Αναζήτηση
Χρηστικό λεξικό

- αλπακά & αλπάκα [ἀλπακά] αλ-πα-κά ουσ. (θηλ. + ουδ.) {άκλ.} 1. ΖΩΟΛ. μηρυκαστικό θηλαστικό της Ν. Αμερικής που ανήκει στην ίδια οικογένεια με το λάμα και έχει μακρύ, λαμπερό και μαλακό μαλλί. 2. & αλπακάς (ο): (συνεκδ.) το μαλλί του ομώνυμου ζώου και κατ' επέκτ. το ύφασμα που είναι φτιαγμένο από αυτό: Γούνα/ζακέτα από ~. [< γαλλ. alpaga, ισπ. alpaca]
- βαλέντσια βα-λέ-ντσι-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ποικιλία πορτοκαλιών που δίνουν πλούσιο χυμό· (συνεκδ. στον πληθ. ως ουδ.) τα πορτοκάλια αυτής της ποικιλίας. Βλ. σαγκουίνι. [< αμερικ. valencia (orange), πό την ομώνυμη ισπ. πόλη]
- γιούκα [γιοῦκα] γιού-κα ουσ. (θηλ. + ουδ.) {άκλ.}: ΒΟΤ. γένος αειθαλών, καλλωπιστικών φυτών (οικογ. Asparagaceae), με στενόμακρα, λογχοειδή και συνήθ. ακιδωτά φύλλα που σχηματίζουν θύσανο, από το κέντρο του οποίου βγαίνουν λευκά ή ροζ κωνοειδή άνθη. [< ισπ. yuca, γαλλ. yucca]
- γκασπάτσο γκα-σπά-τσο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. κρύα παχύρρευστη ντοματόσουπα με κόκκινες γλυκές πιπεριές, σκόρδο, κρεμμύδι, λάδι, ξίδι και τριμμένη ψίχα ψωμιού, η οποία αποτελεί παραδοσιακό ισπανικό φαγητό: ~ με κρουτόν. ~ και παέγια. [< ισπ. Gazpacho, γαλλ. ~, διαδόθηκε περ. το 1950]
- γκουάβα γκου-ά-βα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ο αχλαδόσχημος ή στρογγυλός εδώδιμος καρπός του ομώνυμου μικρού τροπικού δέντρου (επιστ. ονομασ. Psidium guajava), ο οποίος έχει κιτρινοπράσινη ή κοκκινωπή φλούδα, υπόλευκη-ροζ μαλακή σάρκα και πολλούς μικρούς σπόρους: χυμός ~. [< γαλλ. goyave, ισπ. guayaba]
- γκουσμάνια γκου-σμά-νι-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. τροπικό καλλωπιστικό φυτό εσωτερικού χώρου (οικογ. Bromeliaceae). [< αγγλ. guzmania, ισπ. ανθρ. A. Guzmán]
- διάνα διά-να επίρρ. (προφ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: (πέτυχε/έκανε/έπεσε/χτύπησε) διάνα!: για απόλυτη επιτυχία: Δοκίμασα την τύχη μου και πέτυχα ~. Έπεσε ~ στις προβλέψεις του.|| (ως επιφών.) ~! Σωστά μάντεψες! Πβ. μπίνγκο. [< ισπ. dar en la diana]
- ελντοράντο [ἐλντοράντο] ελ-ντο-ρά-ντο ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (μτφ.): τόπος και γενικότ. καθετί που πιστεύεται ότι θα αποφέρει αμύθητα κέρδη: Η χώρα εξελίχθηκε σε επενδυτικό ~/~ ενεργειακής ανάπτυξης. Ανακάλυψαν/βρήκαν το νέο ~. Πβ. γη της επαγγελίας, Εδέμ, παράδεισος, χρυσωρυχείο. [< αγγλ.-γαλλ. eldorado < ισπ. el Dorado]
- ιδαλγός [ἱδαλγός] ι-δαλ-γός ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): κατώτερος ισπανικός τίτλος ευγενείας. [< ισπ. hidalgo]
- κακάο κα-κά-ο ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. γεν. -ου} 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. διαλυτή σκόνη που προκύπτει από την επεξεργασία (καβούρδισμα και άλεσμα) των σπόρων του κακαόδεντρου και χρησιμοποιείται στη ζαχαροπλαστική καθώς και για την παρασκευή σοκολάτας· συνεκδ. το αντίστοιχο ρόφημα: παγωτό ~. Κέικ/μπισκότα/χαλβάς με ~.|| Ένα φλιτζάνι ζεστό ~. Βλ. καφεΐνη. 2. ΒΟΤ. κακαόδεντρο ή οι σπόροι του. ● ΣΥΜΠΛ.: βούτυρο (του) κακάο: αρωματικό φυτικό λίπος με γλυκιά γεύση που εξάγεται από τους σπόρους του κακάου και χρησιμοποιείται στη σοκολατοποιία, την κοσμετολογία και τη φαρμακευτική: (σε στικ:) ~ ~ για τα σκασμένα χείλη (βλ. βαζελίνη). Κρέμα σώματος με ~ ~. [< γαλλ. cacao < ισπ. ~ ]
- καλντέρα καλ-ντέ-ρα ουσ. (θηλ.) & καλδέρα: ΓΕΩΛ. μεγάλη εδαφική κοιλότητα που σχηματίζεται από την υποχώρηση ηφαιστειακού κώνου ή από τη σταδιακή διάβρωση των τοιχωμάτων του. Βλ. κρατήρας. [< ισπ. caldera, αγγλ. ~, γαλλ. calde(i)ra]
- καμαρίλα κα-μα-ρί-λα ουσ. (θηλ.) (μειωτ.-κυρ. στην ΠΟΛΙΤ.): κύκλος ατόμων που πλαισιώνει ισχυρό πρόσωπο και επηρεάζει παρασκηνιακά τη λήψη αποφάσεων: κομματική ~ (= αυλοκόλακες, μυστικοσύμβουλοι). Βλ. κλίκα, φατρία. ΣΥΝ. αυλή (2) [< γαλλ.-ιταλ. camarilla < ισπ. ~]
- καμπαρντίνα κα-μπαρ-ντί-να ουσ. (θηλ.) & καπαρντίνα & γκαμπαρντίνα: ελαφρύ, συνήθ. μακρύ, αδιάβροχο πανωφόρι με φαρδύ πέτο, διπλά κουμπιά, υφασμάτινες λωρίδες στα μανίκια, επωμίδες και ζώνη με κρίκους στις άκρες· λεπτό ή χοντρό ύφασμα με λοξή πλέξη που χρησιμοποιείται συνήθ. σε αδιάβροχα παλτό, φορέματα και κοστούμια: κλασική/μαύρη ~.|| Βαμβακερή/μάλλινη/μεταξωτή ~. (ως επίθ.) Παντελόνι ~. [< γαλλ. gabardine, 1925, ισπ. gabardina, πβ. μεσν. γκαβαρδίνα < βεν. gavardina]
- καριόκα κα-ριό-κα ουσ. (θηλ.): ΖΑΧΑΡ. μικρό γλύκισμα με σοκολάτα και καρύδια ή αμύγδαλα, τυλιγμένο συνήθ. σε αλουμινόχαρτο. [< ισπ. ή πορτ. carioca]
- καστανιέτες κα-στα-νιέ-τες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπανιότ. στον εν. καστανιέτα}: ΜΟΥΣ. κρουστό όργανο, κυρ. της ισπανικής μουσικής, αποτελούμενο από δύο μικρά, συνήθ. στρογγυλά κρόταλα τα οποία κρούει μεταξύ τους χορευτής ή μουσικός στην παλάμη του: μεταλλικές/ξύλινες ~. Βλ. ζίλια, κύμβαλο, φλαμένγκο. [< ισπ. castañeta]
- κορδιλιέρα κορ-δι-λιέ-ρα ουσ. (θηλ.) (συνήθ. με κεφαλ. Κ): ΓΕΩΜΟΡΦ. σύστημα οροσειρών, κυρ. στην αμερικανική ήπειρο: η ~ των Άνδεων. [< ισπ. cordillera, γαλλ. ordillère]
- λα νίνια λα νί-νια ουσ. (θηλ. + ουδ.) {άκλ.}: ΜΕΤΕΩΡ. κλιματικό φαινόμενο κατά το οποίο μειώνεται η θερμοκρασία των επιφανειακών υδάτων του κεντρικού και ανατολικού Ειρηνικού Ωκεανού, προκαλώντας ακραία καιρικά φαινόμενα. Βλ. ελ νίνιο. [< αγγλ. la Niña, 1981 < ισπ. ~]
- λουμπάρδα λου-μπάρ-δα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): κανόνι. ΣΥΝ. μπομπάρδα (2) [< μεσν. λουμπάρδα < ισπ. lombarda]
- μάγκας μά-γκας ουσ. (αρσ.) {σπάν. (λαϊκό) θηλ. μάγκισ(σ)α} 1. (μειωτ.) αυτός που παριστάνει τον δυνατό, τον γενναίο ή τον έξυπνο και συμπεριφέρεται συνήθ. με δόλιο, προκλητικό τρόπο: Μην κάνεις τον ~α, γιατί θα την πατήσεις! Πβ. νταής, (ψευτο)παλικαράς, τσαμπουκαλής.|| Μην αφήσετε κάποιους ~ες να σας εκμεταλλεύονται. Βλ. βαρύ-, ψευτό-μαγκας. 2. (οικ. προσφών.) φίλος: Γεια σας ~ες, τι γίνεται; Να είσαι καλά, ρε ~α. ~α μου, είσαι φοβερός! Πβ. μόρτης.|| (απειλητικά) Συμβαίνει τίποτα ρε ~α; 3. ιδιαίτερα ικανός ή θαρραλέος: Πρέπει να είσαι πολύ ~, για να κρατήσεις τις ισορροπίες! Πβ. μάστορας.|| Είναι μεγάλος ~ που βγήκε και είπε αυτό που πιστεύει. 4. (παλαιότ.) περιθωριακός λαϊκός τύπος των αστικών περιοχών της προπολεμικής περιόδου με χαρακτηριστικό τρόπο ντυσίματος, κίνησης και ομιλίας καθώς και ιδιαίτερη ευθιξία σε θέματα τιμής. Βλ. κουτσαβάκης, ρεμπέτης. ● Υποκ.: μαγκάκι (το), μαγκάκος (ο) ● ΦΡ.: τζάμπα μάγκας (μειωτ.): αυτός που παριστάνει τον τολμηρό, χωρίς να υπάρχει πραγματικός κίνδυνος, μάγκας εκ του ασφαλούς Βλ. θρασύδειλος. [< μάγκα ' μονάδα άτακτου στρατού στην επανάσταση του 1821' < ισπ. manga, τουρκ. ~, αλβ. mangë]
- μαλαγάνας & μαλαγάνα μα-λα-γά-νας ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λαϊκό): άνθρωπος που χρησιμοποιεί κολακείες και καλοπιάσματα, προκειμένου να πετύχει τον σκοπό του: Είσαι μεγάλη ~α! Είναι μια ~α αυτός/αυτή! Πβ. γαλίφης, γλείφτης, καταφερτζής. [< ισπ. malagana]
ζίλια
ζίλιαζί-λια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. ζίλι} & ζίλιες (οι): ΜΟΥΣ. κρουστά μουσικά όργανα αποτελούμενα από δύο μεταλλικά κρόταλα με σχήμα ελαφρά κοίλων δίσκων: ντέφι με ~. Βλ. κύμβαλο. [< τουρκ. zil]
θρασύδειλος
θρασύδειλος, η, ο θρα-σύ-δει-λος επίθ./ουσ. (λόγ.): που παριστάνει τον γενναίο, που συμπεριφέρεται με θράσος όταν δεν αντιμετωπίζει κίνδυνο ή απειλή, ενώ σε αντίθετη περίπτωση επιδεικνύει δειλία: ~ος: χαρακτήρας.|| (κατ' επέκτ.) ~η: επίθεση/πράξη. ● επίρρ.: θρασύδειλα [< αρχ. θρασύδειλος]
καφεΐνη
καφεΐνηκα-φε-ΐ-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. αλκαλοειδές (σύμβ. C8H10N4O2) που βρίσκεται στα φύλλα, τους σπόρους ή τους καρπούς διάφορων φυτών, π.χ. του καφεόδεντρου, του κακαόδεντρου, του τεϊόδεντρου, και αποτελεί διεγερτικό του κεντρικού νευρικού συστήματος: Αυξημένη πρόσληψη ~ης μπορεί να προκαλέσει νευρικότητα. Πβ. τεΐνη. Βλ. ντεκαφεϊνέ, ξανθίνη. [< γαλλ. caféine]
κλίκα
κλίκακλί-κα ουσ. (θηλ.): κλειστή ομάδα ατόμων, συνήθ. με δύναμη και επιρροή, η οποία αποβλέπει στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων της, συχνά με αθέμιτα μέσα: επαγγελματική/κομματική ~. Κυκλώματα/παρέες και ~ες. Ανήκει σε ~. Αποτελούν/έχουν κάνει ~. Πβ. φατρία. Βλ. κάστα, κατεστημένο, λόμπι. [< γαλλ. clique]
κουτσαβάκης
κουτσαβάκηςκου-τσα-βά-κης ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) 1. νταής, ψευτοπαλικαράς. Πβ. γκιουλέκας, τζάμπα μάγκας, τσαμπουκαλής. 2. (παλαιότ., στο β' μισό του 19ου αι.) καθένας από τους μάγκες της Αθήνας με συγκεκριμένο ντύσιμο και τρόπο βαδίσματος, που είχαν παράνομη δράση και προκαλούσαν καβγάδες: οι ~ηδες του Ψυρρή. ● Υποκ.: κουτσαβάκι (το) [< ανθρ. Δημήτριος Κουτσαβάκης]
κρατήρας
κρατήραςκρα-τή-ρας ουσ. (αρσ.) 1. ΓΕΩΜΟΡΦ. κοίλο στόμιο ηφαιστειακού σχηματισμού από το οποίο εξέρχονται με εκρήξεις υλικά σε αέρια, στερεή ή υγρή μορφή: ενεργός ~. Ο πυθμένας/το χείλος του ~α. Λίμνη-~. Βλ. καλντέρα, κώνος, λάβα, μάγμα. 2. (κατ' επέκτ.) κοίλωμα του εδάφους με κυκλικό σχήμα και υπερυψωμένο χείλος: Η βόμβα άνοιξε ~α βάθους/διαμέτρου ... μέτρων. Πβ. άνοιγμα, βαθούλωμα.|| ~ μετεωρίτη. Οι ~ες της Σελήνης. 3. ΑΡΧΑΙΟΛ. μεγάλο συνήθ. αγγείο για την ανάμειξη κρασιού με νερό, με στενή βάση, φαρδύ σώμα και δύο λαβές. Βλ. αμφορέας, κάνθαρος, κύλικα, οινοχόη, σκύφος, υδρία, -τήρας. ΣΥΝ. κροντήρι [< αρχ. κρατήρ, γαλλ. cratère, αγγλ. crater]
σαγκουίνι
σαγκουίνισα-γκου-ί-νι ουσ. (ουδ.) & σανγκουίνι: είδος πορτοκαλιού με κόκκινη σάρκα. [< ιταλ. sanguigno, πληθ. sanguigni]