Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 58821 εγγραφές  [1440-1460]


  • άγλυκος , η, ο [ἄγλυκος] ά-γλυ-κος επίθ.: που δεν είναι πολύ ή καθόλου γλυκός: ~ος: καφές (: χωρίς ζάχαρη)/χυμός. ~η: σοκολάτα. ~ο: κέικ/σιρόπι. ~α: γλυκά/πορτοκάλια/σταφύλια. ΑΝΤ. γλυκός (1)
  • αγλωσσία [ἀγλωσσία] α-γλωσ-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. αδυναμία ομιλίας για λόγους ψυχολογικούς, νευρολογικούς (αφασία) ή λόγω φυσικής ανικανότητας. Βλ. αλαλία, αφωνία, -γλωσσία. 2. ανεπαρκής γνώση και χρήση της γλώσσας. [< αρχ. ἀγλωσσία ‘αλαλία’, γαλλ. aglossie, αγγλ. aglossia]
  • άγλωσσος , η, ο [ἄγλωσσος] ά-γλωσ-σος επίθ. 1. που δεν χειρίζεται επαρκώς τη γλώσσα του: ~οι και αμόρφωτοι. 2. ΙΑΤΡ. που χαρακτηρίζεται από έλλειψη γλωσσικής ικανότητας: Οι ~ες συγκινησιακές εκδηλώσεις του μωρού (π.χ., το κλάμα και το γέλιο). Πβ. άλαλος. Βλ. -γλωσσος. [< αρχ. ἄγλωσσος «χωρίς γλώσσα, που δεν έχει ευγλωττία, που αγνοεί την ελληνική γλώσσα’]
  • αγνάντεμα [ἀγνάντεμα] α-γνά-ντε-μα ουσ. (ουδ.) (λογοτ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αγναντεύω και συνεκδ. σημείο με ωραία θέα: ~ της φύσης. Πβ. ενατένιση.
  • αγναντεύω [ἀγναντεύω] α-γνα-ντεύ-ω ρ. (μτβ.) {αγνάντεψα} (λαϊκό-λογοτ.): παρατηρώ μια περιοχή από ψηλά ή μακριά: ~ τ' αστέρια/τα βουνά/τον ορίζοντα. Κάθομαι και ~ το πέλαγος. Πβ. (εν)ατενίζω. ● ΦΡ.: κάτσε/χέζε ψηλά κι αγνάντευε (οικ.-προφ.): για να δηλωθεί στάση αδιαφορίας. [< μεσν. αγναντεύω]
  • αγνάντιο & αγνάντι [ἀγνάντιο] α-γνά-ντιο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.): περιοχή με ωραία θέα: Βγήκαμε/βρεθήκαμε ψηλά στ' ~ απ' όπου ξανοιγόταν όλο το νησί. ΣΥΝ. αγνάντεμα, ξάγναντο [< ουδ. του αγνάντιος]
  • αγνεία [ἁγνεία] α-γνεί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): παρθενία ή αποχή από τις σαρκικές απολαύσεις και (συνήθ.-κατ' επέκτ.) αγνότητα, ηθική καθαρότητα: (ΘΕΟΛ.) Νηστεία και ~. Όρκος ~ας. Βλ. αγαμία.|| ~ ηθών/ψυχής. [< αρχ. ἁγνεία]
  • αγνόηση [ἀγνόηση] α-γνό-η-ση ουσ. (θηλ.) {χωρ. πληθ.}: αδιαφορία για ένα ζήτημα: παντελής ~. ~ των αιτημάτων/των αναγκών/των αρμόδιων φορέων/των κανόνων/των μέτρων ασφαλείας/του προβλήματος. ~ και υποτίμηση. [< μτγν. ἀγνόησις ‘άγνοια’]
  • άγνοια [ἄγνοια] ά-γνοι-α ουσ. (θηλ.) 1. το να μη γνωρίζει κανείς κάτι ή να μην έχει ενημερωθεί για κάτι: αδικαιολόγητη/απόλυτη/γενική/δικαιολογημένη/εγκληματική/καταστροφική/παντελής ~ του ζητήματος. Δηλώνω/προβάλλω/προσποιούμαι/προφασίζομαι ~ για ... ~, αδιαφορία και ημιμάθεια. Έχει πλήρη ~ για το/πάνω στο θέμα. Ομολογώ/παραδέχομαι την ~ά μου. Λάθη από ~. Αφήνω/κρατώ κάποιον σε κατάσταση ~ας. ΑΝΤ. γνώση (1) 2. ΣΤΡΑΤ. η κατάσταση του στρατιωτικού από τη στιγμή που θα απουσιάσει αδικαιολόγητα, μέχρι να κηρυχθεί λιποτάκτης. ● ΣΥΜΠΛ.: μερικής/ολικής άγνοιας: ΓΡΑΜΜ. τύποι ερωτηματικών προτάσεων που δέχονται εισαγωγικό μόριο (ποιος, πού, πότε: μερικής άγνοιας) ή δεν δέχονται και η απάντηση σε αυτές είναι "ναι" ή "όχι" (ολικής άγνοιας). ● ΦΡ.: εν αγνοία (κάποιου) [ἐν ἀγνοίᾳ] (λόγ.): χωρίς γνώση ενός γεγονότος, μιας κατάστασης: Βρίσκομαι/τελώ ~ ~. ~ ~ μου έγιναν όλα. ΣΥΝ. ερήμην (1) ΑΝΤ. εν γνώσει, άγνοια νόμου βλ. νόμος [< 1: αρχ. ἄγνοια]
  • αγνοούμενος , η, ο [ἀγνοούμενος] α-γνο-ού-με-νος επίθ./ουσ.: (για πρόσ.) που δεν είναι γνωστό αν ζει ή το σημείο όπου βρίσκεται, συνήθ. μετά από ατύχημα, ναυάγιο, μάχη: ~οι ναυτικοί. Βρέθηκε το πτώμα ~ου νεαρού. Σώος ο ~ ορειβάτης.|| (ως ουσ.) ~οι πολέμου. Ανεύρεση/εντοπισμός των ~ένων. Θεωρείται/κηρύχτηκε/παραμένει επισήμως ~. [< αρχ. ἀγνοούμενος, γαλλ. disparu]
  • αγνός , ή, ό [ἁγνός] α-γνός επίθ. 1. ηθικός, ενάρετος, άδολος: ~ός: άνθρωπος/ενθουσιασμός/έρωτας/ιδεολόγος/πατριώτης/χαρακτήρας (= άσπιλος). ~ή: αγάπη/καρδιά/φιλία (= ανιδιοτελής)/ψυχή (= αμόλυντη, πβ. πάναγνος). ~ές: προθέσεις (= αγαθές). ~ά: αισθήματα (= ειλικρινή)/ήθη/κίνητρα. ~ στις σκέψεις του. 2. (για προϊόν) ανόθευτο, γνήσιο, εξαιρετικής ποιότητας: ~ό: μέλι/παρθένο μαλλί/σαπούνι. Φυσικά και ~ά υλικά (: στα οποία δεν έχουν προστεθεί άλλα συστατικά ή ουσίες). Βλ. βιολογικός. ● επίρρ.: αγνά [< αρχ. ἁγνός]
  • αγνότητα [ἁγνότητα] α-γνό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. ηθική καθαρότητα, αθωότητα: παιδική ~. Η ~ του βλέμματος/των συναισθημάτων/του χαρακτήρα/της ψυχής.|| (ΘΕΟΛ.) Ο λευκός κρίνος, το σύμβολο της ~ας. Βλ. -ότητα. 2. (για προϊόν) υψηλή ποιότητα, γνησιότητα: ~ γλυκών/υλικών. Πρότυπα ~ας. ● ΣΥΜΠΛ.: ζώνη αγνότητας: ΙΣΤ. ειδική ζώνη με κλειδαριά ασφαλείας που χρησιμοποιήθηκε κατά τους μεσαιωνικούς κυρ. χρόνους για παρεμπόδιση της γυναίκας από τη σεξουαλική πράξη. [< γαλλ. ceinture de chasteté] [< μτγν. ἁγνότης]
  • αγνοώ [ἀγνοῶ] α-γνο-ώ ρ. (μτβ.) {αγνο-είς ... | αγνό-ησα, -είται, -ήθηκε, -ούμενος, -ημένος, -ώντας} 1. δεν γνωρίζω, δεν έχω ενημέρωση για κάτι: ~ (παντελώς) ένα θέμα/την ύπαρξη (κάποιου). ~ πού πήγε. ~ αν επέζησε. Για κάποιον λόγο που ~ ... Δεν ~ ότι ... ~ημένος: ήρωας/ποιητής (= ξεχασμένος, περιφρονημένος). ΑΝΤ. γνωρίζω (1), ξέρω (1) 2. αδιαφορώ για, περιφρονώ, δεν λαμβάνω υπόψη μου κάποιον ή κάτι: ~ την απόφαση/τη γνώμη/τη συμβουλή του. Εξακολουθεί/επιμένει/συνεχίζει να τον ~εί. Με ~εί επιδεικτικά/συστηματικά. Δεν μπορείς να ~ήσεις (= παραβλέψεις) το γεγονός ότι ... Δεν πρέπει να ~ηθούν τα αιτήματά τους. ● Παθ.: αγνοείται: δεν είναι γνωστό αν ζει ή πού βρίσκεται· είναι αγνοούμενος: Έκτοτε ~ η τύχη του. Το ελικόπτερο ~ (: χάθηκαν τα ίχνη του). [< 1: αρχ. ἀγνοῶ]
  • αγνωμοσύνη [ἀγνωμοσύνη] α-γνω-μο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η μη αναγνώριση της ευεργεσίας, αχαριστία: Δείχνω/εκδηλώνω/επιδεικνύω ~. Πράξεις ~ης. Βλ. -οσύνη. ΑΝΤ. ευγνωμοσύνη [< αρχ. ἀγνωμοσύνη]
  • αγνώμων , ων, ον [ἀγνώμων] α-γνώ-μων επίθ. {αγνώμ-ονος, -ονα (ουδ., αρχαιοπρ. άγνωμον) | -ονες (ουδ. -ονα)} (λόγ.) & (προφ.) αγνώμονας: που δεν αναγνωρίζει την ευεργεσία προς το πρόσωπό του, που δείχνει αχαριστία: ~ων: φίλος. ~ονες: πολίτες. Στάθηκε/φάνηκε ~ προς τους/απέναντι στους συνεργάτες του. Θα ήμουν ~, αν δεν ευχαριστούσα τους γονείς μου για ... Έδειξε ~ονα συμπεριφορά. ΣΥΝ. αχάριστος ΑΝΤ. ευγνώμων [< αρχ. ἀγνώμων]
  • αγνώριστος , η, ο [ἀγνώριστος] α-γνώ-ρι-στος επίθ.: που δεν αναγνωρίζεται εύκολα λόγω μεγάλης αλλαγής: ~ εμφανισιακά. ~ με το νέο κούρεμα. ~ έγινες! Γερασμένος, ~ από τα σημάδια του χρόνου. ΣΥΝ. αλλαγμένος ΑΝΤ. αναγνωρίσιμος ● ΦΡ.: κάνω κάποιον/κάτι αγνώριστο: παραμορφώνω εντελώς: Τον έκανε ~ από το ξύλο. [< μτγν. ἀγνώριστος]
  • αγνωσία [ἀγνωσία] α-γνω-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. αδυναμία αναγνώρισης των αισθητηριακών ερεθισμάτων λόγω εγκεφαλικής βλάβης: ακουστική/απτική/γευστική/λεκτική/οπτική/οσφρητική ~. ~ βάθους/χρωμάτων. Βλ. αλεξία, αφασία, -γνωσία, προσωπ~. 2. (απαιτ. λεξιλόγ.) άγνοια, αμάθεια: ιστορική ~. Στο σκοτάδι της ~ας. 3. ΦΙΛΟΣ. βασικό αξίωμα στη σωκρατική διαλεκτική (:"ἓν οἶδα ὅτι οὐδὲν οἶδα"). [< 1: γερμ. Agnosie, γαλλ. agnosie, 1900, αγγλ. agnosia, 1900 2,3: αρχ. ἀγνωσία]
  • αγνωστικισμός [ἀγνωστικισμός] α-γνω-στι-κι-σμός ουσ. (αρσ.) & αγνωσιαρχία (η): ΦΙΛΟΣ. θεωρία σύμφωνα με την οποία είναι αδύνατη η απόφανση για μεταφυσικά ζητήματα και ιδ. για την ύπαρξη του Θεού: ηθικός/θεωρητικός/θρησκευτικός/κοσμικός/φυσικός ~. ~ και αθεϊσμός. Πβ. σκεπτικισμός. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. agnosticisme, αγγλ. agnosticism]
  • αγνωστικιστής [ἀγνωστικιστής] α-γνω-στι-κι-στής ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. υποστηρικτής του αγνωστικισμού. Βλ. (α)θεϊστής, άθεος. [< γαλλ. agnostique, αγγλ. agnostic]
  • αγνωστικιστικός , ή, ό [ἀγνωστικιστικός] α-γνω-στι-κι-στι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΣ. που σχετίζεται με τη θεωρία του αγνωστικισμού. Βλ. -ιστικός1. [< γαλλ. agnostique, αγγλ. agnostic]

αγαμία

αγαμία[ἀγαμία] α-γα-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) το να είναι κανείς ανύπαντρος, άγαμος: Πιστοποιητικό ~ας. Η ~ του κλήρου. ~ και ασκητισμός. 2. (προφ.) το να μην έχει κάποιος σεξουαλική ζωή. [< 1: μτγν. ἀγαμία]

αλαλία

αλαλία[ἀλαλία] α-λα-λί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. μερική ή ολική απώλεια της ικανότητας άρθρωσης λόγου που οφείλεται κυρ. σε ψυχολογικά αίτια: εκλεκτική/επιλεκτική ~. Πβ. αφωνία. Βλ. αγλωσσία, αφασία, δυσαρθρία, δυσλαλία, κωφ~. 2. {χωρ. πληθ.} σιωπή. ΣΥΝ. αφωνία (2) [< αρχ. ἀλαλία ‘πονηρία ή αταξία’, αγγλ. alalia, ιταλ. ~, 1899, γερμ. Alalie]

αλεξία

αλεξία[ἀλεξία] α-λε-ξί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. νευρολογική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από απώλεια της ικανότητας ανάγνωσης και κατανόησης των γραπτών λέξεων ή προτάσεων λόγω εγκεφαλικής κάκωσης ή βλάβης εκ γενετής. [< γαλλ. alexie, αγγλ. alexia]

βιολογικός

βιολογικός, ή, ό βι-ο-λο-γι-κός επίθ. 1. ΒΙΟΛ. που σχετίζεται με τους ζωντανούς οργανισμούς ή/και τη βιολογία: ~ός: χρόνος. ~ή: αξία (πρωτεϊνών)/λειτουργία/μηχανική (= (εμ)βιομηχανική)/ποικιλότητα (= βιοποικιλότητα)/χημεία (= βιοχημεία). ~ό: πείραμα. ~οί: δείκτες/ρυθμοί (= βιορυθμοί). ~ές: ανάγκες (= σωματικές, φυσικές). ~ά: δεδομένα/όρια. Βλ. ανοσο~, ιατρο~, κοινωνιο~, μικρο~, νευρο~, ραδιο~, υδρο~. 2. ΟΙΚΟΛ. που βασίζεται στη χρήση μεθόδων φιλικών προς το περιβάλλον, σε αντίθεση προς τις χημικές, αποσκοπώντας στην προστασία του: ~ός: σταθμός (: ~ής επεξεργασίας αποβλήτων). Πβ. οικολογ-, οργαν-ικός.||~ή: διατροφή. ~ά: κοτόπουλα (βλ. βιολογική κτηνοτροφία). 3. ΒΙΟΛ. που αφορά μικροοργανισμούς βλαβερούς για τα έμβια όντα: ~ός: κίνδυνος (βλ. βιοασφάλεια). ~ή: μεγέθυνση (πβ. βιοσυσσώρευση). Βλ. αερο~. 4. (για γονείς ή παιδιά) που συνδέεται μέσω της γέννησης, που σχετίζεται γενετικά με κάποιον. ΣΥΝ. φυσικός (6) ΑΝΤ. θετός (1) ● επίρρ.: βιολογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: βιολογικά όπλα βλ. όπλο, βιολογικά προϊόντα βλ. προϊόν, βιολογικές επιστήμες βλ. επιστήμη, βιολογική ηλικία βλ. ηλικία, βιολογική θεραπεία βλ. θεραπεία, βιολογική καταπολέμηση/βιολογικός έλεγχος βλ. καταπολέμηση, βιολογική κτηνοτροφία βλ. κτηνοτροφία, βιολογική μητέρα βλ. μητέρα, βιολογική τρομοκρατία βλ. τρομοκρατία, βιολογική/οικολογική/οργανική γεωργία/καλλιέργεια βλ. γεωργία, βιολογικό διαβατήριο βλ. διαβατήριο, βιολογικό ρολόι βλ. ρολόι, βιολογικός θάνατος βλ. θάνατος, βιολογικός καθαρισμός βλ. καθαρισμός, βιολογικός κύκλος βλ. κύκλος, βιολογικός/πυρηνικός/χημικός πόλεμος βλ. πόλεμος, τράπεζα βιολογικού υλικού βλ. τράπεζα [< μεσν. βιολογικός 'που αναφέρεται σε μίμο', γαλλ. biologique, αγγλ. biological]

-γλωσσος

-γλωσσος, η, ο & -γλωττος: λεξικό επίθημα για τον χαρακτηρισμό του προσδιοριζόμενου σύμφωνα με τη γνώση μίας ή περισσότερων γλωσσών ή τον τρόπο ομιλίας: δί~/μονό~/πολύ~/τετρά~/τρί~.|| Αλλό~/ελληνό~/ξενό~/ομό~. Πβ. -φωνος.|| Βραδύ~. Κακό~/φαρμακό~. Εύ-γλωττος.

-ισμός

-ισμόςεπίθημα αφηρημένων αρσενικών ουσιαστικών που δηλώνει 1. ενέργεια, αποτέλεσμα: καταρτ~/μεταβολ~/πανηγυρ~/παραθερ~/συμψηφ~/υπνωτ~.|| Oραματ~/προβληματ~. 2. θεωρία, τέχνη: αγνωστικ~/δαρβιν~/δυϊσμός/ουμαν~/πλουραλ~/σχετικ~. Kαπιταλ~/κομμουν~/σοσιαλ~.|| (αρνητ.) Σκοταδ~.|| (κίνημα:) Δημοτικ~. Φεμιν~.|| (διδασκαλία:) Στωικ~/χριστιαν~. Μανιχα-ϊσμός.|| Κλασικ~/μινιμαλ~/ρεαλ~/ρομαντ~. 3. στάση, συμπεριφορά: αλτρου~.|| (συνήθ. μειωτ.) Αριβ~/ατομ~/εγω~/σοβιν~/στρουθοκαμηλ~/χαμαιλεοντ~/χαφιεδ~. 4. ενασχόληση, δραστηριότητα: αθλητ~/ακτιβ~/αλπιν~/προσκοπ~. 5. ΙΑΤΡ. πάθηση, νόσο: δαλτον~. 6. φαινόμενο: γεωτροπ~/ιον~.|| Γαλλ~.

-ιστικός1αμοραλιστης

-ιστικός1αμοραλιστης

, ή, ό: επίθημα για τον σχηματισμό επιθέτων∙ δηλώνει χαρακτηριστικό που ανήκει ή ταιριάζει σε ό,τι εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: ακτιβ~/αλτρου~/ανθρωπ~/βουδ~/υπαρξ~.|| (μειωτ.) Αμοραλ~/αριβ~/ατομ~. Βλ. -ικός.

νόμος

νόμοςνό-μος ουσ. (αρσ.) 1. ΝΟΜ. (κ. με κεφαλ. Ν ή συντομ. ν. ή Ν.) θεσμοθετημένος κανόνας δικαίου, ο οποίος στηρίζεται στο Σύνταγμα μιας χώρας (ή ένωσης κρατών), ρυθμίζει τις σχέσεις των πολιτών μεταξύ τους και με το κράτος (ή την ένωση), με σκοπό την εύρυθμη λειτουργία του (της), και ψηφίζεται από το κοινοβούλιο (στο δημοκρατικό πολίτευμα): αντισυνταγματικός/αυστηρός/ελαστικός/σκληρός ~. Ειδικός/ιδρυτικός/κυρωτικός/τροποποιητικός/φορολογικός ~. Ο ~ περί πνευματικής ιδιοκτησίας. (προφ.) Δήλωση του Νόμου 105 (= υπεύθυνη δήλωση). Άρθρο/ασάφειες/ερμηνεία/κενά/παράγραφος του ~ου. Αναθεώρηση/αναστολή/κατάργηση ενός ~ου. Εκτός/εντός των πλαισίων του ~ου. Αντίθετα/σύμφωνα με τον ~ο. Διεθνείς/εθνικοί/κοινοτικοί ~οι. Συλλογή ~ων (= κώδικας). Ο (ισχύων/παρών) ~ απαγορεύει/επιτρέπει ... Κάτι απορρέει από τον ~ο/υπόκειται στις διατάξεις του ~ου. Όπως ορίζεται/προβλέπεται από τον ~ο, ... Γνωρίζω/εφαρμόζω/καταπατώ/καταστρατηγώ/παραβιάζω/τηρώ κατά γράμμα τον ~ο. Η Βουλή ψήφισε/ο υπουργός υπέγραψε/η κυβέρνηση πέρασε τον ~ο. Εγκρίθηκε/ενεργοποιήθηκε/θεσπίστηκε/τέθηκε σε ισχύ ο ~. Γίνεται ~ του κράτους (: δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως). 2. (συνήθ. με κεφαλ. Ν) νομοθεσία, Δίκαιο· κατ' επέκτ. οι εκπρόσωποί της, οι Αρχές: αστικός/ποινικός ~. Το κύρος του ~ου. Ενάντια στον ~ο. Κανείς δεν είναι υπεράνω του ~ου. Επέβαλαν την τάξη και τον ~ο. Επικαλούμαι τον ~ο. Έχει τον ~ο με το μέρος του. Αψηφώ/περιφρονώ/προσβάλλω τους ~ους. Υπακούω στους ~ους. (Κάτι) υπάγεται στους ~ους του κράτους/της χώρας. (μτφ.) Θα πέσει πάνω τους βαρύς ο πέλεκυς του ~ου (= της Δικαιοσύνης· για επιβολή μεγάλης ποινής).|| Οι άνθρωποι του ~ου (: δικαστικοί, αστυνομικοί). Έπεσε στην παγίδα του ~ου (= τον συνέλαβαν). 3. κανόνας, αρχή: ο ~ της φιλοξενίας. Οι ανθρώπινοι ~οι (βλ. θείος ~). Οι (αδιασάλευτοι/απαράβατοι) ~οι μιας κοινωνίας. Οι ~οι της αγοράς/μόδας.|| (μτφ.) Επιβάλλω/κατανοώ/ξέρω/σέβομαι τους ~ους του παιχνιδιού.|| Ο ~ (της τιμής και) του αίματος (= βεντέτα)/του ανταγωνισμού/της μαφίας (= ομερτά· βλ. ~ της σιωπής)/του Μέρφι (: αν είναι κάτι να πάει στραβά, θα πάει)/(των ανθρώπων) της νύχτας. 4. (επιστ.) γενική διατύπωση για τη σχέση μεταξύ των φαινομένων, όπως προκύπτει από την παρατήρηση και επαληθεύεται από την εμπειρία· κατ' επέκτ. βασική και σταθερή αρχή: ο ~ της αδράνειας/της αιτιότητας/του Μέντελ. Οικονομικοί ~οι. Διερεύνηση/μελέτη/πειραματική επαλήθευση των φυσικών ~ων. Οι ~οι της Φυσικής. Βλ. αξίωμα.|| Κατασκευή που αψηφά τον ~ο της βαρύτητας. Το Σύμπαν υπάγεται στους ~ους του χώρου και του χρόνου. Γενικοί ~οι διέπουν την ανθρώπινη συμπεριφορά.|| Κάτι ακολουθεί/αντιβαίνει/παραβιάζει τον ~ο/τους ~ους της ύπαρξης/φύσης. ● ΣΥΜΠΛ.: εκτελεστικός νόμος: που αναφέρεται στην εφαρμογή συνταγματικών διατάξεων., θείος/ιερός νόμος: οι εντολές του Θεού, στις οποίες καλούνται να υπακούουν οι πιστοί μιας θρησκείας., θεμελιώδης νόμος/θεμελιώδεις νόμοι: το Σύνταγμα., νόμος της προσφοράς και της ζήτησης: ΟΙΚΟΝ. ο οποίος, στην ελεύθερη οικονομία, καθορίζει τις τιμές και τους μισθούς, σύμφωνα με το επίπεδο της ζήτησης και τη διαθεσιμότητα., νόμος-πλαίσιο: του οποίου οι γενικές διατάξεις λειτουργούν ως πλαίσιο για επιμέρους εφαρμογές: ~ ~ για τη δομή και λειτουργία των ΑΕΙ. [< γαλλ. loi-cadre, περ. 1950] , οργανικός/θεσμικός νόμος: που προσδιορίζει τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας οργάνων και θεσμών που προβλέπει το Σύνταγμα (π.χ. εκλογικός νόμος)., ουσιαστικός νόμος: ΝΟΜ. πράξη της Πολιτείας που περιέχει κανόνα ή κανόνες δικαίου (π.χ. νομοθετικό διάταγμα), ανεξάρτητα από το όργανο που τους θεσπίζει: ~ ~ ενίσχυσης των αγροτών., πρόταση νόμου: ΠΟΛΙΤ. νομοσχέδιο που κατατίθεται προς ψήφιση από βουλευτές και όχι από την κυβέρνηση., σχέδιο νόμου: νομοσχέδιο., τυπικός νόμος: κάθε πράξη της Πολιτείας που θεσπίζεται από τη Βουλή και υπογράφεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας (π.χ. προϋπολογισμός): Αν ο ~ ~ περιέχει κανόνα δικαίου, είναι και ουσιαστικός νόμος., άγραφος νόμος βλ. άγραφος, αναγκαστικός νόμος βλ. αναγκαστικός, αρχή/νόμος της διατήρησης βλ. διατήρηση, ειδικοί ποινικοί νόμοι βλ. ποινικός, εκλογικός νόμος βλ. εκλογικός, ευεργετικός νόμος/ευεργετική διάταξη βλ. ευεργετικός, ηθικός κώδικας/νόμος βλ. ηθικός, Μωσαϊκός Νόμος βλ. μωσαϊκός2, νόμος των πιθανοτήτων βλ. πιθανότητα, ο νόμος της σιωπής βλ. σιωπή, ο νόμος της τρισυλλαβίας βλ. τρισυλλαβία, στρατιωτικός νόμος βλ. στρατιωτικός, σχέδιο "Καλλικράτης" βλ. Καλλικράτης, σχέδιο "Καποδίστριας" βλ. Καποδίστριας, το γράμμα του νόμου βλ. γράμμα, το πνεύμα του νόμου βλ. πνεύμα, τυπική ισχύς (νόμου) βλ. τυπικός ● ΦΡ.: άγνοια νόμου: γενική αρχή του δικαίου που αναφέρεται στο Σύνταγμα: ~ ~ δεν δικαιολογείται/δεν επιτρέπεται/δεν συγχωρείται., διά νόμου (λόγ.): με ειδικό νόμο: (Κάτι) απαγορεύεται/επιβάλλεται/καταργείται/κατοχυρώνεται/ρυθμίζεται ~ ~., εκ του νόμου (λόγ.): σύμφωνα με τον νόμο, από τον νόμο: Η διαδικασία είναι αυστηρώς απόρρητη ~ ~., εν ονόματι του νόμου (λόγ.) & στο όνομα του νόμου: επίκληση του νόμου για επικύρωση ενέργειας: άσκηση βίας/κλήση μάρτυρα ~ ~. Δρα/μιλά ~ ~. Εν ονόματι του νόμου, ανοίξτε/συλλαμβάνεστε (: λέγεται από αστυνομικό όργανο)!, κανονικά και με τον νόμο (εμφατ.-συνήθ. ειρων.): για τυπικά αποδεκτή ή νομότυπη ενέργεια, αλλά συχνά, στην ουσία, δυσάρεστη ή ανήθικη: Διορίστηκε/τον εκμεταλλεύονται ~ ~., κατά νόμο/κατά παράβαση του νόμου: ΝΟΜ. σύμφωνα με ή παραβαίνοντας τον νόμο: κατά νόμο ενέργειες/κατάθεση. Κατά νόμο αρμόδιες Αρχές/υπεύθυνος/υπόχρεος. Υποβολή των κατά νόμο αποδεικτικών/δικαιολογητικών/στοιχείων.|| Κυκλοφορία φαρμακευτικού προϊόντος κατά παράβαση του νόμου., νόμω (λόγ.): σύμφωνα με το γραπτό Δίκαιο: ~ κατοχύρωση. Η παρούσα αίτηση είναι ~ και ουσία αβάσιμη/βάσιμη. Βλ. φύσει., ο νόμος/οι νόμοι και οι προφήτες: οι γραπτοί κανόνες και οι αυθεντίες: Πέρα από τους νόμους και τους ~, υπάρχει και η δύναμη του λαού., παίρνω τον νόμο στα χέρια μου: αυτοδικώ., παρά τον νόμο: αντίθετα με τον νόμο: καταχρηστική και ~ ~ χρήση των υπηρεσιών. Χορηγήθηκαν άδειες ~ ~ (= παράνομα)., (έχει) ισχύ νόμου βλ. ισχύς, δάσκαλε που δίδασκες (και νόμο/λόγο δεν εκράτεις) βλ. διδάσκω, εκτός νόμου βλ. εκτός, μηδενικός νόμος βλ. μηδενικός, ο λόγος κάποιου είναι συμβόλαιο/νόμος βλ. συμβόλαιο, ο νόμος της ζούγκλας βλ. ζούγκλα, ο νόμος των μεγάλων αριθμών βλ. αριθμός, το δίκαιο του ισχυρότερου/του ισχυροτέρου βλ. δίκαιο [< αρχ. νόμος, γερμ. Gesetz, γαλλ. loi, αγγλ. law]

-οσύνη

-οσύνη{σπάν. στον πληθ.} επίθημα αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνει 1. κατάσταση ή χαρακτηριστικό: ανδρει~ (βλ. -εία)/αξι~ (πβ. -ότητα)/δικαι~/εμπιστ~/ευγνωμ~/καλ~/μετριοφρ~.|| Ασχετ~ (πβ. -ίλα)/ατσαλ~ (πβ. -ιά)/εξαλλ~/ισχυρογνωμ~.|| Πραγματογνωμ~. 2. (περιληπτ.) σύνολο ατόμων με κοινή ιδιότητα: λογι~. Χριστιαν~.

-ότητα

-ότητα(λόγ.) επίθημα αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν 1. κατάσταση ή χαρακτηριστικό: αυστηρ~/γνησι~/προνοητικ~. Βλ. -ύτητα.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Oσι~/παναγι~. Αγι~/ιερ~ (ΣΥΝ. -οσύνη). 2. (περιληπτ., παράγ. από ουσ.) σύνολο ατόμων με κοινή ιδιότητα: αδελφ~/ανθρωπ~. [< αρχ. -ότης]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.