γατόπαρδος γα-τό-παρ-δος ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. μεγάλο, λεπτό αιλουροειδές με κηλίδες, που συναντάται στην Αφρική και σε περιοχές της Ασίας (επιστ. ονομασ. Acinonyx jubatus, οικογ. Felidae). ΣΥΝ. τσιτάχ [< μεσν. κατόπαρδος, γατόπαρδος, ιταλ. gattopardo]
γάτος γά-τος ουσ. (αρσ.) 1. αρσενική γάτα: αδέσποτος ~. Πβ. κεραμιδόγατος.|| (μτφ.) Είναι ~ (στους υπολογιστές). Πβ. άσος, ατσίδα, σαΐνι.2. ΙΧΘΥΟΛ. μικρό σκυλόψαρο (επιστ. ονομασ. Scyliorhinus stellaris) με σώμα που φέρει κηλίδες και δύο μεγάλα ραχιαία πτερύγια. ● Υποκ.: γατούλης (ο) ● Μεγεθ.: γάταρος (ο) [< μεσν. γάτος]
γατόψαρο γα-τό-ψα-ρο ουσ. (ουδ.): ΙΧΘΥΟΛ. ονομασία ψαριών του γλυκού νερού χωρίς λέπια και με χαρακτηριστικά μουστάκια που ανήκουν σε διάφορες οικογένειες (ομοταξία Siluriformes): ~α ενυδρείου. Βλ. -ψαρο.
γαύρος1 [γαῦρος] γαύ-ρος ουσ. (αρσ.): ΙΧΘΥΟΛ. μικρόσωμο πελαγικό ψάρι (επιστ. ονομασ. Engraulis encrasicholus) με μεγάλο στόμα, ασημένια κοιλιά και γαλαζοπράσινη ράχη, το οποίο ζει σε κοπάδια και αφθονεί στις ελληνικές θάλασσες: (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ μαρινάτος/νωπός/παστός/τηγανητός/στον φούρνο. Βλ. αντσούγια, αφρόψαρο, σαρδέλα. ● Υποκ.: γαυράκι (το):Βλ. μαριδάκι.
γαύρος2 [γαῦρος] γαύ-ρος ουσ. (αρσ.): ΒΟΤ. φυλλοβόλο δέντρο (επιστ. ονομασ. Carpinus betulus) με κοντό κορμό, μυτερά οδοντωτά φύλλα και κιτρινωπά άνθη σε ταξιανθίες.
ΓΔΑΠΚ (η): Γενική Διεύθυνση Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς.
γδάρσιμο γδάρ-σι-μο ουσ. (ουδ.) {γδαρσίμ-ατος | -ατα}: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του γδέρνω: ~ του δέρματος. ~ των ποδιών στα βράχια (πβ. αμυχή, γρατζουνιά). ~ της ζάντας/του προφυλακτήρα. Τριβή και ~ επιφάνειας.|| ~ των σφαγίων. Πβ. εκδορά.|| (μτφ.) ~ στον λαιμό (= ερεθισμός, πονόλαιμος). Φορολογικό ~ των πολιτών. Πβ. καταλήστευση. ● ΦΡ.: είναι για/θέλει κρέμασμα (ανάποδα)/σκότωμα/γδάρσιμο βλ. κρέμασμα
γδάρτης γδάρ-της ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ., για έμπορο, δημόσια επιχείρηση) που εκμεταλλεύεται τον πελάτη ή τον πολίτη, χρεώνοντάς τον με μεγάλο ποσό. Πβ. αγιογδύτης, κερδοσκόπος. Βλ. λωποδύτης.2. (σπάν.) εκδορέας. Βλ. -έας. ● ΣΥΜΠΛ.: γδάρτης καλωδίων: ΤΕΧΝΟΛ. απογυμνωτής. ● ΦΡ.: Μάρτης γδάρτης (και κακός παλουκοκαύτης) βλ. Μάρτης
αντσούγια
αντσούγια[ἀντσούγια] αν-τσού-για ουσ. (θηλ.) & αντζούγια: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. γαύρος ή σαρδέλα που συντηρείται συνήθ. σε άλμη ή λάδι: ~ σε κονσέρβα. Παστές ~ιες. Πίτσα με ~ιες. [< ιταλ. acciuga]
-έας
-έας: επίθημα αρσενικών και θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν επάγγελμα, ιδιότητα ή μέσο: διερμην~/συγγραφ~/τραυματιοφορ~.|| Δολιοφθορ~/καταστροφ~.|| Προβολ~.
κρέμασμα
κρέμασμακρέ-μα-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. στερέωση από ψηλό σημείο: ~ των κουρτινών/των ρούχων (στην ντουλάπα)/της ταμπέλας. ~ από το ταβάνι. ~ με γάντζο (πβ. ανάρτηση).|| (μτφ.) ~ του δέρματος (= χαλάρωση). ΑΝΤ. ξεκρέμασμα 2. απαγχονισμός. 3. {συνήθ. στον πληθ.} (αργκό της πληροφ.) πρόβλημα λειτουργίας, μπλοκάρισμα: ~ατα του συστήματος. Πβ. κόλλημα, κρασάρισμα.4. (μτφ.-χιουμορ.) γάμος. ΣΥΝ. κρεμάλα (3) ● ΦΡ.: είναι για/θέλει κρέμασμα (ανάποδα)/σκότωμα/γδάρσιμο: (ως έκφρ. έντονης δυσαρέσκειας) πρέπει να τιμωρηθεί σκληρά. ΣΥΝ. είναι για/θέλει κρεμάλα [< μτγν. κρέμασμα 3: αγγλ. hanging]
ΜάρτηςΜάρ-της ουσ. (αρσ.) (προφ.) 1. Μάρτιος. 2. (κ. με πεζό μ) βραχιολάκι πλεγμένο από λευκά και κόκκινα νήματα που, σύμφωνα με τη λαϊκή δοξασία, προστατεύει από τον μαρτιάτικο ήλιο. ● ΦΡ.: από Μάρτη καλοκαίρι κι από Αύγουστο χειμώνα (παροιμ.): για τις αλλαγές του καιρού που παρατηρούνται τους συγκεκριμένους μήνες, προμηνύοντας τη μετάβαση στο καλοκαίρι και τον χειμώνα, αντίστοιχα., λείπει ο Μάρτης απ' τη Σαρακοστή; (παροιμ.): συνήθ. για πρόσωπο που επιδιώκει να εμφανίζεται παντού., Μάρτης γδάρτης (και κακός παλουκοκαύτης) (παροιμ.): για τις κακές καιρικές συνθήκες του Μαρτίου (κυρ. απότομο και δυνατό κρύο)., αν βρέξει/ρίξει ο Μάρτης δυο νερά κι ο Απρίλης άλλο ένα, χαρά σ΄εκείνον τον ζευγά που 'χει πολλά σπαρμένα βλ. βρέχω [< μεσν. Μάρτης]
-τροφή
-τροφή: επίθημα για τον σχηματισμό θηλυκών ουσιαστικών με αναφορά στην τροφή: γατο~/ζωο~/κουνελο~/κτηνο~/πτηνο~/σκυλο~/ψαρο~.|| Σκουπιδο~/υπερ~.
-ψαρο
-ψαρο: β' συνθετικό σε γενικές ονομασίες ψαριών: αγγελό~/γατό~/κοκκινό~/χρυσό~.|| Aφρό~/πατό~/πετρό~.|| Σκυλό~. Βλ. -πούλι.
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.