Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 58811 εγγραφές  [1000-1020]


  • unus testis nullus testis (πρόφ. ούνους τέστις νούλους τέστις): ένας μάρτυρας, κανένας μάρτυρας. [< λατ.]
  • UPS βλ. γιου-πι-ες
  • urbi et orbi (πρόφ. ούρμπι ετ όρμπι): στην πόλη (τη Ρώμη) και στην οικουμένη, παντού. [< λατ.]
  • USA & US (η/οι): ΗΠΑ.
  • USB βλ. γιου-ες-μπι
  • usus (est) norma loquendi (πρόφ. ούζους (εστ) νόρμα λοκβέντι): η χρήση καθιερώνει το αποδεκτό στην ομιλία. [< λατ.]
  • vade mecum (πρόφ. βάντε μέκουμ): βάδιζε, έλα μαζί μου· για βιβλίο αναφοράς, κυρ. λεξικό ή εγχειρίδιo. [< λατ.]
  • vae victis (πρόφ. βε βίκτις): ουαί τοις ηττημένοις. [< λατ.]
  • varia lectio (πρόφ. βάρια λέκτιο, συντομ. v.l.): διαφορετική γραφή (κυρ. σε αρχαίο κείμενο). [< λατ.]
  • veni, vidi, vici (πρόφ. βένι, βίντι, βίκι): ήρθα, είδα, νίκησα· σε περιπτώσεις που ολοκληρώνεται κάτι πολύ γρήγορα και με επιτυχία. [< λατ.]
  • verba volant, scripta manent (πρόφ. βέρμπα βόλαντ, σκρίπτα μάνεντ): τα λόγια πετούν, τα γραπτά μένουν· ο γραπτός λόγος μπορεί να διατηρηθεί μέσα στους αιώνες. Βλ. γραπτός. [< λατ.]
  • veto βλ. βέτο
  • VHF : Πολύ Υψηλή Συχνότητα. Βλ. UHF. [< αγγλ. Very High Frequency, 1920]
  • vice versa (πρόφ. βίσε/βάις βέρσα): και αντίστροφα. [< λατ.]
  • VIP βλ. βιπ
  • vs & vs. & (προφ.) βέρσους (+ αιτ. & + γεν., κατά το έναντι): σε αντιδιαστολή με, έναντι. [< συντομ. του λατ. versus, αγγλ. ~, γαλλ. ~, περ. 1965]
  • WADA (η): Παγκόσμιος Οργανισμός/Παγκόσμια Υπηρεσία Αντιντόπινγκ. [< αγγλ. World Anti-Doping Agency, 1999]
  • WC βλ. βεσέ
  • Wi-Fi βλ. γουάι φάι
  • α {ά κλ.} 1. (πρόφ. άλφα) το πρώτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου, που αντιπροσωπεύει το φωνήεν [a]: ~ κεφαλαίο (Α). ~ μικρό (α). 2. (σε αρίθμηση, πρόφ. άλφα) πρώτος σε μια σειρά (χρονική, ιεραρχική, αξιολογική): (για αυτοκράτορα ή βασιλιά) Αλέξανδρος/Φίλιππος (ο) Α΄. Βιβλίο/εδάφιο/ενότητα/κεφάλαιο/παράγραφος α΄ (ή Α΄). Συγγενής ~ βαθμού. Ξενοδοχείο ~ κατηγορίας. Λάδι ~ ποιότητας. Μάρμαρα ~ διαλογής. Βιταμίνη ~. Καροτίνη ~/~-καροτίνη. Η ραψωδία Α (κεφαλαίο Α) της Ιλιάδας και α (μικρό α) της Οδύσσειας. 3. (σε αρίθμηση, με τον τόνο κάτω αριστερά: ,Α ή ,α) χίλιοι, χίλια. 4. ΦΥΣ. Α: το σύμβολο του αμπέρ. 5. (Α΄, πρόφ. άλφα) ο βαθμός "Άριστα" στη Γ' και Δ' τάξη του Δημοτικού Σχολείου: ~ με τόνο. ● ΦΡ.: Α3: ΤΥΠΟΓΡ. μέγεθος φύλλου χαρτιού με διαστάσεις 29,7 × 42 εκατοστά: Φωτοτυπίες σε μέγεθος ~., Α4: ΤΥΠΟΓΡ. χαρτί διαστάσεων 21 × 29,7 εκατοστών:, α-α (άλφα-άλφα) (προφ.) 1. άριστης ποιότητας, ανώτατης αξίας, πρώτης τάξεως ή κλάσεως: Πεπόνια ~ ~ (= εκλεκτά). 2. (στη στρατιωτική αργκό) αδικαιολόγητα απών: Βγήκα ~ ~. [< αρχ. ἄλφα, εβραϊκό aleph]

βεσέ

βεσέβε-σέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & WC (προφ.): αποχωρητήριο, μικρή τουαλέτα: Το διαμέρισμα έχει μπάνιο και ~. Βλ. λουτρό, μπάνιο. [< αγγλ. W(ater) C(loset), γαλλ. vécés, 1931]

βέτο

βέτοβέ-το ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. αρνησικυρία: άρση/άσκηση/χρήση (του) ~. Δικαίωμα (για) ~ στο Συμβούλιο Ασφαλείας. Κυβέρνηση που έθεσε/θα προχωρήσει σε/προβάλλει ~. Η χώρα απειλεί να ασκήσει ~ για .../κατά του νομοσχεδίου/στην έναρξη των διαπραγµατεύσεων/σε ψήφισμα ... 2. (μτφ.) εναντίωση κάποιου σε κατάσταση ή απόφαση, με αποτέλεσμα την αλλαγή ή ακύρωσή της, αντίστοιχα. Βλ. συγκατάθεση, συναίνεση. [< γαλλ. veto]

βιπ

βιπουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} & VIP: διάσημο και συνήθ. πολύ πλούσιο άτομο: αίθουσα VIP του αεροδρομίου. Πβ. αστέρας, βεντέτα, σελέμπριτι, σταρ, φίρμα. [< αγγλ. very important person (VIP ή V.I.P), 1933]

γιου-ες-μπι

γιου-ες-μπιουσ. (ουδ.) {άκλ.} & USB: ΠΛΗΡΟΦ. δίαυλος που επιτρέπει τη σύνδεση όλων των περιφερειακών συσκευών με τον υπολογιστή: ασύρματο ~. Διεπαφή/θύρα/καλώδιο/οδηγός/πλήμνη/συνδέσεις/υποδοχές ~. ~ στικ/υψηλής ταχύτητας. [< αγγλ. Universal Serial Bus (USB), 1994]

γιου-πι-ες

γιου-πι-εςουσ. (ουδ.) & UPS & (επίσ.) σύστημα αδιάλειπτης τροφοδοσίας: ΤΕΧΝΟΛ. περιφερειακή συσκευή τροφοδοσίας του υπολογιστή σε περίπτωση διακοπής του ηλεκτρικού ρεύματος για περιορισμένο διάστημα, ώστε να προλάβει ο χρήστης να κάνει αποθήκευση των εργασιών: κεντρικό ~. Eγκατάσταση/σύνδεση ~. Λογισμικό διαχείρισης/μονάδα ~. Πβ. σταθεροποιητής τάσης. [< αγγλ. Uninterruptible Power Supply (UPS)]

γραπτός

γραπτός, ή, ό γρα-πτός επίθ. 1. που έχει αποδοθεί μέσω της γραφής, γραμμένος: ~ός: διαγωνισμός/κανονισμός/λόγος. ~ή: βαθμολογία/βεβαίωση (πβ. χειρόγραφη)/δήλωση/εγγύηση/εργασία/συμφωνία/σύσταση. ~ό: αίτημα/κείμενο/μήνυμα. ~ές: εξετάσεις/οδηγίες. ~ά: μνημεία (βλ. γραμματεία). Πβ. έγγραφος. ΑΝΤ. προφορικός.|| ~ό: Δίκαιο. ~οί: νόμοι. ΑΝΤ. άγραφος. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ. που έχει ζωγραφικές παραστάσεις: ο ~ διάκοσμος του ναού. ● Ουσ.: γραπτά (τα) 1. το γραπτό μέρος εξετάσεων: Στα προφορικά έσκισα, αλλά δεν τα πήγα καλά στα ~. 2. & γραφτά: κάθε γραπτή παραγωγή λόγου: Οι αναγνώστες γνωρίζουν τους συγγραφείς μέσα από τα ~ τους. Βλ. βιβλίο, έργο, κείμενο, χειρόγραφο., γραπτό (το): κόλλα χαρτιού με τις απαντήσεις μαθητή ή υποψηφίου στα εξεταζόμενα θέματα: άριστο/καλό ~. Αναθεώρηση/διόρθωση/παράδοση/συγκέντρωση των ~ών. Το ~ μηδενίστηκε. Οι φοιτητές έχουν δικαίωμα να δουν τα ~ά τους. ● επίρρ.: γραπτά & γραπτώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: γραπτό δοκίμιο βλ. δοκίμιο ● ΦΡ.: (τα λόγια πετούν,) τα γραπτά μένουν (γνωμ.): για να δηλωθεί η σημασία του γραπτού λόγου, ο οποίος, σε σχέση με τον προφορικό, παραμένει για πάντα. Βλ. έπεα πτερόεντα. [< λατ. (verba volant,) scripta manent] ● βλ. γραφτό [< αρχ. γραπτός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.