Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 58811 εγγραφές  [6720-6740]


  • αποκορύφωμα [ἀποκορύφωμα] α-πο-κο-ρύ-φω-μα ουσ. (ουδ.): το ύψιστο σημείο, το ανώτατο όριο: το ~ της προσπάθειας (πβ. έπακρο). Το ~ της βραδιάς (πβ. κλου, χάιλαϊτ). Η γιορτή αποτέλεσε το ~ μιας σειράς εκδηλώσεων. (Βρισκόταν/είχε φτάσει) στο ~ της δόξας/σταδιοδρομίας του (πβ. απόγειο, ζενίθ, κολοφώνας, μεσουράνημα, πικ).|| (αρνητ. συνυποδ.) Το ~ της απάτης/του παραλογισμού (= το άκρον άωτον). ΣΥΝ. αποκορύφωση (1)
  • αποκορυφώνω [ἀποκορυφώνω] α-πο-κο-ρυ-φώ-νω ρ. (μτβ.) {αποκορύφω-σε | -θηκε, -θεί, -μένος, κυρ. μεσοπαθ.} (λόγ.): οδηγώ στο αποκορύφωμα: ~θηκε το γλέντι. Την ημέρα που θα ~θούν οι εορτασμοί ... ΣΥΝ. κορυφώνω (1) ● Μτχ.: αποκορυφωμένος , η, ο: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. που έχει υποστεί αποκορύφωση: (μερικώς/ολικώς) ~α γαλακτοκομικά προϊόντα. Πβ. αποβουτυρωμένος. [< μτγν. ἀποκορυφῶ]
  • αποκορύφωση [ἀποκορύφωση] α-πο-κο-ρύ-φω-ση ουσ. (θηλ.) 1. αποκορύφωμα. 2. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αφαίρεση της κρέμας του γάλακτος κατά την επεξεργασία του, ώστε να είναι χαμηλό σε λιπαρά. Πβ. αποβουτύρωση. Βλ. κορυφολόγος. [< μεσν. αποκορύφωσις 'συγκέντρωση']
  • απόκοσμος , η, ο [ἀπόκοσμος] α-πό-κο-σμος επίθ. 1. που μοιάζει να προέρχεται από άλλο κόσμο, με αποτέλεσμα να προκαλεί μεταφυσική εμπειρία: ~η: ατμόσφαιρα/ηρεμία/ομορφιά/μουσική/σιωπή/φωνή. ~ο: μέρος/φως. ~ες: δυνάμεις/εικόνες/μορφές. ~α: πλάσματα. Ανατριχιαστικό/τρομακτικό και ~ο θέαμα. Το βλέμμα του έχει κάτι το σκοτεινό και ~ο. Πβ. αλλόκοτος, αφύσικος, μυστηριώδης, παράξενος. 2. (για πρόσ.) ακοινώνητος, αντικοινωνικός. Πβ. απόμακρος, μοναχικός. ΑΝΤ. κοσμικός (2) ● επίρρ.: απόκοσμα
  • αποκοτιά [ἀποκοτιά] α-πο-κο-τιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-λογοτ.): παράτολμη συμπεριφορά, υπερβολικό θάρρος και συνεκδ. η αντίστοιχη πράξη: νεανική ~. Πβ. απερισκεψία.|| Πλήρωσε την ~ του. Κάνει ~ιές. [< μεσν. αποκοτιά]
  • απόκοτος , η, ο [ἀπόκοτος] α-πό-κο-τος επίθ. (λαϊκό-λογοτ.): παράτολμος, ριψοκίνδυνος. Πβ. απερίσκεπτος. [< μεσν. απόκοτος]
  • αποκούμπι [ἀποκούμπι] α-πο-κού-μπι ουσ. (ουδ.) (προφ.): βοήθεια, στήριγμα, καταφύγιο: ~ στις δύσκολες στιγμές. Βρήκε ~ και θαλπωρή στη γυναίκα του. Ο ξενώνας αποτελεί ~ για τους άπορους. Δεν έχω ανάγκη από ~ια. Πβ. αντιστύλι. [< μεσν. αποκουμπώ]
  • αποκρατικοποίηση [ἀποκρατικοποίηση] α-πο-κρα-τι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. ιδιωτικοποίηση: Διυπουργική Επιτροπή/πρόγραμμα ~ήσεων. ΑΝΤ. εθνικοποίηση (1), κρατικοποίηση [< γαλλ. dénationalisation, περ. 1950]
  • αποκρατικοποιώ [ἀποκρατικοποιῶ] α-πο-κρα-τι-κο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {αποκρατικοποι-εί ... | αποκρατικοποί-ησε, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} : ιδιωτικοποιώ. ΑΝΤ. εθνικοποιώ (1), κρατικοποιώ [< γαλλ. dénationaliser, 1918]
  • απόκρημνος , η, ο [ἀπόκρημνος] α-πό-κρη-μνος επίθ. (λόγ.): που είναι δύσκολο να τον προσεγγίσει, να τον διαβεί κάποιος: ~ος: γκρεμός/δρόμος. ~η: κορυφή/παραλία/τοποθεσία. ~ο: βουνό. ~ες: ακτές/πλαγιές (= απότομες)/χαράδρες. ~α: βράχια. Ορεινά και ~α μέρη. Πβ. δύσβατος, κρημνώδης.|| (ως ουσ.) Το ~ο της περιοχής. [< αρχ. ἀπόκρημνος]
  • Αποκριά [Ἀποκριά] Α-πο-κριά ουσ. (θηλ.) {Αποκριών (λόγ.) Απόκρεων, συνήθ. στον πληθ.} & Απόκρια & (λόγ.) Απόκρεω {άκλ.} (σπανιότ. με μικρό α): το διάστημα των τριών εβδομάδων του Τριωδίου και ειδικότ. η τελευταία Κυριακή πριν από την Καθαρά Δευτέρα και την έναρξη της νηστείας της Σαρακοστής· κατ' επέκτ. οι εορτασμοί με μεταμφιέσεις και καρναβαλικές εκδηλώσεις κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης περιόδου: παραδοσιακή ~. Το (τελευταίο) σαββατοκύριακο/τριήμερο της ~άς/των ~ών. Τι θα ντυθείς τις Απόκριες (πβ. καρναβάλι);|| (ευχετ.) Καλή ~! ● ΣΥΜΠΛ.: Κυριακή της Αποκριάς & (λόγ.) της/των Απόκρεω: ΕΚΚΛΗΣ. η Κυριακή της δεύτερης εβδομάδας του Τριωδίου. Πβ. Κρεατινή., Μικρή Αποκριά 1. ανήμερα του Αποστόλου Φιλίππου (14 Νοεμβρίου), την επομένη της οποίας ξεκινά η νηστεία των σαράντα ημερών για τα Χριστούγεννα. 2. η Κυριακή της Αποκριάς. [< μεσν. Aποκριά, Απόκρεως]
  • αποκριάτικος , η, ο [ἀποκριάτικος] α-πο-κρι-ά-τι-κος επίθ.: που έχει σχέση με την Αποκριά: ~ος: χορός. ~η: αμφίεση/παρέλαση. ~ο: γλέντι/ξεφάντωμα/πάρτι. ~ες: μάσκες/στολές. ~α: άρματα/έθιμα/είδη/κοστούμια. Σε ~ους ρυθμούς. Πβ. καρναβαλικός. Βλ. -ιάτικος. ● Ουσ.: αποκριάτικα (τα) 1. ενν. ρούχα, αξεσουάρ, στολίδια: σερπαντίνες, κομφετί και ~. 2. ΛΑΟΓΡ. ενν. τραγούδια με σκωπτικό περιεχόμενο. ● επίρρ.: αποκριάτικα
  • αποκρινής , ής, ές [ἀποκρινής] α-πο-κρι-νής επίθ.: ΦΥΣΙΟΛ. που απεκκρίνει: ~ής: αδένας. ~ής: μεταπλασία. ~ές: καρκίνωμα. ~ή: κύτταρα. [< αγγλ. apocrine, 1926]
  • αποκρίνομαι [ἀποκρίνομαι] α-πο-κρί-νο-μαι ρ. (μτβ.) {αποκρί-θηκε, -θεί (μτχ. -θείς, -θείσα, -θέν), αποκριν-όμενος} (λόγ.) 1. απαντώ: ~ αρνητικά/θετικά/σωστά σε ερώτημα (ΑΝΤ. ρωτώ). Φωνάζω, μα δεν ~εται κανείς! Του ~θηκε εκνευρισμένος.|| (σε αφήγηση) Τον ρώτησε και εκείνος του ~θηκε «...». 2. ανταποκρίνομαι: Ο οργανισμός του δεν ~εται (= δεν αντιδρά) στη θεραπεία/στα φάρμακα. Δεν ~θηκε στο αίτημα/στις εκκλήσεις για ...|| Ο κινητήρας δεν ~εται. Το μόντεμ/το πρόγραμμα/το σύστημα (δεν) ~εται κανονικά. [< 1: αρχ. ἀποκρίνομαι 2: γαλλ. répondre, αγγλ. respond]
  • απόκριση [ἀπόκριση] α-πό-κρι-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. απάντηση: Δεν πήρε καμιά ~. Βλ. ερωτ~. 2. ανταπόκριση, αντίδραση: άμεση ~ (σε αίτημα).|| (ΙΑΤΡ.) Πρωτο-/δευτερο-γενής ανοσοβιολογική ~.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Βηματική/γραμμική/δυναμική/κρουστική/φασματική ~. ~ πλάτους. ~ του κινητήρα (στο γκάζι)/του τιμονιού/των φρένων. Σεισμική ~ κατασκευών/κτιρίων (πβ. αντισεισμική συμπεριφορά). Ταχεία ~ οθόνης. Καμπύλη/ταχύτητα/χρόνος ~ης. Ασύρματη τεχνολογία με γρήγορη ~. ● ΣΥΜΠΛ.: απόκριση συχνότητας βλ. συχνότητα [< 1: αρχ ἀπόκρισις 2: γαλλ. réponse, αγγλ. response]
  • αποκρισιμότητα [ἀποκρισιμότητα] α-πο-κρι-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ανταποκρισιμότητα.
  • απόκρουση [ἀπόκρουση] α-πό-κρου-ση ουσ. (θηλ.) 1. απώθηση εχθρικής κίνησης: ~ των εισβολέων/της επίθεσης. Πβ. αναχαίτιση, εξουδετέρωση. 2. ΑΘΛ. (συνήθ. στο ποδόσφαιρο) σταμάτημα της μπάλας πριν καταλήξει στα δίχτυα ή περάσει στο χώρο της άμυνας: διπλή ~. Θεαματική ~ με κεφαλιά. ~ πέναλτι. ~ σε κόρνερ/σουτ. 3. (μτφ.) αντίκρουση ή απόρριψη: ~ επιχειρημάτων/ισχυρισμών/κατηγοριών. (ΝΟΜ.) ~ αγωγής. Πβ. αναίρεση, ανασκευή, ανατροπή, κατάρριψη.|| ~ του αιτήματος/της πρότασης/της συνεργασίας. Πβ. άρνηση. ΑΝΤ. αποδοχή (1) [< μεσν. απόκρουσις, αγγλ. repulse]
  • αποκρουστικός , ή, ό [ἀποκρουστικός] α-πο-κρου-στι-κός επίθ.: που προκαλεί απέχθεια, αποστροφή, αποτροπιασμό: ~ή: εικόνα/εμφάνιση/μορφή. ~ό: έγκλημα/θέαμα. ~ές: σκηνές. Πβ. αποτρόπαιος, ειδεχθής, φρικτός.|| (για πρόσ.) ~ στην όψη. Πβ. αηδιαστ-, απωθητ-ικός, απαίσιος. ΑΝΤ. ελκυστικός ● επίρρ.: αποκρουστικά [< μτγν. ἀποκρουστικός, γαλλ. répulsif]
  • αποκρούω [ἀποκρούω] α-πο-κρού-ω ρ. (μτβ.) {απέκρου-σε κ. απόκρου-σε, αποκρού-σει, -στηκε, -στεί, -οντας} 1. απωθώ εχθρική κίνηση: ~ τον κίνδυνο (πβ. αποσοβώ). Ο στρατός ~σε την επιδρομή. Οι στρατιωτικές δυνάμεις ~στηκαν (= αναχαιτίστηκαν) και υποχώρησαν άτακτα. 2. (συνήθ. στο ποδόσφαιρο) κάνω απόκρουση της μπάλας: Ο τερματοφύλακας ~σε το πέναλτι/πλασέ. Η κεφαλιά ~στηκε πάνω στη γραμμή (ενν. του τέρματος). Πβ. κοντράρω. 3. (μτφ.) αντικρούω ή απορρίπτω, αρνούμαι: ~σε τους ισχυρισμούς/τις κατηγορίες των αντιπάλων του. Πβ. ανασκευάζω, ανατρέπω, καταρρίπτω.|| ~σε τον έρωτά/τις προτάσεις του. ΑΝΤ. αποδέχομαι (2) [< αρχ. ἀποκρούω 3: γαλλ. repousser]
  • αποκρύβω βλ. αποκρύπτω

αποκρύπτω

αποκρύπτω[ἀποκρύπτω] α-πο-κρύ-πτω ρ. (μτβ.) {απέκρυψα κ. απόκρυψα, αποκρύ-φθηκε κ. -φτηκε (λόγ. απεκρύβη, μτχ. αποκρυ-βείς, -βείσα, -βέν), -φθεί κ. -φτεί (λόγ. -βεί), -μμένος, αποκρύπτ-οντας} & αποκρύβω: δεν αφήνω κάτι να φανερωθεί ή να δημοσιοποιηθεί: ~ τα αισθήματά μου (: τα κρατώ κρυφά. ΑΝΤ. εκδηλώνω)/την αλήθεια/τα εισοδήματά μου (: δεν τα δηλώνω, πβ. φοροδιαφεύγω)/πληροφορίες/την πραγματικότητα. Κατηγορείται ότι ~ψε στοιχεία της υπόθεσης (πβ. συγκαλύπτω). Προσπαθούν να ~ψουν (= αποσιωπήσουν) ότι ... Το γεγονός ~φθηκε, για να μην προκαλέσει την αντίδραση της κοινής γνώμης. ~βόμενα: στοιχεία. ~βείσα: φορολογητέα ύλη. ~βέντα: έσοδα.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Γραμμές εργαλείων που εμφανίζονται ή ~ονται (από την επιφάνεια εργασίας). Πβ. κρύβω. ΑΝΤ. αποκαλύπτω (1) [< αρχ. ἀποκρύπτω, γαλλ. cacher, αγγλ. hide]

-ιάτικος

-ιάτικος, η, ο (προφ.): επίθημα για τον σχηματισμό επιθέτων∙ δηλώνει χρόνο ή χαρακτηριστικό που ανήκει ή ταιριάζει σε ό,τι εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: αυγουστ~/βραδ~/πρωιν~. Πβ. -ιανός, -ινός.|| Γαμπρ~/νυφ~ (πβ. -ικός). Βλ. -άτικος.

κορυφολόγος

κορυφολόγοςκο-ρυ-φο-λό-γος ουσ. (αρσ.) & κορφολόγος: ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα αποκορύφωσης γάλακτος. Βλ. -λόγος. [< αγγλ. cream separator]

συχνότητα

συχνότητασυ-χνό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. συχνή επανάληψη ενέργειας, γεγονότος και ο αριθμός των αντίστοιχων περιπτώσεων σε ορισμένο χρονικό διάστημα: αθροιστική/αραιή/μέτρια ~. Διπλάσια ~ από ό,τι/σε σύγκριση με … ~ αϋπνίας/δρομολογίων/εμφάνισης (μιας νόσου)/κυκλοφορίας (των λεωφορείων)/μαθημάτων/συμπτωμάτων/συναντήσεων (ομάδας)/χρήσης. ~ επισκέψεων σε ιστοσελίδα. Αύξηση/μείωση της ~ας των κρουσμάτων (μιας ασθένειας). Πβ. πυκνότητα.|| (ΙΑΤΡ.) Καρδιακή ~ (: ο αριθμός των καρδιακών παλμών ανά λεπτό).|| (ΦΥΣ., ο αριθμός επανάληψης περιοδικής κίνησης σώματος σε δεδομένη χρονική μονάδα:) Υψηλή/χαμηλή ~. ~ ήχου. 2. ΦΥΣ. μήκος ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων στα οποία εκπέμπουν ραδιοτηλεοπτικοί σταθμοί ή κινητά τηλέφωνα: Η εκπομπή βγαίνει/εκπέμπει στη ~ ... Μπάντα ~ήτων. Βλ. -ότητα, ιδιο~, ραδιο~. ● ΣΥΜΠΛ.: απόκριση συχνότητας: ΗΛΕΚΤΡΟΝ. η αποτελεσματικότητα κυκλώματος, συσκευής ή ακουστικού κυρ. συστήματος (π.χ. ενός ενισχυτή) να επεξεργάζεται ή/και να μεταδίδει τα σήματα που λαμβάνει· συνεκδ. το αντίστοιχο γράφημα. [< αγγλ. frequency response, 1926] , ακουστική συχνότητα βλ. ακουστικός, αναπήδηση συχνότητας βλ. αναπήδηση, ζώνη συχνοτήτων βλ. ζώνη ● ΦΡ.: στην ίδια/σε διαφορετική(/άλλη) συχνότητα (μτφ.): για να δηλωθεί συμφωνία ή αντίθεση αντίστοιχα: Βρισκόμαστε/είμαστε στην ίδια ~ (: έχουμε τις ίδιες απόψεις, συνήθειες, κοινούς στόχους). Πβ. συμφωνώ.|| Εκπέμπουμε σε διαφορετική ~. Πβ. διαφοροποιούμαι. ΣΥΝ. στο ίδιο/σε διαφορετικό (/άλλο) μήκος κύματος [< μεσν. συχνότης, γαλλ. fréquence]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.