αποκρύπτω[ἀποκρύπτω] α-πο-κρύ-πτω ρ. (μτβ.) {απέκρυψα κ. απόκρυψα, αποκρύ-φθηκε κ. -φτηκε (λόγ. απεκρύβη, μτχ. αποκρυ-βείς, -βείσα, -βέν), -φθεί κ. -φτεί (λόγ. -βεί), -μμένος, αποκρύπτ-οντας} & αποκρύβω: δεν αφήνω κάτι να φανερωθεί ή να δημοσιοποιηθεί: ~ τα αισθήματά μου (: τα κρατώ κρυφά. ΑΝΤ. εκδηλώνω)/την αλήθεια/τα εισοδήματά μου (: δεν τα δηλώνω, πβ. φοροδιαφεύγω)/πληροφορίες/την πραγματικότητα. Κατηγορείται ότι ~ψε στοιχεία της υπόθεσης (πβ. συγκαλύπτω). Προσπαθούν να ~ψουν (= αποσιωπήσουν) ότι ... Το γεγονός ~φθηκε, για να μην προκαλέσει την αντίδραση της κοινής γνώμης. ~βόμενα: στοιχεία. ~βείσα: φορολογητέα ύλη. ~βέντα: έσοδα.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Γραμμές εργαλείων που εμφανίζονται ή ~ονται (από την επιφάνεια εργασίας). Πβ. κρύβω. ΑΝΤ. αποκαλύπτω (1) [< αρχ. ἀποκρύπτω, γαλλ. cacher, αγγλ. hide]
-ιάτικος, η, ο (προφ.): επίθημα για τον σχηματισμό επιθέτων∙ δηλώνει χρόνο ή χαρακτηριστικό που ανήκει ή ταιριάζει σε ό,τι εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: αυγουστ~/βραδ~/πρωιν~. Πβ. -ιανός, -ινός.|| Γαμπρ~/νυφ~ (πβ. -ικός). Βλ. -άτικος.
κορυφολόγοςκο-ρυ-φο-λό-γος ουσ. (αρσ.) & κορφολόγος: ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα αποκορύφωσης γάλακτος. Βλ. -λόγος. [< αγγλ. cream separator]
συχνότητασυ-χνό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. συχνή επανάληψη ενέργειας, γεγονότος και ο αριθμός των αντίστοιχων περιπτώσεων σε ορισμένο χρονικό διάστημα: αθροιστική/αραιή/μέτρια ~. Διπλάσια ~ από ό,τι/σε σύγκριση με … ~ αϋπνίας/δρομολογίων/εμφάνισης (μιας νόσου)/κυκλοφορίας (των λεωφορείων)/μαθημάτων/συμπτωμάτων/συναντήσεων (ομάδας)/χρήσης. ~ επισκέψεων σε ιστοσελίδα. Αύξηση/μείωση της ~ας των κρουσμάτων (μιας ασθένειας). Πβ. πυκνότητα.|| (ΙΑΤΡ.) Καρδιακή ~ (: ο αριθμός των καρδιακών παλμών ανά λεπτό).|| (ΦΥΣ., ο αριθμός επανάληψης περιοδικής κίνησης σώματος σε δεδομένη χρονική μονάδα:) Υψηλή/χαμηλή ~. ~ ήχου. 2. ΦΥΣ. μήκος ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων στα οποία εκπέμπουν ραδιοτηλεοπτικοί σταθμοί ή κινητά τηλέφωνα: Η εκπομπή βγαίνει/εκπέμπει στη ~ ... Μπάντα ~ήτων. Βλ. -ότητα, ιδιο~, ραδιο~. ● ΣΥΜΠΛ.: απόκριση συχνότητας: ΗΛΕΚΤΡΟΝ. η αποτελεσματικότητα κυκλώματος, συσκευής ή ακουστικού κυρ. συστήματος (π.χ. ενός ενισχυτή) να επεξεργάζεται ή/και να μεταδίδει τα σήματα που λαμβάνει· συνεκδ. το αντίστοιχο γράφημα. [< αγγλ. frequency response, 1926] , ακουστική συχνότητα βλ. ακουστικός, αναπήδηση συχνότητας βλ. αναπήδηση, ζώνη συχνοτήτων βλ. ζώνη ● ΦΡ.: στην ίδια/σε διαφορετική(/άλλη) συχνότητα (μτφ.): για να δηλωθεί συμφωνία ή αντίθεση αντίστοιχα: Βρισκόμαστε/είμαστε στην ίδια ~ (: έχουμε τις ίδιες απόψεις, συνήθειες, κοινούς στόχους). Πβ. συμφωνώ.|| Εκπέμπουμε σε διαφορετική ~. Πβ. διαφοροποιούμαι. ΣΥΝ. στο ίδιο/σε διαφορετικό (/άλλο) μήκος κύματος [< μεσν. συχνότης, γαλλ. fréquence]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ