (= τα σπασμένα) για τα λάθη άλλων (πβ. ζημιά, κόστος, συνέπειες). 2. ΟΙΚΟΝ. κεφάλαιο που διατηρεί πελάτης σε τράπεζα: αδρανής/αποταμιευτικός/δανειακός/έντοκος/επενδυτικός/καταθετικός/κοινός/προθεσμιακός/προνομιακός/προσωπικός/τραπεζικός ~. ~ μισθοδοσίας/συναλλάγματος. Αριθμός/ενημέρωση/κατάσταση/κίνηση ~ού. Ανοίγω/κλείνω ένα(ν) ~ό. Μπλοκάρω/παγώνω/πιστώνω/χρεώνω ένα(ν) ~ό. Βάζω/καταθέτω χρήματα σε ένα ~ό. Σήκωσε το υπόλοιπο του ~ού (βλ. ανάληψη). Βλ. IBAN. 3. εκτέλεση αριθμητικών πράξεων, υπολογισμός (και καταγραφή) κυρ. των εσόδων, των εξόδων ή των οφειλών· εκτίμηση μιας κατάστασης, των θετικών και αρνητικών στοιχείων: ~ δαπανών/κερδών. Κάνω τον ~ό (= υπολογίζω). Μ' έναν πρόχειρο ~ό χρειάζονται ... χιλιάδες ευρώ. Δεν θυμάμαι πόσες φορές έχω πάει, δεν κρατάω και ~ό (= δεν μετρώ, δεν σημειώνω). Πβ. καταμέτρηση, μέτρημα.|| (μτφ., συνήθ. στον πληθ.) Έπεσε έξω στους ~ούς του. 4. ΛΟΓΙΣΤ. {συνηθέστ. στον πληθ.} έκθεση με τα έσοδα και έξοδα οικονομικής μονάδας κατά τη διάρκεια ορισμένης χρονικής περιόδου: πρωτοβάθμιοι ~οί (: οι περιληπτικοί ή γενικοί ~οί, αυτοί δηλ. που αναλύονται σε περισσότερους ~ούς). Δευτεροβάθμιοι ~οί (: οι αναλυτικοί ~οί οι οποίοι με τη σειρά τους αναπτύσσονται σε τριτοβάθμιους). ~ αποτελεσμάτων/ενεργητικού/ισολογισμού/παθητικού/προϋπολογισμού/τάξεως. 5. ΠΛΗΡΟΦ. εδραιωμένη σχέση που επιτρέπει σε χρήστη, μέσω ενός μηχανισμού πιστοποίησης, την πρόσβαση στους πόρους ενός υπολογιστή, δικτύου ή μιας υπηρεσίας πληροφοριών: ~ ηλεκτρονικού ταχυδρομείου/σε φόρουμ. Άνοιγμα/δημιουργία/εγκατάσταση/ενεργοποίηση/κωδικός πρόσβασης/στοιχεία ~ού. Σύνδεση στον ~ό. Κάνω ~ό. Ανέβασε φωτογραφίες στον προσωπικό του ~ στο ίνσταγκραμ/στο φέισμπουκ.λογαριασμοί (οι) (μτφ.) 1. εκκρεμότητες, διαφορές: Έχω κάτι ~ούς να κανονίσω/ξεκαθαρίσω/τακτοποιήσω μαζί του. Έκλεισαν τους ~ούς με το παρελθόν. 2. επαφές, σχέσεις, δοσοληψίες: Δεν θέλω ~ούς μαζί τους. Πβ. πάρε-δώσε, παρτίδες. ● ΣΥΜΠΛ.: ανοιχτοί λογαριασμοί (μτφ.): εκκρεμότητες, άλυτες διαφορές: Έχει ~ούς ~ούς με τη δικαιοσύνη. Οι δύο ομάδες άφησαν ~ούς ~ούς για τον επαναληπτικό., δεσμευμένος λογαριασμός: ΟΙΚΟΝ. που τηρείται σε πιστωτικό ίδρυμα και στον οποίο έχουν επιβληθεί μέτρα περιορισμού ή απαγόρευσης της χρήσης του., Διεθνής Αριθμός Τραπεζικού Λογαριασμού: ΟΙΚΟΝ. σειρά από αλφαριθμητικούς χαρακτήρες που προσδιορίζει μοναδικά τον λογαριασμό ενός πελάτη σε οποιαδήποτε τράπεζα στον κόσμο, με σκοπό τη διευκόλυνση της αυτόματης επεξεργασίας διασυνοριακών συναλλαγών. [< αγγλ. International Bank Account Number (ΙΒΑΝ)] , λογαριασμός όψεως & κατάθεση όψεως: ΟΙΚΟΝ. καταθετικός λογαριασμός, συνήθ. επιχειρήσεων και ελεύθερων επαγγελματιών, με κύριο χαρακτηριστικό την ευελιξία στη διενέργεια συναλλαγών, μέσω επιταγών και μετρητών., λογαριασμός ταμιευτηρίου: ΟΙΚΟΝ. αποταμιευτικός λογαριασμός με επιτόκιο υψηλότερο από ενός τρεχούμενου και με δυνατότητα άμεσης ανάληψης: βιβλιάριο ~oύ ~ου., λογαριασμός χρήστη: ΠΛΗΡΟΦ. λογαριασμός. [< αγγλ. user account] , ξεκαθάρισμα λογαριασμών: επίλυση διαφορών, συνήθ. στον χώρο του υποκόσμου, με βίαιο τρόπο ή ανήθικα μέσα: Σε ~ ~ αποδίδει η Αστυνομία τη δολοφονία του ... Πβ. αυτοδικία. [< γαλλ. règlement de comptes] , παλιοί λογαριασμοί (προφ.): εκκρεμότητες, διαφορές ή αντιπαραθέσεις που έχουν προκύψει στο παρελθόν: κλείσιμο ~ών ~ών., τρεχούμενος/ανοιχτός λογαριασμός: ΟΙΚΟΝ. χαμηλότοκος λογαριασμός για ιδιώτες και επιχειρήσεις που παρέχει τη δυνατότητα κατάθεσης και ανάληψης μετρητών χωρίς περιορισμούς, έκδοσης μπλοκ επιταγών και, κατόπιν αιτήσεως του δικαιούχου, το δικαίωμα υπερανάληψης. [< γαλλ. compte courant/ouvert] , ακαθάριστος λογαριασμός βλ. ακαθάριστος, αλληλόχρεος λογαριασμός βλ. αλληλόχρεος, άνοιγμα (του) λογαριασμού βλ. άνοιγμα, Ειδικός Λογαριασμός Κονδυλίων Έρευνας βλ. ειδικός, τροφοδότης λογαριασμός βλ. τροφοδότης ● ΦΡ.: (έρχεται/φτάνει) η ώρα του λογαριασμού: δηλ. της πληρωμής: Η χαρά του κόπηκε όταν ήρθε ~ ~., ανοίγω λογαριασμούς (μτφ.): έχω επαφές, πάρε-δώσε: Έχει ανοίξει ~ με την Αστυνομία., βάζω/φέρνω (κάποιον/κάτι) σε λογαριασμό (προφ.): ρυθμίζω, τακτοποιώ ή συμμορφώνω, συνετίζω: Προσπαθεί να βάλει ~ τα οικονομικά του.|| Δεν ξέρω πώς θα φέρω ~ αυτό το παιδί. Πβ. κουμαντάρω, στρώνω., για λογαριασμό (κάποιου): ως εκπρόσωπος ή προς χρήση άλλου: Λυπάμαι/ντρέπομαι ~ ~ σου (= για σένα). Ενεργεί ~ ~ του δικαιούχου. Εκπονήθηκε μελέτη ~ ~ του υπουργείου ... (πβ. εξ ονόματος). [< γαλλ. pour le compte de] , δικός μου λογαριασμός: αφορά αποκλειστικά εμένα, ευθύνομαι εγώ ο ίδιος, αποτελεί αρμοδιότητά μου: Το τι κάνω είναι ~ ~, να μη σε νοιάζει!, δίνω (σε κάποιον) λογαριασμό & (σπάν.) χρωστώ λογαριασμό (προφ.): απολογούμαι, λογοδοτώ: Δεν δίνει/χρωστά ~ (= εξηγήσεις) σε κανέναν. (συνήθ. με αυστηρό ή ενοχλημένο ύφος) Δεν θα σου δώσω ~ με ποιον βγαίνω. Θα υποχρεωθεί να δώσει ~ στα αρμόδια όργανα. ΣΥΝ. δίνω λόγο (1), κάνω λογαριασμό (προφ.): για κατανάλωση αγαθών ή υπηρεσιών που αντιστοιχούν σε ορισμένο χρηματικό ποσό: Έκανε ~ (= ξόδεψε) πενήντα ευρώ., οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους (παροιμ.): η αμοιβαία συνέπεια στις συναλλαγές διασφαλίζει την ομαλότητα στις φιλικές, επαγγελματικές ή άλλου είδους σχέσεις. [< γαλλ. les bons comptes font les bons amis] , στέλνω το(ν) λογαριασμό (μτφ.-προφ.): επιβαρύνω, χρεώνω: ~ουν ~ σε συνταξιούχους, μισθωτούς και ανέργους., χάνω το(ν) λογαριασμό (μτφ.-προφ.): αδυνατώ να μετρήσω σωστά, να υπολογίσω, συχνά λόγω μεγάλου πλήθους, ή γενικότ. μπερδεύομαι, βρίσκομαι σε κατάσταση σύγχυσης: Κοντεύει να χάσει τον ~ με τα χρήματα που 'χει μαζέψει.|| Μιλούσε πολλή ώρα και από ένα σημείο και μετά έχασα τον ~., λογαριάζω/κάνω λογαριασμό χωρίς τον ξενοδόχο βλ. λογαριάζω [< μεσν. λογαριασμός 'υπολογισμός', γαλλ. compte, αγγλ. bill, account]

μέρα

μέραμέ-ρα ουσ. (θηλ.) {μερών} (προφ.) : ημέρα. ● Υποκ.: μερούλες (οι) {σπάν. στον εν. μερούλα} (προφ.): για να δηλωθεί σύντομο χρονικό διάστημα, μικρή διάρκεια: Κάνε αίτηση και σε δυο/λίγες ~ (το πολύ) θα το 'χεις στα χέρια. ● ΣΥΜΠΛ.: άγιες μέρες & Άγιες ημέρες: για σημαντικές γιορτές, συνήθ. η περίοδος των Χριστουγέννων και του Πάσχα: Έρχονται ~ ~. Πού θα περάσετε τις ~ ~;, επόμενη μέρα: η μέρα ή κυρ. η περίοδος που ακολουθεί ένα σημαντικό ή καταστροφικό γεγονός ως προς τις συνέπειες που αυτό συνεπάγεται για την κοινωνία ή την ανθρωπότητα: η ~ ~ των εκλογών/μετά τον σεισμό., αλκυονίδες (μέρες) βλ. αλκυονίδες, αποφράδα μέρα βλ. αποφράδα, άσπρη μέρα βλ. άσπρος, γιορτάρες μέρες βλ. γιορτάρης, η (η)μέρα της μαρμότας βλ. μαρμότα, χάπι της επόμενης μέρας βλ. χάπι, χρονιάρες μέρες βλ. χρονιάρης ● ΦΡ.: από μέρα σε μέρα: μέσα στις επόμενες μέρες, σύντομα: Θα έρθει/τον περιμένω ~ ~., από τη μια στιγμή/μέρα στην άλλη & (σπάν.) από τη μια ώρα στην άλλη: σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, ξαφνικά: Μπορεί να καταφτάσει ~ ~ (πβ. όπου να 'ναι). Το κακό μπορεί να συμβεί ~ ~. [< γαλλ. d'un moment/jour à l'autre] , βρήκες τη μέρα/μέρα που βρήκες να ...! (προφ.): για ακατάλληλη μέρα: ~ ~ να λείπεις ...!, βρίσκω/πετυχαίνω κάποιον σε καλή/κακή μέρα ή είμαι σε καλή/κακή μέρα: για καλή/κακή διάθεση ή απόδοση κάποιου (μια συγκεκριμένη μέρα): Με βρήκες/με πέτυχες σε κακή μέρα (= δεν είναι η μέρα μου σήμερα)., για μια μέρα: (για ισχύ, φήμη) όσο διαρκεί μια μέρα: δωρεάν μετακίνηση/ήρωας ~ ~., δεν είναι η μέρα μου (σήμερα)!: δεν είμαι σε καλή ψυχική διάθεση ή αντιμετωπίζω αναποδιές (σήμερα): Πβ. δε(ν) με θέλει.|| (με κατάφαση) Είναι η μέρα μου (σήμερα) (= μου πάνε όλα καλά, έχω επιτυχίες)!, είμαι στις μέρες μου: είμαι ετοιμόγεννη., έχω (όλη/ολόκληρη) τη μέρα δική μου: έχω τη συγκεκριμένη μέρα ελεύθερη (μη εργάσιμη), ώστε να τη διαθέσω όπως θέλω., έχω (όλη/ολόκληρη) τη μέρα μπροστά μου: έχω πολύ χρόνο ακόμα μέχρι να βραδιάσει, επομένως μπορώ να κάνω κάτι χωρίς βιασύνη: Πρέπει να ξεκινήσουμε νωρίς, για να έχουμε ~ μας!, η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται (παροιμ.): η καλή εξέλιξη φαίνεται από την αρχή., η μέρα με τη νύχτα: για να δηλωθεί η (απόλυτη) αντίθεση ή διαφορά ανάμεσα σε πρόσωπα ή καταστάσεις, απόψεις: Διαφέρουν όσο ~ ~., κάθε μέρα και καλύτερα: για σταδιακή, διαρκή βελτίωση: Αισθάνομαι/πηγαίνω ~ ~ (= καλυτερεύω, βελτιώνομαι)., κάθε χρόνο τέτοια μέρα: για κάτι που επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο την ίδια μέρα: Μας θυμούνται ~ ~., κι αύριο μέρα (του Θεού) είναι: μπορούμε και αύριο να κάνουμε κάτι που δεν προλάβαμε ή δεν μπορέσαμε σήμερα: Δεν βαριέσαι! ~ ~!, μέρα με τη μέρα & μέρα με την ημέρα: καθώς περνά ο καιρός, σταθερά: Η κατάστασή του βελτιώνεται/επιδεινώνεται ~ ~., μέρα παρά μέρα: ανά δύο εικοσιτετράωρα: Ξεσκονίζει ~ ~., μέρα που είναι/που 'ναι: σε μια τόσο σημαντική μέρα: Έλα τώρα, ~ ~, μην είσαι στενοχωρημένος!, μέρα-νύχτα & νύχτα-μέρα: διαρκώς, αδιάκοπα, ακατάπαυστα: Διαβάζει/δουλεύει ~ ~. ΣΥΝ. μερόνυχτα, νυχθημερόν, μου φτιάχνει/μου χαλάει τη μέρα: με κάνει να νιώθω ωραία/να στενοχωρηθώ: Μου 'φτιαξες τη ~ με τα αστεία/με το χαμόγελό σου!, οι μέρες του είναι λίγες/μετρημένες: για πρόσωπο που πρόκειται να πεθάνει σύντομα ή κυρ. να αποπεμφθεί ή να αντικατασταθεί ή για κάτι που δεν έχει μέλλον, που θα πάψει να υφίσταται: ~ ~ στη δουλειά/στην ομάδα., πηγαίνει καλά η μέρα (μου): συμβαίνουν ευχάριστα γεγονότα εντός του εικοσιτετραώρου: Το πρωί ακούει λίγη μουσική, για να πάει ~ της., σαν να μην πέρασε μια μέρα: για κάποιον ή κάτι που παραμένει αμετάβλητο(ς), αναλλοίωτο(ς) στο πέρασμα του χρόνου: ~ ~ από την τελευταία φορά που την είχα δει., σώθηκαν οι μέρες του: πέθανε ή είναι ετοιμοθάνατος. ΣΥΝ. έσβησε το καντήλι του, τελείωσαν/τέλειωσαν οι μέρες του 1. (για πρόσ.) πέθανε. 2. (για πράγμα) δεν μπορεί πια να χρησιμοποιηθεί, είναι άχρηστο. Πβ. τα έφαγε (τα 'φαγε)/είναι λίγα/είναι μετρημένα/τέλειωσαν τα ψωμιά του., την κακή (και την ψυχρή) σου μέρα! (υβριστ.): ως κατάρα. ΣΥΝ. τον κακό σου τον καιρό/τον φλάρο!, τρώω τη/χάνω τη/πηγαίνει χαμένη η μέρα μου: ξοδεύω τον χρόνο μου χωρίς ικανοποιητικό αποτέλεσμα: Έφαγα/έχασα τη μέρα μου, προσπαθώντας να βρω τα κλειδιά μου/για να τακτοποιήσω το σπίτι. Άδικα πήγε η μέρα μου!, δεν είναι κάθε μέρα τ' Άι-Γιαννιού/Πασχαλιά/Κυριακή/γιορτή βλ. Πασχαλιά2, έγινε η νύχτα μέρα/έκαναν τη(ν) νύχτα μέρα βλ. νύχτα, έκανε/έχει κάνει τη νύχτα μέρα βλ. νύχτα, μέρα μεσημέρι βλ. μεσημέρι, μετράω μέρες/ώρες/εβδομάδες βλ. μετρώ, μετράω τις μέρες/τις ώρες/τους μήνες βλ. μετρώ, μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη, τρεις και η κακή του μέρα/ώρα/τρεις και τον τσακώσανε βλ. κλέφτης, οι καιροί είναι πονηροί/οι μέρες είναι πονηρές βλ. πονηρός, της νύχτας τα καμώματα/τα καμώματα της νύχτας τα βλέπει η μέρα και γελά βλ. κάμωμα, τι μέρα (μου) ξημερώνει! βλ. ξημερώνω [< μεσν. μέρα]

μετά

μετάμε-τά επίρρ. 1. (για δήλωση χρονικής ακολουθίας) σε μελλοντική, σε ύστερη φάση: Πού θα πάμε ~;|| (ως ουσ. με άρθρο) Ζήσε το παρόν και ξέχνα το ~ (= αύριο, μέλλον, βλ. τώρα, χθες).|| (ως επίθ.) Το ~ (= μετέπειτα) διάστημα.|| (εμπρόθετα, (+ από) + αιτ.) Συνεχίζει να απασχολεί την ανθρωπότητα ακόμη και ~ (από) τον θάνατό της. ΣΥΝ. έπειτα (1), κατόπιν (2), ύστερα (1) ΑΝΤ. πριν (3) 2. (με τοπική σημασία) πιο πέρα: Λίγο πιο ~ θα δεις το μαγαζί στο δεξί σου χέρι. 3. προσδιορίζει αυτό που έρχεται ή είναι δεύτερο σε μια ιεραρχία: Για μένα πρώτα φταίνε οι γονείς και ~ τα παιδιά. ● ΦΡ.: και μετά σου λένε/σου λέει ... & και μετά σου λέει ο άλλος ... (προφ.): εκφράζει την αμφισβήτηση του ομιλητή για αυτό που ακολουθεί: ~ ~ η ζωή είναι εύκολη! [< αρχ. μετά]

μετρώ

μετρώ[μετρῶ] με-τρώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μετρ-ά κ. -άει ... | μέτρ-ησα, -ήσει, -ιέται (σπανιότ.) -άται κ. -είται ..., -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας} & μετράω 1. καθορίζω, υπολογίζω τον συνολικό αριθμό: ~ τις απουσίες/τα κέρδη/τον πληθυσμό (πβ. απογράφω)/τα ρέστα/τους τραυματίες/τα φύλλα της τράπουλας/τα χρήματα/τις ψήφους. ~ ένα-ένα/με τα δάχτυλα/λάθος/σωστά. ~ησα σαράντα άτομα. Να ~ηθούμε να δούμε πόσοι είμαστε. Πβ. κατα~.|| (μτφ.) Είκοσι χρόνια ~άει στο τραγούδι ο γνωστός τραγουδοποιός. ~ούν τέσσερις συνεχόμενες εντός έδρας νίκες. Το συγκρότημα ~άει (= απαριθμεί) πολλές επιτυχίες. Πβ. αριθμώ. 2. υπολογίζω το μέγεθος, την ποσότητα, τον βαθμό, συνήθ. με ειδικό όργανο ή βάσει κάποιας μονάδας μέτρησης: ~ (με ακρίβεια) την απόσταση (μεταξύ δύο σημείων)/το βάρος/τις διαστάσεις (του χώρου)/την ένταση του ήχου/τη θερμοκρασία/την ισχύ/τη μάζα/τον όγκο/την τάση/την ταχύτητα/την υγρασία/το ύψος. ~ με τη μεζούρα. ~ τους σφυγμούς/τους χτύπους της καρδιάς. Ο χρυσός ~ιέται σε καράτια. Οι γωνίες ~ούνται με/σε μοίρες. ~ήθηκαν τα επίπεδα λιπιδίων του αίματος. (προφ.) Με ~ησε ο γιατρός και έχω πίεση (= μου ~ησε, μου πήρε την πίεση).|| Τεστ που ~ά τη νοημοσύνη.|| Ο χρόνος ~άει από τώρα. Κάθε καλάθι ~άει για (= ισοδυναμεί με) δύο πόντους (πβ. πιάνεται). Η ψήφος του προέδρου ~άει διπλά.|| ~ήθηκα (= ζυγίστηκα) και είμαι 62 κιλά. 3. λέω αριθμούς στη σειρά: ~ από το ένα ως το εκατό. Μέτρα ως το δέκα. ~ ανάποδα/αντίστροφα. 4. εξετάζω, εκτιμώ, σταθμίζω: ~ την απόδοση/τις απώλειες/τις δυνάμεις (μου)/τα λάθη μου/τα οφέλη/τις πληγές. Δεν μπορείς να ~άς την αξία κάποιου με οικονομικά κριτήρια.|| ~ιέται η αγάπη; Η συμβολή της στη λογοτεχνία δεν μπορεί να ~ηθεί (= είναι ανεκτίμητη). Πβ. αποτιμώ, ελέγχω, ζυγιάζω, ζυγίζω, λογαριάζω. 5. (μτφ.) αξίζω, θεωρούμαι ή αποδεικνύομαι σημαντικός: Η γνώμη σου/ο λόγος του ~άει πολύ για μένα. Δεν ~άει μόνο η ηλικία στο ... Η κίνηση/σκέψη ~άει και όχι η τιμή του δώρου. Το αποτέλεσμα/η προσπάθεια ~άει. Ξεπέρασε τον κίνδυνο κι αυτό είναι που ~άει. Κάθε λεπτό ~άει. ~ησε η εμπειρία και η καλή άμυνα της ομάδας μας. Τι ~ησε για τη/στη λήψη αυτής της απόφασης; 6. συμπεριλαμβάνω κάποιον ή κάτι σε ένα σύνολο ή συνυπολογίζομαι: ~ησες και τον φίλο μου στους καλεσμένους; Πβ. προσ~, συγκαταλέγω.|| Η εργασία είναι προαιρετική και ~ά θετικά στον τελικό βαθμό. ~ησε ο βαθμός πτυχίου στον διορισμό του.μετράει: είναι έγκυρο: Το γκολ/ρεκόρ/τρίποντο δεν ~ησε (= ακυρώθηκε). Η πρώτη προσπάθεια δεν ~άει. ● Παθ.: μετριέμαι: ανταγωνίζομαι, συναγωνίζομαι ή συγκρίνομαι με κάποιον ως προς κάτι: ~ηθήκαμε στα ίσια. Έλα να ~θούμε, αν τολμάς! Πβ. ανα~, παραβγαίνω.|| Η χαρά της δημιουργίας δεν ~ιέται με τίποτα άλλο. ● ΦΡ.: μετράω μέρες/ώρες/εβδομάδες 1. (συνήθ. σε περιπτώσεις απόλυσης ή αποπομπής από ένα αξίωμα, θέση ή ολοκλήρωσης μιας θητείας) περιμένω να συμβεί κάτι σύντομα: ~άει ώρες στον πάγκο της Εθνικής/στον προεδρικό θώκο/στον στρατό. 2. (κυρ. για θανατοποινίτη) {στο γ' πρόσ.} πρόκειται να πεθάνει σε μικρό χρονικό διάστημα., μετράω σε κάποιον κάτι (παλαιότ.-προφ., συνήθ. για χρηματικό ποσό): δίνω σε κάποιον ένα σύνολο ομοειδών πραγμάτων, υπολογίζοντας το πλήθος τους επακριβώς ενώπιόν του: Ο αγοραστής τού μέτρησε (: πλήρωσε τοις μετρητοίς) τρεις χιλιάδες ευρώ., μετράω τα λόγια μου (μτφ.): μιλώ συνετά, προσέχω τι λέω: Να ~άς (= μετρημένα) ~ σου. Έχει ευγένεια, ήθος και πάντα ~άει ~ του. Βλ. λίγα λόγια και καλά., μετράω τα σκαλιά/σκαλοπάτια (προφ.): κατρακυλώ σε σκάλα: Γλίστρησε και ~ησε ~., μετράω τις μέρες/τις ώρες/τους μήνες: ανυπομονώ να περάσει ο καιρός: ~ει ~ (μέχρι) να βγει από τη φυλακή/να επιστρέψει/να την ξαναδεί. Πβ. αδημονώ. ΣΥΝ. δεν βλέπω την ώρα να ..., μετράω το κόστος (μτφ.): λαμβάνω υπόψη μου τις συνέπειες: ~ ~ των πράξεών μου., (μετρώ) με τη μεζούρα/με το υποδεκάμετρο βλ. μεζούρα, μετράω προβατάκια/πρόβατα βλ. προβατάκι, μετριούνται/είναι μετρημένοι στα δάχτυλα (του ενός χεριού) βλ. δάχτυλο [< αρχ. μετρῶ]

μηδέν

μηδένμη-δέν ουσ. (ουδ.) {μηδεν-ός} 1. ΜΑΘ. ο ακέραιος φυσικός αριθμός 0, που δείχνει την απουσία ποσότητας και αποτελεί το ουδέτερο στοιχείο της πρόσθεσης: τρία και ~ ίσον τρία. ~ τοις εκατό (0%). Το ~ δεν είναι ούτε αρνητικός ούτε θετικός αριθμός. Από το ~ ως το άπειρο.|| (σε συνάρτηση) Το x τείνει στο ~. 2. ο κατώτερος βαθμός σε βαθμολογική κλίμακα: Του έβαλε/πήρε ~ (= μηδενικό).|| (ΑΘΛ.) Η ομάδα κόλλησε στο ~ (= δεν σημείωσε κανένα γκολ). ΣΥΝ. κουλούρα (4) 3. (μτφ.) για ανάξιο ή ασήμαντο πρόσωπο ή πράγμα, κανένας ή τίποτα: Αυτός ο άνθρωπος είναι ένα ~ (: δεν αξίζει τίποτα). Πβ. τιποτένιος.|| (ως επίθ.) ~ αύξηση στους μισθούς/λάθη στο γραπτό. Αποτέλεσμα/σοβαρότητα ~ (= καθόλου). Πβ. μηδαμινός, μηδενικός, νούλα. 4. σημείο ή γραμμή με το σύμβολο 0 απ' όπου ξεκινάει η αρίθμηση, ο υπολογισμός σε βαθμονομημένη κλίμακα, ιδ. σε θερμόμετρο ή άλλο όργανο μέτρησης: Ο υδράργυρος κάτω/πάνω από το ~. Υγρό που ψύχεται στους ~ βαθμούς Κελσίου.|| Εκκίνηση από τη θέση ~. Η τάση γίνεται ~ (= μηδενίζεται). Σύστημα που μειώνει την κατανάλωση ενέργειας στο ~. 5. ΦΙΛΟΣ. το μη υπαρκτό, το αντίθετο του είναι. ● ΣΥΜΠΛ.: απόλυτο μηδέν βλ. απόλυτος, ορατότης/ορατότητα μηδέν βλ. ορατότητα, σημείο μηδέν βλ. σημείο ● ΦΡ.: από το μηδέν & (λόγ.) εκ του μηδενός: από την αρχή, χωρίς βάση, στήριξη: Αρχίζω/μαθαίνω/ξεκινώ κάτι ~ ~. Έφτιαξε μόνος του την επιχείρηση ~ ~., μηδέν εις το πηλίκον & μηδέν στο πηλίκο (μτφ.-επιτατ.): για ανύπαρκτο, ασήμαντο, ανεπιτυχές αποτέλεσμα: ~ ~ από τις διαπραγματεύσεις/κατά τη χθεσινή συνάντηση (πβ. αποτυχία, τζίφος)., υπό το μηδέν 1. (για θερμοκρασία) κάτω από το μηδέν: Το θερμόμετρο έπεσε στους δέκα βαθμούς ~ ~. 2. (μτφ.) για να δηλωθεί ότι κάτι είναι πολύ χαμηλού επιπέδου ή σε πολύ κακή κατάσταση: ~ ~ η απόδοση των υπαλλήλων. Η οικονομία της χώρας βρίσκεται ~ ~., ώρα μηδέν (μτφ.): για καθοριστική, πολύ κρίσιμη στιγμή ή κατάσταση: ανεργία/εξετάσεις/οικονομία/παιδεία ~ ~. ~ ~ για τα δάση/για κρίσιμες αποφάσεις (: άρχισε η αντίστροφη μέτρηση)., καταλήγει στο μηδέν βλ. καταλήγω, μηδέν άγαν βλ. άγαν, σε χρόνο ρεκόρ/μηδέν/ντε τε/εξπρές βλ. χρόνος [< αρχ. μηδέν, γαλλ. nul(le), zéro]

μικρός

μικρός, ή, ό μι-κρός επίθ. {(λόγ.) θηλ. -ά | συγκρ. μικρότ-ερος, υπερθ. μικρότ-ατος, ελάχιστος} 1. που το μέγεθός του είναι πιο κάτω από τον μέσο όρο ή το συνηθισμένο: ~ός: δήμος/οικισμός (: με λίγους κατοίκους)/πληθυσμός/χώρος. ~ή: αμοιβή/απόσταση/δόση/ιδιοκτησία/παρέα (= ολιγάριθμη)/συμμετοχή (= περιορισμένη). ~ό: βάρος/γεύμα (= ελαφρύ)/δίκτυο (π.χ. υπολογιστών)/έργο/κεφάλαιο/κόστος/μήκος/πλάτος/ποσό (= μικροποσό)/ποτάμι/σημάδι/σπίτι/ύψος. ~ά: βήματα. Όπλο ~ού βεληνεκούς/διαμετρήματος. Ιατρείο ~ών ζώων. Εργασίες ~ής κλίμακας. (σε συνταγές μαγειρικής) Κόψτε τις πιπεριές σε ~ά κομμάτια. Η συμμετοχή ήταν ~ερη του αναμενόμενου.|| (που βρίσκεται στις πρώτες θέσεις μιας ιεραρχίας που ακολουθεί αύξουσα σειρά:) Διδάσκει σε ~ές τάξεις. ΑΝΤ. μεγάλος (1) 2. που έχει σύντομη διάρκεια ή ένταση: ~ή: επίσκεψη/καθυστέρηση/συζήτηση/ταχύτητα (ΣΥΝ. αργός). ~ό: αφιέρωμα/διάλειμμα/ταξίδι/χρονικό διάστημα. ~ές: βροχοπτώσεις/μέρες/νύχτες. Η ζωή είναι ~ή.|| ~ός: ήχος/θόρυβος. ~ή: κραυγή/φωνή. 3. (μτφ.) που δεν έχει μεγάλη σημασία, αξία ή δύναμη: ~ός: άνθρωπος (= μικροπρεπής)/κίνδυνος/μέτοχος/παίκτης/τελικός. ~ή: αλλαγή (π.χ. σε ένα πρόγραμμα)/άνοδος/βελτίωση/βοήθεια/διαφορά/ελπίδα/εμβέλεια/ζημιά (= ασήμαντη)/νίκη/παράβαση/προσπάθεια/προσφορά/πτώση. ~ό: δώρο/λάθος/ψέμα. ~ές: αλήθειες/απώλειες/ειδήσεις/επισκευές/λεπτομέρειες/χαρές. ~ά: κόμματα/μυστικά ομορφιάς. Ερώτηση ~ής βαρύτητας. ~ές και μεσαίες επιχειρήσεις (= μικρομεσαίες). (ΑΘΛ.) Τοπικό πρωτάθλημα ~ών κατηγοριών.|| (για πρόσ.) Αποδείχτηκε πολύ ~ για σένα (= ανάξιος). Βλ. παρα~. 4. που έχει μικρή ή μικρότερη ηλικία σε σχέση με κάποιον άλλο· νεαρός: ~ός: αδελφός/θεατής/μαθητής. ~ό: κορίτσι. Διοργανώνουμε πάρτι για τους ~ούς μας φίλους (: για τα παιδιά). Είμαι η ~ερη της παρέας. Δεν κάνει σχέσεις με ~ερούς της (ενν. άνδρες). Είσαι πολύ ~ ακόμα για να... Από ~ στα βάσανα/φαινόταν ότι ... ~οί (= ανήλικοι) και μεγάλοι αναζητούν λίγη δροσιά.|| (ως οικ. προσφών.) Τι κάνεις, ~έ; ● Ουσ.: μικρή (η) (προφ.): νεαρή: Φώναξε τη ~ για φαγητό., μικρό (το) 1. νεογνό, βρέφος ή συνήθ. παιδί. Βλ. μωρό. 2. πεζό γράμμα. Βλ. κεφαλαίο., μικροί (οι): οι ασθενείς κοινωνικές τάξεις από οικονομική ή πολιτική άποψη., μικρός (ο) 1. μικρό αγόρι. 2. (ειδικότ.-παλαιότ.) νεαρός που εργαζόταν συνήθ. ως σερβιτόρος ή βοηθός κάποιου. 3. το μικρό δάχτυλο του χεριού. ● Υποκ.: μικράκι (το): μόνο στη σημ. 4., μικρούλης , α, -ικο/-ι: κυρ. στις σημ. 1,2: Του αρέσουν οι ~ες (: οι νεαρές γυναίκες)., μικρούλικος , η/ια, ο: κυρ. στις σημ. 1,2., μικρούτσικος , η, ο: κυρ. στις σημ. 1,2. ● ΣΥΜΠΛ.: μικρές ώρες: οι πρώτες ώρες μετά τα μεσάνυχτα και πριν το ξημέρωμα., η μικρή οθόνη βλ. οθόνη, Μικρά Είσοδος βλ. είσοδος, μικρές αγγελίες βλ. αγγελία, Μικρή Άρκτος βλ. άρκτος, Μικρό Απόδειπνο βλ. απόδειπνο, μικρό όνομα βλ. όνομα ● ΦΡ.: (τι) μικρός που είναι ο κόσμος/πόσο μικρός είναι ο κόσμος!: σε περιπτώσεις που συναντά κάποιος τυχαία γνωστό του πρόσωπο ή ακούει από τρίτους να αναφέρονται σε αυτό, χωρίς να το περιμένει., μικρό(ς), αλλά θαυματουργό(ς): για κάτι που έχει θεαματικά αποτελέσματα παρά το μικρό μέγεθός του., από μικρό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια βλ. αλήθεια, δεν είναι και λίγο/μικρό πράγμα βλ. πράγμα, δεν τον φτάνεις/δεν του μοιάζεις ούτε στο νυχάκι/(μικρό του) δαχτυλάκι/δάχτυλο βλ. δάχτυλο, ή μικρός μικρός παντρέψου ή μικρός καλογερέψου βλ. καλογερεύω, μικρό/λίγο το κακό! βλ. κακό, σαν μικρό/μωρό παιδί βλ. παιδί, το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό βλ. ψάρι [< αρχ. μικρός]

μωρέ

μωρέμω-ρέ επιφών. (προφ.) & (ιδιωμ.) μπρε, ωρέ 1. εκφράζει απορία, ξάφνιασμα, θαυμασμό, αγανάκτηση, αποδοκιμασία, ειρωνεία, παράκληση, οικειότητα, συμπάθεια: ~, τι άνθρωποι είναι αυτοί; Τι γελάτε, ~;|| ~ τι κέφι που είχαν!|| Τι λέει ~, είναι με τα καλά του; Σταματήστε ~! Άντε ~, τι ξέρουν αυτοί; Έλα ~ (τώρα), δε(ν) βαριέσαι! Σιγά ~, τι έγινε; Οχ ~, όρεξη που την έχεις! Αμάν ~, πώς κάνεις έτσι;|| ~ σα(ν) δεν ντρέπεσαι!|| ~ μπράβο, ωραία τα κατάφερες! ~ φίλος να σου πετύχει!|| Έλα ~, μην την αποπαίρνεις.|| Άσε ~, είχα τρεχάματα.|| Δίκιο έχεις ~. Αχ ~, κρίμα που δεν ήρθα. Πβ. βρε, ρε. 2. ως προσφώνηση: Τι λες ~ μαμά/μπαμπά;|| (επιτατ.) Τι θες ~ εσύ και πετάγεσαι; ~ αυτή καλά τα λέει ... [< μεσν. μωρέ]

-ότητα

-ότητα(λόγ.) επίθημα αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν 1. κατάσταση ή χαρακτηριστικό: αυστηρ~/γνησι~/προνοητικ~. Βλ. -ύτητα.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Oσι~/παναγι~. Αγι~/ιερ~ (ΣΥΝ. -οσύνη). 2. (περιληπτ., παράγ. από ουσ.) σύνολο ατόμων με κοινή ιδιότητα: αδελφ~/ανθρωπ~. [< αρχ. -ότης]

ουράνιος

ουράνιος, α, ο [οὐράνιος] ου-ρά-νι-ος επίθ. 1. που σχετίζεται με τον ουρανό: (ΑΣΤΡΟΝ.) ~ος: άξονας/χάρτης. ~α: θέση. ~ο: σημείο. ~οι: πόλοι. ~ες: συντεταγμένες (= ουρανογραφικές). ~α: αντικείμενα/σώματα (π.χ. αστέρες, κομήτες, πλανήτες)/φαινόμενα.|| ~ο: θέαμα. ~α και επίγεια παρατήρηση. Βλ. ουράνια. ΑΝΤ. εγκόσμιος 2. που αναφέρεται στον ουρανό ως τόπο κατοικίας του Θεού και γενικότ. ως πηγή μεταφυσικών δυνάμεων· θείος: (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ος: Πατέρας. ~α: βασιλεία/γνώση/ζωή. ~οι: άγγελοι. ~α: δώματα. Βλ. υπερ~.|| (μτφ.) ~α: αρμονία/γαλήνη/ευωδιά/μελωδία/ομορφιά/φωνή. Πβ. αιθέριος, εξαίσιος, θεσπέσιος. ΣΥΝ. επουράνιος ● ΣΥΜΠΛ.: ουράνια ιεραρχία: ΕΚΚΛΗΣ. διαβάθμιση των αγγελικών ταγμάτων (Θρόνοι, Χερουβείμ, Σεραφείμ, Κυριότητες, Δυνάμεις, Εξουσίες Αρχές, Αρχάγγελοι, Άγγελοι)., ουράνια μηχανική: ΑΣΤΡΟΝ. κλάδος που μελετά την κίνηση και δυναμική των ουράνιων σωμάτων υπό την επίδραση βαρυτικών δυνάμεων., ουράνια σφαίρα: ΑΣΤΡΟΝ. νοητή σφαίρα άπειρης ακτίνας με κέντρο της το σημείο της Γης στο οποίο βρίσκεται ο παρατηρητής και πάνω στην οποία φαίνονται τα ουράνια σώματα., ουράνιο τόξο: ΜΕΤΕΩΡ. οπτικό φαινόμενο που προκύπτει από τη διάθλαση και ανάκλαση των ηλιακών ακτίνων, κυρ. σε σταγόνες βροχής ή ομίχλης, κατά το οποίο εμφανίζεται στον ουρανό τοξοειδής σχηματισμός με τα επτά χρώματα της ίριδας: Βγήκε το ~ ~., ουράνιος θόλος (συχνά λογοτ.): ουρανός. ΣΥΝ. στερέωμα (1), ουράνιος ισημερινός βλ. ισημερινός, ουράνιος μεσημβρινός βλ. μεσημβρινός [< αρχ. οὐράνιος]

-πάθεια

-πάθεια(λόγ.) επίθημα αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών με αναφορά σε 1. πάθηση: αδενο~/δισκο~/ηπατο~/καρδιο~/μυο~/νεφρο~/ψυχο~. 2. ιδιότητα, χαρακτηριστικό: ευ~/ηττο~/μετριο~/μυστικο~/ωραιο~. Bλ. -παθής. 3. συναισθήματα, συνήθ. για άτομο: αντι~/συμ~.

παιδί

παιδίπαι-δί ουσ. (ουδ.) {παιδ-ιού | -ιών} 1. νεαρό άτομο από τη στιγμή της γέννησής του, και κυρ. μετά τη βρεφική ηλικία, μέχρι την εφηβεία ή/και την ενηλικίωση: ανάγωγο/άτακτο/γελαστό/δυσλεξικό/έξυπνο/ζωηρό/κακομαθημένο/μεγάλο/μικρό/ντροπαλό/ορφανό/συνεσταλμένο/υπάκουο/υπερκινητικό/χαϊδεμένο ~. Άπορα/εξαφανισμένα ~ιά. ~ιά του δημοτικού. ~ιά με αυτισμό/ειδικές ανάγκες. Σπαστικά ~ιά. Ανάπτυξη/ανατροφή/διαπαιδαγώγηση/διατροφή/δικαιώματα/κοινωνικοποίηση/η προσωπικότητα/υγεία του ~ιού. Υιοθεσία ενός ~ιού (βλ. παρα-, ψυχο-παίδι). Φεστιβάλ ~ιού. Η (Παγκόσμια) Ημέρα του ~ιού (11 Δεκεμβρίου). Θηλάζω/μεγαλώνω/ταΐζω το ~ (βλ. βρέφος, μωρό, νεογέννητο). Σχέσεις γονέων-~ιών. Ασφάλεια των ~ιών στο διαδίκτυο. Δημιουργική απασχόληση ~ιών. Συναισθηματική υποστήριξη των καρκινοπαθών ~ιών. Βιβλία/παιχνίδια για ~ιά. Βλ. παιδάκι, παιδαρέλι, παίδαρος, διαβολό-, βουτυρό-, τρελό-παιδο.|| (ειδικότ.) Έχασε το ~ (= απέβαλε). Προστασία του αγέννητου ~ιού. Πβ. έμβρυο. 2. γιος ή κόρη κάποιου· απόγονος: βιολογικό (= φυσικό) ~. Γέννησε/έφερε στον κόσμο το πρώτο της/ένα υγιέστατο ~. Πατέρας τριών ~ιών. Το αγάπησαν σαν πραγματικό τους ~ (: υιοθετημένο ~). Δεν έκανε/έχει ~ιά (= δεν τεκνοποίησε). Πβ. τέκνο. Βλ. στερνοπαίδι.|| (για ζώα) Η γάτα και τα ~ιά της (πβ. νεογνό). 3. άνθρωπος νεαρής συνήθ. ηλικίας· αγόρι (για σχέση): Είναι καλό/χρυσό ~.|| (για νεαρό άτομο εντυπωσιακά όμορφο) Τι ~ είναι αυτό! Πβ. κούκλος, παίδαρος· κούκλα, κορίτσαρος.|| Γνώρισα ένα ~. Τα έχω/τα έφτιαξα με ένα ~. 4. {συνήθ. στον πληθ.} ως οικεία προσφώνηση προς άτομα ανεξαρτήτως ηλικίας: Καλώς τα ~ιά! ~ιά, ησυχία! 5. ενήλικος που παρουσιάζει στοιχεία παιδικότητας: Είναι ένα μεγάλο ~ (: αθώος, ειλικρινής, απλός, απροσποίητος). (μειωτ.) Μη γίνεσαι/μην είσαι ~ (πβ. ανώριμος, αφελής, εύπιστος)! 6. (+ γεν.) (μτφ.) γέννημα, θρέμμα· δημιούργημα: (για πρόσ.) Είναι ~ της εκκλησίας/της εποχής του/της μεταπολίτευσης.|| ~ της ανάγκης/του καπιταλισμού. Πβ. προϊόν. ΣΥΝ. τέκνο (2) 7. (σε καταστήματα, γραφεία, εστιατόρια) νεαρός υπάλληλος που εκτελεί δευτερεύουσες, βοηθητικές εργασίες: ~, να παραγγείλουμε (πβ. γκαρσόν);|| (συχνά χιουμορ.-ειρων.) ~ για όλες τις δουλειές. ● ΣΥΜΠΛ.: η ώρα του παιδιού: (συνήθ. για κατάσταση, δραστηριότητα) που δεν αντιμετωπίζεται με τη δέουσα σοβαρότητα και προσοχή: Λίγο έλειψε το μάθημα να γίνει ~ ~., κέντρο προστασίας παιδιών: ίδρυμα που παρέχει φιλοξενία, εκπαίδευση και ψυχαγωγία σε ανήλικα άτομα 3-12 ετών, τα οποία αποδεδειγμένα στερούνται οικογενειακής προστασίας. ΣΥΝ. παιδόπολη, παιδί/τέκνο του λαού (προφ.): λαϊκός άνθρωπος: γνήσιο ~ ~. [< γαλλ. enfant du peuple] , παιδιά των φαναριών: αυτά που επαιτούν, πουλούν ή προσφέρουν κάποια υπηρεσία σε οδηγούς οχημάτων που έχουν σταματήσει σε φανάρια: τα ξυπόλυτα ~ ~., προβληματικό παιδί: με κινητικά ή/και διανοητικά προβλήματα., το τρομερό παιδί: νέος ή νέα που διακρίνεται για το μεγάλο του ταλέντο ή/και τους προκλητικούς, συχνά, νεωτερισμούς του/της: Είναι ~ ~ του κινηματογράφου/της λογοτεχνίας/της τέχνης. [< γαλλ. l'enfant terrible] , άνθρωπος/παιδί της πιάτσας βλ. πιάτσα, παιδί της μαμάς βλ. μαμά, παιδί του δρόμου βλ. δρόμος, παιδί του σωλήνα βλ. σωλήνας, παιδιά των λουλουδιών βλ. λουλούδι, παιδί-θαύμα βλ. θαύμα, παιδική κακοποίηση & κακοποίηση παιδιών βλ. κακοποίηση, προστατευόμενο μέλος/παιδί/τέκνο βλ. προστατευόμενος, σύνδρομο κακοποιημένου παιδιού βλ. σύνδρομο ● ΦΡ.: από παιδί: από την παιδική ηλικία: ~ ~ ασχολείται με τη μουσική. Πβ. παιδιόθεν., δικό μας παιδί: για κάποιον που κατάγεται από τον ίδιο με εμάς τόπο ή προέρχεται από τον ίδιο με εμάς επαγγελματικό, ιδεολογικό, πολιτικό χώρο ή με τον οποίο μας συνδέει φιλική ή άλλου είδους σχέση: Ζει τόσα χρόνια στη χώρα μας, που πλέον θεωρείται ~ ~., κάνε παιδιά να δεις καλό/χαΐρι: (ειρων.) για την αχαριστία των παιδιών προς τους γονείς., κρύβει ένα παιδί μέσα του (μτφ.): (για ενήλικο άτομο) τον χαρακτηρίζει παιδικότητα., ξαναγίνομαι παιδί (μτφ.): νιώθω και συμπεριφέρομαι σαν παιδί, κάνω πράγματα που αρμόζουν σε παιδιά., παιδί της μάνας/του πατέρα του: για αυτόν που μοιάζει ως προς τα εξωτερικά χαρακτηριστικά ή/και τη συμπεριφορά στη μητέρα ή τον πατέρα του αντίστοιχα., παιδί/παιδάκι μου: (οικ.-ειρων.) προσφώνηση προς άτομο κάθε ηλικίας η οποία συνήθ. δηλώνει εκνευρισμό ή ανησυχία: Σταμάτα να μιλάς συνέχεια, ρε ~! Τι έγινε, βρε/μωρέ ~; Είσαι με τα καλά σου/τι κάνεις εκεί, παιδάκι μου; Τι λες, ρε ~ ~, αλήθεια;, παιδιά, σκυλιά (χιουμορ.): η οικογένεια ή οι οικογενειακές υποχρεώσεις: Είχαν στοιβάξει στο αυτοκίνητο ~ ~ και ομπρέλες.|| ~ ~ δεν έχει., περιμένει/περιμένουν παιδί: για γυναίκα που είναι έγκυος ή για ζευγάρι που πρόκειται να αποκτήσει παιδί: Περιμένει το πρώτο της ~., πιάνω παιδί: (για γυναίκα) μένω έγκυος: Δεν μπορεί/προσπαθεί να πιάσει ~., ρίχνω το παιδί (προφ.): κάνω έκτρωση., σαν μικρό/μωρό παιδί: για ενήλικο με παιδική ή/και ανώριμη συμπεριφορά: Γελούσε/έκλαιγε/χοροπηδούσε ~ ~. Έκανε ~ ~ από τη χαρά του. Πανηγύριζαν την πρόκριση σαν ~ά ~ιά.|| Μην κάνεις ~ ~!, τα παιδιά των παιδιών μου: τα εγγόνια ή γενικότ. οι απόγονοί μου: Το έργο αυτό θα μείνει κληρονομιά στα παιδιά σας και στα ~ ~ σας., του παιδιού μου το παιδί είναι δυο φορές παιδί μου (παροιμ.): για να δηλωθεί η μεγάλη αγάπη των παππούδων προς τα εγγόνια τους., των φρονίμων τα παιδιά πριν πεινάσουν μαγειρεύουν (παροιμ.): οι συνετοί άνθρωποι είναι προνοητικοί., αν δεν κλάψει το παιδί, δεν το ταΐζει η μάνα/δεν του δίνουνε βυζί βλ. κλαίω, άσχημο παιδί στην κούνια, όμορφο στη ρούγα βλ. ρούγα, γαμώ τα παιδιά/τα άτομα βλ. γαμώ, κορίτσι/παιδί πράμα βλ. πράγμα, κρατάω το παιδί βλ. κρατώ, μην τάξεις του Άγιου/σε Άγιο κερί και του παιδιού/σε παιδί κουλούρι βλ. τάζω, να τρώει η μάνα και του παιδιού να μη δίνει βλ. μάνα, παιδί-κουμπί/βιολί βλ. βιολί, παραμύθι για (μικρά) παιδιά βλ. παραμύθι, σπέρνω παιδιά βλ. σπέρνω, στη ζωή μου/της μάνας μου/των παιδιών μου βλ. ζωή, το χρυσό παιδί/κορίτσι/αγόρι βλ. χρυσός, ύπνε που παίρνεις τα παιδιά (έλα πάρε και τούτο) βλ. ύπνος, χάνει η μάνα το παιδί (και το παιδί τη μάνα) βλ. μάνα ● βλ. παιδούλα [< μεσν. παιδίν]

παλαιώνω

παλαιώνωπα-λαι-ώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {παλαίω-σα, παλαιώ-θηκε, -μένος, παλαιών-οντας}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. διατηρώ για πολύ χρόνο κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες, συνήθ. κρασί ή άλλα οινοπνευματώδη ποτά και σπανιότ. τρόφιμα ή πούρα, με σκοπό τη βελτίωση της γεύσης και του αρώματός τους: Το κρασί ~θηκε σε δρύινα βαρέλια (βλ. ωριμάζει). ~μένος: οίνος. ~μένο: τυρί. (σπανιότ. αμτβ.) Κονιάκ που έχει ~σει σε ... || ~μένες: αντιλήψεις (= πεπαλαιωμένες). [< μεσν. παλαιώνω < αρχ. παλαιῶ]

-παραγωγή

-παραγωγή: το ουσιαστικό παραγωγή ως β' συνθετικό με αναφορά σε συγκεκριμένο προϊόν ή είδος: βαμβακο~/γαλακτο~/ελαιο~/ιχθυο~/καπνο~/σπορο~/σταφιδο~.|| Βιβλιο~.

περνώ

περνώ[περνῶ] περ-νώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {περν-άς ..., -ώντας | περνούσε κ. πέρναγε, πέρ-ασα, περν-ιέμαι, περά-στηκε, -σμένος} & περνάω 1. κινούμαι μπροστά, πάνω, κάτω ή δίπλα από ένα σταθερό σημείο, αφήνοντάς το πίσω· μετακινούμαι προς συγκεκριμένη κατεύθυνση· φτάνω σε κάποιο μέρος και συνεχίζω την πορεία μου: ~ κάθε μέρα έξω από το σπίτι του. ~άει πολύς κόσμος από εδώ. ~ασε από μπροστά μου και δεν μου μίλησε. Η σφαίρα ~ασε ξυστά από το κεφάλι του. Κάνε στην άκρη να ~άσω.|| Μόλις ~ασε το λεωφορείο.|| (μτφ.) Όλη του η ζωή ~ασε (σαν ταινία) μπροστά από τα μάτια του. Βλ. ξανα~. 2. βρίσκομαι σε μια κατάσταση για κάποιο χρονικό διάστημα· διάγω, ζω: ~ αξέχαστα/ευχάριστα/μοναδικά/όμορφα/τέλεια/υπέροχα/χάλια. ~ αρκετό χρόνο μόνος μου/με τα παιδιά μου. ~άει δύσκολες ώρες. ~ασα όλο το πρωινό διαβάζοντας. ~ασε εδώ τη νύχτα (= διανυκτέρευσε, κοιμήθηκε εδώ). Πώς (τα) ~άσατε στις διακοπές/τις γιορτές; (ευχετ.) Να ~άς/~άσεις καλά! Βλ. κακο~, καλο~.|| ~ασε (= είχε) ευτυχισμένα παιδικά χρόνια/δύσκολη εφηβεία/στιγμές αγωνίας. Θέλω να ~άσω (= να μοιραστώ) τη ζωή μου μαζί σου! 3. διασχίζω, διέρχομαι: ~ τη γέφυρα/τον δρόμο (περπατώντας)/το ποτάμι (κολυμπώντας). ~ασαν απέναντι/μέσα από το δάσος.|| Υλικά που επιτρέπουν να ~άσει το ηλεκτρικό ρεύμα (: καλοί αγωγοί).|| (μτφ.) Το έργο ~ασε από πολλά στάδια. 4. έρχομαι ή πηγαίνω: Θα ~άσω να σε δω. ~ασα από τον δικηγόρο/την τράπεζα. Ας ~άσουμε στο σαλόνι! Να ~άσει ο επόμενος!|| (βγαίνω:) ~ασε έξω! Η κεφαλιά ~ασε άουτ.|| (μπαίνω:) Πες του να ~άσει! ~άστε μέσα! Αποχώρησε τραυματισμένος και στη θέση του ~ασε ο ... 5. επιτυγχάνω (σε εξέταση ή αγώνα): ~ασα! ~ασε με την πρώτη. (ΑΘΛ.) ~ασε στον επόμενο γύρο/στην κορυφή/στον τελικό (= προκρίθηκε).|| Δεν ~ασε (σ)τις πανελλαδικές/(σ)το τεστ. Δεν ~ασε τη βάση. Μετά βίας/με το ζόρι ~ασε την τάξη (= προάχθηκε, προβιβάστηκε). Μάθημα που ~ιέται δύσκολα/εύκολα.|| (για εξεταστή:) Τους ~ασε όλους (ΑΝΤ. απορρίπτω, αφήνω, κόβω). 6. (για υποψήφιο) γίνομαι δεκτός, εισάγομαι: Πού/σε ποια Σχολή ~ασες; Δεν ~ασε (στην) Αθήνα/εκεί που ήθελε/πουθενά/στο Πανεπιστήμιο. 7. υπερισχύω, υπερτερώ· υπερβαίνω: Τους ~άει όλους στην εξυπνάδα!|| Με ~ά (= είναι μεγαλύτερος) τρία χρόνια. Έχει ~άσει τα σαράντα.|| Οργάνωση που ~άει τα ... μέλη (: απαριθμεί πάνω από). ~ασε τα ... χλμ. την ώρα. Έχει ~άσει το μέτρο/τα όρια. Πβ. ξε~. 8. υφίσταμαι: Δεν φαντάζεσαι τι ~. ~άσαμε πολλά μαζί. Έχω ~άσει τα μύρια όσα/τα πάνδεινα.|| Ο κλάδος μας ~άει κρίση.|| Ποιες αρρώστιες ~άσατε μικρός; 9. υποβάλλομαι ή υποβάλλω κάποιον ή κάτι σε συγκεκριμένη διαδικασία, δοκιμασία: ~ από δίκη (= δικάζομαι)/εκπαίδευση (= εκπαιδεύομαι)/πειθαρχικό (συμβούλιο)/συνέντευξη. ~άσαμε (από) τον έλεγχο διαβατηρίων/το τελωνείο. Το αυτοκίνητο ~ασε από ΚΤΕΟ.|| Τους ~ασαν από ανάκριση (= τους ανέκριναν)/ιατρικές εξετάσεις (= τους εξέτασαν). 10. μεταβιβάζω, μεταφέρω ή μεταβιβάζομαι, μεταφέρομαι: ~ασε από αριστερά την μπάλα στον συμπαίκτη του. Προσπάθησε να ~άσει όπλο στη φυλακή. Τα αρχεία ~άστηκαν στο φλασάκι.|| Η φωτογραφία ~ασε από χέρι σε χέρι. Όταν πέθανε, η περιουσία του ~ασε στα παιδιά του (= την κληρονόμησαν). Μικρόβιο που ~άει από τα ζώα στον άνθρωπο (= κολλάει, μεταδίδεται). Κειμήλια που ~ούν από γενιά σε γενιά. 11. εκλαμβάνω, θεωρώ: Δεν είναι τόσο ηλίθιος όσο τον ~άς.|| (+ για) Για τι με ~άς, για (κανένα) κορόιδο; Τι το ~άσατε εδώ μέσα/πέρα; Παιδική χαρά;|| Με συγχωρείτε, σας ~ασα για άλλη (= σας μπέρδεψα). 12. καταχωρώ, καταγράφω: ~ τις βαθμολογίες. Δεν μου ~άστηκε ο βαθμός. Αγορές που έχουν ~αστεί στο βιβλίο εξόδων/στα έξοδα. 13. (μτφ.) μεταβαίνω: ~ασε (= βγήκε) στην αντεπίθεση. Θα ~άσω τώρα στη δεύτερη ενότητα/στο τελευταίο θέμα. Είναι καιρός να ~άσουμε από τα λόγια στα έργα. Αν δεν μπορείτε να λύσετε μια άσκηση, ~άστε στην επόμενη. Θέμα που ~ασε σε δεύτερη μοίρα/πρώτο πλάνο. 14. βάφω, (επι)καλύπτω με υλικό ή σπανιότ. καθαρίζω μια επιφάνεια: ~άμε το ξύλο με βερνίκι. Τα κάγκελα θα ~αστούν και τρίτο χέρι/χρώμα.|| ~ασα το δωμάτιο με την ηλεκτρική σκούπα/τα τζάμια με καθαριστικό. Το πάτωμα ~άστηκε με παρκετίνη. 15. βάζω κάτι γύρω από κάτι άλλο· γενικότ. τοποθετώ: ~ασε το μετάλλιο στο λαιμό του/το σχοινί γύρω από τη μέση του. ~ασε το χέρι του στους ώμους της.|| Του ~ασαν χειροπέδες (= του έβαλαν, του φόρεσαν). 16. προσπερνώ: (Με) ~ασε από αριστερά. Μας ~ασε (= ξεπέρασε) στο τρέξιμο. Με ~ασε σα(ν) σταματημένο. 17. διαπερνώ: Οι ακτίνες του ήλιου ~ούν μέσα από το παράθυρο. Οι σφαίρες ~ασαν (= τρύπησαν) τα τζάμια του αυτοκινήτου.|| ~άμε το κρέας σε καλαμάκια (πβ. διατρυπώ).|| (για υγρά:) Η βροχή ~ασε το παλτό μου. 18. (μετα)κινώ κάτι μέσα από ένα άνοιγμα, το βάζω από τη μία πλευρά του και το βγάζω από την άλλη: ~ την κλωστή στη βελόνα/τα κορδόνια στα παπούτσια. 19. χρησιμοποιώ μαγειρικό σκεύος ή άλλο μηχάνημα, για να επεξεργαστώ μαγειρικά υλικά: ~άμε το αλεύρι από τη σήτα/τη σάλτσα από το μπλέντερ. 20. (προφ.) διαβάζω: Δεν προλαβαίνω να ~άσω ξανά τις σημειώσεις. 21. (προφ.) παραλείπω (στοιχείο μιας ακολουθίας): ~ασες (= πήδηξες) μια γραμμή, καθώς διάβαζες.περνά & περνάει 1. παύει να υπάρχει, τελειώνει, γίνεται παρελθόν· (ειδικότ. για χρόνο) κυλά: Τα νιάτα ~ούν. Τα συμπτώματα ~άνε (= εξαφανίζονται) μετά από λίγες μέρες. Ο κίνδυνος/το χειρότερο ~ασε. Μόδα είναι, θα ~άσει. Κρίση ήταν και ~ασε. ~ασε η σειρά μου. Πάει, ~ασε, ό,τι έγινε, έγινε. Δεν θα ~άσει έτσι αυτό! Μην αφήσεις την ευκαιρία να ~άσει (= να πάει χαμένη).|| Πόσο γρήγορα/πώς ~ η ώρα! Δεν ~άνε οι μέρες με τίποτα! ~άνε τα χρόνια (: γερνάμε, μεγαλώνουμε). Όσο ~ούσαν τα λεπτά, η αγωνία μεγάλωνε. ~ασε κιόλας ένας μήνας! Τη χρονιά που ~ασε (: την περασμένη). ~ασε (= πάει) καιρός από τότε που ... Έχουν ~άσει δέκα ώρες από την εξαφάνισή του. Να ~άσει κι αυτή η βδομάδα! Πβ. παρέρχεται. 2. γίνεται αποδεκτός, εγκρίνεται, ψηφίζεται: ~ασε ο νόμος/η τροπολογία για ... Δεν ~ασαν τα μέτρα/οι προτάσεις.|| Οι απειλές σου δεν ~ούν (εδώ/σε μένα) (= δεν έχουν αποτέλεσμα, δεν πιάνουν)! Δεν θα ~άσει ο τσαμπουκάς!|| Δεν ~ (= μετράει) ο λόγος μας.|| Το εισιτήριο/το νόμισμα αυτό δεν ~ πια (= δεν είναι έγκυρο, δεν ισχύει). ● Παθ.: περνιέμαι (προφ.): (+ για) θεωρούμαι: Βαρέθηκα να ~ για θύμα.|| (ειρων.) ~ιέσαι για άντρας με αυτά που κάνεις; ~ιέται για ειδικός. Τώρα αυτή ~ιέται για σοβαρή εφημερίδα; ● ΦΡ.: (δεν) περνάει η μπογιά (κάποιου) (προφ.): (δεν) είναι ικανός για κάτι ή επιθυμητός, κυρ. με βάση την ηλικία ή την ομορφιά: ~ ~ της ακόμη στον χώρο του μόντελινγκ. Δεν ~ ~ του εδώ/πια. Πβ. έχει (μεγάλη) πέραση., αυτό δεν θα περάσει έτσι! & δεν θα το αφήσω να περάσει έτσι: ως απειλή ή προειδοποίηση ότι δεν πρόκειται να ξεχαστεί κάτι άδικο ή προσβλητικό που έγινε ή ειπώθηκε, ότι θα υπάρξει ανταπάντηση ή αντεκδίκηση. Πβ. θα μου το πληρώσεις!, για να περάσει/περνάει η ώρα: για κάτι που δεν έχει ιδιαίτερη σημασία: Λέμε και κανένα ανέκδοτο/αστείο (πού και πού), ~ ~.|| Παιχνίδια για να περνάει ~., μου περνά (από το μυαλό/τον νου): συλλαμβάνω μια ιδέα, σκέφτομαι κάτι ή υποψιάζομαι: Προς στιγμή, μου ~ασε η σκέψη να ... Μου ~ασε η υποψία μήπως/ότι ...|| Ποτέ δεν μου ~ασε ~ αυτή η πιθανότητα., μου περνάει (κάτι): σταματώ να νιώθω κάτι, συνήθ. δυσάρεστο ή ενοχλητικό: Μου ~ασε το κέφι (= δεν έχω πια)/η πείνα (= δεν πεινάω). -Είσαι ακόμα θυμωμένος; -Μπα, μου ~ασε.|| Μόνο με αντιβίωση θα ~άσει το κρύωμα. Ακόμα να μου ~άσει ο πονοκέφαλος., μου περνάει/περνάει το δικό μου: γίνεται ή πετυχαίνω αυτό που θέλω: Δεν θα σου ~άσει αυτή τη φορά! Δεν πρόκειται να τους ~άσει! Θέλει πάντα να περνάει το δικό του., πέρασε τον Ατλαντικό: για κάτι που μεταδίδεται από την Ευρώπη στις ΗΠΑ ή/και αντίστροφα: η κρίση/η φήμη του ~ ~., περνάει στα χέρια κάποιου: έρχεται στην κατοχή του, αποκτά τον έλεγχο, την ευθύνη: Η εξουσία/η εταιρεία/η περιουσία πέρασε ~ ~ του.|| Η υπόθεση έχει ~άσει ~ της Δικαιοσύνης., περνώ/φεύγω μπροστά: προηγούμαι: Το τελευταίο δεκάλεπτο η ομάδα πέρασε ~ και πήρε τη νίκη., (τα) περνάω καλά/άσχημα βλ. καλά, (την) περνάω ζάχαρη βλ. ζάχαρη, άλλαξαν/πέρασαν/φόρεσαν βέρες(/δαχτυλίδια) βλ. βέρα, βγαίνω/περνώ στην παρανομία βλ. παρανομία, δεν χωράει (να περάσει) απ' την πόρτα βλ. πόρτα, διέβη/πέρασε τον Ρουβίκωνα βλ. Ρουβίκων, έχω/περνάω (μεγάλο) ζόρι/(μεγάλα) ζόρια βλ. ζόρι, ζω/τη βγάζω/περνώ σπαρτιάτικα βλ. σπαρτιατικός, κάνω τα αδύνατα δυνατά/ό,τι περνά(ει) από το χέρι μου βλ. αδύνατος, κάτι περνάει στα ψιλά (γράμματα) βλ. ψιλά, με περνά ένα κεφάλι βλ. κεφάλι, μπόρα είναι (και) θα περάσει βλ. μπόρα, ο έρωτας περνά από το στομάχι βλ. στομάχι, ο χρόνος δεν πέρασε από πάνω του βλ. χρόνος, όσο περνάει από το χέρι μου βλ. χέρι, πέρασε και/αλλά δεν ακούμπησε βλ. ακουμπώ, περνά απαρατήρητος βλ. απαρατήρητος, περνά από πολλά χέρια βλ. χέρι, περνά από τα χέρια κάποιου βλ. χέρι, περνά από το χέρι μου βλ. χέρι, περνά/μένει/μπαίνει στην ιστορία βλ. ιστορία, περνάω κάτι (στο) ντούκου βλ. ντούκου, περνάω μια βόλτα βλ. βόλτα, περνάω το μήνυμα βλ. μήνυμα, περνώ (κάτι) από την τρύπα/το μάτι της βελόνας βλ. τρύπα, περνώ (κάτω/μέσα) από καυδιανά δίκρανα βλ. καυδιανός, περνώ από (ψιλό) κόσκινο βλ. κόσκινο, περνώ από σαράντα/χίλια κύματα βλ. κύμα, περνώ από τα χέρια κάποιου βλ. χέρι, περνώ κάποιον (από) γενεές δεκατέσσερις βλ. γενεά, περνώ κάποιον από λεπίδι/πέφτει λεπίδι βλ. λεπίδι, περνώ με κόκκινο βλ. κόκκινος, περνώ το κατώφλι βλ. κατώφλι, σαν να μην πέρασε μια μέρα βλ. μέρα, τα πάω/περνάω ζάχαρη με κάποιον βλ. ζάχαρη, την περνάω/την βγάζω κοτσάνι βλ. κοτσάνι ● βλ. περασμένος [< μεσν. περνώ]

πριν

πριν1. {ως πρόθ.} (+ από) δηλώνει ότι κάτι ή κάποιος προηγείται χρονικά ή τοπικά: ~ (από) λίγες μέρες. Λίγο ~ (από) την αναχώρηση/το τέλος. Ένα βήμα ~ (από) τον τελικό. Κάποτε, ~ από πολλά χρόνια... ~ από λίγη ώρα. Μίλησε ~ από μένα. Μερικά χιλιόμετρα ~ (από) την εθνική οδό. ΣΥΝ. προτού ΑΝΤ. μετά & μετ' & μεθ' (1) 2. {χρον. σύνδ.} (εισάγει δευτερεύουσα χρον. πρόταση, συχνά. + να) προτού (δηλώνει αυτό που έπεται χρονικά σε σχέση με το περιεχόμενο της κύριας πρότασης): ~ επιβιβαστείτε, πρέπει να περάσετε από τον έλεγχο. Ας συνετιστούμε, ~ να είναι αργά. ΑΝΤ. αφού (2) 3. {χρον. επίρρ.} προηγουμένως, νωρίτερα ή άλλοτε, παλιότερα, στο παρελθόν: έξι μήνες/χρόνια ~. Όπως τονίστηκε και πιο ~ (= πρωτύτερα), ... Άλλο κατάλαβα ~. Όσα συνέβαιναν ~ (= παλιά).|| (σπανιότ. κ. ως τοπικό) Ένα δρόμο/στενό ~ (= πιο πίσω).|| (ως ουσ.) Το ~ και το μετά της συμφωνίας. Ας αφήσουμε/ξεχάσουμε το/τα ~ (= το παρελθόν). ΑΝΤ. κατόπιν (2) ● ΦΡ.: από (τα) πριν: από προηγουμένως, εκ των προτέρων: Δεν ήξεραν ~ ~ ποιους θα διαλέξουν. Aυτό έγινε μετά, δεν το είχαμε προγραμματίσει ~ ~. Ήταν γνωστό/δεδομένο ~ ~., πριν την ώρα/της ώρας του (προφ.): πρωτύτερα από αυτό που θα περίμενε κάποιος: Γέρασε/επέστρεψε/πέθανε ~ ~. Το λεωφορείο αναχώρησε ~ ~. Η σχέση τους τελείωσε ~ ~ της., μια ανάσα από/πριν από βλ. ανάσα, πάνω απ' όλα βλ. πάνω & επάνω, πριν αλέκτορα φωνήσαι βλ. αλέκτορας, πριν προλάβει/προφτάσει να ... βλ. προλαβαίνω, των φρονίμων τα παιδιά πριν πεινάσουν μαγειρεύουν βλ. παιδί [< αρχ. πρίν]

προ

προπρόθ. (+ γεν.) (λόγ.) 1. (για χρόνο) πριν από: ~ των γευμάτων/των εκλογών/της ενάρξεως (του αγώνα)/της επέμβασης/του θανάτου/της παρελεύσεως (πενταετίας)/του ύπνου. ~ ημερησίας διατάξεως συζήτηση (βλ. διάταξη). Οι ~ των εορτών νηστείες. Υπέβαλε ~ μηνός την αίτησή του. Παρουσίασε ~ έτους τις προγραμματικές θέσεις του κόμματος. Αύξηση σημείωσαν τα καθαρά ~ φόρων κέρδη της τράπεζας. Δυο μήνες ~ της ημερομηνίας διεξαγωγής των εξετάσεων. Τα ~ του πολέμου γεγονότα. 2. (για τόπο ή κατάσταση) μπροστά από ή σε: Παρέλαση ~ του μνημείου του Αγνώστου Στρατιώτη. Ο στρατός βρισκόταν/είχε στρατοπεδεύσει ~ των τειχών της πόλης. Εμφανίζεται ~ (= ενώπιον) του δικαστηρίου. Χώροι στάθμευσης ~ της εισόδου του κτιρίου.|| (μτφ.) ~ (= ενόψει) του κινδύνου άρχισαν τις διαπραγματεύσεις. ● ΦΡ.: προ παντός βλ. προπαντός., προ πάντων βλ. προπάντων., βρίσκομαι προ εκπλήξεων/εκπλήξεως βλ. έκπληξη, έχω προ οφθαλμών (κάτι) βλ. οφθαλμός, μηδένα προ του τέλους μακάριζε βλ. μακαρίζω, προ ημερών βλ. ημέρα, προ καιρού βλ. καιρός, προ μεσημβρίας βλ. μεσημβρία, προ ολίγου βλ. ολίγος, προ πολλού βλ. πολύς, πολλή, πολύ, προ των πυλών βλ. πύλη, προ Χριστού/μετά Χριστόν βλ. Χριστός, προ/από αμνημονεύτων ετών/χρόνων βλ. αμνημόνευτος, προ/ενώπιον των ευθυνών βλ. ευθύνη [< αρχ. πρό]

πρωθυπουργός

πρωθυπουργόςπρω-θυ-πουρ-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.) {(σπάν.-προφ.) θηλ. πρωθυπουργίνα}: ΠΟΛΙΤ. ο/η επικεφαλής της κυβέρνησης και του υπουργικού συμβουλίου σε κράτη με κοινοβουλευτικό σύστημα: εν ενεργεία/νέος/πρώην/σοσιαλιστής/συντηρητικός/τέως/υποψήφιος/φιλελεύθερος ~. Γραφείο/δήλωση/διάγγελμα/επίσκεψη/μήνυμα/ομιλία/παρέμβαση/συνέντευξη τύπου/χαιρετισμός του ~ού. Ο ~ της Ελλάδας. Διακήρυξη/συνάντηση ~ών. Διετέλεσε ~. Ανοιχτή επιστολή/επίκαιρη ερώτηση/υπόμνημα προς τον ~ό. ΣΥΝ. Πρόεδρος της Κυβέρνησης/Κυβερνήσεως/του Υπουργικού Συμβουλίου ● ΣΥΜΠΛ.: η ώρα του πρωθυπουργού: μέσο με το οποίο ασκείται έλεγχος στην κυβέρνηση από τη Βουλή· ειδικότ. ορισμένη μέρα και ώρα κατά την οποία ο Πρόεδρος της Κυβέρνησης απαντά σε ερωτήσεις για την κυβερνητική πολιτική., υπηρεσιακός/υπηρεσιακή πρωθυπουργός: πρόσωπο, συνήθ. διακεκριμένη προσωπικότητα, που δεν ανήκει σε κάποιο κόμμα και διορίζεται, μετά την παραίτηση του πρωθυπουργού, μέχρι να σχηματιστεί νέα κυβέρνηση: Ανέλαβε ~ ~., υπουργός/υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ: πρόσωπο με θεσμικό ρόλο που παρέχει τις υπηρεσίες του στον Πρόεδρο της Κυβέρνησης: Υπουργός Επικρατείας παρά τω πρωθυπουργώ., εντολοδόχος πρωθυπουργός βλ. εντολοδόχος [< γαλλ. Premier ministre]

πρωία

πρωίαπρω-ί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): οι πρώτες ώρες της ημέρας, πρωί. Κυρ. στις ● ΦΡ.: μέχρι πρωίας: μέχρι τα ξημερώματα: γλέντι/διασκέδαση/χορός ~ ~. Ξεφάντωσαν ~ ~., μια/μία ωραία πρωία & μια καλή πρωία & ένα ωραίο πρωινό: για κάτι που συνέβη μια μέρα ξαφνικά και αναπάντεχα: ~ ~ αποφάσισα να ..., από/απ' το πρωί ως/μέχρι το βράδυ βλ. βράδυ [< μτγν. πρωΐα]

πύλη

πύληπύ-λη ουσ. (θηλ.) 1. είσοδος κτιρίου ή του περιτειχίσματός του· συνεκδ. η μεγάλη πόρτα που τη φράζει: η (κεντρική/κύρια/πλαϊνή) ~ του αεροδρομίου/του εργοστασίου/της Μονής/του ναού/του νοσοκομείου/του πανεπιστημίου/του στρατοπέδου/του σχολείου. Πβ. πυλώνας.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ., για τείχος) Η ανατολική/βόρεια ~ της πόλης/του φρουρίου. Η ~ του Αδριανού/των Λεόντων. Βλ. τετράπυλο.|| Διάβηκε/πέρασε την (γιγαντιαία/επιβλητική) ~ του κάστρου. Άνοιξαν/έκλεισαν οι ~ες. Βλ. τάφρος. 2. (μτφ.) οτιδήποτε επιτρέπει την είσοδο, το πέρασμα σε κάτι άλλο: (για γεωγραφική θέση, στρατηγικής συνήθ. σημασίας) Ελλάδα, η ~ της Ευρώπης προς την Ανατολή.|| (ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ.) Νεφρική/πνευμονική ~. ~ες του ήπατος. Διαμπερές τραύμα με ~ εισόδου/εξόδου.|| (ΗΛΕΚΤΡΟΝ.) Η ~ του τρανζίστορ. Λογικές ~ες (: ηλεκτρονικά κυκλώματα που δέχονται μία ή περισσότερες εισόδους και εκτελώντας μία λογική πράξη παράγουν μία έξοδο).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ες δικτύων (= κοινοί κόμβοι δύο ή περισσότερων δικτύων). 3. ΠΛΗΡΟΦ. ιστοσελίδα που λειτουργεί ως αφετηρία διαδικτυακής πλοήγησης, η οποία συμπεριλαμβάνει συνήθ. μηχανή αναζήτησης, θεματικό κατάλογο ιστοσελίδων και υπηρεσία ηλεκτρονικού ταχυδρομείου: βιβλιογραφική/ειδησεογραφική/εκπαιδευτική/θεματική/μουσική/τουριστική ~. Δικτυακή/ηλεκτρονική/ψηφιακή ~ αναζήτησης/ενημέρωσης. Ευρωπαϊκή ~ για την επαγγελματική κινητικότητα. ~ πληροφοριών/πρόσβασης. Επιχειρηματικές/φωνητικές ~ες. Κεντρική σελίδα/φόρουμ της ~ης. ΣΥΝ. πόρταλ ● ΣΥΜΠΛ.: (Υψηλή) Πύλη: ΙΣΤ. το σουλτανικό ανάκτορο· (κυρ. συνεκδ.) η οθωμανική κυβέρνηση., οι πύλες της κολάσεως/του Άδη & (προφ.) της κόλασης: η είσοδος της κόλασης ή του κάτω κόσμου· κατ' επέκτ. η ίδια η κόλαση ή ο κάτω κόσμος: (μτφ.) Ο πόλεμος άνοιξε τις ~ της κολάσεως (: σήμανε την απαρχή μεγάλων καταστροφών)., οι πύλες του Παραδείσου & του ουρανού: η είσοδος του Παραδείσου· κατ' επέκτ. ο ίδιος ο Παράδεισος., Ωραία Πύλη: ΕΚΚΛΗΣ. η μεσαία από τις τρεις θύρες του τέμπλου που οδηγούν στο ιερό. ● ΦΡ.: ανοίγει τις πύλες/τις πόρτες του/της: αρχίζει να λειτουργεί, να δέχεται κόσμο: Η Έκθεση/το εμπορικό κέντρο/το Ίδρυμα ... άνοιξε ~ της/του (στο κοινό). Πβ. εγκαινιάζω., προ των πυλών (λόγ.): (κυρ. ως προειδοποίηση) πλησιάζει, επίκειται: Ο εχθρός (βρίσκεται/είναι) ~ ~.|| Εκλογές/καύσωνας/πολιτική κρίση ~ ~! Πβ. επί θύραις/προ των θυρών. [< 1: αρχ. πύλη 3: αμερικ. portal, 1990]

-σκόπηση

-σκόπηση(λόγ.) επίθημα κυρ. αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνει 1. έρευνα, μελέτη: δημο~ (πβ. -μέτρηση).|| Ανα~/επι~. 2. ΙΑΤΡ. εξέταση σε όργανο ή περιοχή του σώματος: αγγειο~/αρθρο~/βρογχο~/γαστρο~/κολονο~/κολπο~/κυστεο~/λαπαρο~/μεσοθωρακο~/οισοφαγο~/ουρηθρο~/οφθαλμο~/πρωκτο~/υστερο~. Πβ. -σκοπία. 3. ΤΕΧΝΟΛ. εγγραφή εικόνας ή/και ήχου με ειδικό τρόπο ή μέσο: βιντεο~/μαγνητο~.

σκότωμα

σκότωμασκό-τω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. (μτφ.) κούραση, ταλαιπωρία, ξεθέωμα: Είναι (σκέτο) ~ για μένα να έρθω αυθημερόν. Πβ. εξάντληση, εξουθένωση, μαρτύριο. 2. θανάτωση: ~ του θηράματος. Πβ. φόνος. 3. (μτφ.-επιτατ.) σκληρή τιμωρία: Χρειάζονται ~! ● ΣΥΜΠΛ.: σκότωμα του χρόνου/της ώρας (μτφ.-προφ.): άσκοπη, ανούσια απασχόληση, για να περάσει η ώρα. Πβ. χαζολόγημα, χασομέρι. ● ΦΡ.: για σκότωμα (μτφ.-προφ.): για χάσιμο ή ξεπούλημα: Δεν έχω καιρό/χρόνο/ώρα ~ ~.|| Άσε, το αυτοκίνητο πάει ~ ~. Δεν το 'χω ~ ~ το ακίνητο!, είναι για/θέλει κρέμασμα (ανάποδα)/σκότωμα/γδάρσιμο βλ. κρέμασμα [< μτγν. σκότωμα 'ζαλάδα, σκοτοδίνη' 2: ~, 14ος αι.]

σκοτώνω

σκοτώνωσκο-τώ-νω ρ. (μτβ.) {σκότω-σα, σκοτώ-σει, -θηκε, -μένος, σκοτών-οντας} 1. αφαιρώ τη ζωή ανθρώπου ή ζώου: Ο δράστης πυροβόλησε και ~σε εν ψυχρώ το θύμα. Οδηγός παρέσυρε και ~σε πεζό (: από αμέλεια). Τους περικύκλωσαν και τους ~σαν. (ως απειλή) Mην κουνηθείς, θα σε ~σω.|| ~ονται άμαχοι. ~θηκε σε δυστύχημα/έκρηξη/ενέδρα/επιδρομή/επίθεση/καβγά/καταδίωξη/ληστεία/μάχη/συμπλοκή/τροχαίο. ~θηκε με το αυτοκίνητο/τη μοτοσικλέτα του. ~θηκε από βόμβα/ηλεκτροπληξία/νάρκη/πυρά/σφαίρες. ~θηκε πέφτοντας στο κενό (= αυτοκτόνησε). Φάλαινες ~μένες από λαθροθήρες. Πβ. δολοφονώ, θανατώνω, φονεύω. 2. (μτφ.-προφ.-εμφατ.) πληγώνω σωματικά ή ψυχικά κάποιον, εξαντλώ: Πρόσεξε, θα με ~σεις (= χτυπήσεις)! Έπεσε και ~θηκε (= τσακίστηκε).|| Αυτή η δουλειά με ~ει (= εξουθενώνει). Η αναμονή με ~ει. Η φυγή του με ~σε (: με έκανε κομμάτια). Βλ. απογοητεύω, πικραίνω, στενοχωρώ.|| (κατ' επέκτ. στην αθλητική αργκό, εξουδετερώνω αντίπαλο:) Μας ~σαν τα τρίποντα. 3. (μτφ.-προφ.) καταστρέφω· ξεπουλώ: Το ντόπινγκ ~ει τον αθλητισμό.|| (χιουμορ., κυρ. για μουσικό, τραγουδιστή, αναγνώστη) Το ~σε το κομμάτι/το ποίημα. Πβ. εκτελώ, κατακρεουργώ, κατα~.|| Το ~σαν το οικόπεδο (: το πούλησαν κοψοχρονιά). Οι έμποροι ~ουν τις τιμές (: τις μειώνουν πολύ).σκοτώνει: γίνεται αιτία για την απώλεια της ζωής ανθρώπου ή άλλου ζωντανού οργανισμού: Η πείνα ~ εκατομμύρια παιδιά. Το νέφος/η ρύπανση ~ χιλιάδες πολίτες κάθε χρόνο. Τον ~σε το κρύο/ρεύμα. (ελλειπτ.) Τα εγκεφαλικά/εμφράγματα ~ουν. Πβ. ξεκάνω, ξεπαστρεύω. ● Παθ.: σκοτώνομαι (μτφ.-προφ.-εμφατ.) 1. δείχνω υπερβάλλοντα ζήλο ή μεγάλη προθυμία για κάτι, ασχολούμαι εντατικά με αυτό: ~ στη δουλειά μέχρι το βράδυ. Βγαίνει συχνά, δεν ~εται και στο διάβασμα. ~ονται ποιος θα φτάσει πρώτος (πβ. σπρώχν-, συναγωνίζ-ομαι). ~θηκε να μας περιποιηθεί/να προλάβει (πβ. σπεύδω, τσακίζομαι). Γύρισε ~μένος από την/στην κούραση (= πεθαμένος, ψόφιος). (ειρων.) Καλά, μη ~θείς κιόλας· δεν χρειάζεται να βιάζεσαι … 2. έρχομαι σε έντονη αντιπαράθεση με κάποιον, τσακώνομαι: ~θηκα με τη φίλη μου· μαλλιά κουβάρια γίναμε. Είναι ~μένοι μεταξύ τους και δεν μιλιούνται. ● ΣΥΜΠΛ.: σκοτωμένο κόκκινο/χρώμα (προφ.) : που δεν είναι έντονο, ζωηρό., μαύρο/σκοτωμένο αίμα βλ. αίμα ● ΦΡ.: λες και/σαν να του σκότωσα τη μάνα/τον πατέρα: (μου συμπεριφέρεται) σαν να του έχω κάνει το μεγαλύτερο κακό: Με κοιτάζει/μου μιλάει ~ ~., ό,τι δεν σε σκοτώνει, σε κάνει πιο δυνατό & (σπάν.) ό,τι δεν σε σκοτώνει, σε δυναμώνει (μτφ.): οι δυσκολίες ενισχύουν, ισχυροποιούν όποιον τις αντιμετωπίζει. [< γερμ. Was mich nicht umbringt, macht mich stärker, αγγλ. what doesn't kill you makes you stronger] , σκοτώνω στο ξύλο (κάποιον) (προφ.) 1. (μτφ.-επιτατ.) τον δέρνω ανελέητα. Πβ. σπάω/σαπίζω/τσακίζω/μαυρίζω/σακατεύω/ρημάζω/λιανίζω κάποιον στο ξύλο, κάνω κάποιον μαύρο/τόπι/τουλούμι/μπαούλο (στο ξύλο). 2. (κυριολ.) τον ξυλοκοπώ μέχρι θανάτου., σκοτώνω την ώρα/τον καιρό μου (μτφ.): ασχολούμαι με κάτι που δεν είναι ιδιαίτερα σημαντικό, για να περάσει ο χρόνος: ~ ~, μέχρι να πάει πέντε. Σκότωνε ~ του στο καφενείο της γειτονιάς. Πβ. χαζολογάω, χασομερώ. ΣΥΝ. τρώω την ώρα (1), βαράω/κυνηγάω/σκοτώνω μύγες βλ. μύγα, δεν πειράζει/δεν βλάπτει/δεν μπορεί να σκοτώσει ούτε μυρμήγκι βλ. μυρμήγκι, η περιέργεια σκότωσε τη γάτα βλ. περιέργεια, σκοτώνουν τα άλογα, όταν γεράσουν βλ. άλογο [< μεσν. σκοτώνω < αρχ. σκοτόω, σκοτῶ ‘τυφλώνω, ζαλίζω’, αγγλ. kill, γαλλ. tuer]

στιγμή

στιγμήστιγ-μή ουσ. (θηλ.) 1. πολύ περιορισμένο χρονικό διάστημα: μείνε/περίμενε μια ~. Βρες μια ~ να τα πούμε. Έλα μια ~ που θέλω να σου μιλήσω. Δεν έχω/μου μένει ούτε μια ~ ελεύθερη (= δεν ευκαιρώ). Μια ~ έλειψα και την κοπάνησε. Έλα αυτή τη ~ (= αμέσως)! Τον ερωτεύτηκα από την πρώτη ~. Για λίγες ~ές, δεν ήξερε πού βρισκόταν. Πβ. λεπτό. 2. συγκεκριμένη περίσταση, ώρα: αξέχαστη/άτυχη/σημαντική ~. Δραματικές/δύσκολες/ερωτικές/ιδιαίτερες/μοναχικές/ξεχωριστές/προσωπικές/συγκινητικές ~ές. ~ές αγωνίας/απελπισίας/απόλαυσης/έντασης/ευτυχίας/χαλάρωσης. Η παρούσα ~. Αυτή τη ~ απουσιάζω, αφήστε το μήνυμά σας στον τηλεφωνητή. Τους πέτυχα τη ~ του καβγά. Εκείνη ακριβώς τη ~ έπεσε ένας κεραυνός. Κάποια ~ θα δεις την αλήθεια. Από κάποια ~ και μετά, άρχισα να βαριέμαι. Έως/ως τη ~ της συνάντησής τους. Όλα πήγαιναν τέλεια, μέχρι τη ~ που εμφανίστηκε. Η καλύτερη ~ ενός αθλητή/σταρ (: το ζενίθ της απόδοσης ή επιτυχίας του). ~ές από τα περασμένα/μιας ζωής. Ήρθε η μεγάλη ~. Με πέτυχες σε καλή/κακή ~. Σαν άνθρωπος έχει τις καλές και τις κακές του ~ές. Περιμένω την κατάλληλη ~ για να ... (πβ. ευκαιρία). Για κάθε τι υπάρχει η σωστή ~. Έφτασε/ήρθε η ~ να ... Ζει την κάθε ~. Μπορείτε να με βρείτε οποιαδήποτε ~. Από κείνη τη ~ έπαψα να τον εμπιστεύομαι. Οι συγκλονιστικότερες ~ές των Ολυμπιακών Αγώνων. Ζήσαμε/περάσαμε όμορφες ~ές. 3. ΓΡΑΜΜ. τελεία: άνω/διπλή/άνω και κάτω ~. 4. ΤΥΠΟΓΡ. μονάδα μέτρησης του μεγέθους των τυπογραφικών στοιχείων: γράμματα/γραμματοσειρά/διάστιχο/κείμενο δέκα ~ών. 5. ΜΟΥΣ. σημείο που, ανάλογα με τη θέση του, υποδεικνύει τον τρόπο ή την αξία νότας. ● Υποκ.: στιγμούλα (η): Κάτσε εδώ μια ~, δεν θ' αργήσω. ● ΣΥΜΠΛ.: ιστορική στιγμή βλ. ιστορικός ● ΦΡ.: (για) μια στιγμή! (προφ.): παρέμβαση για δήλωση έντονης αντίρρησης, διαμαρτυρίας: ~ ~! ποιος σας είπε ότι εγώ θέλω να πάω;, ανά πάσα στιγμή & ανά πάσα ώρα και στιγμή: οποτεδήποτε: ~ ~ μπορείτε να ... Διατηρούμε το δικαίωμα να τροποποιήσουμε το περιεχόμενο της συμφωνίας ~ ~., από στιγμή σε στιγμή (προφ.): πολύ σύντομα, όπου να 'ναι: Έρχεται ~ ~. ~ ~ μπορεί να φανεί. ΣΥΝ. από ώρα σε ώρα (1), οσονούπω, από τη στιγμή που & (λόγ.) αφ' ης στιγμής [ἀφ' ἧς στιγμῆς] 1. (ως χρον. σύνδ.) από τότε που, αφότου: Την αγάπησε ~ ~ την είδε. ~ ~ μπήκε έως τη στιγμή που έφυγε δεν έβγαλε μιλιά. 2. (ως αιτιολογικός σύνδ.) αφού, εφόσον: ~ ~ πήρες αυτή την απόφαση, θα υποστείς τις συνέπειες. ΣΥΝ. τη στιγμή που (2) [< γαλλ. (à partir) du moment que] , για μια στιγμή/προς στιγμή(ν): για λίγο, στιγμιαία: Για μια ~ πέρασε απ' το μυαλό μου να φύγω, αλλά το μετάνιωσα. Δεν σε ξέχασα ούτε για μια ~. Προς ~ ανησύχησα. Προς στιγμήν (= επί του παρόντος, προς το παρόν, για την ώρα) δεν τίθεται θέμα ... [< γαλλ. sur le moment] , δεν είναι του παρόντος/της παρούσης/της στιγμής/της ώρας: (για κάτι που μετατίθεται στο μέλλον) δεν είναι η κατάλληλη περίσταση: Πολλά μπορούμε να πούμε, αλλά ~ του παρόντος. ~ ~ να αναφερθούμε σε λεπτομέρειες., είναι στιγμές που: για κάτι που συμβαίνει περιοδικά και διαρκεί λίγο: ~ ~ ο άνθρωπος νιώθει πολύ μικρός. ~ ~ δεν ξέρω τι να κάνω. Πβ. πότε πότε., κάθε ώρα και στιγμή: συνεχώς, διαρκώς: Θέλει να με ελέγχει ~ ~. ΣΥΝ. όλη την ώρα, μέσα σε μια στιγμή: πολύ γρήγορα: Όλα έγιναν/συνέβησαν ~ ~., μέχρι στιγμής & (λόγ.) μέχρις ώρας: έως τώρα: ~ ~ δεν έχουμε νεότερα. Αυτό είναι το καλύτερο έργο σου ~ ~., μια στιγμή! (προφ.): (για ξαφνική σκέψη, απόφαση) στάσου, περίμενε: ~ ~! Θα έρθω κι εγώ./Θέλω κάτι να σου πω. Πβ. ένα λεπτό., οι τελευταίες στιγμές: το χρονικό διάστημα λίγο πριν από το τέλος (θάνατο, καταστροφή, χωρισμό, αποχωρισμό): Ήμουν κοντά του τις ~ ~ του., ούτε (για μια) στιγμή & στιγμή (προφ.): καθόλου: Δεν τον υποψιάστηκα ~ ~. Μη διστάσεις ~ ~! Δεν την αφήνει ~ ~ από τα μάτια του., σε δεδομένη στιγμή: σε ορισμένη περίσταση: Όλοι έχουμε κάνει κάποιο λάθος ~ ~., σε μια/κάποια στιγμή: ξαφνικά: Σε μια ~ έχασε την ισορροπία του κι έπεσε στη θάλασσα. Σε κάποια ~ τον είδα να μου κάνει νόημα., στη στιγμή: αμέσως: Το κέικ ήταν έτοιμο ~ ~. Οι λεκέδες εξαφανίζονται ~ ~. Πβ. στο άψε σβήσε, στο τσάκα-τσάκα. [< γαλλ. à l' instant] , τη μια στιγμή ... (και) την άλλη ...: για απότομη αλλαγή: Είναι τελείως αλλοπρόσαλλος: ~ είναι ευδιάθετος και ~ δεν του παίρνεις κουβέντα!, τη στιγμή που 1. (ως χρον. συνδ.) την ίδια ώρα που, ενώ, ενόσω: Με φώναξε ~ ~ έφευγα. 2. (ως αιτιολογικός συνδ., συνήθ. σε ερωτηματική ή αρνητική εκφορά) αφού, εφόσον: Πώς να τον βοηθήσω ~ ~ δεν μου μιλάει; ΣΥΝ. από τη στιγμή που (2), την ίδια στιγμή/ώρα 1. ταυτόχρονα, παράλληλα: Οι εκδηλώσεις προγραμματίστηκαν ~ ~. Η χλωροφύλλη έχει αποτοξινωτικές ιδιότητες και ~ ~ ενισχύει το ανοσοποιητικό σύστημα.|| ~ ~, γίνεται αντιληπτό από τα παραπάνω ... 2. (+ που) ενώ, παρόλο που: ~ ~ που τα δημοτικά τέλη καθαριότητας αυξάνονται, ο δήμος δεν παρέχει στους δημότες τις ανάλογες υπηρεσίες., την τελευταία στιγμή: το σημείο όπου δεν υπάρχει άλλο περιθώριο: Συμφωνία ~ ~. ~ ~ ναυάγησε το σχέδιο. Άγιο είχε, σώθηκε ~ ~! Με πρόλαβε ~ ~. Επέμενε μέχρι ~ ~ (ΣΥΝ. μέχρι τέλους). Δούλευε μέχρι (την) ~ ~ (: ως τον θάνατό του). ΣΥΝ. (στο) παρά πέντε, στο νήμα, στο παρακάτι, στο τσακ/στο τσαφ [< γαλλ. au dernier moment] , της στιγμής: για κάτι που δεν διαρκεί πολύ ή γίνεται χωρίς μεγάλη προετοιμασία: λάθος/λόγια/ξέσπασμα/σχέδια ~ ~. Ήταν μια τρέλα ~ ~., της τελευταίας στιγμής: για να δηλωθεί ότι κάποιος δρα απρογραμμάτιστα ή ότι κάτι γίνεται οριακά, λίγο πριν από τη λήξη της προθεσμίας: αγορές/άνθρωπος/απόφαση/δώρα/κράτηση/λύση/συμφωνία ~ ~. Βλ. άρπα-κόλλα., ανάθεμα την ώρα και τη στιγμή που ... βλ. ανάθεμα, από τη μια στιγμή/μέρα στην άλλη βλ. μέρα, βλαστημώ/καταριέμαι/σιχτιρίζω την ώρα και τη στιγμή που ... βλ. βλαστημώ, η στιγμή/ώρα της αλήθειας βλ. αλήθεια, σε στιγμή/σε στιγμές αδυναμίας βλ. αδυναμία [< αρχ. στιγμή ‘σημάδι, τελεία, χρονική στιγμή’, γαλλ. moment 3: μτγν. 4: αγγλ. point 5: γαλλ. ~]

συνεχής

συνεχής, ής, ές συ-νε-χής επίθ. {συνεχ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} 1. που γίνεται διαρκώς, χωρίς διακοπή: ~ής: αγώνας/θόρυβος/πόνος/πυρετός. ~ής: ανάπτυξη/αντιπαράθεση/απειλή/αύξηση/βελτίωση/εκπαίδευση (= διά βίου)/ενημέρωση/έρευνα/κίνηση/λειτουργία/πορεία/ροή (ΑΝΤ. διακεκομμένη)/φροντίδα. ~ και επίμονη προσπάθεια (= ακαταπόνητη). Βρίσκομαι/είμαι υπό ~ή επιτήρηση/κράτηση. Ο τραυματίας βρίσκεται υπό ~ή (ιατρική) παρακολούθηση. ~ η παρουσία της Πυροσβεστικής στον τόπο της πυρκαγιάς. Υπηρέτησε δέκα ~ή (= συναπτά) έτη στην επαρχία.|| ~είς: οικισμοί. Πβ. συνεχόμενος.|| (ΜΟΥΣ.) ~ή διαστήματα (: ανοδική ή καθοδική πορεία οργάνων και φωνής στα διαδοχικά διαστήματα κλίμακας). ΣΥΝ. αδιάκοπος, αδιάλειπτος, ακατάπαυστος, άπαυτος, ασταμάτητος (1), διαρκής (1) ΑΝΤ. ασυνεχής 2. {συνηθέστ. στον πληθ.} που συμβαίνει, που επαναλαμβάνεται ανά τακτά χρονικά διαστήματα, αλλεπάλληλος: ~είς: καβγάδες. ~είς: διαβουλεύσεις/διαφωνίες/επιθέσεις/επισκέψεις/κλήσεις/μετακινήσεις/πιέσεις. ~ή: τηλεφωνήματα (πβ. απανωτός). ~ σεισμική δραστηριότητα. ~ κάλυψη των εξελίξεων από το κανάλι μας. (σε πτήση με αεροπλάνο) Προσδεθείτε: ~είς αναταράξεις. Η τροχαία κάνει ~είς ελέγχους.|| ~ής: τάση (με σταθερή πολικότητα). (ΜΑΘ.) ~ής: συνάρτηση σε σημείο χ. ~ή: συστήματα. Βλ. διακριτός. ΣΥΝ. συχνός ΑΝΤ. σπάνιος (2) ● Ουσ.: συνεχές (το): ΦΥΣ. συνεχής σειρά στοιχείων, ιδιοτήτων που μεταβάλλονται βαθμιαία χωρίς διακοπή: χωροχρονικό ~ (: μαθηματικό μοντέλο που ενώνει τον χώρο και τον χρόνο σε μια συνέχεια). [< γαλλ. continuum, 1905] ● επίρρ.: συνέχεια & συνεχώς [-ῶς]: Είναι ~ αγχωμένος/απασχολημένος/πρόθυμος να βοηθήσει. Γίνεται/συμβαίνει ~ το ίδιο πράγμα. (εμφατ.) ~ώς και αδιαλείπτως. Πβ. εξακολουθητικά. ΣΥΝ. όλο (1) ΑΝΤ. αραιά και πού, κάπου κάπου, κατά καιρούς ● ΣΥΜΠΛ.: συνεχές ωράριο & συνεχόμενο ωράριο: χωρίς διακοπή το μεσημέρι: επιβολή/εφαρμογή/θεσμοθέτηση ~ούς ~ίου. Βλ. σπαστός., συνεχές ρεύμα βλ. ρεύμα [< αρχ. συνεχής, γαλλ. continu]

τέτοιος

τέτοιος, α, ο τέ-τοιος δεικτ. αντων. 1. αυτού του είδους: (ως επίθ.) Μείνε ήσυχη, δεν υπάρχει ~ κίνδυνος/~ο πρόβλημα. Γιατί γίνεται ~ (= τόσος) ντόρος; Πέρσι ~α εποχή, ... Σε μια ~α περίπτωση ... Δεν ξέρω τίποτα ~ο. ~o γλέντι δεν ξανάγινε.|| (ευχετ.) Πάντα ~α!|| (μειωτ.) ~ που ήταν, καλά να πάθει! Είναι αναξιόπιστος και σαν ~ απορρίπτεται. Μην μπλέκεις με ~ους ανθρώπους. Δεν χρειάζομαι ~ους φίλους.|| (για δυσάρεστη κατάσταση ή συμπεριφορά) Δεν αξίζω ~α αντιμετώπιση. ~α διασκέδαση να μου λείπει. Δεν γίνονται ~α πράγματα. Εγώ δεν κάνω ~α. ~α μου λες και ανησυχώ. 2. (+ άρθ.) (προφ.) για όνομα ή χαρακτηρισμό που δεν θυμάται κάποιος, δεν θέλει ή δεν μπορεί να αναφέρει: Πες του ~ου, του πώς τον λένε, να έρθει εδώ. Πού είναι, μωρέ, το ~ο; Πβ. απο~.|| Το ~ο της (= αιδοίο)/του (= πέος). Πβ. πράμα. 3. (προφ.) ομοφυλόφιλος. ΣΥΝ. τοιούτος ● ΦΡ.: και (άλλα) τέτοια (προφ.): για να αποφύγουμε την επανάληψη τετριμμένων ή ενοχλητικών λόγων: Μου έλεγε να προσέχω, να μην πίνω και ~ ~., κάτι τέτοιο (προφ.): κάτι παρόμοιο, σχετικό: Δεν έχω ξαναδεί ποτέ ~ ~. Δεν υπάρχει η υποδομή για ~ ~. Θα έφερνε τούρτα ή ~ ~, τέλος πάντων, δεν θυμάμαι ακριβώς., τέτοια ώρα/τέτοιες ώρες, τέτοια λόγια (προφ.): για κάτι που λέγεται ή γίνεται παράκαιρα: ~ ~, ας το σκεφτόσουν νωρίτερα., κάθε χρόνο τέτοια μέρα βλ. μέρα, πού τέτοια τύχη! βλ. τύχη, πού τέτοιο πρά(γ)μα! βλ. πράγμα, σε τέτοιο βαθμό, που (να)/ώστε να ... βλ. βαθμός, στ' αρχίδια/στ' απαυτά/στον πούτσο/στα τέτοια μου βλ. αρχίδι [< μεσν. τέτοιος]

-τοκία

-τοκία: β' συνθετικό σε σύνθετα θηλυκά ουσιαστικά που σχετίζονται με τη γέννηση: δυσ~/πολυ~/ωο~.

-τοκος & -τόκος

-τοκος & -τόκοςβ' συνθετικό για τον σχηματισμό σύνθετων επιθέτων που δηλώνουν 1. τη σειρά ή τον τρόπο γέννησης ενός παιδιού: πρωτό-τοκος/δευτερό~/υστερό~.|| (μτφ.) Από~. 2. θηλυκό που έχει γεννήσει: ζωο-τόκος/ωο~.|| Δύσ-τοκος/πολύ~.|| (ως ουσ.) Η Θεοτόκος. 3. ΟΙΚΟΝ. τον τόκο κεφαλαίου: ά-τοκος/έν~/υψηλό~/χαμηλό~.

φύλλο

φύλλοφύλ-λο ουσ. (ουδ.) 1. ΒΟΤ. {συνήθ. στον πληθ.} καθένα από τα λεπτά, πεπλατυσμένα, μεμβρανώδη και συνήθ. πράσινα μέρη που εκφύονται στον βλαστό ή τα κλαδιά των φυτών και των δέντρων, το οποίο αποτελεί βασικό όργανο της φωτοσύνθεσης, της διαπνοής και της αναπνοής: απολιθωμένα/βελονοειδή/κίτρινα/μαραμένα/ξερά/οδοντωτά/πεσμένα/σαρκώδη/σκληρά/σχιστά/χλωρά ~α. ~α δάφνης/ελιάς/καπνού/κάππαρης. Τα μέρη/νεύρα του ~ου. Το θρόισμα των ~ων. Δέντρα που ρίχνουν τα ~α τους τον χειμώνα (= φυλλοβόλα). Πέφτουν τα ~α. Η ροδιά άρχισε να βγάζει ~α. Βλ. παράφυλλα, φύλλωμα.|| Σαλάτα με ~α ρόκας.|| Τρέμω σαν το ~ (: από τον φόβο ή το κρύο). 2. ΒΟΤ. {συνήθ. στον πληθ.} πέταλο: τα ροζ ~α του τριαντάφυλλου. Πβ. σέπαλο. 3. (κατ' επέκτ.) οτιδήποτε μοιάζει με φύλλο δέντρου: ακρυλικά/ξύλινα/πλαστικά/πολυκαρβονικά/χαλύβδινα ~α. ~α αλουμινίου/αμιάντου/γυαλιού/ζελατίνης/καπλαμά. Στεφάνι από ~α χρυσού.|| Φούστα με ~α (: κομμάτια υφάσματος ραμμένα μαζί). 4. εφημερίδα: απογευματινό/ημερήσιο/κυριακάτικο/πρωινό/σημερινό ~. ~ της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Αριθμός ~ου. Έκδοση/κυκλοφορία του ~ου. Αρχείο ~ων. Βλ. τεύχος. 5. ορθογώνιο συνήθ. κομμάτι χαρτιού: άκοπα/ανταλλακτικά/τυπογραφικά ~α. ~α εκτύπωσης/ντοσιέ/σημειώσεων. Τα ~α του βιβλίου/τετραδίου. Διπλώνω/κόβω/σκίζω/τσαλακώνω ένα ~. Γράψτε το όνομά σας σε ένα ~. Μπλοκ ριγέ πενήντα ~ων.|| Το γύρισε το ~ (: άλλαξε τακτική). Πβ. σελίδα. Βλ. εξώ-, οπισθό-, παρά-φυλλο. ΣΥΝ. κόλλα (2) 6. επίσημο συνήθ. έγγραφο που έχει συγκεκριμένο περιεχόμενο ή εξυπηρετεί ορισμένο σκοπό: ενημερωτικό/συμπληρωματικό ~. ~ αδείας/αξιολόγησης (εκπαιδευτικού/μαθητή)/ασκήσεων/ελέγχου/καταχώρισης (αποδείξεων)/μισθοδοσίας/υπολογισμού (αξίας ακινήτου). Φυλάξτε το ~ οδηγιών χρήσης (πβ. μπροσούρα, προσπέκτους). Πβ. φυλλάδιο. 7. ΜΑΓΕΙΡ. πλατύ στρώμα ζύμης, κατάλληλο κυρ. για πίτες και γλυκίσματα: έτοιμο/λεπτό/παραδοσιακό/τραγανό/χωριάτικο ~. ~ κουρού/σφολιάτας. Πολύ λεπτό ~ ζύμης για μπακλαβά. Ανοίγω ~. Απλώνουμε το ~ σε βουτυρωμένο ταψί. 8. τραπουλόχαρτο: Ανακατεύω τα ~α. Παίρνω/πετάω/ρίχνω/τραβάω ένα ~.|| Ποιος κάνει ~α (: μοιράζει); Έχω κακό/καλό ~ (: συνδυασμό χαρτιών· πβ. χέρι). ΣΥΝ. χαρτί (4) 9. κινητό τμήμα παραθύρου, πόρτας ή επίπλου: αναδιπλούμενα ~α. Τα ~α της ντουλάπας. Βλ. (παρα)θυρόφυλλο. ● Υποκ.: φυλλαράκι (το): κυρ. στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: κινητά φύλλα: άδετες κόλλες χαρτιού: Βιβλία/κώδικες που τηρούνται σε ~ ~. Βλ. δελτίο, καρτέλα., κίτρινο φύλλο αγώνα: ΑΘΛ. (στο μπάσκετ) αντίγραφο του φύλλου αγώνα που παίρνει η ομάδα που χάνει· συνεκδ. ήττα., ροζ φύλλο αγώνα: ΑΘΛ. (στο μπάσκετ) αντίγραφο του φύλλου αγώνα που παίρνει η νικήτρια ομάδα· συνεκδ. νίκη., υπολογιστικό/λογιστικό φύλλο: ΠΛΗΡΟΦ. λογισμικό που χρησιμοποιείται κυρ. για αριθμητικούς υπολογισμούς, στο οποίο τα δεδομένα οργανώνονται σε στήλες και κελιά: επεξεργασία ~ών ~ων. [< αγγλ. spreadsheet, 1981] , φύλλο αγώνα & (λόγ.) αγώνος (επίσ.): ΑΘΛ. (στα ομαδικά αθλήματα) επίσημο έγγραφο στο οποίο καταγράφονται πληροφορίες σχετικές με συγκεκριμένο αγώνα και όλα τα συμβάντα που λαμβάνουν χώρα κατά τη διάρκειά του και αμέσως μετά τη λήξη του: Το ~ ~ καίει τους γηπεδούχους (: είναι ιδιαίτερα επιβαρυντικό γι' αυτούς)., φύλλο εργασίας 1. ΠΛΗΡΟΦ. λογιστικό φύλλο. 2. κομμάτι χαρτιού συνήθ. με ασκήσεις, ερωτήσεις: ~ ~ στη Χημεία. [< 2: αγγλ. worksheet, 1930] , ωραίο φύλλο: ΒΟΤ. κολεός., φύλλο κρούστας βλ. κρούστα, φύλλο πορείας βλ. πορεία, φύλλο συκής βλ. συκή ● ΦΡ.: ούτε ένα πράσινο φύλλο (μτφ.-προφ.): απολύτως τίποτα: Δεν μου έφερε ~ ~ από το ταξίδι του., φύλλο (και) φτερό (μτφ.-προφ.): για να δηλωθεί εξονυχιστικός έλεγχος ή διάλυση, ολοκληρωτική καταστροφή: Έκαναν ~ ~ το σπίτι του, για να βρουν ενοχοποιητικά στοιχεία.|| Με το που άνοιξα το βιβλίο, έγινε ~ ~., δεν κουνάει/κουνιέται φύλλο βλ. κουνώ, δίνω φύλλο πορείας (σε κάποιον) βλ. δίνω [< 1,2: αρχ. φύλλον, γαλλ. feuille 2: μεσν. ~. 7: πβ. αγγλ. phyllo & filo, 1950 8: ιταλ. carte]

φύλο

φύλο[φῦλο] φύ-λο ουσ. (ουδ.) 1. ΒΙΟΛ. καθεμιά από τις δύο κατηγορίες, αρσενικό-θηλυκό, των ζωντανών οργανισμών και το σύνολο των χαρακτηριστικών που τις διακρίνουν με βάση τον αναπαραγωγικό τους ρόλο: το ανδρικό/γυναικείο ~. Βλ. χρωμόσωμα.|| Βιολογικό ~. Ο κοινωνικός ρόλος του ~ου. Στερεότυπα και προκαταλήψεις για τα δύο ~α. Η ισότητα/μάχη των δύο ~ων. Βλ. έμφυλος.|| Διαταραχή ταυτότητας ~ου (: του εσωτερικού και προσωπικού τρόπου με τον οποίο το άτομο βιώνει το φύλο του, ανεξάρτητα από τα βιολογικά του χαρακτηριστικά). Βλ. δυαδικός. 2. ΑΝΘΡΩΠ. ομάδα ανθρώπων με κοινά εθνολογικά ή ανθρωπολογικά γνωρίσματα: αρχαία ελληνικά/ινδοευρωπαϊκά/νοµαδικά ~α. Πβ. φυλή. 3. ΒΙΟΛ. ταξινομική κατηγορία οργανισμών με κοινά χαρακτηριστικά, ανάμεσα στην υπερκλάση και το υποφύλο. ● ΣΥΜΠΛ.: κοινωνικό φύλο: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. καθένα από τα δύο φύλα σύμφωνα με τα συμπεριφορικά, ψυχολογικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά που του αποδίδονται: διακρίσεις με βάση το ~ ~. Ιατρική του ~ού ~ου. Βλ. αρρενωπ-, θηλυκ-ότητα, φεμινισμός. [< αγγλ. gender, 1963] , το άλλο/αντίθετο φύλο: οι άντρες ή οι γυναίκες, αντίστοιχα: Η σχέση με το ~ ~., το ασθενές/ωραίο/δεύτερο/αδύναμο/αδύνατο φύλο: οι γυναίκες. [< γαλλ. le sexe faible, le beau/deuxième sexe] , το ισχυρό φύλο: οι άντρες. [< γαλλ. le sexe fort] , το τρίτο φύλο: οι ομοφυλόφιλοι. [< γαλλ. le troisième sexe] , αλλαγή φύλου βλ. αλλαγή [< αρχ. φῦλον ‘φυλή, λαός, γένος’, γαλλ. sexe]

χάνω

χάνωχά-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έχα-σα, χά-σει, -θηκα, -θεί, χάν-οντας, σπάν. -όμενος, χα-μένος} 1. παύω να έχω πια κάτι στην ιδιοκτησία, στη διάθεσή μου ή υπό την κυριαρχία μου: ~σε όλη του την περιουσία (: πτώχευσε, φαλίρισε, χρεοκόπησε)/το σπίτι του.|| Το κόμμα ~σε δύο έδρες (στις εκλογές). ~σαν την εκτίμηση/εμπιστοσύνη/υποστήριξη του λαού. Έχει ~σει την αξιοπιστία/τη δημοτικότητά του. Φοβάται μη ~σει τη δουλειά του. Πβ. στερούμαι. 2. δεν μπορώ πια να βρω κάτι: ~σα τα κλειδιά/το πορτοφόλι/την ταυτότητά μου. Μου ~σαν τον φάκελό μου (: ευθύνονται για την απώλεια).|| Έφυγε ο σελιδοδείκτης κι ~σα τη σελίδα. Έχω ~σει τις μέρες (: δεν ξέρω τι μέρα είναι).|| Έχω ~σει τον προσανατολισμό μου (= έχω αποπροσανατολιστεί). 3. έχω ζημία, ζημιώνομαι: ~σε πολλά (λεφτά) από λάθος κινήσεις.|| Άκου με και δεν θα ~σεις. Τι έχω να ~σω;|| Έλα να δεις! ~εις! ~σες που δεν ήρθες. Δεν ~σες και τίποτα. 4. παύω να έχω: ~ει τα μαλλιά του (= του πέφτουν). Στην έκρηξη, ~σε το χέρι του (= ακρωτηριάστηκε). Θέλει να ~σει βάρος (= να αδυνατίσει).|| Το φθινόπωρο τα δέντρα ~ουν (= ρίχνουν) τα φύλλα τους.|| ~σε τις αισθήσεις (= λιποθύμησε)/την ακοή (= κουφάθηκε)/τη ζωή (= σκοτώθηκε, πέθανε)/τη μνήμη/την όρασή (= τυφλώθηκε) του. 5. δεν αποκτώ, δεν πετυχαίνω κάτι που επιδίωκα, ηττώμαι: ~σε το βραβείο/τη δίκη. ~σαν (σ)τις εκλογές/τον πόλεμο. Βλ. αποτυγχάνω.|| (ΑΘΛ.) ~σαν τον αγώνα/την πρόκριση/το πρωτάθλημα. ~σαν από τους γηπεδούχους. ΑΝΤ. κερδίζω (1), νικώ (1) 6. παύω να έχω μια ιδιότητα ή ικανότητα ή να βρίσκομαι σε μια κατάσταση: ~ την υπομονή/ψυχραιμία μου (ΑΝΤ. διατηρώ, κρατώ). ~σε την ισορροπία (: ζαλίστηκε)/το χρώμα (= χλόμιασε) του. Έχω ~σει την ησυχία/τον ύπνο μου μ' αυτή την υπόθεση. Μη ~εις την αισιοδοξία/το θάρρος/το κέφι/την πίστη σου!|| Κάτι ~ει την αξία/τη γοητεία/το ενδιαφέρον/το νόημα/τη σημασία του. Έχει ~θεί κάθε ελπίδα/το μέτρο. 7. παύω να διακρίνω: ~θηκε μέσα στη νύχτα.|| Ο ήλιος ~όταν σιγά-σιγά (: έδυε). 8. στερούμαι κάποιον λόγω θανάτου ή απομάκρυνσης, χωρισμού: ~σε τους γονείς της/το μωρό (= απέβαλε). ~θηκαν άδικα τόσες ζωές.|| Φοβάται μην την ~σει (: μην του φύγει).|| Έχει ~σει πολλούς πελάτες. 9. δεν προλαβαίνω· δεν συμμετέχω κάπου: ~σε το αεροπλάνο/λεωφορείο/πλοίο/τρένο. ~σαν την αρχή της παράστασης/προθεσμία.|| Δεν ~ λέξη/συλλαβή απ' όσα λέει. Δεν πρόσεχα κι ~σα τη συνέχεια της ιστορίας. Έχω ~σει δυο επεισόδια της σειράς. Να πας να το δεις οπωσδήποτε! Μην το ~σεις!|| Δεν ~ει γιορτή για γιορτή (: πηγαίνει σε όλες). Τραυματίστηκε κι ~σε την τελευταία αγωνιστική. 10. δεν αξιοποιώ σωστά, κάνω κακή χρήση, σπαταλώ: Άδικα ~εις το σάλιο σου μαζί του, δεν βάζει μυαλό (πβ. ~ τα λόγια μου). Δεν ~σε καιρό, το διέδωσε αμέσως. Πβ. χαραμίζω. Βλ. γλιτώνω. ~σε την τάξη/τη χρονιά του (= έμεινε στην ίδια τάξη). 11. παρουσιάζω απώλεια, διαρροή: Ο τραυματίας έχανε αίμα (= αιμορραγούσε). Το μωρό ~ει βάρος. Ο οργανισμός ~ει (= αποβάλλει. ΑΝΤ. κατακρατεί) νερό από τα ούρα και την εφίδρωση.|| Το μηχάνημα ~ει λάδια. Το λάστιχο ~ει αέρα. 12. (ειρων.-μειωτ.) δεν σκέφτομαι σωστά, είμαι χαζός: Αυτό το παιδί από κάπου ~ει. Καλά, ~εις;χάνει (μτφ.-προφ.) 1. μειονεκτεί, υστερεί: Καλή ομάδα/ταινία, αλλά ~ στις λεπτομέρειες/στα σημεία. Η ποίηση ~ στη μετάφραση. Ο επεξεργαστής/κινητήρας άρχισε να ~ σε απόδοση (: να χαλάει). Είναι φτηνό, ~ βέβαια σε ποιότητα. Συσκευή υψηλών προδιαγραφών που ~ σε εμφάνιση/ομορφιά. ΑΝΤ. κερδίζει (1) 2. λειτουργεί με καθυστέρηση: Το ρολόι ~ (= πάει πίσω) πέντε λεπτά. 3. δεν αναδεικνύεται, ζημιώνεται: Η φωτογραφία θα ~σει πολύ, αν τη σκουρύνεις. ΑΝΤ. κερδίζει (2) ● Παθ.: χάνεται 1. παύει να υπάρχει ή να γίνεται αντιληπτός: Το σήμα ~. Γλώσσες/πολιτισμοί που ~ονται. ~θηκε ο ενθουσιασμός/η μαγεία. ~μένες: αξίες.|| Δεν ~ονται εύκολα τα περιττά κιλά.|| (ΓΡΑΜΜ.) Το τελικό ν ~ (= αποβάλλεται, φεύγει), όταν ...|| ~θηκε (= εξαφανίστηκε) μες στο πλήθος. Το καράβι ~θηκε (: δεν φαινόταν πια) στον ορίζοντα. 2. καταλήγει σε ήττα: ~θηκε το ματς/ο πόλεμος. 3. κυριεύεται: ~θηκε (= έπεσε, υποδουλώθηκε) η Πόλη., χάνομαι 1. αποπροσανατολίζομαι· αγνοείται: ~θηκα στα στενά.|| ~θηκε σκυλάκι χρώματος ... 2. χαραμίζομαι, δεν αξιοποιούμαι κατάλληλα ή σύμφωνα με τις δυνατότητές μου: Πρέπει να αναπληρώσουμε τον χρόνο που ~θηκε.|| ~εται το εξάμηνο λόγω της κατάληψης (= δεν θα γίνει εξεταστική).|| Είναι κρίμα να ~εται τόσο νερό. ΑΝΤ. εξοικονομείται.|| Τέτοιο ταλέντο ~εται σ' αυτή τη δουλειά! Ο καλός δεν ~εται (= αναγνωρίζεται η αξία του). Πβ. πάει χαράμι. 3. παύω να έχω επικοινωνία: Eλπίζω να μην ~θούμε. Και να μη ~όμαστε!|| Έχω ~θεί λόγω δουλειάς. Έχει ~θεί από τον κόσμο/όλους/την παρέα/προσώπου γης (= κανείς δεν τον συναντά). Πού έχεις ~θεί/~θηκες; Πβ. χάνω επαφή, χάνω τα ίχνη. 4. (μτφ.) πελαγοδρομώ· αφαιρούμαι: Δεν βγάζεις άκρη, ~εσαι μέσα στις λεπτομέρειες. Πβ. μπερδεύομαι, πελαγώνω.|| Η μουσική αυτή με κάνει να ~ (= με μαγεύει). Ώρες ώρες ~εται στις σκέψεις του. Έχει ~θεί στον κόσμο του θεάτρου/της τέχνης. Πβ. απορροφώμαι, βυθίζομαι, ξεχνιέμαι. 5. καταστρέφομαι: ~θηκαν όλα, όλα τέλειωσαν. Τίποτε δεν έχει ~θεί.|| Αν μας πιάσουν ~θήκαμε! Πβ. τη βάψαμε, την κάτσαμε.|| Μη φοβάσαι, δεν θα ~θώ, θα τα καταφέρω. 6. λιποθυμώ· πεθαίνω: Λίγο νερό, ~, σβήνω!|| ~θηκε πολύ νέος (= έφυγε, σκοτώθηκε). ● ΦΡ.: ..., γιατί χανόμαστε! (εμφατ.): μετά από προτροπή, για να αιτιολογηθεί η σοβαρότητα της κατάστασης: Ξυπνάτε/ψηφίστε ~ ~!, α/ου να (μου) χαθείς & χάσου από μπροστά μου/από τα μάτια μου & άι χάσου! (υβριστ.): φύγε να μην σε βλέπω, εξαφανίσου: ~ ~, παλιοτόμαρο! Πβ. γκρεμίσου, ξεκουμπίσου, στρίβε, τσακίσου., έχασε τα νερά του: βρίσκεται σε κατάσταση σύγχυσης και αμηχανίας, λόγω αλλαγής περιβάλλοντος ή συνθηκών: Άλλαξε σχολείο κι ~ ~ του το παιδί. Πβ. έξω από τα νερά μου., τα έχασα: σάστισα, δεν ξέρω τι να κάνω: Μόλις την είδα, ~ ~!|| Μην τα ~εις, μείνε ψύχραιμος. Πβ. αποσβολώνομαι, τα 'χω χαμένα., το 'χει χαμένο/το 'χασε τελείως(/εντελώς)/το 'χει χάσει: έχει χάσει τα λογικά του, έχει τρελαθεί. ΣΥΝ. του 'στριψε/του λασκάρισε/του 'φυγε η/καμιά βίδα, τρελαίνομαι (1), χάνω επαφή: παύω να επικοινωνώ: Άρχισαν να ακούγονται παράσιτα από τον ασύρματο και χάσαμε ~.|| Κάναμε πολλή παρέα αλλά με τον καιρό χάσαμε ~ (: χαθήκαμε). Πβ. χάνω τα ίχνη (κάποιου).|| (κατ' επέκτ.) Παρακολουθεί σεμινάρια, για να μην ~ει ~ με το αντικείμενο. (μτφ.) Έχει χάσει ~ με τον έξω κόσμο/το περιβάλλον/την πραγματικότητα., χάνω το δίκιο μου: λέγεται σε περιπτώσεις που δεν αναγνωρίζεται το δίκιο κάποιου λόγω κακής συμπεριφοράς του: Όταν θυμώνω, φωνάζω τόσο πολύ που ~ ~., χάνω τον καιρό μου/το(ν) χρόνο μου/την ώρα μου: αναλώνομαι: ~ ~ άδικα/άσκοπα/τζάμπα. ~ ~ μαζί σου. Χάνεις ~ σου με/σε ανώφελες συζητήσεις. Πβ. χρονοτριβώ. Βλ. κερδίζω χρόνο. [< γαλλ. perdre mon temps] , (μου) κόβεται η όρεξη/χάνω την όρεξή μου βλ. όρεξη, βλέπει το δέντρο και χάνει το δάσος βλ. δέντρο, δεν αφήνω/δεν χάνω ευκαιρία για/να ... βλ. ευκαιρία, δεν έχω τίποτα να χάσω βλ. τίποτα, δεν θα χάσει/σιγά μη χάσει η Βενετιά βελόνι βλ. βελόνι, δε(ν) χάθηκε/δε(ν) χάλασε/δε(ν) θα χαλάσει (κι) ο κόσμος βλ. χαλώ, εδώ καράβια χάνονται/πνίγονται, βαρκούλες αρμενίζουν βλ. καράβι, εδώ ο κόσμος καίγεται/χάνεται και η γριά/το μουνί χτενίζεται βλ. χτενίζω, έπαιξα κι έχασα βλ. παίζω, έπεσε από τον θρόνο βλ. θρόνος, έχασε τ' αβγά και τα καλάθια/τα πασχάλια βλ. αβγό & αυγό, έχασε τη μάχη για/με τη ζωή/με το(ν) θάνατο βλ. μάχη, έχασε τη μιλιά/τη λαλιά του βλ. μιλιά, έχασε/κέρδισε το στοίχημα βλ. στοίχημα, έχω χάσει το μέτρημα βλ. μέτρημα, η γη/το έδαφος χάνεται/φεύγει/υποχωρεί/γλιστράει/τρίζει κάτω από τα πόδια μου βλ. έδαφος, όποιος θέλει/ψάχνει/ζητάει/γυρεύει τα πολλά χάνει και τα λίγα βλ. πολύς, πολλή, πολύ, όποιος χάνει στα χαρτιά, κερδίζει στην αγάπη βλ. χαρτί, πού τον χάνεις, πού τον βρίσκεις βλ. πού, τι είχαμε, τι χάσαμε βλ. έχω, τρώω τη/χάνω τη/πηγαίνει χαμένη η μέρα μου βλ. μέρα, χάθηκε στη μετάφραση βλ. μετάφραση, χάνει έδαφος βλ. έδαφος, χάνει η μάνα το παιδί (και το παιδί τη μάνα) βλ. μάνα, χάνει λάδια βλ. λάδι, χάνει στροφές βλ. στροφή, χάνεται στους αιώνες βλ. αιώνας, χάνω επεισόδια βλ. επεισόδιο, χάνω κάποιον/κάτι από τα μάτια μου βλ. μάτι, χάνω πάσα ιδέα βλ. ιδέα, χάνω τα ίχνη (κάποιου) βλ. ίχνος, χάνω τα λόγια μου βλ. λόγια, χάνω τη(ν) μπάλα/το τόπι βλ. μπάλα, χάνω το μυαλό/τα μυαλά/το τσερβέλο μου βλ. μυαλό, χάνω το παιχνίδι βλ. παιχνίδι, χάνω το τρένο βλ. τρένο, χάνω το(ν) δρόμο (μου) βλ. δρόμος, χάνω το(ν) λογαριασμό βλ. λογαριασμός, χάνω τον έλεγχο βλ. έλεγχος, χάνω τον μπούσουλα βλ. μπούσουλας, χάνω ύψος βλ. ύψος, χάνω/ξεφεύγει μέσα από τα χέρια μου βλ. χέρι ● βλ. χαμένος [< μεσν. χάνω]

χειμερινός

χειμερινός, ή, ό χει-με-ρι-νός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με τον χειμώνα, προορίζεται γι΄αυτόν ή συμβαίνει κατά τη διάρκειά του: ~ός: εξοπλισμός/κύκλος μαθημάτων/τουρισμός. ~ή: αναρρίχηση (βλ. αλπινισμός)/εξεταστική/κατοικία/κολεξιόν/περίοδος/σεζόν. ~ό: ηλιοστάσιο/πρωτάθλημα/σινεμά/ωράριο (καταστημάτων). ~οί: μήνες/προορισμοί. ~ές: δραστηριότητες/εκδηλώσεις/εκδρομές/εκπτώσεις/εξορμήσεις/(κινηματογραφικές) προβολές. ~ά: αθλήματα ή σπορ (: λουτζ, σκι, σνόουμπορντ)/δρομολόγια/ελαστικά/θέρετρα/μαθήματα.|| (ως ουσ.) Τα ~ά (ενν. ρούχα). ΣΥΝ. χειμωνιάτικος ΑΝΤ. θερινός ● ΣΥΜΠΛ.: χειμερινή ώρα: που τίθεται σε ισχύ από τα ξημερώματα της τελευταίας Κυριακής του Οκτωβρίου μέχρι τα ξημερώματα της τελευταίας Κυριακής του Μαρτίου. Βλ. θερινή ώρα., χειμερινό εξάμηνο: χρονική υποδιαίρεση του πανεπιστημιακού έτους, που εκτείνεται περ. από τον Σεπτέμβριο μέχρι και τον Ιανουάριο. Βλ. εαρινό εξάμηνο., χειμερινός κολυμβητής: ερασιτέχνης κολυμβητής ο οποίος συνεχίζει τα μπάνια και μετά το τέλος του καλοκαιριού. || (κατ' επέκτ.) ~ή: κολύμβηση. ~ό: κολύμπι., χειμερία νάρκη βλ. χειμέριος, Χειμερινοί Ολυμπιακοί Αγώνες βλ. ολυμπιακός [< αρχ. χειμερινός]

χρόνος

χρόνοςχρό-νος ουσ. (αρσ.) {χρόν-οι κ. ουδ. -ια} 1. ΦΥΣ. διάσταση η οποία εκφράζει ακολουθία γεγονότων που εκδηλώνονται στις διαστάσεις του χώρου: συντονισμένος παγκόσμιος ~ (: βάσει της ώρας Γκρίνουιτς). ~ ζώνης (: ο ~ κάθε χώρας, ο οποίος διαφέρει συνήθ. από τον παγκόσμιο κατά μία ή περισσότερες ώρες). Επίγειος ~ (: βάσει της κίνησης των σωμάτων του ηλιακού συστήματος).|| (ΦΥΣ.) Η διαστολή/έννοια/σχετικότητα του ~ου. Ανάλυση/μέτρηση του ~ου. Μεταβολή συναρτήσει του ~ου. Βλ. χωρόχρονος.|| (ΑΣΤΡΟΝ.) Διεθνής ατομικός ~ (: με βάση το δευτερόλεπτο). 2. (γενικότ.) αλληλουχία γεγονότων: τα ίχνη/η ροή/τα σημάδια του ~ου. Με την πάροδο/το πέρασμα του ~ου ... (μτφ.) Ο ~ δεν γυρνά πίσω/είναι ο καλύτερος γιατρός (: απαλύνει τον πόνο)/κυλά/σταμάτησε τη στιγμή που .../τρέχει (: περνάει γρήγορα)/φεύγει. Ο ~ θα δείξει αν ... Ομορφιά ανεξίτηλη στον ~ο. Βλ. παρόν, παρελθόν, μέλλον. 3. διάστημα αόριστο ή σαφώς προσδιορισμένο, το οποίο μεσολαβεί μεταξύ δύο συμβάντων ή διατίθεται, για να γίνει κάτι: Πέρασε πολύς ~ από τότε που ...|| Ανεκμετάλλευτος/χαμένος ~. Εξοικονόμηση/στενότητα ~ου. Οργάνωση του ~ου. Ο ~ δεν μας παίρνει/φτάνει. Μας πιέζει ο ~. Δεν υπάρχει ~ για χάσιμο. Χάθηκε πολύτιμος ~. Ελλείψει ~ου και χρήματος δεν θα έρθουμε. Εξαντλώ τον ~ο (: τα χρονικά περιθώρια). Έχω άφθονο ~ο στη διάθεσή μου. Δώσε μου λίγο ~ο. Πώς περνάς τον ~ο σου; Εκμεταλλεύομαι σωστά/σπαταλώ τον ~ο μου. Δεν θα μου πάρει πολύ ~ο να ... (μτφ.) Μάχη με τον ~ο.|| (σε εξέταση:) Πόσο ~ο έχουμε (ακόμα); Τέλος ~ου. Πβ. καιρός, ώρα. 4. διάρκεια ενέργειας: (μέσος/συνολικός) ~ αναμονής/εξυπηρέτησης/επεξεργασίας/ζωής/φοίτησης. Συμβατικός ~ μίσθωσης. Δωρεάν ~ πρόσβασης στο ίντερνετ. Σύμβαση αορίστου ~ου. Αύξηση του εβδομαδιαίου εργάσιμου ~ου. Ανανέωση/κάρτες προπληρωμένου ~ου ομιλίας. 5. συγκεκριμένο χρονικό σημείο εκδήλωσης ή εκτέλεσης ενέργειας: ο ~ άφιξης/εκκίνησης υπολογιστή/λήξης. Οι ακριβείς ~οι των δρομολογίων. Τήρηση των συμφωνημένων ~ων παράδοσης. Πβ. ημερομηνία, ώρα.|| Ανακοίνωση του τόπου και του ~ου διεξαγωγής του συνεδρίου. Καθυστερήσεις στους ~ους πληρωμής.|| Ποιον ~ο ιδρύθηκε το ... Πβ. χρονιά.|| Έφτασε/ήρθε ο ~ για ... Πβ. στιγμή. 6. έτος: ο ~ έκδοσης του βιβλίου (: η χρονολογία). Η μεγαλύτερη μέρα/οι εποχές/οι μήνες του ~ου. Αλλαγή του ~ου. Μια φορά τον ~ο ... Όλο τον ~ο ... Πλασματικοί ~οι ασφάλισης. Εορτασμός των ... ~ων από ... Διάρκεια/περίοδος/συμβόλαιο/φυλάκιση ... ~ων. Πέρασε ένας ολόκληρος ~ από ... Είναι ο δεύτερος ~ μου στη δουλειά. Έβδομος ~ λειτουργίας της σχολής. Πού θ' αλλάξετε ~ο (: θα κάνετε Πρωτοχρονιά);|| (στην αρχή του έτους) Εύχομαι ο καινούργιος/νέος ~ να φέρει υγεία! Έθιμα για το καλό του ~ου. Πβ. χρονιά. 7. ΓΡΑΜΜ. γραμματική κατηγορία του ρήματος που δηλώνει τη χρονική βαθμίδα (παρελθόν, παρόν, μέλλον) και το ποιόν ενεργείας (συνοπτικό, εξακολουθητικό, συντελεσμένο): ενεστωτικός/παροντικός ~. Στιγμιαίοι ~οι.|| (ως προς τον σχηματισμό τους:) Απλοί/περιφραστικοί ~οι.|| Οι αρχικοί ~οι του ρήματος. 8. ΑΘΛ. η ταχύτητα με την οποία ένας αθλητής καλύπτει δεδομένη απόσταση· επίδοση: αργός/γρήγορος/μέτριος ~. Δεν έπιασε/πέτυχε (καθόλου) καλό ~ο. Έκανε τον καλύτερο/ταχύτερο ~ο. Βελτιώνω τους ~ους μου. 9. ΜΟΥΣ. μονάδα μέτρησης μουσικών έργων, η οποία αντιστοιχεί σε έναν χτύπο· (στη βυζαντινή μουσική) διάρκεια φθόγγου: ρυθμικός ~. Ένδειξη ~ου (στην αρχή της σύνθεσης).|| (μέτρο:) Κομμάτι σε ~ο 2/4. Κρατώ τον ~ο.|| (τέμπο:) Σε αργό/γρήγορο ~ο.|| Απλός/ελάχιστος/σύνθετος ~. 10. διδακτικό έτος: στον τρίτο ~ο της φοίτησής του. Οι σπουδές διαρκούν ... ~ια.χρόνια (τα) 1. διάστημα συγκεκριμένων ετών: τα πρώτα/τελευταία ~ της ζωής του ... Τα περασμένα/προηγούμενα ~. Δύο ~ εγγύηση/κάθειρξη. Πέντε ~ παρουσίας/προσφοράς. Σύνταξη στα ... ~. Μέσα σε λίγα ~. Για τα επόμενα ~. Συμπληρώθηκαν ... ~ από ... Πώς περνούν τα ~; Πόσα ~ έχεις να τον δεις;|| (ηλικία:) Τα ~ βαραίνουν στις πλάτες του (: είναι ηλικιωμένος). Αχ και να 'χα τα ~ σου (: τα νιάτα σου)! 2. περίοδος ετών, στη ζωή κάποιου ή στην ανθρώπινη ιστορία: δύσκολα/χαρούμενα ~. Τα νεανικά/μαθητικά ~. Τα ~ της ωριμότητας (= η εποχή). Στα ~ μου, ... (: όταν ήμουν νέος).|| Τα παλιά τα ~ ... Πβ. καιρός., χρόνοι (οι): περίοδος ετών: κρίσιμοι ~. Ευρήματα των αλεξανδρινών/(ελληνο)ρωμαϊκών ~ων. Πβ. εποχή, καιρός., χρόνων & (προφ.) χρονών: για δήλωση ηλικίας· ετών: παιδί δέκα ~. Είναι πάνω από ... ~. Πόσων ~ είσαι; Έγινε ... ~.|| Αμάξι/σπίτι ... ~. ● Υποκ.: χρονάκια (τα), χρονάκος (ο) ● ΣΥΜΠΛ.: άγουρα χρόνια: η παιδική και κυρ. η εφηβική περίοδος της ζωής., αίσθηση του χρόνου: αντίληψη του χρόνου: ανεπτυγμένη ~ ~. Δεν έχει καμία ~ ~. Βλ. αίσθηση του χώρου., ελεύθερος χρόνος: οι ώρες της ημέρας που δεν προορίζονται για εργασία ή ύπνο: ασχολίες/διαχείριση του/δραστηριότητες/έλλειψη ~ου ~ου. Η βιομηχανία του ~ου ~ου. Αυξάνεται/μειώνεται ο ~ ~. Αξιοποιώ δημιουργικά/αφιερώνω/διαθέτω τον ~ο ~ο μου στα βιβλία/στη γυμναστική. Εγκαταστάσεις ~ου ~ου και αθλητισμού. Τι κάνεις στον ~ο ~ο σου; Δεν έχει καθόλου ~ο ~ο. Βλ. ανάπαυση, διασκέδαση, ψυχαγωγία., πραγματικός χρόνος 1. ΠΛΗΡΟΦ. πραγματική διάρκεια επεξεργασίας δεδομένων: ~ ~ εγκατάστασης/λήψης (αρχείου). Κινούμενη εικόνα σε ~ό ~ο.|| (τώρα, ζωντανά, άμεσα:) Ενημέρωση/επικοινωνία/τηλεδιάσκεψη ~ού ~ου/που γίνεται σε ~ό ~ο (μέσω δορυφόρου). Θέσεις πλοίων/κίνηση στους δρόμους σε ~ό ~ο. 2. αληθινή διάρκεια: ο ~ ~ της συνομιλίας. Ο ελάχιστος/μέσος ~ ~ απασχόλησης/ασφάλισης/εργασίας/προϋπηρεσίας. Οι ~οί ~οι ολοκλήρωσης του έργου. [< 1: αγγλ. real time, 1953] , ακολουθία των χρόνων βλ. ακολουθία, ανενεργός χρόνος βλ. ανενεργός, άνεση χρόνου βλ. άνεση, αρκτικοί χρόνοι βλ. αρκτικός2, αστρικός χρόνος βλ. αστρικός, γεωμετρική εποχή/περίοδος βλ. γεωμετρικός, ηλιακός χρόνος βλ. ηλιακός, ηρωική εποχή/ηρωικά χρόνια βλ. ηρωικός, ιστορικοί χρόνοι βλ. ιστορικός, μελλοντικοί χρόνοι βλ. μελλοντικός, Μέσοι Χρόνοι βλ. μέσος, μηχανή του χρόνου βλ. μηχανή, μολυβένια χρόνια βλ. μολυβένιος, πανδαμάτωρ χρόνος βλ. πανδαμάτωρ, πέτρινα χρόνια βλ. πέτρινος, πίστωση χρόνου βλ. πίστωση, σκοτεινοί χρόνοι βλ. σκοτεινός, σκότωμα του χρόνου/της ώρας βλ. σκότωμα, το πλήρωμα του χρόνου βλ. πλήρωμα, χρόνος υποδιπλασιασμού βλ. υποδιπλασιασμός ● ΦΡ.: (είναι) χρόνια μπροστά (προφ.): είναι προχωρημένος, αναπτυγμένος: ~ ~ στην τεχνολογία. Ο άνθρωπος είναι ~ ~ (= μπροστάρης, πρωτοπόρος)., εκτός χρόνου: έξω από τα χρονικά όρια: (ΑΘΛ.) βολή ~ ~. Βγήκε ~ ~., εντός χρόνου: μέσα στο καθορισμένο χρονικό περιθώριο: Τερμάτισε ~ ~. Είμαστε ~ ~. Τα πάντα έγιναν ~ ~ και προγραμματισμού/προϋπολογισμού., η πατίνα του χρόνου: τα σημάδια που αφήνει ο χρόνος σε διάφορα αντικείμενα ή πρόσωπα· κατ΄επέκτ. το πέρασμα του χρόνου. [< γαλλ. la patine du temps] , θέμα/ζήτημα χρόνου: για κάτι που θα συμβεί οπωσδήποτε: Η επιχείρηση παραπαίει και είναι/θεωρείται ~ ~ να βάλει λουκέτο., και του χρόνου! (ευχετ.): (μακάρι να εορτασθεί ξανά ή συνεχιστεί κάτι ευχάριστο) και την επόμενη χρονιά: Άντε, ~ ~ να 'μαστε καλά, να ξαναβρεθούμε! ~ ~ με υγεία! Χρόνια πολλά! ~ ~!, με τα χρόνια: με την πάροδο του χρόνου. Πβ. με την ηλικία., ο χρόνος δεν πέρασε από πάνω του (προφ.): για άνθρωπο κάποιας ηλικίας που δείχνει νέος., ο χρόνος δουλεύει/εργάζεται για/υπέρ/σε βάρος μας (προφ.): ο καιρός που περνά λειτουργεί προς όφελός μας ή εναντίον μας: Όσο καθυστερούν, ~ δουλεύει υπέρ μας., όσα/ό,τι φέρνει η ώρα δεν τα/το φέρνει ο χρόνος (όλος) (παροιμ.): σε μια μόνο στιγμή μπορούν να συμβούν τα πιο απροσδόκητα και συνήθ. δυσάρεστα πράγματα., παίρνει/τρώει χρόνο: (συνήθ. προς δήλωση δυσαρέσκειας) διαρκεί πολύ χρόνο μέχρι να υλοποιηθεί, είναι χρονοβόρο: Η διαδικασία μας έφαγε/πήρε πολύ ~. Δεν θα φάω τον πολύτιμο ~ σου., παίρνουν (κάποιον) τα χρόνια (προφ.): γερνά: Δεν μας έχουν πάρει (και) ~ (ακόμα). Νέοι είμαστε., πάνω στον χρόνο (προφ.) 1. λίγο πριν από τη συμπλήρωση ενός έτους ή αμέσως μετά από αυτή: Το μηχάνημα χάλασε ~ ~. 2. λίγο πριν από το τέλος του διαθέσιμου χρόνου ή τη στιγμή της λήξης του: Παρέδωσε το γραπτό του ~ ~., πίεση χρόνου: περιορισμένα χρονικά περιθώρια: Έχουμε/υπάρχει ασφυκτική ~ ~. Εργαζόμαστε κάτω από/με/υπό μεγάλη ~ ~. ΑΝΤ. άνεση χρόνου, σε χρόνο ρεκόρ/μηδέν/ντε τε/εξπρές: πάρα πολύ γρήγορα, αμέσως: Ετοιμάστηκε/ήρθε ~ ~. Τα εισιτήρια εξαντλήθηκαν ~ ρεκόρ. Ο κρατικός μηχανισμός κινητοποιήθηκε ~ ~. ΣΥΝ. πατ κιουτ, στο άψε σβήσε, στο πι και φι, στον χρόνο: στο παρελθόν, κατά τη διάρκεια των χρονικών περιόδων που προηγήθηκαν, στην πάροδο των ετών: αναδρομή/ταξίδι ~ ~. Τοπίο αναλλοίωτο ~ ~.|| Σχέση που αντέχει ~ ~., συν τω χρόνω (λόγ.): με το πέρασμα του καιρού: μειωμένη κίνηση ~ ~. Το κτίριο ~ ~ υπέστη φθορές. Τα προβλήματα αυξάνονται ~ ~. ΣΥΝ. προϊόντος του χρόνου, τα έχει τα χρονάκια του! (προφ.): δεν είναι τόσο νέος ή καινούργιος όσο δείχνει: Μη νομίζεις, ~ της!|| Ο υπολογιστής σου ~ ~., του χρόνου: την επόμενη χρονιά: Το ανέβαλαν/κανόνισαν για ~ ~. Βλ. φέτος, πέρυσι., χρόνια πολλά!: ευχή σε εορτάζοντα ή επ΄ευκαιρία επετείου ή θρησκευτικής εορτής· να ζήσεις πολλά χρόνια: ~ ~ και καλά! ~ ~ με υγεία και χαρά! ~ ~ και καλή χρονιά! ~ ~, να σε χαιρόμαστε! ~ ~ σε όσους γιορτάζουν! Βλ. εις πολλά έτη/έτη πολλά, να ζήσεις!, να τα εκατοστίσεις, να τα χιλιάσεις!, χρόνος μπαίνει, χρόνος βγαίνει: προς δήλωση συνήθ. αρνητικής κατάστασης, η οποία μένει αναλλοίωτη με την πάροδο του χρόνου: ~ ~, πάντα η ίδια ιστορία. Βλ. μήνας μπαίνει, μήνας βγαίνει., χρόνου φείδου (αρχ. γνωμ.): να εκμεταλλεύεσαι σωστά τον χρόνο σου, να μην τον σπαταλάς άσκοπα., (μέσα) σε εύλογο χρόνο βλ. εύλογος, αγοράζω χρόνο βλ. αγοράζω, από αρχαιοτάτων χρόνων βλ. αρχαίος, εκτός τόπου και χρόνου βλ. εκτός, κάθε χρόνο τέτοια μέρα βλ. μέρα, και του χρόνου διπλός/διπλή! βλ. διπλός, κακό χρόνο να 'χεις! βλ. κακός, κερδίζω (τον) χαμένο χρόνο βλ. κερδίζω, κερδίζω χρόνο βλ. κερδίζω, μας άφησε χρόνους βλ. αφήνω, με βάθος χρόνου βλ. βάθος, ο έρως/έρωτας χρόνια δεν κοιτά βλ. έρως, ο κλέφτης και ο ψεύτης τον πρώτο χρόνο χαίρονται βλ. κλέφτης, ο χρόνος είναι χρήμα βλ. χρήμα, πάρ' τον στον γάμο σου να σου πει «και του χρόνου» βλ. γάμος, προ/από αμνημονεύτων ετών/χρόνων βλ. αμνημόνευτος, προϊόντος του χρόνου βλ. προϊών, ροκανίζω τον χρόνο βλ. ροκανίζω, σαπουνίζοντας γουρούνι χάνεις χρόνο και σαπούνι βλ. γουρούνι, σαράντα χρόνια φούρναρης βλ. φούρναρης, σε ανύποπτο χρόνο βλ. ανύποπτος, σε βάθος χρόνου βλ. βάθος, σε εύθετο χρόνο βλ. εύθετος, τα βάθη του χρόνου/των αιώνων βλ. βάθος, τον κυνηγάει ο χρόνος βλ. κυνηγώ, χάνω τον καιρό μου/το(ν) χρόνο μου/την ώρα μου βλ. χάνω, χάσιμο χρόνου βλ. χάσιμο, χίλια/πολλά χρόνια θα ζήσεις! βλ. χίλιοι, χρόνια στο κουρμπέτι βλ. κουρμπέτι, χρόνια/καιρούς και ζαμάνια βλ. ζαμάνια [< 1-5,8: αρχ. χρόνος, γαλλ. temps 7,9: μτγν. χρόνος]

χρυσός

χρυσόςχρυ-σός ουσ. (αρσ.) 1. ΧΗΜ. ευγενές μεταλλικό στοιχείο (σύμβ. Au, Ζ 79) λαμπερού κίτρινου χρώματος, που αποτελεί το πολυτιμότερο μέταλλο και χρησιμοποιείται κυρ. στη χρυσοχοΐα: ακατέργαστος/καθαρός/οξειδωμένος/χυτός ~. Κόκκινος/λευκός (πβ. λευκόχρυσος) ~. ~ ... καρατίων. Εργοστάσιο/μεταλλείο/ορυχείο (= χρυσωρυχείο) ~ού. Το βάρος/η καθαρότητα του ~ού. Περιεκτικότητα σε ~ό. Ο ~ τήκεται. Βλ. ασήμι, παλλάδιο, πλατίνα.|| Κοσμήματα από ~ό (= χρυσά· πβ. μάλαμα, χρυσό). Βλ. ψευδόχρυσος.|| (μτφ., για κάτι πολύτιμο:) Πράσινος ~ (: το ελαιόλαδο). 2. ΟΙΚΟΝ. το αντίστοιχο μέταλλο ως χρηματοοικονομικό μέσο: αγορά/διαπραγμάτευση/κέρδη/ρευστοποιήσεις/υπερτίμηση ~ού. Η αξία/κίνηση του ~ού. Επενδύσεις/ισοτιμία/κεφάλαια/συναλλαγές σε ~ό. Στα ύψη ο ~.|| Νομισματικός ~ (: φυλάσσεται σε ράβδους στην κεντρική τράπεζα ενός κράτους και αποτελεί κρατικό περιουσιακό στοιχείο). 3. (κατ' επέκτ.) πλούτος, ακριβά αντικείμενα, πολυτέλεια, χρήματα: Αγαπά τον ~ό (= χρυσάφι). ● ΣΥΜΠΛ.: μαύρος χρυσός: το πετρέλαιο: η τρελή κούρσα του ~ου ~ού. Σε επίπεδα ρεκόρ ο ~ ~. [< αγγλ. black gold, 1910, γαλλ. l'or noire, 1937] , ράβδος χρυσού βλ. ράβδος, ρήτρα συναλλάγματος/(ξένου) νομίσματος/χρυσού/τιμαρίθμου βλ. ρήτρα ● ΦΡ.: ό,τι αγγίζει γίνεται χρυσός/χρυσάφι: ό,τι κάνει στέφεται με μεγάλη επιτυχία, είναι πολύ τυχερός. Πβ. Μίδας., πληρώνω κάποιον/κάτι χρυσό: χρυσοπληρώνω., η σιωπή είναι χρυσός βλ. σιωπή, ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός βλ. λάμπω [< αρχ. χρυσός, γαλλ. or, αγγλ. gold]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.