Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 58821 εγγραφές  [11300-11320]


  • ΓΕ.Σ.Α.Σ.Ε. (η): Γενική Συνομοσπονδία Αγροτικών Συλλόγων Ελλάδας.
  • γέσμαν βλ. γιέσμαν
  • γέτι βλ. γιέτι
  • γεύμα [γεῦμα] γεύ-μα ουσ. (ουδ.) 1. ποσότητα φαγητού που συνήθ. περιλαμβάνει ποικιλία τροφών και τρώγεται σε τακτά χρονικά διαστήματα: πρωινό (= πρόγευμα)/μεσημεριανό/απογευματινό/βραδινό (= δείπνο) ~. Οικογενειακό/σχολικό/υπαίθριο (βλ. μπάρμπεκιου, πικ νικ)/χριστουγεννιάτικο ~. Απλό/βασικό/ελαφρύ (πβ. δεκατιανό, κολατσιό)/ισορροπημένο/κρύο (βλ. μπουφές)/λιτό/νηστίσιμο/πλουσιοπάροχο/πρόχειρο (πβ. σνακ)/φτωχό/χορταστικό ~. Στη διάρκεια του ~ατος. Μικρά ~ατα (= μικρογεύματα). ~ατα διαίτης. Τρία ~ατα ημερησίως. Προετοιμάζω το ~. Παραλείπω ένα ~. Μην τρώτε ανάμεσα στα ~ατα. Βλ. εστίαση. 2. (ειδικότ.) μεσημεριανό φαγητό: αποχαιρετιστήριο ~. ~ γνωριμίας. ~ με φίλους/σε εστιατόριο. Πρόσκληση σε ~. 3. δεξίωση (με φαγητό): γαμήλιο/επίσημο ~. ~ αρραβώνων. Παρέθεσαν/προσέφεραν ~ προς τιμήν του ... Πβ. τραπέζι. ● ΣΥΜΠΛ.: γεύμα εργασίας & δείπνο/πρόγευμα εργασίας & επαγγελματικό γεύμα/δείπνο: στο οποίο συζητούνται επαγγελματικά ή υπηρεσιακά θέματα. [< αγγλ. working lunch, 1964, working dinner, 1970] , βαριούχο γεύμα βλ. βαριούχος, κανονικό γεύμα βλ. κανονικός, λουκούλλειο γεύμα/δείπνο βλ. λουκούλλειος [< αρχ. γεῦμα ‘γεύση, μικρή ποσότητα φαγητού για δοκιμή’, γαλλ. repas, αγγλ. meal]
  • γευματίζω γευ-μα-τί-ζω ρ. (αμτβ.) {γευμάτι-σα} (επίσ.): τρώω μεσημεριανό κυρ. φαγητό: ~ ελαφρά/με την οικογένειά μου/με φίλες/στο σπίτι. Πβ. συντρώγω. Βλ. κολατσίζω, προ~. [< μεσν. γεματίζω]
  • γεύομαι γεύ-ο-μαι ρ. (αμτβ.) {-τηκα (λόγ.) -θηκα} (λόγ.) 1. (μτφ.) αποκτώ ευχάριστη ή δυσάρεστη εμπειρία: ~τηκα (= απόλαυσα) πολλές χαρές στη ζωή μου. Βλ. προ~. 2. δοκιμάζω μικρή ποσότητα φαγητού ή ποτού: ~τηκα τους μεζέδες. Πβ. αγγίζω. [< αρχ. γεύομαι]
  • γεύση γεύ-ση ουσ. (θηλ.) 1. μία από τις πέντε βασικές αισθήσεις, κατά την οποία προσλαμβάνονται ερεθίσματα μέσω των γευστικών καλύκων: τα όργανα της ~ης (: γλώσσα, ουρανίσκος). Απώλεια της ~ης (= αγευσία). Σιρόπι ευχάριστο στη ~. 2. (ειδικότ.) η ιδιαίτερη αίσθηση που δημιουργείται στο στόμα από τη δοκιμή στερεού ή υγρού· γευστικότητα, νοστιμιά: αλμυρή/γλυκιά/ξινή/πικρή ~. Ακαθόριστη/απαλή/αρωματική/άσχημη/(μτφ.) βελούδινη/δυνατή/δυσάρεστη/έντονη/εξαιρετική/ευχάριστη/ισορροπημένη/καυτερή/μεταλλική/ξεχωριστή/όξινη/πικάντικη/πλούσια/στυφή/υπέροχη/φρουτώδης ~. Η ~ ενός φαγητού/φρούτου. (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) Βελτιωτικά/ενισχυτικά ~ης. Παγωτό με ~ βανίλια/φράουλα. Έχει ~ καμένου/μουχλιασμένου/χαλασμένου. Τυρί με έντονη/ήπια ~. Αφήνει μια παράξενη ~ στο στόμα/στα χείλη. Δεν έχει καθόλου ~ (= είναι άγευστο). Βλ. επίγευση.|| Παράδοση στη ~ (: στην καλή κουζίνα). 3. (μτφ.) εντύπωση, αίσθηση από τη βίωση μιας εμπειρίας: ~ ελευθερίας/ευτυχίας. Η γλυκιά ~ της νίκης. Η περσινή χρονιά μας άφησε πικρή ~.|| ~ από Ελλάδα/Ευρώπη/καλοκαίρι! Πήραν μια (πρώτη) ~ από την πόλη/του τι θα ακολουθήσει (= απέκτησαν μια εικόνα, μια ιδέα). Πβ. άρωμα. Βλ. πρόγευση.γεύσεις (οι): γευστικά εδέσματα: ανατολίτικες/εξωτικές/μεσογειακές/παραδοσιακές/πολίτικες/σπιτικές/τοπικές ~. Ποικιλία/φεστιβάλ ~εων. Πβ. κουζίνα, νοστιμιές, σπεσιαλιτέ. Βλ. γαστρονομία, γευσιγνωσία, γκουρμέ. [< 1, 2: αρχ. γεῦσις, γαλλ. goût]
  • γευσιγνωσία γευ-σι-γνω-σί-α ουσ. (θηλ.): δοκιμή κρασιών και άλλων ποτών ή φαγητών με σκοπό την αξιολόγηση της γεύσης, του αρώματος, της εμφάνισης και γενικότ. της ποιότητάς τους: ~ εδεσμάτων/μπίρας/τυριών. Ποτήρια ~ας. Βλ. γαστρονομία, οινογνωσία, -γνωσία.
  • γευσιγνώστης γευ-σι-γνώ-στης ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. γευσιγνώστρια}: ειδικός στη γευσιγνωσία. Βλ. γαστρονόμος, γκουρμέ, οινογνώστης, σομελιέ, -γνώστης.
  • γευσιγνωστικός , ή, ό γευ-σι-γνω-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη γευσιγνωσία. Βλ. γαστρονομικός.
  • γευστικός , ή, ό γευ-στι-κός επίθ. 1. που έχει ευχάριστη γεύση: ~ό: κρασί. ~οί: μεζέδες/πειρασμοί. ~ές: συνταγές. ~ά: γλυκά/φαγητά. Πβ. εύγευστος, νόστιμος. ΑΝΤ. άγευστος (1), άνοστος (1) 2. που σχετίζεται με τη γεύση: ~ή: απόλαυση/δοκιμή (= γευσιγνωσία)/ευχαρίστηση/πανδαισία. ~οί: συνδυασμοί. ~ές: επιλογές/ιδιότητες/προτιμήσεις. Βλ. ακουστ-, απτ-, οπτ-, οσφρητ-ικός. ● επίρρ.: γευστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: γευστικοί κάλυκες βλ. κάλυκας [< αρχ. γευστικός]
  • γευστικότητα γευ-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του γευστικού: η ~ των τροφίμων/του φαγητού. Το αλάτι βελτιώνει τη/προσδίδει ~. Πβ. γεύση, νοστιμιά. Βλ. -ότητα.
  • γέφυρα γέ-φυ-ρα ουσ. (θηλ.) {γεφυρ-ών} 1. κατασκευή που συνδέει περιοχές, οι οποίες χωρίζονται από φυσικά ή τεχνητά εμπόδια (ποταμούς, διώρυγες, δρόμους, σιδηροδρομικές γραμμές) και δημιουργεί πέρασμα για πεζούς και οχήματα: ανισόπεδη/κινητή/κρεμαστή (βλ. αερο~)/μεταλλική/ξύλινη/περιστρεφόμενη/πέτρινη (πβ. γεφύρι)/πλωτή/σιδηροδρομική/σταθερή/τοξωτή ~. ~ διάβασης/μεταφοράς/σήμανσης (: περνάει πάνω από αυτοκινητόδρομο και φέρει οδικές πινακίδες). ~ από σκυρόδεμα. Η ~ (ζεύξης) Ρίου-Αντιρρίου. ~ες και σήραγγες. Βλ. κοιλαδο~, οδο~, πεζο~, υδατο~.|| ~ φόρτωσης (φορτηγών πλοίων) Πβ. γερανο~.|| (μτφ.) Η ~ της ομορφιάς (= πασαρέλα). 2. (μτφ.) μέσο επαφής, σύνδεσης: ~ ειρήνης/πολιτισμού/συνεργασίας/σωτηρίας/φιλίας. Ενεργειακή ~ μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Η κυβέρνηση ρίχνει ~ για συναινετική λύση. Στήνουμε/χτίζουμε ~ες εμπιστοσύνης. 3. ΙΑΤΡ. προσθετική κατασκευή (σταθερή ή κινητή) για αναπλήρωση ενός ή περισσότερων δοντιών, η οποία υποστηρίζεται από τα διπλανά φυσικά ή τεχνητά δόντια ή τις ρίζες: οδοντική ~. Βλ. στεφάνη. 4. ΝΑΥΤ. υπερυψωμένη πλατφόρμα, συνήθ. πάνω από το κατάστρωμα, όπου στεγάζεται ο θάλαμος διακυβέρνησης μηχανοκίνητου σκάφους: ~ ναυσιπλοΐας. Αξιωματικός ~ας. Ο πλοίαρχος βρίσκεται στη ~. 5. ΓΥΜΝ. άσκηση κατά την οποία το σώμα από ύπτια θέση παίρνει τοξοειδές σχήμα, στηριζόμενο στις παλάμες και τα πέλματα: Κάνω ~. 6. ΜΟΥΣ. σταθερό υποστήριγμα που ανασηκώνει ελαφρά τις χορδές μουσικού οργάνου, ώστε να είναι τεντωμένες. ΣΥΝ. καβαλάρης (2) 7. ΗΛΕΚΤΡ. συσκευή για τη μέτρηση ηλεκτρικών μεγεθών (αντιστάσεων, συχνοτήτων): κύκλωμα ~ας. Βλ. γαλβανόμετρο. 8. ΠΛΗΡΟΦ. υπολογιστής που συνδέει μεταξύ τους δύο δίκτυα του ίδιου ή διαφορετικού πρωτοκόλλου: ~ δικτύου. 9. (μτφ.) μεταβατικό κομμάτι (μουσικό, σχολιαστικό, διαλογικό), το οποίο συνδέει τα μέρη ραδιοφωνικού ή τηλεοπτικού συνήθ. προγράμματος: μουσική ~. 10. ΑΝΑΤ. τμήμα του εγκεφαλικού στελέχους που ενώνει τον προμήκη μυελό με τον μεσεγκέφαλο· γενικότ. τμήμα ιστού που συνδέει δύο μέρη ενός οργάνου. ● Υποκ.: γεφυράκι (το), γεφυρούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: γέφυρα επικοινωνίας (μτφ.): μέσο που διευκολύνει την επικοινωνία: ~ ~ και γνωριμίας. Η γλώσσα της μουσικής ως ~ ~ μεταξύ των λαών. Το διαδίκτυο είναι η ~ ~ των νέων. ~ ~ με τον απανταχού Ελληνισμό. Έχει κόψει κάθε ~ ~ μαζί τους., καλωδιωτή γέφυρα: που αποτελείται από έναν ή περισσότερους πυλώνες, οι οποίοι στηρίζουν με καλώδια το οδόστρωμα., φυσική γέφυρα: ΓΕΩΜΟΡΦ. τοξοειδής σχηματισμός από βράχο ή κομμάτι γης που ενώνει δύο περιοχές. ● ΦΡ.: κόβει/γκρεμίζει τις γέφυρες (μτφ.): διακόπτει κάθε επαφή, επικοινωνία: ~ ~ με το παρελθόν. ~ουν ~ του διαλόγου/της συνεννόησης. Πβ. κόβω (τους) δεσμούς. [< αρχ. γέφυρα, γαλλ. pont, αγγλ. bridge]
  • γεφύρι γε-φύ-ρι ουσ. (ουδ.) {γεφυρ-ιού} & γιοφύρι (λαϊκό): παραδοσιακή γέφυρα: ξύλινο/πέτρινο/τοξωτό ~. ● ΦΡ.: της Άρτας το γεφύρι & το γεφύρι της Άρτας: για έργο που καθυστερεί να ολοκληρωθεί, συνήθ. εξαιτίας αλλεπάλληλων προβλημάτων: Η διάνοιξη της οδού κατάντησε σαν ~ ~. [< μτγν. γεφύριον, μεσν. γιοφύρι]
  • γεφυροπλάστιγγα γε-φυ-ρο-πλά-στιγ-γα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ζυγιστικό όργανο βαρέων οχημάτων με μορφή πλατφόρμας: ~ εργοστασίου/σιδηροδρόμου/τελωνείου. [< γερμ. Brückenwaage]
  • γεφυροποιία γε-φυ-ρο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κατασκευή γεφυρών και ο αντίστοιχος κλάδος της αρχιτεκτονικής. Βλ. -ποιία. [< μεσν. γεφυροποιία]
  • γεφυροποιός γε-φυ-ρο-ποι-ός ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ., κυρ. για πολιτικό ή διπλωμάτη) πρόσωπο που δρα διαμεσολαβητικά και συμβιβαστικά μεταξύ δύο αντιμαχόμενων πλευρών, προσπαθώντας να επιτύχει τη συμφιλίωση και την επίλυση των διαφορών τους: Παίζει τον ρόλο του ~ού. Ενωτικός και ~. Πβ. γεφυρωτής, διαμεσολαβητής, ειρηνοποιός, συμφιλιωτής. Βλ. μεσάζων. 2. μηχανικός ή τεχνίτης που κατασκευάζει γέφυρες. Βλ. -ποιός. [< μτγν. γεφυροποιός]
  • γεφύρωμα βλ. γεφύρωση
  • γεφυρώνω γε-φυ-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {γεφύρω-σα, γεφυρώ-θηκε, -μένος, γεφυρών-οντας} 1. (μτφ.) συμβάλλω ως μεσολαβητής στην εύρεση σημείων επαφής μεταξύ δύο αντιτιθέμενων πλευρών: Ο αθλητισμός ~ει τις διαφορές μεταξύ των λαών. ~θηκε το χάσμα. 2. συνδέω: (ΗΛΕΚΤΡ.-ΗΛΕΚΤΡΟΝ.) ~μένος: ενισχυτής. ~μένη: λειτουργία. (ΠΛΗΡΟΦ.) ~μένο: δίκτυο. [< αρχ. γεφυρῶ, αγγλ. bridge]
  • γεφύρωση γε-φύ-ρω-ση ουσ. (θηλ.) & γεφύρωμα (το) 1. (μτφ.) αναζήτηση κοινών σημείων μεταξύ δύο πλευρών με σκοπό τη συνεννόηση: ~ των διαφορών/των διαφωνιών/του ρήγματος στις σχέσεις ... Βλ. προγεφύρωμα. 2. σύνδεση με γέφυρα: Πβ. ζεύξη.|| (ΗΛΕΚΤΡ.-ΗΛΕΚΤΡΟΝ.) ~ ενισχυτών (: τρόπος σύνδεσής τους για την αύξηση της ισχύος τους· βλ. γεφυρωτής). [< μτγν. γεφύρωσις, αγγλ. bridging]

βαριούχος

βαριούχος, ος/α, ο [βαριοῦχος] βα-ρι-ού-χος επίθ.: ΧΗΜ. που περιέχει βάριο. Βλ. -ούχος2. Κυρ. στα ● ΣΥΜΠΛ.: βαριούχο γεύμα: ΙΑΤΡ. ακτινολογική εξέταση του στομάχου με χορήγηση διαλύματος βαρίου., βαριούχος υποκλυσμός: ΙΑΤΡ. ακτινολογική εξέταση του παχέος εντέρου. Βλ. κολονοσκόπηση. [< αγγλ. barium enema, 1930] [< αγγλ. barium, 1913, γαλλ. baryté]

γαλβανόμετρο

γαλβανόμετρογαλ-βα-νό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο ανίχνευσης και μέτρησης ασθενών ηλεκτρικών ρευμάτων και τάσεων. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. galvanomètre]

γαστρονομία

γαστρονομίαγα-στρο-νο-μί-α ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. η τέχνη και οι γνώσεις που απαιτούνται για την προετοιμασία, το σερβίρισμα και την απόλαυση εκλεκτού φαγητού· κατ' επέκτ. η κουζίνα μιας περιοχής: γαλλική/ιταλική/υψηλή ~. Συγκριτική ~. Βλ. γευσιγνωσία, γκουρμέ, -νομία.|| Παραδοσιακή/τοπική ~ (= σπεσιαλιτέ). ● ΣΥΜΠΛ.: μοριακή γαστρονομία: η εφαρμογή των αρχών της φυσικής και της χημείας στη μαγειρική τέχνη. [< αγγλ. molecular gastronomy, 1988] [< μτγν. γαστρονομία, γαλλ. gastronomie, αγγλ. gastronomy]

γαστρονομικός

γαστρονομικός, ή, ό γα-στρο-νο-μι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη γαστρονομία: ~ός: οδηγός (βλ. τσελεμεντές)/πολιτισμός. ~ή: κουλτούρα/παράδοση. ~ές: απολαύσεις/προκλήσεις. Πβ. γκουρμέ. ● ΣΥΜΠΛ.: γαστρονομικός τουρισμός: που έχει ως κίνητρο την απόκτηση γαστρονομικών εμπειριών και την ανακάλυψη των εδεσμάτων και των διατροφικών συνηθειών μιας περιοχής. Βλ. οινοτουρισμός. [< γαλλ. gastronomique, αγγλ. gastronomic]

γαστρονόμος

γαστρονόμοςγα-στρο-νό-μος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με τη γαστρονομία· κατ΄επέκτ. ο γνώστης του καλού και εκλεκτού φαγητού. Βλ. μάγειρας, -νόμος.|| Πβ. γκουρμέ, καλοφαγάς. Βλ. γευσιγνώστης. [< γαλλ.-αγγλ. gastronome]

γεφύρωση

γεφύρωσηγε-φύ-ρω-ση ουσ. (θηλ.) & γεφύρωμα (το) 1. (μτφ.) αναζήτηση κοινών σημείων μεταξύ δύο πλευρών με σκοπό τη συνεννόηση: ~ των διαφορών/των διαφωνιών/του ρήγματος στις σχέσεις ... Βλ. προγεφύρωμα. 2. σύνδεση με γέφυρα: Πβ. ζεύξη.|| (ΗΛΕΚΤΡ.-ΗΛΕΚΤΡΟΝ.) ~ ενισχυτών (: τρόπος σύνδεσής τους για την αύξηση της ισχύος τους· βλ. γεφυρωτής). [< μτγν. γεφύρωσις, αγγλ. bridging]

γιέσμαν

γιέσμανγιέσ-μαν ουσ. (αρσ.) {άκλ.} & γέσμαν & γιες-μαν (ειρων.): δουλοπρεπής άνθρωπος που υποτάσσεται στις εντολές ανωτέρων ή ισχυρότερων, χωρίς να προβάλλει αντίρρηση. Πβ. αυλοκόλακας, οσφυοκάμπτης. [< αμερικ. yes-man, 1912]

γιέτι

γιέτιγιέ-τι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & γέτι: μυθικό, μεγάλων διαστάσεων ανθρωποειδές που πιστεύεται ότι ζει στις κορυφές των Ιμαλαΐων. Βλ. κρυπτοζωολογία. ΣΥΝ. χιονάνθρωπος των Ιμαλαΐων [< αγγλ. yeti, 1937, γαλλ. yéti, 1956]

επίγευση

επίγευση[ἐπίγευση] ε-πί-γευ-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. η γευστική εντύπωση μετά την κατάποση ποτού (κυρ. κρασιού) ή τροφίμου: απαλή/αρωματική/γλυκιά/δυνατή/έντονη/μακρά (: με διάρκεια)/μέτρια/σύντομη/φρουτώδης ~.|| (μτφ.) Ταινία που αφήνει μια γλυκόπικρη ~ (: αίσθηση, γεύση). [< γαλλ. arrière-goût]

κάλυκας

κάλυκαςκά-λυ-κας ουσ. (αρσ.) {καλύκ-ων} 1. κυλινδρική θήκη που περιέχει τη βολίδα και τη γόμωση πυροβόλου όπλου: άδειος/πλαστικός ~. ~ φυσιγγίου. ~ (διαμετρήματος) ... χιλιοστών. Βρέθηκε ο ~ (της σφαίρας) κοντά στο σημείο της δολοφονίας. Βλ. καψούλι, σκάγι.|| ~ αντιαεροπορικού βλήματος/οβίδας. 2. περίβλημα, συνήθ. μεταλλικό: ατσάλινος/βιδωτός ~. Ο ~ της ηλεκτρικής λάμπας/του λαμπτήρα. 3. ΒΟΤ. το μέρος του άνθους που αποτελείται από τα σέπαλα: κωδωνοειδής/σωληνοειδής/χοανοειδής ~. 4. ΑΡΧΑΙΟΛ. αγγείο πόσης με οριζόντιες λαβές και κωνικό πόδι. Βλ. κάνθαρος, κύλικα. ● ΣΥΜΠΛ.: γευστικοί κάλυκες: ΑΝΑΤ. μικρές σφαιρικές συναθροίσεις κυττάρων-χημειοϋποδοχέων και στηρικτικών κυττάρων (στη γλώσσα, υπερώα, επιγλωττίδα και σε τμήματα του λάρυγγα και του φάρυγγα) που είναι υπεύθυνες για την αίσθηση της γεύσης., νεφρικοί κάλυκες: ΑΝΑΤ. απεκκριτικές κοιλότητες της νεφρικής πυέλου. [< 1: αγγλ. shell 2: αγγλ. bulb 3,4: αρχ. κάλυξ, γαλλ. calice, αγγλ. calyx]

κανονικός

κανονικός, ή, ό κα-νο-νι-κός επίθ. 1. ομαλός, συνηθισμένος, φυσιολογικός: ~ός: σφυγμός (ΑΝΤ. ακανόνιστος). ~ή: αναπνοή (πβ. σταθερή)/ανάπτυξη/πίεση (αίματος)/συμπεριφορά (: αναμενόμενη· ΑΝΤ. αποκλίνουσα, προβληματική). ~ές για την εποχή θερμοκρασίες. ~ά: χαρακτηριστικά (= αρμονικά, συμμετρικά). ~ό δέρμα/~ά μαλλιά (βλ. λιπαρός, ξηρός). Διακόπηκε η ~ή ροή του προγράμματος. Επιστρέψαμε στους ~ούς μας ρυθμούς. Η κίνηση στο αεροδρόμιο παραμένει σε ~ά επίπεδα.|| Ζει μια ~ή ζωή. Ήταν μια ~ή (= τυπική) μέρα στη δουλειά. Ένας ~ άνθρωπος είναι, όπως όλοι (πβ. απλός). ΑΝΤ. διαφορετικός, ιδιαίτερος, ξεχωριστός.|| (ως ουσ.) Βάρος πάνω απ' το ~ό. 2. που είναι σύμφωνος με τους ισχύοντες κανόνες, κανονισμούς ή νόμους, που δεν τους αντιβαίνει: ~ός: διορισμός/μισθός. ~ή: άδεια/λειτουργία/προσπέραση (ΑΝΤ. αντικανονική)/ταχύτητα. ~ό: εισιτήριο (βλ. μειωμένος)/πρόγραμμα/ωράριο (εργασίας). Έκπτωση 50% επί των ~ών τιμών. Ο ~ αγώνας έληξε 1-1 (βλ. παράταση). Πβ. νόμιμος, νομότυπος. Βλ. παρά-νομος, -τυπος.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ σχηματισμός παραθετικών/του μέλλοντα. Βλ. ανώμαλος.|| (ως ουσ.) Το ~ό (= δίκαιο, πρέπον, σωστό) θα ήταν να ζητήσει συγγνώμη. 3. περιοδικός, τακτός: ~ά: δρομολόγια (ΑΝΤ. έκτακτα). Συντήρηση σε ~ά διαστήματα. Το μωρό κοιμάται/τρώει σε ~ές ώρες. ΑΝΤ. ακανόνιστος. 4. αληθινός, πραγματικός, σωστός: Ποιο είναι το ~ό σου όνομα (βλ. ψεύτικος); Κάντε κλικ για να δείτε τη φωτογραφία σε ~ό μέγεθος/~ές διαστάσεις (: όπως είναι αποθηκευμένη στο αρχείο· βλ. μεγέθυνση, σμίκρυνση).|| ~ό: δείπνο/πρωινό/φαγητό. Πβ. πλήρης. ΑΝΤ. ελαφρύς, πρόχειρος.|| (προφ.) Έβγαλε άδεια κι είναι πια ~ δικηγόρος! ● επίρρ.: κανονικά & (σπάν.-λόγ.) -ώς [-ῶς]: Δουλεύει/λειτουργεί ~ (: σωστά, χωρίς προβλήματα).|| ~ θα έπρεπε να σε τιμωρήσω, αλλά έχε χάρη!|| Ο αγώνας συνεχίζεται ~ (: σύμφωνα με το πρόγραμμα).|| Αναπτύσσεται ~ (= φυσιολογικά).|| Έφαγε ~ (: όσο πρέπει, ικανοποιητικά).|| Παρακολουθεί τα μαθήματα ~ (= τακτικά).|| (προφ.) Μ' έγραψε ~ (: αδιαφόρησε πλήρως)! ● ΣΥΜΠΛ.: κανονικά βιβλία: ΕΚΚΛΗΣ. Κανόνας., κανονικό γεύμα 1. που έχει την απαιτούμενη θρεπτική και θερμιδική αξία: Τρώει σνακ αντί για ~ ~ (= πλήρες). 2. {στον πληθ.} που καταναλώνεται σε τακτά διαστήματα: μικρά ~ά ~ατα (ΑΝΤ. ακανόνιστα)., Κανονικό Δίκαιο: ΕΚΚΛΗΣ. το σύνολο των θεσμοθετημένων διατάξεων και καθιερωμένων πρακτικών της Εκκλησίας: ορθόδοξο/ρωμαιοκαθολικό ~ ~. Βλ. Εκκλησιαστικό Δίκαιο., κανονικό πολύγωνο: ΓΕΩΜ. του οποίου όλες οι πλευρές και οι γωνίες είναι ίσες., κανονικό πολύεδρο: ΓΕΩΜ. του οποίου οι έδρες είναι κυρτά κανονικά πολύγωνα, ίσα μεταξύ τους. Βλ. οκτά-, τετρά-εδρο, κύβος., κανονικές συνθήκες βλ. συνθήκη, κανονική γλώσσα βλ. γλώσσα, κανονική έκφραση βλ. έκφραση ● ΦΡ.: κανονικά και με τον νόμο βλ. νόμος [< μτγν. κανονικός ‘σύμφωνος με τον κανόνα ή τους κανόνες’, γαλλ. régulier, normal]

κολατσίζω

κολατσίζωκο-λα-τσί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κολάτσι-σα, κολατσίζ-οντας}: τρώω, παίρνω κολατσιό: ~σε (με) σάντουιτς/ψωμί και ελιές. Σταμάτησε για λίγο (τη δουλειά) για να ~σει. Βλ. γευματίζω.

λουκούλλειος

λουκούλλειος, α, ο λου-κούλ-λει-ος επίθ. & λουκούλειος: στο ● ΣΥΜΠΛ.: λουκούλλειο γεύμα/δείπνο: πλουσιοπάροχο, βασιλικό. Πβ. φαγοπότι. ΑΝΤ. λιτό γεύμα/δείπνο. [< ιταλ. luculliano, πβ. μτγν. Λουκούλλεια (τα) 'γιορτές προς τιμήν του Λούκουλλου']

μεσάζων

μεσάζωνμε-σά-ζων ουσ. (αρσ.) {μεσάζ-οντος, -οντα | -οντες, -όντων} & μεσάζοντας (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, που μεσολαβεί, διευκολύνοντας τις σχέσεις, κυρ. εμπορικές, μεταξύ ατόμων ή ομάδων: Τα προϊόντα μας διατίθενται χονδρικά, απευθείας στους πελάτες, χωρίς ~οντες. Πβ. μεσίτης.|| Είναι ο ~/παίζει τον ρόλο του ~α. Πβ. (δια)μεσολαβητής, ενδιάμεσος. [< μτγν. μεσάζων, γαλλ. intermédiaire]

μπάρμπεκιου

μπάρμπεκιουμπάρ-μπε-κιου ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ψησταριά που μεταφέρεται ή είναι κτιστή σε εξωτερικό χώρο: ηλεκτρικό ~. Εστία ~. Σετ ~ 4 τεμαχίων. Βλ. γκριλ. 2. (συνεκδ.) συγκεκριμένος τρόπος ψησίματος στη φωτιά, κατά τον οποίο τα κρεατικά κυρ. σκεπάζονται και καπνίζονται για αρκετή ώρα, μέχρι να ψηθούν. 3. συνάθροιση ατόμων σε κοινωνική εκδήλωση που περιλαμβάνει ψήσιμο φαγητού στη φωτιά και κατανάλωσή του: Κάνει ~. Πρόσκληση για ~. ● ΣΥΜΠΛ.: σάλτσα/σος μπάρμπεκιου: ΜΑΓΕΙΡ. καυτερή γλυκόξινη σάλτσα που συνοδεύει κυρ. ψητά. [< αγγλ. barbecue sauce] [< 1, 2: αμερικ. barbecue, γαλλ. ~, 1913]

-ότητα

-ότητα(λόγ.) επίθημα αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν 1. κατάσταση ή χαρακτηριστικό: αυστηρ~/γνησι~/προνοητικ~. Βλ. -ύτητα.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Oσι~/παναγι~. Αγι~/ιερ~ (ΣΥΝ. -οσύνη). 2. (περιληπτ., παράγ. από ουσ.) σύνολο ατόμων με κοινή ιδιότητα: αδελφ~/ανθρωπ~. [< αρχ. -ότης]

-ποιία

-ποιία(λόγ.) επίθημα θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνει 1. παραγωγή ή επεξεργασία συγκεκριμένου προϊόντος και τη σχετική βιοτεχνία: αρτο~/ζαχαρο~ (πβ. -πλαστική).|| Γυψο~.|| Eπιπλο~/υποδηματο~.|| (μτφ.) Παιδο~/τεκνο~. 2. σύνολο ιστοριών, γεγονότων: μυθο~. Πβ. -πλασία.|| (μτφ.) Επο~.

-ποιός

-ποιός(λόγ.) επίθημα αρσενικών και θηλυκών ουσιαστικών∙ δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο πρόσωπο 1. κατασκευάζει, παράγει συγκεκριμένο προϊόν: κεραμο~. 2. δημιουργεί ή προκαλεί ό,τι εκφράζει το θέμα: θαυματο~. Γελωτο~.|| (σπανιότ. σε επίθ.) Αγαθο~. Πβ. -εργός.

πρόγευση

πρόγευσηπρό-γευ-ση ουσ. (θηλ.): πρώτη γεύση ή εμπειρία για κάτι που θα ακολουθήσει: ~ νίκης. Το ρεπορτάζ δίνει μια ~ για τη συνέχεια. Παίρνω μια μικρή ~ για το τι με περιμένει. Η ομιλία του προέδρου αποτελεί μια ~ της νέας στρατηγικής της εταιρείας. [< γαλλ. avant-goût]

προγεφύρωμα

προγεφύρωμαπρο-γε-φύ-ρω-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΣΤΡΑΤ. παράκτια ή παρόχθια περιοχή σε εχθρικό έδαφος, που καταλαμβάνεται και οχυρώνεται ως χώρος στρατιωτικών επιχειρήσεων: πολεμικό/στρατηγικό ~. 2. (μτφ.) ευνοϊκό έδαφος και γενικότ. οτιδήποτε χρησιμεύει ως μέσο για την προώθηση μελλοντικού στόχου. Πβ. έρεισμα. [< γερμ. Brückenkopf]

στεφάνη

στεφάνηστε-φά-νη ουσ. (θηλ.) 1. δακτύλιος που περιβάλλει κάτι: μεταλλική ~. ~ του βαρελιού (πβ. τσέρκι)/του κέρματος/του τροχού. ΣΥΝ. στεφάνι (5) 2. ΙΑΤΡ. ακίνητη προσθετική αποκατάσταση του δοντιού, η οποία το καλύπτει εξ ολοκλήρου και μόνιμα: τεχνητή ~. Πβ. θήκη, κορόνα. Βλ. γέφυρα. 3. ΑΘΛ. (στο μπάσκετ) το μεταλλικό, στρογγυλό τμήμα του καλαθιού: Η μπάλα βρήκε στη ~. 4. ΒΟΤ. το σύστημα των πετάλων του άνθους: κάλυκας και ~. Βλ. περιάνθιο. 5. ΑΣΤΡΟΝ. φωτεινός δακτύλιος γύρω από ουράνιο σώμα, κυρ. η ζώνη που παραμένει ορατή γύρω από τον Ήλιο ή τη Σελήνη κατά την ολική έκλειψη: ηλιακή ~. Πβ. άλως, στέμμα. [< 1,2,3,5: μτγν. στεφάνη, γαλλ. couronne 4: γαλλ. corolle]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.