Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 58821 εγγραφές  [10960-10980]


  • γαλουχία γα-λου-χί-α ουσ. (θηλ.) (επιστ.): φυσική διατροφή βρέφους ή νεογέννητου ζώου αποκλειστικά με μητρικό γάλα· παραγωγή, έκκριση μητρικού γάλακτος (από τους μαστούς) και η αντίστοιχη χρονική περίοδος. ΣΥΝ. γαλούχηση (2), θηλασμός ΑΝΤ. απογαλακτισμός (1) [< πβ. μτγν. γαλακτουχία, μεσν. γαλουχία]
  • γαλουχώ [γαλουχῶ] γα-λου-χώ ρ. (μτβ.) {γαλουχ-είς ... -ώντας | γαλούχ-ησε, -είται, -ήθηκα, -ημένος} (λόγ.) 1. (μτφ.) μεταδίδω αξίες, αρετές, γνώσεις, ιδέες σε κάποιον (από τα πρώτα του βήματα), διαμορφώνοντας την προσωπικότητά του· μαθαίνω κάτι σε κάποιον, τον ανατρέφω: Η εκπαίδευση πρέπει να ~εί τους νέους με δημοκρατικές αξίες. Βιβλία που μας ~ούν και μας εμπνέουν. ~ημένος με αρχές/ιδανικά (= μεγαλωμένος).|| Η φιλία τους ~ήθηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου (= αναπτύχθηκε). Πβ. διαπαιδαγωγώ, εκπαιδεύω, μεταλαμπαδεύω. 2. θηλάζω (βρέφος). [< μτγν. γαλουχῶ]
  • γάμα γά-μα ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & γάμμα 1. το τρίτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου. Πβ. γ. 2. (κατ' επέκτ.) οτιδήποτε μοιάζει με κεφαλαίο γάμα (Γ): Καναπές σε σχήμα ~. Ο δρόμος σχηματίζει ένα ~. 3. ΑΘΛ. (στο ποδόσφαιρο) το τμήμα της εστίας (του τέρματος) κοντά στη συμβολή της οριζόντιας και κάθετης δοκού: δυνατό σουτ στο ~. ΣΥΝ. παραθυράκι (6) ● ΣΥΜΠΛ.: ακτίνες γάμμα βλ. ακτίνα [< αρχ. γάμμα]
  • γαμάτος , η, ο [γαμᾶτος] γα-μά-τος επίθ. (νεαν. αργκό): φανταστικός, θαυμάσιος, υπέροχος. Βλ. -άτος. ΣΥΝ. γαμηστερός (1) ● επίρρ.: γαμάτα
  • γαμάω βλ. γαμώ
  • γαμβρός βλ. γαμπρός
  • γαμέτης γα-μέ-της ουσ. (αρσ.) {γαμετών}: ΒΙΟΛ. αναπαραγωγικό κύτταρο που περιέχει στον πυρήνα του τον μισό αριθμό των χρωμοσωμάτων (ένα μόνο από κάθε ζεύγος) και ενώνεται με το αντίστοιχο του άλλου φύλου, για να δημιουργηθεί το κύτταρο (ζυγωτό) από το οποίο θα προκύψει νέο έμβιο ον: αρσενικοί ~ες (: σπερματοζωάρια)/θηλυκοί ~ες (: ωάρια). Βλ. γονάδες, γονιμοποίηση, μείωση. [< αρχ. γαμέτης 'σύζυγος', γαλλ. gamète, αγγλ. gamete]
  • γαμετογένεση γα-με-το-γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. σχηματισμός γαμετών. Βλ. -γένεση. [< αγγλ. gametogenesis, γαλλ. gamétogenèse, 1935]
  • γαμήλιος , α/ος, ο γα-μή-λι-ος επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με τον γάμο: ~ος: τουρισμός. ~α: δεξίωση/ένωση/σχέση/τελετή (= το μυστήριο του γάμου)/τούρτα. ~ο: γλέντι (= ~ο: τραπέζι)/πάρτι/ταξίδι (= του μέλιτος). ~α: δώρα/έθιμα. Πβ. γαμικός. Βλ. γαμπρ-, νυφ-ιάτικος, συζυγικός. [< αρχ. γαμήλιος]
  • γαμηλιότητα γα-μη-λι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΔΗΜΟΓΡ. η σχέση του αριθμού των γάμων προς τον πληθυσμό μιας περιοχής ή ομάδας ατόμων. Βλ. γεννητικ-, θνησιμ-ότητα. [< γαλλ. nuptialité]
  • γαμήσι γα-μή-σι ουσ. (ουδ.) (λ. ταμπού) 1. συνουσία. ΣΥΝ. πήδημα (2) 2. (μτφ.) πολύ δύσκολο, απαιτητικό ή κουραστικό έργο. Βλ. αγγούρι. [< μεσν. γαμήσει, τό < αρχ. γαμήσειν]
  • γαμησιάτικα γα-μη-σιά-τι-κα ουσ. (ουδ.) (τα) & γαμισιάτικα (λ. ταμπού): κυρ. στη ● ΦΡ.: πληρώνω (τα) κερατιάτικα/γαμησιάτικα βλ. πληρώνω
  • γαμηστερός , ή, ό γα-μη-στε-ρός επίθ. & γαμιστερός (νεαν. αργκό) 1. φοβερός, φανταστικός, υπέροχος. ΣΥΝ. γαμάτος 2. (για πρόσ.) που έχει έντονη σεξουαλική δράση. Βλ. -ερός. ● επίρρ.: γαμηστερά
  • γαμιάς γα-μιάς ουσ. (αρσ.) (λ. ταμπού): άνδρας που φημίζεται για τις συχνές ερωτικές του επαφές και τις σεξουαλικές του επιδόσεις· κατ' επέκτ. μάγκας, παλικαράς. Πβ. επιβήτορας. Βλ. -ιάς1. [< μεσν. γαμέας]
  • γαμικός , ή, ό γα-μι-κός επίθ. (επίσ.): που αναφέρεται στον γάμο: ~ή: σχέση. Πβ. γαμήλιος.|| (ΝΟΜ.) ~ό: σύμφωνο. ~ές: διαφορές. [< αρχ. γαμικός]
  • γαμιόλης, γαμιόλα γα-μιό-λης ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λ. ταμπού): υβριστικός χαρακτηρισμός.
  • γαμοβάπτιση γα-μο-βά-πτι-ση ουσ. (θηλ.) & (προφ.) γαμοβάφτιση ΕΚΚΛΗΣ. τέλεση του γάμου ενός ζευγαριού και στη συνέχεια της βάφτισης του παιδιού ή των παιδιών τους.
  • γαμοπίλαφο γα-μο-πί-λα-φο ουσ. (ουδ.): ΜΑΓΕΙΡ. παραδοσιακό φαγητό με πιλάφι το οποίο μαγειρεύεται σε ζωμό κρέατος, συνήθ. κατσικιού, περιχύνεται με στακοβούτυρο και προσφέρεται κυρ. σε γάμους στην Κρήτη.
  • γάμος γά-μος ουσ. (αρσ.) 1. νόμιμη ένωση συνήθ. ενός άντρα και μιας γυναίκας, που αναγνωρίζονται επίσημα ως σύζυγοι με θρησκευτική ή πολιτική τελετή και συνεκδ. η αντίστοιχη τελετή και ο ακόλουθος εορτασμός: ανοιχτός (: με πολλούς προσκεκλημένους, ΑΝΤ. κλειστός)/βασιλικός/λαμπερός/παραδοσιακός/πλούσιος/χλιδάτος ~. Πρώτος/δεύτερος/τρίτος ~. ~ συμφέροντος. ~ από έρωτα/συνοικέσιο. Κοινοί ~οι (: που τελούνται ταυτόχρονα στον ίδιο χώρο). ~ (μεταξύ) γκέι/λεσβιών/ομοφύλων. (Αν)αγγελία/βίντεο/γνωριμία/δεξίωση/δήλωση (: στο ληξιαρχείο)/δώρο/έθιμα/είδη (: νυφικά, στέφανα, λαμπάδες, μπομπονιέρες)/επέτειος/οργάνωση/πιστοποιητικό/(ληξιαρχική) πράξη/προσκλητήριο/τέλεση/τραγούδι/τραπέζι (= γλέντι)/φωτογραφίες ~ου. Είναι/βρίσκεται/έφτασε σε ηλικία ~ου. Ανακοινώνω/εμποδίζω/ευλογώ/τελώ τον ~ο. Συνάπτω ~ο. Βγάζω τις άδειες του ~ου.|| (ΝΟΜ.) Άκυρος/ανυπόστατος ~. (Δικαστική) λύση ~ου (βλ. διαζύγιο). Επίδομα ~ου. Πβ. παντρειά, πάντρεμα. Βλ. στεφάνι. 2. (συνεκδ.) έγγαμος βίος, συμβίωση συζύγων: αποτυχημένος/αταίριαστος/άτυχος/διαλυμένος/επιτυχημένος ~. Σώζω τον ~ο μου. Ατύχησε/ευτύχησε στον ~ο του. Ο ~ τους κράτησε παρά τις αντιξοότητες. H πρώτη νύχτα του ~ου. 3. ΘΕΟΛ. ένα από τα επτά μυστήρια της χριστιανικής θρησκείας, με το οποίο ευλογείται η ένωση άντρα και γυναίκας, με σκοπό την πνευματική και ηθική τους τελείωση και τη γέννηση τέκνων. 4. (μτφ.) ένωση ή συνεργασία διαφορετικών ή αντίθετων πλευρών, εταιρειών: ~ (δύο) εκδοτικών οίκων. ● ΣΥΜΠΛ.: αναγκαστικός γάμος 1. που επιβάλλεται από το οικογενειακό και το κοινωνικό περιβάλλον ή λόγω ειδικών συνθηκών (συνήθ. ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης). 2. (μτφ.) συνεργασία, συμφωνία που επιβάλλεται από κάποιες καταστάσεις: ~ ~ των επιχειρήσεων., αργυροί/χρυσοί/αδαμάντινοι γάμοι: επέτειος των 25, 50 και 60 (ή 75) χρόνων έγγαμης συμβίωσης, αντίστοιχα. Βλ. ιωβηλαίο. [< γαλλ. noces d'argent/d'or/de diamant] , θρησκευτικός γάμος: που γίνεται σύμφωνα με τον τρόπο που υπαγορεύει η θρησκεία του ζευγαριού. [< γαλλ. mariage religieux] , λευκός/εικονικός γάμος: ΝΟΜ. που γίνεται συμβατικά, για λόγους σκοπιμότητας. [< γαλλ. mariage blanc] , μικτός γάμος: που πραγματοποιείται μεταξύ ετερόθρησκων ή ετερόδοξων. [< γαλλ. mariage mixte] , πολιτικός γάμος: που τελείται (1982 κ. ε.) από εκπρόσωπο δημοτικής ή άλλης πολιτικής Αρχής, συνήθ. στο δημαρχείο. [< γαλλ. mariage civil] , λίστα γάμου βλ. λίστα, πρόταση (γάμου) βλ. πρόταση ● ΦΡ.: εκτός γάμου: έξω από τα πλαίσια της έγγαμης ζωής: σχέσεις ~ ~ (= εξωσυζυγικές). Παιδιά που γεννήθηκαν ~ ~. Πβ. εξώγαμος., εντός γάμου: που προκύπτει ή λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο της έγγαμης συμβίωσης: τέκνα γεννημένα ~ ~., έρχομαι εις γάμου κοινωνία(ν) (επίσ.): παντρεύομαι., όλα του γάμου δύσκολα (κι η νύφη γκαστρωμένη) (παροιμ.): όταν υπάρχουν πολλές δυσκολίες, για να γίνει κάτι ή όταν εμφανίζεται ένα (νέο) πρόβλημα σε μια ήδη δύσκολη κατάσταση., όπου γάμος και χαρά (κι) η Βασίλω πρώτη: για πρόσωπο που παρευρίσκεται σε πολλές κοινωνικές εκδηλώσεις, συχνά για να προβληθεί., πάρ' τον στον γάμο σου να σου πει «και του χρόνου» (παροιμ.): όταν κάποιος λέει κάτι, συνήθ. αρνητικό, που δεν ταιριάζει σε συγκεκριμένη περίσταση., τα (ιερά) δεσμά του γάμου (επίσ.): ο γάμος: Ενώθηκαν με ~ ~ ενώπιον Θεού και ανθρώπων., (ο) γάμος του καραγκιόζη βλ. καραγκιόζης, ζητώ (σε γάμο) βλ. ζητώ, θα αφήσουμε/σιγά μην αφήσουμε τον γάμο να πάμε για πουρνάρια βλ. αφήνω, στον γάμο του καραγκιόζη βλ. καραγκιόζης, του Κουτρούλη ο γάμος/το πανηγύρι βλ. Κουτρούλης [< αρχ. γάμος]
  • γάμπα γά-μπα ουσ. (θηλ.): το σαρκώδες οπίσθιο μέρος της κνήμης· (κατ΄επέκτ., συνήθ. στον πληθ.) το πόδι από το γόνατο μέχρι τον αστράγαλο: κράμπα/τράβηγμα στη ~. Βλ. μηρός.|| (για γυναίκα:) Καλλίγραμμες/μακριές/όμορφες ~ες. Πβ. αρίδα. ΣΥΝ. γαστροκνημία ● Υποκ.: γαμπίτσα (η) [< ιταλ. gamba < λατ. ~ < αρχ. καμπή]

αγγούρι

αγγούρι[ἀγγούρι] αγ-γού-ρι ουσ. (ουδ.) {αγγουρ-ιού} 1. μακρύ συνήθ., κυλινδρικό και σαρκώδες λαχανικό με πράσινο φλοιό που τρώγεται ωμό (κυρ. σε σαλάτα) ή γίνεται τουρσί: δροσιστικό ~. Εκχύλισμα/φέτες/φλούδα ~ιού. Τρυφερά ~ια. ~ια θερμοκηπίου. Βλ. ξυλ-, πικρ-άγγουρο. 2. (αργκό) για κάθε δύσκολη κατάσταση: Εδώ είναι το ~. Η δουλειά/ζωή είναι ~. Πολύ ~ αυτή η υπόθεση. Από δω και πέρα θα δεις τ' ~ια! Τα βρήκε ~ια (= σκούρα, συνάντησε μεγάλες δυσκολίες). ΣΥΝ. ζόρι (2), μανίκι (2), πακέτο (4), παλούκι (2) 3. {μόνο πληθ.} (αργκό) επιφώνημα απαξίωσης γι' αυτά που ισχυρίζεται, υποστηρίζει ο συνομιλητής. 4. (ευφημ.-αργκό) πέος. ● Υποκ.: αγγουράκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: αγγούρι της θάλασσας: ΖΩΟΛ. ολοθούριο. [< αγγλ. sea cucumber] ● ΦΡ.: σαν αγγούρι (μτφ.-προφ.): αδέξια, άκομψα· σπανιότ. ακοινώνητα: ψυχρός ~ ~. Περπατάει/στέκεται/χορεύει ~ ~., ξεβράκωτος στ' αγγούρια βλ. ξεβράκωτος [< μεσν. αγγούριν]

ακτίνα

ακτίνα[ἀκτῖνα] α-κτί-να ουσ. (θηλ.) & (προφ.) αχτίνα 1. ευθύγραμμο τμήμα το οποίο συνδέει το κέντρο ενός κύκλου με ένα σημείο της περιφέρειάς του ή το κέντρο μιας σφαίρας με ένα σημείο της επιφάνειάς της: (ΓΕΩΜ.) ~ κύκλου (σύμβ. R)/κυλίνδρου. Ισημερινή/πολική ~ της Γης. Η ~ ενός αστέρα/της Σελήνης. ~ περιστροφής/τροχιάς. Τόξο με ~ ... εκ. Το μήκος της ~ας είναι το μισό της διαμέτρου του κύκλου ή της σφαίρας.|| (ΧΗΜ.) Ατομική ~.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ες ρόδας (ποδηλάτου)/τροχού. Τιμόνι με τρεις ~ες. 2. έκταση, απόσταση από ένα κεντρικό σημείο: ~ έκρηξης/εκτόξευσης/ομιλίας/όρασης/πτήσης. Τα θραύσματα σκορπίστηκαν σε ~ ... μ. Περιοχή ~ας ... χλμ. Μεγάλης ~ας βαλλιστικά βλήματα.|| (μτφ.) ~ δράσης/εμβέλειας/επιρροής/προστασίας. 3. ΦΥΣ. {συνήθ. στον πληθ.} λεπτή ευθεία γραμμή και γενικότ. ενέργεια που εκπέμπεται από φωτεινό, ακτινοβόλο σώμα· ακτινοβολία: ανακλώμενη/διαθλώμενη/κίτρινη/κόκκινη/μπλε/οπτική ~. ~ φωτός (πβ. αχτίδα). Ανάκλαση/απόκλιση/δέσμη/διάδοση/διάχυση/εκπομπή/μετάδοση/περίθλαση ~ων. Προστασία από τις βλαβερές ~ες του ήλιου. Φωτιστικό εφέ με πολύχρωμες ~ες.|| ~ ηλεκτρονίων/ιόντων. Υπεριώδεις/υπέρυθρες ~ες. ~ες α/β/λέιζερ. Θεραπεία με ~ες (πβ. ακτινοθεραπεία). 4. ΖΩΟΛ. (στον σκελετό των ψαριών) ευθύγραμμο τμήμα στήριξης των πτερυγίων: αγκαθωτές/μαλακές ραχιαίες/σκληρές ~ες. 5. (μτφ.) στοιχείο ενδεικτικό μιας θετικής κατάστασης: ~ ελπίδας/ζωής. ● ΣΥΜΠΛ.: ακτίνες X: ΦΥΣ. μορφή ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας η οποία διαπερνά τα υλικά σώματα και βρίσκει εφαρμογές στην ιατρική, στην έρευνα και στη βιομηχανία: απορρόφηση/διασπορά/ψηφιακές εικόνες ~ων ~. Ανάλυση µέσω ~ων ~. Στην αξονική τομογραφία χρησιμοποιούνται ~ ~. [< γερμ. X-Strahlen] , ακτίνες γάμμα: ΦΥΣ. ισχυρή ιονίζουσα ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία με βραχύ μήκος κύματος, που εκπέμπεται από ραδιενεργό στοιχείο κατά την αποσύνθεσή του και έχει έντονες βιολογικές επιδράσεις: Οι ~ ~ προκαλούν βλάβες στο γενετικό υλικό του ανθρώπου. Βλ. ακτινοβολία άλφα, ακτινοβολία βήτα, ρέντγκεν., καθοδικές ακτίνες βλ. καθοδικός, κοσμική ακτινοβολία/κοσμικές ακτίνες βλ. κοσμικός, υπεριώδης ακτινοβολία βλ. υπεριώδης [< αρχ. ἀκτίς, μεσν. ακτίνα, γαλλ. rayon, αγγλ. ray]

-άτος

-άτος, η, ο επίθημα για την παραγωγή επιθέτων που δηλώνει 1. ιδιότητα, χαρακτηριστικό: αφρ~/λουλουδ~/χλιδ~.|| (συχνά σε επίθ. παράγωγα από ξένες λέξεις:) Κεφ~/ντελικ~/κιτσ~. 2. (κυρ. σε φαγητό) υλικό, συστατικό: κρασ~/λεμον~/ξιδ~/σκορδ~. 3. κατάσταση: γεμ~/χορτ~. 4. τρόπο: ποδαρ~. 5. (μόνο στο αρσ.) επώνυμο ή τοπωνύμιο: (κυρ. στα Ιόνια Νησιά:) Παπαδ~.

αφήνω

αφήνω[ἀφήνω] α-φή-νω ρ. (μτβ.) {άφη-σα (λαϊκό) άφηκα, (προστ. άφη-σε, αφή-στε κ. άσε, άστε), αφέ-θηκα, αφη-μένος, αφήν-οντας} 1. σταματώ να κρατώ κάποιον ή κάτι· (απ)ελευθερώνω: ~σε τα χέρια μου ελεύθερα! Μη μ' ~σεις, θα πέσω. Άσε με!|| ~ το γκάζι (= δεν το πατώ).|| ~ κρατούμενο/όμηρο. 2. ακουμπώ, αποθέτω, τοποθετώ κάτι ή κάποιον σε συγκεκριμένο σημείο: Άσε τις βαλίτσες κάτω (ΑΝΤ. πάρε, πιάσε, σήκωσε). Γιατί ~εις (: παρατάς) τα πράγματά σου όπου βρεις; Βιβλία ~μένα στο πάτωμα.|| ~σα (= ξέχασα) τα κλειδιά μου στο σπίτι.|| ~σα (= πάρκαρα) το αυτοκίνητο μακριά.|| (σε οδηγό ταξί) ~στε με εδώ (: θα αποβιβαστώ, θα κατέβω).|| (μτφ.) Το ~ (= εμπιστεύομαι) στην κρίση σου. ~ (κάποιον) στο μαγαζί (βλ. αφήνω κάποιον στο πόδι μου). 3. εγκαταλείπω συνήθ. οριστικά ή σταματώ να κάνω κάτι: ~ τα όνειρά/σχέδιά μου. ~ μια δουλειά/μια θέση (= παραιτούμαι). Τον ~ουν σιγά-σιγά οι δυνάμεις του (πβ. εξασθενώ). ~σε το πανεπιστήμιο/σχολείο (= διέκοψε, παράτησε). Τους ~σαν στο έλεος του εχθρού. Δεν μπορώ να σε ~σω (= αποχωριστώ). Άστον μόνο του! Την/τον ~σε (= χώρισε).|| ~σε (= έφυγε, μετακόμισε από) το χωριό του και εγκαταστάθηκε στην πόλη.|| Πρέπει να σε ~σω τώρα (: κλείνοντας τηλεφωνική συνομιλία).|| Άσε τα αστεία/την πλάκα (= κόψε)/τα ψέματα!|| (σπάν.) Δεν μπορεί να ~σει (= κόψει) το ποτό. 4. επιτρέπω, προσφέρω τη δυνατότητα: ~ κάποιον να περάσει (πρώτος)/ένα αυτοκίνητο να προσπεράσει. Υλικό που δεν ~ει τον αέρα να περάσει (= αεροστεγές). ~σε ανοιχτό το ενδεχόμενο να .../να εννοηθεί ότι ... Δεν ~σε περιθώρια (αντίδρασης). ~σες να χαθεί (= δεν εκμεταλλεύτηκες) τέτοια ευκαιρία; Πώς τον ~ουν να κυκλοφορεί ελεύθερος; Δεν με ~σε (= μου απαγόρευσε) ο πατέρας μου να έρθω στην εκδρομή. Δεν μας ~σαν (= μας εμπόδισαν, πβ. τρώω πόρτα) να μπούμε στο μαγαζί. Δεν θα το ~σω να περάσει έτσι! Δεν μου ~σε άλλη επιλογή. Άσε τους άλλους να λένε ό, τι θέλουν (= αδιαφόρησε)! 5. δεν χρησιμοποιώ ή δεν καταναλώνω (κάτι), διατηρώ τη θέση ή την κατάστασή του: Ελπίζω να ~σες φαγητό και για μένα. Άσε τα πράγματα στη θέση τους. ~ τα μακαρόνια να βράσουν.|| ~ (κάποιον) στην άγνοια. 6. δεν κάνω κάτι, αναβάλλω για αργότερα: ~ τον λογαριασμό απλήρωτο/το παράθυρο ανοιχτό/το φως αναμμένο. ~σα τη δουλειά ατελείωτη/μισή. Άσε (= περίμενε) πρώτα να δούμε τι θα κάνει ... Ας ~σουμε αυτή τη συζήτηση, δεν είναι η κατάλληλη στιγμή. Πβ. μεταθέτω. 7. δίνω ή κληροδοτώ: ~ πουρμπουάρ. ~σέ μου τη διεύθυνσή/το τηλέφωνό σου και θα σε ειδοποιήσω. Θα μου ~σεις (= δανείσεις) το αυτοκίνητό σου για λίγες ώρες; ~σε παραγγελία (= παρήγγειλε) στον ... Μου ~σε το κλειδί του σπιτιού του, για να ποτίζω τα λουλούδια. Πβ. παραχωρώ.|| Από εκατό ευρώ μου το ~σε εβδομήντα (: το πούλησε σε χαμηλότερη τιμή).|| (στο γ' πρόσ.) Δουλειά που ~ει κέρδος. Πβ. αποδίδει, αποφέρει.|| (για προθεσμία) ~σέ μου λίγες ώρες να το σκεφτώ.|| Παρακαλώ ~στε μήνυμα στον τηλεφωνητή.|| ~ κληρονομιά. 8. δημιουργώ, προκαλώ κάτι, συχνά αρνητικό· οδηγώ κάποιον σε ορισμένη κατάσταση: (για δημιουργία ελεύθερου χώρου:) ~ απόσταση/τόπο (μεταξύ πραγμάτων/στοιχείων κ.λπ.). ~στε λίγο περιθώριο στα αριστερά του γραπτού.|| ~ αιχμές/υπαινιγμούς (πβ. πετάω σπόντες). Κάποιος/κάτι με ~ει αδιάφορο/έκπληκτο. Με ~σες με τη(ν) αίσθηση/βεβαιότητα ότι/πως … Η κατάθεσή του ~σε πολλά ερωτηματικά.|| Σύστημα καθαρισμού που δεν ~ει σημάδια. ~ (κάποιον) μετέωρο/ξεκρέμαστο. Ο τυφώνας ~σε χιλιάδες άστεγους. 9. (οικ.) απορρίπτω, κόβω: Δεν ~σε κανέναν στην ίδια τάξη (= τους πέρασε όλους). Βλ. προβιβάζω. ● Παθ.: αφήνεται: βρίσκεται στην εξουσία κάποιου, εξαρτάται από αυτόν: Η απόφαση ~ στη διακριτική ευχέρεια των αρμοδίων. Η τελική επιλογή ~ στον αγοραστή. Πβ. εναπόκειται, επαφίεται., αφήνομαι: παραδίνομαι, χαλαρώνω, δεν αντιστέκομαι σε κάτι: ~ στην απελπισία/στις σκέψεις. Βλ. ενδίδω.|| ~ στο έλεος του Θεού/στα χέρια του γιατρού. Κλείσε τα μάτια και ~ήσου/(σπανιότ.) ~έσου στον ρυθμό της μουσικής. ● ΦΡ.: άσε (προφ.-επιτατ.): ως εισαγωγικός δείκτης για κάτι δυσάρεστο ή αρνητικό: ~, τράκαρα με το αυτοκίνητο! ~ τι έπαθα χθες ..., άσε που (προφ.): επιπλέον, επίσης, επιπρόσθετα: Δεν έχω λεφτά για διακοπές, ~ ~ δεν έχω και χρόνο. Πβ. μεταξύ των άλλων. ΣΥΝ. μεταξύ (των) άλλων, άστα (να πάνε) (καλύτερα) & άσε καλύτερα (οικ.): μην το συζητάς, η κατάσταση είναι απογοητευτική: ~ ~, τα 'χω φορτώσει στον κόκορα. Το πρόγραμμα ήταν ~ ~ (= χάλια). Όσο για τη δουλειά, άσε καλύτερα ... Πβ. μην τα ρωτάς. ΣΥΝ. βράσε ρύζι/όρυζα, άστα αυτά & άστ'/ασ’ τ’ αυτά (προφ.): προτρεπτικά σε κάποιον, για να σταματήσει να λέει άσχετα πράγματα ή να κάνει κάτι: ~ ~ τώρα και βοήθησέ με να ..., άστα βράστα & ασ' τα βράσ' τα (οικ.): για να δηλωθεί δυσαρέσκεια, απογοήτευση σχετικά με μια κατάσταση., αφήνω (κάτι) στην τύχη (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): δεν ασχολούμαι με ή δεν επεμβαίνω σε κάτι. [< αγγλ. leave to chance] , αφήνω γεια 1. (οικ.-λογοτ.) αποχαιρετώ, εγκαταλείπω ή (σπάν.) πεθαίνω. 2. (αργκό) χαλάω: Ο υπολογιστής μάς άφησε ~, αφήνω κάποιον στη δυστυχία του: τον εγκαταλείπω χωρίς φροντίδα ή βοήθεια, δείχνω πλήρη αδιαφορία., αφήνω μούσι/μουστάκι/γένια/μαλλιά: δεν τα κόβω για να μεγαλώσουν., αφήνω στο σκοτάδι (μτφ.): κρατώ κάποιον σε άγνοια σχετικά με κάτι. [< αγγλ. leave someone in the dark] , αφήνω στον τόπο: προκαλώ ακαριαίο θάνατο. Πβ. θανατώνω, σκοτώνω., αφήνω το στίγμα/τη σφραγίδα μου (κάπου) {συνηθέστ. στον αόρ.} & (σπανιότ.) τη στάμπα μου (μτφ.): επιδρώ σε μεγάλο βαθμό: ~ησε ~ του στην πολιτική/στον πολιτισμό., αφήνω τον εαυτό μου ελεύθερο: δεν τον περιορίζω, κατ' επέκτ. χαλαρώνω: Άσε τον εαυτό σου ~ κι απόλαυσέ το!, άφησε την τελευταία του πνοή: πέθανε., δεν αφήνω (κάποιον) (να σταθεί) σε χλωρό κλαρί & (σπανιότ.) κλαδί: καταδιώκω κάποιον παντού, δεν τον αφήνω ήσυχο., θα αφήσουμε/σιγά μην αφήσουμε τον γάμο να πάμε για πουρνάρια (παροιμ.): για να δηλωθεί ότι δεν πρόκειται να παρατήσουμε κάτι σημαντικό, για να ασχοληθούμε με κάτι ασήμαντο., μας άφησε χρόνους 1. πέθανε. 2. (χιουμορ.) χάλασε: Μάλλον θα μας ~ήσει ~ η μηχανή/η συσκευή!, την αφήνω {συνήθ. στον αόρ.} (προφ.): κλάνω. ΣΥΝ. την αμολάω (2), (αφήνω/μένει) το πεδίο/το έδαφος ελεύθερο βλ. ελεύθερος, αμολώ/ρίχνω/αφήνω (πίσω μου) μελάνι βλ. μελάνι, άσε τα σάπια! βλ. σάπιος, άστον/άσ' τον να λέει βλ. λέω, αφήνει την εντύπωση βλ. εντύπωση, αφήνω (κάποιον) στον άσο βλ. άσος, αφήνω (κάποιον)/δίνω (σε κάποιον) να καταλάβει βλ. καταλαβαίνω, αφήνω (κάποιον/κάτι) σύξυλο/μένω σύξυλος βλ. σύξυλος, αφήνω (το) πλεονέκτημα βλ. πλεονέκτημα, αφήνω ανοιχτό (ένα) παράθυρο βλ. παράθυρο, αφήνω κάποιον άφωνο βλ. άφωνος, αφήνω κάποιον μπουκάλα βλ. μπουκάλα, αφήνω κάποιον στο ακουστικό του βλ. ακουστικό, αφήνω κάποιον στο πόδι μου βλ. πόδι, αφήνω κάποιον/κάτι πίσω (μου) βλ. πίσω, αφήνω λάσκα βλ. λάσκος, αφήνω τα θρανία βλ. θρανίο, αφήνω τα κόκαλά μου κάπου βλ. κόκαλο, αφήνω τα προσχήματα βλ. πρόσχημα, αφήνω την καρδιά μου να μιλήσει βλ. καρδιά, αφήνω την πόρτα ανοιχτή για/σε κάτι βλ. πόρτα, αφήνω χώρο βλ. χώρος, αφήνω/βάζω (κάτι) κατά μέρος βλ. μέρος, αφήνω/δίνω σε κάποιον την πρωτοβουλία βλ. πρωτοβουλία, αφήνω/εγκαταλείπω/παρατώ κάποιον/κάτι στην τύχη/στη μοίρα του βλ. τύχη, αφήνω/παρατάω κάποιον ήσυχο/στην ησυχία του βλ. ήσυχος, αφήνω/παρατάω στη μέση βλ. μέση, αφήνω/παρατώ (κάποιον) στα κρύα του λουτρού βλ. λουτρό, αφήνω/παρατώ κάποιον στο(ν) δρόμο βλ. δρόμος, αφήνω/πετάω/ρίχνω σπόντες/μπηχτές/καρφιά βλ. σπόντα, άφησε/θα αφήσει εποχή βλ. εποχή, βάζω (ή αφήνω/εξωθώ/θέτω) κάποιον/μπαίνω στο περιθώριο βλ. περιθώριο, δεν αφήνει τίποτα να πέσει κάτω βλ. πέφτω, δεν αφήνω κάποιον/κάτι από τα μάτια μου βλ. μάτι, δεν αφήνω/δεν χάνω ευκαιρία για/να ... βλ. ευκαιρία, δεν έμεινε πέτρα πάνω στην πέτρα βλ. πέτρα, δεν έμεινε/δεν άφησαν (ούτε) κολυμπηθρόξυλο (όρθιο) βλ. κολυμπηθρόξυλο, δεν έμεινε/δεν άφησαν τίποτα όρθιο βλ. τίποτα, δρόμο παίρνω, δρόμο αφήνω βλ. δρόμος, μάθε τέχνη κι άστηνε (κι αν πεινάσεις πιάστηνε) βλ. τέχνη, μένω άγαλμα βλ. άγαλμα, μένω/αφήνω κόκαλο βλ. κόκαλο, τα πράγματα πήραν το(ν) δρόμο τους βλ. δρόμος, τον άφησε σέκο βλ. σέκος [< μεσν. αφήνω < αρχ. ἀφίημι, γαλλ. laisser, αγγλ. leave – παλαιότ. ορθογρ. αφίνω]

γαμπρός

γαμπρόςγα-μπρός ουσ. (αρσ.) & (σπάν.-λόγ.) γαμβρός 1. άνδρας που παντρεύεται ή είναι νιόπαντρος ή μελλόνυμφος· αρραβωνιαστικός. Βλ. κουμπάρος, νύφη, παρανυφάκι. 2. ο άνδρας της αδερφής ή της κόρης κάποιου. Βλ. σύγγαμπρος. 3. (ειρων.) για νεαρό άνδρα που έχει επιμελημένη εμφάνιση ή και πολλά προσόντα, με αποτέλεσμα να προκαλεί το ενδιαφέρον των κοριτσιών ή για επίδοξο, υποψήφιο μνηστήρα: περιζήτητος ~. Βλ. εργένης.|| Μοστράρει για ~. ● ΦΡ.: ντύνομαι γαμπρός/νύφη βλ. ντύνω, όρσε γαμπρέ κουφέτα βλ. όρσε, σα(ν)/αν θέλει η νύφη κι ο γαμπρός, (τύφλα να 'χει ο πεθερός) βλ. νύφη, στο τέλος ξυρίζουν το(ν) γαμπρό βλ. ξυρίζω [< μεσν. γαμπρός]

γαμώ

γαμώ[γαμῶ] γα-μώ ρ. (μτβ.) {γαμ-άς, -ά κ. -άει, -ώντας | γάμ-ησα, -ήσει, -ιέμαι, -ήθηκα, -ημένος} & γαμάω (λ. ταμπού) 1. έρχομαι σε σεξουαλική επαφή. Πβ. (απ)αυτώνω, πηδώ, συνουσιάζομαι. 2. (μτφ.) υποβάλλω κάποιον σε ταλαιπωρία, εξουθενώνω. Πβ. ξεθεώνω, ξεπατώνω. ● Μτχ.: γαμημένος , η, ο 1. (για δήλωση αγανάκτησης, οργής) άτιμος, καταραμένος: ~ος: καιρός. ~η: ζέστη. Πβ. αναθεματισμένος. 2. ως υβριστικός χαρακτηρισμός. ● ΦΡ.: (και) γαμώ (νεαν. αργκό-επιτατ.): ως έκφραση θαυμασμού για κάτι πολύ καλό ή ωραίο., άντε (και)/ά(ι) γαμήσου/πηδήξου! & δε γαμιέσαι; & δεν πας να γαμηθείς/πηδηχτείς & να πας να γαμηθείς/πηδηχτείς! (υβριστ.): για δήλωση αγανάκτησης, οργής ή έντονης δυσαρέσκειας προς κάποιον., γαμάει και δέρνει (μτφ.-αργκό) 1. συμπεριφέρεται αυθαίρετα και αλαζονικά. 2. & γαμάει: (εμφατ.) είναι εξαιρετικός, έχει μεγάλη επιτυχία., γάμησέ τα/γάμα τα (προφ.): για δήλωση δυσαρέσκειας, αγανάκτησης ή απόγνωσης: ~ ~ φίλε, μπερδεμένη υπόθεση/μεγάλη ιστορία. Πβ. άστα (να πάνε)., γαμώ τα παιδιά/τα άτομα & και γαμώ τα παιδιά/τα άτομα (νεαν. αργκό-επιτατ.): πολύ συμπαθητικός, αξιόλογος άνθρωπος, πολύ καλό παιδί., γαμώ το κέρατό/το στανιό μου/σου (υβριστ.): λέγεται για να δηλωθεί πολύ μεγάλη οργή., γαμώ τον/την/το ...: για έκφραση αγανάκτησης, θυμού: ~ την ατυχία/την κοινωνία μου., δε γαμιέται & δε γαμείς (προφ.): για δήλωση αδιαφορίας, απαξίωσης ή παραχώρησης: ~ ~! Ένα όνειρο ήταν και πέρασε! Πβ. δε βαριέσαι. Βλ. μην το/την ψάχνεις.|| ~ ~! Ας το κάνουμε κι ό,τι γίνει!, δεν μας γαμάς/χέζεις; & χέσε μας! (προφ.): ως έκφραση έντονης ενόχλησης, για δήλωση αποδοκιμασίας. Πβ. (άι) παράτα με!/δεν με παρατάς!, τη γάμησα/την έχω γαμήσει (νεαν. αργκό): βρίσκομαι σε εξαιρετικά δυσχερή θέση. Πβ. την κάτσαμε (τη βάρκα)., γαμώ την τύχη/το φελέκι μου βλ. φελέκι [< 1: αρχ. γαμῶ, αρχική σημ. ‘νυμφεύομαι, παντρεύομαι’]

-γένεση

-γένεση: β' συνθετικό ουσιαστικών που δηλώνει τη γέννηση, τη δημιουργία: αβιο~/αγγειο~/ανθρωπο~/βιο~/εμβρυο~/ιζηματο~/καρκινο~/κοσμο~/κυτταρο~/λιπο~/οργανο~/οστεο~/παθο~/παρα~/παρθενο~/σεισμο~. Πβ. -γονία.

γονάδες

γονάδεςγο-νά-δες ουσ. (θηλ.) (οι): ΒΙΟΛ. οι γεννητικοί αδένες (οι όρχεις και οι ωοθήκες): αρσενικές/θηλυκές ~. Βλ. γαμέτης. [< μτγν. γονάδες 'μητέρες', γαλλ. gonade, αγγλ. gonad]

-ερός

-ερός, ή, ό: επίθημα για την παραγωγή επιθέτων που δηλώνουν χαρακτηριστικό, ιδιότητα ή σύσταση: βλαβ~/βροχ~/γυαλιστ~/ζοφ~/θλιβ~/λυπητ~/τρομ~/τρυφ~/τυχ~/φθον~/φοβ~.|| Bαμβακ~.

ζήτω

ζήτωζή-τω επιφών. {άκλ.}: για δήλωση ένθερμης αποδοχής ή υποστήριξης: ~! Κερδίσαμε! ~ (ΑΝΤ. έξω, κάτω) η δημοκρατία! Πβ. γιούπι, ολέ, τραλαλά. ΑΝΤ. ου2 ● Ουσ.: ζήτω (το): ζητωκραυγή, επιδοκιμασία: Την ανακοίνωση του αποτελέσματος διαδέχθηκαν τα ~ και οι πανηγυρισμοί. ΣΥΝ. επευφημία ΑΝΤ. γιούχα, γιουχάισμα ● ΦΡ.: δεν κάνει ούτε για ζήτω (για πρόσ., προφ.): είναι άχρηστος, δεν αξίζει τίποτα., ζήτω που καήκαμε! (ειρων.): για πολύ δύσκολη κατάσταση ή προδιαγεγραμμένη αποτυχία: Αν περιμέναμε από 'σένα να μας βοηθήσεις, ~ ~!, ούτε για ζήτω (προφ.): σε περιπτώσεις που κάτι δεν επαρκεί, δεν είναι αρκετό: Ο μισθός που παίρνει δεν του φθάνει ~ ~. ● βλ. ζω1 [< μτγν. ζήτω, γ’ πρόσ. προστ. εν. του ρ. ζῶ]

-ιάς1

-ιάς1: επίθημα αρσενικών ουσιαστικών για δήλωση επαγγελματικής ιδιότητας ή άλλου χαρακτηριστικού: σκαφτ~. Πβ. -ουργός.|| (μειωτ.) Γραφ~ (βλ. γραφ-έας).|| Φον~.

ιωβηλαίο

ιωβηλαίο[ἰωβηλαῖο] ι-ω-βη-λαί-ο ουσ. (ουδ.) 1. έτος εορτασμού της συμπλήρωσης πενήντα ετών από κάποιο σημαντικό γεγονός και γενικότ. κάθε μεγάλη επέτειος (συνήθ. 25, 50 ή 100 χρόνων): αργυρό/χρυσό ~. Το ~ του γάμου τους/της ίδρυσης ενός ομίλου. Βλ. -ετηρίδα. 2. ΘΡΗΣΚ. (στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία) το έτος κατά το οποίο ο Πάπας, κάθε 25 χρόνια, συγχωρεί τις αμαρτίες των προσκυνητών που πηγαίνουν στη Ρώμη: ιερό ~. [< 1: μτγν. ἰωβηλαῖον, γαλλ. jubilé, αγγλ. jubilee]

καραγκιόζης

καραγκιόζηςκα-ρα-γκιό-ζης ουσ. (αρσ.) {καραγκιόζ-ηδες} 1. (κ. με κεφαλ. το αρχικό Κ) πρωταγωνιστής του λαϊκού θεάτρου σκιών, φτωχός, ξυπόλυτος, φαλακρός, με τεράστια καμπούρα και μεγάλη μύτη, με το δεξί χέρι μακρύτερο από το αριστερό και κύρια χαρακτηριστικά την εξυπνάδα, την κουτοπονηριά και την τεμπελιά· συνεκδ. θέατρο σκιών: (ως τίτλος παράστασης) "Ο ~ μάγειρας". || Φιγούρες ~η. 2. (μειωτ., για άνδρα) γελοίος, φαιδρός: Είναι μεγάλος ~!|| (υβριστ.) Άντε ρε ~η! Πβ. νούμερο, τζουτζές, φασουλής. ● Υποκ.: καραγκιοζάκι (το): στη σημ. 2· (σπανιότ.) φιγούρα συνήθ. πρόχειρα σχεδιασμένη. ● ΦΡ.: (ο) γάμος του καραγκιόζη (προφ.): κωμική, τραγελαφική κατάσταση: Οι εκλογές θυμίζουν (τον) ~ο ~., παράγκα/καλύβα του καραγκιόζη (προφ.): για κατασκευή ετοιμόρροπη, παλιά, σε άθλια κατάσταση: Αυτό δεν είναι σπίτι, είναι η ~ ~! Πβ. ερείπιο., στον γάμο του καραγκιόζη (προφ.): χωρίς συγκεκριμένο στόχο ή τελείως εκτός στόχου: Έριξε ~ ~ (: με το όπλο). Πβ. βαράτε βιολιτζήδες., κάνει τον γελωτοποιό/τον καραγκιόζη/τον κλόουν/τον παλιάτσο βλ. κλόουν [< τουρκ. karagöz, αρχική σημ. ‘μαυρομάτης’]

Κουτρούλης

ΚουτρούληςΚου-τρού-λης ουσ. (αρσ.): μόνο στη ● ΦΡ.: του Κουτρούλη ο γάμος/το πανηγύρι (λαϊκό): μεγάλη φασαρία, αναταραχή, χαμός, σαματάς: Έγινε ~ ~! [< μεσν. κουτρούλης]

λίστα

λίσταλί-στα ουσ. (θηλ.) 1. σύνολο στοιχείων γραμμένων το ένα κάτω από το άλλο· κατάλογος, κατάσταση: αλφαβητική/αναλυτική/ενδεικτική/μακριά/συγκεντρωτική ~. Η ~ των κομμάτων. ~ αγορών/επιλογών/θεμάτων/μελών/ονομάτων (= ονομαστική)/παραγγελιών (βλ. καλάθι αγορών)/προϊόντων/φαρμάκων. ~ για/με ψώνια. Εγγεγραμμένος στη ~ (πελατών). Διαγραφή από τη/καταχώριση στη ~. Κάνω/καταρτίζω/συντάσσω μια ~. Πβ. πίνακας.|| ~ με τα πιο δημοφιλή τραγούδια (= τσαρτ). Πρώτος (και καλύτερος)/ψηλά στη ~ με τους δέκα πλουσιότερους ανθρώπους του κόσμου (βλ. τοπ-τεν). Μακραίνει/μεγαλώνει η ~ των τραυματιών. Έμεινε εκτός ~ας. 2. ΠΛΗΡΟΦ. δομή δεδομένων αντίστοιχης μορφής: αναδυόμενη/κυλιόμενη ~. Προβολή ~ας. Ανοίγω τη ~.|| Ταχυδρομική ~/~ ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (: για ομαδική αποστολή ιμέιλ).|| (στον προγραμματισμό:) Κεφαλή/ουρά ~ας. ● ΣΥΜΠΛ.: βραχεία λίστα & (σπάν.) βραχύς κατάλογος: σύντομη λίστα με συγγραφείς ή βιβλία υποψήφιους/α για λογοτεχνικό βραβείο: Ανακοινώθηκε η ~ ~ για το Βραβείο Αναγνωστών/Μυθιστορήματος. [< αγγλ. short list, 1927] , κόκκινη λίστα: με όσα ζώα ή φυτά απειλούνται με εξαφάνιση., λευκή λίστα: στην οποία συγκαταλέγεται οποιοσδήποτε ή οτιδήποτε εγκρίνεται, επιδοκιμάζεται ή επικροτείται: στη ~ ~ η ελληνική ναυτιλία. [< αγγλ. white list] , λίστα γάμου 1. λίστα με δώρα γάμου, την οποία ανοίγουν μελλόνυμφοι σε (πολυ)κατάστημα· οι καλεσμένοι μπορούν να επιλέξουν ως δώρο κάποιο από αυτά που έχει ήδη ορίσει το ζευγάρι ή να διαλέξουν μόνοι τους από το κατάστημα: ανοιχτή ή κλειστή ~ ~ (: τα δώρα επιλέγονται από τους καλεσμένους ή από τους μελλόνυμφους, αντίστοιχα). 2. τραπεζικός λογαριασμός, τον οποίο έχει ανοίξει μελλόνυμφο ζευγάρι, για να καταθέσουν (προαιρετικά) οι καλεσμένοι χρηματικό ποσό ως γαμήλιο δώρο. [< αγγλ. wedding list, 1981] , μαύρη λίστα: για να δηλωθεί ότι κάποιος ή κάτι περιλαμβάνεται μαζί με πρόσωπα ή πράγματα που θεωρούνται ανεπιθύμητα ή επικίνδυνα: Τον έχω βάλει στη ~ ~ (= τον έχω γράψει στα μαύρα κατάστιχα). Με τη συμπεριφορά του, κατάφερε να μπει στη ~ ~. Βρίσκεται/συγκαταλέγεται στη ~ ~ των οφειλετών του Δημοσίου/φοροφυγάδων. Η ~ ~ με τις βλαβερές τροφές. [< αγγλ. black list] , λίστα αναμονής βλ. αναμονή, πτυσσόμενο μενού βλ. πτύσσεται [< 1: γαλλ. liste, ιταλ. lista 2: αγγλ. list, 1956]

μηρός

μηρόςμη-ρός ουσ. (αρσ.) ΑΝΑΤ. 1. το ανώτερο τμήμα του ποδιού του ανθρώπου, που εκτείνεται από τη λεκάνη ως το γόνατο· το αντίστοιχο τμήμα στα πίσω άκρα των τετράποδων ζώων και στα σκέλη των πτηνών: αριστερός/δεξιός ~. Έξω/έσω επιφάνεια/μύες του ~ού. ΣΥΝ. μπούτι (1) 2. (ειδικότ.) το μηριαίο οστό: άρθρωση/κάταγμα ~ού. [< αρχ. μηρός]

πληρώνω

πληρώνωπλη-ρώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πλήρω-σα, πληρώ-σει, -θηκα (λόγ. μτχ. πληρω-θείς, -θείσα, -θέν), -θεί, πληρών-οντας, πληρω-μένος} & (λαϊκό) πλερώνω 1. καταβάλλω συνήθ. χρήματα, σε αντάλλαγμα για την αγορά προϊόντος, την παροχή υπηρεσίας, την εξόφληση χρέους ή αμείβω: ~ το εισιτήριο. Δεν χρειάζεται να ~σεις, κερνάω εγώ. Αγόρασε τόσα πράγματα, χωρίς να ~σει (δεκάρα/τίποτα) (= τζάμπα). ~ει όσο όσο, προκειμένου να αποκτήσει ... ~σε τα μαλλιά της κεφαλής του/τα μαλλιοκέφαλά του. Η παραγγελία θα ~θεί κατά την παράδοση.|| Το επίδομα ~εται αναδρομικά. ~θηκε (= εξοφλήθηκε) ένα μέρος από το ποσό.|| Την ~σαν/~θηκε αδρά/ψίχουλα. ~εται με το κομμάτι/με την ώρα. Δεν ~εται αυτά που δικαιούται/όσο θα έπρεπε/τις υπερωρίες. Βλ. ακριβο~, κακο~, καλο~, μοσχο~, ξανα~, προ~, χρυσο~, πληρω-θείς, -μένος, -τέος. ΑΝΤ. εισπράττω (1) 2. (μτφ.) υφίσταμαι τις συνέπειες: ~σε (ακριβά) την απειρία/την άρνησή/τις άστοχες επιλογές του. ~ει τα επίχειρα της επιπολαιότητάς του/το τίμημα της δόξας.|| (+ για) ~σε για τα εγκλήματά/τις πράξεις του (= τιμωρήθηκε). 3. δωροδοκώ, εξαγοράζω: Τους ~σαν για να μη μιλήσουν. Πβ. λαδώνω, χρηματίζω. 4. ανταποδίδω: Μια δουλειά που δεν ~εται με τίποτα/όσα και να δώσεις. ΣΥΝ. ξεπληρώνω (2) ● ΦΡ.: θα μου το πληρώσεις! (προφ.): θα σε εκδικηθώ: ~ ~ (ακριβά) (γι') αυτό που μου έκανες!, όλα εδώ πληρώνονται/εδώ πληρώνονται όλα: όλοι κάποια στιγμή στη ζωή τους τιμωρούνται για ό,τι κακό έκαναν. ΣΥΝ. εδώ είναι η κόλαση, εδώ και ο παράδεισος, πληρώνω (τα) κερατιάτικα/γαμησιάτικα (αργκό): επωμίζομαι άδικη ή υπερβολική οικονομική χρέωση: Εκείνος προκάλεσε το ατύχημα κι εγώ θα ~ ~; Βλ. κοροϊδίστικα λεφτά., πληρώνω τα σπασμένα/τη νύφη/το μάρμαρο (μτφ.-προφ.): πληρώνω τη ζημιά ή υφίσταμαι τις επιπτώσεις από σφάλματα ή παραλείψεις άλλων, βρίσκω τον μπελά μου χωρίς να φταίω., πληρώνω αμαρτίες βλ. αμαρτία, πληρώνω κάποιον με το ίδιο νόμισμα βλ. νόμισμα, πληρώνω κάποιον/κάτι χρυσό βλ. χρυσός [< μεσν. πληρώνω]

πρόταση

πρότασηπρό-τα-ση ουσ. (θηλ.) 1. άποψη, ιδέα, υπόδειξη, προσφορά ή επιθυμία που διατυπώνεται προφορικά ή γραπτά, ώστε να γίνει δεκτή· γενικότ. οτιδήποτε προτείνεται: αναθεωρημένη/γενική/δημόσια/εναλλακτική/ενδιαφέρουσα/επενδυτική/επίσημη/νομοθετική/πολιτική/συμβιβαστική/τεκμηριωμένη ~. ~ ασφάλισης/ειρήνης/συμμετοχής/(συν)εργασίας. Έχω ~ από κάποιον για ... Αντικείμενο/έγκριση/κατάθεση/κείμενο/περιεχόμενο/σχέδιο της ~ης. Υποβολή ~ης (βλ. αυτο~). ~εις-αιτήματα. Διδακτικές/ερευνητικές ~άσεις. ~ ανασυγκρότησης της επιχείρησης. Η ~ή του απορρίφθηκε. Η ομάδα απέσυρε την ~ή της για τον παίκτη ... Με ~ του υπουργού ... ~ ανάληψης καθηκόντων. Κατατέθηκε ~ τροπολογίας στη Βουλή. Εγκεκριμένες ~άσεις έργων. Οι ~άσεις της επιτροπής. ~άσεις για βιβλία (= βιβλιοπροτάσεις)/ταινίες. Ακούστηκαν/καταγράφηκαν πολλές ~άσεις. Της έκανε ανήθικες ~άσεις. Αξιολόγηση/υλοποίηση ~άσεων.|| (ΜΑΘ.) Μαθηματική ~. Απόδειξη ~άσεως.|| (ΝΟΜ.) ~ διαδίκου. Βλ. αντι~. 2. ΓΛΩΣΣ. η βασική δομική μονάδα του γλωσσικού συστήματος με σημασιακή και συντακτική αυτονομία: απλή/ελλειπτική/επαυξημένη/σύνθετη ~. Αποφατική/καταφατική ~. ~ επιθυμίας/κρίσεως. Επιρρηματικές/ονοματικές ή ουσιαστικές ~άσεις. Αιτιολογικές/αναφορικές/βουλητικές/ειδικές/εναντιωματικές/ενδοιαστικές/πλάγιες ερωτηματικές/συμπερασματικές/τελικές/υποθετικές/χρονικές ~άσεις. Οι κύριοι όροι της ~ης (βλ. υποκείμενο, ρήμα, αντικείμενο, κατηγορούμενο). Βλ. περίοδος. 3. ΓΥΜΝ. (σπάν.-λόγ.) έκταση προς τα εμπρός: ~άσεις χεριών. ● Υποκ.: προτασούλα (η): στις σημ. 1, 2. ● ΣΥΜΠΛ.: πρόταση (γάμου): με την οποία κάποιος/κάποια ζητά από ένα άλλο πρόσωπο να τον/την παντρευτεί: Αρνούμαι/δέχομαι/κάνω ~ ~., πρόταση εμπιστοσύνης: ΠΟΛΙΤ. που υποβάλλει η κυβέρνηση με σκοπό να εξασφαλίσει την εμπιστοσύνη, την έγκριση της Βουλής. [< γαλλ. question de confiance] , πρόταση μομφής/δυσπιστίας: ΠΟΛΙΤ. πρόταση που υποβάλλεται στη Βουλή από την αντιπολίτευση για την άρση της κοινοβουλευτικής εμπιστοσύνης προς την κυβέρνηση ή από τον πρόεδρο της Βουλής για αντικοινοβουλευτική συμπεριφορά κατά βουλευτή ή από βουλευτή κατά προέδρου ή μέλους του προεδρείου της Βουλής: συζήτηση/ψηφοφορία επί της ~ης ~. [< γαλλ. motion de censure] , αναλυτική πρόταση/κρίση βλ. αναλυτικός, αντιφατικές προτάσεις βλ. αντιφατικός, δευτερεύουσα/εξαρτημένη πρόταση βλ. δευτερεύων, ελάσσων πρόταση βλ. ελάσσων, κατηγορική πρόταση/κρίση βλ. κατηγορικός, κύρια/ανεξάρτητη πρόταση βλ. κύριος, μείζων πρόταση βλ. μείζων, πρόταση νόμου βλ. νόμος ● ΦΡ.: ρίχνω την ιδέα/την πρόταση βλ. ρίχνω [< αρχ. πρότασις, γαλλ. proposition]

στεφάνι

στεφάνιστε-φά-νι ουσ. (ουδ.) {στεφαν-ιού | -ιών} 1. κυκλικό πλέγμα από κλαδιά, σύρμα ή άλλο υλικό, συνήθ. με φύλλα ή άνθη, που τοποθετείται στο κεφάλι ως διακοσμητικό ή ως τιμητική διάκριση νικητών σε αγώνες και κατ΄ επέκτ. το έπαθλο, τα εύσημα: άνθινο/δάφνινο/χριστουγεννιάτικο ~. ~ αγριελιάς (για τους ολυμπιονίκες· ΣΥΝ. κότινος)/βελανιδιάς/κισσού/μυρτιάς. ~ από κλαδί ελιάς/φύλλο χρυσού. Πλέκω/φτιάχνω ένα ~. Βάζω/φορώ ~.|| Το ~ της δικαιοσύνης/της δόξας/της ζωής (: σε εκκλησιαστικά κείμενα)/της τιμής. Κατέκτησε/κέρδισε το ~ της νίκης. Δέχτηκε/έλαβε/πήρε το ~ του μάρτυρα/μαρτυρίου. ΣΥΝ. στέφανος (1) 2. κυκλικό πλέγμα μεγάλων διαστάσεων από σύρμα με φύλλα συνήθ. δάφνης ή άνθη, κυρ. γαρίφαλα ή/και τριαντάφυλλα, συνήθ. με ξύλινο υποστήριγμα, που τοποθετείται σε τάφο ή μνημείο προς τιμήν του νεκρού: επικήδειο ~. Στείλαμε ~ στην κηδεία της. Δάφνινο ~ κατατέθηκε στο μνημείο των πεσόντων/στη σορό του εκλιπόντος. 3. καθένα από τα στέφανα της γαμήλιας τελετής και συνεκδ. ο γάμος ή ο/η σύζυγος: νυφικό ~. Τα ~ια του γάμου. Πβ. κουλούρα.|| Βάζω ~ (= παντρεύομαι). (παρωχ.) Την έχει χωρίς ~ (: αστεφάνωτη, συζεί μαζί της). Εγώ τιμώ (: είμαι πιστός)/πατώ (: είμαι μοιχός) το ~ μου. Υπερασπίστηκε το ~ της. (ευχετ.) Να χαίρεσαι το ~ σου! 4. ΑΘΛ. όργανο της ρυθμικής γυμναστικής που μοιάζει με μεγάλο δακτύλιο και έχει διάμετρο ογδόντα ως ενενήντα εκατοστά και βάρος τριακόσια γραμμάρια· συνεκδ. το αντίστοιχο αγώνισμα. Βλ. ανσάμπλ, κορδέλα, κορύνα, μπάλα, σχοινάκι. 5. στεφάνη: ~ βαρελιού (πβ. τσέρκι)/τροχού.|| (ΑΘΛ.) Το ~ της μπασκέτας. Πβ. καλάθι. ● Υποκ.: στεφανάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: ακάνθινο/αγκάθινο στεφάνι βλ. ακάνθινος, μαγιάτικο στεφάνι βλ. μαγιάτικος [< μεσν. στεφάνιν 4: αγγλ. hoop]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.