Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 58821 εγγραφές  [7860-7880]


  • αρχαιοδίφης [ἀρχαιοδίφης] αρ-χαι-ο-δί-φης ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): γνώστης, ερευνητής και μελετητής της αρχαιότητας. Πβ. αρχαιογνώστης. Βλ. ιστοριοδίφης. [< γερμ. Altertumsforscher]
  • αρχαιοελληνικός , ή, ό [ἀρχαιοελληνικός] αρ-χαι-ο-ελ-λη-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αρχαία Ελλάδα: ~ός: πολιτισμός. ~ή: γλώσσα/γραμματεία/παράδοση/τέχνη/φιλοσοφία. ~οί: θεοί/ναοί. ~ά: αγάλματα.
  • αρχαιοζωικός , ή, ό [ἀρχαιοζωϊκός] αρ-χαι-ο-ζω-ι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αρχαιοζωικός/αρχαϊκός αιώνας: ΓΕΩΛ. η αρχαιότερη γεωλογική εποχή, που μεσολάβησε ανάμεσα στον σχηματισμό του στερεού φλοιού της Γης και την εμφάνιση ζωής. ΣΥΝ. αζωικός αιώνας/αζωική περίοδος [< γαλλ. ère archéozoïque/archéenne]
  • αρχαιοζωολογία [ἀρχαιοζωολογία] αρ-χαι-ο-ζω-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Α): ΖΩΟΛ. -ΠΑΛΑΙΟΝΤ. παλαιοζωολογία.
  • αρχαιόθρησκος [ἀρχαιόθρησκος] αρ-χαι-ό-θρη-σκος ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΘΡΗΣΚ. πρόσωπο που πιστεύει στην αρχαία (ελληνική) θρησκεία. Βλ. αρχαιολάτρης, δωδεκαθεϊστής, νεοειδωλολάτρης, νεοπαγανιστής.
  • αρχαιοκαπηλία [ἀρχαιοκαπηλία] αρ-χαι-ο-κα-πη-λί-α ουσ. (θηλ.): κλοπή και παράνομη εμπορία αρχαιοτήτων: κύκλωμα ~ας. Πάταξη της ~ας.
  • αρχαιοκαπηλικός , ή, ό [ἀρχαιοκαπηλικός] αρ-χαι-ο-κα-πη-λι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αρχαιοκαπηλία: ~ή: δράση/δραστηριότητα.
  • αρχαιοκάπηλος [ἀρχαιοκάπηλος] αρ-χαι-ο-κά-πη-λος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που διαπράττει αρχαιοκαπηλία. σπείρα ~ων. Βλ. -κάπηλος.
  • αρχαιόκλιτος , η, ο [ἀρχαιόκλιτος] αρ-χαι-ό-κλι-τος επίθ.: ΓΡΑΜΜ. που ακολουθεί το κλιτικό σύστημα της Αρχαίας Ελληνικής: ~α: επίθετα (: διαφανής, οξύς)/ουσιαστικά (: μέθοδος).
  • αρχαιολάτρης [ἀρχαιολάτρης] αρ-χαι-ο-λά-τρης ουσ. (αρσ.): λάτρης της αρχαιότητας. Πβ. αρχαιό-θρησκος, -φιλος. Βλ. -λάτρης.
  • αρχαιολατρία [ἀρχαιολατρία] αρ-χαι-ο-λα-τρί-α ουσ. (θηλ.) (συχνά αδόκ. αρχαιολατρεία): θαυμασμός και εξιδανίκευση της αρχαιότητας. Βλ. -λατρία, αρχαιο-μανία, -πληξία.
  • αρχαιολατρικός , ή, ό [ἀρχαιολατρικός] αρ-χαι-ο-λα-τρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αρχαιολατρία. ~ές ομάδες (= αρχαιολάτρες).
  • αρχαιολογία [ἀρχαιολογία] αρ-χαι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Α) 1. ΑΡΧΑΙΟΛ. επιστήμη που έχει ως αντικείμενο τη μελέτη και κατανόηση του ανθρώπινου παρελθόντος (πολιτισμικού, κοινωνικού, θρησκευτικού), μέσα από την ανάλυση και διερεύνηση υλικών πολιτιστικών υπολειμμάτων, οικοδομημάτων, λειψάνων και άλλων ευρημάτων: προϊστορική/κλασική/ρωμαϊκή/(μετα)βυζαντινή/μεσαιωνική ~. Ιστορία-~. Δημόσια ~ (: που απευθύνεται στο ευρύτερο κοινό). Βλ. ανασκαφή.|| (προφ., η Αρχαιολογική Υπηρεσία:) Έχω προβλήματα με την ~. Βλ. -λογία. 2. {σπανιότ. στον πληθ.} (μειωτ.) χαρακτηρισμός προσώπου μεγάλης ηλικίας ή συνήθ. πολύ παλιού, ξεπερασμένου, φθαρμένου πράγματος. Πβ. αντίκα, κουρελαρία, παλιατζούρα. ● ΣΥΜΠΛ.: βιομηχανική αρχαιολογία: κλάδος που έχει ως αντικείμενό του τη διάσωση και καταγραφή βιομηχανικών μνημείων. [< αγγλ. industrial archaeology, 1951] , πειραματική αρχαιολογία: που στοχεύει στην ερμηνεία και επιβεβαίωση αρχαιολογικών μαρτυριών, μέσω της διεξαγωγής ελεγχόμενων πειραμάτων. [< αγγλ. experimental archaeology] , περιβαλλοντική αρχαιολογία: που έχει ως αντικείμενο την ανασύνθεση των περιβαλλοντικών συνθηκών παλαιότερων εποχών και την κατανόηση της επίδρασης του ανθρώπου σε αυτές. [< αγγλ. environmental archaeology] , ψηφιακή αρχαιολογία: διαδικασία ανάκτησης πληροφοριών από απαρχαιωμένες και κατεστραμμένες πηγές δεδομένων. [< αγγλ. digital archaeology] , ενάλια αρχαιολογία βλ. ενάλιος [< 1: αρχ. ἀρχαιολογία, γαλλ. archéologie, γερμ. Archäologie, αγγλ. archaeology 2: γαλλ. antique, antiquité]
  • αρχαιολογικός , ή, ό [ἀρχαιολογικός] αρ-χαι-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ. που σχετίζεται με την αρχαιολογία, τον αρχαιολόγο ή τα αρχαία μνημεία: ~ός: θησαυρός/νόµος/οδηγός/πλούτος/τουρισμός/χάρτης. ~ή: κληρονομιά/σκαπάνη/συλλογή. ~ές: ανασκαφές/έρευνες. ~ά: εκθέματα/ευρήματα. Η εν Αθήναις ~ή Εταιρεία. ~ό Μουσείο. Αγάλματα ανεκτίμητης ~ής αξίας. Περιοχή με μεγάλο ~ό ενδιαφέρον. ● επίρρ.: αρχαιολογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: αρχαιολογική θέση/αρχαιολογικός τόπος: με αρχαιολογικά ευρήματα (π.χ. οικισμούς, κτίσματα, εργαλεία). Πβ. αρχαιολογικός χώρος., Αρχαιολογική Υπηρεσία: δημόσια υπηρεσία που υπάγεται στο Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού και είναι υπεύθυνη για την ανεύρεση και προστασία των αρχαιοτήτων. Πβ. αρχαιολογία. Βλ. Εφορεία Αρχαιοτήτων., αρχαιολογική σχολή βλ. σχολή, αρχαιολογικό πάρκο βλ. πάρκο, αρχαιολογικός χώρος βλ. χώρος [< μτγν. ἀρχαιολογικός ‘αυτός που μελευτά την αρχαιότητα’, γαλλ. archéologique, αγγλ. archaeological, γερμ. archäologischer]
  • αρχαιολόγος [ἀρχαιολόγος] αρ-χαι-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας που έχει ως αντικείμενο μελέτης την αρχαιολογία: ιστορικός-~. Βλ. αρχαιοδίφης, -λόγος. [< μτγν. ἀρχαιολόγος ‘ηθοποιός, αντιγραφέας αρχαίων κειμένων», μεσν. ~, γαλλ. archéologue, γερμ. Archäologe, αγγλ. archaeologist]
  • αρχαιομάθεια [ἀρχαιομάθεια] αρ-χαι-ο-μά-θει-α ουσ. (θηλ.): γνώση του αρχαίου ελληνικού κυρ. πολιτισμού και ειδικότ. της αρχαίας ελληνικής γλώσσας. Πβ. αρχαιογνωσία, ελληνομάθεια. Βλ. -μάθεια.
  • αρχαιομαθής , ής, ές [ἀρχαιομαθής] αρ-χαι-ο-μα-θής επίθ./ουσ. (λόγ.): πρόσωπο που διαθέτει αρχαιομάθεια. Πβ. αρχαιογνώστης. Βλ. -μαθής.
  • αρχαιομανία [ἀρχαιομανία] αρ-χαι-ο-μα-νί-α ουσ. (θηλ.): υπερβολικό πάθος, εμμονή με την αρχαιότητα και ιδ. με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Πβ. αρχαιοπληξία. Βλ. -μανία.
  • αρχαιομετρία [ἀρχαιομετρία] αρ-χαι-ο-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΑΡΧΑΙΟΛ. διεπιστημονικός κλάδος που χρησιμοποιεί μεθόδους και τεχνικές των θετικών επιστημών για τη χρονολόγηση, ανάλυση και εντοπισμό αρχαιολογικών ευρημάτων από την παλαιολιθική εποχή και για την ανασύσταση του οικοσυστήματος των πρώτων ανθρώπων. Βλ. χρονολόγηση με άνθρακα-14, -μετρία. [< γαλλ. archéométrie, 1952, αγγλ. arch(a)eometry, 1958]
  • αρχαιομετρικός , ή, ό [ἀρχαιομετρικός] αρ-χαι-ο-με-τρι-κός επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ. που σχετίζεται με την αρχαιομετρία: ~ές: διασκοπήσεις/εφαρμογές. Ελληνική ~ή Εταιρεία. [< αγγλ. archaeometric, 1972]

ανασκαφή

ανασκαφή[ἀνασκαφή] α-να-σκα-φή ουσ. (θηλ.): ΑΡΧΑΙΟΛ. σύνολο εργασιών που διενεργούνται και εποπτεύονται ιδ. από αρχαιολόγους και περιλαμβάνουν κυρ. αφαίρεση στρωμάτων εδάφους για ανεύρεση αρχαιοτήτων ή σπανιότ. απολιθωμάτων, οστράκων· συνεκδ. το σχετικό επιστημονικό πρόγραμμα ή ο αντίστοιχος χώρος: δοκιμαστική/συστηματική/σωστική ~. Λαθραία/παράνομη ~ (= λαθρ~). Αρχαιολογικές ~ές. Η ~ έφερε στο φως έναν (νεολιθικό) οικισμό.|| Παλαιοντολογικές ~ές. ● ΦΡ.: κάνει ανασκαφές (μτφ.) 1. (προφ.) ψάχνει επίμονα. 2. (αργκό) σκαλίζει τη μύτη του. [< μτγν. ἀνασκαφή ‘σκάψιμο’, γερμ. Ausgrabung]

αρχαιοδίφης

αρχαιοδίφης[ἀρχαιοδίφης] αρ-χαι-ο-δί-φης ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): γνώστης, ερευνητής και μελετητής της αρχαιότητας. Πβ. αρχαιογνώστης. Βλ. ιστοριοδίφης. [< γερμ. Altertumsforscher]

αρχαιολάτρης

αρχαιολάτρης[ἀρχαιολάτρης] αρ-χαι-ο-λά-τρης ουσ. (αρσ.): λάτρης της αρχαιότητας. Πβ. αρχαιό-θρησκος, -φιλος. Βλ. -λάτρης.

ενάλιος

ενάλιος, α, ο [ἐνάλιος] ε-νά-λι-ος επίθ. (επίσ.): θαλάσσιος: ~ες: αρχαιότητες/έρευνες. ● ΣΥΜΠΛ.: ενάλια αρχαιολογία & υποβρύχια αρχαιολογία: ΑΡΧΑΙΟΛ. κλάδος που έχει ως αντικείμενο την έρευνα και μελέτη των υποθαλάσσιων αρχαιολογικών ευρημάτων. [< γαλλ. archéologie maritime] [< αρχ. ἐνάλιος]

εφορεία

εφορεία[ἐφορεία] ε-φο-ρεί-α ουσ. (θηλ.) & (σπανιότ.-ορθότ.) εφορία (συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Ε): υπηρεσία με εποπτικές αρμοδιότητες: ~ των ΓΑΚ. ~ Νεωτέρων Μνημείων. Βλ. έφορος. ● ΣΥΜΠΛ.: Εφορεία Αρχαιοτήτων : περιφερειακή υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, υπεύθυνη για τη διατήρηση, προστασία, φύλαξη και ανάδειξη των αρχαιοτήτων ορισμένης περιοχής: ~ Βυζαντινών/Εναλίων/Κλασικών Αρχαιοτήτων. Βλ. Αρχαιολογική Υπηρεσία, ΕΠΚΑ. [< αρχ. ἐφορεία ‘το αξίωμα του εφόρου’]

ιστοριοδίφης

ιστοριοδίφης[ἱστοριοδίφης] ι-στο-ρι-ο-δί-φης ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που ασχολείται με τη συστηματική και σε βάθος έρευνα και μελέτη των ιστορικών πηγών: ερασιτέχνης ~. ~-λαογράφος. Βλ. αρχειοθέτης, παλαιογράφος, φυσιοδίφης.

-κάπηλος

-κάπηλος{-κάπηλου (λόγ.) -καπήλου}: το ουσιαστικό κάπηλος ως β' συνθετικό λέξεων: αρχαιο~/εθνο~/πατριδο~/πολεμο~.

-λατρία

-λατρία(συχνά αδόκ.) -λατρεία: β' συνθετικό θηλυκών ουσιαστικών∙ δηλώνει πάθος, εμμονή ή πίστη σε αυτό που εκφράζει το α' συνθετικό: φυσιο-λατρία.|| (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) Αρχαιο-λατρία/εγω~ (πβ. -πάθεια)/ξενο~ (πβ. -μανία)/προγονο~/τυπο~.|| Eιδωλο-λατρία.

-λογία

-λογίαεπίθημα θηλυκών ουσιαστικών που αναφέρεται σε 1. επιστημονικό κλάδο ή τομέα: βιο~/γλωσσο~/επιστημο~/θεο~/κοινωνιο~/ορυκτο~/παθο~/πετρο~/φιλο~/ψυχο~. Βλ. -ικός. 2. λόγο, λόγια: ακριβο~/αντι~/απο~/δικαιο~/ηθικο~.|| (αρνητ. συνυποδ.) Αερο~/εκλογο~/καταστροφο~/κενο~/πολυ~. Αισχρο~ (βλ. -λόγος)/δαιμονο~/κινδυνο~.|| (ομιλία) Δευτερο~. 3. σύνολο συγκεντρωμένων στοιχείων, αρχών, κανόνων: (περιληπτ.) θεματο~ (πβ. -γραφία). Νομο~.|| (συλλογή) Aνθο~ (βλ. -λόγιο).|| Δεοντο~/μεθοδο~. 4. προσδιορισμό, καθορισμό ή στο αποτέλεσμά τους: βαθμο~ (πβ. βαθμολόγηση)/δοσο~/χρονο~. Βλ. -λογώ.

-μάθεια

-μάθεια: επίθημα θηλυκών ουσιαστικών για δήλωση πεδίου ή επιπέδου γνώσεων: αγγλο~/αρχαιο~/γλωσσο~/ελληνο~/νομο~/χρηστο~.|| Ευρυ~/ημι~/πολυ~.|| Φιλο~.

-μαθής

-μαθής, ής, ές {-μαθούς | -μαθείς (ουδ. -μαθή)} (λόγ.) επίθημα για τον σχηματισμό επιθέτων (και ουσιαστικών)∙ αναφέρεται 1. στον γνώστη μιας γλώσσας ή/και της φιλολογίας της, τον ειδήμονα σε έναν τομέα: γλωσσο-μαθής. Eλληνο~/λατινο~. Βλ. -τραφής.|| Αρχαιο~/νομο~.|| Φιλο~. 2. σε άτομο με συγκεκριμένο επίπεδο γνώσεων ή μόρφωσης: α-μαθής/ευρυ~/ημι~/ολιγο~/πολυ~. ΜΑΘΗΣ

-μανία

-μανία(αφηρ.): το ουσιαστικό μανία ως β' συνθετικό λέξεων: βιβλιο~ (= -φιλία). Εργασιο~ (βλ. -θεραπεία).|| (συνήθ. αρνητ.) Aρχαιο~ (πβ. -πληξία)/αρχο~/δικο~/εξουσιο~ (πβ. -λαγνεία)/ξενο~/τελειο~ (πβ. -θηρία).|| (ΨΥΧΟΛ.-ΨΥΧΙΑΤΡ.) Μεγαλο~/μυθο~. Eπιδειξιο~/ερωτο~ (πβ. νυμφο~, σεξο~)/κλεπτο~/πυρο~/τοξικο~.

πάρκο

πάρκοπάρ-κο ουσ. (ουδ.) 1. (σε πόλη) ανοιχτός χώρος, περιφραγμένος και αρχιτεκτονικά διαμορφωμένος, με γρασίδι, δέντρα, καλλωπιστικά φυτά και διάφορες δομικές κατασκευές, που προορίζεται για ξεκούραση, περίπατο και ψυχαγωγικές δραστηριότητες: δημόσιο ή ιδιωτικό/δημοτικό/μητροπολιτικό ~. Αθλητικό/φυσικό ~. ~ αναψυχής/διασκέδασης (βλ. λούνα παρκ)/νερού (βλ. υδρο~)/πρασίνου/ψυχαγωγίας. ~ με γήπεδο/καθιστικούς χώρους/λίμνη/παιδική χαρά/πλατεία/σιντριβάνι(α). Βιοκλιματική αναβάθμιση/ανάπλαση/διαμόρφωση ~ου. Το αναψυκτήριο/το περίπτερο του ~ου. Βλ. κήπος. 2. (κατ' επέκτ.) υπαίθρια έκταση διαμορφωμένη για εκπαιδευτικούς ή/και ερευνητικούς σκοπούς: αστρονομικό/γεωλογικό (βλ. γεω~)/πολιτιστικό (βλ. πολυχώρος) ~. ~ κυκλοφοριακής αγωγής/περιβαλλοντικής ευαισθητοποίησης (= περιβαλλοντολογικό ~). Βλ. τεχνο~. 3. κατασκευή που αποτελεί περιφραγμένο χώρο, για να κοιμούνται, να παίζουν και να στέκονται τα βρέφη και τα πολύ μικρά παιδιά, χωρίς να διατρέχουν κίνδυνο. Πβ. παρκοκρέβατο. ● Υποκ.: παρκάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: αρχαιολογικό πάρκο: ΑΡΧΑΙΟΛ. μεγάλη ανοιχτή έκταση με αρχαιολογικά μνημεία και ευρήματα και διαμορφωμένο περιβάλλοντα χώρο., εθνικό πάρκο: ευρεία περιοχή με ιδιαίτερη φυσική, ιστορική ή επιστημονική σημασία που προστατεύεται από το κράτος και προσφέρεται για δημόσια χρήση και ψυχαγωγία: εθνικό δασικό/θαλάσσιο πάρκο., θεματικό πάρκο: ιδιωτικό συνήθ. πάρκο του οποίου οι εγκαταστάσεις και τα αξιοθέατα στοχεύουν στην ανάδειξη συγκεκριμένου θέματος και προορίζονται κυρ. για ψυχαγωγία του κοινού: ~ ~ Βιολογικών και Παραδοσιακών Προϊόντων. ~ ~ για παιδιά. Ιστορικά ~ά ~α. Τεράστιο ~ ~ με τρενάκια και παιχνίδια (πβ. λούνα παρκ). [< αγγλ. theme park, 1960] , οικολογικό πάρκο 1. χώρος όπου διοργανώνονται εκθέσεις και διεξάγονται δραστηριότητες στη φύση για την οικολογική ενημέρωση και ευαισθητοποίηση των επισκεπτών και για αναψυχή. 2. περιοχή προστατευόμενη για τη χλωρίδα και την πανίδα της. Βλ. εθνικός δρυμός. [< αγγλ. eco park] , πάρκο κεραιών: οριοθετημένο μέρος στο οποίο έχουν εγκατασταθεί οι κεραίες αδειοδοτημένων ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών: Κινητοποίηση κατοίκων ενάντια στο ~ ~. [< αγγλ. antenna park] , πάρκο τσέπης: μικρό πάρκο που δημιουργείται κυρ. σε πυκνοκατοικημένες περιοχές μεγαλουπόλεων με μεγάλη έλλειψη πρασίνου. αγγλ. pocket park, vest-pocket park, 1966] , τεχνολογικό πάρκο 1. κέντρο όπου παρουσιάζονται οι τεχνολογικές και ερευνητικές δραστηριότητες ενός ιδρύματος, π.χ. πανεπιστημιακού, και διοργανώνονται σχετικές εκθέσεις, συνέδρια, ημερίδες∙ συχνά εκεί διεξάγεται και πρωτογενής έρευνα στις σύγχρονες επιστήμες και τεχνολογίες. ΣΥΝ. τεχνοπάρκο. Βλ. τεχνόπολη. 2. χώρος όπου παρέχεται υλική και τεχνική υποδομή και διάφορες επί πληρωμή υπηρεσίες σε νέες συνήθ. επιχειρήσεις. Πβ. θερμοκοιτίδα. [< αγγλ. technology park] , αιολικό πάρκο βλ. αιολικός2, βιομηχανικό πάρκο βλ. βιομηχανικός, βιοτεχνικό πάρκο βλ. βιοτεχνικός, εμπορικό πάρκο βλ. εμπορικός, επιστημονικό πάρκο βλ. επιστημονικός, ζωολογικό πάρκο βλ. ζωολογικός, ηλιακό πάρκο βλ. ηλιακός, θαλάσσιο πάρκο βλ. θαλάσσιος, κτηνοτροφικό πάρκο βλ. κτηνοτροφικός, φωτοβολταϊκό πάρκο βλ. φωτοβολταϊκός [< 1: ιταλ. parco 2: αγγλ. park 3: γαλλ. parc]

σχόλη

σχόλησχό-λη ουσ. (θηλ.) & σκόλη (λαϊκό): ημέρα αργίας. [< μεσν. σχόλη]

χρονολόγηση

χρονολόγησηχρο-νο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χρονολογώ: ακριβής/μεταγενέστερη ~. ~ αρχαιολογικών ευρημάτων/ιζημάτων με θερμοφωταύγεια/ραδιοϊσότοπα/φθόριο. ~ πετρωμάτων. ~ και έλεγχος αυθεντικότητας έργων τέχνης/μνημείου. Γεωλογικές/εργαστηριακές/επιστημονικές ~ήσεις. Βλ. γεω~, μετα~, προ~, ραδιο~.|| (Ενιαία) ~ με αφετηρία τη γέννηση του Χριστού. Η αρχαία/χριστιανική ~. Το σύστημα ~ης. Πβ. χρονολογία. ● ΦΡ.: χρονολόγηση με άνθρακα-14 βλ. άνθρακας [< γερμ. Datierung]

χώρος

χώρος[χῶρος] χώ-ρος ουσ. (αρσ.) 1. υπαίθρια έκταση που προορίζεται για συγκεκριμένο σκοπό· κατ' επέκτ. κάθε τρισδιάστατη έκταση στην οποία εντοπίζονται οντότητες και εκδηλώνεται ακολουθία γεγονότων: αύλειος ~. Ελεύθερος/κοινόχρηστος ~ πρασίνου. Ανοιχτοί/εξωτερικοί ~οι (ΑΝΤ. κλειστοί/εσωτερικοί). ~ αναψυχής/ελλιμενισμού (σκαφών)/υγειονομικής ταφής απορριμμάτων (: ΧΥΤΑ). Ο γύρω ~. Ο ~ της ανασκαφής. ~ συνολικής επιφάνειας ... τ.μ. Ανάπλαση/απαλλοτρίωση/περίφραξη/φύλαξη/χαρτογράφηση ενός ~ου. Άποψη/διαμόρφωση του περιβάλλοντος ~ου. ~οι αθλοπαιδιών. Πβ. περιοχή.|| (ΦΥΣ.) Ο κοσμικός/συμπαντικός ~. Τετραδιάστατος ~ (: χωρόχρονος). ~ και χρόνος.|| Ηπειρωτικός/θαλάσσιος/νησιωτικός/ορεινός ~. Ο ελληνικός/ευρωπαϊκός ~. Παρεμβάσεις στον αστικό και αγροτικό ~ο. Ζώα που ζουν ελεύθερα στον φυσικό τους ~ο. Πβ. περιβάλλον, τόπος.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Ηλεκτρονικός ~. Εικονικός ~ επικοινωνίας/συζήτησης/συνάντησης (: φόρουμ). Ενιαίος ~ πληρωμών σε ευρώ. Βλ. κυβερνο~. 2. έκταση με εγκαταστάσεις· κτίριο, διαμέρισμα, αίθουσα, θάλαμος ή δωμάτιο, που έχει ορισμένη λειτουργία: εκθεσιακός/εργοστασιακός/θεατρικός/κατασκηνωτικός/πολιτιστικός/ σκηνικός/συναυλιακός ~. Αθλητικοί/βιομηχανικοί ~οι. Ο ~ του αεροδρομίου/λιμανιού/πανεπιστημίου/σχολείου. Κάμερα παρακολούθησης του ~ου.|| Αποθηκευτικός/γραφειακός/ιδιωτικός ~. Ανακαινισμένοι/εργαστηριακοί/κύριοι και βοηθητικοί/μαζικοί ~οι. ~ αποσκευών/διαμονής/(μη) καπνιστών/ξεκούρασης/υποδοχής. Ο ~ της εκδήλωσης/του πιλοτηρίου (= κόκπιτ)/του συνεδρίου. Κάτοψη του ~ου. ~οι διασκέδασης/διδασκαλίας/εστιάσεων/υγιεινής. Ο ωφέλιμος ~ του ισογείου/υπογείου. Ειδικά διαμορφωμένος ~ με υπολογιστές. Ειδικός ~ αναμονής. Ο ~ κλιματίζεται. Παρενόχληση στον ~ο εργασίας. ~οι σύγχρονων προδιαγραφών. Αναζητώ/ψάχνω τον ιδανικό/κατάλληλο ~ο κατοικίας. Επισκέπτομαι τον ~ο κάποιου. Μέσα σε περιορισμένο ~ο. Αγοράζω/εκμισθώνω επαγγελματικούς ~ους. Ξενάγηση/περιήγηση στους ~ους του μουσείου.|| Ο προσωπικός μου ~. Σπίτι με ανεξάρτητους/άνετους/ζεστούς/καθαρούς/καλαίσθητους/λειτουργικούς ~ους. Βλ. πολυ~. 3. κενό τμήμα τρισδιάστατου συνόλου: λόγω έλλειψης/(λόγ.) ελλείψει ~ου, ... Άνεση ~ου. Δεν έχει μείνει καθόλου ~ για ... Υπάρχει ~ για να αφήσετε τα πράγματά σας/παρκάρετε το αυτοκίνητο/για να γράψετε σχόλια. Δεν υπάρχει άλλος/αρκετός/πολύς ~ στην αποθήκη (: είναι γεμάτη). Εξοικονομώ ~ο. Πβ. θέση.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Διαθέσιμος ~ στον σκληρό δίσκο (βλ. χωρητικότητα). 4. (μτφ.) γνωστικός ή επαγγελματικός τομέας· γενικότ. πεδίο δράσης: ακαδημαϊκός/ειδησεογραφικός/επιστημονικός/επιχειρηματικός/καλλιτεχνικός ~. Ειδήσεις από τον ~ο του αθλητισμού/των θετικών επιστημών. Εμβόλιο που έφερε επανάσταση στον ~ο της ιατρικής/υγείας. Δραστηριοποιείται στον ~ο του εμπορίου/των επενδύσεων. Πβ. κλάδος, περιοχή.|| Ανήκει στον αριστερό/δεξιό/κεντρώο ~ο. Εξελίξεις στον οικονομικό/πολιτικό ~ο. Ανακατατάξεις/μεταρρυθμίσεις στον ~ο της εκπαίδευσης. ~ ανταλλαγής απόψεων/έκφρασης. ~ για διάλογο. Ο ~ της οικογένειας (= περιβάλλον). 5. το εσωτερικό μέρος συσκευής, οχήματος, σκάφους· (στον πληθ.) τα μικρότερα τμήματα στα οποία αυτό χωρίζεται: ο ~ του ψυγείου. Οι ~οι του αυτοκινήτου/πλοίου. 6. ΜΑΘ. σύνολο σημείων με γεωμετρικές ιδιότητες: ορθογώνιος/τοπολογικός ~. Γεωμετρία/τοπολογία του ~ου. Οι διαστάσεις/συντεταγμένες του ~ου. Ορίζω ευθεία στον ~ο. 7. ΙΑΤΡ. μέρος του ανθρώπινου κυρ. οργανισμού: κοιλιακός ~. Ο ~ του εγκεφάλου. ● ΣΥΜΠΛ.: αγωνιστικός χώρος: η συγκεκριμένη έκταση εντός των ορίων της οποίας διεξάγεται αθλητικός αγώνας· ο ίδιος ο αγώνας: (στο ποδόσφαιρο) άσχημος/κακός/λασπωμένος/χωμάτινος ~ ~. Ο χλοοτάπητας του ~ού ~ου. Πβ. γήπεδο.|| Επιστροφή στους ~ούς ~ους. Ποινή αποκλεισμού από τους ~ούς ~ους., αίσθηση του χώρου: αντίληψη, συναίσθηση του χώρου, ως τρισδιάστατου διαστήματος: καλή ~ ~. Δεν έχει την ~ ~ (: δεν μπορεί να προσανατολιστεί). Βλ. αίσθηση του χρόνου., αρχαιολογικός χώρος: που έχει αρχαιολογικά μνημεία: ο ~ ~ της Ακρόπολης/της Βεργίνας/των Δελφών/της Κνωσού., δημόσιος χώρος 1. κοινόχρηστη υπαίθρια έκταση ή κτίριο υπηρεσίας: ο ~ ~ της (σύγχρονης) πόλης/της πλατείας. Απαγόρευση του καπνίσματος στους ~ους ~ους. 2. (μτφ.) πεδίο ανοιχτό σε όλα τα μέλη ενός κοινωνικού συνόλου: ~ ~ επαφής/προβολής αιτημάτων., ιερός χώρος: μέρος, έκταση ή κτίσμα με θρησκευτική και γενικότ. ηθική σημασία: βεβήλωση/παραβίαση/προστασία ενός ~ού ~ου., όνομα χώρου/τομέα & δικτυακό όνομα χώρου: ΔΙΑΔΙΚΤ. μοναδικό όνομα κόμβου που αποτελείται από μια συμβολοσειρά δηλωτική του ονόματος του οργανισμού ή της επιχείρησης στην οποία ανήκει, μια τελεία και το όνομα του τομέα ανώτατου επιπέδου: εκχώρηση/κατοχύρωση ~ατος ~. [< αμερικ. domain name, 1982] , χώρος στάθμευσης: όπου σταθμεύουν οχήματα: επίγειος/κλειστός/υπαίθριος/υπόγειος ~ ~ αυτοκινήτων (πβ. γκαράζ, πάρκινγκ). ~ ~ αεροσκαφών/αναπηρικών οχημάτων/ποδηλάτων., (εθνικός) εναέριος χώρος βλ. εναέριος, ακάλυπτος (χώρος) βλ. ακάλυπτος, βάση διανυσματικού χώρου βλ. βάση, δειγματικός χώρος βλ. δειγματικός, διάσταση διανυσματικού χώρου βλ. διάσταση, δικτυακός τόπος/χώρος βλ. δικτυακός, έντυπος χώρος βλ. έντυπος, ζωτικός χώρος βλ. ζωτικός, ημιυπαίθριος (χώρος) βλ. ημιυπαίθριος, προαύλιος χώρος βλ. προαύλιος ● ΦΡ.: αφήνω χώρο 1. αφήνω ένα μέρος κενό, ελεύθερο, ώστε να μπορεί κάποιος να το αξιοποιήσει ή να το εκμεταλλευτεί: Άσε μου λίγο ~! Δεν μας έχουν αφήσει ~ για παρκάρισμα. 2. (μτφ.) επιτρέπω: Διδακτικές μέθοδοι που ~ουν ~ για διάλογο/συνεργασία., ο χώρος μου/ο δικός μου χώρος: το σπίτι, η κατοικία μου ή το ιδιόκτητο επαγγελματικό μου περιβάλλον: Υποδέχτηκε τους φίλους του στον ~ο του. Απέκτησε/ψάχνει τον δικό του ~ο., πιάνει χώρο: καταλαμβάνει μεγάλη επιφάνεια εξαιτίας των διαστάσεων, του μεγέθους του: Ρούχα που ~ουν ~ στη ντουλάπα. Αρχεία που διαγράφηκαν, γιατί έπιαναν ~ στον σκληρό δίσκο (του Η/Υ). Συσκευή που δεν ~ (πολύ) ~., κάνω/ανοίγω χώρο/τόπο βλ. κάνω [< αρχ. χῶρος, γαλλ. espace, place, domaine, αγγλ. space, room, area, γερμ. Raum]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.