αμμοχάλικο[ἀμμοχάλικο] αμ-μο-χά-λι-κο ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΔ. μείγμα άμμου και χαλικιού, κυρ. για οικοδομικές εργασίες: χοντρό/ψιλό ~. Διάστρωση δρόμου με ~.
αστακός[ἀστακός] α-στα-κός ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. μεγαλόσωμο εδώδιμο θαλασσινό οστρακόδερμο (επιστ. ονομασ. Palinurus vulgaris) με μακρόστενο σώμα, δέκα πόδια και κεραίες: αγκαθωτός (: χωρίς δαγκάνες, σε αντιδιαστολή με την αστακοκαραβίδα)/μπλε ~. Βλ. μαλακόστρακα.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ βραστός/με μακαρόνια (= αστακομακαρονάδα)/σχάρας. ● Υποκ.: αστακουδάκι (το) ● ΦΡ.: οπλισμένος/αρματωμένος σαν αστακός & οπλισμένος μέχρι τα δόντια: για κάποιον ή κάτι που έχει εφοδιαστεί με πολύ βαρύ (εξ)οπλισμό: Άνδρες των ΜΑΤ ~οι ~.|| Πήγε για σκι ~ ~., σαν αστακός: σε υπερβολικό βαθμό: κόκκινος (= κατακόκκινος) από τον ήλιο/ντυμένος (: με πολλά και βαριά ρούχα) ~ ~. [< αρχ. ἀστακός]
γαργαλώ[γαργαλῶ] γαρ-γα-λώ ρ. (μτβ.) {γαργαλ-άς ..., -ώντας | γαργάλ-ησα, -ιέμαι, -ήθηκα, -ημένος} & γαργαλάω & γαργαλίζω & (λαϊκό) γαργαλεύω: κινώ γρήγορα ή απαλά τα δάχτυλά μου σε ευαίσθητο σημείο του σώματος κάποιου, προκαλώντας του ακούσιο γέλιο ή/και συσπάσεις: ~ησε το μωρό στην κοιλιά/στον λαιμό/στη μασχάλη/στην πατούσα. ~ιέται εύκολα. Βλ. τσιμπώ, χαϊδεύω. ● γαργαλά & γαργαλάει (μτφ.-προφ.) 1. πονάει, ερεθίζει: Με ~ (λίγο) ο λαιμός (= με γρατζουνάει, με γδέρνει)/η μύτη μου (= με τρώει/φαγουρίζει). 2. διεγείρει, ξεσηκώνει, συγκινεί: Μυρωδιά που ~ τη μύτη. Εικόνες που ~ούν τις αισθήσεις.|| Με ~ η ιδέα να ... (= προκαλεί). ● ΦΡ.: γαργάλησέ με να γελάσω (ειρων.): για άνοστο ή κακόγουστο αστείο. [< μεσν. γαργαλώ]
γιασεμίγια-σε-μί ουσ. (ουδ.) {γιασεμ-ιού}: ΒΟΤ. αναρριχώμενος, αειθαλής, καλλωπιστικός θάμνος (επιστ. ονομασ. Jasminum Gradiflorum) με πολύ αρωματικά, κυρ. λευκά άνθη, τα οποία χρησιμοποιούνται στην αρωματοποιία· συνεκδ. το αντίστοιχο άνθος. Βλ. αγιόκλημα, φούλι. ● Υποκ.: γιασεμάκι (το) [< μεσν. γιασεμί]
γρέγοςγρέ-γος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): ΝΑΥΤ. βορειοανατολικός άνεμος. Βλ. γαρμπής, λεβάντες, μαΐστρος, σιρόκος, τραμουντάνα. ΣΥΝ. μέσης [< μεσν. γρέγος < βεν. grego]
-έλαιο{-έλαιου (λόγ.) -ελαίου} β' συνθετικό ουσιαστικών με αναφορά 1. στο λάδι που παράγεται από συγκεκριμένο φυτό ή τον καρπό του: αμυγδαλ~/αραβοσιτ~/βαλσαμ~/βαμβακ~/γαριφαλ~/δαφν~/ηλι~/καλαμποκ~/καρυδ~/μαστιχ~/ροδ~/σησαμ~/σογι~/φιστικ~/φοινικ~.|| Aγουρ~/πυρην~/σπορ~.|| Ιχθυ~/μουρουν~. 2. σε υγρό καύσιμο ή απόσταγμα πετρελαίου: μηχαν~.
κανέλακα-νέ-λα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αποξηραμένος αρωματικός φλοιός τροπικού ασιατικού δέντρου (επιστ. ονομασ. Cinnamomum verum) σε μορφή καφέ σκόνης ή μικρών κυλίνδρων που χρησιμοποιείται ως μπαχαρικό: μασουράκια/μπαστουνάκια/ξυλάκια ~ας. Ένα κουταλάκι/μια πρέζα ~ (ενν. τριμμένη).|| Κουλουράκια ~ας. Τσίχλες με γεύση ~ας. Tσάι/ψητά μήλα με ~. Πασπαλίζω το ρυζόγαλο με ~. Βλ. γαρίφαλο, μοσχοκάρυδο. ● ΦΡ.: από την Πόλη έρχομαι και στην κορ(υ)φή κανέλα: για περιπτώσεις πλήρους ασυναρτησίας, ασυνεννοησίας. Πβ. άλλα αντ' άλλων., μόσχος!/μόσχος και κανέλα/και γαρίφαλο βλ. μόσχος2 [< μεσν. κανέλα < ιταλ. cannella]
κοκορέτσικο-κο-ρέ-τσι ουσ. (ουδ.): ΜΑΓΕΙΡ. παραδοσιακό ψητό φαγητό που παρασκευάζεται από κομμάτια εντόσθιων, συνήθ. αρνιού, περασμένων στη σούβλα και τυλιγμένων με έντερα: κοντοσούβλι, ~ και γαρδούμπες. ● Υποκ.: κοκορετσάκι (το) [< αλβ. kukurec, τουρκ. kokoreç]
μόσχος2μό-σχος ουσ. (αρσ.): λιπαρή ουσία με έντονη οσμή που εκκρίνεται από τους αδένες που βρίσκονται κάτω από το δέρμα της κοιλιάς του μόσχου του μοσχοφόρου, ζώου που συγγενεύει με το ελάφι, και χρησιμοποιείται στην αρωματοποιία· συνεκδ. κάθε παρόμοιο αρωματικό παρασκεύασμα: συνθετικός/τεχνητός/φυσικός ~. ● ΦΡ.: μόσχος!/μόσχος και κανέλα/και γαρίφαλο: ως ευχή σε κάποιον, συνήθ. μωρό, που ρεύτηκε. [< μτγν. μόσχος, γαλλ. musc, αγγλ. musk]
πατατάκιαπα-τα-τά-κια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. πατατάκι}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. πολύ λεπτές, αλατισμένες και τηγανισμένες ή ψητές φέτες πατάτας που πωλούνται συνήθ. σε σακουλάκια: κυματιστά ~. ~ με (γεύση) ξίδι/πάπρικα/ρίγανη.|| (συνεκδ.) Πάρε μου δύο ~ (: δύο σακουλάκια με ~). Βλ. γαριδάκια. ΣΥΝ. τσιπς (1)
προσπερνώ[προσπερνῶ] προ-σπερ-νώ ρ. (μτβ.) {προσπερν-άς ..., -ώντας | προσπέρ-ασα, -άσει} 1. κάνω προσπέραση· γενικότ. περνώ μπροστά από κάτι, χωρίς να σταματήσω: Ο οδηγός ~ασε την νταλίκα.|| Διέσχισε τη λεωφόρο και ~ασε το βιβλιοπωλείο.|| (μτφ., για κάποιον που δεν ακολουθεί τις νέες τάσεις) Οι εξελίξεις θα τον ~άσουν. 2. απομακρύνω την προσοχή μου από κάτι, δεν δίνω σημασία: ~ την ειρωνεία σου/τα σχόλιά σου και συνεχίζω. ~ το γεγονός ότι ... Πβ. αντιπαρέρχομαι.|| Για να ολοκληρωθεί η ύλη, θα ~άσουμε (= θα παραλείψουμε) τα επόμενα κεφάλαια. 3. (μτφ.) ξεπερνώ κάποιον ή κάτι σε αναμέτρηση: ~ασαν στη βαθμολογία την αντίπαλη ομάδα. ● ΦΡ.: αν είναι να 'ρθει, θε να 'ρθεί, (αλλιώς θα προσπεράσει) βλ. έρχομαι [< μεσν. προσπερνώ 'φεύγω', γαλλ. surpasser]
-σαλάτα: επίθημα για τον σχηματισμό ουσιαστικών με αναφορά στη σαλάτα: αβγο~/αγγουρο~/αχινο~/γαριδο~/ζαμπονο~/καβουρο~/καππαρο~/καροτο~/κοτο~/λαχανο~/μακαρονο~/μαρουλο~/μελιτζανο~/ντοματο~/παντζαρο~/πατατο~/ρεβιθο~/σπανακο~/ταραμο~/τονο~/τυρο~/φακο~/χαβιαρο~/χορτο~.|| Φρουτο~.
τσιμπώ[τσιμπῶ] τσι-μπώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {τσιμπ-άς ... | τσίμπ-ησα, -ιέμαι, -ήθηκα, -ημένος, -ώντας} & τσιμπάω 1. πληγώνω το δέρμα με αιχμηρό όργανο: ~ήθηκε από τη βελόνα. Πβ. αγκυλώνω, κεντώ.|| (κατ' επέκτ.) Βράζουμε το κρέας, μέχρι να μαλακώσει και να ~ιέται με το πιρούνι. Πβ. τρυπώ. 2. δίνω τσιμπιά: ~ κάποιον στο μάγουλο.|| Τσίμπα/τσίμπησέ με να δω αν ονειρεύομαι/αν είμαι ξύπνιος (: για μεγάλη έκπληξη). 3. τρώω ελαφρά ή πρόχειρα: ~ησε κάτι και γύρισε στη δουλειά. Πβ. τσιμπολογώ. 4. (μτφ.-προφ.) πέφτω σε παγίδα, απάτη: Δεν ~ησε το δόλωμα. Δεν ~άει με τίποτα. ~ησε με τη μία. Πβ. μασώ, τρώω. 5. (μτφ.-προφ.) παίρνω, αποκτώ, αρπάζω: Πάει το διαμέρισμα, το ~ησε ένας άλλος (: το αγόρασε ή το νοίκιασε).|| ~ησε (τον) βαθμό η ομάδα. 6. (μτφ.-προφ.) συλλαμβάνω: Τους ~ησε η Αστυνομία. Πβ. γραπώνω, τσακώνω. 7. (μτφ.-προφ.) παίρνω κάτι από άλλους με επιδέξιο τρόπο: ~ησε δανεικά από τους φίλους του. (Για ποδοσφαιριστή) ~ησε την μπάλα. Πβ. βουτώ. ● τσιμπά & τσιμπάει 1. (για έντομο) τρυπά με το κεντρί το δέρμα ανθρώπου ή ζώου: Την ~σε κουνούπι. ~ήθηκε από τσιμπούρι. Πβ. κεντρίζει.|| (κατ' επέκτ., για ερπετό) Τον έχει ~ήσει φίδι (= δαγκώσει). 2. (για ψάρι) τρώει το δόλωμα. 3. (για πτηνό) πιάνει με το ράμφος: Τα πουλιά ~ούν τους σπόρους. ● Παθ.: τσιμπιέμαι (προφ.): ερωτεύομαι: ~ήθηκε μαζί της. Έχει ~ηθεί με τον ... ● ΦΡ.: τσίμπησαν οι τιμές (προφ.): αυξήθηκαν, είναι υψηλές: ~ησε η τιμή της βενζίνης., τον τσίμπησε (μύγα) τσε τσε/μύγα/αλογόμυγα βλ. τσετσέ, τσίμπησε το ψάρι βλ. ψάρι ● βλ. τσιμπημένος [< μεσν. τσιμπώ]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ