Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 58811 εγγραφές  [6740-6760]


  • αποκρυπτογράφηση [ἀποκρυπτογράφηση] α-πο-κρυ-πτο-γρά-φη-ση ουσ. (θηλ.) ΣΥΝ. αποκωδικοποίηση 1. ερμηνεία ενός κώδικα συμβόλων άγνωστης γλώσσας ή κρυπτογραφήματος: (ΓΛΩΣΣ.) ~ της Γραμμικής Β/ιερογλυφικών. Προσπάθεια ~ης της Γραμμικής Α/του δίσκου της Φαιστού.|| ~ παπύρων/χειρογράφων.|| (ΒΙΟΛ.) ~ του ανθρώπινου γονιδιώματος/γενετικού κώδικα/DΝΑ. ΣΥΝ. ανάγνωση (3) 2. ΠΛΗΡΟΦ. ανάκτηση ενός αρχικού µηνύµατος από την κρυπτογραφηµένη µορφή του: ~ αρχείου/δεδομένων/εγγράφου. Αλγόριθμος/κλειδί/πρόγραμμα/συνάρτηση ~ης. Βλ. υποκλοπή. ΣΥΝ. σπάσιμο (6) 3. (μτφ.) διαδικασία κατανόησης ενός βαθύτερου, δύσκολου νοήματος: ~ της έκθεσης (του ΔΝΤ)/του προϋπολογισμού. [< γαλλ. décryptement, 1929, αγγλ. decipherment, decrypting, 1936]
  • αποκρυπτογραφώ [ἀποκρυπτογραφῶ] α-πο-κρυ-πτο-γρα-φώ ρ. (μτβ.) {αποκρυπτογραφ-είς ... | αποκρυπτογράφ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας} ΣΥΝ. αποκωδικοποιώ 1. ερμηνεύω κώδικα συμβόλων άγνωστης γλώσσας ή κρυπτογράφημά του: Ο M. Ventris ~ησε τη γραμμική (γραφή) Β. Ο δίσκος της Φαιστού δεν έχει ακόμη ~ηθεί. ~ημένες: πληροφορίες.|| (ΒΙΟΛ.) ~ήθηκε το DNA. 2. ΠΛΗΡΟΦ. ανακτώ το αρχικό μήνυμα από την κρυπτογραφημένη μορφή του: Αρχεία που είναι δύσκολο να ~ηθούν. ΣΥΝ. σπάω & σπάζω (7) ΑΝΤ. κρυπτογραφώ 3. (μτφ.) κατανοώ το βαθύτερο νόημα, ερμηνεύω: Προσπαθώ να ~ήσω τις πράξεις/τη συμπεριφορά του, αλλά μάταια! Επιχειρούν να ~ήσουν τα μυστικά του εγκεφάλου/Σύμπαντος. [< γαλλ. décrypter, 1929, αγγλ. decipher, decrypt, 1946]
  • αποκρύπτω [ἀποκρύπτω] α-πο-κρύ-πτω ρ. (μτβ.) {απέκρυψα κ. απόκρυψα, αποκρύ-φθηκε κ. -φτηκε (λόγ. απεκρύβη, μτχ. αποκρυ-βείς, -βείσα, -βέν), -φθεί κ. -φτεί (λόγ. -βεί), -μμένος, αποκρύπτ-οντας} & αποκρύβω: δεν αφήνω κάτι να φανερωθεί ή να δημοσιοποιηθεί: ~ τα αισθήματά μου (: τα κρατώ κρυφά. ΑΝΤ. εκδηλώνω)/την αλήθεια/τα εισοδήματά μου (: δεν τα δηλώνω, πβ. φοροδιαφεύγω)/πληροφορίες/την πραγματικότητα. Κατηγορείται ότι ~ψε στοιχεία της υπόθεσης (πβ. συγκαλύπτω). Προσπαθούν να ~ψουν (= αποσιωπήσουν) ότι ... Το γεγονός ~φθηκε, για να μην προκαλέσει την αντίδραση της κοινής γνώμης. ~βόμενα: στοιχεία. ~βείσα: φορολογητέα ύλη. ~βέντα: έσοδα.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Γραμμές εργαλείων που εμφανίζονται ή ~ονται (από την επιφάνεια εργασίας). Πβ. κρύβω. ΑΝΤ. αποκαλύπτω (1) [< αρχ. ἀποκρύπτω, γαλλ. cacher, αγγλ. hide]
  • αποκρυστάλλωμα [ἀποκρυστάλλωμα] α-πο-κρυ-στάλ-λω-μα ουσ. (ουδ.): οτιδήποτε έχει πάρει τελική μορφή, έχει σχηματιστεί οριστικά: Το έργο της αποτελεί/συνιστά ~ γνώσης/εμπειρίας/σκέψης (πβ. απόσταγμα). Αποκορύφωμα και ~ (πβ. απόληξη) της όλης του δραστηριότητας υπήρξε η ... Πβ. αποκρυστάλλωση.
  • αποκρυσταλλώνω [ἀποκρυσταλλώνω] α-πο-κρυ-σταλ-λώ-νω ρ. (μτβ.) {αποκρυστάλλω-σα, -σει, -θηκε, -θεί, -μένος, αποκρυσταλλών-οντας} 1. (μτφ.) σχηματίζω πλήρη και σαφή άποψη για κάτι, παγιώνω: ~ τις θέσεις/ιδέες/σκέψεις μου (πάνω σ' ένα ζήτημα). Η εμπειρία ~εται σταδιακά (μέσα από την πράξη). Τα πορίσματα της έρευνάς του ~θηκαν σε μια μελέτη. ~οντας μια πρώτη εικόνα για ... ~μένο: ύφος. ~μένοι: στόχοι. ~μένες: αξίες/αρχές. Πβ. διαμορφώνω, οριστικο-, σταθερο-, συγκεκριμενο-ποιώ. 2. (σπάν.) μετατρέπω σε κρύσταλλο: Στοιχεία που ~ονται κάτω από υψηλή πίεση. [< μεσν. αποκρυσταλλώ, γαλλ. cristalliser]
  • αποκρυστάλλωση [ἀποκρυστάλλωση] α-πο-κρυ-στάλ-λω-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) διαμόρφωση πλήρους και σαφούς άποψης, παγίωση· συνεκδ. αποκρυστάλλωμα: ~ θέσεων/ενός προσωπικού ύφους γραφής. ~ και αποσαφήνιση της πολιτικής γραμμής (ενός κόμματος). Πβ. οριστικο-, σταθερο-, συγκεκριμενο-ποίηση, σχηματισμός.|| (συνήθ. στον πληθ.) ~ώσεις σχημάτων και μορφών. 2. (σπάν.) απόκτηση κρυσταλλικής μορφής: ~ μελιού (= κρυστάλλωση). [< μεσν. αποκρυστάλλωσις, γαλλ. cristallisation]
  • μυστικό

    [ἀποκρυφισμός] α-πο-κρυ-φι-σμός ουσ. (αρσ.): θεωρία ή πρακτική που βασίζεται στην παραδοχή της ύπαρξης μυστικών, αόρατων και υπερφυσικών δυνάμεων στη φύση, οι οποίες καθορίζουν την τύχη του ανθρώπου. Πβ. μυστικισμός. Βλ. αλχημεία, εσωτερ-, πνευματ-ισμός, μαγεία, μαντική. ΣΥΝ. αποκρυφολογία [< γαλλ. occultisme]

  • αποκρυφιστής [ἀποκρυφιστής] α-πο-κρυ-φι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. αποκρυφίστρια}: οπαδός του αποκρυφισμού. Πβ. μυστικιστής. [< γαλλ. occultiste]
  • αποκρυφιστικός , ή, ό [ἀποκρυφιστικός] α-πο-κρυ-φι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον αποκρυφισμό: ~ός: διαλογισμός. ~ή: διδασκαλία. ~ές: οργανώσεις/τελετές. ~ά: σύμβολα. Βλ. μυστηριακός. ΣΥΝ. απόκρυφος (1), μυστικιστικός
  • αποκρυφολογία [ἀποκρυφολογία] α-πο-κρυ-φο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): αποκρυφισμός. Βλ. -λογία. [< γαλλ. occultisme]
  • απόκρυφος , η, ο [ἀπόκρυφος] α-πό-κρυ-φος επίθ. 1. που σχετίζεται με τον αποκρυφισμό, υπερφυσικός, μαγικός: ~ος: κόσμος/συμβολισμός. ~η: γνώση/φιλοσοφία. ~ες: δοξασίες. Οι ~οι νόμοι της φύσης. Οι ~ες επιστήμες (: μαγεία, μαντεία, αλχημεία, αστρολογία). Σκοτεινές και ~ες δυνάμεις. Πβ. αποκρυφιστικός.|| (ως ουσ.) Το άγνωστο και το ~ο. 2. κρυφός και κατ' επέκτ. άγνωστος: ~η: επιθυμία. ~ες: σκέψεις (= ενδόμυχες)/φαντασιώσεις. ~α: μυστικά/στοιχεία. Ο ~ βίος του ... Αποκάλυψη των ~ων πτυχών της υπόθεσης. Πβ. κρυμμένος, μυστικός. 3. ΕΚΚΛΗΣ. που σχετίζεται με τα Απόκρυφα (βιβλία): ~η: Γραμματεία. ~α: κείμενα. ● Ουσ.: απόκρυφα (τα): κρυφά σημεία, κρυφές λεπτομέρειες: Ήρθαν στο φως τα ~ της σχέσης τους. ● ΣΥΜΠΛ.: απόκρυφα σημεία (του σώματος) & απόκρυφα μέρη: (ευφημ.) τα γεννητικά όργανα. Πβ. αχαμνά., Απόκρυφα Ευαγγέλια/βιβλία βλ. ευαγγέλιο [< 1: γαλλ. occulte 2: αρχ. ἀπόκρυφος 3: μτγν. ~, γαλλ. apocryphe, αγγλ. Apocrypha]
  • απόκρυψη [ἀπόκρυψη] α-πό-κρυ-ψη ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια του αποκρύπτω, κρύψιμο, αποσιώπηση: ~ της αλήθειας (πβ. συγκάλυψη)/εισοδημάτων (ΑΝΤ. δήλωση)/πληροφοριών. Αλλοίωση/παραποίηση ή ~ γεγονότων.|| (ΝΟΜ.) ~ εγκληματία/κρατουμένου. Βλ. υπόθαλψη.|| Τεχνολογία ~ης.|| ~ του Κρόνου από τη Σελήνη (βλ. έκλειψη). ΑΝΤ. αποκάλυψη (1) 2. ΤΗΛΕΠ. ρύθμιση με την οποία δεν εμφανίζεται ο τηλεφωνικός αριθμός στην οθόνη κινητού ή σταθερού τηλεφώνου κατά την κλήση: (Ενεργοποιημένη) Υπηρεσία ~ης. Παίρνω/τηλεφωνώ από ~. Βλ. αναγνώριση (εισερχόμενης) κλήσης. 3. ΠΛΗΡΟΦ. εντολή για τη μη εμφάνιση δεδομένων ή εφαρμογών στην επιφάνεια εργασίας ηλεκτρονικού υπολογιστή: αυτόματη ~. ~ της γραμμής εργασιών/εργαλείων/παραθύρου. ● ΦΡ.: κάλυψη και απόκρυψη βλ. κάλυψη [< αρχ. ἀπόκρυψις ‘εξαφάνιση’, γαλλ. dissimulation, recel, αγγλ. hiding]
  • αποκτάω βλ. αποκτώ
  • απόκτημα [ἀπόκτημα] α-πό-κτη-μα ουσ. (ουδ.) {αποκτήμ-ατα, -άτων} & (λαϊκό) απόχτημα: ό,τι σημαντικό αποκτά κάποιος: πολύτιμο ~. Νέα/υλικά ~ατα (πβ. αγαθά). Έκθεση/παρουσίαση των ~άτων του μουσείου. Το καινούργιο/τελευταίο μου ~ είναι ...|| (για πρόσ.) Ο νέος συνάδελφος αποτελεί ~ για τη Σχολή ... Το νέο μεταγραφικό ~ της ομάδας (: για πολύ σπουδαίο παίκτη). [< μεσν. απόκτημα]
  • αποκτηνώνω [ἀποκτηνώνω] α-πο-κτη-νώ-νω ρ. (μτβ.) {αποκτήνω-σε, -σει, -θηκε, -θεί, -μένος}: κάνω κάποιον να χάσει κάθε αίσθημα ανθρωπιάς, καλλιεργώντας του βίαια ένστικτα: Οι πόλεμοι ~ουν και εξαγριώνουν τον άνθρωπο. Συνήθειες που τείνουν να ~σουν ηθικά/πνευματικά τους νέους. Κοινωνία που έχει ~θεί από την κερδοσκοπία. ~μένος: όχλος. Πβ. εκβαρβαρίζω, εξαχρειώνω. ΑΝΤ. εξανθρωπίζω [< μτγν. ἀποκτηνοῦμαι]
  • αποκτήνωση [ἀποκτήνωση] α-πο-κτή-νω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): διαδικασία που οδηγεί στην απώλεια των χαρακτηριστικών του ανθρώπου, της ανθρωπιάς και το αποτέλεσμά της: πνευματική ~. Πβ. εκβαρβαρισμός, εξαχρείωση. ΑΝΤ. ανθρωπινότητα. [< μεσν. αποκτήνωσις]
  • απόκτηση [ἀπόκτηση] α-πό-κτη-ση ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) απόχτηση: το να αποκτά κάποιος κάτι: ~ άδειας (οδήγησης)/ακινήτου/αυτοκινήτου/ειδικότητας/κωδικού πρόσβασης/μετοχών (εταιρείας)/πτυχίου/χρημάτων. ~ γνώσεων/εµπειρίας/υπηκοότητας. Τεκμήριο ~ης περιουσιακών στοιχείων. Πρόγραμμα ~ης εργασιακής εμπειρίας ανέργων. Κατάρτιση για ~ επαγγελματικών προσόντων/δεξιοτήτων. (ΟΙΚΟΝ.-ΛΟΓΙΣΤ.) Ενδοκοινοτικές ~ήσεις.|| (για πρόσ.) ~ οικογένειας/παιδιών (πβ. γέννηση). Την ~ του ... ανακοίνωσε η ομάδα (βλ. μεταγραφή). [< μτγν. ἀπόκτησις 'απώλεια', γαλλ. acquisition, obtention]
  • αποκτώ [ἀποκτῶ] α-πο-κτώ ρ. (μτβ.) {αποκτ-άς ... | απέκτησε κ. απόκτ-ησε, -ήσει, -άται κ. -ιέται, -ήθηκε (λόγ. μτχ. αποκτη-θείς, -θείσα, -θέν), -ηθεί, -ημένος, -ώντας} & αποκτάω & (λαϊκό) αποχτώ 1. γίνομαι κάτοχος υλικού ή άλλου αγαθού: ~ησαν δικό τους σπίτι (= αγόρασαν). Το νοσοκομείο ~ησε μονάδα τεχνητού νεφρού. Ο σταθμός ~ησε ιστοσελίδα. Ο όμιλος ~ησε την πλειοψηφία των μετοχών της εταιρείας. Κέρδη/περιουσίες που ~ήθηκαν νόμιμα.|| ~ αυτοπεποίθηση/βιώματα/γνώσεις/δεξιότητες/δόξα/προϋπηρεσία/φήμη (πβ. αποκομίζω). ~ αντίληψη/εικόνα της κατάστασης. ~ την ελληνική υπηκοότητα. ~ησε (= κέρδισε) την εμπιστοσύνη/τη συμπάθεια των συναδέλφων του. Το θέμα ~ά ενδιαφέρον. Η ζωή μου ~ησε νόημα από τη στιγμή που ... Το ακίνητο ~ησε (= πήρε) αξία. (λόγ.) ~θείσα: πείρα (βλ. νεοαποκτηθείς). ~ώντας εμπειρία.|| (για πρόσ.) Η ομάδα κατάφερε να ~ήσει τον διεθνή αμυντικό (: για μεταγραφή παίκτη). Η εταιρεία ~ησε ένα νέο μέλος. Βλ. ξαν~. 2. κάνω, δημιουργώ: Παντρεύτηκε και ~ησε οικογένεια. Το ζευγάρι ~ησε απόγονο/δίδυμα/παιδί (πβ. γεννώ).|| ~ εχθρούς/φίλους. ● ΦΡ.: αποκτά/εξασφαλίζει/λαμβάνει/παίρνει δημοσιότητα βλ. δημοσιότητα [< μεσν. αποχτώ]
  • αποκύημα [ἀποκύημα] α-πο-κύ-η-μα ουσ. (ουδ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): δημιούργημα, κατασκεύασμα, προϊόν. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αποκύημα/γέννημα της φαντασίας: καθετί που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αλλά το έχει φανταστεί ή επινοήσει κάποιος: Τα όσα ισχυρίζεται δεν είναι παρά ~ της (νοσηρής) ~ του. Βλ. φαντασίωση. [< μτγν. ἀποκύημα 'τοκετός, καρπός']
  • αποκωδικοποίηση [ἀποκωδικοποίηση] α-πο-κω-δι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): αναγνώριση και ερμηνεία κωδικοποιημένου μηνύματος, σήματος: (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ δεδομένων/εντολής/ήχου/μηνυμάτων (μέσω προγράμματος). Κάρτα/λογισμικό/συσκευή/σύστημα ~ης.|| (ΒΙΟΛ.) ~ και χαρτογράφηση του ανθρώπινου γονιδιώματος/DNA. Πβ. ανάγνωση.|| (μτφ.) ~ εννοιών (πβ. κατανόηση). ΣΥΝ. αποκρυπτογράφηση (1) [< αγγλ. decoding, 1920, γαλλ. décodage, 1959]

αλχημεία

αλχημεία[ἀλχημεία] αλ-χη-μεί-α ουσ. (θηλ.) 1. {συνήθ. στον πληθ.} (μτφ.) πολύπλοκη, κυρ. ύποπτη, ανορθόδοξη ενέργεια ή μέθοδος για την επίτευξη ενός στόχου: ερωτικές/οικονομικές/πολιτικές/στατιστικές ~ες. Κατάφερε με διάφορες ~ες να αναρριχηθεί στην εξουσία. Πβ. κατεργαριά, κόλπο, μαγειρέματα, μηχανορραφίες, τέχνασμα, τρικ. 2. πρόγονος της χημείας, ως τον 17ο-18ο αι., κράμα από αντιλήψεις και πρακτικές μυστικιστικού κυρ. χαρακτήρα, με στόχο τη μεταστοιχείωση των ευτελών μετάλλων σε χρυσό και την εύρεση ενός ελιξιρίου νεότητας. Βλ. φιλοσοφική λίθος. [< γαλλ. alchimie]

αναγνώριση

αναγνώριση[ἀναγνώριση] α-να-γνώ-ρι-ση ουσ. (θηλ.) 1. επιβεβαίωση, εξακρίβωση, διαπίστωση της ταυτότητας: Δεν ήταν εύκολη η ~ή του (: είχε αλλάξει).|| ~ πτώματος (: από συγγενή). Πβ. ταυτοποίηση.|| (ΣΤΡΑΤ.) Κατασκοπεία και ~ εδάφους. Πβ. ανίχνευση, διερεύνηση.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ σφάλματος/χρήστη. Σύνθεση και ~ φωνής. Οπτική ~ χαρακτήρων.|| Κάνω γραμματική/συντακτική ~ (λέξεων).|| (ΦΙΛΟΛ., κυρ. στην αρχαία τραγωδία, μετάβαση από την άγνοια στη γνώση της ταυτότητας ενός προσώπου:) Η σκηνή της ~ης. 2. αποδοχή, παραδοχή της ύπαρξης θετικού ή αρνητικού στοιχείου: ~ του ήθους/της θυσίας/της προσφοράς (βλ. δικαίωση, επιβράβευση). ~ του ταλέντου της από τον κόσμο. Χαίρει (γενικής) ~ης. Καλλιτέχνης με πανελλήνια και διεθνή/καθολική ~ (= καταξίωση). Πβ. απήχηση.|| ~ του προβλήματος. ~ του σφάλματος κάποιου (= ομολογία). 3. επίσημη αποδοχή της νομιμότητας, της εγκυρότητας ή της ύπαρξης: ~ συνταξιοδοτικού δικαιώματος/χρόνου στρατιωτικής υπηρεσίας. ~ τίτλων σπουδών της αλλοδαπής (/ακαδημαϊκή ~). Βλ. ΔΟΑΤΑΠ). ~ κράτους (: από τον ΟΗΕ). ~ ενός επαγγέλματος ως επικίνδυνου και ανθυγιεινού.|| (για παιδιά γεννημένα εκτός γάμου:) Δικαστική/εκούσια ~ της πατρότητας (τέκνου). ● ΣΥΜΠΛ.: αναγνώριση κλήσεων: ΤΗΛΕΠ. υπηρεσία που παρέχεται από τηλεφωνικές εταιρείες η οποία επιτρέπει στον χρήστη που δέχεται την κλήση να βλέπει στην οθόνη τον αριθμό τηλεφώνου του προσώπου που τον καλεί. [< αγγλ. call identification (service), 1969] [< 1: αρχ. ἀναγνώρισις, γαλλ. reconnaisance]

αποκτώ

αποκτώ[ἀποκτῶ] α-πο-κτώ ρ. (μτβ.) {αποκτ-άς ... | απέκτησε κ. απόκτ-ησε, -ήσει, -άται κ. -ιέται, -ήθηκε (λόγ. μτχ. αποκτη-θείς, -θείσα, -θέν), -ηθεί, -ημένος, -ώντας} & αποκτάω & (λαϊκό) αποχτώ 1. γίνομαι κάτοχος υλικού ή άλλου αγαθού: ~ησαν δικό τους σπίτι (= αγόρασαν). Το νοσοκομείο ~ησε μονάδα τεχνητού νεφρού. Ο σταθμός ~ησε ιστοσελίδα. Ο όμιλος ~ησε την πλειοψηφία των μετοχών της εταιρείας. Κέρδη/περιουσίες που ~ήθηκαν νόμιμα.|| ~ αυτοπεποίθηση/βιώματα/γνώσεις/δεξιότητες/δόξα/προϋπηρεσία/φήμη (πβ. αποκομίζω). ~ αντίληψη/εικόνα της κατάστασης. ~ την ελληνική υπηκοότητα. ~ησε (= κέρδισε) την εμπιστοσύνη/τη συμπάθεια των συναδέλφων του. Το θέμα ~ά ενδιαφέρον. Η ζωή μου ~ησε νόημα από τη στιγμή που ... Το ακίνητο ~ησε (= πήρε) αξία. (λόγ.) ~θείσα: πείρα (βλ. νεοαποκτηθείς). ~ώντας εμπειρία.|| (για πρόσ.) Η ομάδα κατάφερε να ~ήσει τον διεθνή αμυντικό (: για μεταγραφή παίκτη). Η εταιρεία ~ησε ένα νέο μέλος. Βλ. ξαν~. 2. κάνω, δημιουργώ: Παντρεύτηκε και ~ησε οικογένεια. Το ζευγάρι ~ησε απόγονο/δίδυμα/παιδί (πβ. γεννώ).|| ~ εχθρούς/φίλους. ● ΦΡ.: αποκτά/εξασφαλίζει/λαμβάνει/παίρνει δημοσιότητα βλ. δημοσιότητα [< μεσν. αποχτώ]

δημοσιότητα

δημοσιότηταδη-μο-σι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.): κατάσταση κατά την οποία κάποιος/κάτι γίνεται ευρέως γνωστό(ς)· δημοσιοποίηση: Tα έγγραφα θα δοθούν στη ~. Σύμφωνα με νέα στοιχεία που φέρνει στη ~ η εφημερίδα, ... Βρίσκεται στο επίκεντρο της ~ας.|| ~ της δίκης/της συνεδρίασης. Δεν δόθηκε μεγάλη ~ στο θέμα (: δεν πήρε διαστάσεις).|| (για πρόσωπα, κυρ. δημόσια:) Αρνητική ~. Κρατήθηκε μακριά από το παιχνίδι της ~ας. Απολαμβάνει/αφεύγει/επιζητεί/κυνηγά τη ~. Βλ. αναγνωρισιμότητα, -ότητα. ● ΦΡ.: αποκτά/εξασφαλίζει/λαμβάνει/παίρνει δημοσιότητα: για γεγονός, φαινόμενο που γίνεται γνωστό στο ευρύ κοινό: Το θέμα δεν πήρε ~, όπως θα έπρεπε., βγαίνει στη δημοσιότητα: γνωστοποιείται στο ευρύ κοινό (συνήθ. μέσω δημοσίευσης): Νέα στοιχεία βγήκαν ~ για ..., βλέπει το φως/έρχεται στο φως της δημοσιότητας: δημοσιεύεται, δημοσιοποιείται: Σοβαρές καταγγελίες σχετικά με παράνομες προσλήψεις είδαν ~ ~. Το παρασκήνιο των διαπραγματεύσεων ήρθε ~ ~., η αρχή της δημοσιότητας: αρχή της γνωστοποίησης στο ευρύ κοινό: ~ ~ μιας δίκης (: παρακολούθησή της από το ευρύ κοινό άμεσα ή έμμεσα, μέσω ραδιοτηλεοπτικής κάλυψης)., οι προβολείς/τα φώτα/τα φλας της δημοσιότητας (μτφ.): η προσοχή των Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας και της κοινής γνώμης: μακριά από τους/τα ~ ~. Μονοπώλησε/συγκέντρωσε/τράβηξε τους/τα ~ ~. Οι ~ ~ είναι στραμμένοι πάνω του/στις εξελίξεις. Τα ~ ~ πέφτουν στις αντιπολεμικές διαδηλώσεις. [< γαλλ. publicité]

ευαγγέλιο

ευαγγέλιο[εὐαγγέλιο] ευ-αγ-γέ-λι-ο ουσ. (ουδ.) {ευαγγελί-ου | -ων} & (λαϊκό) βαγγέλιο 1. ΕΚΚΛΗΣ. (με κεφαλ. το αρχικό Ε) καθένα από τα τέσσερα πρώτα βιβλία της Καινής Διαθήκης που διηγούνται τα γεγονότα της γέννησης, της ζωής, του θανάτου, της Ανάστασης και της Ανάληψης του Χριστού, παρουσιάζουν το περιεχόμενο του κηρύγματός του και τα κυριότερα δογματικά και ηθικά στοιχεία του Χριστιανισμού· συνεκδ. ιερό λειτουργικό βιβλίο με περικοπές από τα τέσσερα Ευαγγέλια· ειδικότ. εδάφιο, απόσπασμα που διαβάζεται από τον ιερέα σε εκκλησιαστική ακολουθία· κατ' επέκτ. η Καινή Διαθήκη και το αντίστοιχο βιβλίο: το κατά Ματθαίον/Μάρκον/Λουκάν/Ιωάννην ~ (αλλιώς κανονικά ~α, γιατί αποτελούν μέρος του Κανόνα της Αγίας Γραφής). Η μετάφραση των ~ων στη Δημοτική (βλ. Ευαγγελικά).|| Ενεπίγραφο/χειρόγραφο ~.|| Ανάγνωση του ~ου (από τον ιερέα). Το ~ της Κυριακής/της Μεγάλης Παρασκευής.|| Προσκυνώ/φιλώ το ~. Ο μάρτυρας ορκίστηκε στο ~. Βλ. πρωτ~. 2. ΕΚΚΛΗΣ. (με κεφαλ. το αρχικό Ε) η διδασκαλία του Χριστού, οι χριστιανικές αρχές, ο χριστιανισμός: η αλήθεια/η διάδοση/η διακονία/η ερμηνεία/το κήρυγμα/τα μηνύματα/το πνεύμα του ~ου. 3. (μτφ.) συνήθ. για βιβλίο που περιλαμβάνει τις βασικές αρχές ιδεολογικού, πολιτικού, φιλοσοφικού συστήματος ή οι ίδιες οι αρχές, που συχνά υπόσχονται σωτηρία, ευτυχία: το ~ ενός κόμματος/της μεταπολεμικής διανόησης. Πβ. βίβλος.|| Κοινωνικό ~. 4. (μτφ.) καθετί που θεωρείται αυθεντία και ακολουθείται πιστά: Έχω τα έργα του για ~. ● ΣΥΜΠΛ.: Απόκρυφα Ευαγγέλια/βιβλία & (σπάν.) ψευδεπίγραφα ευαγγέλια: θρησκευτικά κείμενα που περιέχουν λάθη και φανταστικά στοιχεία, φέρουν ψευδώς το όνομα κάποιου γνωστού εκκλησιαστικού προσώπου, δεν θεωρούνται θεόπνευστα και δεν έχουν περιληφθεί στον Κανόνα της Αγίας Γραφής: Τα Απόκρυφα Ευαγγέλια της Καινής Διαθήκης. Τα απόκρυφα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης., Δώδεκα Ευαγγέλια: οι δώδεκα ευαγγελικές περικοπές που διαβάζονται τη Μεγάλη Πέμπτη και κατ' επέκτ. ο εσπερινός της Μεγάλης Πέμπτης., χαράς ευαγγέλια: για δήλωση πολύ μεγάλης χαράς, συνήθ. κατόπιν χαρμόσυνης είδησης ή γεγονότος., Γνωστικά Ευαγγέλια βλ. γνωστικός2, συνοπτικά Ευαγγέλια βλ. συνοπτικός ● ΦΡ.: άλλου/αλλουνού παπά ευαγγέλιο (προφ.): δεν ανήκει στις αρμοδιότητές μου: Αυτό που ζητάτε είναι ~ ~! Ποιος έχει δίκιο; ~ ~!, βάζω το χέρι μου/με το χέρι στο Ευαγγέλιο 1. (μτφ.) είμαι απόλυτα βέβαιος για κάτι: Έτσι άκουσα να λένε, αλλά δεν βάζω και το ~ ~. ΣΥΝ. βάζω το χέρι μου στη φωτιά, παίρνω όρκο 2. (κυριολ.) για να ορκιστώ στο δικαστήριο. [< μτγν. εὐαγγέλιον 'ευχάριστα νέα', γαλλ. évangile, αγγλ. evangel, evangile]

κάλυψη

κάλυψηκά-λυ-ψη ουσ. (θηλ.) 1. σκέπασμα επιφάνειας με ένα υλικό· συνεκδ. κάλυμμα: ~ των δαπέδων με ξύλο/της στέγης με κεραμίδια (= επένδυση, στρώσιμο). ~ του χειμάρρου (βλ. αντιπλημμυρικά έργα). Βλ. εδαφο~, επι~, νεφο~, παγο~, φυτο~, χιονο~.|| ~ του κεφαλιού (βλ. κάλυμμα της κεφαλής)/του σώματος. ~ του τραύματος με γάζα. Βλ. περι~.|| Γυάλινη/μεταλλική/προστατευτική ~. 2. (μτφ.) προστασία, εξασφάλιση, στήριξη: (ασφαλιστικές ~ύψεις:) ~ απώλειας/ασθένειας/ατυχήματος/ζημίας/θανάτου/κλοπής/πυρός/σεισμού (βλ. αποζημίωση). Παρέχεται/προσφέρεται (πλήρης/ολοκληρωμένη) ιατροφαρμακευτική/νομική/οδική (βλ. οδική βοήθεια) ~.|| Υγειονομική ~ επαγγελματικών χώρων (: απεντόμωση, απολύμανση, μυοκτονία)/των κατοίκων (του νησιού). Στρατιωτική ~ (βλ. προ~). Πβ. προφύλαξη.|| Ανάγκη του παιδιού για συναισθηματική ~.|| Πράξεις βίας υπό την ~ του καθεστώτος. Είχε την πλήρη ~ του Διευθυντή (ΑΝΤ. άδειασμα). Βλ. αλληλο~.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ επιταγών (βλ. ακάλυπτη επιταγή). 3. (μτφ.) εκπλήρωση, ικανοποίηση: ~ των αιτημάτων/της ζήτησης/των όρων/των προϋποθέσεων/των τεκμηρίων/της υποχρέωσης. Επιτεύχθηκε η ~ του στόχου. Βλ. υπερ~.|| Οικονομική ~ έργου (: χρηματοδότηση)/σπουδών (: υποτροφία). Μερική/ολική ~ των δαπανών. Δάνειο για την ~ διαφόρων αναγκών. 4. (μτφ.) διάνυση: ~ της απόστασης σε ... ώρες. 5. (μτφ.) εξέταση, πραγμάτευση· (ειδικότ., στα ΜΜΕ) παρουσίαση, μετάδοση: βιβλιογραφική/εκτενής/επαρκής/ευρεία/λεπτομερής/σφαιρική/σωστή ~ του θέματος (πβ. μελέτη).|| Δημοσιογραφική/ειδησεογραφική/ραδιοφωνική/τηλεοπτική ~ της δίκης. Απευθείας/ζωντανή ~ του αγώνα. Αντικειμενική ~ της προεκλογικής εκστρατείας/του ρεπορτάζ. Η ~ της υπόθεσης από τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα.|| Κανάλι με διεθνή/πανελλήνια/τοπική ~ (= εμβέλεια).|| Μουσικές και ηχητικές ~ύψεις εκδηλώσεων. 6. (μτφ.) αναπλήρωση, συμπλήρωση: ~ του ελλείμματος/των ελλείψεων/του κενού (σε έναν τομέα).|| ~ του ωραρίου (: από τους εργαζόμενους). 7. (μτφ.) αποσιώπηση, συγκάλυψη: ~ των ατασθαλιών/του εγκλήματος. Βλ. ανα~. ΣΥΝ. απόκρυψη (1), θάψιμο (3), κουκούλωμα (1) ΑΝΤ. αποκάλυψη (1) 8. ολοκλήρωση: ~ της διδακτέας ύλης. ● ΣΥΜΠΛ.: αεροπορική κάλυψη: ΣΤΡΑΤ. προστασία από αέρος με μαχητικά αεροσκάφη. [< αγγλ. air cover] , κάλυψη του οικοπέδου: η επιφάνεια που περιβάλλεται από τις προβολές των περιγραμμάτων όλων των κτιρίων του οικοπέδου πάνω σε οριζόντιο επίπεδο. Βλ. συντελεστής δόμησης. ● ΦΡ.: κάλυψη και απόκρυψη: ΣΤΡΑΤ. τακτική για την αποφυγή εντοπισμού από τον αντίπαλο: Η ιδανική βολή είναι υπό ~ ~ προς την πλευρά του εχθρού.|| (μτφ.) Χρησιμοποιεί άριστα την τεχνική της ~ης και ~ης., υπό κάλυψη: ΓΕΩΠ. για προϊόντα που καλλιεργούνται σε θερμοκήπια: κηπευτικά ~ ~. ~ ~ και υπαίθρια καλλιέργεια. [< γαλλ. sous-abri] [< 1: μτγν. κάλυψις, αγγλ. coverage]

-λογία

-λογίαεπίθημα θηλυκών ουσιαστικών που αναφέρεται σε 1. επιστημονικό κλάδο ή τομέα: βιο~/γλωσσο~/επιστημο~/θεο~/κοινωνιο~/ορυκτο~/παθο~/πετρο~/φιλο~/ψυχο~. Βλ. -ικός. 2. λόγο, λόγια: ακριβο~/αντι~/απο~/δικαιο~/ηθικο~.|| (αρνητ. συνυποδ.) Αερο~/εκλογο~/καταστροφο~/κενο~/πολυ~. Αισχρο~ (βλ. -λόγος)/δαιμονο~/κινδυνο~.|| (ομιλία) Δευτερο~. 3. σύνολο συγκεντρωμένων στοιχείων, αρχών, κανόνων: (περιληπτ.) θεματο~ (πβ. -γραφία). Νομο~.|| (συλλογή) Aνθο~ (βλ. -λόγιο).|| Δεοντο~/μεθοδο~. 4. προσδιορισμό, καθορισμό ή στο αποτέλεσμά τους: βαθμο~ (πβ. βαθμολόγηση)/δοσο~/χρονο~. Βλ. -λογώ.

μυστηριακός

μυστηριακός, ή, ό μυ-στη-ρι-α-κός επίθ. (λόγ.) 1. που σχετίζεται με τα μυστήρια: ~ός: τόπος/χορός. ~ή: γνώση/δύναμη/λατρεία/παράδοση/πόλη/τελετή. ~ό: θέατρο/περιβάλλον/στοιχείο/σύμβολο. ~ά: δρώμενα. Ο ~ χαρακτήρας του γάμου. Η ~ή ζωή της Εκκλησίας. Βλ. αποκρυφιστικός. 2. (μτφ.) αινιγματικός, σκοτεινός, μυστηριώδης: ~ή: ατμόσφαιρα/γλώσσα/γοητεία/διάσταση (της φύσης). ~ό: πέπλο/ταξίδι/φως. Πβ. κρυφός. ● ΣΥΜΠΛ.: μυστηριακές θρησκείες: σύνολο αρχαίων θρησκειών με ιερές τελετές και λατρευτικές πρακτικές μυστικιστικού χαρακτήρα: ~ ~ της ελληνιστικής και ρωμαϊκής εποχής. [< 1: μτγν. μυστηριακός]

υπόθαλψη

υπόθαλψη[ὑπόθαλψη] υ-πό-θαλ-ψη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υποθάλπω: (ΝΟΜ.) ένοχος για ~ εγκληματία.|| ~ της βίας/τρομοκρατίας. Πβ. υποδαύλιση.

υποκλοπή

υποκλοπή[ὑποκλοπή] υ-πο-κλο-πή ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υποκλέπτω: ~ κωδικών/μηνυμάτων/προσωπικών δεδομένων/σήματος. ~ ταυτότητας/υπογραφής/ψήφου (πβ. υφαρπαγή). Λογισμικό/πρόγραμμα/προϊόν ~ής.|| Τηλεφωνικές ~ές. ~ συνδιαλέξεων (πβ. λαθρακρόαση). Πβ. παρακολούθηση. Βλ. κοριός. [< μεσν. υποκλοπή]

φαντασίωση

φαντασίωσηφα-ντα-σί-ω-ση ουσ. (θηλ.): νοητική ή/και συναισθηματική εικόνα που δημιουργεί η ανθρώπινη φαντασία: παιδικές ~ώσεις. Aισθησιακές/αρρωστημένες/ερωτικές/σεξουαλικές ~εις. Η ~ του ιδανικού συντρόφου/περί ... Πβ. όνειρο.|| Ας μην ζούμε με ~ώσεις (= ψευδαισθήσεις). [< μεσν. φαντασίωσις, γαλλ. fantasme]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.