Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 58832 εγγραφές  [2160-2180]


  • αζευγάρωτος , η, ο [ἀζευγάρωτος] α-ζευ-γά-ρω-τος επίθ.: που δεν έχει ζευγαρώσει, δεν αποτελεί ζεύγος και γενικότ. δεν μπορεί να συνδυαστεί με κάτι άλλο: (λαϊκό) ~ο: ζώο (ΑΝΤ. ζευγαρωμένο).|| (επιστ.) ~ο: ηλεκτρόνιο. ~ες: βάσεις (DNA). ~α: νουκλεοτίδια.
  • αζημίως [ἀζημίως] α-ζη-μί-ως επίρρ.: ΝΟΜ. χωρίς οικονομική κυρ. ζημιά: Καταγγέλλεται/λύεται η σύμβαση/συνεργασία ~. [< μτγν. ἀζημίως]
  • αζημίωτος , η, ο [ἀζημίωτος] α-ζη-μί-ω-τος επίθ.: κυρ. στη ● ΦΡ.: με το αζημίωτο (συνήθ. ειρων.): με αμοιβή, με κάποιο αντάλλαγμα, κέρδος: Δέχθηκε να με βοηθήσει, ~ ~ φυσικά. Θα σε εξυπηρετήσουν βέβαια, αλλά ~ ~. ΑΝΤ. για την ψυχή της μάνας μου, δωρεάν, τζάμπα. [< μτγν. ἀζημίωτος]
  • αζήτητος , η, ο [ἀζήτητος] α-ζή-τη-τος επίθ.: που δεν τον έχουν ζητήσει, δεν τον (ανα)ζητούν ή δεν έχει ζήτηση: ~η: αποσκευή. ~ο: βιβλίο/προϊόν. ~α: εμπορεύματα (ΣΥΝ. αδιάθετα, απούλητα)/πτυχία (: που δεν εξασφαλίζουν επαγγελματική αποκατάσταση). Το δέμα επεστράφη ως ~ο. Τα περιζήτητα και τα ~α τμήματα ΤΕΙ. ● Ουσ.: αζήτητα (τα) 1. κάθε πρόσωπο ή πράγμα που δεν έχει ζήτηση, πέραση: Ανέσυρε/έβγαλε/πήρε τους παίκτες από τα ~ και τους έκανε πρωταθλητές. Ο Τύπος επανέφερε το θέμα από τα ~ στην επικαιρότητα. 2. αντικείμενα ή εμπορεύματα που έχουν χαθεί, εγκαταλειφθεί ή κατασχεθεί και δεν τα αναζητά ο κάτοχος ή ο παραλήπτης τους: τα ~ των αεροδρομίων/τελωνείων. ● ΦΡ.: στα αζήτητα: για καθετί αχρησιμοποίητο, ανεκμετάλλευτο, που γενικότ. δεν απασχολεί ή δεν ενδιαφέρει κανέναν: Το νέο του άλμπουμ έμεινε/κατέληξε ~ ~ των δισκοπωλείων. Το θέμα πέρασε ~ ~. Πετώ/στέλνω κάτι ~ ~. Πτυχιούχοι ~ ~. [< αρχ. ἀζήτητος]
  • αζίδιο [ἀζίδιο] α-ζί-δι-ο ουσ. (ουδ.) {αζιδί-ου}: ΧΗΜ. ένωση που περιέχει την ομάδα N3 σε συνδυασμό με ένα στοιχείο ή μια ρίζα του υδραζωτικού οξέος: ~ του βαρίου/μολύβδου/νατρίου. [< αγγλ. azide, 1907]
  • αζιμουθιακός , ή, ό [ἀζιμουθιακός] α-ζι-μου-θι-α-κός επίθ. & αζιμουθικός: ΑΣΤΡΟΝ.-ΓΕΩΔ. που αναφέρεται στο αζιμούθιο: ~ός: κβαντικός αριθμός/κύκλος. ~ή: γωνία/κάλυψη/προβολή. ~ό: τηλεσκόπιο. ~ές: συντεταγμένες. [< γαλλ. azimutal]
  • αζιμούθιο [ἀζιμούθιο] α-ζι-μού-θι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΑΣΤΡΟΝ.-ΓΕΩΔ. η γωνία που χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό της θέσης ουράνιου ή γήινου σημείου και σχηματίζεται από το κατακόρυφο επίπεδό του και το μεσημβρινό επίπεδο του σημείου παρατήρησης: αστρονομικό/γεωγραφικό/γεωδαιτικό/μαγνητικό ~. Καθορίζω/μετρώ/υπολογίζω το ~. Βλ. διόπτευση. ● ΦΡ.: όλα τα αζιμούθια (απαιτ. λεξιλόγ.-μτφ.): όλες οι κατευθύνσεις, οι διευθύνσεις: Εχθροί που προέρχονται από ~ ~ (= από παντού). Διπλωματική επίθεση/προειδοποίηση προς ~ ~. [< γαλλ. tous les azimuts] [< γαλλ. azimut]
  • αζουλένιο [ἀζουλένιο] α-ζου-λέ-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. υγρός υδρογονάνθρακας (σύμβ. C10H8), κρυσταλλική ουσία κυανού χρώματος που χρησιμοποιείται στα καλλυντικά: αποτρίχωση/κερί με ~. Γαλάκτωμα/λοσιόν που περιέχει ~. [< γαλλ. azulène]
  • αζούρ1 [ἀζούρ] α-ζούρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: είδος βελονιάς, πλέξης και συνεκδ. διάτρητου κεντήματος: δαντέλες/μανίκια με ~.|| (ως επίθ.) ~ ύφανση. [< γαλλ. à jours, ajour]
  • αζούρ2 [ἀζούρ] α-ζούρ επίθ./ουσ.: κυανό χρώμα: μπλε ~.|| ~ μοτίβα. Βλ. κοβάλτιο. [< γαλλ. azur]
  • αζουρίτης [ἀζουρίτης] α-ζου-ρί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. ορυκτό άλας του βασικού ανθρακικού χαλκού με χαρακτηριστικό μπλε χρώμα, που ως ημιπολύτιμος λίθος τοποθετείται συνήθ. σε κοσμήματα. Βλ. μαλαχίτης, -ίτης2. [< γαλλ. azurite]
  • άζυμος , η, ο [ἄζυμος] ά-ζυ-μος επίθ. (σπάν.): (κυρ. για ψωμί) που ζυμώθηκε, παρασκευάστηκε χωρίς μαγιά ή προζύμι: ~η: πίτα. Βλ. λαγάνα, όστια.|| (ως ουσ.) Το ιουδαϊκό Πάσχα τρώνε αρνί και ~α. ΑΝΤ. ένζυμος [< αρχ. ἄζυμος]
  • αζύμωτος , η, ο [ἀζύμωτος] α-ζύ-μω-τος επίθ. 1. που δεν ζυμώθηκε αρκετά καλά: ~ο: ψωμί (ΑΝΤ. ζυμωμένο). 2. που δεν έχει υποστεί ζύμωση: ~ος: μούστος. ~ο: κρασί/τσάι (= πράσινο). ~α: στέμφυλα. ΣΥΝ. άβραστος (2) [< μεσν. αζύμωτος]
  • αζωθαιμία [ἀζωθαιμία] α-ζω-θαι-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αύξηση των αζωτούχων ουσιών στο αίμα λόγω νεφρικής ανεπάρκειας. Βλ. -αιμία, ουραιμία. [< γαλλ. azotémie, 1909, αγγλ. azot(a)emia, 1900]
  • αζωικός , ή, ό [ἀζωικός] α-ζω-ι-κός επίθ.: που δεν έχει ίχνη ζωής ή δεν ευνοεί την ανάπτυξή της. ΑΝΤ. ζωικός2 ● ΣΥΜΠΛ.: αζωικός αιώνας/αζωική περίοδος: ΓΕΩΛ. μεγάλη γεωλογική περίοδος κατά την οποία δεν είχε ακόμη αναπτυχθεί ζωή στη Γη. ΣΥΝ. αρχαιοζωικός/αρχαϊκός αιώνας [< γαλλ. azoïque, αγγλ. azoic]
  • αζωοσπερμία [ἀζωοσπερμία] α-ζω-ο-σπερ-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. απουσία σπερματοζωαρίων από το σπερματικό υγρό ή αδυναμία παραγωγής τους: (μη) αποφρακτική/εκκριτική ~. Πρόβλημα γονιμότητας λόγω ~ας. [< γαλλ. azoospermie, αγγλ. azoospermia]
  • άζωτο [ἄζωτο] ά-ζω-το ουσ. (ουδ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -ώτου}: ΧΗΜ. διατομικό χημικό στοιχείο (σύμβ. N, Ζ 7), που ανήκει στα αμέταλλα, είναι αέριο, άοσμο, άγευστο και άχρωμο σε κανονικές συνθήκες και μαζί με το οξυγόνο αποτελεί βασικό συστατικό του αέρα (σε ποσοστό 78,08%): αμμωνιακό/ατμοσφαιρικό/ελεύθερο/μοριακό/νιτρικό/οργανικό ~. Ενώσεις/κύκλος/οξείδια του ~ώτου. ● ΣΥΜΠΛ.: δέσμευση (του) αζώτου: αζωτοδέσμευση., μονοξείδιο του αζώτου: ΧΗΜ. ένα από τα οξείδια του αζώτου (σύμβ. ΝΟ), άχρωμο, μη εύφλεκτο, τοξικό αέριο που χρησιμοποιείται ως αναισθητικό και αναλγητικό: ρύποι ~ίου ~. Το ~ ~ παράγεται από αυτοκίνητα και βιομηχανικούς καυστήρες., υγρό άζωτο: ΦΥΣ. σε υγρή κατάσταση που χρησιμοποιείται ως ψυκτικό: Εμβόλιο/σπέρμα που αποθηκεύεται/καταψύχεται/φυλάσσεται σε ~ ~. [< γαλλ. azote liquide] , διοξείδιο του αζώτου βλ. διοξείδιο, νάρκωση αζώτου βλ. νάρκωση, υποξείδιο του αζώτου βλ. υποξείδιο [< γαλλ.-αγγλ. azote]
  • αζωτοδέσμευση [ἀζωτοδέσμευση] α-ζω-το-δέ-σμευ-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. διαδικασία κατά την οποία το ατμοσφαιρικό άζωτο δεσμεύεται από μικροοργανισμούς του εδάφους: ατμοσφαιρική/βιολογική/φυσική ~. Ένζυμο ~ης. ΣΥΝ. δέσμευση (του) αζώτου [< γαλλ. fixation de l'azote]
  • αζωτοποίηση [ἀζωτοποίηση] α-ζω-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. νιτροποίηση.
  • αζωτούχος , ος/α, ο [ἀζωτοῦχος] α-ζω-τού-χος επίθ.: ΧΗΜ. που περιέχει άζωτο: ~ος/α: (χημική) ένωση/λίπανση/μουστάρδα (: τοξική χημική ένωση, πβ. αέριο της μουστάρδας). ~ο: λίπασμα. ~ες: ομάδες/ουσίες. ~α: αέρια/άλατα/οξείδια/παράγωγα/προϊόντα. Βλ. -ούχος2. ● ΣΥΜΠΛ.: αζωτούχες βάσεις & (σπάν.) νουκλεϊκές/νουκλεϊνικές βάσεις: ΒΙΟΧ. τα συστατικά των νουκλεϊνικών οξέων (DNA, RNA), δηλ. η αδενίνη, η γουανίνη, η κυτοσίνη, η θυμίνη και η ουρακίλη. [< αγγλ. nitrogenous bases] [< γαλλ. azoté]

-αιμία

-αιμία: επίθημα για τον σχηματισμό θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν ασθένειες του αίματος: αν~/βακτηρ~/γλυκ~/λευχ~/σηψ~.|| Καθαρο~.

διοξείδιο

διοξείδιοδι-ο-ξεί-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. οξείδιο που περιέχει στο μόριό του δύο άτομα οξυγόνου. ● ΣΥΜΠΛ.: διοξείδιο του αζώτου: ένα από τα οξείδια του αζώτου (σύμβ. NO2), μη εύφλεκτο, τοξικό αέριο, το οποίο αποτελεί συστατικό του φωτοχημικού νέφους που ρυπαίνει τις σύγχρονες πόλεις., διοξείδιο του άνθρακα: άχρωμο, άοσμο αέριο (CO2) που αποβάλλεται κατά την αναπνοή και απορροφάται από τα φυτά κατά τη φωτοσύνθεση., διοξείδιο του θείου: τοξικό και διαβρωτικό αέριο (SO2), το κυριότερο προϊόν της καύσης ουσιών που περιέχουν θείο. [< γαλλ. dioxyde, αγγλ. dioxide]

διόπτευση

διόπτευσηδι-ό-πτευ-ση ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. προσδιορισμός της γωνίας που σχηματίζεται ανάμεσα στον βορρά και τη νοητή γραμμή μεταξύ παρατηρητή και σημείου ή αντικειμένου: απόλυτη/σχετική ~. ~ πυξίδας. ~ από κόμβο. Σημείο ~ης. Βλ. αζιμούθιο. [< μτγν. διόπτευσις]

κοβάλτιο

κοβάλτιοκο-βάλ-τι-ο ουσ. (ουδ.) {κοβαλτί-ου}: ΧΗΜ. αργυρόλευκο μεταλλικό στοιχείο (σύμβ. Co, Ζ 27) με μαγνητικές ιδιότητες, το οποίο υπάρχει και στον οργανισμό ως ιχνοστοιχείο: θειικό/χλωριούχο ~. Σίδηρο, νικέλιο και ~. Ισότοπο του ~ου (= το ραδιενεργό ~-60). Οξείδια ~ου.|| Μπλε/πράσινο (του) ~ου (= χρωστική ουσία, μείγμα οξειδίων ~ου και αργιλίου). Βλ. κομπάλτ. ● ΣΥΜΠΛ.: βόμβα κοβαλτίου: πηγή που εκπέμπει ακτινοβολία Χ από κοβάλτιο -60 και χρησιμοποιείται στην ακτινοθεραπεία καρκινικών όγκων. [< αγγλ. cobalt bomb, 1954] [< γερμ. Kobalt, γαλλ.-αγγλ. cobalt]

λαγάνα

λαγάναλα-γά-να ουσ. (θηλ.): πλατύ λεπτό ψωμί σε ελλειψοειδές σχήμα, με σουσάμι, χωρίς προζύμι, γάλα ή αβγά, το οποίο φτιάχνεται και καταναλώνεται παραδοσιακά την Καθαρά Δευτέρα: πατροπαράδοτη ~. ~ με ταραμά/χαλβά. Βλ. άζυμος. [< μεγεθ. του αρχ. λάγανον ‘γλύκισμα από αλεύρι, μέλι και λάδι’]

μαλαχίτης

μαλαχίτηςμα-λα-χί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. ορυκτό άλας του βασικού ανθρακικού χαλκού με έντονο πράσινο χρώμα, που ως ημιπολύτιμος λίθος χρησιμοποιείται στην κατασκευή κοσμημάτων και διακοσμητικών αντικειμένων. Βλ. αζουρίτης, -ίτης2. [< γαλλ.-αγγλ. malachite < μτγν. μολοχῖτις (λίθος)]

νάρκωση

νάρκωσηνάρ-κω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. αναισθησία: ολική/ραχιαία/τοπική ~. Εγχείρηση με/χωρίς ~. (για αναισθησιολόγο:) Δίνω/παρέχω/χορηγώ ~. (για ασθενή:) Ξυπνώ/συνέρχομαι από τη ~. Υποβάλλομαι σε ~. Βλ. ύπνωση.|| ~ άγριων θηλαστικών. 2. (μτφ.) αδράνεια, αποχαύνωση: πνευματική ~. ~ των πολιτών/της σκέψης/των συνειδήσεων. Κοινωνία που βρίσκεται σε ~. Πβ. αποβλάκωση, αποκοίμιση, απο~, απονέκρωση, παθητικοποίηση. Βλ. αφύπνιση. ● ΣΥΜΠΛ.: νάρκωση αζώτου: ΙΑΤΡ. (σε δύτη) εμφάνιση συμπτωμάτων νάρκωσης ή μέθης κατά την κατάδυση σε μεγάλα βάθη. ΣΥΝ. μέθη των δυτών/του βυθού [< αγγλ. nitrogen narcosis, 1937] [< αρχ. νάρκωσις, γαλλ. narcose, 1903, αγγλ. narcosis]

-ούχος2

-ούχος2, α/ος, ο: επίθημα λόγιων επιθέτων με αναφορά σε συγκεκριμένο συστατικό του προσδιοριζόμενου: αερι~/αλκοολ~/ανθρακ~/βιταμιν~/θει~/πρωτεϊν~/φωσφορ~/χλωρι~.

υποξείδιο

υποξείδιο[ὑποξείδιο] υ-πο-ξεί-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. οξείδιο με χαμηλότερη από το φυσιολογικό περιεκτικότητα σε οξυγόνο: ~ του αζώτου (= νιτρώδες οξείδιο, αέριο του γέλιου, σύμβ. σύμβ. Ν2Ο)/άνθρακα (σύμβ. C3O2)/του χαλκού. Πβ. πρωτοξείδιο [< αγγλ. suboxide, αγγλ. nitrous oxide = laughing gas]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.