Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 58836 εγγραφές  [6680-6700]


  • άποικος [ἄποικος] ά-ποι-κος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {αποίκ-ου | -ων, συνήθ. στον πληθ.} 1. αυτός που ζει σε αποικία ή μετέχει σε αποικιστική αποστολή: (ΙΣΤ.) Οι πρώτοι Έλληνες ~οι που εγκαταστάθηκαν στη Σικελία. Βλ. αποικιοκράτης, έποικος. 2. ΒΙΟΛ. αποικιστής: ~οι του ανώτερου αναπνευστικού/του εντερικού σωλήνα. [< 1: αρχ. ἄποικος]
  • αποικώ [ἀποικῶ] α-ποι-κώ ρ. (μτβ.) {αποικ-είς ... | αποίκ-ησα, -είται, -ήθηκε}: αποικίζω. [< αρχ. ἀποικῶ]
  • άποιος [ἄποιος] ά-ποι-ος επίθ.: ΙΑΤΡ. μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: άποιος διαβήτης: διαταραχή στον άξονα υπόφυση-νεφροί που χαρακτηρίζεται από αδυναμία του οργανισμού να ελέγχει το επίπεδο υγρών, κυρ. ύδατος, στο αίμα και στα ούρα, πολυδιψία και πολυουρία. Βλ. σακχαρώδης διαβήτης. [< αγγλ. diabetes insipidus] [< αρχ. ἄποιος]
  • αποκαθαίρω [ἀποκαθαίρω] α-πο-κα-θαί-ρω ρ. (μτβ.) {αποκαθ-ήρε, -άρει, -άρθηκε, -αρθεί, -αρμένος} (λόγ.): καθαρίζω κάτι εντελώς, το απαλλάσσω από αρνητικά στοιχεία: Η νηστεία έχει σκοπό να ~άρει το σώμα και το πνεύμα (πβ. εξαγνίζω). Τα λόγια του ~ουν την ψυχή (πβ. λυτρώνω). Επιλογές που ~ουν το πολιτικό σύστημα (βλ. εξυγιαίνω). Λιτός τρόπος γραφής ~αρμένος (= απαλλαγμένος) από την υπερβολή. ΑΝΤ. μολύνω (3) [< αρχ. ἀποκαθαίρω]
  • αποκάθαρση [ἀποκάθαρση] α-πο-κά-θαρ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): πλήρης απομάκρυνση αρνητικών στοιχείων, εξαγνισμός: σωματική/ψυχική ~. ~ του δημόσιου βίου/των θεσμών/του κόμματος από αναχρονιστικά στοιχεία. [< αρχ. ἀποκάθαρσις]
  • αποκαθηλώνω [ἀποκαθηλώνω] α-πο-κα-θη-λώ-νω ρ. (μτβ.) {αποκαθήλω-σε, αποκαθηλώ-θηκε, -μένος, αποκαθηλών-οντας} (λόγ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) 1. (μτφ.) καθαιρώ, αποπέμπω και κατ' επέκτ. απαξιώνω, απομυθοποιώ: ~θηκε (= ξηλώθηκε) από την ηγεσία του κόμματος.|| Τα σύμβολα του πολιτισμού ~ονται, αντί να διαφυλάσσονται. Πρώτα κατασκευάζουν είδωλα και μετά τα ~ουν. ANT. εξιδανικεύω, θεο-, μυθο-ποιώ. 2. ξεκρεμώ, ξεκαρφώνω, κατεβάζω: Το γλυπτό/ο πίνακας ~θηκε εν μία νυκτί λόγω των αντιδράσεων που προκάλεσε.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Το σώμα του Χριστού ~θηκε από τον Σταυρό. [< μτγν. ἀποκαθηλῶ]
  • αποκαθήλωση [ἀποκαθήλωση] α-πο-κα-θή-λω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. (συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Α) το κατέβασμα του νεκρού σώματος του Χριστού από τον σταυρό· η σχετική τελετή το πρωί της Μ. Παρασκευής· συνεκδ. η αναπαράσταση του συγκεκριμένου γεγονότος στην τέχνη: η Αγία ~. Η ~ του Εσταυρωμένου/Κυρίου.|| Η ακολουθία/αναπαράσταση της ~ης.|| "~", έργο του μεγάλου ζωγράφου ... Βλ. πιετά. 2. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) καθαίρεση, αποπομπή· κατ' επέκτ. απαξίωση, απομυθοποίηση: ~ από την ηγεσία του κόμματος. Πβ. ξήλωμα.|| ~ ειδώλων/ηρώων. 3. (λόγ.-αρνητ. συνυποδ.) ξεκρέμασμα, κατέβασμα: ~ κεραίας/πίνακα (από έκθεση). [< μεσν. αποκαθήλωσις]
  • αποκαθιστώ [ἀποκαθιστῶ] α-πο-κα-θι-στώ ρ. (μτβ.) {αποκαθιστ-άς ... | αποκατέστη-σε κ. αποκατάστη-σε, αποκαταστή-σει, αποκαθίστ-αται, αποκαταστά-θηκα (λόγ.) απεκαταστάθη, αποκαταστα-θεί, μτχ. αποκατεστη-μένος κ. αποκαταστημένος, αποκαθιστ-ώντας} 1. επαναφέρω σε λειτουργία· επισκευάζω, επιδιορθώνω: Η βλάβη/η επικοινωνία/η ζημιά/η κυκλοφορία/η συγκοινωνία (: επανήλθε στην κανονική ροή)/η σύνδεση/το πρόβλημα ~ηκε άμεσα/μερικώς/σταδιακά.|| (για κτίσμα ή μνημείο) ~ την πρόσοψη κτιρίου (πβ. ανακαινίζω). ~ηκε η μονή (= αναστηλώθηκε)/ο πίνακας (= αναπαλαιώθηκε). 2. φέρνω στην αρχική ομαλή ή συνήθη κατάσταση: (μτφ.) ~θηκε η αλήθεια/η δημοκρατία (ΑΝΤ. βλάπτω)/η ειρήνη/το κύρος της εταιρείας (ΑΝΤ. πλήττω, τραυματίζω)/η τάξη (ΑΝΤ. διασαλεύω). ~θηκαν οι σχέσεις των δύο χωρών (ΑΝΤ. διαταράσσω). ~ώντας τη νομιμότητα/την πραγματικότητα. Κοιτάζει να ~ήσει την τιμή και την υπόληψή του (βλ. περισώσει).|| Δεν ~θηκε ακόμα η ακοή/η υγεία του (= δεν ανάρρωσε, δεν θεραπεύτηκε).|| (ΦΙΛΟΛ.) ~ ένα κείμενο/χειρόγραφο (: στην πρώτη του μορφή, προτού υποστεί φθορές, αλλοιώσεις). 3. (μτφ.) παρέχω υλική ή κοινωνική εξασφάλιση: Ζήτησαν από την κυβέρνηση να ~σει τα θύματα της καταστροφής (: να τα αποζημιώσει).|| Τελειώνουν τη σχολή και προσπαθούν να ~θούν επαγγελματικά (: να βρουν δουλειά).|| Δεν έχει ακόμα ~σει τα παιδιά/τις κόρες του (: τακτοποιήσει επαγγελματικά ή παντρέψει).|| (παρωχ. για άνδρα που διατηρεί σχέση με γυναίκα:) Πρέπει να την ~σεις/να ~σεις την τιμή της (: να την παντρευτείς)! ● βλ. αποκατεστημένος [< μτγν. ἀποκαθιστῶ, γαλλ. restaurer, rétablir]
  • αποκαΐδι [ἀποκαΐδι] α-πο-κα-ΐ-δι ουσ. (ουδ.) {αποκαΐδ-ια, κυρ. στον πληθ.}: ό,τι έχει μείνει κυρ. από καμένο ξύλο ή άλλα υλικά: τα ~ια της φωτιάς.|| (μτφ.) Τα ~ια μιας ζωής. Πβ. απομεινάρι. ● ΦΡ.: στάχτες/στάχτη κι αποκαΐδια: για πλήρη καταστροφή, συνήθ. από φωτιά: Η πύρινη λαίλαπα άφησε πίσω της μόνο ~ ~.
  • αποκαλυπτήρια [ἀποκαλυπτήρια] α-πο-κα-λυ-πτή-ρι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {αποκαλυπτηρί-ων} 1. επίσημη εκδήλωση για την αποκάλυψη μνημείου ή έργου τέχνης· κατ' επέκτ. παρουσίαση νέου προϊόντος: τελετή ~ων προτομής. Έγιναν τα ~ του αγάλματος.|| ~ για το νέο μοντέλο αυτοκινήτου. 2. (μτφ.-ειρων.) δημοσιοποίηση μυστικού, ανήθικης πράξης ή υποκριτικής συμπεριφοράς: τα ~ του σκανδάλου. Οι μάσκες έπεσαν και έγιναν τα ~. Πβ. ξεσκέπασμα. [< γαλλ. dévoilement]
  • αποκαλυπτικός , ή, ό [ἀποκαλυπτικός] α-πο-κα-λυ-πτι-κός επίθ. 1. που φέρνει στο φως άγνωστα στοιχεία ή μυστικές πληροφορίες: ~ός: διάλογος. ~ή: έρευνα/κατάθεση/μελέτη. ~ό: άρθρο/βιβλίο/βίντεο/δελτίο (ειδήσεων)/δημοσίευμα/ρεπορτάζ. ~ές: δηλώσεις/συζητήσεις/φωτογραφίες. ~ά: έγγραφα/ντοκουμέντα/στοιχεία. Κείμενο ~ό για τις προθέσεις/(λόγ.) των σκέψεων του συγγραφέα. Βλ. δηλωτικός, διαφωτιστικός.|| (για πρόσ.) Ήταν ~ και εξομολογητικός στην τελευταία του συνέντευξη. 2. (για γυναικείο συνήθ. ένδυμα) που αφήνει ακάλυπτα μέρη του σώματος: ~ό: μίνι/μπλουζάκι/ντεκολτέ (πβ. ανοιχτό)/ντύσιμο. Πβ. προκλητικός, τολμηρός. Βλ. άσεμνος, σκανδαλιστικός. 3. ΘΕΟΛ. που έχει σχέση με κείμενα που κάνουν λόγο για το τέλος του κόσμου και ειδικότ. την Αποκάλυψη του Ιωάννη: η (ιουδαϊκή/χριστιανική) ~ή γραμματεία/φιλολογία. Βλ. προφητικός. ● επίρρ.: αποκαλυπτικά [< μτγν. ἀποκαλυπτικός 2: αγγλ. revealing 3: αγγλ. apocalyptic, γαλλ. apocalyptique]
  • αποκαλύπτω [ἀποκαλύπτω] α-πο-κα-λύ-πτω ρ. (μτβ.) {αποκάλυ-ψε, -φθηκε (λόγ. απεκαλύφθη, μτχ. (σπάν.) αποκαλυ-φθείς, -φθείσα, -φθέν), αποκαλύπτ-οντας} 1. φανερώνω, δημοσιοποιώ κρυφά, μυστικά στοιχεία: Τα προσωπικά σας στοιχεία δεν ~ονται σε τρίτους (πβ. γνωστο-, κοινο-ποιώ). Όπως ~φθηκε (= έγινε γνωστό) από έρευνα ... Δεν ~ει λεπτομέρειες/τα μελλοντικά του σχέδια/την ηλικία της/τις προθέσεις του (πβ. μαρτυρώ, προδίδω). Δεν μας ~ψε τον πραγματικό λόγο της αποχώρησής του (πβ. εκμυστηρεύομαι. ΑΝΤ. αποσιωπώ). ~φθηκε η απάτη/ο ένοχος (πβ. ξεσκεπάζω. ΑΝΤ. κουκουλώνω, θάβω, συγκαλύπτω). ~φθηκε ότι έχουν γίνει παρανομίες. ~οντας την αλήθεια.|| (ΙΑΤΡ.) Η εξέταση ~ψε (= έδειξε) μεταστάσεις. ΑΝΤ. αποκρύπτω, καλύπτω (8) 2. εμφανίζω, παρουσιάζω, φέρνω στο φως κάτι κρυμμένο: Οι ανασκαφές ~ψαν αρχαία πόλη/επιγραφές. ~φθηκαν μυκηναϊκοί τάφοι. ~φθέντα μνημεία.|| Ο δήμαρχος ~ψε την προτομή (= έκανε τα αποκαλυπτήρια).|| Ρούχα που ~ουν, αντί να καλύπτουν. Μετά τη στροφή μπροστά μας ~εται η θάλασσα καταγάλανη. ● Παθ.: αποκαλύπτομαι 1. ΘΕΟΛ. (για τον Θεό) φανερώνομαι στους ανθρώπους: Ο Κύριος ~φθηκε στους προφήτες.|| Ο ~φθείς λόγος του Θεού. Η ~φθείσα αλήθεια/γνώση. 2. (μτφ.-προφ.) αναγνωρίζω την αξία κάποιου, εκφράζω θαυμασμό: ~ μπροστά στις γνώσεις του! Πβ. βγάζω το καπέλο, υποκλίνομαι. 3. ΣΤΡΑΤ. (ως παράγγελμα) βγάζω το πηλήκιο ως ένδειξη σεβασμού ή σε επιθεώρηση: ~φθείτε! ΑΝΤ. καλυφθείτε! [< μτγν. ἀποκαλύπτομαι] [< αρχ. ἀποκαλύπτω, γαλλ. révéler, αγγλ. reveal]
  • αποκάλυψη [ἀποκάλυψη] α-πο-κά-λυ-ψη ουσ. (θηλ.) 1. φανέρωση, γνωστοποίηση κρυφών, μυστικών στοιχείων: απίστευτες/αποκλειστικές/δημόσιες/σοβαρές/συγκλονιστικές/συνταρακτικές ~ύψεις. ~ παραβάσεων/παράνομων δραστηριοτήτων/προσωπικών δεδομένων/των πτυχών μιας ιστορίας. ~ της αλήθειας/της απάτης/της ταυτότητας (ενός προσώπου)/του δολοφόνου/του περιεχομένου μιας συνομιλίας (πβ. δημοσιοποίηση, κοινοποίηση). Γαϊτανάκι/καταιγισμός/κύμα/μπαράζ/πλήθος/σωρεία/χιονοστιβάδα/χορός ~ύψεων. Αποτροπή/παρεμπόδιση των ~ύψεων. Στον απόηχο των ~ύψεων (για το σκάνδαλο). Έκανε/προέβη σε/προχώρησε σε ~ύψεις. ~-βόμβα/σοκ για ... Μετά τις πρόσφατες ~ύψεις ... Νέες ~ύψεις είδαν το/ήρθαν στο φως της δημοσιότητας. Σάλο προκάλεσε η ~ (της εφημερίδας) ότι .../για τη δράση του κυκλώματος. ΑΝΤ. απόκρυψη (1) 2. εμφάνιση, παρουσίαση: ~ των ερειπίων (αρχαίας πόλης)/του μνημείου. Βλ. ανακάλυψη.|| Τελετή ~ης προτομής (= αποκαλυπτήρια).|| (ΓΕΩΛ.) ~ κοιτάσματος/πετρώματος (στην επιφάνεια της Γης).|| (ΙΑΤΡ.) (Χειρουργική) ~ αγγείων/αρτηρίας/φλέβας. ~ της οδοντίνης/του πολφού. 3. (εμφατ., για κάτι εντυπωσιακό) ευχάριστη έκπληξη: η ~ της βραδιάς/της χρονιάς/του αιώνα! Ο νέος ηθοποιός είναι μεγάλη ~. 4. ΘΕΟΛ. η φανέρωση του θελήματος του Θεού στον άνθρωπο μέσα από ενορατικές εμπειρίες ή γεγονότα· ειδικότ. (με κεφαλ. το αρχικό Α) ονομασία του τελευταίου βιβλίου της Καινής Διαθήκης που αποδίδεται στον Ευαγγελιστή Ιωάννη και έχει εσχατολογικό-προφητικό περιεχόμενο: θεία/θεϊκή ~. ~ του Αγίου Πνεύματος/του Κυρίου (πβ. επιφάνεια). Αλήθεια/γνώση/σοφία εξ ~ύψεως.|| H ~ του Ιωάννη/του Ιωάννου. Το νησί της ~ης (: η Πάτμος). Το θηρίο/τέρας της ~ης/~ύψεως (και μτφ.-υβριστ.).|| (μτφ.) Μετά τον σεισμό ακολούθησαν εικόνες/σκηνές ~ης (= βιβλικής καταστροφής). [< μτγν. ἀποκάλυψις, γαλλ.-αγγλ. apocalypse, γαλλ. révélation]
  • αποκαλώ [ἀποκαλῶ] α-πο-κα-λώ ρ. (μτβ.) {αποκαλ-είς ... | αποκάλ-εσα, -ούμαι, αποκλή-θηκε (προφ.) αποκαλ-έστηκε, (λόγ.) απεκλή-θη, αποκλη-θεί, αποκαλ-ώντας} (λόγ.): αποδίδω χαρακτηρισμό σε κάποιον ή κάτι, ονομάζω: Mια κοινωνία που θέλει να ~είται πολιτισμένη πρέπει … (= αυτοαποκαλείται, λέγεται, χαρακτηρίζεται). Τον ~εσε ψεύτη. ~ώντας με προδότη. Ιαπωνία, η χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου, όπως κοινώς/συνήθως ~είται. Βλ. προσ-αγορεύω, -φωνώ. ● Μτχ.: αποκαλούμενος , η, ο: Οι οπαδοί της θεωρίας, οι ~οι και ... (γραφειοκρ.) Το Υπουργείο ... ~ο εφεξής "Αναθέτουσα Αρχή". (ειρων.) Οι ~οι (= δήθεν/λεγόμενοι) "φίλοι" του, τον πρόδωσαν. Πβ. επονομαζόμενος. [< αρχ. ἀποκαλῶ]
  • αποκάνω [ἀποκάνω] α-πο-κά-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {απόκα-μα (σπανιότ. απόκα-να, λόγ. απέκαμα), αποκά-μει (κ. αποκά-νει), αποκαμω-μένος} (λαϊκό) 1. εξαντλούμαι απο την κούραση: ~μα από τις δουλειές (= ξεθεώθηκα, ψόφησα). ~με να τρέχει. Ο πυρετός την ~νε. ΣΥΝ. αποσταίνω 2. φτάνω σε κάποιο αποτέλεσμα: Τι ~μες τελικά με το θέμα ...; Βλ. απογίνομαι. ● Μτχ.: αποκαμωμένος , η, ο: κουρασμένος, εξαντλημένος σωματικά ή ψυχικά: ~η από τα βάσανα/τις στενοχώριες/τις ταλαιπωρίες. [< μεσν. αποκάνω, αρχ. ἀποκάμνω]
  • αποκαρδιώνω [ἀποκαρδιώνω] α-πο-καρ-δι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {αποκαρδίω-σε, -σει, -θηκα, -θεί, -μένος} (λόγ.): κάνω κάποιον να χάσει το θάρρος του, να απογοητευτεί εντελώς: Η ήττα της ομάδας ~σε τους παίκτες. ~θηκαν από τις συνεχείς αποτυχίες (= τους κόπηκαν τα φτερά). Αισθάνεται ~μένος. Πβ. απελπίζω, αποθαρρύνω, πτοώ. ΑΝΤ. εγκαρδιώνω, εμψυχώνω (1) [< γαλλ. écœurer]
  • αποκαρδίωση [ἀποκαρδίωση] α-πο-καρ-δί-ω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): το αποτέλεσμα του αποκαρδιώνω. Πβ. απογοήτευση, αποθάρρυνση. ΑΝΤ. εγκαρδίωση, εμψύχωση (1)
  • αποκαρδιωτικός , ή, ό [ἀποκαρδιωτικός] α-πο-καρ-δι-ω-τι-κός επίθ.: που προκαλεί αποκαρδίωση: ~ός: απολογισμός. ~ή: εικόνα/εμφάνιση (παικτών)/κατάσταση. ~ό: θέαμα/κλίμα. Πβ. απογοητευτ-, αποθαρρυντ-ικός. ΑΝΤ. εγκαρδιωτικός, εμψυχωτικός ● επίρρ.: αποκαρδιωτικά [< γαλλ. écœurant]
  • αποκαταστάθηκα βλ. αποκαθιστώ
  • αποκατάσταση [ἀποκατάσταση] α-πο-κα-τά-στα-ση ουσ. (θηλ.) 1. επαναφορά σε λειτουργία· επισκευή, επιδιόρθωση: άμεση/επείγουσα/σταδιακή/ταχεία ~. ~ της βλάβης/της επικοινωνίας/της κυκλοφορίας/του προβλήματος (πβ. αντιμετώπιση, επίλυση)/της σύνδεσης. Δαπάνες/έργα/κόστος ~ης των ζημιών.|| (συνήθ. για χώρο, κτίσμα, έργο τέχνης) Αρχιτεκτονική/περιβαλλοντική/τεχνική ~ (πβ. ανακατασκευή, αναμόρφωση, ανάπλαση). ~ δρόμου/υγρότοπου/χωματερών. ~ εικόνας (πβ. συντήρηση)/μνημείου/Μονής (πβ. αναπαλαίωση, αναστήλωση). Βλ. βιο~. 2. επαναφορά στην αρχική ομαλή ή συνήθη κατάσταση: (ΙΑΤΡ.) καρδιο-αναπνευστική/κινητική/μυϊκή/μυοσκελετική/νευρολογική/ουρολογική/φυσική/ψυχιατρική/ψυχική ~. ~ κακώσεων/παθήσεων. Φυσική ιατρική και ~. Πλήρης ~ της υγείας. ~ μαθησιακών δυσκολιών. ~ αναπήρων. Χειρουργική ~ μαστού (με ενθέματα σιλικόνης). Πβ. θεραπεία.|| (συνεκδ.) Αισθητικές/οδοντικές (π.χ. γέφυρες, στεφάνες)/πλαστικές ~άσεις.|| (ΦΙΛΟΛ.) ~ του κειμένου/χειρογράφου (ενν. στην πιθανολογούμενη πρώτη μορφή).|| (μτφ.) ~ της αλήθειας/της δημοκρατίας/της ειρήνης/του κύρους/της μνήμης (των αγωνιστών)/της τάξης/της φήμης (κάποιου). ~ στην εξουσία (= επάνοδος). Ζητά την ~ του ονόματός/της τιμής του. 3. (μτφ.) υλική ή κοινωνική εξασφάλιση: ηθική/στεγαστική ~. ~ των περιουσιών. ~ των θυμάτων της καταστροφής (πβ. αποζημίωση). ~ των ακτημόνων/σεισμόπληκτων.|| Εργασιακή ~ συμβασιούχων. Δυνατότητες/προοπτικές επαγγελματικής ~ης. Πβ. τακτοποίηση.|| ~ της κόρης του (= γάμος, παντρειά). [< 1, 2: αρχ. ἀποκατάστασις, γαλλ. restauration, rétablissement, rehabilitation 2: αγγλ. rehabilitation]

ανακάλυψη

ανακάλυψη[ἀνακάλυψη] α-να-κά-λυ-ψη ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ανακαλύπτω: επαναστατική/σημαντική/σπουδαία/τυχαία ~. Η ~ της Αμερικής. ~ αρχαίων αγγείων και αγαλμάτων/ενός ιού/χρυσού. Έγινε/κάνω μια ~. Πβ. εύρεση.|| ~ των κλοπιμαίων. ~ της αλήθειας/της απάτης. Συνεχίζονται οι έρευνες για την ~ των δραστών. Πβ. αποκάλυψη, ανεύρεση, εντοπισμός.|| ~ της κλοπής. ~ κοινών στοιχείων μεταξύ ... Πβ. διαπίστωση, συνειδητοποίηση.|| ~ του εαυτού (= αυτογνωσία)/του έρωτα/του παρελθόντος/του σώματος. Πβ. γνωριμία, γνώση.|| (καταχρ.) ~ ενός εμβολίου/της τυπογραφίας/ενός φαρμάκου. Πβ. εφεύρεση. 2. (συνεκδ.) εύρημα: η ~ του αιώνα! Επιστημονικές/καινοτόμες/τεχνολογικές ~ύψεις. Συσκευή που αποτελεί/συνιστά μια καινούργια/νέα/πρωτοποριακή ~. ● ΣΥΜΠΛ.: οι μεγάλες ανακαλύψεις: ΙΣΤ. ενν. των Νέων Χωρών: η εποχή των ~ων ~ύψεων. Βλ. Νέος Κόσμος. [< μτγν. ἀνακάλυψις ‘αποκάλυψη’, γαλλ. découverte]

απογίνομαι

απογίνομαι[ἀπογίνομαι] α-πο-γί-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {κυρ. στον αόρ. απέγινα (λαϊκό) απόγινα}: (συνήθ. σε ερωτήσεις) έχω συγκεκριμένη κατάληξη, συνήθ. αρνητική, φτάνω σε ορισμένο αποτέλεσμα: Τι θ' απογίνει, η άμοιρη/έρμη; Και τώρα, τι θ' απογίνουμε χωρίς ...;|| Τι να 'χουν απογίνει, αλήθεια, οι παλιοί μου συμμαθητές;|| Τι απέγινε με το ζήτημα που μου έλεγες; Πβ. γίνομαι, καταλήγω, καταντώ. ● ΦΡ.: παράγινε/έχει παραγίνει το κακό βλ. κακό [< αρχ. ἀπογί(γ)νομαι]

αποικιοκράτης

αποικιοκράτης[ἀποικιοκράτης] α-ποι-κι-ο-κρά-της ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.}: εκπρόσωπος του αποικιοκρατικού καθεστώτος ή γενικότ. η διοικητική Αρχή μιας αποικίας: οι παλιοί/πρώην ~ες. Bλ. έποικος, νεο~, -κράτης. [< αγγλ. colonialist]

αποκαθιστώ

αποκαθιστώ[ἀποκαθιστῶ] α-πο-κα-θι-στώ ρ. (μτβ.) {αποκαθιστ-άς ... | αποκατέστη-σε κ. αποκατάστη-σε, αποκαταστή-σει, αποκαθίστ-αται, αποκαταστά-θηκα (λόγ.) απεκαταστάθη, αποκαταστα-θεί, μτχ. αποκατεστη-μένος κ. αποκαταστημένος, αποκαθιστ-ώντας} 1. επαναφέρω σε λειτουργία· επισκευάζω, επιδιορθώνω: Η βλάβη/η επικοινωνία/η ζημιά/η κυκλοφορία/η συγκοινωνία (: επανήλθε στην κανονική ροή)/η σύνδεση/το πρόβλημα ~ηκε άμεσα/μερικώς/σταδιακά.|| (για κτίσμα ή μνημείο) ~ την πρόσοψη κτιρίου (πβ. ανακαινίζω). ~ηκε η μονή (= αναστηλώθηκε)/ο πίνακας (= αναπαλαιώθηκε). 2. φέρνω στην αρχική ομαλή ή συνήθη κατάσταση: (μτφ.) ~θηκε η αλήθεια/η δημοκρατία (ΑΝΤ. βλάπτω)/η ειρήνη/το κύρος της εταιρείας (ΑΝΤ. πλήττω, τραυματίζω)/η τάξη (ΑΝΤ. διασαλεύω). ~θηκαν οι σχέσεις των δύο χωρών (ΑΝΤ. διαταράσσω). ~ώντας τη νομιμότητα/την πραγματικότητα. Κοιτάζει να ~ήσει την τιμή και την υπόληψή του (βλ. περισώσει).|| Δεν ~θηκε ακόμα η ακοή/η υγεία του (= δεν ανάρρωσε, δεν θεραπεύτηκε).|| (ΦΙΛΟΛ.) ~ ένα κείμενο/χειρόγραφο (: στην πρώτη του μορφή, προτού υποστεί φθορές, αλλοιώσεις). 3. (μτφ.) παρέχω υλική ή κοινωνική εξασφάλιση: Ζήτησαν από την κυβέρνηση να ~σει τα θύματα της καταστροφής (: να τα αποζημιώσει).|| Τελειώνουν τη σχολή και προσπαθούν να ~θούν επαγγελματικά (: να βρουν δουλειά).|| Δεν έχει ακόμα ~σει τα παιδιά/τις κόρες του (: τακτοποιήσει επαγγελματικά ή παντρέψει).|| (παρωχ. για άνδρα που διατηρεί σχέση με γυναίκα:) Πρέπει να την ~σεις/να ~σεις την τιμή της (: να την παντρευτείς)! ● βλ. αποκατεστημένος [< μτγν. ἀποκαθιστῶ, γαλλ. restaurer, rétablir]

αποκατεστημένος

αποκατεστημένος, η, ο [ἀποκατεστημένος] α-πο-κα-τε-στη-μέ-νος επίθ. & (προφ.) αποκαταστημένος 1. εξασφαλισμένος επαγγελματικά, με σταθερή δουλειά και ικανοποιητικό μισθό: οικονομικά ~. Πβ. τακτοποιημένος. 2. που έχει επανέλθει στην αρχική, κανονική του μορφή: ~η: όψη (κτιρίου). ~ο: αγγείο (από θραύσματα· πβ. συγκολλημένο)/μνημείο (πβ. αναστηλωμένο)/νεοκλασικό (πβ. αναπαλαιωμένο)/οίκημα. Χώρος πλήρως ~ (πβ. ανακαινισμένος). Πβ. επισκευασμένος.|| ~η: κόπια (της ταινίας). ~ο: βίντεο.|| (ΦΙΛΟΛ.) ~ο: χειρόγραφο. 3. παντρεμένος. ● βλ. αποκαθιστώ

άσεμνος

άσεμνος, η, ο [ἄσεμνος] ά-σε-μνος επίθ.: που χαρακτηρίζεται από (ή δηλώνει) έλλειψη σεμνότητας, κυρ. σε ό,τι αφορά τη σεξουαλική συμπεριφορά: ~ος: χορός. ~η: γλώσσα (= ελευθεριάζουσα)/ενδυμασία/πράξη (= αδιάντροπη)/στάση/χειρονομία. ~ο: λεξιλόγιο. ~ες: (εκ)φράσεις (βλ. βρισιά, βωμολοχία)/κινήσεις/λέξεις/σκηνές (ταινίας)/φωτογραφίες (: γυμνές). ~α: αστεία/τραγούδια. Ιστοσελίδες με ~ο και τολμηρό περιεχόμενο. ΣΥΝ. αισχρός (1), πρόστυχος, χυδαίος (1) ΑΝΤ. σεμνός (1) ● Ουσ.: άσεμνο (το): παράβαση του νόμου περί ασέμνων (ενν. δημοσιευμάτων). ● επίρρ.: άσεμνα [< αρχ. ἄσεμνος ‘όχι σοβαρός, απρεπής’, γαλλ. indécent]

δηλωτικός

δηλωτικός, ή, ό δη-λω-τι-κός επίθ.: που δηλώνει, φανερώνει κάτι: Ο τίτλος είναι ~ του περιεχομένου του βιβλίου. ~ό της κατάστασης που επικρατεί είναι ότι ... Πβ. αποφαντ-, εμφαντ-, ενδεικτ-ικός.|| (ΓΛΩΣΣ.) Αναφορική ή ~ή λειτουργία της γλώσσας.|| (ΨΥΧΟΛ.-ΠΑΙΔΑΓ.) ~ή: γνώση (: αναφέρεται στη γνώση γεγονότων, εννοιών, καταστάσεων, βλ. διαδικαστική)/μνήμη (= μακροπρόθεσμη μνήμη).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ή γλώσσα προγραμματισμού. Βλ. βιο~, εκ~, συν(υπο)~. ● Ουσ.: δηλωτικό (το): επίσημο έγγραφο στο οποίο καταγράφονται τα εμπορεύματα ή οι επιβάτες πλοίου ή αεροπλάνου. [< πβ. γαλλ. manifeste] [< αρχ. δηλωτικός, γαλλ. déclaratif, dénotatif, 1972]

πιέτα

πιέταπιέ-τα ουσ. (θηλ.): πτυχή, συνήθ. σε ρούχο: φούστα με ~ες (βλ. πλισέ). Πβ. δίπλα. Βλ. -έτα, κουφόπιετα. ● Υποκ.: πιετούλα (η) [< βεν. pieta]

προφητικός

προφητικός, ή, ό προ-φη-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται σε προφητεία ή προφήτη: ~ή: ταινία/φωνή. ~ό: έργο/χάρισμα. ~ές: ικανότητες. ~ά: όνειρα. Τα λόγια του αποδείχθηκαν ~ά.|| (ΘΕΟΛ.) Τα ~ά βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης. ● επίρρ.: προφητικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μτγν. προφητικός, γαλλ. prophétique, αγγλ. prophetic]

σακχαρώδης

σακχαρώδης, ης, ες σακ-χα-ρώ-δης επίθ. {σακχαρώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (επιστ.): κυρ. στα ● ΣΥΜΠΛ.: σακχαρώδης διαβήτης βλ. διαβήτης2, σακχαρώδης διαβήτης (της) κύησης/εγκυμοσύνης βλ. διαβήτης2, σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1 βλ. διαβήτης2, σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 βλ. διαβήτης2 [< γαλλ. sucré]