Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 58811 εγγραφές  [58660-58680]


  • ω επιφών. 1. (συνήθ. με παράταση της διάρκειας του φθόγγου· συνοδεύεται από επιφωνηματική ή ερωτηματική φράση ή πρόταση) δηλώνει έντονο συναίσθημα, συνήθ. έκπληξη, χαρά, θαυμασμό, λύπη, αγανάκτηση: ~! Τι πήγες κι έκανες;/σ΄ ευχαριστώ πολύ! ~, πόσο χαίρομαι που σε βλέπω!|| (συνήθ. ειρων.) ~, τον αγαπητό μας (φίλο)! Πώς και από 'δω;|| ~! Τι υπέροχο σπίτι!|| ~, ναι! Περάσαμε τέλεια στην εκδρομή!|| ~, Θε(έ)/Χριστέ μου! Τι βλέπουν τα μάτια μου! ~! Τι κακό μας βρήκε! ~! Τι δυστυχία/στενοχώρια είν΄ αυτή!|| (: ως έκφρ. συμπόνιας, συχνά ειρων.) ~ , καημενούλη μου! Πόσο σε λυπάμαι!|| (οικ.) ~, το γλυκούλι μου! Πονάς; || (+ γεν., λόγ.-επιτατ.) ~ του θαύματος (βλ. θαύμα). ~ της ατυχίας. ~ της ηλιθιότητας/υποκρισίας. Πβ. φευ. 2. σε προσφωνήσεις λόγιας ή αρχαίας προέλευσης: ~ κύριοι δικαστές. [< αρχ. ὦ, ὤ]
  • ωραίος

    1. (πρόφ. ωμέγα) το εικοστό τέταρτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου, που αντιπροσωπεύει τον φωνηεντικό φθόγγο [o]: ~ κεφαλαίο (Ω). ~ μικρό (ω). Πβ. ωμέγα. Βλ. φωνήεν. 2. οκτακόσια ή οκτακοσιοστός. 3. (σε αρίθμηση, με τον τόνο κάτω αριστερά: ,Ω ή ,ω:) οκτακόσιες χιλιάδες. 4. ΧΗΜ. (πρόφ. ωμέγα) χαρακτηρισμός λιπαρών οξέων: ~-3/6/9. [< αρχ. Ω, μεσν. ω]

  • ώα [ᾤα] ώ-α ουσ. (θηλ.) {χωρ. πληθ.} 1. ΦΙΛΟΛ. περιθώριο· ειδικότ. το άγραφο μέρος της σελίδας παλαιού χειρογράφου ή εντύπου: βυζαντινές σημειώσεις στην ~. 2. (αρχαιοπρ.) ούγια. [< αρχ. ᾤα]
  • ωαγωγός [ὠαγωγός] ω-α-γω-γός ουσ. (αρσ.): ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. σάλπιγγα. [< γαλλ. oviducte, γερμ. Eileiter]
  • ωάριο [ᾠάριο] ω-ά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {ωαρί-ου | -ων}: ΒΙΟΛ. το γεννητικό κύτταρο που παράγεται στις ωοθήκες των γυναικών και των θηλυκών ζώων: ώριμο ~. Κατάψυξη ~ων (πβ. υαλοποίηση). ΣΥΝ. θηλυκός γαμέτης. [< μτγν. ᾠάριον 'αβγουλάκι', γαλλ. ovule]
  • ωδειακός , ή, ό [ᾠδειακός] ω-δει-α-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με το ωδείο: ~ή: εκπαίδευση. ~ές: σπουδές.
  • ωδείο [ᾠδεῖο] ω-δεί-ο ουσ. (ουδ.) (συνήθ. με κεφαλ. Ω) 1. σχολή όπου παραδίδονται μαθήματα μουσικής και φωνητικής: Εθνικό ~. Πβ. κονσερβατουάρ. Βλ. αρμονία, σολφέζ. 2. ΑΡΧ. (κατά την ελληνική και ρωμαϊκή αρχαιότητα) οικοδόμημα μικρότερης έκτασης από το θέατρο, στο οποίο διεξάγονταν μουσικοί και θεατρικοί αγώνες ή παραστάσεις: το ~ του Ηρώδου του Αττικού. [< 2: αρχ. ᾠδεῖον, γαλλ. odéon, αγγλ. odeum]
  • ωδή [ᾠδή] ω-δή ουσ. (θηλ.) 1. ΦΙΛΟΛ.-ΛΟΓΟΤ. ποιητική σύνθεση που χαρακτηρίζεται από λυρικότητα και μεγαλοπρέπεια: (στην αρχαιότητα, προοριζόταν για τραγούδι) Οι ~ές του Βακχυλίδη/του Ορατίου/του Πινδάρου/της Σαπφούς. Βλ. ελεγεία, παιάνας.|| (: στη νεότερη ποίηση) Οι ~ές του Κάλβου.|| (μτφ.) Έργο που αποτελεί ~ στην ελευθερία (: την εξυμνεί). 2. ΜΟΥΣ. μουσική σύνθεση για ορχήστρα, σολίστ ή/και χορωδία, που αποτελεί συνήθ. μελοποίηση αντίστοιχου είδους ποιήματος. 3. ΕΚΚΛΗΣ. καθένα από τα εννέα βιβλικά άσματα τα οποία ψάλλονται κατά την ακολουθία του Όρθρου και αποτελούνται από έναν ειρμό και τρία έως πέντε τροπάρια. Βλ. ύμνος. [< αρχ. ᾠδή, γαλλ.-αγγλ. ode]
  • ωδική [ᾠδική] ω-δι-κή ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. το μάθημα της μουσικής.
  • ωδικός , ή, ό [ᾠδικός] ω-δι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ωδικά πτηνά & ωδικά πουλιά: ΟΡΝΙΘ. που κελαηδούν μελωδικά. Βλ. αηδόνι, καναρίνι, κορυδαλλός, παπαδίτσα, σπίζα, στρουθιόμορφα, τσοπανάκος, φλώρος. [< γαλλ. oiseaux chanteurs] [< αρχ. ᾠδικός]
  • ωδίνες [ὠδῖνες] ω-δί-νες ουσ. (θηλ.) (οι): ΙΑΤΡ. οι πόνοι του τοκετού. [< αρχ. ὠδῖνες]
  • ώθηση [ὤθηση] ώ-θη-ση ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -ήσεως} 1. (κυρ. επιστ.) άσκηση δύναμης σε ένα σώμα προκειμένου να τεθεί σε κίνηση: σύστημα ~ης. Βλ. πρόωση.|| (ΦΥΣ.) Η ενέργεια/η κατεύθυνση/το μέτρο της ~ης.|| (ΜΗΧΑΝ.) Ενεργητική/παθητική ~. ~ήσεις γαιών κατά μήκος του τοίχου. Βλ. εξ~, επ~.|| (ΙΑΤΡ.) Ηλεκτρικές ~ήσεις στον καρδιακό μυ.|| Δώσε ~ (= σπρώξε)! Πβ. απ~. ΣΥΝ. ώση 2. (μτφ.) ενίσχυση, ενδυνάμωση· (για πρόσ.) παρακίνηση, προτροπή, παρότρυνση: ~ στην αγορά/στο κόμμα. Αναπτυξιακή ~ των επιχειρήσεων. Η τεχνολογική πρόοδος έδωσε ισχυρή/νέα ~ στην επιστημονική έρευνα. Πβ. τόνωση.|| Εσωτερική/ψυχολογική ~ (για δημιουργία). Πβ. παρ~, φωνή. Βλ. προ~. [< 1: μτγν. ὤθησις, γαλλ.-αγγλ. impulsion]
  • ωθητικός , ή, ό [ὠθητικός] ω-θη-τι-κός επίθ. (επιστ.): που σχετίζεται με την ώθηση: ~ός: αγωγός. ~ή: δύναμη. Πβ. ωστικός. Βλ. απ~, προ~. [< γαλλ. impulsif]
  • ωθώ [ὠθῶ] ω-θώ ρ. (μτβ.) {ωθ-είς ..., -ώντας | ώθ-ησα, -είται, -ήθηκε, -ούμενος, -ημένος} (λόγ.) 1. ασκώ δύναμη σε ένα σώμα με σκοπό τη μετακίνηση, μετατόπισή του· σπρώχνω: ~ προς τα εμπρός/πάνω. (προστ.) ~ησε (το κουτί) με όλη σου τη δύναμη (= δώσε ώθηση· ΑΝΤ. τραβώ)! Ωθήσατε, αντί ωθήστε (: επιγραφή σε είσοδο, ενν. την πόρτα. ΑΝΤ. έλξατε).|| (ΙΑΤΡ.) Το αίμα ~είται στις αρτηρίες (: εξαιτίας της κολπικής συστολής). Βλ. απ~. 2. (μτφ.) παρακινώ, προτρέπω κάποιον να προβεί σε συγκεκριμένη ενέργεια, ασκώντας πίεση· εξωθώ: (συνήθ. για κάτι αρνητικό) Αιτίες που ~ούν τα άτομα στη βία/στις καταχρήσεις/στον τζόγο. Τα οικονομικά προβλήματα τον ~ησαν να αναζητήσει δεύτερη δουλειά.|| ~ησε (= οδήγησε) τα πράγματα στα άκρα. Τον ~ησε (= υποχρέωσε) σε παραίτηση. Οι λόγοι που με ~ησαν σ' αυτή την απόφαση είναι ... ~ούμενος από προσωπικό συμφέρον.|| (για κάτι θετικό:) Επενδύσεις που ~ησαν στην ανάπτυξη. Πβ. προκαλώ. Βλ. προ~. [< αρχ. ὠθῶ]
  • ωίδιο [ὠίδιο] ω-ί-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. μύκητας που προσβάλλει κυρ. τα αμπέλια και συνεκδ. η αντίστοιχη ασθένεια. Βλ. -ίδιο, περονόσπορος. [< γαλλ. oïdium, αγγλ. oidium < νεολατ. o- + -idium < αρχ. ὠοειδὴς]
  • ωιμέ βλ. οϊμέ
  • ωκεάνιος , α, ο [ὠκεάνιος] ω-κε-ά-νι-ος επίθ. & ωκεανικός, ή, ό (επιστ.): ΩΚΕΑΝ. που σχετίζεται με τον ωκεανό ή επηρεάζεται από αυτόν: ~ος: πυθμένας/φλοιός. ~α: λεκάνη. ~ο: κλίμα. ~ες: περιοχές. ~α: κύματα/ρεύματα. Βλ. υπερ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ωκεάνια τάφρος βλ. τάφρος [< μτγν. ὠκεάνειος, γαλλ. océanique, αγγλ. oceanic]
  • ωκεανογραφία [ὠκεανογραφία] ω-κε-α-νο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΩΚΕΑΝ. επιστήμη που μελετά τα γεωλογικά χαρακτηριστικά των ωκεανών, τα φυσικά, χημικά και βιολογικά φαινόμενα που έχουν σχέση με τα νερά των θαλασσών, καθώς και τη ζωή των θαλάσσιων οργανισμών: βιολογική/γεωλογική/φυσική/χημική ~. Βλ. -γραφία, υδροβιο-, ωκεανο-λογία. [< γερμ. Ozeanographie, γαλλ. océanographie, αγγλ. oceanography]
  • ωκεανογραφικός , ή, ό [ὠκεανογραφικός] ω-κε-α-νο-γρα-φι-κός επίθ.: ΩΚΕΑΝ. που σχετίζεται με την ωκεανογραφία: ~ός: δορυφόρος. ~ή: αποστολή. ~ό: ινστιτούτο/μουσείο/σκάφος. ~ές: έρευνες. [< γερμ. ozeanographisch, γαλλ. océanographique, αγγλ. oceanographic(al)]
  • ωκεανογράφος [ὠκεανογράφος] ω-κε-α-νο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας με ειδίκευση στην ωκεανογραφία. Βλ. -γράφος. [< γαλλ. océanographe, αγγλ. oceanographer]

αηδόνι

αηδόνι[ἀηδόνι] αη-δό-νι ουσ. (ουδ.) {αηδον-ιού | -ιών} 1. ΟΡΝΙΘ. μικρόσωμο πτηνό (επιστ. ονομασ. Luscinia megarhynchos), γνωστό για το κελάηδημα του αρσενικού που είναι πιο μελωδικό τη νύχτα: γλυκόλαλο ~. Βλ. κουφ~, ψευτ~, ωδικά πτηνά. 2. (μτφ., για πρόσ.) που είναι εξαιρετικά καλλίφωνος ή σπανιότ. έχει ευχέρεια λόγου. ● Υποκ.: αηδονάκι (το) ● ΦΡ.: μου πάει/έρχεται/κοστίζει/στοιχίζει ο κούκος αηδόνι & πληρώνω τον κούκο αηδόνι (προφ.): ακριβοπληρώνω κάτι, χωρίς να το αξίζει. [< μεσν. αηδόνιν]

αρμονία

αρμονία[ἁρμονία] αρ-μο-νί-α ουσ. (θηλ.) 1. συμμετρία, ισορροπία, αναλογία μεταξύ των στοιχείων ενός συνόλου, αντιθετικών ή μη: αισθητική/πνευματική/σωματική/ψυχική ~. Η ~ του Σύμπαντος/της φύσης (πβ. ευρυθμία). ~ του πνεύματος και της ύλης/της ψυχής και του σώματος. ~ του προσώπου (πβ. ομορφιά). ~ κινήσεων (πβ. ρυθμός). Χρωματικές ~ες. ΑΝΤ. δυσαρμονία 2. ομόνοια: η ~ της οικογενειακής ζωής (: οικογενειακή ~). ~ στις σχέσεις. Επικρατεί ~. Η ~ αποκαθίσταται/διαταράσσεται/καταστρέφεται. Πβ. σύμπνοια. 3. ΜΟΥΣ. συνήχηση φθόγγων· συνεκδ. μελέτη της διαδοχής και της σχέσης των συγχορδιών σε μια σύνθεση: ~ και μελωδία. Βλ. παραφωνία. ● ΦΡ.: σε αρμονία με ...: σε συμφωνία με: ~ ~ το περιβάλλον. Για να είναι κανείς ~ ~ τους άλλους, πρέπει να βρίσκεται ~ ~ τον εαυτό του. [< γαλλ. en harmonie avec] [< αρχ. ἁρμονία, γαλλ. harmonie, αγγλ. harmony]

-γραφία

-γραφία{-γραφιών} λεξικό επίθημα θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν 1. σύνταξη κειμένων συγκεκριμένου είδους και συνεκδ. το σύνολό τους· κατάλογος έργων· κειμενικό είδος: δημοσιο~/ειδησεο~/επιφυλλιδο~. Αλληλο~/αρθρο~.|| Βιβλιο~/φιλμο~.|| Βιο~/διηγηματο~/ηθο~/ιστοριο~/πεζο~/χρονο~. 2. γνωστικό αντικείμενο, επιστήμη: γεω~/εθνο~/λαο~/λεξικο~/παλαιο~/πετρο~/στρωματο~/χαρτο~/ωκεανο~. 3. τρόπο γραφής: κακο~/καλλι~/ορθο~. Στενο~.|| (ΛΟΓΙΣΤ.) Απλο~/διπλο~.|| (ΙΑΤΡ.) Α~/δυσ~. 4. τεχνική ή τέχνη αποτύπωσης, εκτύπωσης και κατ' επέκτ. το ίδιο το δημιούργημα: ελαιο~/λιθο~/ξυλο~/υδατο~/χαλκο~. Ξηρο~/τυπο~/φωτο~. Σκηνο~.|| Γελοιο~/θαλασσο~/ιχνο~/προσωπο~/τοιχο~/τοπιο~. Χορο~.|| Αγιο~/εικονο~. 5. ιατρική εξέταση και ειδικότ. διαγνωστική απεικόνιση: αγγειο~ (πβ. -γράφημα)/αρτηριο~/μαστο~.

-γραφος

-γραφος, η, ο: λεξικό επίθημα με αναφορά σε ορισμένο τρόπο γραφής: ιδιό~/ολό~.|| (ουσιαστικοπ.) Χειρό-γραφο.

ελεγεία

ελεγεία[ἐλεγεία] ε-λε-γεί-α ουσ. (θηλ.) 1. κάθε λυρικό καλλιτεχνικό έργο που εκφράζει συνήθ. μελαγχολία ή θλίψη: Η ταινία είναι μια ~ της μοναξιάς. 2. ΦΙΛΟΛ. είδος ποιήματος (της αρχαίας ελληνικής και λατινικής γραμματείας) που εξέφραζε συνήθ. λύπη και γραφόταν σε δίστιχα από τα οποία το ένα ήταν δακτυλικό εξάμετρο και το άλλο πεντάμετρο. Βλ. ίαμβος, μέλος. [< 1: γαλλ. élegie 2: αρχ. ἐλεγεία, αγγλ. elegy]

-ίδιο

-ίδιο{-ιδίου | -ιδίων} (λόγ.): υποκοριστικό επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών: αγαλματ~/εικον~/κρατ~/κυστ~/ογκ~/σακ~/σταγον~/φιαλ~.|| (με μείωση ή απώλεια της υποκοριστικής σημ.:) Bακτηρ~/γον~.

οϊμέ

οϊμέ[ὀϊμέ] ο-ϊ-μέ επιφών. & οϊμένα & ωιμέ & ωιμένα (λογοτ.): (για έκφραση ψυχικής οδύνης) αλίμονο. [< μεσν. οϊμέ, οϊμένα, ωιμέ, ωιμένα]

πρόωση

πρόωσηπρό-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΜΗΧΑΝ. μηχανική ώθηση: αυτόματη/ηλεκτρική/πυρηνική ~. ~ αεροσκάφους/ελκυστήρα/πλοίου/πυραύλου. Κινητήρας/μέσο/μηχανισμός/ταχύτητα ~ης. Οχήματα διπλής ~ώσεως (: που έχουν δύο συστήματα, π.χ. θερμικό και ηλεκτρικό). Βλ. προώθηση. [< αρχ. πρόωσις, γαλλ.-αγγλ. propulsion]

τάφρος

τάφροςτά-φρος ουσ. (θηλ.): μακρόστενο, βαθύ χαντάκι· τεχνητό άνοιγμα στο έδαφος: αντιπλημμυρική/αποστραγγιστική/αποχετευτική/αρδευτική/περιφερειακή ~. Πβ. όρυγμα. Βλ. λάκκος.|| (παλαιότ., γύρω από φρούρια:) Αμυντική/μεσαιωνική/υδάτινη ~. Το κάστρο περιβαλλόταν από ~ο. ● ΣΥΜΠΛ.: τεκτονική τάφρος: ΓΕΩΛ. σημείο καταβύθισης δύο τεκτονικών πλακών, που δημιουργείται από δύο παράλληλα ρήγματα. [< αγγλ. rift valley] , ωκεάνια τάφρος: ΩΚΕΑΝ. επίμηκες στενό ρήγμα του θαλάσσιου πυθμένα, με μεγάλο βάθος: οι ~ες ~οι του Ειρηνικού. [< αγγλ. ocean(ic) trench] [< αρχ. τάφρος]

ύμνος

ύμνος[ὕμνος] ύ-μνος ουσ. (αρσ.) 1. τραγούδι με το οποίο εξυμνείται κάποιος ή κάτι, συνήθ. ιδέα, αξία· ειδικότ. ψαλμός: αρχαίος/θρησκευτικός/ορφικός ~. ~ του κόμματος/της (αθλητικής) ομάδας/του συλλόγου. Ο ~ των Ολυμπιακών Αγώνων.|| (ΛΟΓΟΤ.) ~ εις την Ελευθερίαν.|| (ΦΙΛΟΛ.) Ομηρικοί ~οι.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Επινίκιος ~. Αναστάσιμοι/βυζαντινοί/ορθόδοξοι/χριστιανικοί ~οι. ~οι της Μεγάλης Εβδομάδας/των Χριστουγέννων (βλ. κανόνας, τροπάριο). Πβ. άσμα, υμνωδία. 2. (μτφ.) εγκώμιο, έκφραση μεγάλου θαυμασμού: οι ~οι των κριτικών/του Τύπου για το βιβλίο. Η ταινία αποτελεί έναν ~ο στη δημιουργία/στον έρωτα. ΣΥΝ. διθύραμβος (1), εξύμνηση ΑΝΤ. επίκριση, επιτίμηση (1) ● ΣΥΜΠΛ.: εθνικός ύμνος: καθιερωμένος σε κάθε κράτος ύμνος που εκφράζει την κοινή εθνική συνείδηση και παίζεται ή τραγουδιέται σε επίσημες εκδηλώσεις: ανάκρουση του ~ού ~ου., Ακάθιστος Ύμνος βλ. ακάθιστος [< αρχ. ὕμνος, γαλλ. hymne, αγγλ. hymn]

φωνήεν

φωνήεν[φωνῆεν] φω-νή-εν ουσ. (ουδ.) {φωνή-εντος | -εντα, -έντων}: ΓΛΩΣΣ. φθόγγος της γλώσσας που παράγεται στις παλλόμενες φωνητικές χορδές με ανεμπόδιστη διέλευση του εκπνεόμενου αέρα και μπορεί να σχηματίσει μόνος του συλλαβή· συνεκδ. γράμμα που αναπαριστά αυτό τον φθόγγο: αρχικό/θεματικό/συνδετικό/τελικό/τονιζόμενο ~. Ανοικτά/ενδιάμεσα/κλειστά ~εντα. Κεντρικά/οπίσθια/πρόσθια ~εντα. Τα ~εντα της γερμανικής/της τουρκικής γλώσσας. Τα ~εντα της ελληνικής γλώσσας είναι πέντε (: /α/, /e/, /i/, /o/ και /u/).|| Πληκτρολογώ ένα ~. Βλ. δίφθογγος, δίψηφος, σύμφωνο. ● ΣΥΜΠΛ.: πάθη συμφώνων/φωνηέντων βλ. πάθος ● ΦΡ.: λέω/ψιθυρίζω δυο/μερικά φωνήεντα (σε κάποιον) & εξηγώ/σπικάρω/ψελλίζω δυο/μερικά φωνήντα (αργκό): του μιλώ, συνήθ. επιπλήττοντάς τον: Έλα να σου πω ~ ~! [< αρχ. φωνῆεν]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.