βαριούχος, ος/α, ο [βαριοῦχος] βα-ρι-ού-χος επίθ.: ΧΗΜ. που περιέχει βάριο. Βλ. -ούχος2. Κυρ. στα ● ΣΥΜΠΛ.: βαριούχο γεύμα: ΙΑΤΡ. ακτινολογική εξέταση του στομάχου με χορήγηση διαλύματος βαρίου., βαριούχος υποκλυσμός: ΙΑΤΡ. ακτινολογική εξέταση του παχέος εντέρου. Βλ. κολονοσκόπηση. [< αγγλ. barium enema, 1930] [< αγγλ. barium, 1913, γαλλ. baryté]
γαλβανόμετρογαλ-βα-νό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο ανίχνευσης και μέτρησης ασθενών ηλεκτρικών ρευμάτων και τάσεων. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. galvanomètre]
γαστρονομίαγα-στρο-νο-μί-α ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. η τέχνη και οι γνώσεις που απαιτούνται για την προετοιμασία, το σερβίρισμα και την απόλαυση εκλεκτού φαγητού· κατ' επέκτ. η κουζίνα μιας περιοχής: γαλλική/ιταλική/υψηλή ~. Συγκριτική ~. Βλ. γευσιγνωσία, γκουρμέ, -νομία.|| Παραδοσιακή/τοπική ~ (= σπεσιαλιτέ). ● ΣΥΜΠΛ.: μοριακή γαστρονομία: η εφαρμογή των αρχών της φυσικής και της χημείας στη μαγειρική τέχνη. [< αγγλ. molecular gastronomy, 1988] [< μτγν. γαστρονομία, γαλλ. gastronomie, αγγλ. gastronomy]
γαστρονομικός, ή, ό γα-στρο-νο-μι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη γαστρονομία: ~ός: οδηγός (βλ. τσελεμεντές)/πολιτισμός. ~ή: κουλτούρα/παράδοση. ~ές: απολαύσεις/προκλήσεις. Πβ. γκουρμέ. ● ΣΥΜΠΛ.: γαστρονομικός τουρισμός: που έχει ως κίνητρο την απόκτηση γαστρονομικών εμπειριών και την ανακάλυψη των εδεσμάτων και των διατροφικών συνηθειών μιας περιοχής. Βλ. οινοτουρισμός. [< γαλλ. gastronomique, αγγλ. gastronomic]
γαστρονόμοςγα-στρο-νό-μος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με τη γαστρονομία· κατ΄επέκτ. ο γνώστης του καλού και εκλεκτού φαγητού. Βλ. μάγειρας, -νόμος.|| Πβ. γκουρμέ, καλοφαγάς. Βλ. γευσιγνώστης. [< γαλλ.-αγγλ. gastronome]
γεφύρωσηγε-φύ-ρω-ση ουσ. (θηλ.) & γεφύρωμα (το) 1. (μτφ.) αναζήτηση κοινών σημείων μεταξύ δύο πλευρών με σκοπό τη συνεννόηση: ~ των διαφορών/των διαφωνιών/του ρήγματος στις σχέσεις ... Βλ. προγεφύρωμα. 2. σύνδεση με γέφυρα: Πβ. ζεύξη.|| (ΗΛΕΚΤΡ.-ΗΛΕΚΤΡΟΝ.) ~ ενισχυτών (: τρόπος σύνδεσής τους για την αύξηση της ισχύος τους· βλ. γεφυρωτής). [< μτγν. γεφύρωσις, αγγλ. bridging]
γιέσμανγιέσ-μαν ουσ. (αρσ.) {άκλ.} & γέσμαν & γιες-μαν (ειρων.): δουλοπρεπής άνθρωπος που υποτάσσεται στις εντολές ανωτέρων ή ισχυρότερων, χωρίς να προβάλλει αντίρρηση. Πβ. αυλοκόλακας, οσφυοκάμπτης. [< αμερικ. yes-man, 1912]
γιέτιγιέ-τι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & γέτι: μυθικό, μεγάλων διαστάσεων ανθρωποειδές που πιστεύεται ότι ζει στις κορυφές των Ιμαλαΐων. Βλ. κρυπτοζωολογία. ΣΥΝ. χιονάνθρωπος των Ιμαλαΐων [< αγγλ. yeti, 1937, γαλλ. yéti, 1956]
επίγευση[ἐπίγευση] ε-πί-γευ-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. η γευστική εντύπωση μετά την κατάποση ποτού (κυρ. κρασιού) ή τροφίμου: απαλή/αρωματική/γλυκιά/δυνατή/έντονη/μακρά (: με διάρκεια)/μέτρια/σύντομη/φρουτώδης ~.|| (μτφ.) Ταινία που αφήνει μια γλυκόπικρη ~ (: αίσθηση, γεύση). [< γαλλ. arrière-goût]
κάλυκαςκά-λυ-κας ουσ. (αρσ.) {καλύκ-ων} 1. κυλινδρική θήκη που περιέχει τη βολίδα και τη γόμωση πυροβόλου όπλου: άδειος/πλαστικός ~. ~ φυσιγγίου. ~ (διαμετρήματος) ... χιλιοστών. Βρέθηκε ο ~ (της σφαίρας) κοντά στο σημείο της δολοφονίας. Βλ. καψούλι, σκάγι.|| ~ αντιαεροπορικού βλήματος/οβίδας. 2. περίβλημα, συνήθ. μεταλλικό: ατσάλινος/βιδωτός ~. Ο ~ της ηλεκτρικής λάμπας/του λαμπτήρα. 3. ΒΟΤ. το μέρος του άνθους που αποτελείται από τα σέπαλα: κωδωνοειδής/σωληνοειδής/χοανοειδής ~. 4. ΑΡΧΑΙΟΛ. αγγείο πόσης με οριζόντιες λαβές και κωνικό πόδι. Βλ. κάνθαρος, κύλικα. ● ΣΥΜΠΛ.: γευστικοί κάλυκες: ΑΝΑΤ. μικρές σφαιρικές συναθροίσεις κυττάρων-χημειοϋποδοχέων και στηρικτικών κυττάρων (στη γλώσσα, υπερώα, επιγλωττίδα και σε τμήματα του λάρυγγα και του φάρυγγα) που είναι υπεύθυνες για την αίσθηση της γεύσης., νεφρικοί κάλυκες: ΑΝΑΤ. απεκκριτικές κοιλότητες της νεφρικής πυέλου. [< 1: αγγλ. shell 2: αγγλ. bulb 3,4: αρχ. κάλυξ, γαλλ. calice, αγγλ. calyx]
κανονικός, ή, ό κα-νο-νι-κός επίθ. 1. ομαλός, συνηθισμένος, φυσιολογικός: ~ός: σφυγμός (ΑΝΤ. ακανόνιστος). ~ή: αναπνοή (πβ. σταθερή)/ανάπτυξη/πίεση (αίματος)/συμπεριφορά (: αναμενόμενη· ΑΝΤ. αποκλίνουσα, προβληματική). ~ές για την εποχή θερμοκρασίες. ~ά: χαρακτηριστικά (= αρμονικά, συμμετρικά). ~ό δέρμα/~ά μαλλιά (βλ. λιπαρός, ξηρός). Διακόπηκε η ~ή ροή του προγράμματος. Επιστρέψαμε στους ~ούς μας ρυθμούς. Η κίνηση στο αεροδρόμιο παραμένει σε ~ά επίπεδα.|| Ζει μια ~ή ζωή. Ήταν μια ~ή (= τυπική) μέρα στη δουλειά. Ένας ~ άνθρωπος είναι, όπως όλοι (πβ. απλός). ΑΝΤ. διαφορετικός, ιδιαίτερος, ξεχωριστός.|| (ως ουσ.) Βάρος πάνω απ' το ~ό. 2. που είναι σύμφωνος με τους ισχύοντες κανόνες, κανονισμούς ή νόμους, που δεν τους αντιβαίνει: ~ός: διορισμός/μισθός. ~ή: άδεια/λειτουργία/προσπέραση (ΑΝΤ. αντικανονική)/ταχύτητα. ~ό: εισιτήριο (βλ. μειωμένος)/πρόγραμμα/ωράριο (εργασίας). Έκπτωση 50% επί των ~ών τιμών. Ο ~ αγώνας έληξε 1-1 (βλ. παράταση). Πβ. νόμιμος, νομότυπος. Βλ. παρά-νομος, -τυπος.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ σχηματισμός παραθετικών/του μέλλοντα. Βλ. ανώμαλος.|| (ως ουσ.) Το ~ό (= δίκαιο, πρέπον, σωστό) θα ήταν να ζητήσει συγγνώμη. 3. περιοδικός, τακτός: ~ά: δρομολόγια (ΑΝΤ. έκτακτα). Συντήρηση σε ~ά διαστήματα. Το μωρό κοιμάται/τρώει σε ~ές ώρες. ΑΝΤ. ακανόνιστος. 4. αληθινός, πραγματικός, σωστός: Ποιο είναι το ~ό σου όνομα (βλ. ψεύτικος); Κάντε κλικ για να δείτε τη φωτογραφία σε ~ό μέγεθος/~ές διαστάσεις (: όπως είναι αποθηκευμένη στο αρχείο· βλ. μεγέθυνση, σμίκρυνση).|| ~ό: δείπνο/πρωινό/φαγητό. Πβ. πλήρης. ΑΝΤ. ελαφρύς, πρόχειρος.|| (προφ.) Έβγαλε άδεια κι είναι πια ~ δικηγόρος! ● επίρρ.: κανονικά & (σπάν.-λόγ.) -ώς [-ῶς]: Δουλεύει/λειτουργεί ~ (: σωστά, χωρίς προβλήματα).|| ~ θα έπρεπε να σε τιμωρήσω, αλλά έχε χάρη!|| Ο αγώνας συνεχίζεται ~ (: σύμφωνα με το πρόγραμμα).|| Αναπτύσσεται ~ (= φυσιολογικά).|| Έφαγε ~ (: όσο πρέπει, ικανοποιητικά).|| Παρακολουθεί τα μαθήματα ~ (= τακτικά).|| (προφ.) Μ' έγραψε ~ (: αδιαφόρησε πλήρως)! ● ΣΥΜΠΛ.: κανονικά βιβλία: ΕΚΚΛΗΣ. Κανόνας., κανονικό γεύμα 1. που έχει την απαιτούμενη θρεπτική και θερμιδική αξία: Τρώει σνακ αντί για ~ ~ (= πλήρες). 2. {στον πληθ.} που καταναλώνεται σε τακτά διαστήματα: μικρά ~ά ~ατα (ΑΝΤ. ακανόνιστα)., Κανονικό Δίκαιο: ΕΚΚΛΗΣ. το σύνολο των θεσμοθετημένων διατάξεων και καθιερωμένων πρακτικών της Εκκλησίας: ορθόδοξο/ρωμαιοκαθολικό ~ ~. Βλ. Εκκλησιαστικό Δίκαιο., κανονικό πολύγωνο: ΓΕΩΜ. του οποίου όλες οι πλευρές και οι γωνίες είναι ίσες., κανονικό πολύεδρο: ΓΕΩΜ. του οποίου οι έδρες είναι κυρτά κανονικά πολύγωνα, ίσα μεταξύ τους. Βλ. οκτά-, τετρά-εδρο, κύβος., κανονικές συνθήκες βλ. συνθήκη, κανονική γλώσσα βλ. γλώσσα, κανονική έκφραση βλ. έκφραση ● ΦΡ.: κανονικά και με τον νόμο βλ. νόμος [< μτγν. κανονικός ‘σύμφωνος με τον κανόνα ή τους κανόνες’, γαλλ. régulier, normal]
κολατσίζωκο-λα-τσί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κολάτσι-σα, κολατσίζ-οντας}: τρώω, παίρνω κολατσιό: ~σε (με) σάντουιτς/ψωμί και ελιές. Σταμάτησε για λίγο (τη δουλειά) για να ~σει. Βλ. γευματίζω.
λουκούλλειος, α, ο λου-κούλ-λει-ος επίθ. & λουκούλειος: στο ● ΣΥΜΠΛ.: λουκούλλειο γεύμα/δείπνο: πλουσιοπάροχο, βασιλικό. Πβ. φαγοπότι. ΑΝΤ. λιτό γεύμα/δείπνο. [< ιταλ. luculliano, πβ. μτγν. Λουκούλλεια (τα) 'γιορτές προς τιμήν του Λούκουλλου']
μεσάζωνμε-σά-ζων ουσ. (αρσ.) {μεσάζ-οντος, -οντα | -οντες, -όντων} & μεσάζοντας (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, που μεσολαβεί, διευκολύνοντας τις σχέσεις, κυρ. εμπορικές, μεταξύ ατόμων ή ομάδων: Τα προϊόντα μας διατίθενται χονδρικά, απευθείας στους πελάτες, χωρίς ~οντες. Πβ. μεσίτης.|| Είναι ο ~/παίζει τον ρόλο του ~α. Πβ. (δια)μεσολαβητής, ενδιάμεσος. [< μτγν. μεσάζων, γαλλ. intermédiaire]
μπάρμπεκιουμπάρ-μπε-κιου ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ψησταριά που μεταφέρεται ή είναι κτιστή σε εξωτερικό χώρο: ηλεκτρικό ~. Εστία ~. Σετ ~ 4 τεμαχίων. Βλ. γκριλ. 2. (συνεκδ.) συγκεκριμένος τρόπος ψησίματος στη φωτιά, κατά τον οποίο τα κρεατικά κυρ. σκεπάζονται και καπνίζονται για αρκετή ώρα, μέχρι να ψηθούν. 3. συνάθροιση ατόμων σε κοινωνική εκδήλωση που περιλαμβάνει ψήσιμο φαγητού στη φωτιά και κατανάλωσή του: Κάνει ~. Πρόσκληση για ~. ● ΣΥΜΠΛ.: σάλτσα/σος μπάρμπεκιου: ΜΑΓΕΙΡ. καυτερή γλυκόξινη σάλτσα που συνοδεύει κυρ. ψητά. [< αγγλ. barbecue sauce] [< 1, 2: αμερικ. barbecue, γαλλ. ~, 1913]
-ότητα(λόγ.) επίθημα αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν 1. κατάσταση ή χαρακτηριστικό: αυστηρ~/γνησι~/προνοητικ~. Βλ. -ύτητα.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Oσι~/παναγι~. Αγι~/ιερ~ (ΣΥΝ. -οσύνη). 2. (περιληπτ., παράγ. από ουσ.) σύνολο ατόμων με κοινή ιδιότητα: αδελφ~/ανθρωπ~. [< αρχ. -ότης]
-ποιία(λόγ.) επίθημα θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνει 1. παραγωγή ή επεξεργασία συγκεκριμένου προϊόντος και τη σχετική βιοτεχνία: αρτο~/ζαχαρο~ (πβ. -πλαστική).|| Γυψο~.|| Eπιπλο~/υποδηματο~.|| (μτφ.) Παιδο~/τεκνο~. 2. σύνολο ιστοριών, γεγονότων: μυθο~. Πβ. -πλασία.|| (μτφ.) Επο~.
-ποιός(λόγ.) επίθημα αρσενικών και θηλυκών ουσιαστικών∙ δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο πρόσωπο 1. κατασκευάζει, παράγει συγκεκριμένο προϊόν: κεραμο~. 2. δημιουργεί ή προκαλεί ό,τι εκφράζει το θέμα: θαυματο~. Γελωτο~.|| (σπανιότ. σε επίθ.) Αγαθο~. Πβ. -εργός.
πρόγευσηπρό-γευ-ση ουσ. (θηλ.): πρώτη γεύση ή εμπειρία για κάτι που θα ακολουθήσει: ~ νίκης. Το ρεπορτάζ δίνει μια ~ για τη συνέχεια. Παίρνω μια μικρή ~ για το τι με περιμένει. Η ομιλία του προέδρου αποτελεί μια ~ της νέας στρατηγικής της εταιρείας. [< γαλλ. avant-goût]
προγεφύρωμαπρο-γε-φύ-ρω-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΣΤΡΑΤ. παράκτια ή παρόχθια περιοχή σε εχθρικό έδαφος, που καταλαμβάνεται και οχυρώνεται ως χώρος στρατιωτικών επιχειρήσεων: πολεμικό/στρατηγικό ~. 2. (μτφ.) ευνοϊκό έδαφος και γενικότ. οτιδήποτε χρησιμεύει ως μέσο για την προώθηση μελλοντικού στόχου. Πβ. έρεισμα. [< γερμ. Brückenkopf]
στεφάνηστε-φά-νη ουσ. (θηλ.) 1. δακτύλιος που περιβάλλει κάτι: μεταλλική ~. ~ του βαρελιού (πβ. τσέρκι)/του κέρματος/του τροχού. ΣΥΝ. στεφάνι (5) 2. ΙΑΤΡ. ακίνητη προσθετική αποκατάσταση του δοντιού, η οποία το καλύπτει εξ ολοκλήρου και μόνιμα: τεχνητή ~. Πβ. θήκη, κορόνα. Βλ. γέφυρα. 3. ΑΘΛ. (στο μπάσκετ) το μεταλλικό, στρογγυλό τμήμα του καλαθιού: Η μπάλα βρήκε στη ~. 4. ΒΟΤ. το σύστημα των πετάλων του άνθους: κάλυκας και ~. Βλ. περιάνθιο. 5. ΑΣΤΡΟΝ. φωτεινός δακτύλιος γύρω από ουράνιο σώμα, κυρ. η ζώνη που παραμένει ορατή γύρω από τον Ήλιο ή τη Σελήνη κατά την ολική έκλειψη: ηλιακή ~. Πβ. άλως, στέμμα. [< 1,2,3,5: μτγν. στεφάνη, γαλλ. couronne 4: γαλλ. corolle]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ