Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 58821 εγγραφές  [11600-11620]


  • γκαβώνω γκα-βώ-νω ρ. (μτβ.) {γκάβω-σε, γκαβώ-θηκα} (προφ.): τυφλώνω, στραβώνω: Μας ~σαν τα φώτα.|| Θα ~θείς με τόση τηλεόραση που βλέπεις. ~θηκα, για να διαβάσω τα γράμματά σου (: το γραφικό χαρακτήρα).
  • γκαγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} & γκανγκ : απρόβλεπτο κωμικό στιγμιότυπο ή εύρημα βασισμένο στην κίνηση-έκφραση, τον διάλογο, τις γκάφες ή την υπερβολή: απολαυστικά/έξυπνα ~. Τα ~ του βωβού κινηματογράφου. Βλ. μούτα, φάρσα. [< αγγλ. gag, γαλλ. ~, 1922]
  • γκαγκά γκα-γκά επίθ. {άκλ.} (αργκό): αργόστροφος, βλάκας, χαζός: Είναι πολύ/τελείως ~ το άτομο! [< γαλλ. gaga < gâteux ‘ηλίθιος’, αγγλ. ~, 1917]
  • γκαγκανιάζω γκα-γκα-νιά-ζω ρ. (αμτβ.) {γκαγκάνια-σα} (προφ.-εμφατ.): γανιάζω: ~σα από τη ζέστη. Πβ. διψώ.|| Έχω ~σει (= εξαντληθεί) να φωνάζω.
  • γκαζάδικο γκα-ζά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): πετρελαιοφόρο. Πβ. δεξαμενόπλοιο, τάνκερ. Βλ. -άδικο.
  • γκαζάκι γκα-ζά-κι ουσ. (ουδ.) 1. οικιακή μικροσυσκευή για πρόχειρο μαγείρεμα ή παρασκευή αφεψημάτων που λειτουργεί με μικρή φιάλη υγραερίου ή, συνήθ., βουτανίου· συνεκδ. η ίδια η φιάλη: ~ του καφέ. Ανάβω το ~. Έβαλε το μπρίκι στο ~. Πβ. καμινέτο. Βλ. γκάζι. 2. {συνήθ. στον πληθ.} αυτοσχέδιος εκρηκτικός μηχανισμός που κατασκευάζεται με το αντίστοιχο φιαλίδιο: εμπρησμός/επίθεση με ~ια. Εξερράγησαν ~ια. Βλ. βόμβα μολότοφ.γκαζάκια (τα): (παλαιότ.) γκαζές.
  • γκαζάκιας γκα-ζά-κιας ουσ. (αρσ.) (νεαν. αργκό) 1. άτομο, συνήθ. άνδρας, που εξαπολύει εμπρηστικές επιθέσεις με γκαζάκια: κουκουλοφόροι και ~ηδες. Βλ. -άκιας. 2. γκαζιάρης: μηχανόβιοι και ~ηδες. Πβ. γκαζοφονιάς.
  • γκαζέλα βλ. γαζέλα
  • γκαζές γκα-ζές ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. γκαζά} & γκαζιές (παλαιότ.-λαϊκό): μπίλιες, βόλοι. ΣΥΝ. γκαζάκια
  • γκάζι γκά-ζι ουσ. (ουδ.) {γκαζ-ιού} 1. (προφ.) φωταέριο: εστίες/κουζίνα/φούρνος ~ιού. Βλ. γκαζάκι. 2. πεντάλ αυτοκινήτου ή μοχλός μοτοσικλέτας που με το πάτημά του δίνει εντολή για απελευθέρωση μεγαλύτερης ποσότητας καυσίμου και επιτάχυνση του οχήματος: ντίζα ~ιού. Αφήνω το ~. Πβ. γκαζιέρα, επιταχυντής. Βλ. φρένο.γκάζια (τα) (νεαν. αργκό) 1. πολύ μεγάλη ταχύτητα (οδήγησης): Ετοιμαστείτε για άγρια/τρελά ~! Τρέχει με μεγάλα ~.|| Αμάξι με πολλά ~ (= γρήγορο· πβ. άλογα). 2. ορμητική και ενθουσιώδης διάθεση· γρήγοροι, εντατικοί ρυθμοί: Ξεκίνησαν με ~ (= με φόρα).|| Έβαλε/έδωσε ~ (= εντατικοποίησε την προσπάθεια). 3. επίπληξη: Τους έβαλε ~ (= τους γκάζωσε, επέπληξε, μάλωσε). Άκουσαν ~ (από τον προπονητή). ● ΦΡ.: πατώ γκάζι ΑΝΤ. πατώ φρένο 1. πιέζω με το πόδι μου το γκάζι για να επιταχύνω: Πάτα ~ να προλάβουμε!|| (προφ.) Το πατάει (= οδηγεί με μεγάλη ταχύτητα, τρέχει). 2. (μτφ.) αυξάνω την απόδοσή μου, παρουσιάζω άνοδο: Η ομάδα ~ησε ~ στο δεύτερο ημίχρονο. Ο δρομέας ~ησε ~ στα τελευταία λεπτά. Πβ. ανεβάζω (τις) στροφές/ταχύτητα/ρυθμούς.|| Η αγορά αυτοκινήτων/το χρηματιστήριο ~ησε ~., τέρμα/τσίτα/τέζα (τα) γκάζια/(το) γκάζι (νεαν. αργκό) 1. πάτημα του γκαζιού μέχρι το τέρμα για ανάπτυξη μεγάλης ταχύτητας: ~ ~ και φύγαμε! Οδηγεί/πηγαίνει με ~ ~! 2. (μτφ.) εντατικοποίηση στον μέγιστο βαθμό: ~ ~ για να τελειώνουμε! Δουλεύουν με ~ ~ (: με πολύ έντονους ρυθμούς, στο μάξιμουμ)., τσιτώνω τα γκάζια βλ. τσιτώνω [< γαλλ. gaz < λατ. chaos < αρχ. χάος]
  • γκαζιά γκα-ζιά ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} (νεαν. αργκό): απότομο πάτημα του γκαζιού για γρήγορη ανάπτυξη ταχύτητας: ~ιές και σπινιαρίσματα. Βλ. τιμονιά.|| (συνεκδ. για δήλωση μικρής απόστασης:) Μια ~ είναι μέχρι τον σταθμό.
  • γκαζιάρης γκα-ζιά-ρης ουσ. (αρσ.) (νεαν. αργκό): νεαρός κυρ. οδηγός που συνηθίζει να οδηγεί με μεγάλη ταχύτητα. Πβ. γκαζάκιας, γκαζοφονιάς. Βλ. κοντράκιας, μηχανόβιος, -ιάρης.
  • γκαζιέρα γκα-ζιέ-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. (κυρ. παλαιότ.) γκαζάκι ή καμινέτο. Βλ. πετρογκάζ, -ιέρα. 2. ο μοχλός του γκαζιού στις μοτοσικλέτες. Βλ. σκανδάλη.
  • γκαζόζα γκα-ζό-ζα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αεριούχο αναψυκτικό που περιέχει κιτρικό οξύ: παγωμένη ~. Βλ. λεμονάδα. [< ιταλ. gazzosa]
  • γκαζόν γκα-ζόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: χαμηλή χλόη που διακοσμεί κήπους, πάρκα, παρτέρια ή αποτελεί την επίστρωση γηπέδων· κατ' επέκτ. η επιφάνεια που καλύπτεται από αυτή: πλαστικό/συνθετικό ~ (: σε αντίθεση προς το φυσικό ~). Έτοιμο ~ (σε ρολό). Υδροβόρο ~. Κούρεμα/μηχανή/πότισμα του ~. Σπόροι/ψαλίδι ~. Μην πατάτε το ~ (: σε πινακίδα). Πβ. γρασίδι, πελούζα, πρασινάδα, χλοοτάπητας, χορτάρι. [< γαλλ. gazon]
  • γκαζοτανάλια γκα-ζο-τα-νά-λια ουσ. (θηλ.): είδος πένσας στην οποία ο ένας βραχίονας διαθέτει διαφορετικές θέσεις για τον άξονα περιστροφής, έτσι ώστε να προσαρμόζεται ανάλογα με το μέγεθος του αντικειμένου το οποίο σφίγγει: ~-κλειδί. Πβ. παπαγαλάκι. Βλ. κάβουρας.
  • γκαζοτενεκές γκα-ζο-τε-νε-κές ουσ. (αρσ.) & γκαζοντενεκές: ορθογώνιο μεταλλικό δοχείο, τενεκές.
  • γκαζοφονιάς γκα-ζο-φο-νιάς ουσ. (αρσ.) (νεαν. αργκό): νεαρός κυρ. που συνηθίζει να οδηγεί γρήγορα, θέτοντας σε κίνδυνο τη ζωή των άλλων. Πβ. γκαζάκιας, γκαζιάρης. Βλ. κοντράκιας, μηχανόβιος.
  • γκάζωμα γκά-ζω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του γκαζώνω: απότομα ~ στις στροφές.|| (μτφ.) ~ στις αναπτυξιακές προσπάθειες της κυβέρνησης. ΑΝΤ. φρενάρισμα
  • γκαζώνω γκα-ζώ-νω ρ. (αμτβ κ. μτβ.) {γκάζω-σα, -μένος} (προφ.) 1. (για οδηγό) πατώ απότομα γκάζι, για να αναπτύξω γρήγορα ταχύτητα: ~σε τη μηχανή. ~σε, για να προλάβει. Πβ. μαρσ-, σπιντ-άρω. ΑΝΤ. επιβραδύνω (1), φρενάρω (1) 2. (μτφ.) εντείνω την προσπάθεια ή αναπτύσσομαι με γρήγορους ρυθμούς: Η ομάδα ~σε και οι γηπεδούχοι έμειναν πίσω. Η οικονομία της χώρας ~ει. ~ουν οι τιμές (= αυξάνονται).|| Μας έχουν ~σει τον τελευταίο καιρό (: πιέζουν για μεγαλύτερη απόδοση). Πβ. τσιτώνω τα γκάζια. 3. (κυρ. στρατ. αργκό) επιπλήττω: Με ~σε άγρια (= με μάλωσε, μου φώναξε, μου την είπε).

-άδικο

-άδικο(προφ.): επίθημα για την παραγωγή ουδέτερων ουσιαστικών που δηλώνει κατάστημα ή γενικότ. τόπο: βενζιν~/δισκ~/κλειδαρ~/μπουγατσ~/ξενυχτ~/ποτ~/ρακ~/ραφτ~/ρολογ~/τσαγκαρ~/τσιπουρ~/τυροπιτ~/φαγ~/φαστφουντ~. Πβ. -ικο1.|| (μειωτ.) Tρελ~.|| (σπανιότ.) Γκαζ~ (= πετρελαιοφόρο).

-άκιας

-άκιας{-άκηδες}: παραγωγικό επίθημα αρσενικών ουσιαστικών με μειωτική συνήθ. σημασία: εξυπν~/τυχερ~.|| Γυαλ~/καλοπερασ~/μουστ~/μπαχαλ~/τσαντ~.

βόμβα

βόμβαβόμ-βα ουσ. (θηλ.) {βομβών} 1. κοίλο βλήμα με εκρηκτική ύλη και πυροδοτικό μηχανισμό, το οποίο τοποθετείται σε κάποιο μέρος ή ρίχνεται συνήθ. από πολεμικό αεροσκάφος: αυτοσχέδια/εμπρηστική/έξυπνη/θερμοβαρική/τηλεκατευθυνόμενη/χημική/ωρολογιακή ~. ~ κενού. ~ απεμπλουτισμένου ουρανίου. (παλαιότ.) ~ με φιτίλι. Έκρηξη/ρίψη/τοποθέτηση ~ας. ~-φάρσα. Η ~ εξερράγη/έσκασε στα χέρια του τρομοκράτη. Έβαλαν ~. Ο πυροτεχνουργός απενεργοποίησε/εξουδετέρωσε τη ~. Βλ. κροτίδα, οβίδα, ρουκέτα, χειροβομβίδα. ΣΥΝ. μπόμπα (1) 2. (μτφ.) καθετί αρνητικό ή/και αναπάντεχο που προκαλεί μεγάλη έκπληξη, αναστάτωση, αιφνιδιασμό, ανατροπή ή καταστροφή: (ως παραθετικό σύνθ.) αποκάλυψη/δήλωση/έκθεση/επιστολή/παραίτηση-~ (πβ. καταπέλτης). Μεταγραφική/οικολογική/υγειονομική ~. Τοξική/ωρολογιακή ~ η μόλυνση του περιβάλλοντος. Είδηση που έπεσε/έσκασε σαν ~!|| Βλ. σεξο~. ● Υποκ.: βομβίδια (τα) {σπάν. στον εν. βομβίδιο}, βομβίτσα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: βόμβα βυθού: ΣΤΡΑΤ. ειδικά σχεδιασμένη να εκρήγνυται σε συγκεκριμένο βάθος εναντίον υποβρύχιων στόχων. Βλ. νάρκη, τορπίλη.|| (μτφ.) Χωματερές-~ες ~ού (: για θαλάσσια απόβλητα)., βόμβα διασποράς: όπλο που φέρει πολλά μικρά βομβίδια, τα οποία εκτοξεύονται σε μεγάλη έκταση και εκρήγνυνται στον αέρα ή στο έδαφος. [< αγγλ. cluster bomb, 1967] , βόμβα μολότοφ & (προφ.) μολότoφ & κοκτέιλ μολότοφ: αυτοσχέδια βόμβα από γυάλινο μπουκάλι με εύφλεκτο υγρό και στουπί στο στόμιο ως φιτίλι: Επίθεση με ~ ~ από ομάδα κουκουλοφόρων. Βλ. γκαζάκι. [< αγγλ. molotov (cocktail), 1940, ρωσ. ανθρ. M. W. Molotow] , βρόμικη βόμβα (προφ.): η οποία διαχέει ραδιενεργό υλικό, πυρηνική βόμβα. [< αγγλ. dirty bomb, 1955] , (βόμβα) ναπάλμ βλ. ναπάλμ, ατομική βόμβα βλ. ατομικός, βόμβα (πολλών) μεγατόνων βλ. μεγάτονος, βόμβα κοβαλτίου βλ. κοβάλτιο, βόμβα νετρονίου βλ. νετρόνιο, βόμβα υδρογόνου βλ. υδρογόνο, βραδυφλεγής βόμβα βλ. βραδυφλεγής, μετεωρολογική βόμβα βλ. μετεωρολογικός, πυρηνική βόμβα βλ. πυρηνικός [< ιταλ. bomba (ηχομιμητ.), αγγλ. bomb]

γαζέλα

γαζέλαγα-ζέ-λα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) γκαζέλα 1. ΖΩΟΛ. είδος μικρής αντιλόπης της ασιατικής και της αφρικανικής ηπείρου (γένη Gazella και Procapra), με πυρόξανθο χρώμα, λευκή κοιλιά και μεγάλα κέρατα, το οποίο φημίζεται για τη χάρη, την ταχύτητα και τα μεγάλα άλματά του. 2. (μτφ.) όμορφη και λυγερόκορμη κοπέλα, συνήθ. μοντέλο, που διακρίνεται για τη χάρη και την κομψότητά της: μαύρη (= Αφροαμερικανίδα)/μελαχρινή ~ του μόντελινγκ/της πασαρέλας. || (για γυναίκα) Τα μάτια της γαζέλας (: μεγάλα και λαμπερά). 3. ΟΙΚΟΝ. (σπανιότ.-μτφ.) ταχέως αναπτυσσόμενη μικρομεσαία επιχείρηση. [< 1, 2: γαλλ. gazelle 3: αμερικ. gazelle (company)]

γκαζάκι

γκαζάκιγκα-ζά-κι ουσ. (ουδ.) 1. οικιακή μικροσυσκευή για πρόχειρο μαγείρεμα ή παρασκευή αφεψημάτων που λειτουργεί με μικρή φιάλη υγραερίου ή, συνήθ., βουτανίου· συνεκδ. η ίδια η φιάλη: ~ του καφέ. Ανάβω το ~. Έβαλε το μπρίκι στο ~. Πβ. καμινέτο. Βλ. γκάζι. 2. {συνήθ. στον πληθ.} αυτοσχέδιος εκρηκτικός μηχανισμός που κατασκευάζεται με το αντίστοιχο φιαλίδιο: εμπρησμός/επίθεση με ~ια. Εξερράγησαν ~ια. Βλ. βόμβα μολότοφ.γκαζάκια (τα): (παλαιότ.) γκαζές.

γκάζι

γκάζιγκά-ζι ουσ. (ουδ.) {γκαζ-ιού} 1. (προφ.) φωταέριο: εστίες/κουζίνα/φούρνος ~ιού. Βλ. γκαζάκι. 2. πεντάλ αυτοκινήτου ή μοχλός μοτοσικλέτας που με το πάτημά του δίνει εντολή για απελευθέρωση μεγαλύτερης ποσότητας καυσίμου και επιτάχυνση του οχήματος: ντίζα ~ιού. Αφήνω το ~. Πβ. γκαζιέρα, επιταχυντής. Βλ. φρένο.γκάζια (τα) (νεαν. αργκό) 1. πολύ μεγάλη ταχύτητα (οδήγησης): Ετοιμαστείτε για άγρια/τρελά ~! Τρέχει με μεγάλα ~.|| Αμάξι με πολλά ~ (= γρήγορο· πβ. άλογα). 2. ορμητική και ενθουσιώδης διάθεση· γρήγοροι, εντατικοί ρυθμοί: Ξεκίνησαν με ~ (= με φόρα).|| Έβαλε/έδωσε ~ (= εντατικοποίησε την προσπάθεια). 3. επίπληξη: Τους έβαλε ~ (= τους γκάζωσε, επέπληξε, μάλωσε). Άκουσαν ~ (από τον προπονητή). ● ΦΡ.: πατώ γκάζι ΑΝΤ. πατώ φρένο 1. πιέζω με το πόδι μου το γκάζι για να επιταχύνω: Πάτα ~ να προλάβουμε!|| (προφ.) Το πατάει (= οδηγεί με μεγάλη ταχύτητα, τρέχει). 2. (μτφ.) αυξάνω την απόδοσή μου, παρουσιάζω άνοδο: Η ομάδα ~ησε ~ στο δεύτερο ημίχρονο. Ο δρομέας ~ησε ~ στα τελευταία λεπτά. Πβ. ανεβάζω (τις) στροφές/ταχύτητα/ρυθμούς.|| Η αγορά αυτοκινήτων/το χρηματιστήριο ~ησε ~., τέρμα/τσίτα/τέζα (τα) γκάζια/(το) γκάζι (νεαν. αργκό) 1. πάτημα του γκαζιού μέχρι το τέρμα για ανάπτυξη μεγάλης ταχύτητας: ~ ~ και φύγαμε! Οδηγεί/πηγαίνει με ~ ~! 2. (μτφ.) εντατικοποίηση στον μέγιστο βαθμό: ~ ~ για να τελειώνουμε! Δουλεύουν με ~ ~ (: με πολύ έντονους ρυθμούς, στο μάξιμουμ)., τσιτώνω τα γκάζια βλ. τσιτώνω [< γαλλ. gaz < λατ. chaos < αρχ. χάος]

κάβουρας

κάβουραςκά-βου-ρας ουσ. (αρσ.) 1. ΖΩΟΛ. {προφ. θηλ. καβουρίνα} καρκινοειδές μαλακόστρακο (επιστ. ονομασ. Cancer, Carcinus) με πλατύ κέλυφος και ισχυρές δαγκάνες, που ανήκει στα δεκάποδα, είναι κυρ. υδρόβιο και μερικά είδη του είναι φαγώσιμα: βασιλικός/κόκκινος/μπλε/πράσινος ~. Βλ. καβουρομάνα. ΣΥΝ. καβούρι, καρκίνος (4) 2. μεταλλικό εργαλείο για (ξε)βίδωμα, με λαβίδα και κινητό σκέλος που ρυθμίζει το άνοιγμά της. Πβ. γαλλικό κλειδί, παπαγαλάκι. Βλ. κατσαβίδι. ● ΦΡ.: σαν τον κάβουρα: πολύ αργά: Πάει/περπατάει ~ ~.|| (μτφ.) Η έρευνα προχωρά ~ ~. Πβ. καρκινοβατώ., τι 'ναι ο κάβουρας, τι 'ν(αι) το ζουμί του (παροιμ.): για κάτι που δεν επαρκεί, επειδή είναι πολύ λίγο, ελάχιστο: Η σύνταξη δεν φτάνει, ~ ~!, εδώ σε θέλω κάβουρα, να περπατάς στα κάρβουνα/εδώ σε θέλω (μάστορα)! βλ. θέλω [< μεσν. κάβουρος]

κοντράκιας

κοντράκιαςκο-ντρά-κιας ουσ. (αρσ.) (νεαν. αργκό): νεαρός συνήθ. άνδρας που συμμετέχει σε κόντρες με αυτοκίνητα ή μοτοσικλέτες. Βλ. -άκιας, γκαζιάρης, γκαζοφονιάς, καμικάζι.

λεμονάδα

λεμονάδαλε-μο-νά-δα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αναψυκτικό από χυμό λεμονιού, ζάχαρη και νερό: παγωμένη/σπιτική ~. Πβ. λεμονίτα. || ~ με τσίντζερ. Βλ. -άδα, γκαζόζα, λιμοντσέλο. ● Υποκ.: λεμοναδίτσα (η) [< βεν. limonada]

μούτα

μούταμού-τα ουσ. (θηλ.): γκριμάτσα κυρ. ηθοποιού: θεατρικές/κωμικές ~ες. Βλ. γκαγκ.

πετρογκάζ

πετρογκάζπε-τρο-γκάζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή για μαγείρεμα που λειτουργεί με υγραέριο. [< ελλην. εμπορ. ονομασ. ~, 1953]

σκανδάλη

σκανδάλησκαν-δά-λη ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. μικρό σιδερένιο εξάρτημα πυροβόλου όπλου, το οποίο, όταν πιεστεί, προκαλεί εκπυρσοκρότηση: διπλή (βλ. δισκάνδαλος)/μαλακή/μονή (βλ. μονοσκάνδαλος)/ρυθμιζόμενη ~. Πάτησε/πίεσε/τράβηξε τη ~ (= πυροβόλησε). ~ διπλής ενέργειας. Ασφάλεια της ~ης.|| (κατ' επέκτ.) Πλαστική ~ (: σε ψαροντούφεκο). ~ γκαζιού. ● ΦΡ.: με το δάχτυλο στη σκανδάλη βλ. δάχτυλο [< μτγν. σκανδάλη ‘μοχλός που απελευθερώνει τον μηχανισμό παγίδας, παγίδα’, γαλλ. détente, gâchette]

τιμονιά

τιμονιάτι-μο-νιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): ο τρόπος που χειρίζεται κάποιος το τιμόνι, συνήθ. του αυτοκινήτου, και κυρ. απότομη στροφή του τιμονιού: ανάποδη/κακή/λάθος ~. Απαλές/άτσαλες/γρήγορες/κοφτές ~ιές. ~ αριστερά. Τραβώ (μια) ~. Βλ. γκαζιά, στραβο~.

τσιτώνω

τσιτώνωτσι-τώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {τσίτω-σα, τσιτώ-σει, -θηκα, -θεί, -μένος, τσιτών-οντας} (προφ.) 1. τεντώνω στο έπακρο: ~σε η φούστα πάνω της, επειδή πάχυνε. ~θηκε το δέρμα λόγω λίφτινγκ.|| (κατ' επέκτ.) ~ τα ηχεία (= αυξάνω στο τέρμα την ένταση). ΣΥΝ. τεζάρω (2) ΑΝΤ. λασκάρω (1), χαλαρώνω (2) 2. (μτφ.) έχω ή προκαλώ σε κάποιον εκνευρισμό: Έχω ~σει (: είναι τεντωμένα τα νεύρα μου). Μην ~εις (πβ. παίρνω ανάποδες)! Με ~σε άσχημα (: με εκνεύρισε). ● Μτχ.: τσιτωμένος , η, ο: που έχει τσιτωθεί: ~ο: πρόσωπο. ~α: σεντόνια. ΣΥΝ. τσιτωτός.|| (μτφ.) ~α: νεύρα. Φαίνεσαι λίγο ~. ΣΥΝ. τεντωμένος. ● ΦΡ.: τσιτώνω τα γκάζια (νεαν. αργκό) 1. (για οδηγό) επιταχύνω. 2. (μτφ.) εντείνω την προσπάθεια, εντατικοποιώ τους ρυθμούς. Πβ. γκαζώνω, τα δίνω όλα., ανοίγω/τεντώνω/τσιτώνω τ' αυτιά μου/τ(ο) αυτί βλ. αυτί, τα τέζαρε/τέντωσε/τσίτωσε βλ. τεζάρω

φρένο

φρένοφρέ-νο ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΤΕΧΝΟΛ. μηχανισμός επιβράδυνσης ή/και ακινητοποίησης κινούμενου ή περιστρεφόμενου αντικειμένου, κυρ. ειδικότ. οχήματος: δυνατά/μαλακά/μπροστά/πίσω/υδραυλικά ~α. Τα ~α του αυτοκινήτου/της μηχανής/του ποδηλάτου. Η βαλβίδα/μανέτα/τρόμπα του ~ου. Τα πεντάλ/τακάκια των ~ων. Δίσκοι (βλ. δισκόφρενο)/σιαγόνες ~ων. Έλεγχος των/συνεργείο/υγρά/φώτα ~ων. Αφήνω το ~. Δεν έπιασαν τα ~α. Πβ. (τροχο)πέδη. Βλ. αερόφρενα, ποδό-, σερβό-, χειρό-φρενο.|| (συνεκδ.) Ακούστηκαν απότομα ~α (= φρεναρίσματα). ● ΦΡ.: βάζω/μπαίνει φρένο σε κάτι (μτφ.-προφ.): ανακόπτω, εμποδίζω την εκδήλωση ενός φαινομένου ή την εξέλιξη μιας κατάστασης: Μπήκε ~ στα δάνεια. Έβαλε ~ (= τέλος) στις παράλογες απαιτήσεις τους. Βλ. εμπόδιο, πρόσκομμα, φραγμός., πατώ φρένο ΑΝΤ. πατώ γκάζι 1. πιέζω με το πόδι μου το φρένο για να μειώσω ταχύτητα. ΣΥΝ. φρενάρω (1) 2. (μτφ.) επιβραδύνω: Πάτησαν ~ στις διαπραγματεύσεις. [< ιταλ. freno]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.