Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 58817 εγγραφές  [58740-58760]


  • ωρέ βλ. μωρέ
  • ωριαίος , α, ο [ὡριαῖος] ω-ρι-αί-ος επίθ. 1. που διαρκεί μία ώρα: ~α: συνάντηση. ~ο: διαγώνισμα. 2. που αντιστοιχεί σε χρονικό διάστημα μίας ώρας: ~α: αμοιβή/αντιμισθία (= ωρομίσθιο)/αποζημίωση/παραγωγή/χρέωση. Μέση ~α ταχύτητα οχήματος. ~ο κόστος προγράμματος. 3. που επαναλαμβάνεται ανά μία ώρα: ~ες: αναχωρήσεις. ~α πρόβλεψη καιρού (: κάθε μία ώρα). Βλ. -ιαίος. ● επίρρ.: ωριαία ● ΣΥΜΠΛ.: ωριαία γωνία: ΑΣΤΡΟΝ. δίεδρη γωνία που σχηματίζεται μεταξύ του μεσημβρινού ενός τόπου και του ωριαίου κύκλου αστέρα: ~ ~ (δύσης) του Ήλιου/της Σελήνης. [< γαλλ. angle horaire] , ωριαίος κύκλος: ΑΣΤΡΟΝ. ο μέγιστος κύκλος της ουράνιας σφαίρας που διέρχεται από τους δύο πόλους της και είναι κάθετος στον ουράνιο ισημερινό. Βλ. ουράνιος μεσημβρινός., ζώνη ώρας βλ. ζώνη, ωριαία άτρακτος βλ. άτρακτος [< 1: μτγν. ὡριαῖος]
  • ωριλά [ὠριλά] ω-ρι-λά ουσ. (αρσ.) (ακρ. ΩΡΛ) & (σπάν.) ωριλάς (προφ.): ωτορινολαρυγγολόγος.
  • ωριμάζω [ὡριμάζω] ω-ρι-μά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ωρίμα-σε, ωριμά-σει, -σμένος, ωριμάζ-οντας}: (για πρόσ.) αναπτύσσομαι πλήρως σωματικά, ψυχικά, πνευματικά: ~ βιολογικά/σεξουαλικά/συναισθηματικά. Καθώς ~ (= μεγαλώνω), διαπιστώνω ότι ... Αναγκάστηκε να ~σει απότομα/από πολύ μικρός (πβ. ενηλικιώνομαι). ~σε, επιτέλους, και πάψε να συμπεριφέρεσαι σα μωρό.|| (μτφ.) ~σε ως καλλιτέχνης. Η κοινωνία έχει πλέον ~σει (: είναι έτοιμη) για να δεχτεί μια τέτοια αλλαγή.ωριμάζει 1. (για ορισμένα είδη τροφίμων) γίνεται ώριμο, είναι έτοιμο για κατανάλωση: Οι ντομάτες ~σαν. Φρούτα που δεν έχουν ~σει ακόμη (βλ. άγουρος).|| Το κρασί χρειάζεται χρόνο για να ~σει. Βλ. παλαιώνω.|| ~σμένα: τυριά. 2. (μτφ.) αποκτά ολοκληρωμένη μορφή: Δεν έχει ακόμα ~σει η ιδέα στο μυαλό του. ~σε η αγορά/το αίτημα. ~σε η σκέψη του. Η σχέση τους ~σε μέσα στα χρόνια. ~σε ο καιρός. Έχουν ~σει οι συνθήκες. Βλ. υπερ~. 3. (σπάν.) καθιστά κάποιον ώριμο: Οι δοκιμασίες τον ~σαν. [< μτγν. ὡριμάζω, γαλλ. mûrir]
  • ωρίμανση [ὡρίμανση] ω-ρί-μαν-ση ουσ. (θηλ.) & ωρίμαση: ολοκληρωμένη ανάπτυξη, πλήρης ωριμότητα: βιολογική/πνευματική/σεξουαλική/σωματική/ψυχολογική ~.|| Η ~ των καρπών/φρούτων (= το ωρίμασμα). (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) ~ του τυριού σε ειδικές εγκαταστάσεις. ~ του κρασιού στο βαρέλι (βλ. παλαίωση).|| (μτφ.) Η ~ μιας ιδέας/σκέψης/σχέσης.|| (ΙΑΤΡ.) Η ~ του ωαρίου.|| (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) Η ~ (δημόσιου) έργου (: σύνολο δραστηριοτήτων που απαιτούνται για την πλήρη προπαρασκευή του). [< γαλλ. maturité, maturation]
  • ωρίμασμα [ὡρίμασμα] ω-ρί-μα-σμα ουσ. (ουδ.): ωρίμανση: το ~ των καρπών.
  • ώριμος , η, ο [ὥριμος] ώ-ρι-μος επίθ. {ωριμότ-ερος, -ατος} ΑΝΤ. ανώριμος 1. (για πρόσ.) που έχει αναπτυχθεί σωματικά και κυρ. ψυχικά, πνευματικά· που χαρακτηρίζεται από συγκροτημένο τρόπο σκέψης, σύνεση, υπευθυνότητα: ~η συναισθηματικά.|| Πολύ ~η για την ηλικία της. Άτομο ~ο και προσγειωμένο. Δεν τον θεωρώ (αρκετά) ~ο για γάμο.|| (κατ' επέκτ.) ~η: συζήτηση/συμπεριφορά. 2. (κυρ. για φρούτα ή καρπούς) που έχει ωριμάσει, που είναι έτοιμο(ς) για κατανάλωση: ~ες: μπανάνες/ντομάτες (βλ. παραγινωμένος). ~α: σταφύλια/σύκα. Πβ. γινωμένος. ΑΝΤ. αγίνωτος, άγουρος.|| ~ο: τυρί. Βλ. υπερ~. 3. (μτφ.) που έχει αποκτήσει ολοκληρωμένη, οριστική μορφή, περνώντας συνήθ. από στάδια επανεξέτασης και βελτίωσης: ~ος: προβληματισμός. ~η: κοινωνία. ~ο: αίτημα. ~ες: αποφάσεις/απόψεις/συνθήκες/σχέσεις.|| (που αναφέρεται στην περίοδο ωριμότητας ενός καλλιτέχνη:) ~α: έργα. Η ~ερη φάση της καριέρας του.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~η: αγορά. ~ες: επενδύσεις.|| Ο χρόνος είναι ~ για ... Πβ. κατάλληλος, πρόσφορος. 4. μεσήλικος: ~ο: ζευγάρι. ~οι: ενήλικες. ~ες: γυναίκες.|| (κατ' επέκτ.) ~η: επιδερμίδα/ηλικία (= η μέση ηλικία). (ΝΟΜ.) ~α (ασφαλιστικά) δικαιώματα. 5. ΒΙΟΛ. πλήρως αναπτυγμένος: ~α: κύτταρα/ωάρια (: έτοιμα για γονιμοποίηση). ● επίρρ.: ώριμα: στη σημ. 1: Σκέφτεται ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ώριμο φρούτο βλ. φρούτο ● ΦΡ.: μετά/ύστερα/έπειτα από ώριμη σκέψη βλ. σκέψη [< αρχ. ὥριμος, γαλλ. mûr, αγγλ. mature]
  • ωριμότητα [ὡριμότητα] ω-ρι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του ώριμου: πνευματική/συναισθηματική ~. ~ της σκέψης του (βλ. συγκρότηση). Βαθμός/επίπεδο ~ας. (Επ)έδειξε μεγάλη ~. Δεν έχει την (απαιτούμενη) ~ (για) να ... Αντιμετώπισε τα προβλήματα με ~. ΑΝΤ. αν~.|| Η ηλικία της ~ας (: μέση ηλικία).|| (για καλλιτέχνες :) Η περίοδος ~ας.|| Κοινωνική/πολιτική ~.|| Η ~ των σταφυλιών/φρούτων.|| (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) ~ μιας επένδυσης/ενός έργου (: ο βαθμός τεχνικής προετοιμασίας που διαθέτει ένα υποψήφιο προς χρηματοδότηση έργο). Βλ. -ότητα. [< μτγν. ὡριμότης, γαλλ. maturité]
  • Ωρίωνας [Ὠρίωνας] Ω-ρί-ω-νας ουσ. (αρσ.) & (λόγ.) Ωρίων: ΑΣΤΡΟΝ. αστερισμός στον ουράνιο ισημερινό που μεσουρανεί τον χειμώνα. Βλ. Σείριος. [< αρχ. Ὠρίων, αγγλ. Orion]
  • ΩΡΛ (ο): ωριλά. [<πβ. γαλλ. O.R.L., 1952]
  • ωροδείκτης [ὡροδείκτης] ω-ρο-δεί-κτης ουσ. (αρσ.): ο μικρότερος από τους δείκτες ενός ρολογιού, ο οποίος δείχνει τις ώρες. Βλ. -δείκτης, λεπτοδείκτης. [< γερμ. Stundenzeiger]
  • ωρολογιακός , ή, ό [ὡρολογιακός] ω-ρο-λο-γι-α-κός επίθ. 1. που λειτουργεί ή ρυθμίζεται με τη βοήθεια ρολογιού: ~ός: εκρηκτικός μηχανισμός. ~ή: βόμβα. 2. (σπάν.) που σχετίζεται με το ρολόι: ~ή: φορά. ● ΣΥΜΠΛ.: ζώνη ώρας βλ. ζώνη
  • ωρολόγιο [ὡρολόγιο] ω-ρο-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.) & ωρολόγιον 1. (λόγ.) ρολόι. 2. ΕΚΚΛΗΣ. βιβλίο που περιέχει την Ακολουθία των Ωρών. Βλ. -λόγιο. [< 1: μτγν. ὡρολόγιον 2: μεσν. ωρολόγιον]
  • ωρολόγιος , ος, ο [ὡρολόγιος] ω-ρο-λό-γι-ος επίθ.: μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: ωρολόγιο πρόγραμμα: οργάνωση των μαθημάτων σε συγκεκριμένες μέρες και ώρες: ~ ~ διδασκαλίας/εκπαίδευσης. ~ ~ Δημοτικού/Γυμνασίου/Λυκείου. [< γαλλ. horaire]
  • ωρολογοποιείο [ὡρολογοποιεῖο] ω-ρο-λο-γο-ποι-εί-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): εργαστήριο κατασκευής ή κυρ. επισκευής ρολογιών. Βλ. -ποιείο. ΣΥΝ. ρολογάδικο [< γαλλ. horlogerie]
  • ωρολογοποιία [ὡρολογοποιία] ω-ρο-λο-γο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.): η τέχνη ή η βιομηχανία κατασκευής ρολογιών: ελβετική ~. Βλ. -ποιία. [< γαλλ. horlogerie]
  • ωρολογοποιός [ὡρολογοποιός] ω-ρο-λο-γο-ποι-ός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): τεχνίτης που ασχολείται με την κατασκευή ή επισκευή ρολογιών. Βλ. -ποιός. ΣΥΝ. ρολογάς [< γαλλ. horloger]
  • ωρομέτρηση [ὡρομέτρηση] ω-ρο-μέ-τρη-ση ουσ. (θηλ.) 1. έλεγχος της παρουσίας και καταγραφή του χρόνου εργασίας των εργαζομένων σε επιχείρηση ή υπηρεσία: ~ προσωπικού. Βλ. παρουσιολόγιο.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Πρόγραμμα/σύστημα ~ης. 2. μέτρηση των ωρών λειτουργίας της κεντρικής θέρμανσης χωριστά για κάθε διαμέρισμα: ~ πετρελαίου. Βλ. αυτόνομη θέρμανση, -μέτρηση.
  • ωρομετρητής [ὡρομετρητής] ω-ρο-με-τρη-τής ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που υπολογίζει την κατανάλωση ενέργειας σε εγκαταστάσεις θέρμανσης με βάση τον χρόνο χρήσης. Βλ. -μετρητής.
  • ωρομίσθιο [ὡρομίσθιο] ω-ρο-μί-σθι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} (επίσ.): χρηματική αμοιβή που αντιστοιχεί σε εργασία μιας ώρας· ωριαία αντιμισθία: βασικό/μέσο/μικτό ~. Βλ. ημερομίσθιο. [< γαλλ. salaire horaire, γερμ. Stundenlohn]

άτρακτος

άτρακτος[ἄτρακτος] ά-τρα-κτος ουσ. (θηλ.) {ατράκτ-ου} 1. ΑΕΡΟΝ. -ΜΗΧΑΝ.-ΤΕΧΝΟΛ. το κύριο μέρος, ο σκελετός του αεροσκάφους που περιλαμβάνει τον θάλαμο πλοήγησης, τους χώρους των επιβατών, του φορτίου και των οργάνων ελέγχου: ~ αεροπλάνου/ελικοπτέρου. 2. ΜΗΧΑΝΟΛ. επιμήκης, συνήθ. κυλινδρικός άξονας που μεταδίδει περιστροφική κίνηση στις μηχανές: ~ ηλεκτροκινητήρα. 3. ΓΕΩΜ. τμήμα της επιφάνειας μιας σφαίρας μεταξύ δύο μέγιστων ημικυκλίων με κοινή διάμετρο. 4. ΒΙΟΛ. ατρακτοειδές σχήμα που παρατηρείται κατά τη μετάφαση της κυτταρικής διαίρεσης και το οποίο αποτελείται από μικροσωληνίσκους που συνδέονται με τα χρωμοσώματα: μιτωτική/πυρηνική ~. 5. (λόγ.) αδράχτι. ● Υποκ.: ατρακτίδιο (το) (λόγ.) ● ΣΥΜΠΛ.: μυϊκή άτρακτος & (σπάν.) νευρομυϊκή άτρακτος: ΙΑΤΡ. μια από τις αισθητήριες απολήξεις των σκελετικών μυών που αποτελούν τους υποδοχείς των ερεθισμάτων και είναι υπεύθυνοι για το παθητικό τέντωμα του μυός. [< γαλλ. fuseau (neuro)musculaire] , ωριαία άτρακτος: ΓΕΩΓΡ. ζώνη ώρας. [< γαλλ. fuseau horaire, 1911] [< 1: γαλλ. fuselage, 1908 2-4: γαλλ. fuseau 5: μτγν. ἄτρακτος]

-δείκτης

-δείκτης& (προφ.) -δείχτης: β' συνθετικό αρσενικών ουσιαστικών με αναφορά στο όργανο ή γενικότ. στο αντικείμενο που μετρά ή προσδιορίζει ό,τι εκφράζεται από το α' συνθετικό: ανεμο~/ημερο~/λεπτο~/οδο~/σελιδο~/ωρο~.

ζώνη

ζώνηζώ-νη ουσ. (θηλ.) {ζων-ών} 1. ταινία που συγκρατεί ή/και διακοσμεί τα ρούχα, καθώς τυλίγεται και δένεται γύρω από τη μέση και κατ' επέκτ. κάθε ανάλογος ιμάντας που εξυπηρετεί ειδικές ανάγκες ή χρησιμοποιείται για λόγους ασφαλείας: ανδρική/γυναικεία/δερμάτινη/λαστιχένια/λεπτή/υφασμάτινη/φαρδιά ~ (βλ. ζωνάρι, ζωστήρας, λουρί). ~ παντελονιού. Αγκράφα/θήκη/κλιπ/πόρπη ~ης. Βλ. αξεσουάρ.|| Ελαστική ~. ~ αδυνατίσματος/αναρρίχησης/βαρών/εφίδρωσης/κατάδυσης/μασάζ. Πλαστική ~ μεταφοράς. (ΙΑΤΡ.) Ορθοπαιδική ~. ~ κήλης/κοιλιάς. (ΑΘΛ.) Κίτρινη/μπλε ~ (: το χρώμα υποδηλώνει επίπεδο στις πολεμικές τέχνες). (ΕΚΚΛΗΣ.) Ιερατική ~ (βλ. άμφια).|| (σε αυτοκίνητο) Η ~ σώζει ζωές. Βάλε τη ~ σου! Δεν φορούσε ~. (σε αεροπλάνο) Δέστε τη ~ σας πριν από την απογείωση/προσγείωση. Πβ. ~ ασφαλείας. 2. οριοθετημένη περιοχή στην οποία επικρατούν συγκεκριμένες συνθήκες: αλπική/αστική/διαχωριστική/διεθνής/επικίνδυνη/θαλάσσια/κτηνοτροφική/μεσογειακή/οικιστική/ορεινή/παραλιακή/προστατευόμενη ~. Τιμή ~ης ακινήτων. (ΦΥΣ.) ~ ακτινοβολίας. ~ δασών/(ΟΙΚΟΛ.) ειδικής προστασίας. (ΑΘΛ.) ~ επίθεσης. ~ (άμεσης/επείγουσας) προτεραιότητας/φόρτωσης (: στάθμευσης για φορτοεκφόρτωση). Χερσαία ~ λιμένος. ~ εξυπηρέτησης κοινού. ~ εφαρμογής μέτρων. Πάρκα και ~ες πρασίνου.|| (ΓΕΩΛ.) ~ σεισμικής επικινδυνότητας. Σεισμικές ~ες. Βλ. βιο~. 3. χρονικό διάστημα σε τηλεοπτικό ή ραδιοφωνικό πρόγραμμα: απογευματινή/νυχτερινή/παιδική ~. Βραδινή/πρωινή ~ ενημέρωσης. ~ υψηλής θεαματικότητας (πβ. πράιμ τάιμ). 4. (μτφ.) ανθρώπινο τείχος, κλοιός: Οι αστυνομικοί είχαν σχηματίσει ~ γύρω από το συνεδριακό κέντρο, για να εμποδίσουν τους διαδηλωτές. 5. ΓΕΩΓΡ. τμήμα της Γης μεταξύ δύο παραλλήλων, που χαρακτηρίζεται από ορισμένο κλίμα: (αντ)αρκτική/βόρεια και νότια εύκρατη/τροπική ή διακεκαυμένη ~. Η ~ του Ισημερινού. Κλιματικές ~ες.|| (ΑΣΤΡΟΝ.) Ουράνιες ~ες. ● Υποκ.: ζωνάκι (το), ζωνίτσα (η), ζωνούλα (η): μόνο στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: Αγία/Τιμία/Τίμια Ζώνη: ΕΚΚΛΗΣ. της Θεοτόκου., άμυνα ζώνης & ζώνη άμυνας & (αμυντική) ζώνη 1. ΑΘΛ. (συνήθ. στο ποδόσφαιρο κ. το μπάσκετ) τακτική σύμφωνα με την οποία κάθε παίκτης που αμύνεται τοποθετείται στο γήπεδο με τέτοιο τρόπο, ώστε να επιτηρεί συγκεκριμένο τμήμα του αγωνιστικού χώρου: Η ομάδα έπαιζε με διπλή ~ ~. Βλ. μαν του μαν. 2. (κυρ. ως ζώνη άμυνας) έκταση, περιοχή στην οποία οργανώνεται η άμυνα μιας χώρας: κοινή ~ ~ για την Ευρώπη. [< 1: αγγλ. zone defense, 1927] , βιομηχανική ζώνη: χωροθετημένη περιοχή με συγκεκριμένες προδιαγραφές για τη λειτουργία βιομηχανικών εγκαταστάσεων: ~ ~ σιδήρου και χάλυβα. Βλ. βιομηχανικό πάρκο., ελεύθερη ζώνη 1. ΟΙΚΟΝ. περιοχή στην οποία η διακίνηση εμπορευμάτων δεν υπόκειται σε τελωνειακούς δασμούς: ~ ~ εμπορίου (συχνότ. ζώνη ελεύθερου εμπορίου)/λιμανιού. 2. τόπος απαλλαγμένος από κάτι: ~ ~ από μεταλλαγμένα/από πυρηνικά όπλα. Πβ. απαγορευμένη ζώνη. [< 1: αγγλ. free zone, 1900] , ζώνη αστεροειδών: ΑΣΤΡΟΝ. περιοχή του ηλιακού συστήματος ανάμεσα στον Άρη και τον Δία, όπου βρίσκονται οι περισσότεροι γνωστοί αστεροειδείς. [< αγγλ. asteroid belt, 1952] , ζώνη ασφαλείας 1. (επίσ.) ιμάντας, κυρ. σε μέσο μεταφοράς, που σταθεροποιεί τον επιβάτη στη θέση του, προστατεύοντάς τον από πτώση ή ξαφνική και βίαιη μετατόπιση: ειδική/παιδική ~ ~. ~ ~ αυτοκινήτου/οδηγού. Βλ. αερόσακος. 2. ελεγχόμενη και προστατευμένη περιοχή, όπου ισχύουν περιοριστικά μέτρα πρόσβασης: (ΣΤΡΑΤ.) εναέρια/θαλάσσια/χερσαία ~ ~. Αποχώρηση στρατευμάτων από τη ~ ~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Ρυθμίσεις ~ης ~ (: για το ίντερνετ). [< 1: αγγλ. safety belt 2: αγγλ. security zone] , ζώνη βλάστησης: ΟΙΚΟΛ. που έχει συγκεκριμένη χλωρίδα, η οποία καθορίζεται κυρ. από το υψόμετρο και από βιοκλιματικούς παράγοντες: παραμεσόγεια ~ ~. Βλ. οικότοπος, τούνδρα., ζώνη διέλευσης: ΤΗΛΕΠ. στενή ζώνη συχνοτήτων, μέσα από την οποία το σήμα περνά χωρίς αξιόλογη παραμόρφωση: ~ ~ γραμμής/φίλτρου.|| (γενικότ., στενό πέρασμα:) ~ ~ της οδού., ζώνη ελεύθερων συναλλαγών (κ. με κεφαλ. τα αρχικά Z, E, Σ): ΟΙΚΟΝ. ενιαία αγορά με καθεστώς ελεύθερης διακίνησης εμπορευμάτων, που συγκροτείται από δύο ή περισσότερα κράτη, τα οποία, ωστόσο, δεν υποχρεούνται να έχουν κοινό δασμολόγιο στις εμπορικές σχέσεις τους με τρίτες χώρες. Πβ. ελεύθερο εμπόριο. Βλ. Ευρωπαϊκή Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών., ζώνη επιτήρησης & επιτηρούμενη ζώνη: οριοθετημένη περιοχή, όπου εφαρμόζονται ειδικά μέτρα ασφαλείας., ζώνη επιχειρήσεων: ΣΤΡΑΤ. περιοχή, συνήθ. σε εμπόλεμη σύρραξη, μέσα στα όρια της οποίας αναπτύσσεται πολεμική δράση. [< γαλλ. zone d'opérations] , ζώνη καινοτομίας: περιοχή που προσφέρεται για την εγκατάσταση επιχειρήσεων και ερευνητικών φορέων με καινοτόμες δράσεις., ζώνη οικιστικού ελέγχου (συντομ. ΖΟΕ): ΟΙΚΟΝ. εργαλείο για τον σχεδιασμό και τον έλεγχο του εξωαστικού χώρου που καθορίζει και θεσμοθετεί τις χρήσεις γης, τους όρους και περιορισμούς δόμησης και τους όρους προστασίας των βασικών υποδομών., ζώνη συχνοτήτων: ΤΗΛΕΠ. περιοχή φάσματος συχνοτήτων μεταξύ δύο οριακών τιμών: ~ ~ από τα οκτακόσια ενενήντα έως τα εννιακόσια δεκαπέντε MHz. Βλ. ευρυζωνικότητα., ζώνη ώρας & ωρολογιακή ζώνη & (σπάν.) ωριαία ζώνη: ΓΕΩΓΡ. καθεμία από τις είκοσι τέσσερις νοητές ζώνες πλάτους 15 μοιρών σε σχήμα γεωμετρικής ατράκτου, στις οποίες χωρίζεται η επιφάνεια της Γης και έχουν συμβατικά την ίδια ώρα: αλλαγή ~ης ~. Χώρες που ανήκουν σε διαφορετικές ~ες ~. ΣΥΝ. ωριαία άτρακτος [< αγγλ. time zone] , θεωρία των ζωνών & θεωρία των ενεργειακών ζωνών: ΦΥΣ. σύμφωνα με την οποία το ενεργειακό διάγραμμα των ηλεκτρονίων που συμμετέχουν στον σχηματισμό δεσμών μεταξύ των ατόμων ενός στερεού, έχει τη μορφή ενεργειακών ζωνών., μεθοριακή/(δια)συνοριακή ζώνη: έκταση κατά μήκος των συνόρων που υπόκειται σε ιδιαίτερο καθεστώς., μπλε ζώνη 1. (σε πόλη) χώρος στάθμευσης μόνιμων κατοίκων. 2. χαρακτηρισμός περιοχής με υψηλό ποσοστό μακροζωίας., νομισματική ζώνη: ΟΙΚΟΝ. ευρύτερη περιοχή (σε σύνολο χωρών) στην οποία οι συναλλαγές γίνονται με καθορισμένο κοινό νόμισμα., πράσινη ζώνη 1. ανοιχτή έκταση γύρω από πόλη, όπου απαγορεύεται η δόμηση. 2. (κ. με κεφαλ. Π, Ζ) περιοχή εμπόλεμης χώρας που ανακηρύσσεται από τον ΟΗΕ ουδέτερη και προστατευόμενη., στρατιωτική ζώνη: ΣΤΡΑΤ. οριοθετημένη έκταση που κατέχεται από στρατιωτικές δυνάμεις: κλειστή ~ ~., τελωνειακή ζώνη: ΟΙΚΟΝ. που βρίσκεται στη δικαιοδοσία των τελωνείων: ~ ~ (αερο)λιμένα. Είδη που εξάγονται σε ελεύθερη ~ ~ (= χωρίς δασμούς)., υγειονομική ζώνη: επιτηρούμενο όριο για την απομόνωση περιοχής, στην οποία έχει εκδηλωθεί επιδημία, και την προστασία των υπολοίπων: ~ ~ προστασίας προσφύγων. [< γαλλ. cordon sanitaire] , αιγιαλίτιδα ζώνη βλ. αιγιαλίτιδα, ακόρεστη ζώνη βλ. ακόρεστος, αντιπυρική ζώνη βλ. αντιπυρικός, απαγορευμένη ζώνη βλ. απαγορευμένος, αποκλειστική οικονομική ζώνη βλ. οικονομικός, αποπυρηνικοποιημένη ζώνη βλ. αποπυρηνικοποιημένος, αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη βλ. αποστρατιωτικοποιώ, γκρίζες ζώνες/περιοχές βλ. γκρίζος, εμπόλεμη ζώνη βλ. εμπόλεμος, ευέλικτη ζώνη βλ. ευέλικτος, εύρος ζώνης βλ. εύρος, ζωδιακός (κύκλος)/ζωδιακή ζώνη βλ. ζωδιακός, ζώνη αγνότητας βλ. αγνότητα, ζώνη κορεσμού βλ. κορεσμός, ζώνη του ευρώ βλ. ευρώ, ζώνη του λυκόφωτος βλ. λυκόφως, ζώνη του πυρός βλ. πυρ, κατοικήσιμη ζώνη βλ. κατοικήσιμος, κόκκινη ζώνη βλ. κόκκινος, λευκή ζώνη βλ. λευκός, μαύρη ζώνη βλ. μαύρος, μικτή ζώνη βλ. μικτός, νεκρή ζώνη βλ. νεκρός, ουδέτερη ζώνη βλ. ουδέτερος, παράκτια ζώνη βλ. παράκτιος, συνορεύουσα ζώνη βλ. συνορεύει, σφαίρα/ζώνη επιρροής βλ. επιρροή ● ΦΡ.: χτύπημα κάτω από τη ζώνη/μέση βλ. χτύπημα [< αρχ. ζώνη, γαλλ.-αγγλ. zone, γαλλ. ceinture, αγγλ. band, belt]

ημερομίσθιο

ημερομίσθιο[ἡμερομίσθιο] η-με-ρο-μί-σθι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} (επίσ.): χρηματική αμοιβή που αντιστοιχεί σε εργασία μίας ημέρας: βασικό/μέσο/μικτό/τεκμαρτό ~. ~ ανειδίκευτου εργάτη. Μισθοί και ~α. Αύξηση των κατώτατων ~ίων των εργαζομένων.|| (συνεκδ., η αντίστοιχη εργασία) Καθορισμός ελάχιστου αριθμού ~ίων. Πβ. μερο-δούλι, -κάματο. [< μεσν. ημερομίσθιον]

-ιαίος

-ιαίος, α, ο λόγιο επίθημα για την παραγωγή επιθέτων κυρ. από ουσιαστικά∙ δηλώνει 1. διάρκεια ή επανάληψη σε τακτά χρονικά διαστήματα: στιγμ~/ωρ~.|| Eβδομαδ~/μην~. 2. μέρος του σώματος: κροταφ~ (= κροταφικός)/μετωπ~ (λοβός). Μηρ-ιαίο (οστό). Γλουτ-ιαίοι (μύες). 3. τρόπο: βαθμ~/κατακλυσμ~. 4. μέγεθος ή ποσότητα: γιγαντ~ (πβ. -ιος)/κολοσσ~/σπιθαμ~.|| Εκατοστ~/ποσοστ~.

-λόγιο

-λόγιο{-λογίου (σπανιότ.) -λόγιου | -λογίων} (περιληπτ.): επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών με αναφορά σε σύνολο στοιχείων ή συστηματική καταγραφή, κατάλογο: λεξι~/υβρεο~.|| Ανεμο~/απουσιο~/βαθμο~/δειγματο~/εορτο~/ερωτηματο~/ημερο~/κτηματο~/μαθητο~/μισθο~/πελατο~/τιμο~/φοιτητο~.

-μετρητής

-μετρητής: β' συνθετικό αρσενικών ουσιαστικών που δηλώνει όργανο μέτρησης: θερμιδο~ (βλ. -μετρία)/λιπο~ (βλ. -μέτρηση)/υδρο~ (πβ. -δείκτης)/χρονο~ (πβ. χρονό-μετρο).

μωρέ

μωρέμω-ρέ επιφών. (προφ.) & (ιδιωμ.) μπρε, ωρέ 1. εκφράζει απορία, ξάφνιασμα, θαυμασμό, αγανάκτηση, αποδοκιμασία, ειρωνεία, παράκληση, οικειότητα, συμπάθεια: ~, τι άνθρωποι είναι αυτοί; Τι γελάτε, ~;|| ~ τι κέφι που είχαν!|| Τι λέει ~, είναι με τα καλά του; Σταματήστε ~! Άντε ~, τι ξέρουν αυτοί; Έλα ~ (τώρα), δε(ν) βαριέσαι! Σιγά ~, τι έγινε; Οχ ~, όρεξη που την έχεις! Αμάν ~, πώς κάνεις έτσι;|| ~ σα(ν) δεν ντρέπεσαι!|| ~ μπράβο, ωραία τα κατάφερες! ~ φίλος να σου πετύχει!|| Έλα ~, μην την αποπαίρνεις.|| Άσε ~, είχα τρεχάματα.|| Δίκιο έχεις ~. Αχ ~, κρίμα που δεν ήρθα. Πβ. βρε, ρε. 2. ως προσφώνηση: Τι λες ~ μαμά/μπαμπά;|| (επιτατ.) Τι θες ~ εσύ και πετάγεσαι; ~ αυτή καλά τα λέει ... [< μεσν. μωρέ]

-ότητα

-ότητα(λόγ.) επίθημα αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν 1. κατάσταση ή χαρακτηριστικό: αυστηρ~/γνησι~/προνοητικ~. Βλ. -ύτητα.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Oσι~/παναγι~. Αγι~/ιερ~ (ΣΥΝ. -οσύνη). 2. (περιληπτ., παράγ. από ουσ.) σύνολο ατόμων με κοινή ιδιότητα: αδελφ~/ανθρωπ~. [< αρχ. -ότης]

ουράνιος

ουράνιος, α, ο [οὐράνιος] ου-ρά-νι-ος επίθ. 1. που σχετίζεται με τον ουρανό: (ΑΣΤΡΟΝ.) ~ος: άξονας/χάρτης. ~α: θέση. ~ο: σημείο. ~οι: πόλοι. ~ες: συντεταγμένες (= ουρανογραφικές). ~α: αντικείμενα/σώματα (π.χ. αστέρες, κομήτες, πλανήτες)/φαινόμενα.|| ~ο: θέαμα. ~α και επίγεια παρατήρηση. Βλ. ουράνια. ΑΝΤ. εγκόσμιος 2. που αναφέρεται στον ουρανό ως τόπο κατοικίας του Θεού και γενικότ. ως πηγή μεταφυσικών δυνάμεων· θείος: (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ος: Πατέρας. ~α: βασιλεία/γνώση/ζωή. ~οι: άγγελοι. ~α: δώματα. Βλ. υπερ~.|| (μτφ.) ~α: αρμονία/γαλήνη/ευωδιά/μελωδία/ομορφιά/φωνή. Πβ. αιθέριος, εξαίσιος, θεσπέσιος. ΣΥΝ. επουράνιος ● ΣΥΜΠΛ.: ουράνια ιεραρχία: ΕΚΚΛΗΣ. διαβάθμιση των αγγελικών ταγμάτων (Θρόνοι, Χερουβείμ, Σεραφείμ, Κυριότητες, Δυνάμεις, Εξουσίες Αρχές, Αρχάγγελοι, Άγγελοι)., ουράνια μηχανική: ΑΣΤΡΟΝ. κλάδος που μελετά την κίνηση και δυναμική των ουράνιων σωμάτων υπό την επίδραση βαρυτικών δυνάμεων., ουράνια σφαίρα: ΑΣΤΡΟΝ. νοητή σφαίρα άπειρης ακτίνας με κέντρο της το σημείο της Γης στο οποίο βρίσκεται ο παρατηρητής και πάνω στην οποία φαίνονται τα ουράνια σώματα., ουράνιο τόξο: ΜΕΤΕΩΡ. οπτικό φαινόμενο που προκύπτει από τη διάθλαση και ανάκλαση των ηλιακών ακτίνων, κυρ. σε σταγόνες βροχής ή ομίχλης, κατά το οποίο εμφανίζεται στον ουρανό τοξοειδής σχηματισμός με τα επτά χρώματα της ίριδας: Βγήκε το ~ ~., ουράνιος θόλος (συχνά λογοτ.): ουρανός. ΣΥΝ. στερέωμα (1), ουράνιος ισημερινός βλ. ισημερινός, ουράνιος μεσημβρινός βλ. μεσημβρινός [< αρχ. οὐράνιος]

παλαιώνω

παλαιώνωπα-λαι-ώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {παλαίω-σα, παλαιώ-θηκε, -μένος, παλαιών-οντας}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. διατηρώ για πολύ χρόνο κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες, συνήθ. κρασί ή άλλα οινοπνευματώδη ποτά και σπανιότ. τρόφιμα ή πούρα, με σκοπό τη βελτίωση της γεύσης και του αρώματός τους: Το κρασί ~θηκε σε δρύινα βαρέλια (βλ. ωριμάζει). ~μένος: οίνος. ~μένο: τυρί. (σπανιότ. αμτβ.) Κονιάκ που έχει ~σει σε ... || ~μένες: αντιλήψεις (= πεπαλαιωμένες). [< μεσν. παλαιώνω < αρχ. παλαιῶ]

παρουσιολόγιο

παρουσιολόγιοπα-ρου-σι-ο-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.): βιβλίο όπου καταγράφεται η παρουσία (κάποιου) σε έναν χώρο: ημερήσιο ~. ~ εργαζοµένων/μαθητών/προσωπικού. Υπογράφω στο ~. Τήρηση ~ίου. Βλ. -λόγιο. ΑΝΤ. απουσιολόγιο

-ποιείο

-ποιείο(λόγ.): επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών που δηλώνει χώρο παρασκευής ή/και πώλησης προϊόντος: αρτο~ (πβ. -πωλείο)/ζυθο~/οινο~. Επιπλο~ (βλ. -ποιία).|| (παλαιότ.) Υποδηματο~ (= τσαγκαράδικο).

-ποιία

-ποιία(λόγ.) επίθημα θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνει 1. παραγωγή ή επεξεργασία συγκεκριμένου προϊόντος και τη σχετική βιοτεχνία: αρτο~/ζαχαρο~ (πβ. -πλαστική).|| Γυψο~.|| Eπιπλο~/υποδηματο~.|| (μτφ.) Παιδο~/τεκνο~. 2. σύνολο ιστοριών, γεγονότων: μυθο~. Πβ. -πλασία.|| (μτφ.) Επο~.

-ποιός

-ποιός(λόγ.) επίθημα αρσενικών και θηλυκών ουσιαστικών∙ δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο πρόσωπο 1. κατασκευάζει, παράγει συγκεκριμένο προϊόν: κεραμο~. 2. δημιουργεί ή προκαλεί ό,τι εκφράζει το θέμα: θαυματο~. Γελωτο~.|| (σπανιότ. σε επίθ.) Αγαθο~. Πβ. -εργός.

Σείριος

ΣείριοςΣεί-ρι-ος ουσ. (αρσ.): ΑΣΤΡΟΝ. ο φωτεινότερος από τους απλανείς αστέρες του ουρανού, ο οποίος ανήκει στον αστερισμό του Μεγάλου Κυνός. Βλ. Κύων, Ωρίωνας. [< αρχ. Σείριος]

σκέψη

σκέψη

σκέ-ψη ουσ. (θηλ.) 1. η διανοητική δραστηριότητα και το αποτέλεσμά της (ιδέα, κρίση, συλλογισμός): η ανάπτυξη/ανεξαρτησία/οι διεργασίες/τα στερεότυπα της ~ης (πβ. νόηση). Η δύναμη της ~ης. Από τη ~ στην πράξη. Άσκηση που απαιτεί/θέλει/χρειάζεται ~. Δεν υπάρχει ~ για αλλαγές/πρόσθετα μέτρα. Δεν μπορώ να (παρ)ακολουθήσω τη ~ σας. Πού γυρίζει/τριγυρνάει η ~ σου; Απόφαση που ελήφθη κατόπιν ~εως. Μεταβίβαση ~ης/~εως (= τηλεπάθεια).|| Βαθιά/βαθυστόχαστη/διαυγής/έξυπνη/κρυστάλλινη/νηφάλια/οξεία/περίπλοκη/πονηρή/πρωτότυπη/ρηχή/στοχαστική ~. Ανομολόγητες/βρόμικες (= πρόστυχες)/επίκαιρες/μαύρες (= απαισιόδοξες)/σκόρπιες/φευγαλέες ~εις. Ο ειρμός/το νήμα των ~εων. Η πρώτη/τελευταία ~ μου. Απορρίπτω/εγκαταλείπω κάθε ~ (για κάτι). Μάντεψες τη ~ μου. Ξαφνικά μού ήρθε/πέρασε από το μυαλό η ~ να ... Και μόνο η ~ πως ... Έκανε ~εις για .../τη ~ να ... Με τη ~ στραμμένη στο μέλλον. Βυθίζομαι/χάνομαι σε ~εις. Με βασανίζουν/τρώνε οι ~εις (πβ. έγνοιες). Μοιράζομαι τις ~εις μου με άλλους. Πβ. διανόημα, λογισμός, στοχασμός. Βλ. μνήμη, φαντασία. 2. ο τρόπος με τον οποίο κατανοεί και ερμηνεύει κάποιος τα πράγματα· σύνολο ή σύστημα ιδεών που χαρακτηρίζουν ανθρώπους ή χρονικές περιόδους: αιτιολογική/αναλυτική/αποδεικτική/αρνητική/αφαιρετική/δημιουργική/ελεύθερη/επαναστατική/επιστημονική/θετική/λογική/νομική/οργανωτική/ριζοσπαστική/στρατηγική/συνδυαστική/συνθετική/φιλοσοφική ~. Η σύγχρονη πολιτική ~. Έχει δομημένη/συγκροτημένη ~. Καταστολή της ~ης (βλ. λοβοτομή).|| Ανατολική/αριστερή/δεξιά/δυτική/καντιανή/μαρξιστική/φιλελεύθερη/χριστιανική ~. Πβ. βιο-, κοσμο-θεωρία. ● ΣΥΜΠΛ.: δεύτερη σκέψη: επανεξέταση (θέματος, απόφασης, θέσης, κρίσης), συνήθ. υπό το φως νέων δεδομένων: Επικράτησε μια ~ ~, πιο λογική. Με μια ~ ~, παραδέχομαι/συνειδητοποιώ ότι ... [< αγγλ. second thought], κριτική σκέψη: ικανότητα αξιολόγησης των εκάστοτε πληροφοριών, δεδομένων, παρατηρήσεων και επιχειρημάτων για τη διαμόρφωση αντικειμενικής γνώμης και την ανάληψη δράσης. Βλ. μαιευτική/σωκρατική μέθοδος: Αναπτύσσει/καλλιεργεί την ~ ~. [< αγγλ. critical thinking], αποκλίνουσα σκέψη/νόηση βλ. αποκλίνων, δεξαμενή σκέψης βλ. δεξαμενή, ελευθερία (της) σκέψης/(της) συνείδησης βλ. ελευθερία, συγκλίνουσα σκέψη/νόηση βλ. συγκλίνων ● ΦΡ.: βάζει (κάποιον) σε σκέψεις: τον προβληματίζει: Τα λόγια σου με έβαλαν σε ~. , διαβάζω τη σκέψη (κάποιου) (μτφ.): αντιλαμβάνομαι πλήρως τι έχει στον νου του., μετά/ύστερα/έπειτα από ώριμη σκέψη & (λόγ.) κατόπιν ωρίμου σκέψεως: μετά από προσεκτική και υπεύθυνη εξέταση (ενός ζητήματος): ~ ~ αποφάσισε να .../αποφάνθηκε ότι .../υπέβαλε την παραίτησή του., ούτε σκέψη (εμφατ.): για να δηλωθεί ότι δεν υπάρχει καμιά πιθανότητα να γίνει κάτι: ~ ~ υποχώρησης. ~ ~ για ξεκούραση/να φύγω., σκέψεις για/γύρω από & πάνω σε: σκέψεις σχετικά με κάτι: ~ ~ την ποίηση., στη/με τη σκέψη ότι: σκεπτόμενος ότι: Παρηγορηθείτε ~ ~ υπάρχουν και χειρότερα. Τρέμω/τρομάζω ~ ~ μπορεί να σου συμβεί κάτι κακό., υπό σκέψη & (σπάν.) σκέψιν (λόγ.): για κάτι που αποτελεί αντικείμενο εξέτασης ή για να δηλωθεί ο προβληματισμός σχετικά με τη λήψη μιας απόφασης: Η ανέγερση νέου εμπορικού κέντρου βρίσκεται/είναι ~ ~.|| (ως επίθ.) Τα ~ ~ μέτρα.|| Είμαι ~ ~ για την αγορά σπιτιού., βασανίζω το μυαλό/το κεφάλι/τον εαυτό/τη σκέψη/την ψυχή μου βλ. βασανίζω, βγάζω κάτι/κάποιον απ' το(ν) νου/το μυαλό/το κεφάλι/τη σκέψη (μου) βλ. νους, μου έρχεται/μου 'ρχεται/φέρνω (κάποιον ή κάτι) στο μυαλό/στο(ν) νου/στη σκέψη/στη μνήμη βλ. έρχομαι, μπαίνω σε σκέψεις βλ. μπαίνω, να μην προτρέχει η γλώσσα της διανοίας/της σκέψης βλ. προτρέχω, χωρίς δεύτερη σκέψη βλ. δεύτερος [< αρχ. σκέψις, γαλλ. pensée, αγγλ. thought]

φρούτο

φρούτο[φροῦτο] φρού-το ουσ. (ουδ.) 1. ΒΟΤ. ο εδώδιμος ζαχαρώδης καρπός κυρ. οπωροφόρου δέντρου: άγουρα/αποξηραμένα (: δαμάσκηνα, σταφίδες, σύκα, χουρμάδες)/βιολογικά/γευστικά/γινωμένα/γλυκά/εποχιακά (= ~α εποχής)/ζουμερά/θρεπτικά/κονσερβοποιημένα (= ~α σε κονσέρβα)/νωπά/ξινά/όξινα (βλ. εσπεριδοειδή)/σάπια/στυφά/φρέσκα/χαλασμένα ~α. Το κοτσάνι/η φλούδα ενός ~ου. ~α με κουκούτσι(α). ~α του δάσους (βλ. αγριοφράουλα, βατόμουρο)/καλοκαιριού (βλ. βερίκοκο, καρπούζι, κεράσι, πεπόνι, ροδάκινο, σταφύλι, φράουλα)/χειμώνα (βλ. ακτινίδιο, μανταρίνι, μήλο, πορτοκάλι). Εξωτικά/τροπικά ~α (βλ. λίτσι, παπάγια). ~α γλασέ (= φρουί γλασέ)/(κομμένα) σε φέτες/ως επιδόρπιο. Ζελέ/κέικ/πολτός/σιρόπι/τάρτα/χυμός (= φρουτοχυμός) ~ων. Τσάι με άρωμα/γεύση ~ων. Μαρμελάδα από ~α (βλ. πούλπα). Γιαούρτι με ~α. Καλάθι/καφάσι/πανέρι/πιατέλα με ~α. Διατροφή πλούσια σε ~α και λαχανικά. Τα ~α περιέχουν βιταμίνες, φυτικές ίνες και ιχνοστοιχεία (βλ. αντιοξειδωτικά, κυτταρίνη). Καθαρίζω ~α. Πβ. οπώρα. Βλ. φρουκτόζη.|| Πίλινγκ με οξέα ~ων. 2. (μτφ.-ειρων.) για κάποιον ή κάτι με πολλές ιδιορρυθμίες: Τι ~ είναι πάλι αυτό που κουβάλησε στο σπίτι; Καλό ~ (= κουμάσι) είσαι κι εσύ! Βλ. λουλούδι, μπουμπούκι.|| Άλλο ~ κι αυτό (= άλλο πάλι και τούτο)! Τα οικονομικά σκάνδαλα δεν είναι καινούργιο/νέο ~. ● Υποκ.: φρουτάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: φρούτα της θάλασσας: εδώδιμα οστρακοειδή: ριζότο με ~ ~. Βλ. αχιβάδα, γυαλιστερές, θαλασσινά, κυδώνι, μύδι, πίνα, στρείδι, φούσκα, χτένι2. [< γαλλ. fruits de mer] , φρούτο του πάθους: τροπικό φρούτο που προέρχεται από ορισμένα είδη πασιφλόρας, με χρώμα που ποικίλλει από σκούρο μοβ μέχρι ανοιχτό κίτρινο και σάρκα σαν ζελέ, γεμάτη μαύρα εδώδιμα σπόρια. [< γαλλ. fruit de la passion] , ώριμο φρούτο (μτφ.): αποτέλεσμα που προκύπτει αβίαστα, χωρίς ατομική προσπάθεια, ως φυσικό επακόλουθο μιας σειράς γεγονότων: Έπεσε σαν ~ ~. Η λογική του ~ου ~ου., μύγα των φρούτων/του ξιδιού βλ. μύγα [< 1: ιταλ. frutto]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.