Αναζήτηση
Χρηστικό λεξικό

- αγάμητος , η, ο [ἀγάμητος] α-γά-μη-τος επίθ. (λ. ταμπού): που δεν έχει σεξουαλική ζωή για ένα διάστημα και κατ' επέκτ. εκδηλώνει στρυφνή και παράξενη συμπεριφορά. Πβ. (σεξουαλικά) στερημένος. [< αρχ. ἀγάμητος 'άγαμος']
- αρχίδι [ἀρχίδι] αρ-χί-δι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (λ. ταμπού) 1. καθένας από τους δύο όρχεις. Βλ. -ίδι. 2. (υβριστ.-συχνά ως προσφών.) για πρόσωπο με κακό χαρακτήρα ή/και αρνητική συμπεριφορά. Πβ. κωλόπαιδο, τσογλάνι. ● Υποκ.: αρχιδάκι (το) ● Μεγεθ.: αρχιδάρα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: αρχίδια/παπάρια μάντολες (ειρων.): για κάτι ανόητο, βλακώδες. ● ΦΡ.: (δεν) έχει (τ') αρχίδια: (για άνδρα) (δεν) έχει την τόλμη, το θάρρος να κάνει κάτι., αρχίδια (ειρων.): ως απαξιωτική απάντηση., γράφω (κάποιον/κάτι) στ' αρχίδια μου/στα παπάρια μου (υβριστ.): αδιαφορώ πλήρως γι' αυτό(ν), το(ν) απαξιώνω., θα μου/μας κλάσεις τ' αρχίδια!: (από άνδρα, ως απάντηση αδιαφορίας σε απειλή) δεν πρόκειται να μου/μας κάνεις τίποτα., καλώς τ' αρχίδια μας τα δυο! (ειρων., από άνδρα σε άνδρα): αντί για καλωσόρισμα., με αρχίδια: (συνήθ. για άνδρα) με κότσια., μου πρήζει/σπάει/ζαλίζει τ' αρχίδια/τα ούμπαλα: (έκφρ. δυσαρέσκειας από άνδρα) με κάνει να αγανακτώ., πιάνω τον Πάπα απ' τ' αρχίδια/από τα γένια (προφ.): θεωρώ ότι είμαι σπουδαίος ή ότι πέτυχα κάτι σημαντικό: Νομίζει ότι έχει πιάσει ~ ~., στ' αρχίδια/στ' απαυτά/στον πούτσο/στα τέτοια μου (υβριστ., από άνδρα): σκοτίστηκα. ΣΥΝ. στα παπάρια μου!, τα ξύνει/ξύνει τ' αρχίδια (/τα παπάρια) του: (κυρ. για άνδρα) τεμπελιάζει (συνήθ. σε χώρο εργασίας). ΣΥΝ. παίζει το πουλί του (2) [< μεσν. αρχίδι]
- γαμήσι γα-μή-σι ουσ. (ουδ.) (λ. ταμπού) 1. συνουσία. ΣΥΝ. πήδημα (2) 2. (μτφ.) πολύ δύσκολο, απαιτητικό ή κουραστικό έργο. Βλ. αγγούρι. [< μεσν. γαμήσει, τό < αρχ. γαμήσειν]
- γαμησιάτικα γα-μη-σιά-τι-κα ουσ. (ουδ.) (τα) & γαμισιάτικα (λ. ταμπού): κυρ. στη ● ΦΡ.: πληρώνω (τα) κερατιάτικα/γαμησιάτικα βλ. πληρώνω
- γαμιάς γα-μιάς ουσ. (αρσ.) (λ. ταμπού): άνδρας που φημίζεται για τις συχνές ερωτικές του επαφές και τις σεξουαλικές του επιδόσεις· κατ' επέκτ. μάγκας, παλικαράς. Πβ. επιβήτορας. Βλ. -ιάς1. [< μεσν. γαμέας]
- γαμιόλης, γαμιόλα γα-μιό-λης ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λ. ταμπού): υβριστικός χαρακτηρισμός.
- γαμώ [γαμῶ] γα-μώ ρ. (μτβ.) {γαμ-άς, -ά κ. -άει, -ώντας | γάμ-ησα, -ήσει, -ιέμαι, -ήθηκα, -ημένος} & γαμάω (λ. ταμπού) 1. έρχομαι σε σεξουαλική επαφή. Πβ. (απ)αυτώνω, πηδώ, συνουσιάζομαι. 2. (μτφ.) υποβάλλω κάποιον σε ταλαιπωρία, εξουθενώνω. Πβ. ξεθεώνω, ξεπατώνω. ● Μτχ.: γαμημένος , η, ο 1. (για δήλωση αγανάκτησης, οργής) άτιμος, καταραμένος: ~ος: καιρός. ~η: ζέστη. Πβ. αναθεματισμένος. 2. ως υβριστικός χαρακτηρισμός. ● ΦΡ.: (και) γαμώ (νεαν. αργκό-επιτατ.): ως έκφραση θαυμασμού για κάτι πολύ καλό ή ωραίο., άντε (και)/ά(ι) γαμήσου/πηδήξου! & δε γαμιέσαι; & δεν πας να γαμηθείς/πηδηχτείς & να πας να γαμηθείς/πηδηχτείς! (υβριστ.): για δήλωση αγανάκτησης, οργής ή έντονης δυσαρέσκειας προς κάποιον., γαμάει και δέρνει (μτφ.-αργκό) 1. συμπεριφέρεται αυθαίρετα και αλαζονικά. 2. & γαμάει: (εμφατ.) είναι εξαιρετικός, έχει μεγάλη επιτυχία., γάμησέ τα/γάμα τα (προφ.): για δήλωση δυσαρέσκειας, αγανάκτησης ή απόγνωσης: ~ ~ φίλε, μπερδεμένη υπόθεση/μεγάλη ιστορία. Πβ. άστα (να πάνε)., γαμώ τα παιδιά/τα άτομα & και γαμώ τα παιδιά/τα άτομα (νεαν. αργκό-επιτατ.): πολύ συμπαθητικός, αξιόλογος άνθρωπος, πολύ καλό παιδί., γαμώ το κέρατό/το στανιό μου/σου (υβριστ.): λέγεται για να δηλωθεί πολύ μεγάλη οργή., γαμώ τον/την/το ...: για έκφραση αγανάκτησης, θυμού: ~ την ατυχία/την κοινωνία μου., δε γαμιέται & δε γαμείς (προφ.): για δήλωση αδιαφορίας, απαξίωσης ή παραχώρησης: ~ ~! Ένα όνειρο ήταν και πέρασε! Πβ. δε βαριέσαι. Βλ. μην το/την ψάχνεις.|| ~ ~! Ας το κάνουμε κι ό,τι γίνει!, δεν μας γαμάς/χέζεις; & χέσε μας! (προφ.): ως έκφραση έντονης ενόχλησης, για δήλωση αποδοκιμασίας. Πβ. (άι) παράτα με!/δεν με παρατάς!, τη γάμησα/την έχω γαμήσει (νεαν. αργκό): βρίσκομαι σε εξαιρετικά δυσχερή θέση. Πβ. την κάτσαμε (τη βάρκα)., γαμώ την τύχη/το φελέκι μου βλ. φελέκι [< 1: αρχ. γαμῶ, αρχική σημ. ‘νυμφεύομαι, παντρεύομαι’]
- καύλα καύ-λα ουσ. (θηλ.) (λ. ταμπού) 1. σεξουαλική διέγερση ή έντονη επιθυμία για σεξουαλική επαφή: Έχει ~ες. Πβ. καύλωμα, σηκωμάρα, στύση. Βλ. ηδονή, λαγνεία. 2. (μτφ.) ωραία γυναίκα ή ωραίος άνδρας· κάτι που προκαλεί μεγάλο ενθουσιασμό σε κάποιον, που του αρέσει πολύ. 3. (μτφ.) λαχτάρα, πάθος: Έχει ~ με τα/η ~ του είναι τα αυτοκίνητα. Πβ. κάψα, μανία, τρέλα.
- καυλί καυ-λί ουσ. (ουδ.) (λ. ταμπού): βάλανος· κυρ. κατ' επέκτ. πέος. ΣΥΝ. πούτσος, ψωλή [< μτγν. καυλίον ‘μικρό καλάμι’]
- καυλιάρης, καυλιάρα καυ-λιά-ρης ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λ. ταμπού): πρόσωπο με συχνή και έντονη επιθυμία για συνουσία. Πβ. φιλήδονος.
- καυλιάρικος , η, ο καυ-λιά-ρι-κος επίθ. (λ. ταμπού): που προκαλεί, έχει ή φανερώνει έντονη επιθυμία για συνουσία. ● επίρρ.: καυλιάρικα
- καύλωμα καύ-λω-μα ουσ. (ουδ.) (λ. ταμπού): καύλα.
- καυλώνω καυ-λώ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {καύλω-σα, -μένος, καυλών-οντας} (λ. ταμπού) 1. έχω σεξουαλική διέγερση ή έντονη επιθυμία για σεξουαλική επαφή. 2. ερεθίζω σεξουαλικά κάποιον. Πβ. διεγείρω. 3. (μτφ.) εκδηλώνω έντονη και ξαφνική επιθυμία ή υπέρμετρο ενθουσιασμό για κάτι. [< μεσν. καυλώνω]
- κλαψομούνης, κλαψομούνα κλα-ψο-μού-νης ουσ. (αρσ. + θηλ.) (αργκό-λ. ταμπού): άτομο που γκρινιάζει διαρκώς για τα προβλήματά του, συνήθ. συναισθηματικά ή ερωτικά. Πβ. γκρινιάρης, κλάψας, κλαψιάρης.
- κουράδα κου-ρά-δα ουσ. (θηλ.) (λ. ταμπού): σκατό. Πβ. κακά, κόπρανα.|| (κ. υβριστ., συνήθ. για πρόσ. ή πράγμα) ΣΥΝ. κουράδι (1)
- κουράδι κου-ρά-δι ουσ. (ουδ.) 1. (λ. ταμπού) κουράδα. 2. (στην κρητική διάλεκτο) κοπάδι· (στον πληθ.) πρόβατα. ● Υποκ.: κουραδάκι (το): στη σημ. 1. [< μεσν. κουράδιον]
- κωλάντερο κω-λά-ντε-ρο ουσ. (ουδ.) (λ. ταμπού): το ορθό (έντερο). [< μεσν. κωλέντερο, κωλόντερον]
- κωλί κω-λί ουσ. (ουδ.) (λ. ταμπού): κώλος.
- κωλοδάχτυλο κω-λο-δά-χτυ-λο ουσ. (ουδ.) (λ. ταμπού): άσεμνη χειρονομία με τεντωμένο το μεσαίο δάχτυλο του χεριού.
- κωλομέρι κω-λο-μέ-ρι ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (λ. ταμπού): γλουτός· (στον πληθ.) οπίσθια. Πβ. καπούλια, κώλος. [< μεσν. κωλόμερο]
αγγούρι
αγγούρι[ἀγγούρι] αγ-γού-ρι ουσ. (ουδ.) {αγγουρ-ιού} 1. μακρύ συνήθ., κυλινδρικό και σαρκώδες λαχανικό με πράσινο φλοιό που τρώγεται ωμό (κυρ. σε σαλάτα) ή γίνεται τουρσί: δροσιστικό ~. Εκχύλισμα/φέτες/φλούδα ~ιού. Τρυφερά ~ια. ~ια θερμοκηπίου. Βλ. ξυλ-, πικρ-άγγουρο. 2. (αργκό) για κάθε δύσκολη κατάσταση: Εδώ είναι το ~. Η δουλειά/ζωή είναι ~. Πολύ ~ αυτή η υπόθεση. Από δω και πέρα θα δεις τ' ~ια! Τα βρήκε ~ια (= σκούρα, συνάντησε μεγάλες δυσκολίες). ΣΥΝ. ζόρι (2), μανίκι (2), πακέτο (4), παλούκι (2) 3. {μόνο πληθ.} (αργκό) επιφώνημα απαξίωσης γι' αυτά που ισχυρίζεται, υποστηρίζει ο συνομιλητής. 4. (ευφημ.-αργκό) πέος. ● Υποκ.: αγγουράκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: αγγούρι της θάλασσας: ΖΩΟΛ. ολοθούριο. [< αγγλ. sea cucumber] ● ΦΡ.: σαν αγγούρι (μτφ.-προφ.): αδέξια, άκομψα· σπανιότ. ακοινώνητα: ψυχρός ~ ~. Περπατάει/στέκεται/χορεύει ~ ~., ξεβράκωτος στ' αγγούρια βλ. ξεβράκωτος [< μεσν. αγγούριν]
ηδονή
ηδονή[ἡδονή] η-δο-νή ουσ. (θηλ.) 1. αίσθημα ευχαρίστησης και απόλαυσης από την ικανοποίηση της γενετήσιας ορμής: ερωτική/σαρκική/σεξουαλική/σωματική ~. Βλ. φιληδονία. 2. (μτφ.) έντονη ευχαρίστηση, τέρψη: πνευματική/υπέρτατη/ψυχική ~. Επίγειες/υλικές ~ές. Η ~ της εξουσίας/της ταχύτητας. Οι ~ές της ζωής. ● ΣΥΜΠΛ.: ρίγη ηδονής βλ. ρίγος, σκεύος ηδονής βλ. σκεύος [< αρχ. ἡδονή]
-ιάς<sup>1</sup>
-ιάς<sup>1</sup>: επίθημα αρσενικών ουσιαστικών για δήλωση επαγγελματικής ιδιότητας ή άλλου χαρακτηριστικού: σκαφτ~. Πβ. -ουργός.|| (μειωτ.) Γραφ~ (βλ. γραφ-έας).|| Φον~.
-ίδι
-ίδιεπίθημα ουδέτερων ουσιαστικών∙ δηλώνει 1. υποκορισμό: βαρ~. Βλ. -ίδιο. 2. αποτέλεσμα, ό,τι γίνεται ή μένει από τη σχετική ενέργεια: (περιληπτ.-κυρ. προφ.) καρβουν~/ξεφτ~ (πβ. ξέφτι)/πριον~. Κεντ-ίδια. Αποκα-ΐδι.|| Φτιασ-ίδια.|| (επιτατ.) Σκοτ~ (= πάρα πολύ σκοτάδι). (ως επίρρ.) Mουσκ~ (πβ. μούσκεμα). 3. επανάληψη κίνησης, συνήθ. με ταχύτητα, απανωτά: κλοτσ~/μπουν~/σπρωξ~.|| (συνεχείς βολές:) Kανον~ (πβ. κανονιο-βολισμός)/πιστολ~/τουφεκ~.
μη & μην
μη & μηνμόρ. (αρν.) {μην πριν από φωνήεν ή από τα σύμφωνα: κ, π, τ, μπ, ντ, γκ, τσ, τζ, ξ, ψ} 1. (σε προτάσεις επιθυμίας ή επιφωνηματικές με ρήματα· συχνά προηγείται το ας ή το να:) δηλώνει απαγόρευση, αποτροπή ή παραίνεση: ~ ρίχνετε σκουπίδια στους δρόμους. ~ πεις λέξη. ~ μ' αγγίζεις! Να ~ με πάρεις τηλέφωνο ούτε να μου στείλεις μήνυμα. Αν είσαι άρρωστος, ~ έρθεις στη δουλειά. ~ ξεχάσω να του ευχηθώ για τη γιορτή του. ~ βιάζεσαι να μεγαλώσεις. ~ χαθούμε πάλι. Να τρως και να ~ μένεις νηστικός. ~ μ' αφήσεις ποτέ! ~ κλαις! Ας ~ χάνουμε χρόνο! Ας ~ κρυβόμαστε.|| (στον ελλειπτ. λόγο:) Άστο, ~! Σταμάτα, ~! ~ φεύγεις, όχι ~! Όλο διαταγές είναι και ~ (ενν. κάνεις) αυτό ~ εκείνο. 2. (σε προτάσεις επιφωνηματικές) δηλώνει ευχή, απευχή, κατάρα, όρκο ή απειλή: Μακάρι να ~ σε γνώριζα ποτέ! Να ~ σου τύχει ποτέ κάτι τέτοιο! Να ~ δεις ποτέ καλό από τα παιδιά σου! ~ σώσει και ... Να ~ προλάβω να γεράσω, αν λέω ψέματα! Να ~ τον δω μπροστά μου!|| (παραχώρηση) Ας ~ του είχα υποχρέωση και θα σου έλεγα εγώ ... 3. (συνήθ. προηγείται το να:) για τον σχηματισμό της άρνησης σε δευτερεύουσες προτάσεις: Τι να προσέξουμε για να ~ πάρουμε κιλά στις διακοπές. Πρέπει να ~ μάθει τίποτα. Δεν γίνεται να ~ έρθεις. Θα το πω κι ας ~ με πιστέψεις. Θα συνεχίσω τις προσπάθειες, ώσπου να ~ αντέχω άλλο. Υπάρχει κάτι που να ~ σου αρέσει; Απορώ γιατί να ~ θέλει να έρθει μαζί μας. Είναι δικό του το λάθος, όσο και να ~ το παραδέχεται. Έκανε σαν να ~ είχε συμβεί τίποτα. Τα νέα μέτρα ενδέχεται όχι μόνο να ~ λύσουν, αλλά και να επιτείνουν το αδιέξοδο. Βλ. δεν. 4. εισάγει δευτερεύουσα ενδοιαστική πρόταση: Φοβάμαι ~ τον χάσω. Ανησυχεί ~ τυχόν και δεν προφτάσει.|| Πολλοί άνθρωποι δεν λένε όχι από φόβο ~ δυσαρεστήσουν τους άλλους. Πβ. μήπως. 5. (μόνο το μη, με ονοματικούς τ. ή μετοχές ενεργητικού ενεστώτα) δηλώνει αντίθετη έννοια από αυτή που εκφράζει η λέξη με την οποία συνεκφέρεται: ~ βία. ~ καπνιστής. ~ κερδοσκοπικός οργανισμός. Αλφαβητικός κατάλογος ~ δημόσιων (= ιδιωτικών) σχολείων. ~ καταβληθείσες εισφορές. ~ ασφαλή προϊόντα. Οι ~ εγγεγραμμένοι. ~ εκτέλεση δρομολογίων. Καθίσματα για καπνίζοντες και ~. Στεκόταν ακίνητος ~ μπορώντας (: χωρίς να μπορεί) να αντιδράσει. 6. (απολύτως ως επιφών.) δηλώνει απαγόρευση ή αποτροπή: ~, για όνομα του Θεού! 7. (λαϊκό) εισάγει ευθείες ερωτήσεις και δηλώνει απορία, άγνοια: ~ τον άκουσες να έρχεται; ~ έπαθε τίποτα; Πβ. μήπως, μπας και. ● Ουσ.: μη (τα): απαγορεύσεις: τα πρέπει και τα ~. ● ΦΡ.: μη το ένα μη το άλλο: για να δηλωθούν συνεχείς και ενοχλητικές απογορεύσεις., (και) μη χειρότερα βλ. χειρότερος, ... και μη βλ. και, αν μη τι άλλο βλ. άλλος, θέλοντας ή μη/και μη βλ. θέλω, μη μου άπτου βλ. άπτεται, μη μου πεις ότι ... βλ. λέω, μη μου το λες/μη μου πεις .../τι μου λες! βλ. λέω, μην το λες βλ. λέω, ο μη γένοιτο βλ. γένοιτο [< μεσν. μην < αρχ. μή, 5: αγγλ. non]
πληρώνω
πληρώνωπλη-ρώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πλήρω-σα, πληρώ-σει, -θηκα (λόγ. μτχ. πληρω-θείς, -θείσα, -θέν), -θεί, πληρών-οντας, πληρω-μένος} & (λαϊκό) πλερώνω 1. καταβάλλω συνήθ. χρήματα, σε αντάλλαγμα για την αγορά προϊόντος, την παροχή υπηρεσίας, την εξόφληση χρέους ή αμείβω: ~ το εισιτήριο. Δεν χρειάζεται να ~σεις, κερνάω εγώ. Αγόρασε τόσα πράγματα, χωρίς να ~σει (δεκάρα/τίποτα) (= τζάμπα). ~ει όσο όσο, προκειμένου να αποκτήσει ... ~σε τα μαλλιά της κεφαλής του/τα μαλλιοκέφαλά του. Η παραγγελία θα ~θεί κατά την παράδοση.|| Το επίδομα ~εται αναδρομικά. ~θηκε (= εξοφλήθηκε) ένα μέρος από το ποσό.|| Την ~σαν/~θηκε αδρά/ψίχουλα. ~εται με το κομμάτι/με την ώρα. Δεν ~εται αυτά που δικαιούται/όσο θα έπρεπε/τις υπερωρίες. Βλ. ακριβο~, κακο~, καλο~, μοσχο~, ξανα~, προ~, χρυσο~, πληρω-θείς, -μένος, -τέος. ΑΝΤ. εισπράττω (1) 2. (μτφ.) υφίσταμαι τις συνέπειες: ~σε (ακριβά) την απειρία/την άρνησή/τις άστοχες επιλογές του. ~ει τα επίχειρα της επιπολαιότητάς του/το τίμημα της δόξας.|| (+ για) ~σε για τα εγκλήματά/τις πράξεις του (= τιμωρήθηκε). 3. δωροδοκώ, εξαγοράζω: Τους ~σαν για να μη μιλήσουν. Πβ. λαδώνω, χρηματίζω. 4. ανταποδίδω: Μια δουλειά που δεν ~εται με τίποτα/όσα και να δώσεις. ΣΥΝ. ξεπληρώνω (2) ● ΦΡ.: θα μου το πληρώσεις! (προφ.): θα σε εκδικηθώ: ~ ~ (ακριβά) (γι') αυτό που μου έκανες!, όλα εδώ πληρώνονται/εδώ πληρώνονται όλα: όλοι κάποια στιγμή στη ζωή τους τιμωρούνται για ό,τι κακό έκαναν. ΣΥΝ. εδώ είναι η κόλαση, εδώ και ο παράδεισος, πληρώνω (τα) κερατιάτικα/γαμησιάτικα (αργκό): επωμίζομαι άδικη ή υπερβολική οικονομική χρέωση: Εκείνος προκάλεσε το ατύχημα κι εγώ θα ~ ~; Βλ. κοροϊδίστικα λεφτά., πληρώνω τα σπασμένα/τη νύφη/το μάρμαρο (μτφ.-προφ.): πληρώνω τη ζημιά ή υφίσταμαι τις επιπτώσεις από σφάλματα ή παραλείψεις άλλων, βρίσκω τον μπελά μου χωρίς να φταίω., πληρώνω αμαρτίες βλ. αμαρτία, πληρώνω κάποιον με το ίδιο νόμισμα βλ. νόμισμα, πληρώνω κάποιον/κάτι χρυσό βλ. χρυσός [< μεσν. πληρώνω]
φελέκι
φελέκιφε-λέ-κι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): στη ● ΦΡ.: γαμώ την τύχη/το φελέκι μου (υβριστ.): για δήλωση αγανάκτησης, οργής. ΣΥΝ. γαμώ το κέρατό/το στανιό μου/σου [< τουρκ. felek 'μοίρα']