Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 58821 εγγραφές  [900-920]


  • IPI (το): Διεθνές Ινστιτούτο Τύπου. [< αγγλ. International Press Institute, 1950]
  • iPod βλ. άιποντ
  • ipso facto (πρόφ. ίπσο φάκτο): με αυτό καθ' αυτό το γεγονός. [< λατ.]
  • ipso jure (πρόφ. ίπσο γιούρε): (για κάτι που προκύπτει) απευθείας από τον νόμο, αυτοδίκαια. [< λατ.]
  • IQ βλ. άι-κιου
  • ISBN (το): Διεθνής Κωδικός Αριθμός Βιβλίου. [< αγγλ. International Standard Book Number, 1970]
  • ISDN (το): Ψηφιακό Δίκτυο Ενοποιημένων Υπηρεσιών. [< αμερικ. Integrated Services Digital Network, 1984]
  • ISMN : Διεθνής Πρότυπος Αριθμός Μουσικής. [< αγγλ. International Standard Music Number, 1993]
  • ISO & (προφ.) άιζο (το): Διεθνής/Παγκόσμιος Οργανισμός Τυποποίησης, ο οποίος αναπτύσσει, συντονίζει και κοινοποιεί διεθνή πρότυπα για την τεχνολογία, τη βιομηχανία και το εμπόριο· (κατ' επέκτ.-καταχρ.) τα ίδια τα πρότυπα. [< αγγλ. International Organization for Standardization, 1947, γαλλ. ISO, 1973]
  • ISSN : Διεθνής Μοναδικός Αριθμός Σειρών (για τις περιοδικές εκδόσεις). [< αγγλ. International Standard Serial Number, 1975]
  • JPEG  ΠΛΗΡΟΦ. μορφή αρχείου για συμπίεση και αποθήκευση εικόνων.[ < αμερικ. Joint Photographic Experts Group, 1988]
  • KGB (η) (πρόφ. κα γκε μπε): Επιτροπή για την Ασφάλεια του Κράτους (στην ΕΣΣΔ ως το 1991). [< ρωσ. Komitét Gosudárstvennoj Bezopásnosti]
  • LAN (το): Τοπικό Δίκτυο. [< αμερικ. Local Area Network, 1981]
  • lapsus calami (πρόφ. λάπσους κάλαμι): γλωσσικό ολίσθημα στο γραπτό λόγο. [< λατ.]
  • lapsus linguae (πρόφ. λάπσους λίνγκουε): γλωσσικό ολίσθημα στον προφορικό λόγο. [< λατ.]
  • lato sensu (πρόφ. λάτο σένσου): υπό ευρεία έννοια. ΑΝΤ. stricto sensu [< λατ., πβ. γαλλ. ~, 1907]
  • LCD (η): οθόνη υγρών κρυστάλλων. [< αγγλ. Liquid Crystal Display, 1968]
  • LDL (η): χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνη, κακή χοληστερίνη. Βλ. HDL. [< αγγλ. Low Density Lipoprotein, 1951]
  • LED (το): βλ. λεντ
  • LOL (το): βλ. λολ

άι-κιου

άι-κιου[ἄι-κιου] ά-ι-κιου ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & αϊκιού & IQ: δείκτης νοημοσύνης, ευφυΐας ενός ατόμου, που καθορίζεται από ειδικό τεστ: υψηλό/χαμηλό ~. ● ΦΡ.: άι-κιου ραδικιού (προφ.-ειρων.): για να δηλωθεί ο χαμηλός δείκτης νοημοσύνης ενός προσώπου. [< ακρ. του αγγλ. Intelligence Quotient (IQ), 1916]

άιποντ

άιποντ[ἄιποντ] ά-ι-ποντ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & άι-ποντ & iPod: ΤΕΧΝΟΛ. φορητή ψηφιακή συσκευή αναπαραγωγής πολυμέσων. Βλ. γουόκμαν, άιπαντ, άιφον, εμ-πι-θρι. [< αγγλ. iPod, 2001]

λεντ

λεντουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΗΛΕΚΤΡ. ημιαγωγός που εκπέμπει φως στενού φάσματος: λάμπες/λυχνίες/τεχνολογία/φωτιστικά ~ (: εξοικονόμησης ενέργειας). ● Υποκ.: λεντάκι (το) [< αγγλ. L(ight)-E(mitting) D(iode), 1968]

λολ

λολεπιφών. (κυρ. σε τσατ): για να δηλωθεί ότι κάτι είναι πολύ αστείο. Βλ. LOL. [αμερικ. laughing out loud, 1991, γαλλ. lol, 2000]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.