Αναζήτηση
Χρηστικό λεξικό

- -βόλος επίθημα λέξεων∙ δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο 1. {-ος/α, -ο} εκπέμπει κάτι: κεραυνο~/σπινθηρο~/φωτο~. 2. {-ος, -ο} ρίχνει, πετά κάτι: (ουσιαστικοπ.) δισκο~/σφαιρο~/σφυρο~.|| Πολυ-/φλογο-βόλο. Βλ. -βολία, -βολώ.
- -γραφος , η, ο: λεξικό επίθημα με αναφορά σε ορισμένο τρόπο γραφής: ιδιό~/ολό~.|| (ουσιαστικοπ.) Χειρό-γραφο.
- -γώνιος , α, ο: λεξικό επίθημα για τον σχηματισμό επιθέτων με αναφορά στο είδος των γωνιών του προσδιοριζόμενου: αμβλυ~/ευρυ~/οξυ~/ορθο~.|| (ουσιαστικοπ.) Δια-γώνιος.
- -δυμος, -η, -ο : λεξικό επίθημα ουσιαστικών και επιθέτων∙ συνδυάζεται με απόλυτο αριθμητικό που δηλώνει τον αριθμό των παιδιών από την ίδια εγκυμοσύνη ή των όμοιων στοιχείων ενός συνόλου: δίδυμα αδέλφια.|| (ουσιαστικοπ.) Γέννησε πεντάδυμα.|| Τρίδυμος λαχνός.
- -εδρος , η, ο: λεξικό επίθημα για τον σχηματισμό επιθέτων∙ συνδυάζεται με απόλυτο αριθμητικό, προσδιορίζοντας τον αριθμό των εδρών γεωμετρικού σώματος: πεντά~.|| (ουσιαστικοπ.) Το εξά~ο. Βλ. -πλευρος.
- -ειδής , ής, ές {-ειδούς | -ειδείς (ουδ. -ειδή)} (επιστ. ή λόγ.): καταληκτικό επίθημα για τον σχηματισμό επιθέτων∙ δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο έχει τα χαρακτηριστικά της κατηγορίας που ορίζεται από το θέμα: (κυρ. επιστ.) αδενο~/απλο~/διπλο~/αστερο~/κυματο~. (ειδικότ. ουσιαστικοπ. για ζώα ή φυτά που ανήκουν στην ίδια τάξη:) Αιλουρο~ή/πιθηκ~ή/φοινικο~ή.|| (μειωτ., για πρόσ. ή συμπεριφορά:) Ανθρωπο~. Χονδρο~. Βλ. -μορφος.
- -είς, -είσα, -έν {-έντος (θηλ. -είσης) | -έντες (ουδ. -έντα), -έντων (θηλ. -εισών)} (επίσ.): κατάληξη της μετοχής παθητικού αορίστου: η συσταθείσα επιτροπή. Το παρακρατηθέν ποσό.|| (ουσιαστικοπ.) Κατέθεσαν οι κληθέντες σχετικά με ...
- -ετής , ής, ές {-ετούς | -ετείς (ουδ. -ετή)} (λόγ.) επίθημα που δηλώνει 1. ορισμένη ηλικία ή διάρκεια ετών: δεκα~/εικοσα~/τριακοντα~/πεντηκοντα~/εκατοντα~. Ολιγο~/πολυ-ετής. Βλ. -χρονος. 2. (ουσιαστικοπ., μόνο σε αρσ. και θηλ.) φοιτητή που βρίσκεται σε συγκεκριμένο έτος σπουδών: πρωτο~/δευτερο~/τριτο~/τεταρτο~/πεμπτο~.
- -ήμερος , η, ο: β' συνθετικό που δηλώνει χρονικό διάστημα συγκεκριμένων ημερών: δεκα~/οκτα~/τετρα~. Πενθ-ήμερη εκδρομή. Δι-ήμερο σεμινάριο.|| (ουσιαστικοπ.) Το τρι-ήμερο του Αγίου Πνεύματος.
- -κλινος , η, ο (λόγ.): β' συνθετικό που συνδυάζεται με αριθμητικά για τη δήλωση συγκεκριμένου αριθμού κλινών: μονό-κλινος/τρί~/τετρά~.|| (ουσιαστικοπ.) Το δί-κλινο (ενν. δωμάτιο).
- -κυκλος , η, ο (λόγ.) : β' συνθετικό που δηλώνει τον αριθμό τροχών ενός οχήματος: τρί~.|| (συνήθ. ουσιαστικοπ.) Το δί-κυκλο (= μηχανάκι). ΣΥΝ. -τροχος
- -λεπτος , η, ο: β' συνθετικό λέξεων για τη δήλωση συγκεκριμένης διάρκειας σε λεπτά: δί~/τρί~.|| (συχνά ουσιαστικοπ.) Έφυγε πριν ένα δεκά-/δεκαπεντά-λεπτο (= τέταρτο).
- -μαχος , η, ο (λόγ.) επίθημα που δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο 1. μάχεται ή αντιμετωπίζει τη μάχη με έναν ορισμένο τρόπο ή από συγκεκριμένη θέση: (συνήθ. για πρόσ.) αξιό-μαχος. Φυγό-μαχος.|| (συνήθ. ουσιαστικοπ.) Οι ά-μαχοι/από~οι/παλαί~οι/σύμ~οι/υπέρ~οι.|| (μτφ.) Επί~. 2. είναι ανθεκτικό σε ό,τι εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: πυρί~.
- -μετρος , η, ο β' συνθετικό που συνδυάζεται με απόλυτα αριθμητικά για τη δήλωση 1. μήκους, ύψους ή πλάτους σε μέτρα: δί-μετρος/τρί~/πεντά~/εξά~. 2. (ουσιαστικοπ.) μετρικών ποδών ή μουσικών μέτρων: δακτυλικό εξά-μετρο.
- -μηνος , η, ο: β' συνθετικό για τη δήλωση διάρκειας ή ηλικίας σε μήνες: δί-μηνος/δωδεκά~. Βλ. -ετής.|| (ουσιαστικοπ.) (Το) τρί-μηνο/εξά~. Βλ. -μηνία.
- -ούμενος<sup>1</sup> {ως ουσ. κ. θηλ. -ουμένη}: κατάληξη μετοχών μεσοπαθητικού ενεστώτα από ρήματα λόγιας προέλευσης σε -ούμαι: απαιτ~/επαπειλ~/ευνο~/παραπον~/προηγ~/φοβ~. Βλ. -είς, -μένος, -όμενος.|| (ουσιαστικοπ.) Κατηγορ-ούμενος. Ηγ-ουμένη. Βλ. -άμενος.
- -παθητικός , ή, ό: β' συνθετικό επιθέτων∙ δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο υφίσταται μία κατάσταση ή προκαλεί συγκεκριμένα συναισθήματα: τηλε~.|| (σπανιότ. ουσιαστικοπ., για ειδικό θεραπευτή) Ο/η ομοιο~/οστεο~.|| Aντι~/συμ~. Πβ. -παθής.
- -ποδος , η, ο: β' συνθετικό επιθέτων για δήλωση του αριθμού ποδιών αντικειμένων ή ζώων: δί-ποδη βάση (τραπεζιού).|| (ουσιαστικοπ.) Tα τετρά-ποδα.|| Tο τρί-ποδο της μηχανής.
- -πτυχος , η, ο: επίθημα για δήλωση συνήθ. αριθμού πτυχών ή όψεων: τρί~.|| (ουσιαστικοπ.) Το δίπτυχο.|| (μτφ.) Πολύπτυχη υπόθεση.
- -σέλιδος , η, ο: β' συνθετικό επιθέτων για δήλωση του αριθμού σελίδων ενός έντυπου συνήθ. κειμένου: (συνήθ. με αριθμητ.) τρι~/τετρα~/δεκαεξα~. Βλ. -φυλλος.|| (ουσιαστικοπ.) Το δισέλιδο.|| Πολυ~.|| Oλοσέλιδη καταχώριση.
-άμενος
-άμενος, η, ο (προφ.-λογοτ.): κατάληξη μετοχής παθητικού ενεστώτα με χρήση επιθέτου ή σπανιότ. ουσιαστικού: τρεμ~.|| (σε εκφρ.) Ζωή χαρισ-άμενη. Επί ξύλου κρεμ-άμενη. Σειν-άμενη (και) κουν-άμενη.|| Ο λεγ~. Βλ. -όμενος, -ούμενος.
-βολία
-βολίαεπίθημα θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνει 1. διάχυση, εκπομπή: ακτινο~/φωτο~. 2. ρίψη, πέταγμα: δισκο~/σφαιρο~/σφυρο~. Βλ. -βόλος, -βολώ.
-ετής
-ετής, ής, ές {-ετούς | -ετείς (ουδ. -ετή)} (λόγ.) επίθημα που δηλώνει 1. ορισμένη ηλικία ή διάρκεια ετών: δεκα~/εικοσα~/τριακοντα~/πεντηκοντα~/εκατοντα~. Ολιγο~/πολυ-ετής. Βλ. -χρονος. 2. (ουσιαστικοπ., μόνο σε αρσ. και θηλ.) φοιτητή που βρίσκεται σε συγκεκριμένο έτος σπουδών: πρωτο~/δευτερο~/τριτο~/τεταρτο~/πεμπτο~.
-μηνία
-μηνία: επίθημα θηλυκών ουσιαστικών για τη δήλωση περιόδου συγκεκριμένου αριθμού μηνών: δι~/τρι~/εξα~. Βλ. -ετία, -μηνος.
-μορφος
-μορφος, η, ο β' συνθετικό για τη δήλωση 1. ομοιότητας, κυρ. εξωτερικής: ανθρωπό-μορφος (βλ. -ειδής)/ζωό~/λεοντό~/τερατό~. 2. ιδιότητας, χαρακτηριστικού της μορφής: δύσ-μορφος/ομοιό~/πολύ~.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Ερυθρό-μορφος/μελανό~ (αμφορέας).
-πλευρος
-πλευρος, η/ος, ο: επίθημα για τον σχηματισμό επιθέτων∙ δηλώνει τον αριθμό των πλευρών γεωμετρικού σχήματος ή τη σχέση των πλευρών μεταξύ τους: (σε συνδυασμό με απόλ. αριθμητ.) τετρά~.|| Πολύ~. Bλ. -εδρος.|| (μτφ.) Mονό~.|| Iσό~.|| (ως ουσ.) Τρί-πλευρο.
-φυλλος
-φυλλος, η, ο β' συνθετικό επιθέτων που αναφέρονται σε 1. ιδιότητες των φύλλων φυτού ή ορισμένο αριθμό πετάλων άνθους: λεπτό~. (ουσ.) Τα πλατύ-φυλλα.|| Τετρά-φυλλο τριφύλλι. 2. αριθμό σελίδων: (ουσιαστικοπ.) Εκατοντά-φυλλο.|| (για έντυπο) Δί~. Βλ. -σέλιδος. 3. κινητό τμήμα παραθύρου, πόρτας ή επίπλου: δί-φυλλη/τρί~ ντουλάπα.|| (ως ουσ.) Θυρό-φυλλο. Αλουμινό~.
-χρονος
-χρονος, η, ο β' συνθετικό που δηλώνει 1. ορισμένη ηλικία ή διάρκεια ετών: δεκά~/τρί~.|| (συχνά ουσιαστικοπ.) (Το) πεντά~ο. Τα εξηντά~α (: για συμπλήρωση εξήντα χρόνων από ορισμένο γεγονός).|| Δί~η φοίτηση (πβ. -ετής). 2. συγκεκριμένη χρονική σχέση: ισό~/ταυτό~.|| (ουσιαστικοπ.) (Το) προτερό~ο/υστερό~ο.