varia lectio (πρόφ. βάρια λέκτιο, συντομ. v.l.): διαφορετική γραφή (κυρ. σε αρχαίο κείμενο). [< λατ.]
veni, vidi, vici (πρόφ. βένι, βίντι, βίκι): ήρθα, είδα, νίκησα· σε περιπτώσεις που ολοκληρώνεται κάτι πολύ γρήγορα και με επιτυχία. [< λατ.]
verba volant, scripta manent (πρόφ. βέρμπα βόλαντ, σκρίπτα μάνεντ): τα λόγια πετούν, τα γραπτά μένουν· ο γραπτός λόγος μπορεί να διατηρηθεί μέσα στους αιώνες. Βλ. γραπτός. [< λατ.]
βεσέβε-σέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & WC (προφ.): αποχωρητήριο, μικρή τουαλέτα: Το διαμέρισμα έχει μπάνιο και ~. Βλ. λουτρό, μπάνιο. [< αγγλ. W(ater) C(loset), γαλλ. vécés, 1931]
βέτο
βέτοβέ-το ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. αρνησικυρία: άρση/άσκηση/χρήση (του) ~. Δικαίωμα (για) ~ στο Συμβούλιο Ασφαλείας. Κυβέρνηση που έθεσε/θα προχωρήσει σε/προβάλλει ~. Η χώρα απειλεί να ασκήσει ~ για .../κατά του νομοσχεδίου/στην έναρξη των διαπραγµατεύσεων/σε ψήφισμα ...2. (μτφ.) εναντίωση κάποιου σε κατάσταση ή απόφαση, με αποτέλεσμα την αλλαγή ή ακύρωσή της, αντίστοιχα. Βλ. συγκατάθεση, συναίνεση. [< γαλλ. veto]
βιπ
βιπουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} & VIP: διάσημο και συνήθ. πολύ πλούσιο άτομο: αίθουσα VIP του αεροδρομίου. Πβ. αστέρας, βεντέτα, σελέμπριτι, σταρ, φίρμα. [< αγγλ. very important person (VIP ή V.I.P), 1933]
γιου-ες-μπι
γιου-ες-μπιουσ. (ουδ.) {άκλ.} & USB: ΠΛΗΡΟΦ. δίαυλος που επιτρέπει τη σύνδεση όλων των περιφερειακών συσκευών με τον υπολογιστή: ασύρματο ~. Διεπαφή/θύρα/καλώδιο/οδηγός/πλήμνη/συνδέσεις/υποδοχές ~. ~ στικ/υψηλής ταχύτητας. [< αγγλ. Universal Serial Bus (USB), 1994]
γιου-πι-ες
γιου-πι-εςουσ. (ουδ.) & UPS & (επίσ.) σύστημα αδιάλειπτης τροφοδοσίας: ΤΕΧΝΟΛ. περιφερειακή συσκευή τροφοδοσίας του υπολογιστή σε περίπτωση διακοπής του ηλεκτρικού ρεύματος για περιορισμένο διάστημα, ώστε να προλάβει ο χρήστης να κάνει αποθήκευση των εργασιών: κεντρικό ~. Eγκατάσταση/σύνδεση ~. Λογισμικό διαχείρισης/μονάδα ~. Πβ. σταθεροποιητής τάσης. [< αγγλ. Uninterruptible Power Supply (UPS)]
γραπτός
γραπτός, ή, ό γρα-πτός επίθ. 1. που έχει αποδοθεί μέσω της γραφής, γραμμένος: ~ός: διαγωνισμός/κανονισμός/λόγος. ~ή: βαθμολογία/βεβαίωση (πβ. χειρόγραφη)/δήλωση/εγγύηση/εργασία/συμφωνία/σύσταση. ~ό: αίτημα/κείμενο/μήνυμα. ~ές: εξετάσεις/οδηγίες. ~ά: μνημεία (βλ. γραμματεία). Πβ. έγγραφος. ΑΝΤ. προφορικός.|| ~ό: Δίκαιο. ~οί: νόμοι. ΑΝΤ. άγραφος.2. ΑΡΧΑΙΟΛ. που έχει ζωγραφικές παραστάσεις: ο ~ διάκοσμος του ναού. ● Ουσ.: γραπτά (τα) 1. το γραπτό μέρος εξετάσεων: Στα προφορικά έσκισα, αλλά δεν τα πήγα καλά στα ~.2. & γραφτά: κάθε γραπτή παραγωγή λόγου: Οι αναγνώστες γνωρίζουν τους συγγραφείς μέσα από τα ~ τους. Βλ. βιβλίο, έργο, κείμενο, χειρόγραφο., γραπτό (το): κόλλα χαρτιού με τις απαντήσεις μαθητή ή υποψηφίου στα εξεταζόμενα θέματα: άριστο/καλό ~. Αναθεώρηση/διόρθωση/παράδοση/συγκέντρωση των ~ών. Το ~ μηδενίστηκε. Οι φοιτητές έχουν δικαίωμα να δουν τα ~ά τους. ● επίρρ.: γραπτά & γραπτώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: γραπτό δοκίμιο βλ. δοκίμιο ● ΦΡ.: (τα λόγια πετούν,) τα γραπτά μένουν (γνωμ.): για να δηλωθεί η σημασία του γραπτού λόγου, ο οποίος, σε σχέση με τον προφορικό, παραμένει για πάντα. Βλ. έπεα πτερόεντα. [< λατ. (verba volant,) scripta manent] ● βλ. γραφτό [< αρχ. γραπτός]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.