Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 58821 εγγραφές  [10980-11000]


  • γάμπαρη γά-μπα-ρη ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. είδος μεγάλης γκρίζας γαρίδας (επιστ. ονομασ. Penaeus kerathurus). [< ιταλ. gambero]
  • γαμπριάτικος , η, ο γα-μπρι-ά-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με τον γαμπρό: ~ο: κοστούμι. Βλ. νυφικός, -ιάτικος. ● Ουσ.: γαμπριάτικα (τα): η επίσημη ενδυμασία του γαμπρού την ημέρα του γάμου.
  • γαμπρίζω γα-μπρί-ζω ρ. (αμτβ.) {γάμπριζ-ε} (προφ.): (συνήθ. για νεαρό αγόρι ή κορίτσι) επιδεικνύω ενδιαφέρον για το άλλο φύλο, αναζητώ ταίρι. Πβ. γκομενίζω, ερωτοτροπώ, φλερτάρω.
  • γαμπρός γα-μπρός ουσ. (αρσ.) & (σπάν.-λόγ.) γαμβρός 1. άνδρας που παντρεύεται ή είναι νιόπαντρος ή μελλόνυμφος· αρραβωνιαστικός. Βλ. κουμπάρος, νύφη, παρανυφάκι. 2. ο άνδρας της αδερφής ή της κόρης κάποιου. Βλ. σύγγαμπρος. 3. (ειρων.) για νεαρό άνδρα που έχει επιμελημένη εμφάνιση ή και πολλά προσόντα, με αποτέλεσμα να προκαλεί το ενδιαφέρον των κοριτσιών ή για επίδοξο, υποψήφιο μνηστήρα: περιζήτητος ~. Βλ. εργένης.|| Μοστράρει για ~. ● ΦΡ.: ντύνομαι γαμπρός/νύφη βλ. ντύνω, όρσε γαμπρέ κουφέτα βλ. όρσε, σα(ν)/αν θέλει η νύφη κι ο γαμπρός, (τύφλα να 'χει ο πεθερός) βλ. νύφη, στο τέλος ξυρίζουν το(ν) γαμπρό βλ. ξυρίζω [< μεσν. γαμπρός]
  • γαμψός , ή, ό γαμ-ψός επίθ.: καμπυλωτός και με μυτερή άκρη: ~ή: μύτη. ~ό: ράμφος. ~ά: νύχια. Βλ. αγκυλωτός, κυρτός. [< αρχ. γαμψός]
  • γαμώ [γαμῶ] γα-μώ ρ. (μτβ.) {γαμ-άς, -ά κ. -άει, -ώντας | γάμ-ησα, -ήσει, -ιέμαι, -ήθηκα, -ημένος} & γαμάω (λ. ταμπού) 1. έρχομαι σε σεξουαλική επαφή. Πβ. (απ)αυτώνω, πηδώ, συνουσιάζομαι. 2. (μτφ.) υποβάλλω κάποιον σε ταλαιπωρία, εξουθενώνω. Πβ. ξεθεώνω, ξεπατώνω. ● Μτχ.: γαμημένος , η, ο 1. (για δήλωση αγανάκτησης, οργής) άτιμος, καταραμένος: ~ος: καιρός. ~η: ζέστη. Πβ. αναθεματισμένος. 2. ως υβριστικός χαρακτηρισμός. ● ΦΡ.: (και) γαμώ (νεαν. αργκό-επιτατ.): ως έκφραση θαυμασμού για κάτι πολύ καλό ή ωραίο., άντε (και)/ά(ι) γαμήσου/πηδήξου! & δε γαμιέσαι; & δεν πας να γαμηθείς/πηδηχτείς & να πας να γαμηθείς/πηδηχτείς! (υβριστ.): για δήλωση αγανάκτησης, οργής ή έντονης δυσαρέσκειας προς κάποιον., γαμάει και δέρνει (μτφ.-αργκό) 1. συμπεριφέρεται αυθαίρετα και αλαζονικά. 2. & γαμάει: (εμφατ.) είναι εξαιρετικός, έχει μεγάλη επιτυχία., γάμησέ τα/γάμα τα (προφ.): για δήλωση δυσαρέσκειας, αγανάκτησης ή απόγνωσης: ~ ~ φίλε, μπερδεμένη υπόθεση/μεγάλη ιστορία. Πβ. άστα (να πάνε)., γαμώ τα παιδιά/τα άτομα & και γαμώ τα παιδιά/τα άτομα (νεαν. αργκό-επιτατ.): πολύ συμπαθητικός, αξιόλογος άνθρωπος, πολύ καλό παιδί., γαμώ το κέρατό/το στανιό μου/σου (υβριστ.): λέγεται για να δηλωθεί πολύ μεγάλη οργή., γαμώ τον/την/το ...: για έκφραση αγανάκτησης, θυμού: ~ την ατυχία/την κοινωνία μου., δε γαμιέται & δε γαμείς (προφ.): για δήλωση αδιαφορίας, απαξίωσης ή παραχώρησης: ~ ~! Ένα όνειρο ήταν και πέρασε! Πβ. δε βαριέσαι. Βλ. μην το/την ψάχνεις.|| ~ ~! Ας το κάνουμε κι ό,τι γίνει!, δεν μας γαμάς/χέζεις; & χέσε μας! (προφ.): ως έκφραση έντονης ενόχλησης, για δήλωση αποδοκιμασίας. Πβ. (άι) παράτα με!/δεν με παρατάς!, τη γάμησα/την έχω γαμήσει (νεαν. αργκό): βρίσκομαι σε εξαιρετικά δυσχερή θέση. Πβ. την κάτσαμε (τη βάρκα)., γαμώ την τύχη/το φελέκι μου βλ. φελέκι [< 1: αρχ. γαμῶ, αρχική σημ. ‘νυμφεύομαι, παντρεύομαι’]
  • γαμώτο [γαμῶτο] γα-μώ-το επιφών. & γαμώτη (αργκό): προς δήλωση αγανάκτησης, δυσαρέσκειας ή έκπληξης: ~, πάλι χάλασε η μηχανή! Δεν αντέχω άλλο, ~! Όχι, ρε ~! ● Ουσ.: γαμώτο (το): πείσμα, αξιοπρέπεια, φιλότιμο: Θα το κάνω για το ~ της υπόθεσης.
  • γάνα γά-να ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.-λαϊκό) 1. πρασινωπή σκουριά που επικαλύπτει τα αγάνωτα χάλκινα σκεύη· οξείδωση χαλκού. 2. (κατ' επέκτ.) βρομιά ή καπνιά. Βλ. πουρί.
  • γανιάζω γα-νιά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {γάνια-σα, -σμένος} (λαϊκό) ΣΥΝ. γκαγκανιάζω 1. κουράζομαι ψυχικά, εξαντλείται η υπομονή μου, δυσανασχετώ: ~σα (= μπαΐλντισα) να λέω τα ίδια και τα ίδια! Το παιδί έχει ~σει (= πλαντάξει) στο κλάμα. Πβ. απαυδώ.|| Μου έχουν ~σει τ' αυτιά/το μυαλό με την πολυλογία τους (= με έχουν ζαλίσει). 2. διψώ πολύ: Έχω ~σει (= έχει στεγνώσει το στόμα μου)!γανιάζει: (παλαιότ.) σκουριάζει: Τα χάλκινα σκεύη ~ουν.|| Το λάδι ~ το μπακίρι. ● ΦΡ.: μάλλιασε η γλώσσα μου βλ. γλώσσα
  • γανόδερμα γα-νό-δερ-μα ουσ. (ουδ.): σκληρό και πικρό φαρμακευτικό μανιτάρι (οικογ. Polyporaceae, ιδ. Ganoderma lucidum), γνωστό και ως μανιτάρι της αθανασίας.: ~ σε κάψουλες/ σκόνη. [< αγγλ. Ganoderma < νεολατ. ganoderma < αρχ. γάνος (το), ΄λαμπρότητα, διαύγεια΄ + δέρμα]
  • γάντζος γά-ντζος ουσ. (αρσ.): (μεγάλο) άγκιστρο για την ανάρτηση, ανύψωση ή στερέωση ογκωδών συνήθ. αντικειμένων: μεταλλικός ~. ~ ασφαλείας/ρυμούλκησης/στήριξης. Πβ. τσιγκέλι. Βλ. αρπάγη. ● Υποκ.: γαντζάκι (το) [< βεν. ganzo]
  • γάντζωμα γά-ντζω-μα ουσ. (ουδ.) 1. κρέμασμα, στερέωση σε γάντζο. Πβ. αγκίστρωση. 2. (μτφ.) γερό κράτημα, πιάσιμο: ~ του ναυαγού από το/πάνω στο σωσίβιο. Πβ. γράπωμα. 3. (μτφ.) προσκόλληση, εξάρτηση: ~ από το/στο παρελθόν.
  • γαντζώνω γα-ντζώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {γάντζω-σα, -θηκα, -μένος}: συγκρατώ κάτι με γάντζους: ~σε τα κιβώτια, για να μην πέσουν. Πβ. αγκιστρώνω. ΑΝΤ. ξεγαντζώνω ● γαντζώνει: (μτφ.) πιάνει, συγκρατεί γερά: Κλιπ ακουστικού που ~ στο αφτί. Τα τακάκια ~ουν στον δίσκο, μόλις πατηθεί το φρένο.Τα λάστιχα ~ουν στο έδαφος (βλ. πρόσφυση). Πβ. μαγκώνω. ● Παθ.: γαντζώνομαι 1. κρατιέμαι γερά από κάτι ή κάποιον: ~θηκε στον λαιμό του πατέρα της. ΣΥΝ. γραπώνομαι.|| (σπάν. στην ενεργ. φωνή) ~σε τα δάχτυλά του στο περβάζι. 2. (μτφ.) προσκολλώμαι: Έχει ~θεί (= κολλήσει) πάνω μου σαν βδέλλα. ~μένοι με νύχια και με δόντια στην εξουσία.
  • γάντι γά-ντι ουσ. (ουδ.) {γαντ-ιού | συνήθ. στον πληθ.}: εφαρμοστό κάλυμμα του χεριού που συνήθ. φτάνει μέχρι τον καρπό και φοριέται κυρ. για προστασία από το κρύο και τις υψηλές θερμοκρασίες: βαμβακερά/δερμάτινα/μάλλινα/ποδηλατικά/προστατευτικά ~ια. ~ια ασφαλείας/εργασίας/κήπου/κουζίνας/φούρνου. ~ια του μπέιζμπολ/μποξ. Ένα ζευγάρι ~ια.|| (ΙΑΤΡ.) Αποστειρωμένα/ελαστικά/εξεταστικά/χειρουργικά ~ια. ~ια με πούδρα. ~ια μιας χρήσης.|| (μτφ., για μποξέρ ή τερματοφύλακα) Κρέμασε τα ~ια (= αποσύρθηκε). ● Υποκ.: γαντάκι (το) ● ΦΡ.: έρχεται/πάει/πέφτει/ταιριάζει γάντι/κουτί (μτφ.-προφ.): είναι φτιαγμένο για κάποιον, του αρμόζει απόλυτα: Το φόρεμα τής ~ ~. O ρόλος τού ~ ~.|| Αυτό που είπες ~ γάντι με την/στην περίσταση., με το γάντι (μτφ.): διακριτικά, με τρόπο: Ασκεί κριτική ~ ~. Της φέρεται ~ ~ (= με ευγένεια).|| (ειρων.) Τον έσφαξε ~ ~ ( = με το βαμβάκι)., πετάω/ρίχνω το γάντι σε κάποιον (μτφ.): τον προκαλώ: Του έριξε/πέταξε ~, αλλά δεν απάντησε στην πρόκληση. [< γαλλ. jeter le gant] , σηκώνω το γάντι (μτφ.-προφ.): δέχομαι την πρόκληση. [< γαλλ. gant]
  • γαντόκουκλα γα-ντό-κου-κλα ουσ. (θηλ.): είδος κούκλας που φοριέται στο χέρι σαν γάντι και χρησιμοποιείται κυρ. στο κουκλοθέατρο. Πβ. δακτυλόκουκλα. Βλ. μαριονέτα. [< αγγλ. hand puppet, 1929]
  • γάνωμα γά-νω-μα ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.-λαϊκό): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του γανώνω: Μπακίρια/χάλκινες κατσαρόλες που χρειάζονται ~.|| (μτφ.) ~ του μυαλού μας (= πλύση εγκεφάλου). ΣΥΝ. επικασσιτέρωση [< μτγν. γάνωμα 'γυαλάδα']
  • γανωματής γα-νω-μα-τής ουσ. (αρσ.) & γανωτής & (σπάν.) γανωματάς (παλαιότ.-λαϊκό): παραδοσιακός τεχνίτης που γάνωνε χάλκινα σκεύη. ΣΥΝ. κασσιτερωτής
  • γανώνω γα-νώ-νω ρ. (μτβ.) {γάνω-σα, -θηκε, -μένος} (παλαιότ.-λαϊκό): επικαλύπτω την επιφάνεια χάλκινου σκεύους με κασσίτερο (καλάι), για την αποφυγή οξείδωσης: Ο γανωματής γάνωνε καζάνια/κατσαρόλες/μπακίρια. ~μένος: τέντζερης (ΑΝΤ. αγάνωτος). ● ΦΡ.: γανώνω το κεφάλι/τον εγκέφαλο/τα μυαλά/τ' αυτιά κάποιου (μτφ.-προφ.): κουράζω κάποιον με την επιμονή ή τη φλυαρία μου: Μου ~σες το κεφάλι όλη μέρα με την γκρίνια σου. Κενολογίες/προκαταλήψεις με τις οποίες μας ~ουν τα μυαλά. Πβ. ζαλίζω, σκοτίζω. [< μεσν. γανώνω]
  • γανωτής βλ. γανωματής
  • γαρ σύνδ. (αρχαιοπρ.-συχνά ειρων.): γιατί, επειδή: Ο χειμώνας μπήκε για τα καλά, Δεκέμβρης ~ (= βλέπεις). ● ΦΡ.: (το γήρας) ου γαρ έρχεται μόνον βλ. ου [< αρχ. γάρ]

αγκυλωτός

αγκυλωτός, ή, ό [ἀγκυλωτός] α-γκυ-λω-τός επίθ. 1. που έχει σχήμα αγκύλης: ~ό: άγκιστρο. Πβ. καμπύλος, κυρτός. Βλ. γαμψός. 2. που αγκυλώνει, τσιμπά: ~ός: θάμνος. ~ή: βελόνα. ~ό: ρούχο/συρματόπλεγμα. ● ΣΥΜΠΛ.: αγκυλωτός σταυρός: του οποίου οι βραχίονες κάμπτονται σε ορθή γωνία· χρησιμοποιήθηκε ως διακοσμητικό στοιχείο και κυρ. ως σύμβολο αρχαίων θρησκειών και του ναζισμού: ~οί ~οί σε αρχαία αγγεία.|| (συνεκδ.) Η μάστιγα του ~ού ~ού (: του φασισμού). Πβ. σβάστικα. [< γερμ. Hakenkreuz] [< μεσν. ἀγκυλωτός < αρχ. ἀγκυλωτός ‘εφοδιασμένος με λουριά’]

αρπάγη

αρπάγη[ἁρπάγη] αρ-πά-γη ουσ. (θηλ.): ΜΗΧΑΝ. μεταλλικό όργανο εκσκαφέα ή γερανού, με τη μορφή σιαγόνας ή γάντζου, για την περισυλλογή και μεταφορά υλικών: ρομποτική/υδραυλική ~. ~ες ανύψωσης. Βλ. μέγγενη, τσιγκέλι.|| (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) Η ~ του Νόμου (= δαγκάνα, τσιμπίδα). [< μτγν. ἁρπάγη]

γανωματής

γανωματήςγα-νω-μα-τής ουσ. (αρσ.) & γανωτής & (σπάν.) γανωματάς (παλαιότ.-λαϊκό): παραδοσιακός τεχνίτης που γάνωνε χάλκινα σκεύη. ΣΥΝ. κασσιτερωτής

γλώσσα

γλώσσα[γλῶσσα] γλώσ-σα ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -ης | -ες, -ών} 1. ΓΛΩΣΣ. φωνητικο-ακουστικό σύστημα συμβατικών σημείων μιας κοινότητας ανθρώπων για τη διατύπωση ή ανταλλαγή σκέψεων και πληροφοριών, καθώς και για την παγίωση και μετάδοση από γενιά σε γενιά εμπειρίας και γνώσης, το οποίο βασίζεται σε νοητικές διαδικασίες, καθορίζεται κοινωνικά και υπόκειται στην ιστορική εξέλιξη: αγγλική/αρχαία/βοηθητική/δημοτική/διεθνής/εθνική/ελληνική/μεσαιωνική/περιφερειακή/τοπική ~. Διάλεκτοι/ιδιωματισμοί/λέξεις (βλ. λεξιλόγιο)/μονάδες (βλ. φώνημα, μόρφημα)/μορφολογία (βλ. γραμματική) της ~ας. Ιστορία/προέλευση/σύνταξη μιας ~ας. Ανάλυση/γνώση/διδακτική/κακοποίηση/κωδικοποίηση/περιγραφή/προστασία/τυποποίηση (βλ. νόρμα)/χρήση της ~ας. Αδελφές/άκλιτες/ανάμικτες (βλ. κρεολή, λίνγκουα φράνκα, πίτζιν)/ασθενείς/ειδικές/ισχυρές/κλασικές/κλιτές/μειονοτικές/ξένες/συγγενικές/τονικές (βλ. κινέζικα) ~ες. Εργαστήριο/τυπολογία ~ών. Επαφή των ~ών. Διδάσκω μια ~. Λεξικό της ...~ας. Διδασκαλία της Νέας Ελληνικής ως ξένης ~ας. Μεταγραφή σε μια ~ (βλ. γκρίκλις). Μεταφράζω από μια ~ προς/σε μια άλλη. Μιλώ δύο/πολλές ~ες (βλ. δί-, πολύ-γλωσσος, γλωσσομάθεια). Βλ. λόγος, μεταγλώσσα, (συν)ομιλία, πρωτόγλωσσα.|| (με κεφαλ. Γ, το αντίστοιχο μάθημα) Η ~ της Γ' τάξης. 2. (ειδικότ.) ο προφορικός ή γραπτός λόγος, ο τρόπος έκφρασης ενός ατόμου, μιας ηλικιακής, κοινωνικής ή επαγγελματικής ομάδας, μιας επιστήμης ή εποχής: ανεπίσημη/απλή/αρχαΐζουσα/δημώδης/δόκιμη/ειδική (βλ. ζαργκόν)/επίσημη/επιστημονική/ιδιωματική/καθημερινή/καλλιεργημένη/κοινή/λαϊκή/λόγια/ομιλούμενη/παιδική/ποιητική/πρότυπη/σύγχρονη/τεχνική ~. ~ διδασκαλίας/επικοινωνίας/εργασίας. Η ~ του διαδικτύου/της διαφήμισης/του Δικαίου/των ειδήσεων/της λογοτεχνίας/της μετάφρασης/των ΜΜΕ/των νέων (βλ. κοινωνιόλεκτος)/της πιάτσας (βλ. αργκό)/ενός ποιητή (βλ. ιδιόλεκτος, στιλ, ύφος)/των πολιτικών/της τεχνολογίας. Ανεπαρκές/ικανοποιητικό επίπεδο ~ας. Η μουσικότητα της ~ας. Γράφω/διαβάζω/εκφράζομαι/επικοινωνώ/λέω κάτι σε μια ~. ~ και γραμματεία/ιδεολογία/κοινωνία/πολιτισμός/φύλο.|| Αγοραία/ανεπιτήδευτη/αυστηρή/αφηρημένη/βρόμικη/γλαφυρή/κατανοητή/κομψή/κυνική/κυριολεκτική/μεταφορική/περίτεχνη/πικρή/πλούσια/πρόστυχη/ρέουσα/σεξιστική/στρυφνή/στρωτή/συμβολική (: αλληγορική)/σύνθετη/χυδαία (βλ. λέξη ταμπού)/ωμή ~. Χρησιμοποίησε σκληρή ~. Έχει φαρμακερή ~ (: είναι φαρμακόγλωσσος). Βλ. βρομόγλωσσα.|| (μτφ.) Τρέχει η ~ του νεράκι (: μιλά με ευχέρεια). Βλ. διατύπωση. 3. ευκίνητο μακρόστενο μυώδες όργανο στη στοματική κοιλότητα και συνεκδ. οτιδήποτε έχει το συγκεκριμένο σχήμα: η διχαλωτή ~ του φιδιού. Η τραχιά ~ της γάτας. (ΜΑΓΕΙΡ.) Αρνίσια/βοδινή ~.|| Άσπρη/ροδαλή ~. Ο βλεννογόνος/οι θηλές/η κορυφή/η ρίζα/ο χαλινός της ~ας. Η ~ ως όργανο της γεύσης/της ομιλίας (βλ. αρθρωτής). Ξεράθηκε/στέγνωσε η ~ μου. Δάγκωσα/έκαψα τη ~μου. Πλαταγίζω τη ~ μου. Γλείφω με τη ~.|| Η ~ της καμπάνας/της κλειδαριάς (βλ. γλωσσίδι)/του κουδουνιού/του παπουτσιού. ~ες γης/στεριάς (βλ. λωρίδα, μύτη)/φωτιάς (βλ. φλόγα). 4. (μτφ.) μη λεκτικός τρόπος έκφρασης ή/και επικοινωνίας: η ~ της αγάπης/της αλήθειας/των αριθμών/της βίας/της εξουσίας/της ζωγραφικής/της καρδιάς/του κινηματογράφου/της λογικής/των λουλουδιών/των ματιών/της μουσικής/του χορού/του χρήματος/των χρωμάτων. Η ~ των ζώων/των μελισσών/των πουλιών.|| Η ~ του σώματος. Βλ. παρα~.|| ~ (των) σφυριγμάτων.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ες υπολογιστή. ~ HTML. Βλ. ψευδο~. 5. ΙΧΘΥΟΛ. θαλάσσιο ψάρι (οικογ. Soleidae) με ωοειδές πλατύ σώμα, λευκή εύγευστη σάρκα και μικρά, σκληρά λέπια: ~ καπνιστή. Φιλέτα ~ας. Βλ. ιππόγλωσσα. 6. ΦΙΛΟΛ. (σπανιότ.) απαρχαιωμένη ή άγνωστη λέξη ή έκφραση που χρειάζεται ερμηνεία (γλῶττα). ● Υποκ.: γλωσσίτσα (η) & γλωσσούλα (η) & γλωσσάκι (το): Βγάζει τη ~ του.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) Έχει κοφτερή ~! (: είναι ετοιμόλογος, καυστικός). ● Μεγεθ.: γλωσσάρα (η): (προφ.) Ο σκύλος τους έχει μία ~ να!|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) Έχει μια ~ ίσαμε το μπόι του! (: είναι πολύ αναιδής). ● ΣΥΜΠΛ.: γλώσσα μηχανής: ΠΛΗΡΟΦ. γλώσσα δυαδικών εντολών που είναι άμεσα εκτελέσιμες από τον επεξεργαστή: μετάφραση προγράμματος σε ~ ~. Βλ. κωδικοποίηση, συμβολική γλώσσα. [< αγγλ. machine language, 1947] , γλώσσα προγραμματισμού: ΠΛΗΡΟΦ. τυπικό σύστημα συμβόλων που χρησιμοποιείται για την επικοινωνία του ανθρώπου με τον ηλεκτρονικό υπολογιστή: συναρτησιακές ~ες ~. ~ες ~ υψηλού/χαμηλού επιπέδου. [< αγγλ. programming language, 1959] , δεύτερη γλώσσα: ΓΛΩΣΣ. αυτή που μαθαίνεται και χρησιμοποιείται από μη μητρικούς ομιλητές: η Ελληνική ως ~ ~. Βλ. μητρική/πρώτη γλώσσα., Ευρωπαϊκή Ημέρα Γλωσσών: η 26η Σεπτεμβρίου που καθιερώθηκε με αφορμή το Ευρωπαϊκό Έτος Γλωσσών (2001), προκειμένου να αντιληφθεί ο κόσμος τη σημασία της διά βίου εκμάθησης γλωσσών και να συνειδητοποιήσει τη γλωσσική πολυμορφία της Ευρώπης. [< αγγλ. European Day of Languages] , ζωντανή γλώσσα 1. που έχει φυσικούς ομιλητές, που ομιλείται σε συγχρονικό επίπεδο: ~ές και νεκρές γλώσσες.|| Η ~ ~ του λαού (: η δημοτική σε αντιδιαστολή με την καθαρεύουσα). 2. έντονο, ζωηρό ύφος. [< γαλλ. langue vivante] , η γλώσσα της σιωπής (μτφ.): μη λεκτικός τρόπος επικοινωνίας με τον οποίο μπορεί να δηλωθεί συγκατάβαση, συγκατάθεση, θαυμασμός, σεβασμός ή περιφρόνηση: Απάντησε με τη ~ ~ (πβ. η σιωπή μου προς απάντησή σου). [< αγγλ. the language of silence] , κανονική γλώσσα: ΠΛΗΡΟΦ. γλώσσα παραγόμενη από μια κανονική γραμματική: ~ ~ προγραμματισμού. [< αγγλ. regular language] , μητρική/πρώτη γλώσσα: ΓΛΩΣΣ. ο πρώτος γλωσσικός κώδικας που κατακτά το παιδί. Βλ. δεύτερη γλώσσα. [< γαλλ. langue maternelle/première] , νεκρή γλώσσα: που δεν μιλιέται πια. Βλ. γλωσσικός θάνατος. ΑΝΤ. ζωντανή γλώσσα (1) [< γαλλ. langue morte] , ξύλινη γλώσσα: άκαμπτη, τυποποιημένη, δογματική γλώσσα, συνήθ. της πολιτικής προπαγάνδας: η ~ ~ της γραφειοκρατίας/των κομμάτων/των πολιτικών. Βλ. κλισέ. [< γαλλ. langue de bois] , πύρινη γλώσσα 1. {συνηθέστ. στον πληθ.} φλόγα: ~ες ~ες έκαψαν χιλιάδες στρέμματα δάσους.|| (ειδικότ. ΘΕΟΛ., συμβολισμός του χαρίσματος που δέχθηκαν οι Απόστολοι από το Άγιο Πνεύμα την ημέρα της Πεντηκοστής, πβ. γλωσσολαλιά). 2. (μτφ.) ύφος, λόγος γεμάτος ένταση και πάθος: ρήτορες με ~ ~. Χρησιμοποίησε ~ ~ (: εξαπέλυσε μύδρους) κατά ..., τυπική γλώσσα 1. (στη μαθηματική Λογική και στην Πληροφ.) σύνολο από σειρές χαρακτήρων που ανήκουν σε ένα πεπερασμένο σύστημα στοιχείων (αλφάβητο): ~ ~ αναπαράστασης. Η γλώσσα προγραμματισμού είναι μία ~ ~. Βλ. αυτόματο, τυπική γραμματική. 2. συμβατικός, επιτηδευμένος τρόπος έκφρασης: η ~ ~ των δημοσίων εγγράφων/του σχολείου. [< αγγλ. formal language] , αναλυτικές γλώσσες βλ. αναλυτικός, απομονωμένη γλώσσα βλ. απομονωμένος, απομονωτικές γλώσσες βλ. απομονωτικός, γερμανικές γλώσσες βλ. γερμανικός, γλώσσα σήμανσης βλ. σήμανση, επίσημη γλώσσα βλ. επίσημος, Ευρωπαϊκό Πορτφόλιο/Χαρτοφυλάκιο Γλωσσών βλ. πορτφόλιο, ινδοευρωπαϊκές γλώσσες βλ. ινδοευρωπαϊκός, μητέρα γλώσσα βλ. μητέρα, νοηματική γλώσσα βλ. νοηματικός, νόσος της κυανής γλώσσας βλ. νόσος, οικογένεια γλωσσών/γλωσσική οικογένεια βλ. οικογένεια, πολυσυνθετική γλώσσα βλ. πολυσυνθετικός, ρομανικές/λατινογενείς/νεολατινικές γλώσσες βλ. ρομανικός, συγκολλητικές γλώσσες βλ. συγκολλητικός, συμβολική γλώσσα βλ. συμβολικός, συμπεριληπτική γλώσσα βλ. συμπεριληπτικός, συνθετικές γλώσσες βλ. συνθετικός, συνθηματική γλώσσα βλ. συνθηματικός, τεχνητή γλώσσα βλ. τεχνητός, τριχωτή γλώσσα βλ. τριχωτός, φυσική γλώσσα βλ. φυσικός ● ΦΡ.: βάζω χαλινάρι στη γλώσσα μου (μτφ.-προφ.): προσέχω ή μετριάζω τα λόγια μου., βγάζει γλώσσα (μτφ.-προφ.): μιλά προσβλητικά, με αναίδεια, αυθαδιάζει: Τολμάει και ~ ~; Για δες το μικρό, έβγαλε ~! Πβ. αντιμιλώ., βγάζω τη γλώσσα (σε κάποιον/κάτι): δείχνω τη γλώσσα μου σε κάποιον και κατ' επέκτ. κοροϊδεύω, περιφρονώ: Μου έβγαλε ~ ~ και χαμογέλασε αυτάρεσκα., γλώσσα-πηγή/γλώσσα-στόχος & γλώσσα αφετηρίας/γλώσσα αφίξεως: αυτή που μεταφράζεται και αυτή στην οποία καταλήγει η μετάφραση: Mεταφορά κειμένου από τη ~-πηγή στη ~-στόχο.|| (ΠΑΙΔΑΓ.) Διδασκαλία στη ~-στόχο. [< αγγλ. source language/target language, 1953] , δεν (το) πάει η γλώσσα μου (προφ.): διστάζω να μιλήσω από σεβασμό, ντροπή ή φόβο μήπως γίνω δυσάρεστος: ~ ~ να την κατηγορήσω. Έχω πολλά να πω, αλλά ~ ~., δεν βάζει γλώσσα μέσα (του) (προφ.): μιλάει αδιάκοπα, φλυαρεί: Δεν έβαζε ~ ~, λες κι είχε φάει γλιστρίδα., δένεται η γλώσσα μου (κόμπος) (μτφ.): δυσκολεύομαι να μιλήσω: Μου δέθηκε η ~ από την αγωνία. Ξαφνιάστηκε τόσο, που του δέθηκε η ~ του κόμπος και δεν είπε λέξη., έγινε η γλώσσα μου τσαρούχι/παπούτσι (μτφ.-προφ.): στέγνωσε (συνήθ. από τη δίψα)., έχει μεγάλη γλώσσα (προφ.-μτφ.) 1. & έχει μακριά/μια γλώσσα: αυθαδιάζει: ~ ~, πρόσεχε μη σε πιάσει στο στόμα της! 2. κολακεύει, για να εξυπηρετήσει το συμφέρον του. ΣΥΝ. γλείφω (2), έχω κάτι στην άκρη της γλώσσας μου (μτφ.): είμαι έτοιμος να πω ή να θυμηθώ κάτι: Μια στιγμή, στην ~ ~ το 'χω (: για λέξη ή έκφραση). [< γαλλ. avoir (un mot) sur le bout de la langue] , η γλώσσα κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει (παροιμ.): τα λόγια, συνήθ. τα κακοπροαίρετα σχόλια, μπορεί να πληγώσουν ανεπανόρθωτα: Σκέψου τι θα ξεστομίσεις, ~ ~., κακές γλώσσες & κακά στόματα: (μετωνυμ.) όσοι σχολιάζουν κακοπροαίρετα τους άλλους: ~ ~ διαδίδουν/επιμένουν/υποστηρίζουν ότι ... Οι ~ ~ δεν την έχουν πιάσει στο στόμα τους. Όπως λένε οι ~ ~... Βλ. καλοθελητής.|| Τον έφαγαν οι ~ ~ (= τον γλωσσόφαγαν)! [< γαλλ. (les) mauvaises langues] , μάζεψε τη γλώσσα σου (απειλητ.): πρόσεξε τα λόγια σου, μην αυθαδιάζεις, μη βρίζεις: Για ~ ~, σε παρακαλώ! ~ ~ λιγάκι και μην προσβάλλεις τους άλλους!, μάλλιασε η γλώσσα μου/(σπάν.) το στόμα μου (προφ.) & (σπάν.-λαϊκό) γάνιασε η γλώσσα μου: ως έκφραση αγανάκτησης για τη μάταιη επανάληψη του ίδιου πράγματος: ~ ~ να το λέω/το εξηγώ, μα πού ν' ακούσουν!, με τρώει η γλώσσα μου (μτφ.-προφ.): θέλω πολύ να πω κάτι που είναι αρνητικό, δυσάρεστο ή μυστικό: Μέρες τώρα ~ ~, αλλά κρατιέμαι., μιλώ άλλη/διαφορετική γλώσσα με κάποιον (μτφ.): έχουμε διαφορετικό τρόπο σκέψης: Δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε, μιλάμε ~ ~., μιλώ την ίδια γλώσσα με κάποιον (μτφ.): έχω τις ίδιες αντιλήψεις, κοινό κώδικα επικοινωνίας: Είναι νωρίς να λες ότι ~άτε την ίδια ~, αφού μόλις γνωριστήκατε., μου βγήκε η γλώσσα (μτφ.-προφ.): λαχανιάζω και κατ' επέκτ. ταλαιπωρούμαι: ~ ~ (έξω) ν' ανεβώ τις σκάλες.|| Του βγαίνει ~ ~ απ' την κούραση (= ξεθεώνεται). Πβ. μου βγαίνει η πίστη/η Παναγία/η ψυχή/το λάδι., φάε/δάγκωσε/κατάπιε τη γλώσσα σου! & που να φας τη γλώσσα σου!: (προφ., ως απάντηση) για αποτροπή αρνητικών προβλέψεων: ~ ~ (: πάψε, μη γρουσουζεύεις, μην κακομελετάς) όλα θα πάνε καλά! ΣΥΝ. κουνήσου από τη θέση σου, χτύπα/να χτυπήσω ξύλο!, (η γλώσσα/το στόμα του) στάζει/έχει μέλι βλ. στάζω, (η γλώσσα/το στόμα του) στάζει/έχει φαρμάκι/δηλητήριο/κακία/χολή βλ. στάζω, αλέθει η γλώσσα του/της βλ. αλέθω, γλώσσα παπούτσι, μυαλό κουκούτσι βλ. παπούτσι, γλώσσα/γλώττα λανθάνουσα (τ' αληθή/(την) αλήθεια(ν) λέγει) βλ. λανθάνων, η γλώσσα του/της πάει ροδάνι βλ. ροδάνι, θα σου κόψω τη γλώσσα βλ. κόβω, κατάπιε τη γλώσσα του βλ. καταπίνω, λύνεται η γλώσσα μου βλ. λύνω, μπερδεύω τα λόγια μου/τη γλώσσα μου/τα μπερδεύω βλ. μπερδεύω, να μην προτρέχει η γλώσσα της διανοίας/της σκέψης βλ. προτρέχω, πιπέρι στο στόμα/στη γλώσσα! βλ. πιπέρι, πριν μιλήσεις, βούτα τη γλώσσα στο μυαλό σου βλ. βουτώ, στέγνωσε το σάλιο/η γλώσσα/ο λαιμός/το λαρύγγι μου βλ. στεγνώνω, το έχω στο στόμα/στη γλώσσα (μου) βλ. στόμα [< αρχ. γλῶσσα, γαλλ. langue, αγγλ. language, γερμ. Sprache]

εργένης

εργένης[ἐργένης] ερ-γέ-νης ουσ. (αρσ.) {εργένηδες} , εργένισσα (η): πρόσωπο που, ενώ βρίσκεται σε ηλικία γάμου, δεν έχει παντρευτεί και ζει μόνο του: αθεράπευτος/αμετανόητος/ορκισμένος/περιζήτητος/φανατικός ~. ~ εκ πεποιθήσεως. Πβ. άγαμος, γεροντοπαλίκαρο, ελεύθερος. Βλ. ζευγαρωμένος. ΑΝΤ. παντρεμένος (1) [< τουρκ. ergen]

μαριονέτα

μαριονέταμα-ριο-νέ-τα ουσ. (θηλ.) 1. κούκλα με κινητά μέλη που κρέμονται από σύρματα, κλωστές ή σπάγκους: χειροποίητη ~. Θέατρο/κατασκευή ~ας.|| (συνεκδ.) Σκηνοθεσία ~ας (= κουκλοθέατρου). Βλ. νευρόσπαστο. 2. (μτφ.-μειωτ.) υποχείριο: αχυράνθρωποι και ~ες.|| (ως παραθετικό σύνθ.) άνθρωπος/καθεστώς/κυβέρνηση-~. Βλ. -έτα. ΣΥΝ. άθυρμα (1), ανδρείκελο (1), ενεργούμενο, πιόνι (2) [< γαλλ. marionnette. Πβ. αγγλ. puppet government]

μη & μην

μη & μηνμόρ. (αρν.) {μην πριν από φωνήεν ή από τα σύμφωνα: κ, π, τ, μπ, ντ, γκ, τσ, τζ, ξ, ψ} 1. (σε προτάσεις επιθυμίας ή επιφωνηματικές με ρήματα· συχνά προηγείται το ας ή το να:) δηλώνει απαγόρευση, αποτροπή ή παραίνεση: ~ ρίχνετε σκουπίδια στους δρόμους. ~ πεις λέξη. ~ μ' αγγίζεις! Να ~ με πάρεις τηλέφωνο ούτε να μου στείλεις μήνυμα. Αν είσαι άρρωστος, ~ έρθεις στη δουλειά. ~ ξεχάσω να του ευχηθώ για τη γιορτή του. ~ βιάζεσαι να μεγαλώσεις. ~ χαθούμε πάλι. Να τρως και να ~ μένεις νηστικός. ~ μ' αφήσεις ποτέ! ~ κλαις! Ας ~ χάνουμε χρόνο! Ας ~ κρυβόμαστε.|| (στον ελλειπτ. λόγο:) Άστο, ~! Σταμάτα, ~! ~ φεύγεις, όχι ~! Όλο διαταγές είναι και ~ (ενν. κάνεις) αυτό ~ εκείνο. 2. (σε προτάσεις επιφωνηματικές) δηλώνει ευχή, απευχή, κατάρα, όρκο ή απειλή: Μακάρι να ~ σε γνώριζα ποτέ! Να ~ σου τύχει ποτέ κάτι τέτοιο! Να ~ δεις ποτέ καλό από τα παιδιά σου! ~ σώσει και ... Να ~ προλάβω να γεράσω, αν λέω ψέματα! Να ~ τον δω μπροστά μου!|| (παραχώρηση) Ας ~ του είχα υποχρέωση και θα σου έλεγα εγώ ... 3. (συνήθ. προηγείται το να:) για τον σχηματισμό της άρνησης σε δευτερεύουσες προτάσεις: Τι να προσέξουμε για να ~ πάρουμε κιλά στις διακοπές. Πρέπει να ~ μάθει τίποτα. Δεν γίνεται να ~ έρθεις. Θα το πω κι ας ~ με πιστέψεις. Θα συνεχίσω τις προσπάθειες, ώσπου να ~ αντέχω άλλο. Υπάρχει κάτι που να ~ σου αρέσει; Απορώ γιατί να ~ θέλει να έρθει μαζί μας. Είναι δικό του το λάθος, όσο και να ~ το παραδέχεται. Έκανε σαν να ~ είχε συμβεί τίποτα. Τα νέα μέτρα ενδέχεται όχι μόνο να ~ λύσουν, αλλά και να επιτείνουν το αδιέξοδο. Βλ. δεν. 4. εισάγει δευτερεύουσα ενδοιαστική πρόταση: Φοβάμαι ~ τον χάσω. Ανησυχεί ~ τυχόν και δεν προφτάσει.|| Πολλοί άνθρωποι δεν λένε όχι από φόβο ~ δυσαρεστήσουν τους άλλους. Πβ. μήπως. 5. (μόνο το μη, με ονοματικούς τ. ή μετοχές ενεργητικού ενεστώτα) δηλώνει αντίθετη έννοια από αυτή που εκφράζει η λέξη με την οποία συνεκφέρεται: ~ βία. ~ καπνιστής. ~ κερδοσκοπικός οργανισμός. Αλφαβητικός κατάλογος ~ δημόσιων (= ιδιωτικών) σχολείων. ~ καταβληθείσες εισφορές. ~ ασφαλή προϊόντα. Οι ~ εγγεγραμμένοι. ~ εκτέλεση δρομολογίων. Καθίσματα για καπνίζοντες και ~. Στεκόταν ακίνητος ~ μπορώντας (: χωρίς να μπορεί) να αντιδράσει. 6. (απολύτως ως επιφών.) δηλώνει απαγόρευση ή αποτροπή: ~, για όνομα του Θεού! 7. (λαϊκό) εισάγει ευθείες ερωτήσεις και δηλώνει απορία, άγνοια: ~ τον άκουσες να έρχεται; ~ έπαθε τίποτα; Πβ. μήπως, μπας και. ● Ουσ.: μη (τα): απαγορεύσεις: τα πρέπει και τα ~. ● ΦΡ.: μη το ένα μη το άλλο: για να δηλωθούν συνεχείς και ενοχλητικές απογορεύσεις., (και) μη χειρότερα βλ. χειρότερος, ... και μη βλ. και, αν μη τι άλλο βλ. άλλος, θέλοντας ή μη/και μη βλ. θέλω, μη μου άπτου βλ. άπτεται, μη μου πεις ότι ... βλ. λέω, μη μου το λες/μη μου πεις .../τι μου λες! βλ. λέω, μην το λες βλ. λέω, ο μη γένοιτο βλ. γένοιτο [< μεσν. μην < αρχ. μή, 5: αγγλ. non]

ντύνω

ντύνωντύ-νω ρ. (μτβ.) {έντυ-σα, ντύ-σει, -θηκα, -θεί, ντύν-οντας, ντυ-μένος} 1. βάζω σε κάποιον ρούχα ή τον βοηθώ να τα βάλει: ~ το παιδί. Τον ~σε με κασκόλ και παλτό. ΣΥΝ. ενδύω ΑΝΤ. γδύνω (1), ξεντύνω, τσιτσιδώνω 2. ράβω ρούχα για κάποιον ή τον προμηθεύω με είδη ρουχισμού: Ποιος σχεδιαστής την ~ει; Μαγαζί που ~ει τη γυναίκα, τον άνδρα, το παιδί. 3. καλύπτω, επενδύω: ~σαν το πάτωμα με πλακάκια. Τοίχοι ~μένοι με ξύλο.|| (μτφ.) Καλαίσθητα έπιπλα ~ουν όμορφα τον χώρο. ~σε με τη μουσική του την ταινία. Πράξεις ~μένες με τον μανδύα της νομιμότητας. ● Παθ.: ντύνομαι 1. βάζω τα ρούχα μου: ~εται μόνος του. ~μένος απλά/βαριά/γιορτινά/ελαφρά/εξεζητημένα/επίσημα/ζεστά/κομψά/πρόχειρα/συντηρητικά. ~μένος με κουστούμι και γραβάτα/με πολιτικά/με στολή (βλ. άντυτος, καλο-, κακο-ντυμένος). ΑΝΤ. γδύνομαι.|| ~εται σε μοδίστρα (= ράβεται)/στο εξωτερικό (: αγοράζει τα ρούχα του από εκεί).|| Ξέρει να ~θεί (: να φορέσει τα κατάλληλα ρούχα για κάθε περίσταση).|| (προφ.) ~θηκε ναύτης/φαντάρος (: κατατάχθηκε στις Ένοπλες Δυνάμεις). 2. (ειδικότ.) μεταμφιέζομαι: ~θηκε αρλεκίνος/κλόουν. Τι θα ~θείς τις Απόκριες; ● ΦΡ.: καλύτερα να τον ντύνεις, παρά να τον ταΐζεις: για κάποιον που συνηθίζει να τρώει πολύ: Τρώει τον αγλέουρα, ~ ~!, ντύνομαι γαμπρός/νύφη: παντρεύομαι: Ετοιμάζεται να ~θεί ~., ντύνομαι στα λευκά & στα άσπρα 1. (για γυναίκα) παντρεύομαι. 2. {στο γ' πρόσ.} καλύπτεται με χιόνι: Στα λευκά ~θηκαν πολλές περιοχές της χώρας. 3. {στο γ' πρόσ.} (λογοτ., κυρ. για αμυγδαλιά) ανθίζει., ντύνω/ντύνομαι στα (+ συγκεκριμένο χρώμα): ~θηκε στα μαύρα (= πενθεί)., ντύνομαι στα/στο χακί βλ. χακί [< μεσν. ντύνω < αρχ. ἐνδύω, γαλλ. habiller]

νύφη

νύφηνύ-φη ουσ. (θηλ.) {νυφών} 1. γυναίκα την ώρα του γάμου της ή νεόνυμφη ή μελλόνυμφη: μέλλουσα ~. Βλ. γαμπρός, νυφικό. 2. κοπέλα σε ηλικία γάμου ή υποψήφια σύζυγος: περιζήτητη/πλούσια/πολύφερνη ~. Ψάχνει να βρει ~. 3. {λαϊκό πληθ. νυφάδες} η γυναίκα του αδερφού ή του γιου κάποιου. ● Υποκ.: νυφούλα (η) (οικ.): (ευχετ.) Να δεις/να καμαρώσεις την κόρη σου (ντυμένη) ~! Άντε και ~!|| (μτφ.-λογοτ.) Η αμυγδαλιά ντύθηκε ~. ● ΣΥΜΠΛ.: η νύ(μ)φη του Θερμαϊκού βλ. Θερμαϊκός ● ΦΡ.: όπως η/σαν τη νύφη με την πεθερά: για να δηλωθεί ότι δύο πρόσωπα, συνήθ. γυναίκες, τσακώνονται συνέχεια: Μαλώνουν/τρώγονται ~ ~. ΣΥΝ. σαν τον σκύλο με τη γάτα, σα(ν)/αν θέλει η νύφη κι ο γαμπρός, (τύφλα να 'χει ο πεθερός) (παροιμ.): η διαφορετική γνώμη ή οι αντιρρήσεις τρίτων προσώπων δεν είναι ικανές να σταθούν εμπόδιο στην πραγματοποίηση της επιθυμίας των άμεσα ενδιαφερομένων., ντύνομαι γαμπρός/νύφη βλ. ντύνω, όλα του γάμου δύσκολα (κι η νύφη γκαστρωμένη) βλ. γάμος, πληρώνω τα σπασμένα/τη νύφη/το μάρμαρο βλ. πληρώνω, τα λέω στην πεθερά, για να τ' ακούσει η νύφη βλ. πεθερά [< μεσν. νύφη < αρχ. νύμφη]

νυφικός

νυφικός, ή, ό νυ-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη νύφη ή το ζευγάρι που παντρεύεται: ~ή: ανθοδέσμη/κόμμωση/(ΛΑΟΓΡ.) φορεσιά.|| ~ή: λαμπάδα/σουίτα. Πβ. γαμήλιος. ΣΥΝ. νυφιάτικος ● Ουσ.: νυφικά (τα): είδη γάμου., νυφικό (το): το λευκό συνήθ. φόρεμα που φορά η νύφη στη γαμήλια τελετή: οίκος ~ών. ΣΥΝ. νυφιάτικα (1) [< αρχ. νυμφικός]

ξυρίζω

ξυρίζωξυ-ρί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξύρι-σα, ξυρί-στηκα, -σμένος, ξυρίζ-οντας} & (λαϊκό) ξουρίζω: κόβω με ξυράφι, συνήθ. σύρριζα, τις τρίχες από μέρη του σώματος ή το πρόσωπο: ~ει τις μασχάλες/τα πόδια της (βλ. αποτριχώνω). ~σε τα γένια/το κεφάλι/το μούσι/το μουστάκι του.|| ~εται κόντρα με ξυριστική μηχανή.ξυρίζει (προφ.): έχει έντονο κρύο ή/και δυνατό, παγωμένο αέρα: Ο βοριάς ~ζε. Πβ. θερίζει. ● ΦΡ.: στο τέλος ξυρίζουν το(ν) γαμπρό (μτφ.): δεν πρέπει να βιάζεται κανείς να βγάλει συμπεράσματα για το πώς θα εξελιχθεί μια κατάσταση. ΣΥΝ. πίσω έχει η αχλάδα την ουρά [< μτγν. ξυρίζω]

όρσε

όρσε[ὅρσε] όρ-σε επιφών. (λαϊκό-υβριστ.): να, παρ' τα (συχνά συνοδεύεται από μούντζα): ~ να μη στα χρωστάω! ● βλ. ορίστε ● ΦΡ.: όρσε γαμπρέ κουφέτα: για αδέξιο χειρισμό.[< προστ. όρισε του ρ. ορίζω]

ου

ου[οὐ] μόρ. (αρν.) (αρχαιοπρ.): στις ● ΦΡ.: (το γήρας) ου γαρ έρχεται μόνον: για να δηλωθούν τα αρνητικά συνεπακόλουθα των γηρατειών: Αν ξεχνάω και κανέναν, συγγνώμη· ~ ~., ναι ή ου;: ναι ή όχι: Συμφωνείς, ~ ~;|| Τελικά θα έρθεις, ~ ~;, οι καιροί ου μενετοί βλ. μενετός, ου μπλέξεις! βλ. μπλέκω [< αρχ. οὐ]

πουρί

πουρίπου-ρί ουσ. (ουδ.) 1. ασβεστούχο υπόλειμμα που επικάθεται σε μαγειρικά σκεύη, σωλήνες και είδη υγιεινής: Ο νιπτήρας/η λεκάνη/η μπανιέρα έπιασε ~. Προϊόντα που αφαιρούν/καταπολεμούν το ~. Πβ. άλατα. 2. κάθε κατάλοιπο που επικάθεται σε επιφάνεια: ~ δοντιών. Πβ. οδοντική πλάκα, τρυγία. 3. (σπάν.) πωρόλιθος. [< μτγν. πωρίον < αρχ. πῶρος]

σύγγαμπρος

σύγγαμπροςσύγ-γα-μπρος ουσ. (αρσ.) & (λόγ.) σύγγαμβρος & σύγαμπρος: μπατζανάκης. Βλ. συννυφάδα. [< μεσν. σύγαμβρος]

φελέκι

φελέκιφε-λέ-κι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): στη ● ΦΡ.: γαμώ την τύχη/το φελέκι μου (υβριστ.): για δήλωση αγανάκτησης, οργής. ΣΥΝ. γαμώ το κέρατό/το στανιό μου/σου [< τουρκ. felek 'μοίρα']

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.