Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 58821 εγγραφές  [1460-1480]


  • άγνωστος , η, ο [ἄγνωστος] ά-γνω-στος επίθ. {-ου (λόγ.) -ώστου}: που δεν είναι γνωστός, που δεν τον γνωρίζουν: ~ος: αποστολέας/δημιουργός/παραλήπτης/πλανήτης/ποιητής (= άσημος, αφανής. ΑΝΤ. διάσημος)/προορισμός. ~η: αιτία/ασθένεια. ~ο: είδος/έργο/μέλλον/όνομα/περιεχόμενο/πρόσωπο (ΑΝΤ. οικείο)/φαινόμενο. ~ες: λέξεις. ~α: στοιχεία. ~ης Ταυτότητας Ιπτάμενα Αντικείμενα (Α.Τ.Ι.Α. = ούφο). (λόγ.) ~ώστου αιτιολογίας/ετύμου/πατρός/προελεύσεως/συγγραφέως. ~ώστων λοιπών στοιχείων (: κυρ. για πτώμα ανθρώπου). Παντελώς/σχεδόν ~ (σε ευρείς κύκλους/στο ελληνικό κοινό). Μου είναι τελείως ~. ~ παραμένει ο αριθμός των αγνοουμένων. Ένας ~ κόσμος ανοίγεται στα μάτια σας. Οι δράστες έφυγαν προς ~η κατεύθυνση. Ανακάλυψα την ~η πλευρά του. Ήμασταν ~οι μεταξύ μας. (προφ.) ~ο αν θα .../το γιατί/το πώς ... ΑΝΤ. γνωστός (1) ● Ουσ.: άγνωστο (το) {αγνώστου}: κατάσταση μη γνωστή, που υπερβαίνει τα όρια της ανθρώπινης γνώσης: το ~ και ανεξήγητο. Πορεία/ταξίδι στο ~. Φόβος μπροστά στο ~. Βαδίζουμε/οδεύουμε προς το ~., άγνωστος, άγνωστη (ο/η) 1. πρόσωπο που δεν είναι γνωστό, γνώριμο: μήνυση κατά ~ώστου. Επίσκεψη μιας ~ης. ~οι βεβήλωσαν το μνημείο. Επίθεση ~ώστων. ~ μεταξύ ~ώστων. 2. ΜΑΘ. {στο αρσ.} όρος που δηλώνει τη συμβολική παράσταση ενός ζητούμενου ποσού ή μεγέθους κάποιου μαθηματικού προβλήματος, που πρέπει να προσδιοριστεί: ο ~ χ, ψ. Εξίσωση με έναν ~ο/δύο ~ώστους. ● ΣΥΜΠΛ.: άγνωστα νερά (μτφ.): μη οικείο πεδίο δράσης: Βουτάμε/κολυμπάμε/οδηγούμαστε/πλέουμε σε ~ ~., Άγνωστος Θεός: ΑΡΧ. ονομασία που δόθηκε από τους αρχαίους Έλληνες σε Θεούς που φαντάζονταν ότι μπορεί να υπήρχαν χωρίς να τους γνωρίζουν: Ο βωμός/ναός του ~ώστου ~ού., Άγνωστος Στρατιώτης: διεθνής όρος που αναφέρεται συμβολικά σε στρατιώτη που έπεσε στο πεδίο της μάχης, για να τιμηθούν όλοι όσοι πολέμησαν και έδωσαν τη ζωή τους για την πατρίδα: Το μνημείο του ~ου/(λόγ.) ~ώστου ~η. Βλ. κενοτάφιο. [< γαλλ. Soldat inconnu, 1920] , ο άγνωστος Χ (μτφ.): παράμετρος που δεν είναι γνωστή, αστάθμητος παράγοντας:, αδίδακτο/άγνωστο, διδαγμένο/γνωστό (κείμενο) βλ. κείμενο, γνωστοί-άγνωστοι βλ. γνωστός ● ΦΡ.: (εξηγώ) τα άγνωστα δι' αγνώστων: για ανεπιτυχή συνήθ. προσπάθεια ερμηνείας άγνωστου πεδίου με δεδομένα εξίσου άγνωστα., άγνωσται αι βουλαί/άγνωστες οι βουλές του Κυρίου/του Υψίστου: σε περιπτώσεις που θέλει να δηλώσει κάποιος εμφατ. ότι δεν ξέρει τι επιφυλάσσει το μέλλον: Ποιος ξέρει πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα; ~ ~!, στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα βλ. βάρκα [< αρχ. ἄγνωστος, γαλλ. inconnu]
  • αγόγγυστος , η, ο [ἀγόγγυστος] α-γόγ-γυ-στος επίθ.: που ανέχεται αδιαμαρτύρητα ταλαιπωρίες, βάσανα: ~ος: αγώνας. ~η: εργασία/προσφορά. ~ες: προσπάθειες. ● επίρρ.: αγόγγυστα & (λόγ.) αγογγύστως: ΣΥΝ. καρτερικά, υπομονετικά [< μεσν. αγόγγυστος]
  • αγονάτιστος , η, ο [ἀγονάτιστος] α-γο-νά-τι-στος επίθ. (συνήθ. λογοτ.): που δεν γονάτισε· (κυρ. μτφ.) που δεν έχασε το κουράγιο και την περηφάνια του στις αντιξοότητες: ~ος: λαός (: αδούλωτος, ανυπόταχτος). ~η: πατρίδα. ~ο: φρόνημα (= άκαμπτο, ακλόνητο, αλύγιστο). ● επίρρ.: αγονάτιστα
  • αγονία [ἀγονία] α-γο-νί-α ουσ. (θηλ.) (σπάν.) 1. ΙΑΤΡ. στειρότητα άνδρα ή γυναίκας: δείκτης γονιμότητας ή ~ας. Βλ. -γονία. 2. (για έδαφος, φυτό) έλλειψη ευφορίας, ακαρπία: ~ του εδάφους. ΑΝΤ. ευφορία (1) [< μτγν. ἀγονία]
  • αγονιμοποίητος , η, ο [ἀγονιμοποίητος] α-γο-νι-μο-ποί-η-τος επίθ. (λόγ.): που δεν γονιμοποιήθηκε: ~ο: άνθος/ωάριο
  • άγονος , η, ο [ἄγονος] ά-γο-νος επίθ. 1. (μτφ.) που δεν οδηγεί σε κάποιο αποτέλεσμα, μη δημιουργικός: ~ος: διαγωνισμός (: που δεν κατέληξε σε ανάθεση έργου)/διάλογος. ~η: αντιπαράθεση (= στείρα)/δημοπρασία/διαδικασία (= μη παραγωγική)/κινητοποίηση/συζήτηση (ΣΥΝ. ατελέσφορη)/ψηφοφορία ή εκλογή (: κατά την οποία δεν εκλέγεται κανένας υποψήφιος). ~η κριτική (: που δεν συνοδεύεται από προτάσεις). ~ο: αποτέλεσμα. ~ες: θέσεις. Απέβησαν ~ες οι διαπραγματεύσεις/προσπάθειες (ΣΥΝ. άκαρπες). ~ο μυαλό, χωρίς φαντασία. ΑΝΤ. αποδοτικός, αποτελεσματικός (1) 2. (για τόπο) που δεν παράγει προϊόντα: ~η: γη. ~ο: έδαφος/χωράφι. Νησί ~ο, πετρώδες και ορεινό. ΣΥΝ. άκαρπος. ΑΝΤ. γόνιμος, εύφορος.|| (κατ' επέκτ.) ~α: υλικά (π.χ. ορυχείων, βλ. παραπροϊόν). ● επίρρ.: άγονα ● ΣΥΜΠΛ.: άγονες ειδικότητες βλ. ειδικότητα, άγονη γραμμή βλ. γραμμή [< αρχ. ἄγονος, γαλλ. stérile]
  • αγορά [ἀγορά] α-γο-ρά ουσ. (θηλ.) 1. απόκτηση αγαθών έναντι χρημάτων και συνεκδ. ό,τι αποκτά κάποιος, καταβάλλοντας χρηματικό ποσό: επιτυχημένη/λιανική/νόμιμη/παράνομη/συμφέρουσα/χονδρική ~. Δικαίωμα/ολοκλήρωση/συμβόλαιο/τιμή/τρόποι ~άς. ~ ελπίδας (βλ. εμπόριο ελπίδας). Ακριβές/έξυπνες (πβ. συμφέρουσες)/καθημερινές/χριστουγεννιάτικες ~ές (πβ. ψώνια). ~ές με δόσεις/πιστωτική κάρτα/τοις μετρητοίς. ~ές μέσω διαδικτύου. Διαμερίσματα προς ~. Στεγαστικά δάνεια για ~ πρώτης κατοικίας. Ακυρώνω/κλείνω μια ~. Έκανα/πραγματοποίησα μια καλή/σημαντική ~. Κάνω τις ~ές μου στο κέντρο (πβ. αγοράζω, ψωνίζω). ~ές άνω των ... ευρώ. Βλ. εξ~, προ~, τηλε~. ΑΝΤ. πώληση 2. ΟΙΚΟΝ. μηχανισμός μέσω του οποίου οι αγοραστές και οι πωλητές επικοινωνούν και δραστηριοποιούνται, για να ανταλλάξουν προϊόντα ή υπηρεσίες· ειδικότ. σύνολο συνθηκών που σχετίζονται με την παραγωγή και το εμπόριο συγκεκριμένου αγαθού ή υπηρεσίας σε μια χώρα ή δεδομένη γεωγραφική περιοχή: ανεπτυγμένη/διεθνής/εγχώρια/εθνική/ελληνική/εσωτερική/κορεσμένη/παγκόσμια/τουριστική/τραπεζική/χρηματιστηριακή (: χρηματιστήριο) ~. Ψηφιακή ενιαία ~ (της Ευρωπαϊκής Ένωσης). ~ αξιών (: απόκτηση μετοχών)/ακινήτων/βιβλίων/ενέργειας/οικοπέδου/ομολόγων/χρήματος (ΣΥΝ. χρηματαγορά). Εικόνα/εκσυγχρονισμός/επάρκεια/κατάσταση/τάσεις/τομείς (της) ~άς. Ανατροπές/(αυξημένη) κίνηση/έλεγχοι/κρίση/στασιμότητα στην ~ (βλ. αγοραστικός). Επικίνδυνα προϊόντα αποσύρονται από την/εντοπίστηκαν στην/κυκλοφορούν (/λανσάρονται) στην ~. Η ~ κατακλύζεται από κινέζικα προϊόντα. Οι τιμές κυμαίνονται στην ~ από ... έως ... ευρώ. Ευνοϊκές συνθήκες επικρατούν στην ~. Βούλιαξε η ~ (= περνά κρίση). Ανοδικά/πτωτικά κινήθηκε η ~ αυτοκινήτου τον μήνα ... Οι πολυεθνικές ελέγχουν την ~. Βλ. επαν~, ευρω~, χρηματ~. 3. χώρος, περιοχή ή χώρα όπου διεξάγονται αγοραπωλησίες· ειδικότ. εμπορικό κέντρο· συνεκδ. όσοι δραστηριοποιούνται στον σχετικό τομέα: βαρβάκειος/δημοτική/κεντρική/παλιά/σκεπαστή (πβ. παζάρι)/τοπική/υπαίθρια ~. ~ κρέατος (= κρεατ~)/λουλουδιών. Άνοιγμα/διείσδυση σε νέες ~ές. Βλ. υπερ~.|| Οδηγός ~άς (πβ. κατάλογος). Η ~ είναι άδεια. Δεν κατέβηκα/πήγα σήμερα στην ~.|| Αλυσίδα καταστημάτων με αξιόπιστο/ισχυρό/καλό όνομα στην ~ (πβ. πιάτσα). Βούιξε η ~ από φήμες ότι ... 4. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. οικονομικοπολιτικό και πολιτιστικό κέντρο στην αρχαιότητα: αρχαία/ρωμαϊκή ~. ● ΣΥΜΠΛ.: αγορά εργασίας: ΟΙΚΟΝ. εργατικό δυναμικό και εργοδότες, μεταξύ των οποίων διεξάγονται διαπραγματεύσεις για την κάλυψη διαθέσιμων θέσεων εργασίας ανάλογα με την προσφορά και τη ζήτηση: ανοιχτή/ευέλικτη/ηλεκτρονική ~ ~. Ανθρώπινο κεφάλαιο και ~ ~. Ένταξη/προώθηση των γυναικών/των πτυχιούχων στην ~ ~. Βγήκε στην ~ ~. [< αγγλ. labo(u)r-market] , αγορά κεφαλαίου: ΟΙΚΟΝ. κεφαλαιαγορά., αγορά συναλλάγματος: ΟΙΚΟΝ. εγχώρια ή διεθνής αγορά στην οποία ανταλλάσσονται τα εθνικά νομίσματα: διατραπεζική/ελεύθερη/προθεσμιακή ~ ~. [< αγγλ. foreign exchange market, 1948] , δευτερογενής αγορά: ΟΙΚΟΝ. χρηματιστηριακή αγορά όπου πραγματοποιούνται συναλλαγές σε τίτλους που έχουν εκδοθεί στο παρελθόν. [< αγγλ. secondary market] , ελεύθερη αγορά: ΟΙΚΟΝ. αγοραπωλησίες στις οποίες οι τιμές καθορίζονται από τον ελεύθερο ανταγωνισμό: παγκοσμιοποιημένη ~ ~. ~ ~ τηλεπικοινωνιών. [< αγγλ. free market] , έρευνα αγοράς: ΟΙΚΟΝ. επιστημονική διερεύνηση και προσδιορισμός των συνθηκών που επικρατούν σε συγκεκριμένο χώρο σχετικά με τη ζήτηση και την προσφορά αγαθών, υπηρεσιών και παραγωγικών συντελεστών: πανευρωπαϊκή/ποιοτική/ποσοτική ~ ~. Mάρκετινγκ και ~ ~. ~ες ~ και καταναλωτικής συμπεριφοράς. Βλ. ομάδα-στόχος. [< αγγλ. market research, 1920] , ηλεκτρονικές/ψηφιακές αγορές: ΔΙΑΔΙΚΤ. εμπορικές συναλλαγές μέσω διαδικτύου και ειδικότ. διαδικτυακές αγορές αγαθών και υπηρεσιών: κάθετη (: στην οποία συμμετέχουν εταιρείες από συγκεκριμένους τομείς δραστηριότητας)/οριζόντια (: συμμετοχή εταιρειών ανεξάρτητα από τον κλάδο δραστηριοποίησής τους) ~ή ~ά. Πρόσβαση σε ~ ~ με χρήση κωδικού. Ανοικτές (: δημόσιες)/διεπιχειρησιακές/κλειστές (: ιδιωτικές) ~ ~. Βλ. τηλεσυνεργασία, ψηφιακή οικονομία.|| ~ή ~ά εισιτηρίων/προϊόντων. Προπληρωμένη κάρτα για ~ ~. Η ασφάλεια των ~ών ~ών. Βλ. ηλεκτρονικό εμπόριο, ηλεκτρονική πώληση. [< αγγλ. e-market, electronic shopping, 1959] , μερίδιο/κομμάτι/μέρος (της) αγοράς: ΟΙΚΟΝ. το ποσοστό των συνολικών πωλήσεων προϊόντος ή υπηρεσίας που κατέχει συγκεκριμένη εταιρεία: Οι αλυσίδες καταστημάτων ελέγχουν όλο και μεγαλύτερο ~ ~. Η εταιρεία κατέχει ~ ~ της τάξης του ...%. [< αγγλ. market share, 1954] , πρωτογενής αγορά: ΟΙΚΟΝ. χρηματιστηριακή αγορά όπου οι επιχειρήσεις και το κράτος εκδίδουν νέους τίτλους και αποκτούν κεφάλαια. [< αγγλ. primary market] , φιλανθρωπική αγορά: παζάρι, τα έσοδα του οποίου διατίθενται για φιλανθρωπικούς σκοπούς. Βλ. έρανος. [< αγγλ. charity bazaar] , αγορά ευρωομολόγων βλ. ευρωομόλογο, αναδυόμενες αγορές βλ. αναδυόμενος, ανάλυση αγοράς βλ. ανάλυση, ανάπτυξη αγοράς βλ. ανάπτυξη, απελευθέρωση της αγοράς/των αγορών βλ. απελευθέρωση, αποτυχία της αγοράς βλ. αποτυχία, ατελής αγορά βλ. ατελής, ευαίσθητη αγορά βλ. ευαίσθητος, καλάθι αγορών βλ. καλάθι, κοινή αγορά βλ. κοινός, λαϊκή αγορά βλ. λαϊκός, λαχειοφόρος αγορά βλ. λαχειοφόρος, μαύρη (αγορά) βλ. μαύρος, οικονομία της αγοράς βλ. ελεύθερη οικονομία, παράλληλη αγορά βλ. παράλληλος, πιστωτική αγορά βλ. πιστωτικός ● ΦΡ.: βγάζει (κάτι) στην αγορά: το προωθεί στο εμπόριο: Η εταιρεία σχεδιάζει να βγάλει στην ~ νέα σειρά καλλυντικών., βγαίνει στην αγορά: (για προϊόν) κυκλοφορεί στο εμπόριο· (για πρόσωπο) διεξάγει διαπραγματεύσεις, για να αγοράσει ή να πουλήσει κάτι: Κινητό που βγήκε ~ τον περασμένο μήνα.|| (για κράτος ή εταιρεία) Βγήκε ~/στις αγορές, για να δανειστεί. [< αρχ. ἀγορά, αγγλ. market, γαλλ. marché, γερμ. Markt]
  • αγορα- & αγορο-: α' συνθετικό ουσιαστικών με αναφορά στην αγορά: αγορα-νομία/~πωλησία.|| ~φοβία.|| ~στής.
  • λιρέτα

    [ἀγοράζω] α-γο-ρά-ζω ρ. (μτβ.) {αγόρα-σα, -σει, -στηκε, -στεί, αγοράζ-οντας, -όμενος, αγορα-σμένος} 1. αποκτώ κάτι με χρήματα: ~ δώρο/εισιτήρια/οικόπεδο/ρούχα/σπίτι/τρόφιμα. ~ άδεια (λ.χ. ταξί)/τα δικαιώματα (ενός βιβλίου)/πακέτο (υπηρεσιών)/το πρόγραμμα (π.χ. του θεάτρου)/χρόνο ομιλίας. Η εταιρεία ~σε το κανάλι/μετοχές/νέα γραφεία/το πλειοψηφικό μερίδιο. ~ (κάτι) ακριβά/από δεύτερο χέρι/επί πιστώσει/λιανικώς/για ένα κομμάτι ψωμί/μισοτιμής/(τοις) μετρητοίς/όσο όσο/νόμιμα/παράνομα/συνεταιρικά/σε τιμή ευκαιρίας/φτηνά/χονδρικώς. ~ με δόσεις/έκπτωση/ευκολίες πληρωμής/κλειστά μάτια. ~ από το ίντερνετ/σε πλειστηριασμό. Πόσο ~σες το πλυντήριο (: πόσο έκανε, κόστισε, στοίχισε); Η μαμά θα μου ~σει πατίνια (βλ. δωρίζω). Ο εξοπλισμός έχει ~στεί με κονδύλια του υπουργείου. ~όμενα είδη. Πβ. παίρνω. Βλ. προ~. ΑΝΤ. πουλώ (1) 2. (αρνητ. συνυποδ.) δωροδοκώ, εξαγοράζω: ~ διαιτητή/μάρτυρα/παίκτη/υπάλληλο (πβ. λαδώνω). ~ συνειδήσεις/ψήφους. Την ~σε με τα λεφτά του (: για ιδιοτελή ερωτική σχέση). Μεταχειρίζεται τους ανθρώπους σαν κάτι που πουλιέται και ~εται. Το μότο τους είναι ότι όλα ~ονται. ● ΦΡ.: αγοράζω χρόνο & (σπανιότ.) εξαγοράζω χρόνο (μτφ.): εξασφαλίζω χρόνο για την επίτευξη ενός στόχου: Η κυβέρνηση προσπαθεί να ~σει ~, για να υλοποιήσει το πρόγραμμά της. Πβ. κερδίζω χρόνο., αγρόν ηγόραζε/ηγόρασε (λόγ.) & αγόραζε/αγόρασε: για να δηλωθεί αδιαφορία, παραμέληση κάποιων σοβαρών θεμάτων, καταστάσεων: Διαμαρτυρήθηκε στον προϊστάμενό του για την αδικία, αλλά εκείνος ~ ~. Πβ. πέρα βρέχει, ζαμανφού., σε πουλά(ει) και σ' αγοράζει: για άνθρωπο έξυπνο, επιτήδειο που πείθει ή εξαπατά εύκολα κάποιον: ~ ~ με ένα χαμόγελό της/χωρίς να το καταλάβεις. Πβ. είναι διαβόλου κάλτσα., (αγοράζω/παίρνω) γουρούνι στο σακί βλ. γουρούνι [< αρχ. ἀγοράζω]

  • αγοραίος , α, ο [ἀγοραῖος] α-γο-ραί-ος επίθ. 1. που σχετίζεται με την αγορά και την αγοραπωλησία: ~α: οικονομία/συνάρτηση προσφοράς (ή ζήτησης) ενός αγαθού. ~ο: εμπόρευμα/(τεκμαρτό) ενοίκιο/προϊόν. 2. (μτφ.) με όρους της αγοράς, χυδαίος: ~ος: ρητορισμός. ~α: γλώσσα/τέχνη. ~ες: εκφράσεις. ~οι: τρόποι. ~α: ήθη/κίνητρα. ● Ουσ.: αγοραίο (το): ταξί με έδρα επαρχιακή πόλη που μισθώνεται για μεταφορά επιβατών. Βλ. ταξίμετρο. ● ΣΥΜΠΛ.: αγοραία αξία/τιμή: ΟΙΚΟΝ. τρέχουσα αξία ενός αξιογράφου ή περιουσιακού στοιχείου, όπως προκύπτει από τον νόμο της προσφοράς και της ζήτησης: ~ ~ ακινήτου/επιχείρησης/μετοχών. ~ ~ ανά τ.µ. ΦΠΑ επί της ~ας ~ας. ΣΥΝ. αγοραστική αξία [< αγγλ. market value/price] , αγοραίος έρωτας/αγοραίο σεξ: πορνεία. [< 1: γαλλ. de marché, αγγλ. market- 2: αρχ. ἀγοραῖος]
  • αγορανομία [ἀγορανομία] α-γο-ρα-νο-μί-α ουσ. (θηλ.): το σύνολο των υγειονομικών και των σχετικών με τις αγοραπωλησίες διατάξεων και συνεκδ. η αρμόδια δημόσια υπηρεσία που εποπτεύει την τήρησή τους ή οι υπάλληλοι της υπηρεσίας αυτής: έλεγχος/έφοδος/όργανα της ~ας. Υπηρεσίες ~ας της Ελληνικής Αστυνομίας για την αντιμετώπιση κρουσμάτων αισχροκέρδειας. Βλ. -νομία. [< αρχ. ἀγορανομία ‘το αξίωμα του επιθεωρητή στην αγορά’, αγγλ. market police/inspection]
  • αγορανομικός , ή, ό [ἀγορανομικός] α-γο-ρα-νο-μι-κός επίθ.: που αφορά τις αρμοδιότητες της αγορανομίας: ~ός: έλεγχος τιμών/υπεύθυνος. ~ή: επιτροπή. ~ό: αδίκημα/δικαστήριο. ~ές: διατάξεις. ● επίρρ.: αγορανομικά ● ΣΥΜΠΛ.: αγορανομικός κώδικας: ΟΙΚΟΝ. το σύνολο των αγορανομικών διατάξεων που διέπουν τη λειτουργία της αγοράς ως προς τις τιμές. [< αγγλ. market regulations code] [< αρχ. ἀγορανομικός]
  • αγορανόμος [ἀγορανόμος] α-γο-ρα-νό-μος ουσ. (αρσ. + θηλ.): υπάλληλος, επόπτης της αγορανομίας. Βλ. -νόμος. [< αρχ. ἀγορανόμος ‘επιθεωρητής της αγοράς’, γαλλ. contrôleur de marché, αγγλ. market inspector]
  • αγοραπωλησία [ἀγοραπωλησία] α-γο-ρα-πω-λη-σί-α ουσ. (θηλ.) & αγοροπωλησία: αγορά και πώληση αγαθών: δημόσια ~. ~ ακινήτων/αυτοκινήτων/γης/μετοχών. Ακύρωση/εκτέλεση εντολών/οι όροι της/τίμημα ~ας.|| (κατ' επέκτ., ανήθικη οικονομική συναλλαγή) ~ αιχμαλώτων/ομήρων. ~ αξιωμάτων και χρηματισμός υπαλλήλων. Δίκτυο ~ας παιδιών. Πβ. δοσοληψία. Βλ. νταραβέρι. [< γαλλ. achat et vente]
  • αγοραστής, αγοράστρια [ἀγοραστής] α-γο-ρα-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που αγοράζει κάτι και γενικότ. καταναλωτής: μελλοντικός/υποψήφιος ~. Φερεγγυότητα ~ή. ~ές ακινήτων. Βρίσκω/προσελκύω ~ές. Οι ~ές πρέπει να ελέγχουν τις τιμές των προϊόντων.|| (επίσ.-ως επίθ.) ~τρια: επιχείρηση/εταιρεία/κοινοπραξία/τράπεζα/χώρα. ΑΝΤ. πωλητής, πωλήτρια (1) [< αρχ. ἀγοραστής (‘δούλος προορισμένος να αγοράζει τρόφιμα, προμηθευτής’), ἀγοράστρια]
  • αγοραστικός , ή, ό [ἀγοραστικός] α-γο-ρα-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αγορά: ~ή: ευκαιρία/συμπεριφορά. ~ό: ενδιαφέρον/κίνητρο/κλίμα/κοινό/μερίδιο. ~ πυρετός παραμονές Χριστουγέννων. Αυξημένη/μειωμένη/πεσμένη/υποτονική ~ή κίνηση.|| (ΟΙΚΟΝ.) Δίνεται ασθενές/ισχυρό ~ό σήμα (: ένδειξη για αγορά μετοχών). ● ΣΥΜΠΛ.: αγοραστική αξία: ΟΙΚΟΝ. ανταλλακτική αξία: η ~ ~ του νομίσματος μιας χώρας/του χρήματος. Η ~ ~ του ακινήτου/της μετοχής/του µισθού/των προϊόντων. ΣΥΝ. αγοραία αξία/τιμή [< αγγλ. purchasing value] , αγοραστική δύναμη/ικανότητα: ΟΙΚΟΝ. τα αγαθά και οι υπηρεσίες που μπορούν να αγοραστούν με συγκεκριμένο χρηματικό ποσό, εισόδημα: Η ~ ~ του μέσου πολίτη. [< αγγλ. purchasing power/capacity] [< αρχ. ἀγοραστικός ‘εμπορικός’, αγγλ. purchasing]
  • αγοραστός , ή, ό [ἀγοραστός] α-γο-ρα-στός επίθ. (προφ.): (για προϊόν) που προμηθεύεται κάποιος από το εμπόριο: ~ό: ψωμί (ΑΝΤ. σπιτικό, σπιτίσιο). Το φύλλο της πίτας είναι ~ό (= έτοιμο). [< μτγν. ἀγοραστός]
  • αγοραφοβία [ἀγοραφοβία] α-γο-ρα-φο-βί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. νεύρωση που χαρακτηρίζεται από έντονο φόβο για το συγκεντρωμένο πλήθος σε ανοιχτούς, δημόσιους χώρους. Βλ. κλειστοφοβία, -φοβία. [< γερμ. Agoraphobie, γαλλ. agoraphobie, αγγλ. agoraphobia]
  • αγοραφοβικός , ή, ό [ἀγοραφοβικός] α-γο-ρα-φο-βι-κός επίθ.: ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. που υποφέρει από αγοραφοβία: ~ή: συμπεριφορά. ~ό: σύνδρομο.|| (ως ουσ.) Ο ~ φοβάται να διασχίσει πολυσύχναστους δρόμους. [< γαλλ. agoraphobique, αγγλ. agoraphobic]
  • αγορέ [ἀγορέ] α-γο-ρέ επίρρ.: (για πολύ κοντό γυναικείο κούρεμα) αγορίστικα: Έκοψε/κούρεψε τα μαλλιά της ~.|| (ως επίθ.) ~ στιλ. ΣΥΝ. α λα γκαρσόν

αναδυόμενος

αναδυόμενος, η, ο [ἀναδυόμενος] α-να-δυ-ό-με-νος επίθ. 1. που αναδύεται: ~ (μέσα) από τα κύματα.|| (μτφ.) ~η: επιχείρηση. ~ο: ταλέντο. ~οι: κίνδυνοι. ~α: ερωτήματα/προβλήματα. || ~α: κράτη. Οι ~οι γίγαντες της παγκόσμιας οικονομίας. 2. ΠΛΗΡΟΦ. για αντικείμενο γραφικού περιβάλλοντος που εμφανίζεται ξαφνικά στην οθόνη του υπολογιστή: ~η: διαφήμιση/λίστα. ~ο: μενού/μήνυμα/παράθυρο. ΣΥΝ. ποπ-απ ● Ουσ.: Αναδυομένη (η): προσωνυμία της θεάς Aφροδίτης. ● ΣΥΜΠΛ.: αναδυόμενες αγορές: ΟΙΚΟΝ. που αρχίζουν να αναπτύσσονται με καλές προοπτικές, συνήθ. σε λιγότερο αναπτυγμένες χώρες. [< αγγλ. emerging markets] , αναδυόμενη γραφή: ΨΥΧΟΛ. που αναπτύσσει το παιδί στην προσχολική ηλικία. [< αγγλ. emerging writing] , αναδυόμενος γραμματισμός βλ. γραμματισμός [< 1: αρχ. ἀναδυόμενος, αγγλ. emerging 2: αγγλ. pop-up, 1926]

ανάλυση

ανάλυση[ἀνάλυση] α-νά-λυ-ση ουσ. (θηλ.) 1. λεπτομερής εξέταση ενός γεγονότος, ενός φαινομένου ή μιας έννοιας με εντοπισμό και μελέτη των επιμέρους στοιχείων· κατ' επέκτ. προφορική ή γραπτή ανάπτυξη-παρουσίαση της αντίστοιχης έρευνας: αντικειμενική/βαθιά/εμπεριστατωμένη/ενδελεχής/εξαντλητική/επιφανειακή/κριτική/λεπτομερής/λογική/μουσική/προσεκτική/συστηματική ~. Κοινων(ιολογ)ική/οικονομική/πολιτική ~. ~ των (εκλογικών) αποτελεσμάτων/των δεδομένων/της επικαιρότητας/της κατάστασης/της πορείας (του Χρηματιστηρίου)/των πτυχών ενός ζητήματος/των στοιχείων. ~ έργου (: συστηματική καταγραφή των διακριτών σταδίων-βημάτων μιας εργασίας). ~ μιας θεωρίας/ενός όρου. ~ στα οικονομικά (της εταιρείας). Άρθρα/σχόλια και ~ύσεις. Επιχειρώ/κάνω μια ~ (σε βάθος). (ειρων.) ~ύσεις επί ~ύσεων! Βλ. αυτο~, μετα~, μικρο~, σύνθεση, υπερ~, ψυχ~. 2. διαχωρισμός, με τη χρήση επιστημονικών μεθόδων, ενός δείγματος στα στοιχεία από τα οποία αποτελείται, με σκοπό τον προσδιορισμό τους και τη μελέτη των ιδίων ξεχωριστά καθώς και του συνόλου: (ΦΥΣ.-ΧΗΜ.) δυναμική/εργαστηριακή/μηχανική/μικροσκοπική/φασματοσκοπική/χημική ~. Εργαστήριο/μέθοδοι/συσκευές/τεχνικές ~ης. Ποιοτική και ποσοτική ~ ενός μείγματος. ~ύσεις αερίων/γάλακτος/εδαφών/τροφίμων/υδάτων.|| (ΟΠΤ.) Φωτογραφική ~.|| (ΙΑΤΡ.) Ιατρικές ~ύσεις. Κάνω ~ αίματος (πβ. εξέταση, τεστ)/ούρων (= καλλιέργεια)/DNA.|| Στατιστική ~.|| (ΦΙΛΟΛ.-ΓΛΩΣΣ.) Γλωσσολογική/γραμματική/ετυμολογική/σημειωτική/συντακτική ~ (κειμένου). Λογοτεχνική ~ διηγήματος. Βλ. επαν~, ψυχ~. 3. ΠΛΗΡΟΦ. το πλήθος των πίξελ που εμφανίζονται σε μια οθόνη: ψηφιακή ~. ~ γραφικών/εικόνας. Κάμερα/τηλεόραση/φωτογραφίες υψηλής ~ης. Πβ. ευκρίνεια. 4. ΜΑΘ. (με κεφαλ. το αρχικό Α) κλάδος που έχει ως αντικείμενο τον λογισμό και τη θεωρία των ορίων. ● ΣΥΜΠΛ.: ανάλυση (της) διακύμανσης/διασποράς/μεταβλητότητας: ΣΤΑΤΙΣΤ. μέθοδος με την οποία εξετάζεται η επίδραση μίας ή περισσότερων ανεξάρτητων μεταβλητών στη διακύμανση μίας εξαρτημένης μεταβλητής: ~ ~ κατά έναν παράγοντα. [< αγγλ. variance analysis, analysis of variance (ANOVA), 1967] , ανάλυση αγοράς: ΟΙΚΟΝ. διαδικασία εξέτασης των παραγόντων, των συνθηκών και των χαρακτηριστικών μιας αγοράς: ~ ~ καυσίμων. [< αγγλ. market analysis] , ανάλυση κινδύνου/κινδύνων: ΟΙΚΟΝ. υπολογισμός και εκτίμηση των κινδύνων που σχετίζονται με χρηματοοικονομικές ή επενδυτικές αποφάσεις: έρευνα/κριτήρια/μελέτη ~ης ~ου. [< αγγλ. risk analysis, 1964] , ανάλυση λαθών/σφαλμάτων: επιστημονική μελέτη της ποιότητας και της ποσότητας των λαθών στο πλαίσιο των μαθηματικών, της γλωσσολογίας και της στατιστικής. [< αγγλ. error analysis, 1963] , ανάλυση (του) λόγου βλ. λόγος, ανάλυση περιεχομένου βλ. περιεχόμενο, ανάλυση συνομιλίας βλ. συνομιλία, ανάλυση συστημάτων βλ. σύστημα, αριθμητική ανάλυση βλ. αριθμητικός, διακριτική ανάλυση βλ. διακριτικός, ενόργανη ανάλυση βλ. ενόργανος, θεμελιώδης ανάλυση βλ. θεμελιώδης, παραγοντική ανάλυση/ανάλυση παραγόντων βλ. παραγοντικός, συνδυαστική ανάλυση βλ. συνδυαστικός ● ΦΡ.: σε τελική/σε τελευταία ανάλυση (προφ.-εμφατ.): προκειμένου να αναφερθεί στο τέλος η πιο σημαντική πτυχή ενός θέματος: Νομίζω ότι το πρόβλημα είναι μεγάλο και, ~ ~, αφορά όλους μας. Πβ. άλλωστε, εκτός αυτού/τούτου, εντέλει, εξάλλου, επιπλέον, τελικά. [< γαλλ. en dernière analyse ] [< αρχ. ἀνάλυσις ‘απαλλαγή, αποσύνθεση, επίλυση’, γαλλ. analyse, αγγλ. analysis, γερμ. Analyse, γαλλ.-αγγλ. resolution]

ανάπτυξη

ανάπτυξη[ἀνάπτυξη] α-νά-πτυ-ξη ουσ. (θηλ.) 1. πρόοδος, εξέλιξη, ακμή: αγροτική/αλματώδης/δυναμική/κοινωνική/ολοκληρωμένη/ποιοτική/πράσινη/σταδιακή/σταθερή/ταχεία/υγιής ~. ~ μιας εταιρείας/πόλης/χώρας. Μοντέλο/πρόγραμμα/ρυθμοί/σχέδιο/τροχιά ~ης. Αρνητική/μηδενική/πραγματική ~ της οικονομίας. Η ~ της βιομηχανίας/της γεωργίας/του διαδικτύου/του εμπορίου/της πληροφορικής/της τεχνολογίας/των τηλεπικοινωνιών/του τουρισμού. Αστική ~ και αναβάθμιση της ποιότητας ζωής. Περιφερειακή ~ και αποκέντρωση. Τοπική και εθνική ~. ~ και ανταγωνιστικότητα/απασχόληση/ευημερία. Υπουργείο Ανάπτυξης και Επενδύσεων. Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Επιβράδυνση της ~ης (στην ευρωζώνη).|| ~ των γραμμάτων/της επιστήμης/της παιδείας/του πολιτισμού/των τεχνών. Πβ. άνθιση, καλλιέργεια. Βλ. απο~, υπ~, υπερ~. ΑΝΤ. παρακμή 2. ΒΙΟΛ.-ΨΥΧΟΛ. δυναμική πορεία αύξησης, εξέλιξης και ωρίμανσης, χαρακτηριζόμενη από διαδοχικά στάδια, την οποία διανύει κάθε ζωντανός οργανισμός από τη στιγμή της σύλληψής του μέχρι την εφηβική ηλικία: ατομική/βιολογική/γνωστική/(δια)νοητική/(ψυχο)κοινωνική/πνευµατική/(ψυχο)σωματική ~. Aργή/καθυστερημένη/ομαλή/πρόωρη/φυσιολογική ~. Η ~ του παιδιού. ~ της νοημοσύνης/των οστών/της προσωπικότητας. Διαταραχές/επιβράδυνση/φάσεις της ~ης. Πβ. μεγάλωμα. Βλ. γήρανση, εξελικτική ψυχολογία.|| Το παιδί πρέπει να τρέφεται καλά, γιατί είναι (πάνω) στην ~ή του.|| ~ φυτού. 3. εμφάνιση, δημιουργία και σταδιακή αύξηση: ~ κλίματος εμπιστοσύνης/οικολογικής συνείδησης/σχέσεων συνεργασίας/υποδομών. ~ οικονομικών δραστηριοτήτων. ~ νεφώσεων. Σχεδιασμός και ~ ιστοσελίδων. Έρευνα και ~ νέων φαρμάκων. ~ δεξιοτήτων (= καλλιέργεια).|| (ΙΑΤΡ.) ~ ιών/νοσημάτων. ~ μικροβίων/μυκήτων στο δέρμα.|| (ΦΥΣ.) ~ τριβής.|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ φωνήεντος µεταξύ συµφώνων (π.χ. "σταθιμός" αντί "σταθμός"). 4. (διεξοδική) ανάλυση, παρουσίαση: θεωρητική/λεπτομερής/πλήρης ~ (= πραγμάτευση) του θέματος. ~ των απόψεων/των ιδεών/ισχυρισμών (κάποιου). 5. επέκταση, εξάπλωση (στον χώρο): ελεγχόμενη/ραγδαία ~. (Οικιστική) ~ της πρωτεύουσας.|| Περιορισμένης έκτασης ~ αστυνομικών δυνάμεων. (ΑΘΛ.) Η επιθετική ~ των γηπεδούχων. ΑΝΤ. σύμπτυξη. ● ΣΥΜΠΛ.: ανάπτυξη αγοράς: ΟΙΚΟΝ. στρατηγική που εφαρμόζει μια επιχείρηση για την αύξηση των πωλήσεών της μέσω της εξεύρεσης νέων αγορών. [< αγγλ. market development] , ανάπτυξη προϊόντων: ΟΙΚΟΝ. στρατηγική αύξησης των πωλήσεων με τη δημιουργία νέων, πιο ανταγωνιστικών προϊόντων ή υπηρεσιών ή τη βελτίωση όσων ήδη υπάρχουν. [< αγγλ. product development] , κόστος ανάπτυξης: ΟΙΚΟΝ. δαπάνες που καταβάλλονται για την έρευνα, τον σχεδιασμό, την παραγωγή ή βελτίωση προϊόντος (ή υπηρεσίας): ~ ~ και συντήρησης λογισμικού., οικονομική ανάπτυξη: ΟΙΚΟΝ. διαδικασία μακροπρόθεσμης αύξησης του πραγματικού εισοδήματος μιας χώρας ή μιας περιοχής: ισόρροπη/περιφερειακή/τοπική ~ ~. [< αγγλ. economic development, 1902] , αξιοβίωτη ανάπτυξη βλ. αξιοβίωτος, βιώσιμη/αειφόρος ανάπτυξη βλ. βιώσιμος, ενδογενής ανάπτυξη βλ. ενδογενής, έρευνα και ανάπτυξη βλ. έρευνα, Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης βλ. ευρωπαϊκός ● ΦΡ.: υπό ανάπτυξη (λόγ.) & σε ανάπτυξη: για διαδικασία που δεν έχει ολοκληρωθεί, που βρίσκεται ακόμα σε κατάσταση δημιουργίας, κατασκευής και εξέλιξης: επιχειρήσεις/οικονομίες/χώρες ~ ~ (= αναπτυσσόμενες). Προϊόντα ~ ~. Η ιστοσελίδα βρίσκεται ~ ~ (: υπό κατασκευή). [< αγγλ. under development] [< πβ. αρχ. ἀνάπτυξις ‘ξεδίπλωμα, άνοιγμα’, γαλλ. développement, αγγλ. development, γερμ. Entwicklung]

απελευθέρωση

απελευθέρωση[ἀπελευθέρωση] α-πε-λευ-θέ-ρω-ση ουσ. (θηλ.) 1. απόδοση ή απόκτηση της ελευθερίας: άμεση/εθνική/πολιτική ~. ~ των εδαφών/των κρατουμένων/των ομήρων (πβ. ελευθέρωση). ~ από τη φυλακή (= αποφυλάκιση). ~ του λαού μιας χώρας από τυραννικό καθεστώς. ~ της πόλης από τον δυνάστη/τον κατακτητή (πβ. λύτρωση). Πβ. λευτέρωμα. ΑΝΤ. υποδούλωση 2. (μτφ.) απαλλαγή από περιορισμούς ή καταναγκασμούς: κοινωνική/σεξουαλική ~. ~ του πνεύματος/του σώματος/της ψυχής. ~ των γυναικών (= ανεξαρτητοποίηση, χειραφέτηση)/της δημιουργικότητας/της έκφρασης/της εργασίας. ~ στις σχέσεις. ~ από την άγνοια/τα δεσμά/ενοχές/εξαρτήσεις (= απεξάρτηση)/κάθε μορφή εκμετάλλευσης/την καταπίεση/τις προλήψεις/τον φόβο. Η ~ (= αποδέσμευση) του ποιητικού λόγου από τον έμμετρο στίχο.|| Αποσυμφόρηση του κέντρου και ~ των δρόμων. ΑΝΤ. αποκλεισμός, κλείσιμο. 3. ΟΙΚΟΝ. διεξαγωγή εμπορικών συναλλαγών χωρίς κρατικές παρεμβάσεις: ~ των διδάκτρων/των ενοικίων/του νομίσματος/του παγκόσμιου εμπορίου/των τηλεπικοινωνιών/των τιμών/του τραπεζικού συστήματος/του ωραρίου λειτουργίας των καταστημάτων. Πβ. (φιλ)ελευθεροποίηση. 4. (επιστ.) έκλυση: ~ αερίων/ενέργειας/ηλεκτρονίων/νετρονίων/ορμονών. ~ ενδορφινών στον εγκέφαλο. ~ γενετικά τροποποιημένων οργανισμών στο περιβάλλον. Πρωτεΐνες βραδείας ~ης. Πβ. εκπομπή. 5. ΙΣΤ. (με κεφαλ. Α) (στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο) εκδίωξη των γερμανικών στρατευμάτων από τις κατεχόμενες περιοχές. ● ΣΥΜΠΛ.: απελευθέρωση της αγοράς/των αγορών & (φιλ)ελευθεροποίηση της αγοράς/των αγορών: ΟΙΚΟΝ. αποδέσμευση της αγοράς από κρατικές επεμβάσεις και δεσμεύσεις και δημιουργία προϋποθέσεων για την απρόσκοπτη λειτουργία των δυνάμεων της προσφοράς και ζήτησης. Βλ. ιδιωτικοποίηση. [< αγγλ. market liberalization] [< 1: αρχ. ἀπελευθέρωσις 2-4: γαλλ. libération]

αποτυχία

αποτυχία[ἀποτυχία] α-πο-τυ-χί-α ουσ. (θηλ.) {αποτυχιών} 1. μη επιθυμητή κατάληξη, ανεπιτυχής έκβαση: εισπρακτική/εμπορική/επαγγελματική/επική/επιχειρησιακή/καλλιτεχνική/οικονομική/οικτρή/ολοκληρωτική/παταγώδης/ταπεινωτική ~ (πβ. φιάσκο). ~ του εγχειρήματος/της προσπάθειας (πβ. αστοχία). ~ στην εκπλήρωση των στόχων. Σε πλήρη ~ κατέληξε η διάσκεψη. Απόπειρα καταδικασμένη σε ~. Σε ~ οδεύουν/οδηγούνται οι διαπραγματεύσεις (πβ. ναυάγιο). Υπήρξε μεγάλη ~ στις εξετάσεις (: οι μαθητές δεν έγραψαν καλά). Γνώρισε/δοκίμασε/είχε πολλές ~ες. Ύστερα από μια σειρά ~ών (πβ. ατυχία, ήττα).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ εγγραφής/εγκατάστασης.|| (ΙΑΤΡ.) ~ νεφρών (: αδυναμία εκτέλεσης της βασικής λειτουργίας τους). ΑΝΤ. επιτυχία (1) 2. (συνεκδ.) καθετί που δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες κάποιου: Το γλυκό/η ταινία ήταν (μια) σκέτη ~ (πβ. τζίφος). Είναι ~ να πάρουμε τη δεύτερη θέση. ● ΣΥΜΠΛ.: αποτυχία της αγοράς: ΟΙΚΟΝ. κατάσταση κατά την οποία η αγορά δεν οδηγεί σε αποτελεσματική και δίκαιη κατανομή πόρων και υπηρεσιών: παγκόσμια/τοπική ~ ~., σχολική αποτυχία: αδυναμία του μαθητή, που προέρχεται κυρ. από ευαίσθητες κοινωνικά ομάδες, να ανταποκριθεί στις στοιχειώδεις απαιτήσεις του σχολείου, με αποτέλεσμα να έχει χαμηλές επιδόσεις στα μαθήματα ή να εγκαταλείπει πρόωρα το σχολείο: ~ ~ και κοινωνικός αποκλεισμός/λειτουργικός αναλφαβητισμός. Μαθησιακές δυσκολίες και ~ ~. [< γαλλ. échec scolaire] [< αρχ. ἀποτυχία, γαλλ. échec, αγγλ. failure]

ατελής

ατελής, ής, ές [ἀτελής] α-τε-λής επίθ. {ατελ-ούς | -είς (ουδ. -ή)∙ ατελέστ-ερος, -ατος} 1. που παρουσιάζει ελλείψεις και γι' αυτό δεν είναι πλήρης, επαρκής, ολοκληρωμένος ή τέλειος: ~ής: έλεγχος (πβ. ανεπαρκής, ανολοκλήρωτος, υποτυπώδης). ~ής: ανάπτυξη/γνώση/πληροφόρηση. ~ές: έργο (πβ. μισοτελειωμένο). ~ή: στοιχεία.|| (ΧΗΜ.) Προϊόντα ~ούς καύσης (ΑΝΤ. τέλεια).|| (ΜΑΘ.) ~ διαίρεση (: που αφήνει υπόλοιπο, ΑΝΤ. τέλεια).|| (ΙΑΤΡ.) ~ές: κάταγμα.|| ~ής: κόσμος/νόμος. ~ής: όραση/οργάνωση. ~ές: σύστημα (ΑΝΤ. άρτιο). ~είς: μορφές ζωής (= κατώτερες). 2. που έχει απαλλαγεί από φόρους, δασμούς: ~ής: εισαγωγή αυτοκινήτων. Πβ. αδασμολόγητος, αφορολόγητος.|| ~είς: κλήσεις (= δωρεάν). ● επίρρ.: ατελώς [-ῶς]: χωρίς τέλη. ● ΣΥΜΠΛ.: ατελής αγορά: ΟΙΚΟΝ. στην οποία το κοινό δεν έχει πλήρη πρόσβαση στη χρηματοπιστωτική πληροφόρηση και οι πωλητές δεν μπορούν εύκολα και άμεσα να βρουν αγοραστές και το αντίστροφο. [< αγγλ. imperfect market] , ατελής ανταγωνισμός: ΟΙΚΟΝ. κάθε κατάσταση αγοράς που δεν είναι εντελώς ανταγωνιστική: εμπόριο υπό συνθήκες ~ούς ~ού (μονο-, ολιγο-πώλια) στις διεθνείς αγορές. [< αγγλ. imperfect competition] , ατελής οστεογένεση βλ. οστεογένεση [< 1: αρχ. ἀτελής, γαλλ. incomplet 2: αρχ. ~]

βάρκα

βάρκαβάρ-κα ουσ. (θηλ.): μικρό, συνήθ. ξύλινο και ανοιχτό πλεούμενο: μηχανοκίνητη (βλ. βενζινάκατος)/φουσκωτή (ΣΥΝ. φουσκωτό) ~. ~ ψαρέματος (= ψαρόβαρκα· βλ. γρι-γρι, καΐκι, τράτα, τρεχαντήρι, ψαροπούλα). (παλαιότ.) ~ με πανιά/κουπιά. Βόλτα με τη ~ (= βαρκάδα). Πβ. λέμβος. Βλ. γόνδολα.|| Οι ~ες των ιθαγενών. Βλ. καγιάκ, κανό, μονόξυλο, πιρόγα.|| (προφ.) Τα παπούτσια σου έχουν γίνει σαν ~ες (: έχουν ξεχειλώσει). ● Υποκ.: βαρκάκι (το): Βλ. καραβάκι., βαρκούλα (η) ● ΦΡ.: σε βάρκα γεννήθηκες; (προφ.-ειρων.): σε περιπτώσεις που κάποιος ξεχνά την πόρτα ανοιχτή., στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα (ειρων.): με πλήρη άγνοια του τι πρόκειται να συμβεί και συνήθ. χωρίς σχέδιο και προγραμματισμό: πορεία/ταξίδι ~ ~. Βαδίζουμε/πάμε ~ ~. Πβ. στα κουτουρού, στα τυφλά, στην τύχη., βάρκα γιαλό βλ. γιαλός, εδώ καράβια χάνονται/πνίγονται, βαρκούλες αρμενίζουν βλ. καράβι, ίσα βάρκα, ίσα νερά βλ. ίσος, την κάτσαμε (τη βάρκα) βλ. κάθομαι, χεστήκαμε κι η βάρκα γέρνει βλ. χέζω [< μεσν. βάρκα]

γνωστός

γνωστός, ή, ό γνω-στός επίθ. 1. που τον γνωρίζουν: ~ός: παραλήπτης. ~ή: ιστορία/τακτική (= συνηθισμένη)/φράση. ~ό: τραγούδι. ~οί: κύκλοι (βλ. περίγυρος). Έγινε διεθνώς/ευρέως/παγκοσμίως ~. Ακολουθεί η ~ή διαδικασία (= τυπική). Κάπου την ξέρω, είναι ~ή φάτσα/φυσιογνωμία (= γνώριμη). ~ στην ανθρωπότητα/στην αρχαιότητα/στο κοινό/στον κόσμο/στο πανελλήνιο/στην πιάτσα/στο χώρο της πολιτικής. Έμεινε ~ στην ιστορία ως ... ~ με την επωνυμία/το όνομα/τον τίτλο ... ~ για τους αγώνες/τις ιδέες του. ~ από το έργο του/τη συμμετοχή του στο .../τη συνεργασία του με ... Καθιστώ/κάνω κάτι ~ό (= γνωστοποιώ). Είναι σε όλους/τοις πάσι ~ό ότι/πως ... (πβ. πασίγνωστος).|| (ως ουσ., προφ.) Τι κάνεις; Tα ~ά. ΑΝΤ. άγνωστος 2. που έχει αποκτήσει φήμη, διάσημος: ~ός: επιστήμονας/καλλιτέχνης (πβ. προβεβλημένος)/οίκος μόδας. ~ή: εταιρεία/μάρκα. Υπεύθυνος ~ού πολυκαταστήματος. ~ και ξακουστός σ' όλο τον κόσμο (βλ. ονομαστός). Έγινε γρήγορα ~ στον χώρο του θεάματος. Πβ. επώνυμος, φημισμένος.|| (αρνητ. συνυποδ.) ~ός: απατεώνας/κακοποιός/τρομοκράτης. Πβ. διαβόητος. ● Ουσ.: γνωστός, γνωστή (ο/η): πρόσωπο με το οποίο γνωριζόμαστε, έχουμε οικειότητα: κοινός ~. Συγγενείς/φίλοι και ~οί. Είναι ~ μου. Έχω ~ό στην επιτροπή/στο υπουργείο (πβ. βύσμα, γνωριμία, κονέ, μέσο). Πβ. γνώριμος. Βλ. φίλος. ● ΣΥΜΠΛ.: γνωστοί-άγνωστοι: ταραχοποιά στοιχεία που δρουν ανενόχλητα, χωρίς να συλλαμβάνονται από τις Αρχές: Χτύπησαν πάλι οι ~ ~. Βλ. κουκουλοφόρος., αδίδακτο/άγνωστο, διδαγμένο/γνωστό (κείμενο) βλ. κείμενο ● ΦΡ.: γνωστός και μη εξαιρετέος (συνήθ. ειρων.): για πρόσωπο αρκετά γνωστό: Παρών και ο ~ ~ εκδότης κουτσομπολίστικης φυλλάδας., ως γνωστό(ν) (λόγ.): όπως όλοι γνωρίζουν: ~ ~, τέθηκε σε εφαρμογή ο νέος επενδυτικός νόμος. [< αρχ. γνωστός]

-γονία

-γονία(λόγ.): λεξικό επίθημα αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών με αναφορά στη γέννηση ή τη δημιουργία: αμφι~/αρρενο~/εμβρυο~/σπερματο~. Μονο~. Tεκνο~ (πβ. -ποιία).|| Θεο~/κοσμο~.

γουρούνι

γουρούνιγου-ρού-νι ουσ. (ουδ.) {γουρουν-ιού | -ιών} 1. ΖΩΟΛ. παμφάγο κατοικίδιο θηλαστικό (οικογ. Suidae) με μεγάλο σώμα και κοντά πόδια, που εκτρέφεται για το κρέας και το δέρμα του: άγριο (= αγριογούρουνο, κάπρος)/καλοθρεμμένο ~. Εκτροφή ~ιών. Tο ~ γρυλίζει/σκούζει/κυλιέται στη λάσπη. ΣΥΝ. χοίρος 2. (υβριστ.) άξεστος, χυδαίος ή αναίσθητος άνθρωπος: όρθιο ~. Είναι πολύ ~! Φέρθηκε σαν ~. Πβ. γαϊδούρι, κτήνος. 3. (μειωτ.) χοντρός, λαίμαργος ή βρόμικος άνθρωπος: Tρώω σαν ~. Zει σαν τα ~ια (: μέσα στη βρομιά). ● Υποκ.: γουρουνάκι (το) ● ΦΡ.: (αγοράζω/παίρνω) γουρούνι στο σακί (μτφ.-προφ.): για βιαστική, επιπόλαιη απόφαση, κυρ. σε περιπτώσεις αγοράς ενός προϊόντος ή επιλογής συντρόφου: Να το δω πρώτα! Δεν θα πάρω ~ ~ (πβ. ό,τι κι ό,τι)., όλα τα γουρούνια έχουνε την ίδια μούρη/μια μύτη έχουνε (μειωτ.): για τα κοινά χαρακτηριστικά ανθρώπων που ανήκουν στον ίδιο (επαγγελματικό, πολιτικό, κοινωνικό) χώρο., σαν να σφάζουν γουρούνι (προφ.): για οξύ, διαπεραστικό και ενοχλητικό ήχο., σαπουνίζοντας γουρούνι χάνεις χρόνο και σαπούνι (παροιμ.): ματαιοπονεί όποιος επιδιώκει να αλλάξει τον χαρακτήρα ενός ανθρώπου. ΣΥΝ. τον αράπη κι αν τον πλένεις, το σαπούνι σου χαλάς [< μεσν. γουρούνιν]

γραμμή

γραμμήγραμ-μή ουσ. (θηλ.) 1. το σύνολο των διαδοχικών θέσεων ενός σημείου που κινείται στον χώρο, συνεχές και συνήθ. μακρόστενο ίχνος ή όριο (ορατό ή νοητό): (ΓΕΩΜ.) διαγώνια/διακεκομμένη/διπλή/ευθεία (βλ. ευθυγραμμία)/κάθετη/καμπύλη/κατακόρυφη/μονή/οριζόντια/τεθλασμένη ~. Ισοϋψείς/παράλληλες ~ές. Σημείο τομής δύο ~ών. Τραβώ/χαράσσω μια ~.|| Η ~ του αιγιαλού/ισημερινού/ορίζοντα/των συνόρων. Οριοθετική ~.|| (ΑΘΛ.) ~ εκκίνησης/τερματισμού. Η μπάλα πέρασε τη ~ (του) τέρματος.|| Οι ~ές του πενταγράμμου/τετραδίου. Διάστημα μεταξύ δύο ~ών (= διάστιχο). Έγραψα πέντε ~ές (= αράδες). Έλεγξα το κείμενο ~ προς ~. Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές (: αυτά τα λόγια). || ~ κορμού. Οι ~ές του τραμ/του τρένου (= ράγες).|| Οι ~ές του προσώπου (βλ. ρυτίδες)/χεριού. Η ~ της ζωής/καρδιάς/τύχης (βλ. χειρομαντεία).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ διευθύνσεων/εντολών/εργαλείων/εργασιών/σάρωσης. (ΤΕΧΝΟΛ.) Εκτυπωτές ~ής.|| (ΝΑΥΤ.) ~ φορτώσεως (: καθορίζει τη μέγιστη επιτρεπόμενη βύθιση του πλοίου). 2. (ειδικότ.) το περίγραμμα αντικειμένου ή σώματος· σχήμα, φόρμα: οι ~ές του αυτοκινήτου/βουνού/κτιρίου/τοπίου. Αδρές/έντονες/λεπτές ~ές προσώπου (= χαρακτηριστικά). Έχει ωραίες ~ές (: είναι καλλίγραμμη. ΣΥΝ. σιλουέτα).|| Αρμονία των ~ών. Ρούχο σε ίσια/σπορ/στενή/φαρδιά ~. Σαλόνι σε μοντέρνα/κλασική ~. Η σύγχρονη αισθητική επιβάλλει απλές/καθαρές/λιτές ~ές. 3. πραγματικό ή νοητό μέσο σύνδεσης, μεταφοράς και η αντίστοιχη υπηρεσία: (ΤΗΛΕΠ.) επίγεια/υποθαλάσσια ~. Απευθείας/δεύτερη ~. ~ές τηλεφώνου. ~ ίντερνετ/μετάδοσης (: δεδομένων, σημάτων). Αναβάθμιση/αριθμός/ενεργοποίηση/ενισχυτής/κατάργηση/παροχή ~ής. Οι ~ές είναι εκτός λειτουργίας. Η ~ είναι κατειλημμένη (: το τηλέφωνο μιλάει).|| (ΗΛΕΚΤΡ.) ~ ηλεκτρικού ρεύματος. ~ές υψηλής τάσης.|| Εμπορική/επιδοτούμενη/λεωφορειακή/ταχυδρομική/υπέργεια/υπόγεια ~. Η ~ του Ηλεκτρικού/μετρό. Ανακαίνιση/επέκταση/οι σταθμοί (της) ~ής. ~ές πλοίων/ακτοπλοϊκές ~ές. Αστικές ~ές ΚΤΕΛ. ~ές εξωτερικού/εσωτερικού. Οχηματαγωγά δρομολογημένα στη ~ των Κυκλάδων/σε τακτική ~. Ταξίδεψε με το αεροπλάνο/λεωφορείο/πλοίο της ~ής. Άλλαξα ~ και προορισμό. 4. (μτφ.) γενική κατεύθυνση, πορεία ή οδηγία που πρέπει να ακολουθηθεί, ώστε να επιτευχθεί ορισμένος στόχος: ενιαία/ιδεολογική/κατευθυντήρια/κομματική/πολιτική ~. Καθορίζει τη ~ της εφημερίδας/κυβέρνησης. Κράτησε την ίδια ~. Την τελευταία στιγμή άλλαξε ~. Η ~ δράσης στοχεύει στην οικονομική ανάπτυξη. Επικράτησε η ~ των μετριοπαθών. Δόθηκε/έπεσε ~ να καταψηφιστεί η υποψηφιότητά του. Πβ. ντιρεκτίβα. 5. ευθυγραμμισμένη σειρά ή διάταξη προσώπων, πραγμάτων, στοιχείων: οχυρωματική ~. ~ βολής/διαδοχής/κρούσης/μάχης/προέλασης. Οι ~ές άμυνας του εχθρού. Βάζω κάποιον/κάτι στη ~.|| Λεωφόροι με ~ές δέντρων (= δεντροστοιχίες). Τα στοιχεία ενός πίνακα οργανώνονται σε ~ές και στήλες (: οριζοντίως και καθέτως).|| (μτφ.) Προσχώρησε στις ~ές του κόμματος/της οργάνωσης.|| Χρονική ~ γεγονότων (πβ. διαδοχή). 6. (ως επίρρ.) κατευθείαν, χωρίς ενδιάμεσες στάσεις ή στη σειρά: Έφυγε/τράβηξε ~ για το γραφείο. ● Υποκ.: γραμμούλα (η): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: άγονη γραμμή: ακτοπλοϊκή (ή σπανιότ. συγκοινωνιακή) γραμμή με μικρή επιβατική κίνηση και συνεκδ. τα νησιά που εξυπηρετούνται από αυτή ή ο αντίστοιχος γεωγραφικός χώρος: τα δρομολόγια της ~ης ~ής. Το πλοίο εξυπηρετεί/καλύπτει την ~ ~., αεροπορική γραμμή {συνηθέστ. στον πληθ.}: αερογραμμή., ανοιχτή γραμμή (επικοινωνίας): που επιτρέπει την απευθείας πληροφόρηση ή συνεννόηση: Λειτουργεί ~ ~ βοήθειας/εξυπηρέτησης/(υπο)στήριξης (: για τηλεφωνική υπηρεσία). ~ ~ επικοινωνίας μεταξύ των αρμόδιων υπουργείων. Βρισκόμαστε σε ~ ~ με τον πρωθυπουργό για ... [< αγγλ. open line] , άσπρη/λευκή γραμμή 1. λωρίδα στο οδόστρωμα που διαχωρίζει τα ρεύματα κυκλοφορίας. 2. ΑΝΑΤ. ινώδης περιοχή της κοιλιακής χώρας κάτω από τον ομφαλό και μέχρι το τριχωτό του εφηβαίου που σχηματίζεται από τις προσφύσεις των πλάγιων κοιλιακών μυών., γραμμές (του) τέρματος: ΑΘΛ. (κυρ. στο ποδόσφαιρο) οι δύο μικρότερες γραμμές (πλάτους) των εξωτερικών ορίων αγωνιστικού χώρου. Βλ. πλάγια γραμμή., γραμμή επαφής (με αιώρηση αλυσοειδούς): ΤΕΧΝΟΛ. σύστημα για την τροφοδοσία τρένων, τρόλεϊ και τραμ με ηλεκτρικό ρεύμα, το οποίο αποτελείται από τους αγωγούς επαφής, τα φέροντα καλώδια, τους αναρτήρες και όλα τα εξαρτήματα που τοποθετούνται μεταξύ των αγωγών και των μονωτήρων. Βλ. αλυσοειδής (ανάρτηση)., γραμμή μεταφοράς 1. ΤΕΧΝΟΛ. σύνολο αγωγών ή καλωδίων για τη μεταφορά ενέργειας ή σήματος: εναέρια ~ ~ ρεύματος μέσης/υψηλής τάσης. 2. υπηρεσία που εξυπηρετεί τις μετακινήσεις: ~ ~ εμπορευμάτων/επιβατών. [< αγγλ. transmission line] , γραμμή παραγωγής ΟΙΚΟΝ. 1. σύστημα με συγχρονισμένες λειτουργίες που χρησιμοποιείται σε παραγωγική μονάδα: αυτοματοποιημένη/ολοκληρωμένη ~ ~. Πβ. αλυσίδα παραγωγής. 2. & γραμμή προϊόντος: ομάδα προϊόντων που ανήκουν στο ίδιο είδος. [< αγγλ. production line, 1935] , γραμμή συναρμολόγησης: σύστημα με συγχρονισμένες λειτουργίες που χρησιμοποιείται σε βιομηχανική μονάδα, όπου μηχανές και εξαρτήματα τοποθετούνται στη σειρά για τη συναρμολόγηση του τελικού προϊόντος: κινούμενη ~ ~. ~ ~ αυτοκινήτων/κινητήρων. [< αγγλ. assembly line] , διαχωριστική γραμμή: οτιδήποτε διαχωρίζει· όριο: φυσική ~ ~. Παραβίασε τη ~ ~ και πήρε κλήση.|| (μτφ.) ~ ~ μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς. Δυσκολεύεται να τραβήξει μια ~ ~ ανάμεσα στην οικογένεια και το επάγγελμα. [< γαλλ. ligne disjonctive] , επίσημη γραμμή: οι κατευθυντήριες και δεσμευτικές θέσεις ενός φορέα απέναντι σε ένα θέμα: Ακολουθεί την/διαφοροποιήθηκε από την ~ ~ του κόμματος. [< αγγλ. official line, 1974] , η γραμμή του τρίποντου/των 6,75: ΑΘΛ. (στο ευρωπαϊκό μπάσκετ) το όριο πέρα από το οποίο επιχειρείται σουτ τριών πόντων: Ευστόχησε/σκόραρε από τη ~ ~ (: πέτυχε τρίποντο)., κίτρινη γραμμή: που έχει σχεδιαστεί στο οδόστρωμα, παράλληλα με το κράσπεδο του πεζοδρομίου, για την απαγόρευση της στάσης και της στάθμευσης., κόκκινη γραμμή 1. & θερμή γραμμή: ειδική και αποκλειστική γραμμή άμεσης επικοινωνίας για ανταλλαγή στρατιωτικών, πολιτικών πληροφοριών, κυρ. μεταξύ αρχηγών κρατών: ~ (τηλεφωνική) ~ λειτούργησε χθες στον Λευκό Οίκο. ~ ~ μεταξύ των αεροπορικών στρατηγείων. Πβ. κόκκινο/πορτοκαλί τηλέφωνο. 2. όριο, κρίσιμο σημείο που δεν επιτρέπεται να το υπερβεί κάποιος: Πέρασαν την ~ ~ που έχει οριοθετήσει η διεθνής κοινότητα. [< 1: αγγλ. hot line, 1955 2: αγγλ. red line, 1952] , λεπτή γραμμή (μτφ.): οριακό, διαχωριστικό σημείο: ~ ~ ανάμεσα στην αγάπη και το μίσος. Η ~ ~ που χωρίζει τη ζωή από τον θάνατο., μελωδική γραμμή: ΜΟΥΣ. μελωδία: αντιστικτική/απλή/κύρια/ρυθμική ~ ~. Η ανιούσα ~ ~ των μπάσων., πλευρική γραμμή: ΖΩΟΛ. αισθητήριο όργανο ψαριών και αμφιβίων που ανιχνεύει την οποιαδήποτε κίνηση στο νερό. [< γαλλ. ligne latérale ] , πράσινη γραμμή: & γραμμή Αττίλα: το προστατευόμενο από τον ΟΗΕ όριο που χωρίζει την Κύπρο σε ελεύθερα (νότιο τμήμα) και κατεχόμενα (βόρειο τμήμα) εδάφη. [< αγγλ. green line] , πρώτη γραμμή 1. το πεδίο όπου μαίνεται ο πόλεμος, το μέτωπο· (συχνότ. κατ' επέκτ.) κάθε εμπροσθοφυλακή, πρωτοπορία: Πολέμησε στην ~ ~.|| Στην ~ ~ των μεταρρυθμίσεων. Ήταν πάντα παρών στην ~ ~ των λαϊκών αγώνων. 2. επίκεντρο: στην ~ ~ του ενδιαφέροντος/των εξελίξεων/της επικαιρότητας., πρώτης γραμμής (μτφ.): άριστης ποιότητας· πολύ μεγάλης αξίας, σημασίας: τεχνολογία/υπηρεσίες/φάρμακα ~ ~.|| Στόχος ~ ~ (= πρώτης προτεραιότητας). Στέλεχος ~ ~ (= βασικό, κορυφαίο). ΣΥΝ. πρώτης τάξεως/τάξης, σιδηροδρομική γραμμή: δύο σταθερά συνδεδεμένες παράλληλες ράγες πάνω στις οποίες κινούνται τα οχήματα του σιδηρόδρομου και κατ' επέκτ. η διαδρομή που εξυπηρετούν: ~ ~ υψηλών ταχυτήτων. [< γαλλ. voie ferrée/ferroviaire] , σκληρή γραμμή (μτφ.): τακτική αντιπαράθεσης χωρίς υποχωρήσεις: Η κυβέρνηση ακολουθεί ~ ~ στο θέμα της διαφθοράς. [< αγγλ. hard line, 1962] , τηλεφωνική γραμμή: ΤΗΛΕΠ. καλωδίωση που έχει ορισμένο αριθμό και μεταφέρει τηλεφωνικά σήματα συνδέοντας περιοχές: αναλογική/εσωτερική/συμβουλευτική/ψηφιακή ~ ~., αμυντική γραμμή βλ. αμυντικός, Ασύμμετρη Ψηφιακή Συνδρομητική Γραμμή βλ. ασύμμετρος, γραμμή (του) πυρός βλ. πυρ, γραμμή άλφα βλ. άλφα, γραμμή του μετώπου βλ. μέτωπο, γραμμή/πορεία πλεύσης βλ. πλεύση, επιθετική γραμμή βλ. επιθετικός, ηλεκτρικές γραμμές βλ. ηλεκτρικός, ίσαλος (γραμμή) βλ. ίσαλος, μεσαία γραμμή βλ. μεσαίος, μισθωμένη γραμμή βλ. μισθώνω, οικοδομική γραμμή/γραμμή δόμησης βλ. οικοδομικός, οροθετική γραμμή βλ. οροθετικός1, πλάγια γραμμή βλ. πλάγιος, ροζ τηλέφωνα βλ. ροζ, ρυμοτομική γραμμή βλ. ρυμοτομικός ● ΦΡ.: διαβάζω ανάμεσα στις/πίσω (/κάτω/μέσα) από τις γραμμές (/αράδες): ανακαλύπτω μια σημασία ή έναν σκοπό που δεν εκφράζεται ρητά σε ένα κείμενο, μαντεύω τα υπονοούμενα: Μπορεί και ~ει ~. [< γαλλ. lire entre des lignes] , διατηρώ τη γραμμή μου: παραμένω κομψός και αδύνατος: Ασκείται καθημερινά, για να ~εί ~ της., εκτός γραμμής 1. για κάποιον που δεν ακολουθεί τη γενική κατεύθυνση του συνόλου ή της ομάδας όπου ανήκει: Βουλευτής που βρίσκεται ~ ~ του κόμματος (= αποκλίνει). 2. ΠΛΗΡΟΦ. για περιφερειακή συσκευή που δεν ελέγχεται προσωρινά από την κεντρική μονάδα επεξεργασίας ή δεν επικοινωνεί με αυτή. [< 2: αγγλ. off-line, 1950] , κατευθείαν γραμμή: (για συγγένεια) που ενώνει πατέρα, γιο ή κόρη, εγγονό ή εγγονή., κόπηκε/έπεσε η γραμμή (προφ.): διακόπηκε η τηλεφωνική επικοινωνία: Ξαφνικά, εκεί που μιλάγαμε, ~ ~., μπαίνω στη γραμμή 1. τοποθετούμαι σε σειρά δίπλα σε άλλους ή πίσω τους: Μπήκαν ~ ~, για να σερβιριστούν. Πβ. μπαίνω στη/σε σειρά. 2. παρεμβάλλομαι (σε τηλεφωνική επικοινωνία): Δεν σ' ακούω, μάλλον κάποιος μπήκε ~ ~. 3. (για μεταφορικό μέσο) εντάσσομαι σε δρομολόγιο: Το πλοίο μπήκε ~ ~ των Κυκλάδων., παίρνω γραμμή (συχνά αρνητ. συνυποδ.): λαμβάνω κατευθυντήριες γραμμές για τον τρόπο χειρισμού μιας κατάστασης: ~ ~ από την κυβέρνηση. Πήρε ~ από το κόμμα και άλλαξε στάση., παίρνω κάποιον/κάτι γραμμή (νεαν. αργκό): αντιλαμβάνομαι, παίρνω είδηση, χαμπάρι: Δεν πήρε ~ τίποτα. Μας πήρε ~ κι έβαλε τις φωνές., πιάνω γραμμή (προφ.): καταφέρνω να επικοινωνήσω τηλεφωνικά με κάποιον: Δεν μπορώ/προσπαθώ να ~σω ~., σε γενικές γραμμές & σε αδρές/χοντρές γραμμές: γενικά, χωρίς λεπτομέρειες, χοντρικά: Περιέγραψε τις νέες πρακτικές ~ ~. Δίνει/σκιαγραφεί με/σε ~ ~ το ιστορικό πλαίσιο της εποχής. Πβ. μέσες άκρες, κατά προσέγγιση, πάνω κάτω, περίπου. ΣΥΝ. σε γενικά πλαίσια, (συγγενείς/συγγένεια) σε πλάγια γραμμή/εκ πλαγίου βλ. πλάγιος, έσπασαν/άναψαν τα τηλέφωνα/οι γραμμές βλ. τηλέφωνο, σε ευθεία γραμμή βλ. ευθύς [< αρχ. γραμμή, γαλλ. ligne, αγγλ. line, γερμ. Linie]

ειδικότητα

ειδικότητα[εἰδικότητα] ει-δι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): το σύνολο των ειδικών γνώσεων σε ορισμένο γνωστικό ή τεχνικό κλάδο, ο αντίστοιχος τομέας και η εκπαίδευση που οδηγεί στην απόκτησή τους: μαθήματα ~ας.|| Κύρια/ομαδοποιημένη ~. ~ καρδιολογίας. Επαγγελματικές/επιστηµονικές/προσφερόμενες ~ες. ~ες αιχμής. Ασκεί τα καθήκοντα ή τις εργασίες της ~άς του. Υποψήφιοι όλων των ~ήτων.|| Nέες θέσεις για ~. Δίδεται/χορηγείται πλήρης ~ (: ο αντίστοιχος τίτλος). Πβ. εξειδίκευση. Βλ. -ότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: άγονες ειδικότητες: στις οποίες δεν ασκείται ο απαιτούμενος αριθμός γιατρών σύμφωνα με τις υπάρχουσες ανάγκες. ● ΦΡ.: είναι η ειδικότητά μου (μτφ.-προφ.): το δυνατό μου σημείο, το φόρτε μου. [< γαλλ. spécialité]

εμπόριο

εμπόριο[ἐμπόριο] ε-μπό-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -ίου}: ΟΙΚΟΝ. αγοραπωλησία αγαθών, υπηρεσιών ή οικονομικών τίτλων, με σκοπό το κέρδος: γενικό/διεθνές/θαλάσσιο (βλ. ναυτιλία) ~. Εξωτερικό/εισαγωγικό (= εισαγωγές)/εξαγωγικό (= εξαγωγές) ~. Εσωτερικό/λιανικό (= λιαν~)/χονδρικό (= χονδρ~) ~. ~ αυτοκινήτων/ειδών υγιεινής/κρασιού/μετάλλων/τροφίμων (ΣΥΝ. εμπορία). ~ και επιχειρήσεις. Γενική Γραμματεία ~ίου (ακρ. ΓΓΕ). Ασχολείται με το/κάνει ~ ρούχων (= εμπορεύεται ρούχα). Βλ. ΠΟΕ, GATT.|| Παράνομο ~ (= λαθρ~, παρα~). ~ ανθρώπων (κυρ. βρεφών ή παιδιών). ~ ναρκωτικών/όπλων (πβ. διακίνηση). ~ αρχαιοτήτων (= αρχαιοκαπηλία). ● ΣΥΜΠΛ.: ελεύθερο εμπόριο: που διενεργείται ελεύθερα μεταξύ των κρατών, χωρίς την επιβολή μέτρων προστατευτισμού, κυρ. δασμών: ~ ~ και ελεύθερη διακίνηση. Ζώνη ~ου ~ίου (= ελεύθερων συναλλαγών). Βλ. παρεμβατ-, (νεο)φιλελευθερ-ισμός. [< αγγλ. free trade] , εμπόριο ελπίδας/ελπίδων (αρνητ. συνυποδ.): συναλλαγές ή συμφωνίες, οι οποίες στηρίζονται στην εκμετάλλευση του ανθρώπινου πόνου μέσα από τη δημιουργία ή παροχή συνήθ. ψεύτικων ελπίδων ή υποσχέσεων σε άτομα που μειονεκτούν (π.χ. ασθενείς, ανέργους): ~ ~ σε βάρος των καρκινοπαθών., εναλλακτικό και αλληλέγγυο εμπόριο & δίκαιο (και αλληλέγγυο) εμπόριο & εναλλακτικό εμπόριο: ΟΙΚΟΝ.-ΟΙΚΟΛ. νέα μορφή εμπορικής δραστηριότητας, οι φορείς της οποίας (συνεταιρισμοί και μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί) προμηθεύονται προϊόντα από μικρούς παραγωγούς των αναπτυσσόμενων χωρών, που σέβονται την ανθρώπινη εργασία και το περιβάλλον, και τα διαθέτουν στην αγορά σε συγκεκριμένα καταστήματα και σε δίκαιες τιμές· κατ΄επέκτ. το συγκεκριμένο κίνημα που αποσκοπεί στην καταπολέμηση της φτώχειας και τη βιώσιμη ανάπτυξη του αναπτυσσόμενου κόσμου. [< αγγλ. fair trade, 1947] , ηλεκτρονικό εμπόριο: που γίνεται μέσω κυρ. του διαδικτύου: ~ ~ μεταξύ επιχειρήσεων (και καταναλωτών). Πύλη ~ού ~ίου. Πβ. τηλεμπόριο. Βλ. ευρυζωνικότητα. [< αγγλ. electronic/e- commerce, 1993] , παράλληλο εμπόριο: που διεξάγεται με διαφορετικούς τρόπους και διαδικασίες σε σχέση με το συνηθισμένο εμπόριο, ταυτόχρονα όμως με αυτό., διαμετακομιστικό εμπόριο βλ. διαμετακομιστικός, εμπόριο/εμπορία οργάνων βλ. όργανο ● ΦΡ.: του εμπορίου: χαρακτηρισμός προϊόντων, συνήθ. τροφίμων και ποτών, που παρασκευάζονται σε βιομηχανικές μονάδες και προορίζονται για μαζική κατανάλωση: λάδι ~ ~ (= συσκευασμένο· ΑΝΤ. χύμα)., εκτός εμπορίου βλ. εκτός, έλλειψη χρημάτων, στάση εμπορίου βλ. στάση, εμπόριο λευκής σαρκός βλ. σαρξ [< αρχ. ἐμπόριον, γαλλ. commerce, αγγλ. trade]

έρανος

έρανος[ἔρανος] έ-ρα-νος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -άνου}: συγκέντρωση κυρ. χρημάτων σε εθελοντική βάση για φιλανθρωπικούς ή κοινωφελείς σκοπούς: Πανελλήνιος Αντικαρκινικός ~. ~ αγάπης. ~ της Αρχιεπισκοπής Αθηνών/του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού. ~ για τους πυρόπληκτους/υπέρ των σεισμοπαθών. Διενέργεια/διεξαγωγή εράνου. [< αρχ. ἔρανος ‘συνεισφορά’]

ευαίσθητος

ευαίσθητος, η, ο [εὐαίσθητος] ευ-αί-σθη-τος επίθ. 1. που συγκινείται, στενοχωριέται ή προσβάλλεται εύκολα· που ενδιαφέρεται για τα προβλήματα της κοινωνίας, των συνανθρώπων του και συμπάσχει μαζί τους: (για πρόσ.) ~ος: καλλιτέχνης. ~η: ψυχή. ~ και ρομαντικός/τρυφερός (πβ. λεπτεπίλεπτος, ντελικάτος). Κοινωνικά ~οι πολίτες (= ευαισθητοποιημένοι). Έχει γίνει πολύ ~η. Είναι ~ σε θέματα που αφορούν την οικογένειά του. Πβ. ευσυγκίνητος. Βλ. αδιάφορος, σκληρός, υπερ~.|| (κατ' επέκτ.) ~η: ηλικία (: η παιδική ή συνηθέστ. η εφηβική)/ματιά (στον ανθρώπινο πόνο). ~α: τραγούδια (= συγκινητικά). ΣΥΝ. συναισθηματικός (2) ΑΝΤ. αναίσθητος (2), ασυγκίνητος 2. που επηρεάζεται σχετικά εύκολα και συνήθ. αρνητικά από εξωτερικά κυρ. ερεθίσματα ή αντιδρά πιο έντονα σε αυτά: ~ος: λαιμός/οργανισμός (= ευπρόσβλητος). ~η: ερωτογενής ζώνη (π.χ. στήθος). ~ο: στομάχι. ~α: νεύρα. Είναι ~η στις ανοιξιάτικες αλλεργίες. ~ στον ήλιο/στο φως (βλ. φωτο~). Σαμπουάν για λεπτά/ξηρά και ~α μαλλιά. Μάσκα απολέπισης για ~ες επιδερμίδες (πβ. ευερέθιστος). Φυτό ~ο σε ασθένειες. Από μικρός είχε ~η (= εύθραυστη) υγεία. (για αισθητήρια όργανα) ~η: όσφρηση. Βλ. θερμο~. 3. που απαιτεί προσεκτικό, λεπτό χειρισμό και διακριτικότητα: ~η: υπόθεση. ~ο: ζήτημα/πρόβλημα. Ο ~ κλάδος της υγείας/τομέας της εκπαίδευσης. Η πιο ~η πλευρά ενός θέματος. Πβ. επικίνδυνος, κρίσιμος, νευραλγικός. 4. ΤΕΧΝΟΛ. (για όργανο, συσκευή) που μπορεί να καταγράφει μικρές αλλαγές ή διαφορές σε φυσικά μεγέθη: ~ος: αισθητήρας. ~η: ζυγαριά (πβ. ακριβής). ~ο: μικρόφωνο. ● επίρρ.: ευαίσθητα ● ΣΥΜΠΛ.: ευαίσθητη αγορά: ΟΙΚΟΝ. της οποίας οι τιμές επηρεάζονται εύκολα από τις εκάστοτε (ευνοϊκές ή δυσμενείς) συνθήκες: η ~ ~ του Χρηματιστηρίου. [< αγγλ. sensitive market] , ευαίσθητη περιοχή 1. τα γεννητικά όργανα των γυναικών συνήθ. ή των μωρών: μαντιλάκια καθαρισμού/προστασία/υγιεινή της ~ης ~ής. Πλένετε την ~ ~ του βρέφους με άφθονο νερό και ειδικό σαπούνι. 2. {συνήθ.+ γεν.} (γενικότ.) οποιοδήποτε ευαίσθητο μέρος ή όργανο του γυναικείου κυρ. σώματος: προϊόν κατάλληλο για την ~ ~ των ματιών. Σύσφιξη και βελτίωση της ~ης ~ης του λαιμού. 3. (μτφ.) που παρουσιάζει γεωπολιτική αστάθεια: η ~ ~ της Μέσης Ανατολής., ευπαθείς/ευαίσθητες/ευάλωτες (κοινωνικά) ομάδες: τμήματα του πληθυσμού που χρειάζονται ιδιαίτερη μεταχείριση και προστασία, λόγω της κοινωνικής, οικονομικής, πνευματικής ή φυσικής τους κατάστασης και τα οποία είναι ευάλωτα στον κοινωνικό αποκλεισμό, σε ασθένειες, σε φυσικές καταστροφές (παιδιά, ηλικιωμένοι, άνεργοι, άποροι, μετανάστες, παλιννοστούντες, πρόσφυγες, ναρκομανείς, άστεγοι): μέτρα για την ενίσχυση της απασχόλησης των ~ών ~ων. [< αγγλ. vulnerable groups] , οικολογικά ευαίσθητες περιοχές: ΟΙΚΟΛ. στις οποίες μπορεί εύκολα να διαταραχθεί η οικολογική ισορροπία, π.χ. υγρότοποι, παράκτιες, παραποτάμιες ή παραλίμνιες ζώνες, θαλάσσια πάρκα, πηγές νερού: τουρισμός και βιωσιμότητα σε ~ ~ της Ευρώπης., αδύνατο σημείο βλ. αδύνατος, αδύνατος/αδύναμος κρίκος βλ. κρίκος, ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα βλ. προσωπικός ● ΦΡ.: αγγίζω τις ευαίσθητες χορδές (κάποιου) βλ. αγγίζω [< αρχ. εὐαίσθητος ‘αυτός που έχει καλή ή έντονη αισθητικότητα’, γαλλ. sensible, αγγλ. sensitive]

ευρωομόλογο

ευρωομόλογο[εὐρωομόλογο] ευ-ρω-ο-μό-λο-γο ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΝ. ομόλογο που εκδίδεται από διεθνή κοινοπραξία επενδυτικών τραπεζών έξω από τη δικαιοδοσία ενός ενιαίου νομίσματος ή σε διαφορετικό νόμισμα από αυτό της χώρας στην οποία γίνεται η έκδοση. Βλ. ευρω-αγορά, -νόμισμα. ● ΣΥΜΠΛ.: αγορά ευρωομολόγων: δίκτυο από διεθνείς τράπεζες και χρηματομεσίτες για τον δανεισμό ξένων νομισμάτων έξω από τη χώρα προέλευσής τους ως μέσο χρηματοδότησης εμπορικών και επενδυτικών συναλλαγών: διατραπεζική ~ ~. [< αγγλ. eurobond, 1966]

καλάθι

καλάθικα-λά-θι ουσ. (ουδ.) {καλαθ-ιού} 1. δοχείο συνήθ. πλεκτό με ή χωρίς λαβές, για την τοποθέτηση ή μεταφορά αντικειμένων· συνεκδ. το περιεχόμενό του και κατ' επέκτ. οτιδήποτε μοιάζει με αυτό: μεταλλικό/πλαστικό/συρμάτινο/υφασμάτινο/ψάθινο ~. ~ από καλάμια/λυγαριά. ~ απλύτων/αποθήκευσης/δώρων/μπάνιου/ξύλων/τροφίμων. ~ για παιχνίδια/ψώνια. ~ του πικ νικ/σούπερ-μάρκετ. ~ με λουλούδια/ποτά/φρούτα (= πανέρι). Πβ. ζεμπίλι, κάνιστρο, κοφίνι.|| ~ σκουπιδιών (= σκουπιδοτενεκές). Ρίχνω κάτι στο ~ των απορριμμάτων. Βλ. κάδος.|| Ένα ~ μήλα (= μια καλαθιά).|| Αλιευτικό ~ (πβ. κιούρτος). Το ~ του αερόστατου (πβ. λέμβος)/του ποδηλάτου. Μοτοσικλέτα με (πλευρικό) ~.|| ~ αλληλεγγύης. 2. ΑΘΛ. (στο μπάσκετ) μεταλλικό στεφάνι με κρεμασμένο διχτάκι, ανοιχτό στο κάτω μέρος του, όπου καταλήγει η μπάλα μετά από εύστοχη προσπάθεια· συνεκδ. επιτυχημένη βολή: το αντίπαλο ~. Βλ. μπασκέτα, τέρμα.|| Νικητήριο ~. ~ και φάουλ. Μέτρησε το/μπήκε ~. Έβαλε/πέτυχε (το) ~. Έχασε το ~. Βλ. αυτο~, γκολ, σουτ.|| Τους έβαλαν στα ~ια (= τους κατατρόπωσαν). ● Υποκ.: καλαθάκι (το): στη σημ. 1: ~ με ψωμί (: στο τραπέζι). ~ Λήμνου (: παραδοσιακό λευκό τυρί. Βλ. ΠΟΠ). ● Μεγεθ.: καλάθα (η) (λαϊκό): στη σημ. 1. Βλ. καλαθούνα., καλαθάρα (η) (προφ.): στη σημ. 1 κ. (επιτατ.) στη σημ. 2. Βλ. γκολάρα. ● ΣΥΜΠΛ.: καλάθι αγορών & αγοράς: ΔΙΑΔΙΚΤ. (σε ιστοσελίδα) εικονίδιο που ενεργοποιεί μια λίστα παραγγελίας για αγορές μέσω ίντερνετ: άδειο/ηλεκτρονικό ~ ~. Προβολή ~ιού ~. Προσθήκη στο ~ ~. [< αγγλ. shopping basket/cart] , καλάθι νομισμάτων: ΟΙΚΟΝ. ομάδα νομισμάτων που χρησιμοποιείται για να υπολογιστεί η συναλλαγματική ισοτιμία ενός νομίσματος. [< αγγλ. basket of currencies, 1974, currency basket] ● ΦΡ.: (ρίχνω/πετώ κάτι ή κάτι καταλήγει/πηγαίνει) στο καλάθι των αχρήστων & (λόγ.) στον κάλαθο των αχρήστων: για κάτι στο οποίο δεν δίνεται μεγάλη σημασία ή απορρίπτεται, επειδή θεωρείται ανάξιο λόγου· για αντικείμενο από το οποίο απαλλάσσεται κάποιος, επειδή δεν λειτουργεί καλά ή έχει παλιώσει: (μτφ.) Πέταξαν τόσες ώρες δουλειάς ~ ~! Η πρόταση κατέληξε ~ ~.|| Το βλέπω να πηγαίνει ~ ~ (π.χ. το κινητό)., βλέπει το καλάθι σαν βαρέλι (προφ.): για παίκτη του μπάσκετ που έχει πολύ μεγάλο ποσοστό ευστοχίας., τι καλά, ... καλάθια! (ειρων.): για δήλωση δυσαρέσκειας, απογοήτευσης· αντί για την απάντηση "καλά" σε σχετική ερώτηση: -Πώς είσαι/πήγε, καλά; -~ ~., το καλάθι της νοικοκυράς: τα καταναλωτικά αγαθά που καλύπτουν τις βασικές ανάγκες ενός νοικοκυριού και χρησιμεύουν για τον υπολογισμό του κόστους ζωής: ακριβό το ~ ~. Αδειάζει το ~ ~. Βλ. Δείκτης Τιμών Καταναλωτή, πληθωρισμός. [< γαλλ. le panier de la ménagère] , έχασε τ' αβγά και τα καλάθια/τα πασχάλια βλ. αβγό & αυγό, μη βάζεις όλα τ' αβγά στο ίδιο καλάθι βλ. αβγό & αυγό, όπου ακούς πολλά κεράσια, κράτα (και) μικρό καλάθι βλ. κεράσι, στο καλάθι δεν χωρεί, στο κοφίνι περισσεύει βλ. κοφίνι [< 1: μεσν. καλάθι 2: αγγλ. basket]

κείμενο

κείμενοκεί-με-νο ουσ. (ουδ.) {κειμέν-ου | -ων} 1. αυτοτελής συνήθ. ενότητα γραπτού λόγου: αυθεντικό/εισαγωγικό/ενημερωτικό/επισυναπτόμενο/έτοιμο/καλογραμμένο/λογοτεχνικό/νομικό/ξενόγλωσσο/πεζό/ποιητικό/πολιτικό/σατιρικό/τυπωμένο/χειρόγραφο ~. Εκκλησιαστικά/κλασικά ~α (: της κλασικής περιόδου). Ανάγνωση/δημοσίευση/διόρθωση/κατανόηση/μετάφραση/παραγωγή/περίληψη/συγγραφή ~ου. Δημιουργός (βλ. συγγραφέας)/παράγραφοι/συντάκτης/τίτλος του ~ου. ~ γεμάτο αντιφάσεις/λάθη. Το ~ της αγγελίας/της διαθήκης/της επιστολής/της ομιλίας/της όπερας (= λιμπρέτο)/της πρόσκλησης/της συνέντευξης/του τραγουδιού (: οι στίχοι). Εικονογράφηση/επιμέλεια ~ου. ~ αναφοράς/αρχών/διαμαρτυρίας. Υπογράφω ~ συμπαράστασης. Διαβάστε το παρακάτω/παραπάνω ~. Βλ. έγγραφο.|| (ΠΟΛΙΤ.-ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) ~ εργασίας. Το ~ της απόφασης/της παραίτησης/της συνθήκης/του Συντάγματος/του σχεδίου νόμου.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Ηλεκτρονικό/πρότυπο (βλ. σχεδιότυπο)/ψηφιακό ~. Αρχείο/επεξεργασία ~ου. Βλ. υπερ~.|| Προφορικό ~. Οπτικό ~ (= εικόνα). Βλ. τηλε~. 2. ΦΙΛΟΛ. (& πρωτότυπο κείμενο) γραπτό έργο στην αρχική του μορφή, όπως γράφτηκε από τον δημιουργό του, σε αντιδιαστολή προς τα αντίγραφα ή τις μεταφράσεις του: έκδοση/ερμηνεία/παραλλαγές/σχολιασμός του ~ου. Διασκευή ~ων. Πβ. αυτόγραφο. 3. ΓΛΩΣΣ. απόσπασμα προφορικού ή γραπτού λόγου που χρησιμοποιείται στην επικοινωνία και χαρακτηρίζεται από τις κειμενικές λειτουργίες: αφηγηματικό/διαλογικό/επιχειρηματολογικό/περιγραφικό ~. Βλ. δια~, μικρο~, περι~, συγ~. ● Υποκ.: κειμενάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: αδίδακτο/άγνωστο, διδαγμένο/γνωστό (κείμενο): (σε εξετάσεις, για απόσπασμα αρχαιοελληνικού συνήθ. έργου) που δεν έχουν ή έχουν διδαχθεί, αντίστοιχα, οι εξεταζόμενοι: μετάφραση ~ου ~ου., κριτική του κειμένου: ΦΙΛΟΛ. συγκριτική μελέτη των αντιγράφων που σώζονται από ένα έργο με σκοπό την αποκατάσταση της αρχικής, αυθεντικής του μορφής· ο αντίστοιχος κλάδος: η ~ ~ της Καινής/Παλαιάς Διαθήκης. Βλ. παλαιογραφία, παπυρολογία., παράλληλο κείμενο: (στην εκπαίδευση, συνήθ. στο μάθημα της λογοτεχνίας, της γλώσσας και της ιστορίας) που διδάσκεται, μελετάται ή εξετάζεται συγκριτικά με κάποιο άλλο βασικό, για να γίνει περισσότερο κατανοητό, να εμπλουτιστεί ή να αντικρουστεί το περιεχόμενο του δευτέρου., πολυτροπικό κείμενο: που περιλαμβάνει συνδυασμό σημειωτικών τρόπων (π.χ. γλώσσα, εικόνα, μουσική) για τη μετάδοση μηνύματος: Το ~ ~ στη διδασκαλία της γλώσσας. Βλ. Νέες Τεχνολογίες, πολυμέσα. [< αγγλ. multimodal text] , σώμα κειμένων {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΓΛΩΣΣ. ευρεία συστηματική συλλογή αυθεντικών γραπτών, συνήθ. αποθηκευμένων σε ηλεκτρονική μορφή, ή ηχογραφημένων προφορικών κειμένων, που αντιπροσωπεύουν παραδείγματα χρήσης μιας γλώσσας ή των ποικιλιών της και συλλέγονται ή είναι διαθέσιμα για γλωσσική και γλωσσολογική ανάλυση. Βλ. θησαυρός. ΣΥΝ. κόρπους, επεξεργαστής κειμένου βλ. επεξεργαστής, Ιερό Βιβλίο/Κείμενο βλ. ιερός, συνεργατική συγγραφή κειμένων βλ. συνεργατικός ● ΦΡ.: εκτός κειμένου 1. για υλικό που δεν περιλαμβάνεται στη σελιδαρίθμηση εντύπου: εικόνες/πίνακες/σχέδια/φωτογραφίες/χάρτες ~ ~. 2. για κάτι που λέγεται προφορικά και δεν περιέχεται σε γραπτό: ~ ~ τόνισε τα εξής ... [< μτγν. κείμενον < κεῖμαι ‘βρίσκομαι, είμαι’, αγγλ. text, γαλλ. texte]

κενοτάφιο

κενοτάφιοκε-νο-τά-φι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ταφικό μνημείο προς τιμήν ενός ή περισσότερων ανθρώπων, συνήθ. πεσόντων σε πόλεμο, η σορός των οποίων δεν έχει βρεθεί ή έχει ταφεί αλλού: ~ με ανδριάντα/επιτύμβια στήλη. Κατάθεση στεφάνου/τέλεση τρισάγιου στο ~ των ηρώων. Βλ. Άγνωστος Στρατιώτης, μαυσωλείο, τύμβος. [< αρχ. κενοτάφιον]

κλειστοφοβία

κλειστοφοβίακλει-στο-φο-βί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. παθολογικός φόβος για τους κλειστούς και μικρούς ή στενούς χώρους: Έχω/με πιάνει ~. Βλ. αγοραφοβία, -φοβία. [< γαλλ. claustrophobie, αγγλ. claustrophobia]

κοινός

κοινός, ή, ό κοι-νός επίθ. 1. που χαρακτηρίζει, αφορά ένα σύνολο ανθρώπων ή στοιχείων ή συμβαίνει συγχρόνως από πολλούς μαζί: ~ός: αγώνας/κώδικας (επικοινωνίας)/προβληματισμός/προσανατολισμός/σκοπός/στόχος/τρόπος (σκέψης)/φόβος. ~ή: αντίληψη/βούληση/διαπίστωση/επιθυμία/επιτροπή/ιστορία/καταγωγή/μοίρα/παράδοση/πολιτική/πορεία/προοπτική/στρατηγική/συνείδηση/συνισταμένη/ταυτότητα/υπηρεσία. ~ό: ανακοινωθέν/γνώρισμα/μέλλον/νόμισμα/όραμα/πρόγραμμα/σύστημα. ~οί: κανόνες/όροι/παράγοντες. ~ές: αγωνίες/απόψεις/αρχές/επιλογές/θέσεις/ιδιότητες/προθέσεις. ~ά: αιτήματα/δικαιώματα/έθιμα/ενδιαφέροντα/ήθη/σημεία/συμφέροντα/χαρακτηριστικά. Πρόσωπο ~ής αποδοχής. Αδικήματα του ~ού Ποινικού Δικαίου. Αποτελεί/είναι/συνιστά ~ή πεποίθηση ότι ... Αγωνίζεται για το ~ό καλό (: το κοινωνικού συνόλου). Πβ. ίδιος, όμοιος, συλλογικός. 2. αυτός τον οποίο μοιράζονται, έχουν στην κατοχή τους ή χρησιμοποιούν πολλά άτομα μαζί: ~ός: λογαριασμός (ΑΝΤ. χωριστός). ~ή: γλώσσα/εταιρεία (βλ. συνεταιρισμός)/ιδιοκτησία. ~ό: κτήμα/σπίτι/ταμείο. ~ές: αναμνήσεις/εμπειρίες/καταβολές/συνήθειες/ρίζες. ~οί: μετοχικοί τίτλοι. ~ά: αγαθά/βιώματα/οφέλη. ~ υποψήφιος και για τα δύο κόμματα. Έχουμε ~ούς φίλους. Δωμάτια με ~ή (= κοινόχρηστη) κουζίνα/τουαλέτα. Η ~ή ζωή ενός ζευγαριού (πβ. συμβίωση).|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: καρωτίδα. 3. που δεν παρουσιάζει κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, μέτριος, συνηθισμένος: ο ~ αναγνώστης/καταναλωτής (= μέσος). ~ός: πολίτης (= ιδιώτης)/τύπος (δέρματος). ~οί: χαρακτηρισμοί. Αποδείχτηκε/δεν είναι παρά ένας ~ απατεώνας. Του συμπεριφέρθηκαν σαν να ήταν ένας ~ κακοποιός. Διώξη ~ού εγκλήματος. Το έργο του τον διαφοροποιεί/ξεχωρίζει από τους ~ούς ανθρώπους. Ξεπέρασε το ~ό μέτρο (πβ. μέσος όρος). ΑΝΤ. εξαιρετικός, ξεχωριστός.|| ~ό: χαρτί (: φτηνό, όχι υψηλής ποιότητας).|| (ΒΟΤ.) Θύμος ο ~ (: το θυμάρι). Πόα η ~ή.|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: νόσος. ● επίρρ.: κοινώς/κοινά [κοινῶς]: από πολλούς ανθρώπους: Είναι ~ (απο/παρα)δεκτό ότι ... || (όπως λέγεται από τους περισσότερους ανθρώπους, σύμφωνα με την καθομιλουμένη:) Οίδημα, κοινώς/κατά το κοινώς λεγόμενον, πρήξιμο. ● ΣΥΜΠΛ.: (Αλεξανδρινή/Ελληνιστική) Κοινή: ΓΛΩΣΣ. η ελληνική γλώσσα όπως διαμορφώθηκε από τον 3ο αι. π.Χ. μέχρι τον 6ο αι. μ.Χ., η κοινή γνώμη: η στάση του κόσμου απέναντι σε κάποιο θέμα και συνεκδ. το κοινωνικό σύνολο: η διεθνής/ελληνική/ευρωπαϊκή/παγκόσμια ~ ~. Αποπροσανατολισμός/διαμόρφωση/ενημέρωση/επιρροή/ευαισθητοποίηση/κινητοποίηση/παραπλάνηση/πληροφόρηση/χειραγώγηση της ~ής ~ης. Υποθέσεις που συγκλόνισαν την ~ ~. Δημοσκόπηση για τη σφυγμομέτρηση της ~ής ~ης. [< γαλλ. opinion publique] ,κοινή αγορά: συμφωνία μεταξύ δύο ή περισσότερων κρατών η οποία επιτρέπει την ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων και εργασίας καθώς επίσης αγαθών και υπηρεσιών· (παλαιότ. με κεφαλ. Κ,Α) η Ευρωπαϊκή Ένωση: ~ ~ ενέργειας/ηλεκτρισμού. ~ές ~ές πετρελαίου/πρώτων υλών/φυσικού αερίου. [< αγγλ. common market, 1954, γαλλ. Marché Commun, 1957] , Κοινή Νεοελληνική/Κοινή Νέα Ελληνική: ΓΛΩΣΣ. η σύγχρονη μορφή της ελληνικής γλώσσας, η οποία προήλθε από την ανάμειξη της δημοτικής με στοιχεία της καθαρεύουσας., κοινό κρυολόγημα: η πιο συχνή μορφή λοίμωξης του αναπνευστικού συστήματος που εκδηλώνεται με ρινική καταρροή, φτέρνισμα, πονοκέφαλο, πονόλαιμο, ξηρό βήχα και χαμηλό πυρετό. Βλ. γρίπη., κοινό μυστικό: για καθετί που, ενώ θεωρείται μυστικό, το γνωρίζουν πολλοί: Είναι ~ ~ στους δημοσιογραφικούς κύκλους ότι ..., κοινός τόπος (μτφ.) 1. γενικώς αποδεκτή αντίληψη, κοινοτοπία: Είναι ~ ~ ότι ... Βλ. πρωτοτυπία. 2. κοινό σημείο: ~ ~ μεταξύ των δύο πλευρών., ελάχιστο κοινό πολλαπλάσιο βλ. ελάχιστος, κοινή (/χριστιανική/παρούσα) εποχή βλ. εποχή, κοινή γυναίκα βλ. γυναίκα, κοινή δράση βλ. δράση, κοινή λογική βλ. λογική, κοινή μετοχή βλ. μετοχή, κοινής ωφελείας βλ. ωφέλεια, Κοινό Ευρωπαϊκό Πλαίσιο Αναφοράς (για τις γλώσσες) βλ. πλαίσιο, κοινό όνομα βλ. όνομα, κοινός θνητός βλ. θνητός, κοινός νους βλ. νους, κοινός παρονομαστής βλ. παρονομαστής, μέγιστος κοινός διαιρέτης βλ. διαιρέτης, το κοινό/το δημόσιο αίσθημα βλ. αίσθημα ● ΦΡ.: από κοινού: μαζί, συνεργαζόμενοι: ~ ~ ανάληψη της ευθύνης/αντιμετώπιση του προβλήματος/εμφάνιση/προσπάθεια/χρήση. Αποφάσισαν/εργάστηκαν ~ ~ (πβ. ομού)., βρίσκω κοινό έδαφος (με κάποιον) (μτφ.): βρίσκω σημείο σύγκλισης, συμφωνίας με κάποιον, το οποίο αποτελεί την αφετηρία για ευρύτερη συνεννόηση: Τα δύο κόμματα βρήκαν ~ ~ επικοινωνίας/συνεννόησης., διατάραξη (της) κοινής ησυχίας βλ. διατάραξη, κατά γενική/κοινή ομολογία βλ. ομολογία, κοινή γαρ η τύχη και το μέλλον αόρατο βλ. τύχη, κοινή συναινέσει βλ. συναίνεση, σε κοινή/σε δημόσια θέα βλ. θέα, ώρες κοινής ησυχίας βλ. ησυχία [< αρχ. κοινός, γαλλ. commun, αγγλ. common]

λαϊκός

λαϊκός, ή, ό λα-ϊ-κός επίθ. {κ. προφ. θηλ. -ιά | λαϊκότ-ερος, -ατος} 1. που σχετίζεται με τον λαό, ανήκει σε αυτόν ή προέρχεται από αυτόν: ~ή: αποδοχή (ενός κόμματος)/βούληση/δυσαρέσκεια (για τα νέα μέτρα)/εξέγερση/επιμόρφωση (βλ. διά βίου εκπαίδευση)/κυβέρνηση. ~ό: αίτημα/κίνημα (βλ. εργατικό κίνημα). ~ αγώνας δρόμου. Εταιρεία ~ής βάσης (: με μετόχους τους κατοίκους μιας πόλης ή ενός μέρους). Προσφυγή στη ~ή ετυμηγορία (: συνήθ. για διεξαγωγή εκλογών). Η κυβέρνηση έχει νωπή και ισχυρή ~ή εντολή. Βλ. αντι~, παλ~, φιλο~.|| (σε ονομασ., με κεφαλ.) Λ~ή Τράπεζα. Λ~ό Λαχείο (κ. ως ουσ. ~ό).|| ~ός: ήρωας. ~ή: ποίηση (= δημώδης· ΑΝΤ. λόγια)/σοφία (βλ. γνωμικό, παροιμία, ρήση). ~ές: δοξασίες/εκδηλώσεις. ~ά: αναγνώσματα/παραμύθια/στοιχεία (= φολκλορικά). Ελληνικός ~ πολιτισμός (βλ. λαογραφία).|| ~οί: χοροί. ~ά: όργανα. ΣΥΝ. δημοτικός, παραδοσιακός. 2. που αφορά τις κατώτερες οικονομικά και κοινωνικά ομάδες: ~ή: συνοικία (βλ. εργατογειτονιά). Οι ~ές τάξεις/τα ~ά στρώματα (: αγρότες, εργάτες). Είναι ~ής καταγωγής. ΑΝΤ. αριστοκρατικός.|| ~ές: τιμές (= φτηνές, χαμηλές).|| (για πρόσ.) Γνήσιος ~ τύπος (: ανεπιτήδευτος, απλός και αυθόρμητος). ~οί: ζωγράφοι (= αυτοδίδακτοι, ναΐφ). 3. (ειδικότ.) που σχετίζεται με το λαϊκό τραγούδι: ~ός: βάρδος/δίσκος/(ραδιοφωνικός) σταθμός/συνθέτης/τραγουδιστής. ~ή: ορχήστρα/συναυλία. ~ό: πρόγραμμα. ~ά: κέντρα (διασκέδασης). Καλλιτέχνης με ~ή φωνή. 4. ΛΕΞΙΚΟΓΡ. (για γλωσσικό στοιχείο) που χρησιμοποιείται κυρ. στον προφορικό λόγο και συνήθ. από τους απλούς ανθρώπους του λαού και αποκλίνει, ως προς τη μορφολογία ή/και την προφορά, από την Κοινή Νεοελληνική: ~ή: έκφραση/λέξη. ΑΝΤ. λόγιος (1) ● Ουσ.: λαϊκά (τα) (προφ.): ενν. τραγούδια: βαριά/παλιά ~. Ακούει μόνο ~., λαϊκός (ο): ΕΚΚΛΗΣ. χριστιανός ορθόδοξος που δεν είναι ούτε ιερωμένος ούτε μοναχός: ~οί και κληρικοί. Βλ. κληρικο~. ΣΥΝ. κοσμικός (1) ● επίρρ.: λαϊκά ● ΣΥΜΠΛ.: λαϊκή αγορά & (προφ.) λαϊκή: υπαίθρια αγορά όπου πωλούνται σε φορητούς πάγκους και σε σχετικά χαμηλές τιμές φρέσκα οπωροκηπευτικά, αλλά και άλλα προϊόντα (π.χ. ψάρια, είδη ένδυσης και οικιακής χρήσης) και η οποία διοργανώνεται συνήθ. μια φορά την εβδομάδα, σε προκαθορισμένα σημεία και για συγκεκριμένες ώρες: εβδομαδιαία/κεντρική/σκεπαστή ~ ~. ~ ~ βιολογικών προϊόντων. ~ές ~ές στις γειτονιές της πόλης. Μικροπωλητές ~ών ~ών. Κάθε Παρασκευή γίνεται/έχει λαϊκή. Βλ. εμποροπανήγυρη, παζάρι, παντοπωλείο, υπαίθριο εμπόριο., λαϊκή ιατρική (κυρ. παλαιότ.): πρακτική και εμπειρική αντιμετώπιση των ασθενειών: χρήση των βοτάνων στη ~ ~ (βλ. γιατροσόφια). Βλ. εναλλακτική ιατρική, ομοιοπαθητική., λαϊκή τέχνη (κ. με κεφαλ. Λ, Τ): ΛΑΟΓΡ. της οποίας δημιουργός είναι ο απλός λαός και η οποία σχετίζεται κυρ. με την αργυροχρυσοχοΐα, την κεντητική, την κεραμική, την ξυλογλυπτική, την υφαντική, τη χειροτεχνία, αλλά και τη μουσική, τα τραγούδια και τους χορούς: η ελληνική ~ ~ (: τέλη 17ου αι.-αρχές 19ου αι.)., λαϊκό δικαστήριο (παλαιότ., ιδ. σε περιόδους πολιτικής και κοινωνικής ανατροπής ύστερα από επανάσταση· σήμερα, κυρ. μτφ.): του οποίου τα μέλη δεν είναι δικαστικοί λειτουργοί, αλλά απλοί πολίτες: Εδώ δεν είναι ~ ~, ο καθένας μπορεί να εκφράζεται ελεύθερα., λαϊκό μέτωπο (κ. με κεφαλ. Λ, Μ): ΠΟΛΙΤ. συνασπισμός κομμάτων, συνήθ. της Αριστεράς., λαϊκό τραγούδι & αστικό λαϊκό τραγούδι: ΜΟΥΣ. είδος τραγουδιού των αστικών κέντρων, εξέλιξη του δημοτικού και του ρεμπέτικου, το οποίο έχει τις απαρχές του στην ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, εξελίσσεται ακόμα και χαρακτηρίζεται από ανατολίτικα ή/και δυτικά στοιχεία: βαρύ ~ ~. Βλ. ελαφρολαϊκό (τραγούδι)., έντεχνο λαϊκό (τραγούδι) βλ. έντεχνος, κοσμικό/λαϊκό κράτος βλ. κοσμικός, λαϊκή απογευματινή βλ. απογευματινός, λαϊκή ετυμολογία βλ. ετυμολογία, λαϊκή κυριαρχία βλ. κυριαρχία, λαϊκή παράδοση βλ. παράδοση, λαϊκή/λαοκρατική δημοκρατία βλ. δημοκρατία, Λαϊκό Πανεπιστήμιο βλ. πανεπιστήμιο, λαϊκό προσκύνημα βλ. προσκύνημα, λαϊκός καπιταλισμός βλ. καπιταλισμός ● ΦΡ.: επί το λαϊκότερον (συνήθ. ειρων.): όταν παρατίθεται η αντίστοιχη συνώνυμη λέξη ή φράση του προφορικού ή λαϊκού λεξιλογίου: Έφυγε γρήγορα ή, ~ ~, την έκανε με ελαφρά πηδηματάκια. [< μτγν. λαϊκός, γαλλ. populaire]

λαχειοφόρος

λαχειοφόρος, ος, ο λα-χει-ο-φό-ρος επίθ. (λόγ.): που αφορά λαχνούς: ~ος: κλήρωση. Βλ. -φόρος. ● ΣΥΜΠΛ.: λαχειοφόρος αγορά & (προφ.) λαχειοφόρος: πώληση λαχνών με στόχο τη συγκέντρωση χρημάτων για κοινωφελή σκοπό· οι κάτοχοι των τυχερών λαχνών κερδίζουν δώρα, κατόπιν κλήρωσης: Ο σύλλογος/το σωματείο διοργάνωσε ~ο ~. Βλ. έρανος.

μαύρος

μαύρος, η, ο [μαῦρος] μαύ-ρος επίθ. 1. που έχει το χρώμα με την ελάχιστη φωτεινότητα ή τη μέγιστη σκοτεινότητα, η επιφάνεια του οποίου απορροφά, αλλά δεν αντανακλά καμία ορατή ακτινοβολία: ~ος: πίνακας (= μαυροπίνακας). ~η: απόχρωση/κουκκίδα/σημαία. ~ο: άλογο/βελούδο/κοράκι/στιλό/φόντο/φόρεμα. ~ο δερμάτινο/πέτσινο μπουφάν. ~ες: γόβες. ~α: εσώρουχα. Βάζω ~ο μολύβι στα μάτια. Μελάνι ~ου χρώματος.|| (ΤΥΠΟΓΡ.) ~α γράμματα σε λευκό φόντο. Εκτύπωση με (έντονα) ~α (= μπολντ) στοιχεία. Βλ. ημίμαυρος.|| (εμφατ.) ~, κατάμαυρος. ~ σαν κάρβουνο/πίσσα (πβ. κατράμι). Πβ. ασπρό-, ολό-μαυρος. ΑΝΤ. άσπρος (1), λευκός (1) 2. που έχει πολύ σκούρο χρώμα, σχεδόν μαύρο: ~ος: ουρανός (πβ. συννεφιασμένος). ~η: πεύκη. ~α: γυαλιά.|| ~ος: καφές (: χωρίς γάλα). ~η: ζάχαρη (βλ. άσπρη)/μπίρα (βλ. ξανθιά)/σοκολάτα (ή υγείας)/σταφίδα (βλ. ξανθή). ~ο: κρασί (: σκούρο κόκκινο, βλ. μαυροδάφνη)/πιπέρι/ρύζι (βλ. λευκό)/ψωμί (πβ. ολικής αλέσεως). ~ες: ελιές (βλ. πράσινες). ~α: σταφύλια (βλ. λευκά).|| ~α: δόντια/μαλλιά/στίγματα (πβ. μελανά). ~οι κύκλοι κάτω από τα μάτια. Έγινε ~ από τον ήλιο (πβ. μαυρίζω). Το μάτι του είναι ~ο από τη(ν) μπουνιά που έφαγε.|| Μες στη ~η νύχτα (: χωρίς φεγγάρι ή αστέρια, πολύ σκοτεινή).|| ~α: νύχια/χέρια (: βρόμικα, λερωμένα. ΑΝΤ. καθαρά). Έγινα ~ από τον καπνό.|| (για πρόσ.) ~η: φυλή (: με σκουρόχρωμη επιδερμίδα, νέγρικη. Βλ. κίτρινη, λευκή). 3. (μτφ.) ως χαρακτηρισμός για να δηλωθεί κάτι αρνητικό, δυσάρεστο, θλιβερό: ~ος: μήνας. ~η: ζωή (πβ. άθλιος, βασανισμένος, δυστυχισμένος). ~ες: ειδήσεις/σκέψεις (πβ. απαισιόδοξος). ~α: μηνύματα. ~η ψυχή (: κακιά, μοχθηρή). ~ο (= δυσοίωνο) το μέλλον της οικονομίας. ~α σύννεφα στον τουρισμό. ~ες γιορτές/~ο Σαββατοκύριακο θα περάσουμε! Είναι σε ~α χάλια/έχει τα ~α του τα χάλια (: σε πολύ άσχημη κατάσταση)!|| (συνδεδεμένος με καταστροφικό, τραγικό γεγονός) ~ος: Σεπτέμβρης. ~η: επέτειος/μέρα (πβ. αποφράδα)/σελίδα της ιστορίας.|| (εμφατ.) ~η: απελπισία/πείνα/φτώχεια. Η ~η (= πικρή) αλήθεια είναι ότι ...|| ~η: μαγεία. 4. (προφ.) που δεν δηλώνεται στην εφορία και αποφέρει παράνομα κέρδη: ~η: οικονομία. Πβ. λαθραίος. ● Ουσ.: μαύρα (τα) 1. μαύρα ρούχα, συχνά ως ένδειξη πένθους: ντύνομαι στα/φοράω ~. Έβγαλε τα ~ (: σταμάτησε να πενθεί). Βλ. λευκά. 2. τα μαύρα πιόνια στο σκάκι: Παίζουν τα ~. Βλ. λευκά., μαύρο (το) 1. το αντίστοιχο χρώμα: Προτιμώ το μοβ από το ~.|| Το ~ σου πάει πολύ! ΑΝΤ. άσπρο (1) 2. (& σπάν. μαύρη ψήφος) (αργκό) αρνητική ψήφος· γενικότ. καταψήφιση, αποδοκιμασία ενός προσώπου ή μιας κατάστασης: Οι ψηφοφόροι θα ρίξουν ~ στο κόμμα. Θα φάει ~ δαγκωτό στις εκλογές. ΣΥΝ. φούμο (2) 3. & μαύρη (η): (αργκό) χασίς. Πβ. φούντα, χόρτο. ● Υποκ.: μαυρούλης , α, ικο ● ΣΥΜΠΛ.: μαύρη (αγορά) 1. παράνομη αγοραπωλησία σε δύσκολες κυρ. περιόδους (όπως πολεμικές) όπου υπάρχει έλλειψη εμπορευμάτων, κυρ. τροφίμων, τα οποία πωλούνται σε πολύ υψηλές τιμές. 2. παράνομη αγοραπωλησία προϊόντων που δεν είναι νόμιμα, δεν βρίσκονται εύκολα στο εμπόριο ή πωλούνται σε χαμηλότερη από την κανονική τιμή, συνήθ. επειδή είναι κλεμμένα. [< αγγλ. black market, 1931, γαλλ. marché noir, 1945] , μαύρη γη (μτφ.) 1. καμένη έκταση. 2. (λογοτ., συχνά σε δημοτικά τραγούδια) ο Άδης., μαύρη ζώνη: ΑΘΛ. που αποκτούν οι αθλούμενοι στις πολεμικές τέχνες και προσδιορίζει το ανώτερο επίπεδο τεχνικής και εμπειρίας τους στο άθλημα. Βλ. λευκή ζώνη., μαύρη μουσική: ΜΟΥΣ. το σύνολο των μουσικών ειδών αφροαμερικανικής προέλευσης. Βλ. αρ εν μπι, μπλουζ, ραπ, σόουλ, τζαζ, χιπ χοπ., μαύρο μυθιστόρημα ΛΟΓΟΤ. 1. αυτό που συνδυάζει συνήθ. την αστυνομική πλοκή με την αρνητική, σκοτεινή πλευρά της κοινωνίας. Βλ. φιλμ νουάρ. 2. το γοτθικό, με βασικά χαρακτηριστικά τα υπερφυσικά και τρομακτικά στοιχεία. [< γαλλ. roman noir] , αρνητική/μαύρη διαφήμιση βλ. διαφήμιση, άσπρο-μαύρο & μαύρο-άσπρο βλ. άσπρος, η μαύρη ήπειρος βλ. ήπειρος, μαύρα σκοτάδια βλ. σκοτάδι, μαύρα ταμεία βλ. ταμείο, μαύρα/βαθιά/άγρια μεσάνυχτα βλ. μεσάνυχτα, μαύρες συσκευές βλ. συσκευή, Μαύρη Βίβλος βλ. βίβλος, μαύρη εργασία βλ. εργασία, μαύρη κωμωδία βλ. κωμωδία, μαύρη λίστα βλ. λίστα, μαύρη προπαγάνδα βλ. προπαγάνδα, μαύρη τρύπα βλ. τρύπα, μαύρη χήρα βλ. χήρα, μαύρο θέατρο βλ. θέατρο, μαύρο κουτί βλ. κουτί, μαύρο πρόβατο βλ. πρόβατο, μαύρο τσάι βλ. τσάι, μαύρο/μπλακ χιούμορ βλ. χιούμορ, μαύρο/σκοτωμένο αίμα βλ. αίμα, μαύρος θάνατος βλ. θάνατος, μαύρος καβαλάρης βλ. καβαλάρης, μαύρος νάνος βλ. νάνος, μαύρος πάγος βλ. πάγος, μαύρος χρυσός βλ. χρυσός ● ΦΡ.: μαύρος και άραχνος (μτφ.-εμφατ.): για καθετί δύσκολο, δυσάρεστο, δυσοίωνο: Τα βλέπει/τα βρήκε/είναι όλα ~α και ~α., τα βάφω μαύρα (μτφ.-προφ.): στενοχωριέμαι υπερβολικά, απογοητεύομαι σε πολύ μεγάλο βαθμό, απελπίζομαι: Τα έβαψε ~ μετά τον χωρισμό.|| (ειρων.) Σιγά μην τα βάψω ~ που δεν ήρθε! ΣΥΝ. είναι/έχει πέσει στα μαύρα πανιά, με παίρνει από κάτω/αποκάτω, (γράφω κάποιον/κάτι) στα μαύρα κατάστιχα βλ. κατάστιχο, άσπρος σκύλος, μαύρος σκύλος, όλοι οι σκύλοι μια γενιά βλ. σκύλος, βάζω/φοράω (μαύρες) πλερέζες βλ. πλερέζα, για να λέμε/πούμε/πω την (καθαρή/μαύρη) αλήθεια βλ. αλήθεια, είναι/έχει πέσει στα μαύρα πανιά βλ. πανί, έχω (μαύρα/βαθιά) μεσάνυχτα βλ. μεσάνυχτα, έχω τα χάλια/τις μαύρες/τις κακές/τις κλειστές μου βλ. έχω, ζήσε Μάη/μαύρε μου (να φας τριφύλλι) βλ. Μάης, κάνει το άσπρο μαύρο βλ. άσπρος, κάνω κάποιον μαύρο/τόπι/τουλούμι/μπαούλο (στο ξύλο) βλ. τόπι, κλαίω με μαύρο δάκρυ βλ. δάκρυ, μαύρα μάτια κάναμε (να σε δούμε) βλ. μάτι, μαύρη (/πολλή) μαυρίλα πλάκωσε, μαύρη σαν καλιακούδα βλ. μαυρίλα, μαύρη είναι η νύχτα στα βουνά (μαύρη σαν καλιακούδα) βλ. νύχτα, μαύρη η ώρα βλ. ώρα, μαύρο φίδι που σ' έφαγε/θα σε φάει βλ. τρώω, με (τα πιο) ζοφερά/μελανά χρώματα βλ. χρώμα, μέχρι να πατήσεις μαύρο χιόνι βλ. χιόνι, ρίχνω μαύρη πέτρα (πίσω μου) βλ. πέτρα, τα βλέπω σκούρα/(όλα) μαύρα/ζόρικα βλ. βλέπω, του κάνω τη ζωή δύσκολη/κόλαση/μαρτύριο/μαύρη/πατίνι/ποδήλατο βλ. ζωή [< μτγν. μαῦρος, γαλλ. noir, αγγλ. black]

-νομία

-νομίαεπίθημα αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που αναφέρονται 1. σε υπηρεσία αρμόδια για την εφαρμογή κανονισμών ή την τήρηση των νόμων: αγορα~/αγρο~/δασο~.|| Aστυ~.|| (ΣΤΡΑΤ.) Αερο~/ναυτο~/στρατο~. 2. στο νομικό δίκαιο, στην ύπαρξη κανόνων: ευ~/ισο~/κακο~/πολυ~. 3. σε επιστήμη: αρχειο~/αστρο~/μετρο~ (πβ. -λογία).|| (ειδικότ. με αντικείμενο τη διαχείριση) Oικο~.

νταραβέρι

νταραβέριντα-ρα-βέ-ρι ουσ. (ουδ.) & νταλαβέρι (λαϊκό) 1. δοσοληψία, συναλλαγή, σχέση: επιχειρηματικό ~. Ερωτικό ~ (πβ. δεσμός). Έγινε το ~. Έχει ανοίξει/αρχίσει/ξεκινήσει ~ια με ύποπτες παρέες. Πβ. συναναστροφή. ΣΥΝ. αλισβερίσι 2. {συνήθ. στον πληθ.} διαπληκτισμοί, φασαρίες, καβγάδες: Πολύ φοβάμαι ότι θα 'χουμε ~ια. ● ΦΡ.: έχω παρτίδες/πάρε-δώσε/νταραβέρια βλ. έχω [< τουρκ. dalavere]

παράλληλος

παράλληλος, η/ος, ο πα-ράλ-λη-λος επίθ. 1. (μτφ.) που γίνεται, υπάρχει ταυτόχρονα ή με ανάλογο, παρόμοιο τρόπο με κάτι άλλο: ~ος: σκοπός/σχεδιασμός. ~η: αναζήτηση/απασχόληση/δράση/δραστηριότητα/εξέλιξη/εξυπηρέτηση(πελατών)/εργασία/θεραπεία/κυκλοφορία/παρακολούθηση/πορεία/(ερωτική) σχέση. || (ΝΟΜ.) ~η: ασφάλιση. ~ο: παιχνίδι/πρόγραμμα. ~οι: αγώνες/έλεγχοι/κόσμοι/τομείς. ~ες: εκδηλώσεις/επιδιώξεις/ιστορίες/προσπάθειες (π.χ. για την αντιμετώπιση ενός προβλήματος)/συνεδρίες/συνομιλίες/υπηρεσίες. ~α: γεγονότα/έργα/μέτωπα.|| (ΑΘΛ.) ~ο: (γιγαντιαίο) σλάλομ (ανδρών/γυναικών) (: κατά το οποίο αγωνίζονται ταυτόχρονα δύο αθλητές σε ~ες πίστες). 2. που εκτείνεται στην ίδια κατεύθυνση με κάποιον άλλο, δεν τέμνεται μαζί του και η μεταξύ τους απόσταση παραμένει ίδια: ~οι: αγωγοί/άξονες/δρόμοι/σωλήνες/τοίχοι. ~ες: σειρές. Κυματοθραύστες ~οι προς την ακτή. Κατασκευή πεζόδρομου ~ου προς την οδική αρτηρία. Ευθεία ~η προς το έδαφος.|| ~ο: παρκάρισμα. 3. ΠΛΗΡΟΦ. που αναφέρεται σε ταυτόχρονες διαδικασίες, όπως επεξεργασία δεδομένων, λειτουργία προγραμμάτων, υπολογιστών: ~ος: αλγόριθμος/προγραμματισμός/υπολογισμός. ~η: πρόσβαση. ~ο: καλώδιο/σύστημα. ΑΝΤ. σειριακός 4. ΓΕΩΜ. (για επίπεδα) που δεν έχουν κανένα κοινό σημείο. ● Ουσ.: παράλληλος (η): οδός παράλληλη προς άλλη: πρώτη/δεύτερη/τρίτη ~ λεωφόρου. ● επίρρ.: παράλληλα & (λόγ.) παραλλήλως: ~ προς ... (ΗΛΕΚΤΡ.) Σύνδεση λαμπτήρων σε σειρά και ~ (= σε παραλληλία).|| Τα εργαστήρια θα λειτουργήσουν ~.|| Το σπίτι είναι διακοσμημένο με κλασικό και ~ μοντέρνο στιλ. Πβ. ταυτόχρονα. ● ΣΥΜΠΛ.: παράλληλες (ευθείες): ΓΕΩΜ. που βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο και δεν έχουν κανένα κοινό σημείο. Βλ. τέμνουσα., παράλληλες εισαγωγές/εξαγωγές: ΟΙΚΟΝ. νόμιμες εισαγωγές/εξαγωγές προϊόντων μέσω δικτύων διανομής που δεν έχουν όμως εγκριθεί από τον κατασκευαστή ή τον παραγωγό τους., παράλληλη αγορά: ΟΙΚΟΝ. δευτερεύουσα αγορά των σύγχρονων χρηματιστηρίων που απευθύνεται στις μικρότερες επιχειρήσεις, αποτελώντας τον προθάλαμο για την εισαγωγή τους στην κύρια: γενικός δείκτης της ~ης ~άς. Εισαγωγή/ένταξη (μιας εταιρείας) στην ~ ~., παράλληλη σύνδεση/διάταξη: ΗΛΕΚΤΡ. τρόπος σύνδεσης στοιχείων ηλεκτρικού κυκλώματος, κατά τον οποίο όλα τα στοιχεία βρίσκονται υπό την ίδια τάση και η ένταση του συνολικού ρεύματος που διαπερνά το κύκλωμα είναι ίση με το άθροισμα των εντάσεων των ρευμάτων που διαρρέουν τα στοιχεία του: ~ ~ αντιστάσεων/μπαταριών/πυκνωτών. ΑΝΤ. σύνδεση σε/εν σειρά, παράλληλος (κύκλος) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΑΣΤΡΟΝ. νοητός κύκλος της γήινης ή της ουράνιας σφαίρας παράλληλος προς τον ισημερινό: Οι ~οι ~οι παίρνουν τιμές από 0-90 μοίρες. Βλ. μεσημβρινός., σχήμα εκ παραλλήλου: ΡΗΤΟΡ. ρητορικό σχήμα κατά το οποίο μια έννοια διατυπώνεται ταυτόχρονα θετικά και αρνητικά: π.χ. Να αρνηθείς και να μη δεχτείς. Όμορφος και όχι άσχημος., βίοι παράλληλοι βλ. βίος, παράλληλη θύρα βλ. θύρα, παράλληλο εμπόριο βλ. εμπόριο, παράλληλο κείμενο βλ. κείμενο, παράλληλο Σύμπαν βλ. σύμπαν, παράλληλοι ζυγοί βλ. ζυγός ● ΦΡ.: εκ παραλλήλου (λόγ.): συγχρόνως, ταυτόχρονα. Πβ. σε παραλληλία. [< αρχ. παράλληλος, γαλλ. parallèle, αγγλ. parallel]

πιστωτικός

πιστωτικός, ή, ό πι-στω-τι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με την πίστωση: ~ός: έλεγχος/οργανισμός/τίτλος. ~ή: κρίση. ~ό: όριο/υπόλοιπο. ~ές: διευκολύνσεις/υπηρεσίες. ~ά: ιδρύματα (π.χ. τράπεζες). Πβ. νομισματο~, χρηματοδοτικός, χρηματο~. ΑΝΤ. χρεωστικός ● ΣΥΜΠΛ.: πιστωτικές μονάδες: μονάδα μέτρησης του φόρτου εργασίας του μέσου φοιτητή για την επίτευξη των μαθησιακών στόχων ενός προγράμματος σπουδών· ισοδυναμεί με 25-30 ώρες εκπαιδευτικής δραστηριότητας, όπως παρακολούθηση διαλέξεων, φροντιστηριακών ασκήσεων ή εργαστηρίων, ιδιωτική μελέτη και συμμετοχή σε εξετάσεις. Πβ. διδακτικές/ακαδημαϊκές μονάδες. [< αγγλ. credit units, credits] , πιστωτική (κάρτα): ΟΙΚΟΝ. κάρτα, συνήθ. με συγκεκριμένο πιστωτικό όριο, που εκδίδεται ονομαστικά από τράπεζα ή επιχείρηση και επιτρέπει στον κάτοχό της να αποκτήσει αγαθά ή να κάνει χρήση υπηρεσιών, πληρώνοντας αργότερα, συχνά με τόκο: αριθμός/έκδοση ~ής ~ας. Αγορές με ~ ~/μέσω ~ών ~ών. Πβ. πλαστικό χρήμα, χρυσή κάρτα. Βλ. χρεωστική (κάρτα). [< αγγλ. credit card, 1888] , πιστωτική αγορά: ΟΙΚΟΝ. η χρηματαγορά και η κεφαλαιαγορά. [< αγγλ. credit market] , πιστωτικό γεγονός: ΟΙΚΟΝ. αποτυχία νομικού προσώπου να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του στα πλαίσια σημαντικής οικονομικής συναλλαγής, με αποτέλεσμα τη μείωση της πιστοληπτικής του αξιοπιστίας. [< αγγλ. credit event] , πιστωτικό χρήμα: ΟΙΚΟΝ. τραπεζογραμμάτια., πιστωτικός κίνδυνος: ΟΙΚΟΝ. κίνδυνος μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που έχει ο αντισυμβαλλόμενος (π.χ. να αποπληρώσει ένα δάνειο ή χρέος) στον οφειλόμενο χρόνο ή οποτεδήποτε μετά τη λήξη αυτού. Βλ. σι ντι ες. [< αγγλ. credit risk] [< μτγν. πιστωτικός ‘βεβαιωτικός’, γαλλ. créditeur, αγγλ. credit]

ταξίμετρο

ταξίμετροτα-ξί-με-τρο ουσ. (ουδ.): ειδική συσκευή σε ταξί που αναγράφει το κόμιστρο της διαδρομής και μετρά αυτόματα το ποσό που πρέπει να πληρώσει ο πελάτης: ηλεκτρονικό ~. Αυτοκίνητο χωρίς ~ (= αγοραίο). Ο οδηγός μηδένισε το ~. Βλ. -μετρο, ταρίφα. [< γαλλ. taximètre, 1905, αγγλ. taximeter]

τηλεσυνεργασία

τηλεσυνεργασίατη-λε-συ-νερ-γα-σί-α ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. συνεργασία απομακρυσμένων συνομιλητών μέσω ηλεκτρονικού και τηλεπικοινωνιακού δικτύου: (α)σύγχρονη ~. ~ μεταξύ τηλετάξεων (βλ. τηλεκπαίδευση). Αίθουσα/εργαλεία/εφαρμογές ~ας. [< αγγλ. telecollaboration, telecooperation]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.