Αναζήτηση
Χρηστικό λεξικό

- -ας, -ασα, -αν {-αντος (θηλ. -ασας, σπάν.-λογιότ. -άσης), -αντα | -αντες (ουδ. -αντα), -άντων}: κατάληξη λόγιας μετοχής αορίστου ενεργ. φωνής που εμφανίζεται κυρ. σε στερεότυπες φράσεις με λειτουργία επιθέτου ή ουσιαστικού: Ο μοναδικός επιζήσ-ας. Η πρώτη διδάξ-ασα. Το θέμα θεωρείται λήξ-αν. Οι διατελέσ-αντες πρόεδροι.
- άγουσα [ἄγουσα] ά-γου-σα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: πήρε την άγουσα & (σπάν.) έλαβε την άγουσα: τον έδιωξαν από κάπου, έφυγε: ~ ~ προς την έξοδο. Τον απέλυσαν και ~ ~.|| (κυρ. στο ποδόσφαιρο) ~ ~ για τα αποδυτήρια (για παίκτη που πήρε κόκκινη κάρτα). [< αρχ. ἄγουσα, θηλ. μτχ. ενεργ. ενεστ. του ἄγω]
- αλληλοσυμπληρώνονται [ἀλληλοσυμπληρώνονται] αλ-λη-λο-συ-μπλη-ρώ-νο-νται ρ. {σπάν. στην ενεργ. φωνή}: (για πρόσωπα ή πράγματα που) συμπληρώνει το ένα το άλλο: Τα ετερώνυμα έλκονται, γιατί ~ονται. Οι πολιτικές των κρατών-μελών ~ονται και αλληλοενισχύονται. Βλ. αλληλο-αναιρούνται, -αποκλείονται.|| (σπάν.) Οι επιστήμονες ~ουν τις γνώσεις τους. ● Μτχ.: αλληλοσυμπληρούμενοι , ες, α (λόγ.): που συμπληρώνονται αμοιβαία: ~ες: έννοιες. ~α: πεδία γνώσης.
- ανατινάζω [ἀνατινάζω] α-να-τι-νά-ζω ρ. (μτβ.) {ανατίνα-ξε, ανατινά-χτηκε κ. -χθηκε -γμένος, ανατινάζ-οντας} & (λόγ.) ανατινάσσω 1. καταστρέφω κάτι προκαλώντας έκρηξη: ~χθηκε αυτοκίνητο παγιδευμένο με εκρηκτικά (: εξερράγη). 2. {συνήθ. στην ενεργ. φωνή} (μτφ.) δυναμιτίζω, υπονομεύω: Με τις δηλώσεις του ~ξε τις θέσεις της παράταξης. Πβ. τορπιλίζω, τινάζω (κάτι/κάποιον) στον αέρα. [< αρχ. ἀνατινάσσω]
- ανδρώνομαι [ἀνδρώνομαι] αν-δρώ-νο-μαι ρ. {ανδρώ-θηκε, -μένος, σπανιότ. ενεργ. άνδρω-σε, -σαν, ανδρώ-σει} & (λαϊκό) αντρώνομαι 1. (μτφ.) αναπτύσσομαι και ολοκληρώνομαι, συνήθ. μέσα από δυσκολίες ή συγκρούσεις: Η περιοχή ~εται οικονομικά. ~ηκε επιστημονικά.|| (σπανιότ.) Κίνημα που γαλούχησε και ~σε πολιτικά μια ολόκληρη γενιά. Οι δοκιμασίες τον ~σαν. 2. γίνομαι άνδρας, ενηλικιώνομαι: Μεγάλωσε και ~θηκε (= ωρίμασε) στη ... [< 2: αρχ. ἀνδροῦμαι]
- ανεξαρτητοποιούμαι [ἀνεξαρτητοποιοῦμαι] α-νε-ξαρ-τη-το-ποι-ού-μαι ρ. (μτβ.) {ανεξαρτητοποι-είται, -ήθηκε, -ηθεί, (σπάν.) -ούμενος, -ημένος | σπάν. στην ενεργ. φωνή} & (προφ.) ανεξαρτοποιούμαι: γίνομαι ανεξάρτητος: ~ήθηκαν από το κόμμα. Η θυγατρική εταιρεία ~ήθηκε από τη μητρική. Ήρθε η ώρα να ~ηθείς (= να ανοίξεις τα φτερά σου). ~ημένο: κράτος. Πβ. απαγκιστρώνομαι, απελευθερώνω, αποδεσμεύω, αυτονομώ, χειραφετώ. Βλ. -ποιώ.
- άπαγε [ἄπαγε] ά-πα-γε ρ. (αρχαιοπρ.-συχνά χιουμορ.): φύγε!, πήγαινε!, μακριά!: ~, άθλιε! ● ΦΡ.: άπαγε απ' εμού: μακριά από μένα., άπαγε της βλασφημίας: (συνήθ. από τον ίδιο τον ομιλητή προς τον εαυτό του) για αποτροπή εκστόμισης βλάσφημου, υβριστικού λόγου. [< προστ. ενεργ. ενεστ. β’ εν. του ρ. ἀπάγω]
- απαγκιστρώνω [ἀπαγκιστρώνω] α-πα-γκι-στρώ-νω ρ. (μτβ.) {απαγκίστρω-σε, απαγκιστρώ-σει, -θηκε, -μένος}: αφαιρώ αγκίστρι από ψάρι· γενικότ. ξεγαντζώνω. ΑΝΤ. αγκιστρώνω (2) ● Παθ.: απαγκιστρώνομαι {κυρ. στο γ' πρόσ.} (μτφ.) 1. αποδεσμεύομαι, απελευθερώνομαι από κατάσταση έντονης εξάρτησης: ~ από την οικογένειά μου (= ανεξαρτητοποιούμαι). ~θηκε η χώρα από την επιρροή των ξένων δυνάμεων (πβ. ξεφεύγω). ~μένος (= απαλλαγμένος) από δεσμεύσεις/στερεότυπα/ταμπού.|| (σπανιότ. στην ενεργ. φωνή) Έχει ~σει τη χώρα από την οικονομική ύφεση (πβ. απεγκλωβίζω). 2. ΣΤΡΑΤ. αποφεύγω στρατιωτική εμπλοκή με υποχώρηση. [< γαλλ. (se) désengager]
- αποδίδω [ἀποδίδω] α-πο-δί-δω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {απέδιδα, απέδω-σα, αποδώ-σει, αποδό-θηκε (λόγ.) απεδόθη, -θεί, (λόγ. μτχ. αποδο-θείς, -θείσα, -θέν), αποδίδ-οντας· στην ενεργ. φωνή συνήθ. στο γ' πρόσ., στην παθ. φωνή μόνο στο γ΄πρόσ.} (επίσ.) & αποδίνω 1. δίνω: Μην ~εις και τόσο μεγάλη αξία/βαρύτητα/σημασία στα λεγόμενά του (: μην τα θεωρείς τόσο αξιόλογα, σημαντικά ...)! Του ~ονται ιδιότητες που δεν διαθέτει (πβ. προσδίδω). Δίκαια του ~θηκε η προσωνυμία ...|| Η δημοτική Αρχή ~σε λογαριασμό για το κόστος των έργων. Του ~θηκαν οι δέουσες τιμές/τα εύσημα. Να ~θεί δικαιοσύνη για τα θύματα (πβ. απονέμω). ~σαν φόρο τιμής στους πεσόντες (= απέτισαν). 2. καταλογίζω, επιρρίπτω, προσάπτω: Της ~ουν πρόθεση για τον τραυματισμό του συζύγου της. Μη μου ~εις (= μη μου βάζεις στο στόμα) λόγια που δεν είπα! Απαιτούν να ~θούν (άμεσα/στο ακέραιο) ευθύνες εκεί που πρέπει. Οι ~θείσες σε βάρος του κατηγορίες αποδείχθηκαν αναληθείς. 3. (κυρ. αρνητ. συνυποδ.) θεωρώ κάτι ως αιτία ή κάποιον ως το υποκείμενο μιας ενέργειας ή τον δημιουργό ενός έργου: Πού ~εις την αποτυχία της; ~σαν την καθυστέρηση σε πρόβλημα που παρουσιάστηκε. Η πυρκαγιά ~εται (πβ. οφείλεται) σε εμπρησμό. Ο θάνατός του ~θηκε σε φυσικά αίτια.|| Αντιδράσεις προκάλεσε η ~θείσα στον ... δήλωση.|| Ο πίνακας ~εται στο μεγάλο ζωγράφο. 4. καταβάλλω ή επιστρέφω οφειλόμενο ποσό: Εισφορά που ~εται κάθε μήνα. Το επίδομα θα ~θεί σύντομα στους δικαιούχους. Αρνούνται να του ~σουν τα ποσοστά του. Μη ~θείς Φ.Π.Α. Πβ. πληρώνω. 5. παράγω έργο, έχω απόδοση: Ο κινητήρας ~ει ισχύ εκατόν εβδομήντα ίππων.|| ~ καλύτερα υπό πίεση. Ο υπάλληλος δεν ~ει (καθόλου). 6. διατυπώνω, μεταφέρω: Ο όρος ~εται (= μεταφράζεται) στα Ελληνικά ως ...|| Αποδώστε (= εκφράστε) το νόημα ελεύθερα/με δικά σας λόγια! 7. αναπαριστώ, αποτυπώνω: Στο βιβλίο του έχει ~σει (= έχει μεταφέρει, περάσει) με ζωντάνια/παραστατικά/πιστά το κλίμα της εποχής.|| Η έκφραση του προσώπου έχει ~θεί με μεγάλη επιτυχία στο γλυπτό. Πβ. απεικονίζω. 8. ερμηνεύω, υποδύομαι: ~ει θαυμάσια τον ρόλο του (= ενσαρκώνει, παίζει). Η ηθοποιός ~σε το ποίημα με σπάνια ευαισθησία. Η χορωδία ~σε εξαιρετικά τους ύμνους. ● αποδίδει 1. έχει θετική έκβαση, τελεσφορεί: Το σχέδιο ~σε (= ευοδώθηκε) τελικά. Η πολιτική του δεν φαίνεται να ~. Τα νέα μέτρα έχουν αρχίσει να ~ουν. Η προσπάθειά τους δεν ~σε αποτελέσματα. Πβ. πιάνω τόπο. 2. αποφέρει: Επενδύσεις που ~ουν. Οι μετοχές ~σαν ...%. Οι πωλήσεις έχουν ~σει (= δώσει, αφήσει) έσοδα/κέρδη ύψους ... ευρώ. Βλ. υπερ~. ● ΦΡ.: αποδίδω τα μέγιστα: έχω, επιτυγχάνω τη μέγιστη δυνατή απόδοση: Οι παίκτες ~σαν ~ στον αγώνα. Η συνεργασία τους έχει ~σει ~., (αποδίδω) τα του Καίσαρος τω Καίσαρι βλ. καίσαρας, ανταποδίδω/αποδίδω τα ίσα βλ. ανταποδίδω, αποδίδει καρπούς βλ. καρπός, δεν αποδίδει τα αναμενόμενα βλ. αναμενόμενος [< αρχ. ἀποδίδωμι, μεσν. αποδίδω]
- αποστεώνομαι [ἀποστεώνομαι] α-πο-στε-ώ-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {αποστεώ-θηκε, -μένος, σπάν. στην ενεργ. φωνή} 1. (μτφ.) χάνω τα ζωτικά χαρακτηριστικά μου, γίνομαι αναχρονιστικός, συντηρητικός: ~ονται οι αξίες/αρχές. Πολιτική αλλαγών και μεταρρυθμίσεων σε τομείς που έχουν ~θεί. Αντιλήψεις άκαμπτες και πνευματικά ~μένες.|| Εκπαιδευτικό σύστημα που ~ει τη γνώση. Πβ. απολιθώνω. 2. για κομμάτι κρέατος από το οποίο αφαιρούνται τα οστά κατά την επεξεργασία του: Πουλερικά/ψάρια που έχουν ~θεί και τεμαχιστεί. 3. χάνω πολλά κιλά, με αποτέλεσμα να φαίνομαι υπερβολικά αδύνατος. [< γαλλ. s' ossifier]
- αποσχίζομαι [ἀποσχίζομαι] α-πο-σχί-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {αποσχί-στηκε (λόγ. -σθηκε, απεσχίσθη, μτχ. αποσχισθείς, -είσα, -έν), -σμένος, σπάν. στην ενεργ. φωνή} (επίσ.): απομακρύνομαι από σύνολο στο οποίο ανήκω, συνήθ. με σκοπό την ανεξαρτητοποίηση ή την ένταξή μου σε άλλο σύνολο: ~ από την Ένωση/οργάνωση. Η περιοχή ~στηκε και αυτονομήθηκε (πβ. αποσπάστηκε). Στέλεχος που αποφάσισε να ~στεί από την παράταξη και να ιδρύσει δικό του κόμμα. (λόγ.) ~σθέντα: μέλη. Πβ. αποσκιρτώ, αποστατώ, αποχωρώ.|| (ΑΝΑΤ.) Φλέβα που ~εται (= διαχωρίζεται) σε αριστερό και δεξιό κλάδο. [< αρχ. ἀποσχίζομαι]
- αστικοποιείται [ἀστικοποιεῖται] α-στι-κο-ποι-εί-ται ρ. (αμτβ.) {-ήθηκε, -ηθεί, -ημένος | σπάν. στην ενεργ. φωνή αστικοποιεί} 1. (για περιοχή) αποκτά χαρακτηριστικά πόλης ή (σπάν.) εντάσσεται σε πόλη: Η δόμηση αυξάνεται και τα νησιά σταδιακά ~ούνται. Η ύπαιθρος ~ήθηκε (άναρχα). Βλ. -ποιώ. 2. ΠΟΛΙΤ. (για πληθυσμό) συγκεντρώνεται σε πόλεις και γίνεται αστικός: Ο κόσμος/πλανήτης ~ με ταχύτατους ρυθμούς. Η ελληνική κοινωνία ~ήθηκε.|| (μτφ.) Ο πολιτισμός ~. [< γαλλ. urbaniser]
- αυτοαναιρούμαι [αὐτοαναιροῦμαι] αυ-το-α-ναι-ρού-μαι ρ. (αμτβ.) {αυτοαναιρ-είσαι ..., -ούμενος | αυτοαναιρ-έθηκε, -εθεί | σπάν. ενεργ. ενεστ. αυτοαναιρώ}: ανακαλώ λόγια, απόψεις, πράξεις που υποστήριζα, αυτοακυρώνομαι: ~είται (= αυτοδιαψεύδεται), όταν υποστηρίζει ότι ... Ανυπόστατα επιχειρήματα που ~ούνται. Σύστημα αξιών που εκφυλίστηκε και ~έθηκε (πβ. αυτοκαταργήθηκε).|| ~εί το έργο του.
- αυτολογοκρίνομαι [αὐτολογοκρίνομαι] αυ-το-λο-γο-κρί-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {-θηκα, συνήθ. στο γ' πρόσ. | (σπάν. ενεργ. φωνή)}: λογοκρίνω τον εαυτό μου: Δημοσιογράφοι που δέχονται πιέσεις και ~ονται. ~όμενος: ποιητής.|| ~ω τη σκέψη μου. [< αγγλ. self-censor, γαλλ. s' autocensurer]Ι
- αυτοπεριορίζομαι [αὐτοπεριορίζομαι] αυ-το-πε-ρι-ο-ρί-ζο-μαι ρ. {αυτοπεριορί-στηκε, -σμένος, συνήθ. στο γ' πρόσ. (σπανιότ. στην ενεργ. φωνή)}: θέτω περιορισμούς στον εαυτό μου: ~εται στα καθήκοντά της. Με τις επιλογές του ~στηκε. Πβ. αυτοδεσμεύομαι.|| ~ίζω τις ανάγκες μου.
- αυτορρυθμίζεται [αὐτορρυθμίζεται] αυ-τορ-ρυθ-μί-ζε-ται ρ. {αυτορρυθμί-στηκε, αυτορρυθμιζ-όμενος, συνήθ. στο γ' πρόσ.} & αυτορυθμίζεται: ρυθμίζεται από μόνο του, αυτόματα: To δίκτυο/ο οργανισμός μπορεί να ~εται. ~όμενη μάθηση. ~όμενο: κλιματιστικό.|| (ΟΙΚΟΝ.) Σύμφωνα με τον νεοφιλελευθερισμό η αγορά ~εται. Ο ιδιωτικός τομέας είναι ~όμενος (χωρίς κρατική παρέμβαση). Βλ. αυτοελέγχομαι.|| (σπάν. στην ενεργ. φωνή) Το οικοσύστημα αυτοσυντηρείται και ~ει τις λειτουργίες του.
- γαντζώνω γα-ντζώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {γάντζω-σα, -θηκα, -μένος}: συγκρατώ κάτι με γάντζους: ~σε τα κιβώτια, για να μην πέσουν. Πβ. αγκιστρώνω. ΑΝΤ. ξεγαντζώνω ● γαντζώνει: (μτφ.) πιάνει, συγκρατεί γερά: Κλιπ ακουστικού που ~ στο αφτί. Τα τακάκια ~ουν στον δίσκο, μόλις πατηθεί το φρένο.Τα λάστιχα ~ουν στο έδαφος (βλ. πρόσφυση). Πβ. μαγκώνω. ● Παθ.: γαντζώνομαι 1. κρατιέμαι γερά από κάτι ή κάποιον: ~θηκε στον λαιμό του πατέρα της. ΣΥΝ. γραπώνομαι.|| (σπάν. στην ενεργ. φωνή) ~σε τα δάχτυλά του στο περβάζι. 2. (μτφ.) προσκολλώμαι: Έχει ~θεί (= κολλήσει) πάνω μου σαν βδέλλα. ~μένοι με νύχια και με δόντια στην εξουσία.
- δασώνεται δα-σώ-νε-ται ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {δασώ-θηκε, -μένος, σπάν. στην ενεργ. φωνή δασώνει}: καλύπτεται μια περιοχή με πολλά δέντρα, γίνεται δάσος: Εγκαταλελειμμένες εκτάσεις που ~ονται. Ο οικισμός εγκαταλείφθηκε και ο τόπος ~θηκε. ΑΝΤ. αποψιλώνω. Βλ. αναδασώνω. [< μεσν. δασώνω, αγγλ. forest]
- εκτινάσσω [ἐκτινάσσω] ε-κτι-νάσ-σω ρ. (μτβ.) {εκτίνα-ξε, εκτινά-χτηκε (λόγ.) -χθηκε, εκτινάσσ-οντας, -όμενος} 1. πετώ απότομα και με δύναμη προς τα πάνω ή προς τα μπρος: Η έκρηξη ~ξε τόνους στάχτης στην ατμόσφαιρα. ~χτηκε από τη θέση του. Πβ. εκσφενδονίζω, εκτοξεύω.|| Ο τερματοφύλακας ~χθηκε και μπλόκαρε την μπάλα. 2. (μτφ.) αυξάνω κάτι πάρα πολύ: Η κερδοσκοπία ~ει τις τιμές των εμπορευμάτων. ΣΥΝ. απογειώνω (2) ● ΣΥΜΠΛ.: εκτινασσόμενο κάθισμα: ΤΕΧΝΟΛ. που εκτινάσσει τον πιλότο μαχητικού αεροσκάφους, διευκολύνοντας την ασφαλή διαφυγή του με αλεξίπτωτο σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης. [< αγγλ. ejection seat, 1945] ● ΦΡ.: εκτινάσσεται/εκτοξεύεται στα ύψη {σπάν. στην ενεργ. φωνή}: αυξάνεται απότομα και εντυπωσιακά: Τα κέρδη/οι πωλήσεις εκτινάχθηκαν ~ ~. Η δημοτικότητά του/εγκληματικότητα/τηλεθέαση έχει εκτοξευτεί ~ ~. Βλ. ανεβάζω κάποιον/κάτι στα ύψη. [< αρχ ἐκτινάσσω ‘τινάζω, αποτινάζω’]
- εκτροχιάζεται [ἐκτροχιάζεται] ε-κτρο-χι-ά-ζε-ται ρ. (μτβ.) {εκτροχιά-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος | (σπάν. ενεργ. εκτροχία-σε} (λόγ.) 1. (για τρένο ή βαγόνι) εκτρέπεται από τις ράγες: Η υπερταχεία ~στηκε. 2. (μτφ.) παρεκκλίνει από τη σωστή ή προκαθορισμένη πορεία του, παρεκτρέπεται: Η κατάσταση/συζήτηση ~στηκε.|| Η βία μπορεί να ~σει (= εκτρέψει) την ειρηνευτική διαδικασία. ● εκτροχιάζομαι (μτφ.-προφ.): παραφέρομαι: ~στηκε και έγινε γραφικός. [< γαλλ. dérailler]
αναδασώνω
αναδασώνω[ἀναδασώνω] α-να-δα-σώ-νω ρ. (μτβ.) {αναδάσω-σε, -σει, -θηκε, -θεί, -μένος}: κάνω αναδάσωση. Πβ. δενδροφυτεύω. [< γαλλ. reboiser]
αναμενόμενος
αναμενόμενος, η, ο [ἀναμενόμενος] α-να-με-νό-με-νος επίθ.: (για κάτι) που αναμένει ή ανέμενε κάποιος να συμβεί, που ανταποκρίνεται στις προσδοκίες του: ~ος: αριθμός (επισκεπτών). ~η: αλλαγή/αντίδραση/απάντηση/αύξηση/επιτυχία/συμπεριφορά. ~α: έσοδα. Μη ~ες εξελίξεις (= αναπάντεχες, απρόσμενες). Προσπάθεια που δεν είχε τα ~α (= επιθυμητά) αποτελέσματα. Το θέμα στις εξετάσεις ήταν ~ο (πβ. ΣΟΣ).|| (απρόσ.) Όπως ήταν ~ο. Είναι ~ο να/ότι ... ● ΣΥΜΠΛ.: αναμενόμενη/προσδοκώμενη τιμή/αξία βλ. τιμή ● ΦΡ.: δεν αποδίδει τα αναμενόμενα: δεν επιφέρει τα προσδοκώμενα αποτελέσματα· (για πρόσ., συνήθ. αθλητή) η επίδοσή του δεν είναι η αναμενόμενη: Τα μέτρα δεν απέδωσαν ~.|| Ο περσινός παγκόσμιος πρωταθλητής δεν απέδωσε ~ και περιορίστηκε στην τρίτη θέση. [< μτχ. εν. του ρ. ἀναμένω, αγγλ. expected]
ανεβάζω
ανεβάζω[ἀνεβάζω] α-νε-βά-ζω ρ. (μτβ.) {ανέβα-σα, ανεβά-σει -σμένος, ανεβάζ-οντας} 1. μετακινώ ή σηκώνω κάποιον ή κάτι από κάτω προς τα πάνω· μεταφέρω κάποιον από τον νότο προς τον βορρά, από το κέντρο προς την περιφέρεια, από τα παράλια προς την ενδοχώρα: ~ τη βαλίτσα/τον γιακά/τον διακόπτη/το κιβώτιο/τα μανίκια/τον μοχλό/τα πράγματα. Την ~σε στο λεωφορείο (= τη βοήθησε ν' ανέβει, πβ. επιβιβάζω). Με ~σαν σε μια σωστική λέμβο.|| (προφ.) Θα σ' ~σω εγώ από το λιμάνι.|| (ΓΡΑΜΜ.) Πολλές σύνθετες λέξεις ~ουν τον τόνο στην προπαραλήγουσα (: τον μεταφέρουν σε προηγούμενη συλλαβή). ΑΝΤ. κατεβάζω (1) 2. αυξάνω, υψώνω: ~ τα δίδακτρα/την ένταση (= δυναμώνω)/τα κέρδη/το κόστος/τους μισθούς/τα νοίκια/την παραγωγικότητα/την ποιότητα/την τηλεθέαση/τον τόνο της φωνής/τους φόρους (ΑΝΤ. μειώνω). Κάθε νίκη μάς ~ει το ηθικό (πβ. εξυψώνω). Τα νέα προϊόντα ~ουν σε ψηλά επίπεδα την εικόνα της επιχείρησης. ~σε την ομάδα του στην κορυφή της βαθμολογίας (πβ. προάγω, προβιβάζω). ~σε πίεση/πυρετό (: αυξήθηκε η πίεση/η θερμοκρασία του σώματός του). Έχει ~σει την απόδοσή του. ~σμένη: θερμοκρασία/τιμή.|| (ΜΟΥΣ.) ~ ψηλότερα έναν φθόγγο. 3. μεταφέρω δεδομένα ή προγράμματα από περιφερειακό σε κεντρικό σύστημα, από προσωπικό υπολογιστή σε απομακρυσμένο σταθμό εργασίας: ~ αρχεία στο διαδίκτυο/στην ιστοσελίδα/στο σάιτ. 4. (προφ.) προκαλώ ψυχική ευφορία: Το φαγητό μάς ~ει (= φτιάχνει, ΑΝΤ. χαλάει/ρίχνει). Με ~σαν τα καλά σου λόγια. Με τόσο ωραία ατμόσφαιρα νιώθω ~σμένος (πβ. χάι). Η διάθεσή/ψυχολογία μου είναι ~σμένη (: είμαι στα πάνω μου). Ξεσηκώνει τα πλήθη με την πιο ~σμένη μουσική (: μοντέρνα μουσική που προκαλεί κέφι). 5. {στο γ' πρόσ.} υπολογίζω, λογαριάζω (για ποσότητα που αποδεικνύεται μεγαλύτερη απ' ό,τι είχε αρχικά υπολογιστεί): Αξιωματούχοι της Αστυνομίας ~ουν τον συνολικό αριθμό των νεκρών σε ... (= εκτιμούν ότι ο αριθμός των νεκρών ανέρχεται σε ...). 6. παρουσιάζω θεατρική παράσταση στο κοινό: ~ δράμα/κωμωδία/μιούζικαλ/παράσταση/τραγωδία. Η θεατρική ομάδα έχει ~σει (= παίξει) με μεγάλη επιτυχία έργα του κλασικού ρεπερτορίου. Βλ. σκηνοθετώ. ● ΦΡ.: ανεβάζει το θερμόμετρο (μτφ.) για κάτι που προκαλεί 1. αντιπαραθέσεις, εντείνει τα πάθη: Η απαγόρευση ~σε ~ στα ύψη. 2. πολύ μεγάλο ενδιαφέρον: Η έκδοση των έντοκων γραμματίων ~σε ~ στην αγορά., ανεβάζω (τις) στροφές/ταχύτητα/ρυθμούς 1. επιταχύνω, αυξάνω: Ο κινητήρας ~ει τις στροφές του. 2. (μτφ.) βελτιώνω την απόδοσή μου: ~ει ταχύτητα η οικονομία (= αναπτύσσεται). Στο δεύτερο ημίχρονο η ομάδα ~σε ρυθμούς και συνέτριψε την αντίπαλό της., ανεβάζω κάποιον στα μάτια/στην εκτίμηση κάποιου: τον εξυψώνω από ηθική άποψη: Η πράξη του τον ~σε στα μάτια του κόσμου. Οι δηλώσεις της την ~σαν στην εκτίμησή μου. Βλ. ανεβαίνω., ανεβάζω κάποιον στα ουράνια (μτφ.) 1. τον αποθεώνω, εγκωμιάζω: Τον ~σαν ~, αναγνωρίζοντας το ήθος του. 2. του προκαλώ ψυχική ευφορία, ανάταση: Η αναγνώριση/η επιδοκιμασία/η επιτυχία σε ~ει ~. Βλ. ανεβαίνω., ανεβάζω κάποιον στην εξουσία/στον θρόνο: ΙΣΤ. τον αναγορεύω ηγέτη ή βασιλιά: Ο απελευθερωτικός πόλεμος ~σε στην εξουσία τις εθνικές δυνάμεις της χώρας., ανεβάζω κάποιον/κάτι στα ύψη (μτφ.) 1. αυξάνω κάτι σε υπερβολικό βαθμό: Η νίκη ~σε ~ την αυτοπεποίθησή τους. Βλ. εκτινάσσεται/εκτοξεύεται στα ύψη. 2. συντελώ ώστε να αποκτήσει κάποιος ή κάτι μεγάλη φήμη ή αξία: Με την εργατικότητά της ~σε την επιχείρηση ~. Πβ. απογειώνω. 3. προκαλώ σε κάποιον ψυχική ανάταση: Η ερμηνεία της ~σε το κοινό ~., ανεβάζω/σηκώνω τον πήχη/πήχυ (ψηλά) (μτφ.) 1. βελτιώνω το επίπεδο ή θέτω υψηλότερους στόχους: Με το κύρος σας έχετε ~σει ~ πολύ ψηλά. Βάζουμε υψηλούς στόχους, ~ουμε ~ ψηλά. 2. (+ γεν.) αυξάνω: Έχουν ~σει ~ των απαιτήσεων/των διεκδικήσεών/των προσδοκιών τους. Βλ. ανεβαίνω., τον ανεβάζει ... τον κατεβάζει (προφ.-εμφατ.): αποκαλεί, προσφωνεί, χαρακτηρίζει κάποιον διαρκώς: (για να δηλωθεί η αρνητική συνήθ. πλευρά προσώπου) Ρεμάλι τον ~ουν, ρεμάλι τον ~ουν., ανεβάζει και κατεβάζει κυβερνήσεις βλ. κυβέρνηση, ανεβάζω κάποιον στον έβδομο ουρανό/στους επτά ουρανούς βλ. ουρανός, ανεβάζω/εκτοξεύω την αδρεναλίνη (στα ύψη/στο κόκκινο) βλ. αδρεναλίνη, ανεβαίνουν οι τόνοι/ανεβάζω τους τόνους βλ. τόνος1, κάποιος/κάτι μου ανεβάζει το αίμα στο κεφάλι/την πίεση βλ. αίμα, σηκώνει/ανεβάζει (την) αυλαία & ανοίγει/σηκώνεται η αυλαία βλ. σηκώνω [< μεσν. ανεβάζω, 3: αγγλ. upload, 1977, 6: γαλλ. monter]
ανταποδίδω
ανταποδίδω[ἀνταποδίδω] α-ντα-πο-δί-δω ρ. (μτβ.) {ανταπέδω-σα, ανταποδώ-σει, ανταποδό-θηκε, ανταποδίδ-οντας} & (σπάν.-προφ.) ανταποδίνω: ενεργώ ή συμπεριφέρομαι ανάλογα με τη συμπεριφορά της οποίας γίνομαι αποδέκτης: ~ (σε κάποιον) την επίσκεψη/τις ευχές (πβ. αντεύχομαι)/τα πυρά/τον χαιρετισμό (ΣΥΝ. αντιχαιρετώ)/το χτύπημα. Σ' ευχαριστώ και ~. ~ει με το ίδιο νόμισμα (= τα ίσα). ~σε το κακό/το καλό/την τιμή που της έκαναν. ~σε την αγάπη/εμπιστοσύνη που της έδειξε. Η φιλοφρόνηση ~θηκε άμεσα. Πβ. (ξε)πληρώνω. ● ΦΡ.: ανταποδίδω/αποδίδω τα ίσα & τα όμοια (σε κάποιον): κάνω σε κάποιον ό,τι μου έκανε, συνήθ. κάτι κακό. Πβ. αντεκδικούμαι, πατσίζω. ΣΥΝ. παίρνω το αίμα μου πίσω/πίσω το αίμα μου, πληρώνω κάποιον με το ίδιο νόμισμα [< αρχ. ἀνταποδίδωμι, μεσν. ανταποδίνω]
αυτοελέγχομαι
αυτοελέγχομαι[αὐτοελέγχομαι] αυ-το-ε-λέγ-χο-μαι ρ. (αμτβ.): ασκώ έλεγχο ο ίδιος στον εαυτό μου, αυτοσυγκρατούμαι. ● Μτχ.: αυτοελεγχόμενος , η, ο: ΤΕΧΝΟΛ. (για ηλεκτρονικό μηχάνημα, σύστημα ή πρόγραμμα) που έχει τη δυνατότητα να ελέγχει τη λειτουργία του και να αναφέρει τα πιθανά σφάλματα: ~ος: κλιματισμός.
καίσαρας
καίσαραςκαί-σα-ρας ουσ. (αρσ.) (κ. με κεφαλ. Κ) & (λόγ.) καίσαρ {-ος} 1. ΙΣΤ. τίτλος Ρωμαίου αυτοκράτορα. Βλ. κάιζερ, τσάρος. 2. (μτφ.) για αυταρχικό πρόσωπο, συνήθ. ηγέτη. ● ΦΡ.: (αποδίδω) τα του Καίσαρος τω Καίσαρι (ΚΔ): για την ανάγκη απόδοσης στον καθένα αυτού που του αναλογεί ή του πρέπει., η γυναίκα του Καίσαρα δεν αρκεί να είναι τίμια, πρέπει και να φαίνεται (τίμια) (γνωμ.): ένα δημόσιο πρόσωπο δεν αρκεί να είναι έντιμο, αλλά πρέπει παράλληλα να έχει την έξωθεν καλή μαρτυρία. [< μτγν. Καῖσαρ]
καρπός
καρπόςκαρ-πός ουσ. (αρσ.) 1. ΒΟΤ. το εδώδιμο συνήθ. προϊόν των αγγειόσπερμων· ειδικότ. η αναπτυγμένη ωοθήκη του άνθους του φυτού, η οποία συνήθ. περιέχει τους σπόρους: σαρκώδεις ~οί (βλ. δρύπη, ράγα2). Απλοί/σύνθετοι (βλ. ηλίανθος) ~οί. Βλ. γονιμοποίηση, γύρη, ενδο-, επι-, μεσο-, περι-κάρπιο.|| Άγουροι/άγριοι/ξινοί/όξινοι/πικροί/φρέσκοι/χυμώδεις/ώριμοι ~οί. Ο ~ του αμπελιού (= σταφύλι)/της ελιάς (= ελαιόκαρπος)/του καλαμποκιού/των σιτηρών. Οι ~οί των αναρριχητικών (βλ. κολοκύθι) ή ποωδών φυτών (βλ. αγγούρι, ντομάτα, φράουλα· βλ. λαχανικά)/εσπεριδοειδών/οπωροφόρων (= φρούτα)/τροπικών δέντρων (βλ. αβοκάντο, ανανάς, καρύδα). Οι ~οί της γης. Οι ~οί έδεσαν (βλ. καρπόδεση)/έπεσαν (βλ. καρπόπτωση). Βλ. κοτσάνι, κουκούτσι. 2. (μτφ.) το θετικό αποτέλεσμα μιας διαδικασίας ή δραστηριότητας· γέννημα, δημιούργημα: οι ~οί της ανάπτυξης/ελευθερίας. Το έργο αποτελεί ~ό (= προϊόν) εμπειρίας/πολυετούς προσπάθειας/σκληρής δουλειάς. Η έρευνα απέφερε πλούσιους ~ούς. Απολαμβάνουν/θερίζουν τους ~ούς των κόπων τους.|| (ΝΟΜ.) Πολιτικοί/φυσικοί ~οί δικαιώματος (: πρόσοδοι και ωφελήματα). Βλ. επικαρπία. 3. (μτφ.) παιδί, τέκνο: ~ του γάμου/έρωτά τους. 4. ΑΝΑΤ. η άρθρωση ανάμεσα στο αντιβράχιο και την παλάμη: Λυγίζω τον ~ό. Έσπασε τον ~ό του αριστερού του χεριού. Υπέστη κάταγμα στον ~ό. Βλ. αστράγαλος, μετα-, περι-κάρπιο. ● ΣΥΜΠΛ.: αγλαοί καρποί βλ. αγλαός, απαγορευμένος καρπός/απαγορευμένο φρούτο βλ. απαγορευμένος, ξηροί καρποί βλ. ξηρός ● ΦΡ.: αποδίδει καρπούς (μτφ.): έχει καλή έκβαση· ευοδώνεται, τελεσφορεί: Η συνεργασία μας ~σε ~. ΣΥΝ. καρποφορεί (1), δρέπω (τους) καρπούς βλ. δρέπω [< 1: αρχ. καρπός 2,3: γαλλ. fruit 4: αρχ. ~, γαλλ. carpe, αγγλ. carpus]
-ποιώ
-ποιώ(λόγ.) β' συνθετικό ρημάτων με τη σημασία του 1. κάνω κάτι: αξιο~ (βλ. -λογώ)/γνωστο~/ενοχο~/εντατικο~/ποινικο~.|| (με πρόθ.) Εκ~. 2. δίνω συγκεκριμένη μορφή: ψηφιο~.