γαιο- & γαι-: α' συνθετικό λέξεων με αναφορά στο υπέδαφος, στη γη, συνήθ. ως εδαφική έκταση, ή στον πλανήτη Γη: γαι-άνθρακας.|| Γαιο-κτήμονας.|| Γαι-όραμα. Βλ. γεω-, γη-.
γεω- & γεώ-: λεξικό πρόθημα επιστημονικών τομέων και όρων με αναφορά στη γη: γεω-γραφία/~δαισία/~θερμία/~λογία/~μαγνητισμός/~μορφολογία/~οικονομία/~πολιτική/~πονία/~ραντάρ/~στρατηγική/~φυσική/~χημεία. Γεώ-φυτα. Βλ. γαιο-, γη-.|| Γεω-τεμάχιο (πβ. αγρο-).
γεωπληροφορίαγε-ω-πλη-ρο-φο-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. γεωγραφική πληροφορία η οποία προκύπτει από την ψηφιακή αξιοποίηση γεωγραφικών δεδομένων. [< αγγλ. geoinformation]
γεωπληροφορικήγε-ω-πλη-ρο-φο-ρι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Γ): ΠΛΗΡΟΦ. κλάδος με αντικείμενο την ανάπτυξη και αξιοποίηση τεχνολογιών πληροφορικής για τη συλλογή, διαχείριση, μοντελοποίηση και οπτικοποίηση χωροχρονικών δεδομένων, με στόχο την αντιμετώπιση των προβλημάτων της γεωγραφίας, των γεωεπιστημών και των σχετικών κλάδων της μηχανολογίας: Εφαρμοσμένη ~. Βλ. ανθρωπογεωγραφία, Γεωγραφικά Συστήματα Πληροφοριών (ακρ. ΓΣΠ), τζι πι ες. [< αγγλ. geoinformatics]
-γραφος, η, ο: λεξικό επίθημα με αναφορά σε ορισμένο τρόπο γραφής: ιδιό~/ολό~.|| (ουσιαστικοπ.) Χειρό-γραφο.
ηλιοθερμία[ἡλιοθερμία] η-λι-ο-θερ-μί-α ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΛ. ήπια και ανανεώσιμη μορφή ενέργειας, η οποία βασίζεται στην εκμετάλλευση της ηλιακής ενέργειας για την παραγωγή θερμότητας. Βλ. γεωθερμία.
ηλιοθερμικός, ή, ό [ἡλιοθερμικός] η-λι-ο-θερ-μι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΛ. που σχετίζεται με την ηλιοθερμία: ~ός: σταθμός. ~ή: ενέργεια. ~ό: πάρκο. ~ά: συστήματα. Βλ. γεωθερμικός, φωτοβολταϊκός.
θεοδόλιχοςθε-ο-δό-λι-χος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ίχου} ΤΟΠΟΓΡ.-ΑΣΤΡΟΝ.: οπτικό όργανο για τη μέτρηση γωνιών του αζιμουθίου και των ζενιθιακών αποστάσεων: ηλεκτρονικός/ψηφιακός ~. ~ με τρίποδα. Πβ. ταχύμετρο. Βλ. σταδία, χωροβάτης. [< γαλλ. théodolite]
οικονομικός, ή, ό [οἰκονομικός] οι-κο-νο-μι-κός επίθ. ΟΙΚΟΝ. 1. που αναφέρεται στην οικονομία ή τα οικονομικά: ~ός: απολογισμός/οργανισμός (πβ. τράπεζα)/πόλεμος/προϋπολογισμός/Τύπος/φορέας. ~ή: ανάλυση/ανάπτυξη/ανεξαρτησία/βοήθεια/διάρθρωση/διαφάνεια/διαχείριση/διπλωματία/δυσπραγία/εισφορά/ενημέρωση/εξαθλίωση/εξέλιξη/εξυγίανση/επιστήμη (= οικονομικά)/θεωρία/κρίση/μεταρρύθμιση/πρόοδος/σταθερότητα/συγκυρία/συμφωνία/σύνοδος/ύφεση. ~ό: άνοιγμα/ίδρυμα/κέρδος/κλίμα/κόστος/κραχ/μοντέλο/σκάνδαλο/φόρουμ. ~οί: δείκτες/πόροι. ~ές: δυσκολίες/κυρώσεις/παροχές/συναλλαγές/υπηρεσίες. ~ά: αποτελέσματα/εργαλεία/κίνητρα/συμφέροντα. Εξαμηνιαία/ετήσια ~ή έκθεση του Ομίλου ... ~ή ενίσχυση/στήριξη μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Βρίσκεται σε ~ό αδιέξοδο λόγω χρεών. Περικοπές για ~ούς λόγους. Δημόσια ~ή Υπηρεσία (ακρ. ΔΟΥ). ~ό Επιμελητήριο Ελλάδας (ακρ. ΟΕΕ).|| ~ό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ακρ. ΟΠΑ). ~ά μαθηματικά και στατιστική. Πτυχιούχος ΑΕΙ ~ής κατεύθυνσης. (ως ουσ.) Οι φοιτητές του ~ού.|| (για πρόσ.) ~ός: αναλυτής/διαχειριστής/διευθυντής/ελεγκτής/έφορος. ~ό: επιτελείο (κυβέρνησης)/στέλεχος. Βλ. μακρο~, μικρο~, τεχνο~, χρηματο~. 2. που κοστίζει λίγο, ανέξοδος· που εξοικονομεί ενέργεια: ~ό: γεύμα/εισιτήριο/εστιατόριο/μαγαζί/ξενοδοχείο. ~ές: διακοπές. ~ή λειτουργία εγκατάστασης/συστημάτων ηλεκτρικής ενέργειας. ~ό πακέτο καρτοκινητής τηλεφωνίας. Προσφορά συμφέρουσα από ~ή άποψη. Η ~ότερη λύση/πρόταση της αγοράς για συνεχή πρόσβαση στο ίντερνετ.|| ~ός: κινητήρας/λαμπτήρας. ~ή: συσκευή. ~ό: αυτοκίνητο (: σε κατανάλωση βενζίνης). ΣΥΝ. φτηνός (1) ΑΝΤ. ακριβός (1), αντιοικονομικός, δαπανηρός ● Ουσ.: οικονομικό (το): καθετί που σχετίζεται με χρήματα, το χρηματικό: Έχει τεράστια περιουσία και συνεπώς έχει λύσει το ~ του. Μίλησε στον εργοδότη του για το ~ (: τον μισθό). Δεν την ενδιαφέρει το ~ της υπόθεσης. Το ~ (ενν. πρόβλημα) της χώρας. ● επίρρ.: οικονομικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: αποκλειστική οικονομική ζώνη (ακρ. ΑΟΖ): ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. ζώνη θαλάσσιας δικαιοδοσίας και δικαιωμάτων (κυρ. εκμετάλλευση των φυσικών πόρων) των παράκτιων κρατών με εύρος μέχρι 200 ναυτικά μίλια από τις ακτές, που περιλαμβάνει τα ύδατα, τον βυθό και το υπέδαφος της περιοχής της, και αρχίζει μετά το τέλος της αιγιαλίτιδας ζώνης. Βλ. υφαλοκρηπίδα. [< αγγλ. exclusive economic zone, 1975] , οικονομικά αγαθά: τα μέσα για την ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών που είναι αποτέλεσμα της παραγωγικής διαδικασίας και βρίσκονται σε ανεπάρκεια σε σχέση με τις ανάγκες που καλύπτουν: Τα ~ ~ διακρίνονται στα υλικά και τα άυλα αγαθά ή υπηρεσίες. Βλ. διαρκή, ελεύθερα, καταναλωτικά, κεφαλαιουχικά αγαθά., οικονομικά μεγέθη 1. οποιαδήποτε μεταβλητή υπολογίζεται με αριθμητικούς ή ποσοτικούς όρους: εταιρικά/συνοπτικά ~ ~. Βελτιωμένα/μειωμένα εμφανίζονται τα ~ ~ του ομίλου στο εξάμηνο ... Τα ~ ~ της ζώνης του ευρώ. ~ ~ σε επίπεδο χώρας (π.χ. ΑΕΠ, επιτόκια, βλ. μακροοικονομία). 2. {κυρ. στον εν.} οικονομική συσκευασία. [< 2: αγγλ. economy size, 1950] , οικονομικές επιστήμες: όσες μελετούν την παραγωγή, κατανομή, κατανάλωση και διαχείριση αγαθών και υπηρεσιών: Βραβείο Νόμπελ ~ών ~ών. Βλ. μακρο-, μικρο-οικονομία. ΣΥΝ. οικονομικά (2), οικονομολογία [< γαλλ. sciences économiques] , οικονομικές καταστάσεις: πίνακες αναλυτικής παρουσίασης κατά κατηγορία των δεδομένων που περιγράφουν την οικονομική πορεία μιας εταιρείας σε ορισμένη χρονική περίοδο, οι οποίοι δημοσιεύονται συγκεντρωτικά για τη διεξοδική ενημέρωση των επενδυτών: ενδιάμεσες/ενοποιημένες/εξαμηνιαίες/ετήσιες/περιοδικές/συνοπτικές/τριμηνιαίες ~ ~. Βλ. επαναδημοσίευση, ισολογισμός, οικονομικά στοιχεία και πληροφορίες., οικονομική γεωγραφία: ΓΕΩΓΡ. κλάδος που μελετά και αναλύει τα τεχνικά, κοινωνικοπολιτικά και οικονομικά στοιχεία του γεωγραφικού χώρου, καθώς και τη σχέση που διαμορφώνεται μεταξύ του φυσικού περιβάλλοντος και του ανθρώπινου παράγοντα· το αντίστοιχο διδασκόμενο μάθημα. Βλ. ανθρωπογεωγραφία. [< αγγλ. economic geography] , οικονομική ελευθερία: το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της συμμετοχής σε οικονομικές συναλλαγές, χωρίς κυβερνητικές παρεμβάσεις ή άλλους εξωτερικούς παράγοντες., οικονομική θέση 1. & τουριστική θέση: χώρος σε Μέσα Μαζικής Μεταφοράς (αεροπλάνα, πλοία, τρένα), όπου οι επιβάτες εξασφαλίζουν θέση με φθηνότερο εισιτήριο: εισιτήριο/κάθισμα/καμπίνα ~ής ~ης. ΑΝΤ. διακεκριμένη θέση 2. οικονομική κατάσταση: Βρίσκεται σε δύσκολη ~ ~. Σε δεινή ~ ~ περιήλθε ο Όμιλος ... [< 1: αγγλ. economy class, γαλλ. classe économique] , οικονομική μονάδα: κάθε οργανωμένο σύνολο προσώπων και στοιχείων που καθιστούν δυνατή την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας: Δύο αντιπροσωπευτικές ~ές ~ες είναι το νοικοκυριό και η επιχείρηση. [< αγγλ. economic unit] , οικονομική πολιτική: σύνολο μέτρων και αποφάσεων που λαμβάνονται σε κυβερνητικό συνήθ. επίπεδο για τον καθορισμό συγκεκριμένης πορείας στον τομέα της οικονομίας και την επίτευξη οικονομικών στόχων: εθνική/εξωτερική/εσωτερική/κοινοτική/περιοριστική ~ ~. Αλλαγή/χάραξη ~ής ~ής. Σφιχτή ~ ~ για μείωση του ελλείμματος.|| ~ ~ της εταιρείας., οικονομική συσκευασία: συσκευασία προϊόντος που είναι μεγαλύτερη σε μέγεθος ή ποσότητα από τη συμβατική, αλλά φτηνότερη αναλογικά. Βλ. οικογενειακό μέγεθος., Οικονομικό Δίκαιο: ΝΟΜ. οι κανόνες που ρυθμίζουν τις οικονομικές σχέσεις και δραστηριότητες: διοικητικό ~ ~. Κέντρο Διεθνούς και Ευρωπαϊκού ~ού ~ου., οικονομικό έγκλημα: ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. κάθε παράνομη οικονομική δραστηριότητα (όπως φοροδιαφυγή, υπεξαίρεση χρημάτων): διεθνές/ηλεκτρονικό/οργανωμένο ~ ~. Βλ. ΣΔΟΕ., οικονομικό σύστημα (το): κάθε σύνολο κανόνων στα πλαίσια μιας κοινωνίας που ρυθμίζουν την παραγωγή, κατανομή και κατανάλωση αγαθών: διεθνές/ευρωπαϊκό/φιλελεύθερο ~ ~. Το ~ ~ του καπιταλισμού., οικονομικοί μετανάστες/πρόσφυγες: πρόσωπα που εγκαταλείπουν τη χώρα τους σε αναζήτηση εργασίας και καλύτερου βιοτικού επίπεδου: νόμιμοι/παράνομοι ~ ~.|| Εσωτερικοί ~ ~. Βλ. ευπαθείς (κοινωνικά) ομάδες. [< αγγλ. economic migrants/refugees] , οικονομικός κύκλος: περιοδική, επαναλαμβανόμενη διακύμανση ύφεσης-ανάκαμψης της οικονομικής δραστηριότητας: Ανοδική/πτωτική φάση ~ού ~ου. Βραχυχρόνιοι/μακροχρόνιοι/μεσοχρόνιοι ~οί ~οι. [< αγγλ. business/economic cycle] , οικονομικός παράγοντας 1. οτιδήποτε επηρεάζει μια κατάσταση από οικονομικής πλευράς: Ο τουρισμός αποτελεί ζωτικό/σημαντικό ~ό ~α ανάπτυξης του νησιού. 2. πρόσωπο που έχει ισχυρή θέση και ασκεί επιρροή στον επιχειρηματικό κόσμο: κορυφαίος/σημαίνων/τοπικός ~ ~. ~οί ~ες και διαχειριστές μεγάλων κεφαλαίων., οικονομικός/κεντρικός προγραμματισμός/σχεδιασμός: η επίδραση της κεντρικής εξουσίας ενός κράτους ή συνόλου κρατών στη λήψη αποφάσεων καθοριστικής σημασίας στον οικονομικό τομέα., Ευρωπαϊκός Οικονομικός Χώρος βλ. ευρωπαϊκός, οικονομικά στοιχεία και πληροφορίες βλ. στοιχείο, οικονομική ανάπτυξη βλ. ανάπτυξη, οικονομική βία βλ. βία, Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ) βλ. ένωση, οικονομική μεγέθυνση βλ. μεγέθυνση, οικονομικό αντικείμενο βλ. αντικείμενο, οικονομικό έτος βλ. έτος, σύνδρομο οικονομικής θέσης βλ. σύνδρομο [< αρχ. οἰκονομικός, γαλλ. économique, αγγλ. economic]
οπισθοτομία[ὀπισθοτομία] ο-πι-σθο-το-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. χειρουργική αφαίρεση οργάνου, ιστού ή άλλου μέρους του σώματος: ~ του προστάτη. Βλ. -τομή. 2. ΤΟΠΟΓΡ. μέθοδος προσδιορισμού της θέσης σημείου: πολλαπλή/φωτογραμμετρική ~. [< αγγλ. resection]
πολιτικός, ή, ό πο-λι-τι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την πολιτική: ~ός: διάλογος/λόγος. ~ή: ανάλυση/αντιπαράθεση/διαφήμιση/ενημέρωση/εξουσία/ζωή/θεωρία/κάλυψη/καριέρα/κίνηση/κρίση/ομιλία/παρέμβαση/πλατφόρμα/σκέψη/σκηνή/στήριξη/συνεργασία/ωριμότητα. ~ό: αδιέξοδο/άρθρο/θερμόμετρο/κλίμα/παρασκήνιο/ρεπορτάζ/συμβούλιο. ~ές: αποφάσεις/διασυνδέσεις/διαφορές/εξελίξεις/θέσεις/οργανώσεις (: κόμματα, νεολαίες, φοιτητικές παρατάξεις)/πιέσεις/συζητήσεις. Η ~ή ζωή/ηγεσία του τόπου. Αλλαγή του ~ού σκηνικού/τοπίου. Ανέλαβε την ~ή ευθύνη για το σκάνδαλο. Απαιτείται ~ή συναίνεση για αλλαγές. Θέμα που αποτελεί ~ή προτεραιότητα. Παραιτήθηκε για λόγους ~ής ευθιξίας. ~ά παιχνίδια σε βάρος των ...|| (με τη σημ. του ~ού κόμματος:) ~ές: δυνάμεις. ~ός σχηματισμός/~ό σχήμα.|| ~ό: θέατρο/τραγούδι (πβ. στρατευμένος).|| ~ός: αντίπαλος/συντάκτης. ~οί: αρχηγοί/κύκλοι. ~ά: πρόσωπα (= πολιτικοί). || ~ός: επιστήμονας (: ειδικός στις πολιτικές επιστήμες, πβ. πολιτειολόγος). Bλ. α~, αντι~, γεω~, ηθικο~, ιδεολογικο~, κοινωνικο~, μετα~, μικρο~, οικονομικο~, παρα~, βουλευτ-, κομματ-, κυβερνητ-ικός. 2. που υπάρχει ή γίνεται για λόγους πολιτικής: ~ός: κρατούμενος (βλ. ποινικός)/όμηρος/φυγάς. ~ή: δίκη. 3. που αναφέρεται στην Πολιτεία, σε αντιδιαστολή με στρατιωτικούς, εκκλησιαστικούς θεσμούς ή εξουσίες: ~ός: συνταξιούχος. ~ή: αεροπορία/υπηρεσία. ~ό: προσωπικό. ~οί: υπάλληλοι.|| ~ός: όρκος. ~ή: κηδεία/ονοματοδοσία. ΑΝΤ. θρησκευτικός. 4. που αφορά τον πολίτη: ~ός: δικαστής. Μέτρα που θίγουν τις ~ές ελευθερίες. Βλ. μητρο~. ● Ουσ.: πολιτικός (ο/η): πρόσωπο που ασχολείται με την πολιτική: επαγγελματίες ~οί. Βλ. βουλευτής. ● επίρρ.: πολιτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: ~ σκεπτόμενος/υπεύθυνος. ~ ασταθή κράτη/ευαίσθητα ζητήματα. Δρω/ενεργώ ~.|| (ΝΟΜ.) ~ώς ενάγων. ● ΣΥΜΠΛ.: πολιτικά δικαστήρια (κ. με κεφαλ. Π, Δ): στα οποία εκδικάζονται ιδιωτικές διαφορές και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας (Ειρηνοδικείο, Μονομελές και Πολυμελές Πρωτοδικείο, Εφετείο, Άρειος Πάγος). [< γερμ. Zivilgerichte] , πολιτικές επιστήμες: ΠΟΛΙΤ. κλάδος των κοινωνικών επιστημών που έχει ως αντικείμενό του τη μελέτη των πολιτικών φαινομένων και των πολιτικών δομών στο πλαίσιο μιας οργανωμένης κοινωνίας. Βλ. διεθνο-, κοινωνιο-λογία. [< γαλλ. sciences politiques, αγγλ. political sciences], πολιτική ανθρωπολογία: ΑΝΘΡΩΠ. κλάδος που μελετά τις απαρχές, τις μορφές και την εξέλιξη της πολιτικής οργάνωσης των κοινωνιών. [< αγγλ. political anthropology, 1970], πολιτική ανυπακοή: παθητική αντίσταση σε κυβερνητικά μέτρα, π.χ. άρνηση πληρωμής φόρων, καταβολής διοδίων σε επικίνδυνους αυτοκινητόδρομους. [< γαλλ. désobéissance civile], πολιτική γεωγραφία (κ. με κεφαλ. Π, Γ): ΓΕΩΓΡ. κλάδος που μελετά την αλληλεπίδραση της πολιτικής δράσης και των πολιτικών αποφάσεων με τον γεωγραφικό χώρο. Βλ. γεωπολιτική. [< αγγλ. political geography], πολιτική δικαιοσύνη (κ. με κεφαλ. Π, Δ): ΝΟΜ. αυτή που κατοχυρώνει τα δικαιώματα των πολιτών, προστατεύει τα συμφέροντά τους και αποτρέπει την παρανομία στις ιδιωτικές σχέσεις. [< γερμ. Zivilgerichtsbarkeit], πολιτική κουλτούρα & (συχνότ.) πολιτικός πολιτισμός: αξίες, απόψεις και στάσεις (ήθος, διαφάνεια, καταπολέμηση της διαπλοκής, σεβασμός του πολίτη και του πολιτικού αντιπάλου, αρμονική σχέση του πολίτη με το κράτος και συμμετοχή του στα κοινά) σύμφωνα με τις οποίες πρέπει να λειτουργεί ένα πολιτικό σύστημα. [< αγγλ. civic culture, 1963, political culture], πολιτική οικονομία (κ. με κεφαλ. τα αρχικά Π, Ο): ΟΙΚΟΝ. κλάδος των κοινωνικών επιστημών που μελετά την αλληλεπίδραση μεταξύ των πολιτικών και των κοινωνικών θεσμών· συνεκδ. το αντίστοιχο μάθημα: αστική/διεθνής/ευρωπαϊκή/κλασική/μαρξιστική/σύγχρονη ~ ~. [< αγγλ. political economy], πολιτική φιλοσοφία (κ. με κεφαλ. τα αρχικά Π, Φ): ΦΙΛΟΣ. τομέας που αντιμετωπίζει τον άνθρωπο ως πολιτικό ον και εξετάζει τη νομιμότητα των θεσμών· συνεκδ. το σχετικό μάθημα. [< αγγλ. political philosophy], πολιτικό σύστημα: πολίτευμα. [< γαλλ. système politique] , πολιτικός μηχανικός (κ. με κεφαλ. Π, Μ): απόφοιτος της Σχολής Πολιτικών Μηχανικών (του Πολυτεχνείου), ο οποίος ασχολείται με τον σχεδιασμό, την κατασκευή, συντήρηση και διαχείριση δομικών, συγκοινωνιακών, υδραυλικών και γεωτεχνικών έργων, καθώς και έργων προστασίας του περιβάλλοντος. Βλ. αρχιτέκτονας. [< γαλλ. ingénieur civil], πολιτικός στίχος: ΦΙΛΟΛ. ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος., πολιτικός χάρτης 1. τα σύνορα των γεωγραφικών περιοχών (σε αντιδιαστολή με τον γεωφυσικό). 2. (μτφ.) πολιτικό πλαίσιο, σκηνικό: διαμόρφωση ενός νέου ~ού ~η. Αλλαγές/ανακατατάξεις στον ~ό ~η. Κόμμα που κινδυνεύει να εξαφανιστεί από τον ~ό ~η (της χώρας). [< αγγλ. political map], αγωγή του πολίτη βλ. αγωγή, Αστικό Δικονομικό Δίκαιο/Πολιτική Δικονομία βλ. δίκαιο, πολιτικά δικαιώματα βλ. δικαίωμα, πολιτική αγωγή βλ. αγωγή, πολιτική άμυνα βλ. άμυνα, πολιτική βούληση βλ. βούληση, πολιτική επιστράτευση βλ. επιστράτευση, πολιτική ημέρα βλ. ημέρα, πολιτική οικολογία βλ. οικολογία, πολιτική ορθότητα βλ. ορθότητα, πολιτική προστασία βλ. προστασία, πολιτική στέγη βλ. στέγη, πολιτική συγγένεια βλ. συγγένεια, πολιτικό άσυλο βλ. άσυλο, πολιτικό έγκλημα/αδίκημα βλ. έγκλημα, πολιτικό κόστος βλ. κόστος, πολιτικό χρήμα βλ. χρήμα, πολιτικό/εκτελεστικό γραφείο βλ. γραφείο, πολιτικοί πρόσφυγες βλ. πρόσφυγας, πολιτικός αμοραλισμός βλ. αμοραλισμός, πολιτικός γάμος βλ. γάμος, πολιτικός επιστήμονας βλ. επιστήμονας ● ΦΡ.: πολιτικά ορθός βλ. ορθός [< 1: αρχ. πολιτικός 2: γαλλ. politique, αγγλ. political 3,4: γαλλ. civil]
τοπογραφίατο-π-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΤΟΠΟΓΡ. επιστημονικός κλάδος που έχει αντικείμενο μελέτης την απεικόνιση υπό κλίμακα των φυσικών και τεχνητών στοιχείων της γήινης επιφάνειας πάνω σε χάρτη ή μακέτα: ~ μεταλλείων. Τμήμα Γεωπληροφορικής και ~ας. Εργαστήριο Μηχανικών Επιστημών και ~ας. Αρχαιολογική έρευνα και ιστορική/μνημειακή ~.|| (συνεκδ.) Σύνθετη ~ (= τοπογραφικό) εδάφους. Βλ. -γραφία. 2. (μτφ.) λεπτομερής περιγραφή ή ανάλυση των στοιχείων ενός δομημένου συνόλου: κοινωνική/πολιτική ~. ● ΣΥΜΠΛ.: τοπογραφία κερατοειδούς: ΙΑΤΡ. ειδική εξέταση που απεικονίζει ποσοτικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά της καμπυλότητας του κερατοειδούς. [< μτγν. τοπογραφία, γαλλ. topographie, αγγλ. topography]
υψόμετρο[ὑψόμετρο] υ-ψό-με-τρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -έτρου} 1. ΤΟΠΟΓΡ. κατακόρυφη απόσταση σημείου της επιφάνειας της Γης από τη μέση στάθμη της θάλασσας: μέτριο (βλ. ημιορεινός)/υψηλό (βλ. ορεινός)/χαμηλό (βλ. πεδινός) ~. Μεταβολή/μέτρηση/υπολογισμός του ~έτρου. Το ~ του βουνού/της πόλης. Περιοχές με ~ πάνω από ... μέτρα. Η ασθένεια του ~ου. Προπόνηση σε ~ (ενν. υψηλό). Πβ. ύψος. 2. ΜΕΤΡΟΛ. αλτίμετρο: ρολόι με ~. [< 1: γαλλ. altitude 2: γαλλ. hypsomètre, αγγλ. hypsometer]
-ώδης, ης, ες (λόγ.) επίθημα επιθέτων που δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο 1. χαρακτηρίζεται ή αποτελείται, συνήθ. σε μεγάλο βαθμό, από αυτό που δηλώνει το επίθετο: αιματ~/θορυβ~/θυελλ~/σαρκ~.|| Δενδρ~/ελ~/θαμν~. 2. (μειωτ.) έχει την ιδιότητα που εκφράζει το πρώτο μέρος της λέξης: νηπι~/παιδαρι~. 3. αναδίδει μυρωδιά: δυσ~/ευ~.
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ