Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 58821 εγγραφές  [11060-11080]


  • γατόπαρδος γα-τό-παρ-δος ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. μεγάλο, λεπτό αιλουροειδές με κηλίδες, που συναντάται στην Αφρική και σε περιοχές της Ασίας (επιστ. ονομασ. Acinonyx jubatus, οικογ. Felidae). ΣΥΝ. τσιτάχ [< μεσν. κατόπαρδος, γατόπαρδος, ιταλ. gattopardo]
  • γάτος γά-τος ουσ. (αρσ.) 1. αρσενική γάτα: αδέσποτος ~. Πβ. κεραμιδόγατος.|| (μτφ.) Είναι ~ (στους υπολογιστές). Πβ. άσος, ατσίδα, σαΐνι. 2. ΙΧΘΥΟΛ. μικρό σκυλόψαρο (επιστ. ονομασ. Scyliorhinus stellaris) με σώμα που φέρει κηλίδες και δύο μεγάλα ραχιαία πτερύγια. ● Υποκ.: γατούλης (ο) ● Μεγεθ.: γάταρος (ο) [< μεσν. γάτος]
  • γατοτροφή γα-το-τρο-φή ουσ. (θηλ.): ζωοτροφή για γάτες. Βλ. -τροφή. [< αγγλ. catfood, 1907]
  • γατόψαρο γα-τό-ψα-ρο ουσ. (ουδ.): ΙΧΘΥΟΛ. ονομασία ψαριών του γλυκού νερού χωρίς λέπια και με χαρακτηριστικά μουστάκια που ανήκουν σε διάφορες οικογένειες (ομοταξία Siluriformes): ~α ενυδρείου. Βλ. -ψαρο.
  • γαύρος1 [γαῦρος] γαύ-ρος ουσ. (αρσ.): ΙΧΘΥΟΛ. μικρόσωμο πελαγικό ψάρι (επιστ. ονομασ. Engraulis encrasicholus) με μεγάλο στόμα, ασημένια κοιλιά και γαλαζοπράσινη ράχη, το οποίο ζει σε κοπάδια και αφθονεί στις ελληνικές θάλασσες: (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ μαρινάτος/νωπός/παστός/τηγανητός/στον φούρνο. Βλ. αντσούγια, αφρόψαρο, σαρδέλα. ● Υποκ.: γαυράκι (το): Βλ. μαριδάκι.
  • γαύρος2 [γαῦρος] γαύ-ρος ουσ. (αρσ.): ΒΟΤ. φυλλοβόλο δέντρο (επιστ. ονομασ. Carpinus betulus) με κοντό κορμό, μυτερά οδοντωτά φύλλα και κιτρινωπά άνθη σε ταξιανθίες.
  • ΓΓ 1. (η) Γενική Γραμματεία. 2. (ο/η) Γενικός/-ή Γραμματέας.
  • ΓΓΑ (η): Γενική Γραμματεία Αθλητισμού.
  • ΓΓΑΕ (η): Γενική Γραμματεία Αποδήμου Ελληνισμού.
  • ΓΓΔΒΜΝΓ (η): Γενική Γραμματεία Διά Βίου Μάθησης και Νέας Γενιάς. (του Υ.ΠΑΙ.Θ.).
  • ΓΓΕΤ (η): Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας.
  • ΓΓΙΦ (η): Γενική Γραμματεία Ισότητας των Φύλων.
  • ΓΓΚ (η): Γενική Γραμματεία Καταναλωτή.
  • ΓΓΝΓ (η): Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς.
  • ΓΓΟΣΑΕ (η): Γενική Γραμματεία Οικονομικού Σχεδιασμού και Αμυντικών Επενδύσεων (του ΥΠ.ΕΘ.Α.).
  • ΓΓΠΠ (η): Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας (του Υπουργείου Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας).
  • ΓΓΠΣ (η): Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων (του ΥΠ.ΟΙΚ.).
  • ΓΔΑΠΚ (η): Γενική Διεύθυνση Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς.
  • γδάρσιμο γδάρ-σι-μο ουσ. (ουδ.) {γδαρσίμ-ατος | -ατα}: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του γδέρνω: ~ του δέρματος. ~ των ποδιών στα βράχια (πβ. αμυχή, γρατζουνιά). ~ της ζάντας/του προφυλακτήρα. Τριβή και ~ επιφάνειας.|| ~ των σφαγίων. Πβ. εκδορά.|| (μτφ.) ~ στον λαιμό (= ερεθισμός, πονόλαιμος). Φορολογικό ~ των πολιτών. Πβ. καταλήστευση. ● ΦΡ.: είναι για/θέλει κρέμασμα (ανάποδα)/σκότωμα/γδάρσιμο βλ. κρέμασμα
  • γδάρτης γδάρ-της ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ., για έμπορο, δημόσια επιχείρηση) που εκμεταλλεύεται τον πελάτη ή τον πολίτη, χρεώνοντάς τον με μεγάλο ποσό. Πβ. αγιογδύτης, κερδοσκόπος. Βλ. λωποδύτης. 2. (σπάν.) εκδορέας. Βλ. -έας. ● ΣΥΜΠΛ.: γδάρτης καλωδίων: ΤΕΧΝΟΛ. απογυμνωτής. ● ΦΡ.: Μάρτης γδάρτης (και κακός παλουκοκαύτης) βλ. Μάρτης

αντσούγια

αντσούγια[ἀντσούγια] αν-τσού-για ουσ. (θηλ.) & αντζούγια: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. γαύρος ή σαρδέλα που συντηρείται συνήθ. σε άλμη ή λάδι: ~ σε κονσέρβα. Παστές ~ιες. Πίτσα με ~ιες. [< ιταλ. acciuga]

-έας

-έας: επίθημα αρσενικών και θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν επάγγελμα, ιδιότητα ή μέσο: διερμην~/συγγραφ~/τραυματιοφορ~.|| Δολιοφθορ~/καταστροφ~.|| Προβολ~.

κρέμασμα

κρέμασμακρέ-μα-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. στερέωση από ψηλό σημείο: ~ των κουρτινών/των ρούχων (στην ντουλάπα)/της ταμπέλας. ~ από το ταβάνι. ~ με γάντζο (πβ. ανάρτηση).|| (μτφ.) ~ του δέρματος (= χαλάρωση). ΑΝΤ. ξεκρέμασμα 2. απαγχονισμός. 3. {συνήθ. στον πληθ.} (αργκό της πληροφ.) πρόβλημα λειτουργίας, μπλοκάρισμα: ~ατα του συστήματος. Πβ. κόλλημα, κρασάρισμα. 4. (μτφ.-χιουμορ.) γάμος. ΣΥΝ. κρεμάλα (3) ● ΦΡ.: είναι για/θέλει κρέμασμα (ανάποδα)/σκότωμα/γδάρσιμο: (ως έκφρ. έντονης δυσαρέσκειας) πρέπει να τιμωρηθεί σκληρά. ΣΥΝ. είναι για/θέλει κρεμάλα [< μτγν. κρέμασμα 3: αγγλ. hanging]

λωποδύτης

λωποδύτηςλω-πο-δύ-της ουσ. (αρσ.) (λόγ.): κλέφτης, απατεώνας. Πβ. αγιογδύτης, αγύρτης, αρπάχτρα. [< αρχ. λωποδύτης ‘κλέφτης (ρούχων’)]

Μάρτης

ΜάρτηςΜάρ-της ουσ. (αρσ.) (προφ.) 1. Μάρτιος. 2. (κ. με πεζό μ) βραχιολάκι πλεγμένο από λευκά και κόκκινα νήματα που, σύμφωνα με τη λαϊκή δοξασία, προστατεύει από τον μαρτιάτικο ήλιο. ● ΦΡ.: από Μάρτη καλοκαίρι κι από Αύγουστο χειμώνα (παροιμ.): για τις αλλαγές του καιρού που παρατηρούνται τους συγκεκριμένους μήνες, προμηνύοντας τη μετάβαση στο καλοκαίρι και τον χειμώνα, αντίστοιχα., λείπει ο Μάρτης απ' τη Σαρακοστή; (παροιμ.): συνήθ. για πρόσωπο που επιδιώκει να εμφανίζεται παντού., Μάρτης γδάρτης (και κακός παλουκοκαύτης) (παροιμ.): για τις κακές καιρικές συνθήκες του Μαρτίου (κυρ. απότομο και δυνατό κρύο)., αν βρέξει/ρίξει ο Μάρτης δυο νερά κι ο Απρίλης άλλο ένα, χαρά σ΄εκείνον τον ζευγά που 'χει πολλά σπαρμένα βλ. βρέχω [< μεσν. Μάρτης]

-τροφή

-τροφή: επίθημα για τον σχηματισμό θηλυκών ουσιαστικών με αναφορά στην τροφή: γατο~/ζωο~/κουνελο~/κτηνο~/πτηνο~/σκυλο~/ψαρο~.|| Σκουπιδο~/υπερ~.

-ψαρο

-ψαρο: β' συνθετικό σε γενικές ονομασίες ψαριών: αγγελό~/γατό~/κοκκινό~/χρυσό~.|| Aφρό~/πατό~/πετρό~.|| Σκυλό~. Βλ. -πούλι.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.