-αιμία: επίθημα για τον σχηματισμό θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν ασθένειες του αίματος: αν~/βακτηρ~/γλυκ~/λευχ~/σηψ~.|| Καθαρο~.
διοξείδιοδι-ο-ξεί-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. οξείδιο που περιέχει στο μόριό του δύο άτομα οξυγόνου. ● ΣΥΜΠΛ.: διοξείδιο του αζώτου: ένα από τα οξείδια του αζώτου (σύμβ. NO2), μη εύφλεκτο, τοξικό αέριο, το οποίο αποτελεί συστατικό του φωτοχημικού νέφους που ρυπαίνει τις σύγχρονες πόλεις., διοξείδιο του άνθρακα: άχρωμο, άοσμο αέριο (CO2) που αποβάλλεται κατά την αναπνοή και απορροφάται από τα φυτά κατά τη φωτοσύνθεση., διοξείδιο του θείου: τοξικό και διαβρωτικό αέριο (SO2), το κυριότερο προϊόν της καύσης ουσιών που περιέχουν θείο. [< γαλλ. dioxyde, αγγλ. dioxide]
διόπτευσηδι-ό-πτευ-ση ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. προσδιορισμός της γωνίας που σχηματίζεται ανάμεσα στον βορρά και τη νοητή γραμμή μεταξύ παρατηρητή και σημείου ή αντικειμένου: απόλυτη/σχετική ~. ~ πυξίδας. ~ από κόμβο. Σημείο ~ης. Βλ. αζιμούθιο. [< μτγν. διόπτευσις]
κοβάλτιοκο-βάλ-τι-ο ουσ. (ουδ.) {κοβαλτί-ου}: ΧΗΜ. αργυρόλευκο μεταλλικό στοιχείο (σύμβ. Co, Ζ 27) με μαγνητικές ιδιότητες, το οποίο υπάρχει και στον οργανισμό ως ιχνοστοιχείο: θειικό/χλωριούχο ~. Σίδηρο, νικέλιο και ~. Ισότοπο του ~ου (= το ραδιενεργό ~-60). Οξείδια ~ου.|| Μπλε/πράσινο (του) ~ου (= χρωστική ουσία, μείγμα οξειδίων ~ου και αργιλίου). Βλ. κομπάλτ. ● ΣΥΜΠΛ.: βόμβα κοβαλτίου: πηγή που εκπέμπει ακτινοβολία Χ από κοβάλτιο -60 και χρησιμοποιείται στην ακτινοθεραπεία καρκινικών όγκων. [< αγγλ. cobalt bomb, 1954] [< γερμ. Kobalt, γαλλ.-αγγλ. cobalt]
λαγάναλα-γά-να ουσ. (θηλ.): πλατύ λεπτό ψωμί σε ελλειψοειδές σχήμα, με σουσάμι, χωρίς προζύμι, γάλα ή αβγά, το οποίο φτιάχνεται και καταναλώνεται παραδοσιακά την Καθαρά Δευτέρα: πατροπαράδοτη ~. ~ με ταραμά/χαλβά. Βλ. άζυμος. [< μεγεθ. του αρχ. λάγανον ‘γλύκισμα από αλεύρι, μέλι και λάδι’]
μαλαχίτηςμα-λα-χί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. ορυκτό άλας του βασικού ανθρακικού χαλκού με έντονο πράσινο χρώμα, που ως ημιπολύτιμος λίθος χρησιμοποιείται στην κατασκευή κοσμημάτων και διακοσμητικών αντικειμένων. Βλ. αζουρίτης, -ίτης2. [< γαλλ.-αγγλ. malachite < μτγν. μολοχῖτις (λίθος)]
νάρκωσηνάρ-κω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. αναισθησία: ολική/ραχιαία/τοπική ~. Εγχείρηση με/χωρίς ~. (για αναισθησιολόγο:) Δίνω/παρέχω/χορηγώ ~. (για ασθενή:) Ξυπνώ/συνέρχομαι από τη ~. Υποβάλλομαι σε ~. Βλ. ύπνωση.|| ~ άγριων θηλαστικών. 2. (μτφ.) αδράνεια, αποχαύνωση: πνευματική ~. ~ των πολιτών/της σκέψης/των συνειδήσεων. Κοινωνία που βρίσκεται σε ~. Πβ. αποβλάκωση, αποκοίμιση, απο~, απονέκρωση, παθητικοποίηση. Βλ. αφύπνιση. ● ΣΥΜΠΛ.: νάρκωση αζώτου: ΙΑΤΡ. (σε δύτη) εμφάνιση συμπτωμάτων νάρκωσης ή μέθης κατά την κατάδυση σε μεγάλα βάθη. ΣΥΝ. μέθη των δυτών/του βυθού [< αγγλ. nitrogen narcosis, 1937] [< αρχ. νάρκωσις, γαλλ. narcose, 1903, αγγλ. narcosis]
-ούχος2, α/ος, ο: επίθημα λόγιων επιθέτων με αναφορά σε συγκεκριμένο συστατικό του προσδιοριζόμενου: αερι~/αλκοολ~/ανθρακ~/βιταμιν~/θει~/πρωτεϊν~/φωσφορ~/χλωρι~.
υποξείδιο[ὑποξείδιο] υ-πο-ξεί-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. οξείδιο με χαμηλότερη από το φυσιολογικό περιεκτικότητα σε οξυγόνο: ~ του αζώτου (= νιτρώδες οξείδιο, αέριο του γέλιου, σύμβ. σύμβ. Ν2Ο)/άνθρακα (σύμβ. C3O2)/του χαλκού. Πβ. πρωτοξείδιο [< αγγλ. suboxide, αγγλ. nitrous oxide = laughing gas]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ