Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 58821 εγγραφές  [7840-7860]


  • άρτσι μπούρτσι βλ. άρτζι μπούρτζι
  • αρτύθηκα βλ. αρταίνω
  • άρτυμα [ἄρτυμα] άρ-τυ-μα ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ. αρτύμ-ατα} (λόγ.) 1. κάθε φυσική ουσία που προστίθεται στο φαγητό, για να του χαρίσει άρωμα και ευχάριστη γεύση: ~ λεμονιού. ~ατα σαλάτας (βλ. ντρέσινγκ). Φυτικά ~ατα (= καρυκεύματα, μπαχαρικά, μυρωδικά). 2. (σπάν.) μη νηστίσιμο φαγητό. [< 1: αρχ. ἄρτυμα 2: μεσν. ~]
  • αρτυματικός , ή, ό [ἀρτυματικός] αρ-τυ-μα-τι-κός επίθ. (λόγ.): που χρησιμοποιείται ως άρτυμα: ~ό: παρασκεύασμα/συστατικό. ~ά: φυτά (βλ. αρωματικά). ● ΣΥΜΠΛ.: αρτυματικές ύλες/ουσίες: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αρτύματα. Βλ. πρόσθετα (τροφίμων). [< μεσν. αρτυματικός]
  • αρτύσιμος , η, ο [ἀρτύσιμος] αρ-τύ-σι-μος επίθ. (λόγ., για τροφή): που δεν είναι νηστίσιμος. [< μεσν. αρτύσιμος]
  • αρύβαλλος [ἀρύβαλλος] α-ρύ-βαλ-λος ουσ. (αρσ.): ΑΡΧΑΙΟΛ. μικρό, σφαιρικό ή ωοειδές αγγείο, με στενό λαιμό και μια λαβή, για τη φύλαξη λαδιού και σπανιότ. αρώματος· το χρησιμοποιούσαν κυρ. οι αθλητές, για να αλείφουν το σώμα τους. Βλ. ασκός, μυροδοχείο. [< αρχ. ἀρύβαλλος]
  • αρύομαι [ἀρύομαι] α-ρύ-ο-μαι ρ. (μτβ.) {αρυσθεί, συνήθ. στο γ' πρόσ., κυρ. στον ενεστ.} (αρχαιοπρ.-μτφ.): αντλώ: Οι ενδιαφερόμενοι δύνανται να αρυσθούν πληροφορίες από ...|| Πόθεν ~εται το δικαίωμα να ... [< αρχ. ἀρύω]
  • αρχ- βλ. αρχι- & αρχ- & αρχί-
  • αρχαγγελικός , ή, ό [ἀρχαγγελικός] αρ-χαγ-γε-λι-κός επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που σχετίζεται με τους Αρχαγγέλους: ~ές: δυνάμεις. ~ά: τάγματα. [< μτγν. ἀρχαγγελικός]
  • Αρχάγγελος [Ἀρχάγγελος ] Αρ-χάγ-γε-λος ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. προσωνυμία κυρ. των αγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ ως αρχηγών των αγγελικών ταγμάτων. ΣΥΝ. ταξιάρχης1Αρχάγγελοι (οι): ένα από τα αγγελικά τάγματα, στο οποίο ανήκουν οι αρχηγοί και καθοδηγητές των αγγέλων. Βλ. άγγελος. [< μτγν. Ἀρχάγγελος]
  • αρχαΐζων , ουσα, ον [ἀρχαΐζων] αρ-χα-ΐ-ζων επίθ. (λόγ.): που μιμείται τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό ή την αρχαία ελληνική γλώσσα: ~ουσα: τεχνοτροπία. ~ουσες: εκφράσεις/λέξεις (= αρχαϊσμοί). Βλ. αττικίζων. ΣΥΝ. αρχαϊκός (2), αρχαιοπρεπής ● Ουσ.: αρχαΐζουσα (η): ΓΛΩΣΣ. μορφή της ελληνικής γλώσσας που δανείζεται ή αντιγράφει μορφολογικά, συντακτικά, λεξιλογικά και υφολογικά στοιχεία της Αρχαίας Ελληνικής. Πβ. καθαρεύουσα. Βλ. δημοτική. [< μτγν. ἀρχαΐζων]
  • αρχαϊκός , ή, ό [ἀρχαϊκός] αρ-χα-ϊ-κός επίθ. (επιστ.) 1. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. που σχετίζεται με την αρχαϊκή εποχή: ~ός: λυρισμός/ναός. ~ή: επιγραφή/τέχνη. ~ό: άγαλμα. Βλ. προκλασικός. 2. αρχαΐζων· κατ' επέκτ. απαρχαιωμένος, ξεπερασμένος: ~ά: (γλωσσικά) στοιχεία (= αρχαϊσμοί). ΣΥΝ. αρχαιοπρεπής.|| ~ές: αντιλήψεις. ● επίρρ.: αρχαϊκά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: αρχαϊκή εποχή/περίοδος & αρχαϊκοί χρόνοι: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. η οποία εκτείνεται περ. από το τέλος των γεωμετρικών χρόνων (8ος αι. π.Χ.) μέχρι τη λήξη των Περσικών πολέμων (479 π.Χ.)· κατ' επέκτ. ο πολιτισμός και τα υλικά κατάλοιπα της συγκεκριμένης εποχής. Πβ. προκλασικός., αρχαϊκό μειδίαμα: ΑΡΧΑΙΟΛ. χαρακτηριστικό ελαφρύ χαμόγελο των κούρων και των κορών της αρχαϊκής γλυπτικής., αρχαιοζωικός/αρχαϊκός αιώνας βλ. αρχαιοζωικός [< αρχ. ἀρχαϊκός, γαλλ. archaïque, αγγλ. archaic]
  • αρχαϊκότητα [ἀρχαϊκότητα] αρ-χα-ϊ-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επιστ.): η ιδιότητα του αρχαϊκού ή του απαρχαιωμένου. Βλ. νεωτερισμός, -ότητα.
  • αρχαιο- & αρχαιό- : α' συνθετικό λέξεων που αναφέρονται στην αρχαιότητα και τον αρχαίο πολιτισμό, κυρ. τον ελληνικό και ρωμαϊκό: αρχαιο-δίφης/~καπηλία/~λογικός. Αρχαιό-φιλος.
  • αρχαιοαστρονομία [ἀρχαιοαστρονομία] αρ-χαι-ο-α-στρο-νο-μί-α ουσ. (θηλ.): ΑΣΤΡΟΝ. μελέτη των αστρονομικών πεποιθήσεων, πρακτικών και ανακαλύψεων των αρχαίων πολιτισμών και ειδικότ. διερεύνηση της σχέσης των αρχαίων μνημείων ή οργάνων με τη θέση των ουράνιων σωμάτων. [< αγγλ. arch(a)eoastronomy, 1971]
  • αρχαιοβακτήρια [ἀρχαιοβακτήρια] αρ-χαι-ο-βα-κτή-ρι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. αρχαιοβακτήριο}: ΒΙΟΛ. κατηγορία βακτηρίων, εξαιρετικά ανθεκτικών σε ακραίες περιβαλλοντικές συνθήκες. [< αγγλ. archaebacterium, 1977, γαλλ. archébactéries, 1984]
  • αρχαιοβοτανική [ἀρχαιοβοτανική] αρ-χαι-ο-βο-τα-νι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Α): ΒΟΤ. -ΠΑΛΑΙΟΝΤ. παλαιοβοτανική.
  • αρχαιογνωσία [ἀρχαιογνωσία] αρ-χαι-ο-γνω-σί-α ουσ. (θηλ.): γνώση του αρχαίου ελληνικού και ρωμαϊκού πολιτισμού, ιδ. μέσα από τις επιστήμες της φιλολογίας, της αρχαιολογίας και της ιστορίας. Πβ. αρχαιομάθεια. Βλ. -γνωσία. [< γερμ. Altertumskunde]
  • αρχαιογνώστης [ἀρχαιογνώστης] αρ-χαι-ο-γνώ-στης ουσ. (αρσ.): γνώστης του αρχαίου ελληνικού και ρωμαϊκού πολιτισμού. Πβ. αρχαιο-δίφης, -μαθής. Βλ. -γνώστης.
  • αρχαιογνωστικός , ή, ό [ἀρχαιογνωστικός] αρ-χαι-ο-γνω-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αρχαιογνωσία: ~ή: παιδεία. ~ές: επιστήμες.

άγγελος

άγγελος[ἄγγελος] άγ-γε-λος ουσ. (αρσ.) {αγγέλ-ου | -ων, -ους} 1. ΕΚΚΛΗΣ. (συχνά με κεφαλ. Α) αόρατο, ασώματο και αθάνατο πνεύμα, φορέας της βούλησης του Θεού και κατ' επέκτ. η συμβολική του απεικόνιση: ~ Kυρίου/πρωτοστάτης. ~ εξ ουρανού. ~ με φτερά (= φτερωτός)/ντυμένος στα λευκά. Εμφανίστηκε μπροστά του με τη μορφή ~ου. Βλ. Αρχ~, Αρχές, Δυνάμεις, Εξουσίες, Θρόνοι, Κυριότητες, Σεραφείμ, Χερουβείμ. Βλ. διάβολος. 2. (μτφ.) άτομο με χαρακτηριστικά αγγέλου, κυρ. ομορφιά, αγνότητα ή καλοσύνη: ξανθός ~ (: πανέμορφη ξανθιά κοπέλα). Τι κούκλος είναι αυτός; Σωστός ~! Βλ. αγγελική ομορφιά. 3. (επίσ.) αγγελιοφόρος: ~ ειρήνης. Βλ. προ~. 4. ΝΟΜ. πρόσωπο το οποίο μεταφέρει απλώς τη δήλωση βούλησης ατόμου που επιθυμεί να προχωρήσει σε δικαιοπραξία. 5. ΦΙΛΟΛ. πρόσωπο της αρχαίας τραγωδίας που ανακοίνωνε στους θεατές όσα συνέβαιναν εκτός σκηνής. Βλ. εξ~. ● ΣΥΜΠΛ.: άγγελος θανάτου: ο Χάρος και γενικότ. καθετί που προκαλεί τον θάνατο πολλών ανθρώπων: Τον βρήκε ο ~ του ~ (= πέθανε)., άγγελος σωτηρίας: από μηχανής θεός: Την τελευταία στιγμή εμφανίστηκε σαν ~ ~., άγγελος του ελέους: πρόσωπο που προσφέρει απροσδόκητη και καλοδεχούμενη βοήθεια: Υπήρξε πραγματικός ~ ~ για εκατοντάδες ασθενείς., έκπτωτος/εκπεσών άγγελος 1. ΘΕΟΛ. δαίμονας που αποστάτησε και εκδιώχθηκε από τον Παράδεισο. Πβ. διάβολος, Εωσφόρος, Σατανάς. 2. (μτφ.) για άτομο εκδιωγμένο, ξεπεσμένο: Ο ήρωας της ταινίας είναι ένας ~ ~ εξορισμένος από παντού., ο καλός μου/σου/του άγγελος: φύλακας και προστάτης: Κάποιος ~ μου ~ με φύλαξε. [< γερμ. mein guter Engel] , φύλακας άγγελος: αγαθό πνεύμα που προστατεύει τους ανθρώπους και γενικότ. κάθε άτομο ή οτιδήποτε ενεργεί ανάλογα: Ο Άγιος Νικόλαος είναι ~ ~ των ναυτικών.|| Ο τερματοφύλακας αποδείχτηκε ~ ~ της ομάδας. Βλ. άγγελος σωτηρίας., επιχειρηματικοί άγγελοι βλ. επιχειρηματικός, μαλλιά αγγέλου βλ. μαλλί ● ΦΡ.: άγγελέ μου! (οικ.): προσφώνηση τρυφερότητας, θαυμασμού, στοργής., άγγελος ή προάγγελος κακών/καλών ειδήσεων: πρόσωπο που ανακοινώνει ένα δυσάρεστο/ευχάριστο συμβάν: Δεν θέλω να γίνω ~ κακών ειδήσεων (σπάν. μαντάτων/μηνυμάτων/νέων), αλλά ..., δε(ν) δίνει (ούτε) τ' αγγέλου/τ' Αγίου του νερό (προφ.): για πολύ τσιγκούνη άνθρωπο: Είναι ένας σπάγγος, ούτε ~ ~ δεν δίνει!, είδε τον άγγελό του (σπάν.-λαϊκό): για ετοιμοθάνατο., ζωγραφίζει/φτιάχνει αγγέλους: δημιουργεί, πλάθει αριστουργήματα: Είναι μεγάλος μάστορας, ~ ~!, η γειτονιά/στην αγκαλιά των αγγέλων βλ. γειτονιά [< 1,2: μτγν. ἄγγελος 3,4,5: αρχ. ἄγγελος, γαλλ. ange, αγγλ. angel, γερμ. Εngel]

αρταίνω

αρταίνω[ἀρταίνω] αρ-ταί-νω ρ. (μτβ.) {άρτυ-σα, -εται, αρτύ-θηκε, αρτυ-μένος}: ΜΑΓΕΙΡ. (απαιτ. λεξιλόγ.) προσθέτω αρτύματα σε φαγητό: έδεσμα ~μένο με λαδόξιδο/πιπέρι. Πβ. καρυκεύω. ● Παθ.: αρταίνομαι (λόγ.): καταλύω τη νηστεία. ΑΝΤ. νηστεύω (1) [< μεσν. αρτώ]

αρχαιοζωικός

αρχαιοζωικός, ή, ό [ἀρχαιοζωϊκός] αρ-χαι-ο-ζω-ι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αρχαιοζωικός/αρχαϊκός αιώνας: ΓΕΩΛ. η αρχαιότερη γεωλογική εποχή, που μεσολάβησε ανάμεσα στον σχηματισμό του στερεού φλοιού της Γης και την εμφάνιση ζωής. ΣΥΝ. αζωικός αιώνας/αζωική περίοδος [< γαλλ. ère archéozoïque/archéenne]

Θεό

Θεό

& αρχέ- & αρχε-: πρόθημα που δηλώνει 1. τον επικεφαλής: αρχι-δικαστής. Aρχι-μάστορας (πβ. πρωτο-). Αρχι-σύμβουλος. Αρχ-ιερέας.|| (ως τίτλος του πρώτου στην ιεραρχία:) ~πλοίαρχος.|| (την αντίστοιχη ιδιότητα:) Αρχι-συνταξία. Αρχ-ιεροσύνη.|| (τον τόπο:) Αρχι-επισκοπή. 2. (προφ.-επιτατ.-μειωτ.) τον ύψιστο βαθμό αρνητικής ιδιότητας: αρχι-κλέφτης/~λαμόγιο/~μαφιόζος/~τεμπέλης/~τσιγκούνης. 3. τον αρχικό: αρχι-μηνιά/~χρονιά. Αρχί-γραμμα. 4. τον πανάρχαιο ή πρωταρχικό: αρχέ-γονος.|| Τα αρχέ-τυπα.

ασκός

ασκός[ἀσκός] α-σκός ουσ. (αρσ.) 1. (λόγ.) ασκί. 2. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. δομή, σχηματισμός ή όργανο που μοιάζει με σάκο: δακρυϊκός/λεκιθικός ~. Πβ. θύλακας, κύστη.|| (γενικότ.) Αναπνευστικός ~ (: για διενέργεια τεχνητής αναπνοής). ~ αερισμού (για παροχή οξυγόνου). ~οί μεταφοράς/συλλογής αίματος-πλάσματος (: οι φιάλες της αιμοδοσίας, αιμοληψίας). 3. ΑΡΧΑΙΟΛ. μικρό, κλειστό αγγείο με σφαιρικό πεπιεσμένο σώμα και στενό στόμιο (για υγρά, κυρ. λάδι). Βλ. αρύβαλλος. ● ΦΡ.: ανοίγει τους ασκούς/τον ασκό του Αιόλου: πυροδοτεί σειρά απρόβλεπτων εξελίξεων που μπορούν να λάβουν ανεξέλεγκτες διαστάσεις: Οι αποκαλύψεις/τα μέτρα άνοιξαν ~ ~. Πβ. ανοίγει το κουτί της Πανδώρας. [< 1,3: αρχ. ἀσκός 2: αγγλ.-γαλλ. sac]

-γνωσία

-γνωσία: λεξικό επίθημα αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που αναφέρεται στη γνώση ειδικού αντικειμένου ή τομέα: αρχαιο~/αυτο~/γευσι~/κοσμο~/οινο~/παντο~/πατριδο~/πολυ~/πραγματο~/τεχνο~/φαρμακο~/φυσιο~.

-γνώστης

-γνώστης{θηλ. -γνώστρια}: β' συνθετικό αρσενικών και θηλυκών ουσιαστικών με τη σημασία του γνώστη ενός αντικειμένου: αρχαιο~/οινο~/παντο~/τεχνο~/φυσιο~.

δημοτική

δημοτικήδη-μο-τι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Δ): ΓΛΩΣΣ. η φυσική και αβίαστη γλώσσα επικοινωνίας των Νεοελλήνων, η οποία καθιερώθηκε ως επίσημη γλώσσα του ελληνικού κράτους το 1976: γραμματική/λεξικό της ~ής. Η ορθογραφία/οι κανόνες/οι τύποι της ~ής. Υποστηρικτής της ~ής. Κείμενα γραμμένα σε απλή ~. Το καταστατικό μεταγλωττίστηκε στη ~. Βλ. Αρχαία Ελληνική, καθαρεύουσα, Νέα Ελληνικά. [< πβ. γαλλ. démotique, αγγλ. demotic, 1927]

νεωτερισμός

νεωτερισμόςνε-ω-τε-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) νεοτερισμός (λόγ.): αποδοχή ή/και εφαρμογή νέων ιδεών ή μεθόδων· καινοτομία: εκπαιδευτικοί/καλλιτεχνικοί ~οί. ~οί στην τεχνολογία. Είναι ανοιχτός σε κάθε ~ό. Πβ. μοντερνισμός. Βλ. -ισμός. ΑΝΤ. αναχρονισμός (1) ● νεωτερισμοί (οι) (συνήθ. με κεφαλ. Ν, παρωχ.): είδη μόδας, κυρ. ρουχισμού· κατ' επέκτ. το κατάστημα που τα πουλά: Ένδυση-Υπόδηση-~. [< γαλλ. nouveautés] [< αρχ. νεωτερισμός]

προκλασικός

προκλασικός, ή, ό προ-κλα-σι-κός επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ. -ΙΣΤ.-ΦΙΛΟΛ. που αναφέρεται ή ανήκει στην περίοδο πριν από την κλασική: ~ή: εποχή. Βλ. αρχαϊκός.|| ~ή: μουσική (: περ. το α' μισό του 18ου αι.· πβ. ροκοκό, βλ. μπαρόκ). ΑΝΤ. μετακλασικός [< γαλλ. préclassique]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.