Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 68 εγγραφές  [0-20]


  • ντα ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ντα ντα & νταντά: ξυλιές: Θα σε κάνω ~ (: θα σε δείρω, θα σου τις βρέξω, θα φας ξύλο)! [< λ. νηπιακή]
  • νταβάνι βλ. ταβάνι
  • νταβανόπροκα βλ. ταβανόπροκα
  • ντάβανος βλ. τάβανος
  • νταβαντούρι ντα-βα-ντού-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.): φασαρία που προκαλείται από πολλούς ανθρώπους σε ευχάριστη ή δυσάρεστη περίσταση: Έγινε μεγάλο ~ (π.χ. σε γιορτή ή με τη σημ. επεισοδίων, καβγάδων, συμπλοκών)! Πολύ ~ για το τίποτα (= αναστάτωση)! Πβ. βοή, θόρυβος, οχλαγωγία, τζερτζελές. ΣΥΝ. ντόρος, πατιρντί, σαματάς [< τουρκ. tevatür]
  • νταβάς<sup>1</sup> ντα-βάς ουσ. (αρσ.) & ταβάς (κυρ. παλαιότ.-λαϊκό): στρογγυλό ταψί, συνήθ. ρηχό. Πβ. σινί. [< τουρκ. tava]
  • νταβάς<sup>2</sup> ντα-βάς ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): νταβατζής.
  • νταβατζής ντα-βα-τζής ουσ. (αρσ.) {νταβατζήδες} & νταβαντζής (λαϊκό) 1. προαγωγός. Βλ. νονός. ΣΥΝ. νταβάς2 2. (μτφ.) πρόσωπο που εμφανίζεται ως προστάτης (σε κάποιον χώρο), αντλώντας προσωπικό όφελος. Πβ. πάτρωνας. [< μεσν. νταβατζής 'ενάγων' < τουρκ. davacι]
  • νταβατζίδικος , η, ο ντα-βα-τζί-δι-κος επίθ. (λαϊκό): που σχετίζεται με τον νταβατζή. Βλ. -τζίδικος.
  • νταβατζιλίκι ντα-βα-τζι-λί-κι ουσ. (ουδ.) & νταβαντζιλίκι (λαϊκό): οι δραστηριότητες, η συμπεριφορά του νταβατζή· κατ' επέκτ. κάθε μορφής προστασία που παρέχεται από ισχυρούς σε αδύναμους, με οικονομικά οφέλη για τους πρώτους: Πουλάει ~. Πβ. μαγκιά, νταηλίκι.|| Πληρώνουμε ~. Βλ. -ιλίκι.
  • νταβούλι βλ. νταούλι
  • νταβραντισμένος , η, ο ντα-βρα-ντι-σμέ-νος επίθ. (προφ., συνήθ. για άνδρα): στιβαρός, ακμαίος και με έντονες (γενετήσιες) ορμές. Πβ. βαρβάτος.
  • ντάγκα ντούγκα & ντάγκα ντάγκα βλ. ντάπα ντούπα
  • νταγλαράς [νταγλαρᾶς] ντα-γλα-ράς ουσ. (αρσ.) {νταγλαράδες} & νταγκλαράς (λαϊκό): άνδρας ψηλός, εύσωμος και συνήθ. άχαρος. Πβ. κρεμανταλάς, ντερέκι. Βλ. -άς. [< τουρκ. dağlar 'βουνά']
  • νταηλίκι ντα-η-λί-κι ουσ. (ουδ.) & νταϊλίκι (λαϊκό): μαγκιά, ψευτοπαλικαριά, τσαμπουκάς: Πουλά ~. Άσε τα ~ια! Πβ. ζοριλίκι, κουτσαβακ-, παλικαρ-, τραμπουκ-ισμός. Βλ. -λίκι. [< τουρκ. dayilik]
  • νταής ντα-ής ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): μάγκας, ψευτοπαλικαράς, τσαμπουκαλής: ο ~ της γειτονιάς/του σχολείου. (Μας) κάνει (= παριστάνει) τον ~ή (πβ. ψευτο~). Πβ. κουτσαβάκης. [< τουρκ. dayi]
  • ντάιαλ απ ντά-ι-αλ απ επίθ. {άκλ.} (προφ.): ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. (για επικοινωνία μέσω του διαδικτύου) που περιλαμβάνει τη χρήση μόντεμ και τηλεφωνικής γραμμής. Βλ. ευρυζωνικός.|| (ως ουσ.) Χρήστες που έχουν ~. Βλ. έι ντι ες ελ. [< αμερικ. dial-up, 1960]
  • νταϊρές ντα-ϊ-ρές ουσ. (αρσ.): ΜΟΥΣ. (κυρ. στη λαϊκή μουσική) κρουστό όργανο μεγάλου μεγέθους, με επιφάνεια από δέρμα κατσίκας, προβάτου ή λαγού και κυλινδρικό σκελετό με μικρά κύμβαλα ή πολύχρωμες κορδέλες, το οποίο κρατιέται με το ένα χέρι και χτυπιέται με το άλλο. Πβ. ντέφι. Βλ. -ές, νταούλι. [< τουρκ. daire]
  • ντάκα ντούκα βλ. ντάπα ντούπα
  • ντακάπο ντα-κά-πο ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ντα κάπο: ΜΟΥΣ. ένδειξη για επανάληψη από την αρχή τμήματος ή του συνόλου μιας μουσικής σύνθεσης. [< ιταλ. da capo]

-ας

-ας1. {συνήθ. χωρ. πληθ.} επίθημα αρσενικών ουσιαστικών που χρησιμοποιούνται ως παρωνύμια και δηλώνουν ομοιότητα ή ιδιότητα: κολοκύθ~.|| (επιτατ.) Κεφάλ~. 2. κατάληξη ανισοσύλλαβων ουδέτερων ουσιαστικών: κρέ~/πέρ~/τέρ~.

ει

ει[εἰ] σύνδ. (αρχαιοπρ.): μόνο στις ● ΦΡ.: ει μη μόνον (λόγ.): μόνο, παρά μόνο: Η διαφορά δεν έχει καμία σημασία, ~ ~ ψυχολογική., ει μη τι άλλο (λόγ.): αν μη τι άλλο: Το θέμα είναι, ~ ~, σοβαρό., αν είναι δυνατό βλ. δυνατός [< αρχ. εἰ]

-ές

-ές{-έδες}: κατάληξη για τον σχηματισμό αρσενικών ουσιαστικών από δάνειες κυρ. λέξεις: αμαν~/βαλ~/καναπ~/καφ~/μεζ~/μενεξ~/μιναρ~/μπαξ~/μπερ~/ναργιλ~/τενεκ~/φιδ~/φραπ~.

ευρυζωνικός

ευρυζωνικός, ή, ό [εὐρυζωνικός] ευ-ρυ-ζω-νι-κός επίθ.: ΠΛΗΡΟΦ. που σχετίζεται με την ευρυζωνικότητα: ~ός: δρομολογητής. ~ή: κάλυψη/πρόσβαση/σύνδεση/τεχνολογία. ~ές: εφαρμογές/ταχύτητες/υποδομές. ~ά δίκτυα και υπηρεσίες. [< αμερικ. broadband, 1956]

-ιλίκι

-ιλίκι(λαϊκό-προφ.): επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών συνήθ. με αρνητική αναφορά σε κατάσταση ή ιδιότητα: (ειρων.-μειωτ.) καθηγητ~/προεδρ~/υπουργ~.|| Καραγκιοζ~/καφρ~/παπατζ~. Πβ. -ίκι, -λίκι.|| (σπανιότ. με ουδέτερη ή θετική σημ., κυρ. λαϊκό) Κιμπαρ~/μαστορ~.

-λίκι

-λίκι{συχνά στον πληθ.} (προφ.): επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών, συνήθ. με αρνητική αναφορά σε κατάσταση ή ιδιότητα: μασκαρα~/νταη~. Χαϊ~. Πβ. -ίκι, -ιλίκι.

νταούλι

νταούλιντα-ού-λι ουσ. (ουδ.) & νταβούλι: ΜΟΥΣ. παραδοσιακό κρουστό όργανο, που αποτελείται από ξύλινο κύλινδρο ποικίλων διαστάσεων καλυμμένο με δέρμα στα δύο του ανοίγματα και παίζεται κρεμασμένο από τον λαιμό με δύο ξύλα, ένα χοντρό (για τους βαθείς ήχους) στο ένα χέρι και ένα λεπτό (για τους ψιλούς) στο άλλο: ~ και ζουρνάς (βλ. ζυγιά). Βλ. κόπανος, μεμβρανόφωνο, μπεντίρ, νταρμπούκα, ντέφι. ● Υποκ.: νταουλάκι (το) ● ΦΡ.: έγινε νταούλι (μτφ.-λαϊκό): πρήστηκε: Η κοιλιά του ~ ~ (από το πολύ φαΐ). [< μεσν. νταούλι]

ταβάνι

ταβάνιτα-βά-νι ουσ. (ουδ.) {ταβαν-ιού} & (λαϊκό) νταβάνι 1. η άνω επιφάνεια κλειστού χώρου, οροφή: γύψινο/ξύλινο ~. Φωτιστικό ~ιού. Το γείσο/τα δοκάρια/οι σανίδες/το ύψος του ~ιού. Σπίτι με χαμηλό/ψηλό ~ (πβ. χαμηλο-, ψηλο-τάβανο). Αρχοντικό με ζωγραφιστό/θολωτό/παραδοσιακό/σκαλιστό ~. Ναός με διακοσμημένο/ξυλόγλυπτο ~. Ανεμιστήρας που κρεμιέται από το ~. Στάζει το ~. Βλ. δάπεδο, πάτωμα, στέγη, ταράτσα, ψευδοροφή. 2. (μτφ.) ανώτατη τιμή, όριο: Πιάσαμε ~ (πβ. κορυφή. ΑΝΤ. πάτος). Η ανεργία έχει χτυπήσει ~ (= έχει ανέβει στα ύψη).|| ~ στις αμοιβές των ... (πβ. πλαφόν). ● ΦΡ.: ίσα με/ίσαμε/μέχρι/ως το ταβάνι (μτφ.-εμφατ.): για σωρό από πράγματα ή για άτομο με ύψος μεγαλύτερο από το σύνηθες: Η στοίβα με τα άπλυτα έφτανε ~ ~ (= βουνό τα άπλυτα).|| Είναι ψηλός ~ ~ (πβ. ντερέκι)., να πέσει το ταβάνι να με πλακώσει (μτφ.-εμφατ.): ως όρκος ή κατάρα: Αν λέω ψέματα, ~ ~!, πετάγομαι/πηδώ/τινάζομαι μέχρι το ταβάνι/στον αέρα (μτφ.-εμφατ.): αιφνιδιάζομαι, δυσάρεστα ή ευχάριστα: Πήδηξε ~ ~ από τον πόνο. Η χαρά του ήταν τέτοια που τινάχτηκε ~ ~. [< ταβάνι, νταβάνι, 16ος αι. < τουρκ. tavan]

ταβανόπροκα

ταβανόπροκατα-βα-νό-προ-κα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) νταβανόπροκα 1. καρφί μεγάλου μεγέθους: ~ες από ατσάλι. ~ες καρφωμένες σε σανίδες. 2. (μτφ.-προφ.) υπονοούμενο σε βάρος κάποιου, προσβλητικός υπαινιγμός: Του πέταξε μια ~, σκέτο φαρμάκι. Πβ. καρφί, μπηχτή, σπόντα. 3. (μειωτ.) καταδότης: Τους κάρφωσε η ~. Πβ. ρουφιάνος, χαφιές. ΣΥΝ. καρφί (3)

τάβανος

τάβανοςτά-βα-νος ουσ. (αρσ.) & (λαϊκό) ντάβανος: ΖΩΟΛ. δίπτερο έντομο (οικογ. Tabanidae), παράσιτο οικόσιτων ζώων: ο ~ των βοδιών. Πβ. αλογόμυγα. [< μεσν. τάβανος]

-τζίδικος

-τζίδικος, η, ο & (σπάν.) -τζήδικος: επίθημα επιθέτων που δηλώνουν ιδιότητα: αερι~/ετοιμα~/εφε~/πεθαμενα~/πλακα~/σαματα~/σκι~/τζαμπα~/φιγουρα~/χαβαλε~.