Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 50 εγγραφές  [0-20]


  • -ας, -ασα, -αν {-αντος (θηλ. -ασας, σπάν.-λογιότ. -άσης), -αντα | -αντες (ουδ. -αντα), -άντων}: κατάληξη λόγιας μετοχής αορίστου ενεργ. φωνής που εμφανίζεται κυρ. σε στερεότυπες φράσεις με λειτουργία επιθέτου ή ουσιαστικού: Ο μοναδικός επιζήσ-ας. Η πρώτη διδάξ-ασα. Το θέμα θεωρείται λήξ-αν. Οι διατελέσ-αντες πρόεδροι.
  • άγουσα [ἄγουσα] ά-γου-σα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: πήρε την άγουσα & (σπάν.) έλαβε την άγουσα: τον έδιωξαν από κάπου, έφυγε: ~ ~ προς την έξοδο. Τον απέλυσαν και ~ ~.|| (κυρ. στο ποδόσφαιρο) ~ ~ για τα αποδυτήρια (για παίκτη που πήρε κόκκινη κάρτα). [< αρχ. ἄγουσα, θηλ. μτχ. ενεργ. ενεστ. του ἄγω]
  • αλληλοσυμπληρώνονται [ἀλληλοσυμπληρώνονται] αλ-λη-λο-συ-μπλη-ρώ-νο-νται ρ. {σπάν. στην ενεργ. φωνή}: (για πρόσωπα ή πράγματα που) συμπληρώνει το ένα το άλλο: Τα ετερώνυμα έλκονται, γιατί ~ονται. Οι πολιτικές των κρατών-μελών ~ονται και αλληλοενισχύονται. Βλ. αλληλο-αναιρούνται, -αποκλείονται.|| (σπάν.) Οι επιστήμονες ~ουν τις γνώσεις τους. ● Μτχ.: αλληλοσυμπληρούμενοι , ες, α (λόγ.): που συμπληρώνονται αμοιβαία: ~ες: έννοιες. ~α: πεδία γνώσης.
  • ανατινάζω [ἀνατινάζω] α-να-τι-νά-ζω ρ. (μτβ.) {ανατίνα-ξε, ανατινά-χτηκε κ. -χθηκε -γμένος, ανατινάζ-οντας} & (λόγ.) ανατινάσσω 1. καταστρέφω κάτι προκαλώντας έκρηξη: ~χθηκε αυτοκίνητο παγιδευμένο με εκρηκτικά (: εξερράγη). 2. {συνήθ. στην ενεργ. φωνή} (μτφ.) δυναμιτίζω, υπονομεύω: Με τις δηλώσεις του ~ξε τις θέσεις της παράταξης. Πβ. τορπιλίζω, τινάζω (κάτι/κάποιον) στον αέρα. [< αρχ. ἀνατινάσσω]
  • ανδρώνομαι [ἀνδρώνομαι] αν-δρώ-νο-μαι ρ. {ανδρώ-θηκε, -μένος, σπανιότ. ενεργ. άνδρω-σε, -σαν, ανδρώ-σει} & (λαϊκό) αντρώνομαι 1. (μτφ.) αναπτύσσομαι και ολοκληρώνομαι, συνήθ. μέσα από δυσκολίες ή συγκρούσεις: Η περιοχή ~εται οικονομικά. ~ηκε επιστημονικά.|| (σπανιότ.) Κίνημα που γαλούχησε και ~σε πολιτικά μια ολόκληρη γενιά. Οι δοκιμασίες τον ~σαν. 2. γίνομαι άνδρας, ενηλικιώνομαι: Μεγάλωσε και ~θηκε (= ωρίμασε) στη ... [< 2: αρχ. ἀνδροῦμαι]
  • ανεξαρτητοποιούμαι [ἀνεξαρτητοποιοῦμαι] α-νε-ξαρ-τη-το-ποι-ού-μαι ρ. (μτβ.) {ανεξαρτητοποι-είται, -ήθηκε, -ηθεί, (σπάν.) -ούμενος, -ημένος | σπάν. στην ενεργ. φωνή} & (προφ.) ανεξαρτοποιούμαι: γίνομαι ανεξάρτητος: ~ήθηκαν από το κόμμα. Η θυγατρική εταιρεία ~ήθηκε από τη μητρική. Ήρθε η ώρα να ~ηθείς (= να ανοίξεις τα φτερά σου). ~ημένο: κράτος. Πβ. απαγκιστρώνομαι, απελευθερώνω, αποδεσμεύω, αυτονομώ, χειραφετώ. Βλ. -ποιώ.
  • άπαγε [ἄπαγε] ά-πα-γε ρ. (αρχαιοπρ.-συχνά χιουμορ.): φύγε!, πήγαινε!, μακριά!: ~, άθλιε! ● ΦΡ.: άπαγε απ' εμού: μακριά από μένα., άπαγε της βλασφημίας: (συνήθ. από τον ίδιο τον ομιλητή προς τον εαυτό του) για αποτροπή εκστόμισης βλάσφημου, υβριστικού λόγου. [< προστ. ενεργ. ενεστ. β’ εν. του ρ. ἀπάγω]
  • απαγκιστρώνω [ἀπαγκιστρώνω] α-πα-γκι-στρώ-νω ρ. (μτβ.) {απαγκίστρω-σε, απαγκιστρώ-σει, -θηκε, -μένος}: αφαιρώ αγκίστρι από ψάρι· γενικότ. ξεγαντζώνω. ΑΝΤ. αγκιστρώνω (2) ● Παθ.: απαγκιστρώνομαι {κυρ. στο γ' πρόσ.} (μτφ.) 1. αποδεσμεύομαι, απελευθερώνομαι από κατάσταση έντονης εξάρτησης: ~ από την οικογένειά μου (= ανεξαρτητοποιούμαι). ~θηκε η χώρα από την επιρροή των ξένων δυνάμεων (πβ. ξεφεύγω). ~μένος (= απαλλαγμένος) από δεσμεύσεις/στερεότυπα/ταμπού.|| (σπανιότ. στην ενεργ. φωνή) Έχει ~σει τη χώρα από την οικονομική ύφεση (πβ. απεγκλωβίζω). 2. ΣΤΡΑΤ. αποφεύγω στρατιωτική εμπλοκή με υποχώρηση. [< γαλλ. (se) désengager]
  • αποδίδω [ἀποδίδω] α-πο-δί-δω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {απέδιδα, απέδω-σα, αποδώ-σει, αποδό-θηκε (λόγ.) απεδόθη, -θεί, (λόγ. μτχ. αποδο-θείς, -θείσα, -θέν), αποδίδ-οντας· στην ενεργ. φωνή συνήθ. στο γ' πρόσ., στην παθ. φωνή μόνο στο γ΄πρόσ.} (επίσ.) & αποδίνω 1. δίνω: Μην ~εις και τόσο μεγάλη αξία/βαρύτητα/σημασία στα λεγόμενά του (: μην τα θεωρείς τόσο αξιόλογα, σημαντικά ...)! Του ~ονται ιδιότητες που δεν διαθέτει (πβ. προσδίδω). Δίκαια του ~θηκε η προσωνυμία ...|| Η δημοτική Αρχή ~σε λογαριασμό για το κόστος των έργων. Του ~θηκαν οι δέουσες τιμές/τα εύσημα. Να ~θεί δικαιοσύνη για τα θύματα (πβ. απονέμω). ~σαν φόρο τιμής στους πεσόντες (= απέτισαν). 2. καταλογίζω, επιρρίπτω, προσάπτω: Της ~ουν πρόθεση για τον τραυματισμό του συζύγου της. Μη μου ~εις (= μη μου βάζεις στο στόμα) λόγια που δεν είπα! Απαιτούν να ~θούν (άμεσα/στο ακέραιο) ευθύνες εκεί που πρέπει. Οι ~θείσες σε βάρος του κατηγορίες αποδείχθηκαν αναληθείς. 3. (κυρ. αρνητ. συνυποδ.) θεωρώ κάτι ως αιτία ή κάποιον ως το υποκείμενο μιας ενέργειας ή τον δημιουργό ενός έργου: Πού ~εις την αποτυχία της; ~σαν την καθυστέρηση σε πρόβλημα που παρουσιάστηκε. Η πυρκαγιά ~εται (πβ. οφείλεται) σε εμπρησμό. Ο θάνατός του ~θηκε σε φυσικά αίτια.|| Αντιδράσεις προκάλεσε η ~θείσα στον ... δήλωση.|| Ο πίνακας ~εται στο μεγάλο ζωγράφο. 4. καταβάλλω ή επιστρέφω οφειλόμενο ποσό: Εισφορά που ~εται κάθε μήνα. Το επίδομα θα ~θεί σύντομα στους δικαιούχους. Αρνούνται να του ~σουν τα ποσοστά του. Μη ~θείς Φ.Π.Α. Πβ. πληρώνω. 5. παράγω έργο, έχω απόδοση: Ο κινητήρας ~ει ισχύ εκατόν εβδομήντα ίππων.|| ~ καλύτερα υπό πίεση. Ο υπάλληλος δεν ~ει (καθόλου). 6. διατυπώνω, μεταφέρω: Ο όρος ~εται (= μεταφράζεται) στα Ελληνικά ως ...|| Αποδώστε (= εκφράστε) το νόημα ελεύθερα/με δικά σας λόγια! 7. αναπαριστώ, αποτυπώνω: Στο βιβλίο του έχει ~σει (= έχει μεταφέρει, περάσει) με ζωντάνια/παραστατικά/πιστά το κλίμα της εποχής.|| Η έκφραση του προσώπου έχει ~θεί με μεγάλη επιτυχία στο γλυπτό. Πβ. απεικονίζω. 8. ερμηνεύω, υποδύομαι: ~ει θαυμάσια τον ρόλο του (= ενσαρκώνει, παίζει). Η ηθοποιός ~σε το ποίημα με σπάνια ευαισθησία. Η χορωδία ~σε εξαιρετικά τους ύμνους.αποδίδει 1. έχει θετική έκβαση, τελεσφορεί: Το σχέδιο ~σε (= ευοδώθηκε) τελικά. Η πολιτική του δεν φαίνεται να ~. Τα νέα μέτρα έχουν αρχίσει να ~ουν. Η προσπάθειά τους δεν ~σε αποτελέσματα. Πβ. πιάνω τόπο. 2. αποφέρει: Επενδύσεις που ~ουν. Οι μετοχές ~σαν ...%. Οι πωλήσεις έχουν ~σει (= δώσει, αφήσει) έσοδα/κέρδη ύψους ... ευρώ. Βλ. υπερ~. ● ΦΡ.: αποδίδω τα μέγιστα: έχω, επιτυγχάνω τη μέγιστη δυνατή απόδοση: Οι παίκτες ~σαν ~ στον αγώνα. Η συνεργασία τους έχει ~σει ~., (αποδίδω) τα του Καίσαρος τω Καίσαρι βλ. καίσαρας, ανταποδίδω/αποδίδω τα ίσα βλ. ανταποδίδω, αποδίδει καρπούς βλ. καρπός, δεν αποδίδει τα αναμενόμενα βλ. αναμενόμενος [< αρχ. ἀποδίδωμι, μεσν. αποδίδω]
  • αποστεώνομαι [ἀποστεώνομαι] α-πο-στε-ώ-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {αποστεώ-θηκε, -μένος, σπάν. στην ενεργ. φωνή} 1. (μτφ.) χάνω τα ζωτικά χαρακτηριστικά μου, γίνομαι αναχρονιστικός, συντηρητικός: ~ονται οι αξίες/αρχές. Πολιτική αλλαγών και μεταρρυθμίσεων σε τομείς που έχουν ~θεί. Αντιλήψεις άκαμπτες και πνευματικά ~μένες.|| Εκπαιδευτικό σύστημα που ~ει τη γνώση. Πβ. απολιθώνω. 2. για κομμάτι κρέατος από το οποίο αφαιρούνται τα οστά κατά την επεξεργασία του: Πουλερικά/ψάρια που έχουν ~θεί και τεμαχιστεί. 3. χάνω πολλά κιλά, με αποτέλεσμα να φαίνομαι υπερβολικά αδύνατος. [< γαλλ. s' ossifier]
  • αποσχίζομαι [ἀποσχίζομαι] α-πο-σχί-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {αποσχί-στηκε (λόγ. -σθηκε, απεσχίσθη, μτχ. αποσχισθείς, -είσα, -έν), -σμένος, σπάν. στην ενεργ. φωνή} (επίσ.): απομακρύνομαι από σύνολο στο οποίο ανήκω, συνήθ. με σκοπό την ανεξαρτητοποίηση ή την ένταξή μου σε άλλο σύνολο: ~ από την Ένωση/οργάνωση. Η περιοχή ~στηκε και αυτονομήθηκε (πβ. αποσπάστηκε). Στέλεχος που αποφάσισε να ~στεί από την παράταξη και να ιδρύσει δικό του κόμμα. (λόγ.) ~σθέντα: μέλη. Πβ. αποσκιρτώ, αποστατώ, αποχωρώ.|| (ΑΝΑΤ.) Φλέβα που ~εται (= διαχωρίζεται) σε αριστερό και δεξιό κλάδο. [< αρχ. ἀποσχίζομαι]
  • αστικοποιείται [ἀστικοποιεῖται] α-στι-κο-ποι-εί-ται ρ. (αμτβ.) {-ήθηκε, -ηθεί, -ημένος | σπάν. στην ενεργ. φωνή αστικοποιεί} 1. (για περιοχή) αποκτά χαρακτηριστικά πόλης ή (σπάν.) εντάσσεται σε πόλη: Η δόμηση αυξάνεται και τα νησιά σταδιακά ~ούνται. Η ύπαιθρος ~ήθηκε (άναρχα). Βλ. -ποιώ. 2. ΠΟΛΙΤ. (για πληθυσμό) συγκεντρώνεται σε πόλεις και γίνεται αστικός: Ο κόσμος/πλανήτης ~ με ταχύτατους ρυθμούς. Η ελληνική κοινωνία ~ήθηκε.|| (μτφ.) Ο πολιτισμός ~. [< γαλλ. urbaniser]
  • αυτοαναιρούμαι [αὐτοαναιροῦμαι] αυ-το-α-ναι-ρού-μαι ρ. (αμτβ.) {αυτοαναιρ-είσαι ..., -ούμενος | αυτοαναιρ-έθηκε, -εθεί | σπάν. ενεργ. ενεστ. αυτοαναιρώ}: ανακαλώ λόγια, απόψεις, πράξεις που υποστήριζα, αυτοακυρώνομαι: ~είται (= αυτοδιαψεύδεται), όταν υποστηρίζει ότι ... Ανυπόστατα επιχειρήματα που ~ούνται. Σύστημα αξιών που εκφυλίστηκε και ~έθηκε (πβ. αυτοκαταργήθηκε).|| ~εί το έργο του.
  • αυτολογοκρίνομαι [αὐτολογοκρίνομαι] αυ-το-λο-γο-κρί-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {-θηκα, συνήθ. στο γ' πρόσ. | (σπάν. ενεργ. φωνή)}: λογοκρίνω τον εαυτό μου: Δημοσιογράφοι που δέχονται πιέσεις και ~ονται. ~όμενος: ποιητής.|| ~ω τη σκέψη μου. [< αγγλ. self-censor, γαλλ. s' autocensurer]Ι
  • αυτοπεριορίζομαι [αὐτοπεριορίζομαι] αυ-το-πε-ρι-ο-ρί-ζο-μαι ρ. {αυτοπεριορί-στηκε, -σμένος, συνήθ. στο γ' πρόσ. (σπανιότ. στην ενεργ. φωνή)}: θέτω περιορισμούς στον εαυτό μου: ~εται στα καθήκοντά της. Με τις επιλογές του ~στηκε. Πβ. αυτοδεσμεύομαι.|| ~ίζω τις ανάγκες μου.
  • αυτορρυθμίζεται [αὐτορρυθμίζεται] αυ-τορ-ρυθ-μί-ζε-ται ρ. {αυτορρυθμί-στηκε, αυτορρυθμιζ-όμενος, συνήθ. στο γ' πρόσ.} & αυτορυθμίζεται: ρυθμίζεται από μόνο του, αυτόματα: To δίκτυο/ο οργανισμός μπορεί να ~εται. ~όμενη μάθηση. ~όμενο: κλιματιστικό.|| (ΟΙΚΟΝ.) Σύμφωνα με τον νεοφιλελευθερισμό η αγορά ~εται. Ο ιδιωτικός τομέας είναι ~όμενος (χωρίς κρατική παρέμβαση). Βλ. αυτοελέγχομαι.|| (σπάν. στην ενεργ. φωνή) Το οικοσύστημα αυτοσυντηρείται και ~ει τις λειτουργίες του.
  • γαντζώνω γα-ντζώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {γάντζω-σα, -θηκα, -μένος}: συγκρατώ κάτι με γάντζους: ~σε τα κιβώτια, για να μην πέσουν. Πβ. αγκιστρώνω. ΑΝΤ. ξεγαντζώνω ● γαντζώνει: (μτφ.) πιάνει, συγκρατεί γερά: Κλιπ ακουστικού που ~ στο αφτί. Τα τακάκια ~ουν στον δίσκο, μόλις πατηθεί το φρένο.Τα λάστιχα ~ουν στο έδαφος (βλ. πρόσφυση). Πβ. μαγκώνω. ● Παθ.: γαντζώνομαι 1. κρατιέμαι γερά από κάτι ή κάποιον: ~θηκε στον λαιμό του πατέρα της. ΣΥΝ. γραπώνομαι.|| (σπάν. στην ενεργ. φωνή) ~σε τα δάχτυλά του στο περβάζι. 2. (μτφ.) προσκολλώμαι: Έχει ~θεί (= κολλήσει) πάνω μου σαν βδέλλα. ~μένοι με νύχια και με δόντια στην εξουσία.
  • δασώνεται δα-σώ-νε-ται ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {δασώ-θηκε, -μένος, σπάν. στην ενεργ. φωνή δασώνει}: καλύπτεται μια περιοχή με πολλά δέντρα, γίνεται δάσος: Εγκαταλελειμμένες εκτάσεις που ~ονται. Ο οικισμός εγκαταλείφθηκε και ο τόπος ~θηκε. ΑΝΤ. αποψιλώνω. Βλ. αναδασώνω. [< μεσν. δασώνω, αγγλ. forest]
  • εκτινάσσω [ἐκτινάσσω] ε-κτι-νάσ-σω ρ. (μτβ.) {εκτίνα-ξε, εκτινά-χτηκε (λόγ.) -χθηκε, εκτινάσσ-οντας, -όμενος} 1. πετώ απότομα και με δύναμη προς τα πάνω ή προς τα μπρος: Η έκρηξη ~ξε τόνους στάχτης στην ατμόσφαιρα. ~χτηκε από τη θέση του. Πβ. εκσφενδονίζω, εκτοξεύω.|| Ο τερματοφύλακας ~χθηκε και μπλόκαρε την μπάλα. 2. (μτφ.) αυξάνω κάτι πάρα πολύ: Η κερδοσκοπία ~ει τις τιμές των εμπορευμάτων. ΣΥΝ. απογειώνω (2) ● ΣΥΜΠΛ.: εκτινασσόμενο κάθισμα: ΤΕΧΝΟΛ. που εκτινάσσει τον πιλότο μαχητικού αεροσκάφους, διευκολύνοντας την ασφαλή διαφυγή του με αλεξίπτωτο σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης. [< αγγλ. ejection seat, 1945] ● ΦΡ.: εκτινάσσεται/εκτοξεύεται στα ύψη {σπάν. στην ενεργ. φωνή}: αυξάνεται απότομα και εντυπωσιακά: Τα κέρδη/οι πωλήσεις εκτινάχθηκαν ~ ~. Η δημοτικότητά του/εγκληματικότητα/τηλεθέαση έχει εκτοξευτεί ~ ~. Βλ. ανεβάζω κάποιον/κάτι στα ύψη. [< αρχ ἐκτινάσσω ‘τινάζω, αποτινάζω’]
  • εκτροχιάζεται [ἐκτροχιάζεται] ε-κτρο-χι-ά-ζε-ται ρ. (μτβ.) {εκτροχιά-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος | (σπάν. ενεργ. εκτροχία-σε} (λόγ.) 1. (για τρένο ή βαγόνι) εκτρέπεται από τις ράγες: Η υπερταχεία ~στηκε. 2. (μτφ.) παρεκκλίνει από τη σωστή ή προκαθορισμένη πορεία του, παρεκτρέπεται: Η κατάσταση/συζήτηση ~στηκε.|| Η βία μπορεί να ~σει (= εκτρέψει) την ειρηνευτική διαδικασία.εκτροχιάζομαι (μτφ.-προφ.): παραφέρομαι: ~στηκε και έγινε γραφικός. [< γαλλ. dérailler]

αναδασώνω

αναδασώνω [ἀναδασώνω] α-να-δα-σώ-νω ρ. (μτβ.) {αναδάσω-σε, -σει, -θηκε, -θεί, -μένος}: κάνω αναδάσωση. Πβ. δενδροφυτεύω. [< γαλλ. reboiser]

αναμενόμενος

αναμενόμενος, η, ο [ἀναμενόμενος] α-να-με-νό-με-νος επίθ.: (για κάτι) που αναμένει ή ανέμενε κάποιος να συμβεί, που ανταποκρίνεται στις προσδοκίες του: ~ος: αριθμός (επισκεπτών). ~η: αλλαγή/αντίδραση/απάντηση/αύξηση/επιτυχία/συμπεριφορά. ~α: έσοδα. Μη ~ες εξελίξεις (= αναπάντεχες, απρόσμενες). Προσπάθεια που δεν είχε τα ~α (= επιθυμητά) αποτελέσματα. Το θέμα στις εξετάσεις ήταν ~ο (πβ. ΣΟΣ).|| (απρόσ.) Όπως ήταν ~ο. Είναι ~ο να/ότι ... ● ΣΥΜΠΛ.: αναμενόμενη/προσδοκώμενη τιμή/αξία βλ. τιμή ● ΦΡ.: δεν αποδίδει τα αναμενόμενα: δεν επιφέρει τα προσδοκώμενα αποτελέσματα· (για πρόσ., συνήθ. αθλητή) η επίδοσή του δεν είναι η αναμενόμενη: Τα μέτρα δεν απέδωσαν ~.|| Ο περσινός παγκόσμιος πρωταθλητής δεν απέδωσε ~ και περιορίστηκε στην τρίτη θέση. [< μτχ. εν. του ρ. ἀναμένω, αγγλ. expected]

ανεβάζω

ανεβάζω [ἀνεβάζω] α-νε-βά-ζω ρ. (μτβ.) {ανέβα-σα, ανεβά-σει -σμένος, ανεβάζ-οντας} 1. μετακινώ ή σηκώνω κάποιον ή κάτι από κάτω προς τα πάνω· μεταφέρω κάποιον από τον νότο προς τον βορρά, από το κέντρο προς την περιφέρεια, από τα παράλια προς την ενδοχώρα: ~ τη βαλίτσα/τον γιακά/τον διακόπτη/το κιβώτιο/τα μανίκια/τον μοχλό/τα πράγματα. Την ~σε στο λεωφορείο (= τη βοήθησε ν' ανέβει, πβ. επιβιβάζω). Με ~σαν σε μια σωστική λέμβο.|| (προφ.) Θα σ' ~σω εγώ από το λιμάνι.|| (ΓΡΑΜΜ.) Πολλές σύνθετες λέξεις ~ουν τον τόνο στην προπαραλήγουσα (: τον μεταφέρουν σε προηγούμενη συλλαβή). ΑΝΤ. κατεβάζω (1) 2. αυξάνω, υψώνω: ~ τα δίδακτρα/την ένταση (= δυναμώνω)/τα κέρδη/το κόστος/τους μισθούς/τα νοίκια/την παραγωγικότητα/την ποιότητα/την τηλεθέαση/τον τόνο της φωνής/τους φόρους (ΑΝΤ. μειώνω). Κάθε νίκη μάς ~ει το ηθικό (πβ. εξυψώνω). Τα νέα προϊόντα ~ουν σε ψηλά επίπεδα την εικόνα της επιχείρησης. ~σε την ομάδα του στην κορυφή της βαθμολογίας (πβ. προάγω, προβιβάζω). ~σε πίεση/πυρετό (: αυξήθηκε η πίεση/η θερμοκρασία του σώματός του). Έχει ~σει την απόδοσή του. ~σμένη: θερμοκρασία/τιμή.|| (ΜΟΥΣ.) ~ ψηλότερα έναν φθόγγο. 3. μεταφέρω δεδομένα ή προγράμματα από περιφερειακό σε κεντρικό σύστημα, από προσωπικό υπολογιστή σε απομακρυσμένο σταθμό εργασίας: ~ αρχεία στο διαδίκτυο/στην ιστοσελίδα/στο σάιτ. 4. (προφ.) προκαλώ ψυχική ευφορία: Το φαγητό μάς ~ει (= φτιάχνει, ΑΝΤ. χαλάει/ρίχνει). Με ~σαν τα καλά σου λόγια. Με τόσο ωραία ατμόσφαιρα νιώθω ~σμένος (πβ. χάι). Η διάθεσή/ψυχολογία μου είναι ~σμένη (: είμαι στα πάνω μου). Ξεσηκώνει τα πλήθη με την πιο ~σμένη μουσική (: μοντέρνα μουσική που προκαλεί κέφι). 5. {στο γ' πρόσ.} υπολογίζω, λογαριάζω (για ποσότητα που αποδεικνύεται μεγαλύτερη απ' ό,τι είχε αρχικά υπολογιστεί): Αξιωματούχοι της Αστυνομίας ~ουν τον συνολικό αριθμό των νεκρών σε ... (= εκτιμούν ότι ο αριθμός των νεκρών ανέρχεται σε ...). 6. παρουσιάζω θεατρική παράσταση στο κοινό: ~ δράμα/κωμωδία/μιούζικαλ/παράσταση/τραγωδία. Η θεατρική ομάδα έχει ~σει (= παίξει) με μεγάλη επιτυχία έργα του κλασικού ρεπερτορίου. Βλ. σκηνοθετώ. ● ΦΡ.: ανεβάζει το θερμόμετρο (μτφ.) για κάτι που προκαλεί 1. αντιπαραθέσεις, εντείνει τα πάθη: Η απαγόρευση ~σε ~ στα ύψη. 2. πολύ μεγάλο ενδιαφέρον: Η έκδοση των έντοκων γραμματίων ~σε ~ στην αγορά., ανεβάζω (τις) στροφές/ταχύτητα/ρυθμούς 1. επιταχύνω, αυξάνω: Ο κινητήρας ~ει τις στροφές του. 2. (μτφ.) βελτιώνω την απόδοσή μου: ~ει ταχύτητα η οικονομία (= αναπτύσσεται). Στο δεύτερο ημίχρονο η ομάδα ~σε ρυθμούς και συνέτριψε την αντίπαλό της., ανεβάζω κάποιον στα μάτια/στην εκτίμηση κάποιου: τον εξυψώνω από ηθική άποψη: Η πράξη του τον ~σε στα μάτια του κόσμου. Οι δηλώσεις της την ~σαν στην εκτίμησή μου. Βλ. ανεβαίνω., ανεβάζω κάποιον στα ουράνια (μτφ.) 1. τον αποθεώνω, εγκωμιάζω: Τον ~σαν ~, αναγνωρίζοντας το ήθος του. 2. του προκαλώ ψυχική ευφορία, ανάταση: Η αναγνώριση/η επιδοκιμασία/η επιτυχία σε ~ει ~. Βλ. ανεβαίνω., ανεβάζω κάποιον στην εξουσία/στον θρόνο: ΙΣΤ. τον αναγορεύω ηγέτη ή βασιλιά: Ο απελευθερωτικός πόλεμος ~σε στην εξουσία τις εθνικές δυνάμεις της χώρας., ανεβάζω κάποιον/κάτι στα ύψη (μτφ.) 1. αυξάνω κάτι σε υπερβολικό βαθμό: Η νίκη ~σε ~ την αυτοπεποίθησή τους. Βλ. εκτινάσσεται/εκτοξεύεται στα ύψη. 2. συντελώ ώστε να αποκτήσει κάποιος ή κάτι μεγάλη φήμη ή αξία: Με την εργατικότητά της ~σε την επιχείρηση ~. Πβ. απογειώνω. 3. προκαλώ σε κάποιον ψυχική ανάταση: Η ερμηνεία της ~σε το κοινό ~., ανεβάζω/σηκώνω τον πήχη/πήχυ (ψηλά) (μτφ.) 1. βελτιώνω το επίπεδο ή θέτω υψηλότερους στόχους: Με το κύρος σας έχετε ~σει ~ πολύ ψηλά. Βάζουμε υψηλούς στόχους, ~ουμε ~ ψηλά. 2. (+ γεν.) αυξάνω: Έχουν ~σει ~ των απαιτήσεων/των διεκδικήσεών/των προσδοκιών τους. Βλ. ανεβαίνω., τον ανεβάζει ... τον κατεβάζει (προφ.-εμφατ.): αποκαλεί, προσφωνεί, χαρακτηρίζει κάποιον διαρκώς: (για να δηλωθεί η αρνητική συνήθ. πλευρά προσώπου) Ρεμάλι τον ~ουν, ρεμάλι τον ~ουν., ανεβάζει και κατεβάζει κυβερνήσεις βλ. κυβέρνηση, ανεβάζω κάποιον στον έβδομο ουρανό/στους επτά ουρανούς βλ. ουρανός, ανεβάζω/εκτοξεύω την αδρεναλίνη (στα ύψη/στο κόκκινο) βλ. αδρεναλίνη, ανεβαίνουν οι τόνοι/ανεβάζω τους τόνους βλ. τόνος1, κάποιος/κάτι μου ανεβάζει το αίμα στο κεφάλι/την πίεση βλ. αίμα, σηκώνει/ανεβάζει (την) αυλαία & ανοίγει/σηκώνεται η αυλαία βλ. σηκώνω [< μεσν. ανεβάζω, 3: αγγλ. upload, 1977, 6: γαλλ. monter]

ανταποδίδω

ανταποδίδω [ἀνταποδίδω] α-ντα-πο-δί-δω ρ. (μτβ.) {ανταπέδω-σα, ανταποδώ-σει, ανταποδό-θηκε, ανταποδίδ-οντας} & (σπάν.-προφ.) ανταποδίνω: ενεργώ ή συμπεριφέρομαι ανάλογα με τη συμπεριφορά της οποίας γίνομαι αποδέκτης: ~ (σε κάποιον) την επίσκεψη/τις ευχές (πβ. αντεύχομαι)/τα πυρά/τον χαιρετισμό (ΣΥΝ. αντιχαιρετώ)/το χτύπημα. Σ' ευχαριστώ και ~. ~ει με το ίδιο νόμισμα (= τα ίσα). ~σε το κακό/το καλό/την τιμή που της έκαναν. ~σε την αγάπη/εμπιστοσύνη που της έδειξε. Η φιλοφρόνηση ~θηκε άμεσα. Πβ. (ξε)πληρώνω. ● ΦΡ.: ανταποδίδω/αποδίδω τα ίσα & τα όμοια (σε κάποιον): κάνω σε κάποιον ό,τι μου έκανε, συνήθ. κάτι κακό. Πβ. αντεκδικούμαι, πατσίζω. ΣΥΝ. παίρνω το αίμα μου πίσω/πίσω το αίμα μου, πληρώνω κάποιον με το ίδιο νόμισμα [< αρχ. ἀνταποδίδωμι, μεσν. ανταποδίνω]

αυτοελέγχομαι

αυτοελέγχομαι [αὐτοελέγχομαι] αυ-το-ε-λέγ-χο-μαι ρ. (αμτβ.): ασκώ έλεγχο ο ίδιος στον εαυτό μου, αυτοσυγκρατούμαι. ● Μτχ.: αυτοελεγχόμενος , η, ο: ΤΕΧΝΟΛ. (για ηλεκτρονικό μηχάνημα, σύστημα ή πρόγραμμα) που έχει τη δυνατότητα να ελέγχει τη λειτουργία του και να αναφέρει τα πιθανά σφάλματα: ~ος: κλιματισμός.

καίσαρας

καίσαρας καί-σα-ρας ουσ. (αρσ.) (κ. με κεφαλ. Κ) & (λόγ.) καίσαρ {-ος} 1. ΙΣΤ. τίτλος Ρωμαίου αυτοκράτορα. Βλ. κάιζερ, τσάρος. 2. (μτφ.) για αυταρχικό πρόσωπο, συνήθ. ηγέτη. ● ΦΡ.: (αποδίδω) τα του Καίσαρος τω Καίσαρι (ΚΔ): για την ανάγκη απόδοσης στον καθένα αυτού που του αναλογεί ή του πρέπει., η γυναίκα του Καίσαρα δεν αρκεί να είναι τίμια, πρέπει και να φαίνεται (τίμια) (γνωμ.): ένα δημόσιο πρόσωπο δεν αρκεί να είναι έντιμο, αλλά πρέπει παράλληλα να έχει την έξωθεν καλή μαρτυρία. [< μτγν. Καῖσαρ]

καρπός

καρπός καρ-πός ουσ. (αρσ.) 1. ΒΟΤ. το εδώδιμο συνήθ. προϊόν των αγγειόσπερμων· ειδικότ. η αναπτυγμένη ωοθήκη του άνθους του φυτού, η οποία συνήθ. περιέχει τους σπόρους: σαρκώδεις ~οί (βλ. δρύπη, ράγα2). Απλοί/σύνθετοι (βλ. ηλίανθος) ~οί. Βλ. γονιμοποίηση, γύρη, ενδο-, επι-, μεσο-, περι-κάρπιο.|| Άγουροι/άγριοι/ξινοί/όξινοι/πικροί/φρέσκοι/χυμώδεις/ώριμοι ~οί. Ο ~ του αμπελιού (= σταφύλι)/της ελιάς (= ελαιόκαρπος)/του καλαμποκιού/των σιτηρών. Οι ~οί των αναρριχητικών (βλ. κολοκύθι) ή ποωδών φυτών (βλ. αγγούρι, ντομάτα, φράουλα· βλ. λαχανικά)/εσπεριδοειδών/οπωροφόρων (= φρούτα)/τροπικών δέντρων (βλ. αβοκάντο, ανανάς, καρύδα). Οι ~οί της γης. Οι ~οί έδεσαν (βλ. καρπόδεση)/έπεσαν (βλ. καρπόπτωση). Βλ. κοτσάνι, κουκούτσι. 2. (μτφ.) το θετικό αποτέλεσμα μιας διαδικασίας ή δραστηριότητας· γέννημα, δημιούργημα: οι ~οί της ανάπτυξης/ελευθερίας. Το έργο αποτελεί ~ό (= προϊόν) εμπειρίας/πολυετούς προσπάθειας/σκληρής δουλειάς. Η έρευνα απέφερε πλούσιους ~ούς. Απολαμβάνουν/θερίζουν τους ~ούς των κόπων τους.|| (ΝΟΜ.) Πολιτικοί/φυσικοί ~οί δικαιώματος (: πρόσοδοι και ωφελήματα). Βλ. επικαρπία. 3. (μτφ.) παιδί, τέκνο: ~ του γάμου/έρωτά τους. 4. ΑΝΑΤ. η άρθρωση ανάμεσα στο αντιβράχιο και την παλάμη: Λυγίζω τον ~ό. Έσπασε τον ~ό του αριστερού του χεριού. Υπέστη κάταγμα στον ~ό. Βλ. αστράγαλος, μετα-, περι-κάρπιο. ● ΣΥΜΠΛ.: αγλαοί καρποί βλ. αγλαός, απαγορευμένος καρπός/απαγορευμένο φρούτο βλ. απαγορευμένος, ξηροί καρποί βλ. ξηρός ● ΦΡ.: αποδίδει καρπούς (μτφ.): έχει καλή έκβαση· ευοδώνεται, τελεσφορεί: Η συνεργασία μας ~σε ~. ΣΥΝ. καρποφορεί (1), δρέπω (τους) καρπούς βλ. δρέπω [< 1: αρχ. καρπός 2,3: γαλλ. fruit 4: αρχ. ~, γαλλ. carpe, αγγλ. carpus]

-ποιώ

-ποιώ (λόγ.) β' συνθετικό ρημάτων με τη σημασία του 1. κάνω κάτι: αξιο~ (βλ. -λογώ)/γνωστο~/ενοχο~/εντατικο~/ποινικο~.|| (με πρόθ.) Εκ~. 2. δίνω συγκεκριμένη μορφή: ψηφιο~.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.