Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 173 εγγραφές  [0-20]


  • -άρης, -άρα, -άρι {συνηθέστ. στο θηλ.}: επίθημα για τον σχηματισμό κυρ. ουσιαστικοποιημένων επιθέτων, δηλωτικό ιδιότητας, μεγέθους, ποσότητας, δυναμικού: κατοστ-άρης (: δρομέας εκατό μέτρων). Χιλι-άρα (ενν. μηχανή χιλίων κυβικών). Τριαντ-άρα οθόνη (: τριάντα ιντσών). Πεντ-άρα (: πέντε γκολ). Ενενηντ-άρα κασέτα (: διάρκειας ενενήντα λεπτών). Σαρανταπεντ-άρι περίστροφο (: διαμετρήματος σαρανταπέντε χιλιοστών).|| (περιληπτ.) Του κόστισε μια πεντακοσ-άρα ευρώ. Πβ. -αριά. ● βλ. -άρα
  • -άρι επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών παράγωγων από 1. απόλυτα αριθμητικά, για τον προσδιορισμό ποσότητας, αριθμού, μεγέθους, συνόλου, αξίας: ένα δωδεκ~ (= περ. δώδεκα, πβ. -αριά) κιλά.|| Πήρε δεκ~ (= δέκα)/εικοσ~ (= είκοσι) στο διαγώνισμα.|| Αγόρασε ένα δυ~/τεσσ~ (ενν. σπίτι).|| Χρησιμοποιεί δωδεκάρια (= γράμματα δώδεκα στιγμών).|| (ΑΘΛ.) Καλό δεκ~/το δεκ~ το καλό (: παίκτης με τον αριθμό δέκα).|| (στα χαρτιά:) Έχω τρία πεντάρια και έναν βαλέ.|| (σε τυχερά παιχνίδια, σύνολο σωστών προβλέψεων:) Έπιασε εξ~ στο λόττο.|| (προφ.) Κατοστ~ (= εκατό ευρώ, πβ. -άρικο). 2. ουσιαστικά, για την έκφραση υποκορισμού ή διαφοροποιημένης σημασίας: βλαστ~ (βλ. -αράκι)/δοκ~/ζευγ~/ζυμ~/κλων~/λιθ~/λυχν~/φαν~.|| Θυμ~/χαλιν~. Προσκυνητ~/συναξ~ (πβ. -άριο).|| (μειωτ.) Πάρε τα ποδάρια σου από ΄δω! 3. ρήματα, για τη δήλωση του αποτελέσματος μιας ενέργειας: απομειν~. Βλ. -άδι.
  • αγκωνάρι [ἀγκωνάρι] α-γκω-νά-ρι ουσ. (ουδ.) {αγκωναρ-ιού} (λαϊκό) 1. ΟΙΚΟΔ. μεγάλη πελεκημένη πέτρα για την κατασκευή γωνιών σε τοίχους και γενικότ. οποιαδήποτε ογκώδης πέτρα, ογκόλιθος: λαξευτά/σκαλιστά ~ια. Πβ. γωνιόλιθος. Βλ. ακρογωνιαίος λίθος. 2. (μτφ.) στήριγμα: Στάθηκε πραγματικό ~ για την οικογένειά του στις δύσκολες ώρες (βλ. βράχος). [< μεσν. αγκωνάριν ‘βραχιόλι που φοριέται κοντά στον αγκώνα’]
  • αμπάρι [ἀμπάρι] α-μπά-ρι ουσ. (ουδ.) {αμπαρ-ιού} 1. ειδικός χώρος αποθήκευσης στο κοίλο μέρος του πλοίου. Πβ. κύτος. 2. (παλαιότ.) αποθήκη για τη φύλαξη καρπών (ιδ. σιτηρών) ή άλλων τροφίμων. [< μεσν. αμπάρι < τουρκ. ambar]
  • απομεινάρι [ἀπομεινάρι] α-πο-μει-νά-ρι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: οτιδήποτε απομένει από κάτι: ~ια αρχαίου πολιτισμού/ναού. ~ια ζώων (= απολιθώματα)/φαγητού (= αποφάγια).|| (μτφ.) ~ μιας άλλης εποχής. ~ια του παρελθόντος. Πβ. κατάλοιπο, λείψανο, υπόλειμμα. [< ουσιαστικοπ. ουδ. του μεσν. επιθ. απομεινάρης]
  • αρμάρι βλ. ερμάριο
  • αστάρι [ἀστάρι] α-στά-ρι ουσ. (ουδ.): υλικό με το οποίο επιστρώνεται επιφάνεια που πρόκειται να βαφεί: ακρυλικό/εποξειδικό/μονωτικό/υδατοδιαλυτό ~. ~ λαδιού/μετάλλου/νερού/νεφτιού/πλαστικού/πρόσφυσης/σιλικόνης. ~ σε σπρέι. Περνώ με/μια στρώση/ένα χέρι ~ (= ασταρώνω). Πβ. βελατούρα. [< τουρκ. astar]
  • αχνάρι βλ. χνάρι
  • βλαστάρι βλα-στά-ρι ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} 1. ΒΟΤ. τρυφερός βλαστός, που έχει μόλις φυτρώσει: Το αμπέλι πέταξε νέα/τα πρώτα ~ια. 2. ΒΟΤ. ο εδώδιμος βλαστός διαφόρων φυτών: άγρια ~ια. ~ια μπαμπού/φασολιών. 3. (μτφ.-χαϊδευτ.) παιδί: Τι θέλει το ~ μου; Ό,τι πει το ~ μου. (ειρων.) Καμαρώνει το ~ της. Βλ. μοναχοπαίδι. ● Υποκ.: βλασταράκι (το) [< μεσν. βλαστάρι(ον)]
  • βουτηχτάρι βου-τη-χτά-ρι ουσ. (ουδ.): ΟΡΝΙΘ. γενική ονομασία υδρόβιων πτηνών (οικογ. Podicipedidae) που τρέφονται με ψάρια τα οποία πιάνουν, βουτώντας στο νερό.
  • γιοματάρι γιο-μα-τά-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): βαρελίσιο κρασί ανοιγμένο πρόσφατα και κατ' επέκτ. βαρέλι. [< μεσν. γιοματάρι]
  • γκισάρι γκι-σά-ρι ουσ. (ουδ.): ΟΡΝΙΘ. κυνηγόπαπια.
  • γομάρι γο-μά-ρι ουσ. (ουδ.) {σπανιότ. θηλ. γομάρα} 1. (μειωτ.) μεγαλόσωμος άντρας· κυρ. ως χαρακτηρισμός για κάποιον που έχει αναπτυχθεί σωματικά, αλλά εξακολουθεί να έχει ανώριμη συμπεριφορά. Βλ. μπρατσαράς, ντουλάπα.|| Έχει γίνει ολόκληρο ~ και ακόμη παίζει ηλεκτρονικά παιχνίδια. Πβ. γαϊδούρι. 2. (υβριστ.) άνθρωπος αναίσθητος, αχάριστος ή χυδαίος: Είναι ένα ~ και μισό! Πβ. χοντρόπετσος. 3. {μόνο στο ουδ.} (κυρ. παλαιότ.) ζώο για φόρτωμα. [< μεσν. γομάριν]
  • γοφάρι γο-φά-ρι ουσ. (ουδ.): ΙΧΘΥΟΛ. μεγαλόσωμο ψάρι (επιστ. ονομασ. Pomatomus saltatrix) με στενόμακρο γαλάζιο-ασημί σώμα, δυνατά δόντια και προεξέχουσα κάτω γνάθο, το οποίο ζει σε αγέλες. [< μεσν. γομφάριν]
  • δεκάρι δε-κά-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. ο ανώτερος βαθμός στη δεκάβαθμη κλίμακα αξιολόγησης: Πήρε ~ στα μαθηματικά. Έχει δυο ~ια στον έλεγχο. 2. οτιδήποτε φέρει τον αριθμό δέκα: Είχε μείνει με έναν άσο κι ένα ~ (: χαρτί στην τράπουλα).|| Το ~ της Εθνικής ποδοσφαίρου (: ο ποδοσφαιριστής που οργανώνει το παιχνίδι της ομάδας και κυρ. παλαιότ. φορούσε τη φανέλα με το νούμερο δέκα). 3. {ως επίθ.} τυποποιημένο μέγεθος δέκα μονάδων: ~ κλειδί/τζάμι. 4. {ως επίθ.} (λαϊκό) δεκαριά: Μου 'φυγε ένα ~ χιλιάδες ευρώ γι' αυτή την υπόθεση. 5. (λαϊκό) χαρτονόμισμα αξίας δέκα ευρώ, δεκάρικο. ● Υποκ.: δεκαράκι (το): συνηθέστ. στις σημ. 1,5.
  • δεκατεσσάρι δε-κα-τεσ-σά-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. δεκατέσσερις επιτυχείς προβλέψεις στο προπό: Έπιασε/πέτυχε ~. 2. δεκατέσσερις μονάδες, βαθμοί, πόντοι.
  • δεκατριάρι δε-κα-τρι-ά-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. σύνολο δεκατριών επιτυχών προβλέψεων στο προπό: Έπιασα ~.|| (κατ' επέκτ.) ~ τίτλων (: κατάκτηση δεκατριών πρωταθλημάτων). 2. δεκατρείς μονάδες, βαθμοί, πόντοι: Έγραψε (ένα) ~ στη Φυσική.|| (ως επίθ.) Κλειδί ~ (: για τυποποιημένο μέγεθος). Βλ. δεκάρι.
  • διακοσάρι δια-κο-σά-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. ΑΘΛ. (στον στίβο) αγώνας δρόμου ή (στην κολύμβηση) απόσταση διακοσίων μέτρων. Βλ. κατοστάρι, πεντακοσάρι. 2. & διακοσάρικο: χαρτονόμισμα ή χρηματικό ποσό διακοσίων ή διακοσίων χιλιάδων ευρώ: Θα μου στοιχίσει κανά ~.|| (ως επίθ.) Ένα ~ χιλιάδες. Βλ. πενηντάρι, τρακοσάρι.
  • δοκάρι δο-κά-ρι ουσ. (ουδ.) {δοκαρ-ιού | -ιών} 1. ΟΙΚΟΔ. μακρόστενο δομικό στοιχείο από οπλισμένο σκυρόδεμα, μέταλλο ή ξύλο, το οποίο τοποθετείται οριζόντια και στηρίζει οικοδομική επιφάνεια: ~ πατώματος/σκεπής/ταβανιού. ~ια στήριξης (= δοκοί). Πβ. καδρόνι, πάσσαλος, πάτερο, τραβέρσα. Βλ. κολόνα, πλάκα. 2. ΑΘΛ. (σε γήπεδο ποδοσφαίρου) καθένας από τους τρεις επιμήκεις στύλους που σχηματίζουν Π, ορίζοντας μαζί με το δίχτυ το τέρμα· συνεκδ. η πρόσκρουση της μπάλας σε κάποιον από αυτούς: Το σουτ κατέληξε στο κάθετο/οριζόντιο ~. Έσπασε τα ~ια (: έστειλε την μπάλα με δύναμη στα ~ια ή κυρ. όταν μια ομάδα έχει πολλά ~ια σε ματς). Πβ. γκολπόστ, δοκός.|| (για τερματοφύλακα:) Υπερασπίζεται τα ~ια της εθνικής (= την εστία).|| ~ και γκολ! Η ομάδα είχε δύο ~ια. [< 1: μεσν. δοκάρι(ον) 2: αγγλ. goal-post]
  • δοξάρι δο-ξά-ρι ουσ. (ουδ.) {δοξαρ-ιού} 1. ΜΟΥΣ. λεπτή, στενόμακρη βέργα με τεντωμένες τρίχες ουράς αλόγου ή τεχνητές, η οποία, με την τριβή, προκαλεί την παλμική κίνηση των χορδών ορισμένων μουσικών οργάνων, όπως το βιολί, το κοντραμπάσο, η λύρα: έγχορδα με ~. Βλ. νυκτός, πένα. 2. (σπάν.-λογοτ.) τόξο. [< μεσν. δοξάρι(ον)]

-άδι

-άδι: επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών που παράγονται κυρ. από επίθετα, ουσιαστικά και ρήματα: ασπρ~/γλυκ~/κοκκιν~/μαυρ~. Κροκ~/πετρ~/σκοτ~. Aπολειφ~. Bλ. -άρι.

ακρογωνιαίος

ακρογωνιαίος, α, ο [ἀκρογωνιαῖος] α-κρο-γω-νι-αί-ος επίθ.: βασικός, θεμελιώδης, ουσιώδης: ~α: αρχή/θέση. ~ο: αξίωμα/δόγμα. ~α: στοιχεία. ● ΣΥΜΠΛ.: ακρογωνιαίος λίθος & ακρογωνιαία πέτρα 1. (μτφ.) βάση, θεμέλιο, συστατικό στοιχείο: Η ελευθερία είναι ο ~ ~ του δημοκρατικού πολιτεύματος. Πβ. πυλώνας, στήριγμα. ΣΥΝ. θεμέλιος λίθος (1) 2. μεγάλη πέτρα στην εξωτερική γωνία δύο τεμνόμενων τοίχων. ΣΥΝ. αγκωνάρι (1) [< μτγν. ἀκρογωνιαῖος]

-άρα

-άραεπίθημα θηλυκών ουσιαστικών 1. (κυρ. προφ.) με μεγεθυντική λειτουργία: σπιτ~ (πβ. -αρόνα)/στοματ~. Τακουν-άρες (= τακούνες).|| (επιτατ., ως έκφρ. θαυμασμού:) Γυναικ~ (βλ. αρσ. -αράς)/εργ~/Κατεριν~ (βλ. αρσ. -άρας, -αρος). Ματ-άρες. 2. (αφηρ.) με εμφατική σημασία, για ιδιότητα ή κατάσταση που υπάρχει σε μεγάλο βαθμό: βαρεμ~/σιχαμ~/τρομ~ (πβ. -αμάρα). Φαγωμ-άρα (πβ. φαγω-μός). ● βλ. -άρης, -άρα, -άρι, -άρης, -άρα, -άρικο

δεκάρι

δεκάριδε-κά-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. ο ανώτερος βαθμός στη δεκάβαθμη κλίμακα αξιολόγησης: Πήρε ~ στα μαθηματικά. Έχει δυο ~ια στον έλεγχο. 2. οτιδήποτε φέρει τον αριθμό δέκα: Είχε μείνει με έναν άσο κι ένα ~ (: χαρτί στην τράπουλα).|| Το ~ της Εθνικής ποδοσφαίρου (: ο ποδοσφαιριστής που οργανώνει το παιχνίδι της ομάδας και κυρ. παλαιότ. φορούσε τη φανέλα με το νούμερο δέκα). 3. {ως επίθ.} τυποποιημένο μέγεθος δέκα μονάδων: ~ κλειδί/τζάμι. 4. {ως επίθ.} (λαϊκό) δεκαριά: Μου 'φυγε ένα ~ χιλιάδες ευρώ γι' αυτή την υπόθεση. 5. (λαϊκό) χαρτονόμισμα αξίας δέκα ευρώ, δεκάρικο. ● Υποκ.: δεκαράκι (το): συνηθέστ. στις σημ. 1,5.

ερμάριο

ερμάριο[ἐρμάριο] ερ-μά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.) & (λαϊκό) ερμάρι & αρμάρι : είδος ντουλαπιού, συρταριού ή ραφιού: μεταλλικό/ξύλινο ~. Πυροσβεστικά ~α. [< μεσν. ερμάριον]

κατοστάρι

κατοστάρικα-το-στά-ρι ουσ. (ουδ.) & εκατοστάρι (προφ.) 1. ΑΘΛ. (στον στίβο) αγώνας δρόμου ή (στην κολύμβηση) απόσταση εκατό μέτρων. Βλ. διακοσάρι. 2. για να δηλωθεί ποσότητα εκατό μονάδων. Πβ. κατοστάρα. Βλ. πενηντάρι. 3. κατοσταράκι. 4. κατοστάρικο. [< μεσν. εκατοστάριν 'βάρος εκατό δραμιών']

κολόνα

κολόνακο-λό-να ουσ. (θηλ.) 1. κατακόρυφο, κυλινδρικό ή ορθογώνιο δομικό στοιχείο στήριξης· κατ' επέκτ. οτιδήποτε έχει επίμηκες και συνήθ. κυλινδρικό σχήμα: ξύλινη/πέτρινη/τσιμεντένια ~. ~ της ΔEH (βλ. πυλώνας)/του ΟΤΕ. Μαρμάρινες ~ες. Το αυτοκίνητο έπεσε πάνω/προσέκρουσε σε ~. Πβ. στύλος.|| (ΑΡΧΙΤ., συνήθ. στον πληθ.) Οι ~ες του κτιρίου. ~ες και δοκοί. ΣΥΝ. υποστύλωμα.|| (στο αυτοκίνητο:) Η ~ του τιμονιού. Οι μπροστινές/πίσω ~ες (του αμαξώματος).|| ~ πάγου (= παγο~).|| (μτφ.) ~ (= στήλη) καπνού. 2. (προφ.) κίονας: αρχαίες/δωρικές/ιωνικές ~ες. ● Υποκ.: κολονίτσα (η) ● ΦΡ.: η κολόνα/ο στύλος του σπιτιού (μτφ.): το στήριγμα της οικογένειας, συνήθ. παλαιότ. για τον άνδρα. Βλ. κουβαλητής. [< μεσν. κολόνα < ιταλ. colonna]

μοναχοπαίδι

μοναχοπαίδιμο-να-χο-παί-δι ουσ. (ουδ.): το μοναδικό παιδί μιας οικογένειας.

μπρατσαράς

μπρατσαράςμπρα-τσα-ράς ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. μπρατσαρού} & μπρατσάς (μεγεθ.): μπρατσωμένος άνδρας: (κ. ως επίθ.) ~ σεκιουριτάς. Πβ. φουσκωτός. Βλ. -αράς.

νυκτός

νυκτός, ή, ό νυ-κτός επίθ.: ΜΟΥΣ. (για έγχορδο όργανο) που παίζεται με τα δάχτυλα ή με πένα (δηλ. όχι με δοξάρι). Βλ. άρπα, κανονάκι, κιθάρα, λαούτο, μαντολίνο, μπουζούκι, ούτι. [< αρχ. νύσσω ‘τσιμπώ, πλήττω’]

πενηντάρι

πενηντάριπε-νη-ντά-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. σύνολο πενήντα όμοιων μονάδων: Η κούρσα κρίθηκε στο τελευταίο ~. 2. πενηντάρικο: Πλήρωσα ένα ~ στο σούπερ-μάρκετ.|| (ως επίθ.) Ένα ~ ευρώ. ΣΥΝ. πενηντάευρο ● Υποκ.: πενηνταράκι (το) [< μεσν. πενηντάρι]

χνάρι

χνάριχνά-ρι ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό-λογοτ.) αχνάρι 1. {συνήθ. στον πληθ.} ίχνος που δημιουργείται σε μαλακό έδαφος από το πέλμα ανθρώπου ή ζώου κατά την κίνησή του σε αυτό: ~ια θηράματος/λαγού στο χορτάρι (βλ. ιχνηλασία). ~ια θαλάσσιας χελώνας στην άμμο. Άφησε τα ~ια (= πατημασιές, πατήματα) του στο χιόνι. Βλ. αποτύπωμα, σημάδι.|| (κατ' επέκτ.) Η νέα οδός χαράχτηκε στα ~ια της παλαιάς.|| (μτφ.) Στα ~ια κυκλώματος λαθρεμπόρων βρίσκεται η Αστυνομία (: πολύ κοντά στον εντοπισμό τους). Ταξιδεύουν στα ~ια των πρώτων θαλασσοπόρων. 2. (μτφ.) στοιχείο ενδεικτικό της παρουσίας και της προσφοράς κάποιου: Άφησε το δικό/προσωπικό του ~ (: στίγμα) στην ιστορία. ● ΦΡ.: ακολουθώ τα/βαδίζω στα βήματα/χνάρια βλ. βήμα [< μεσν. χνάρι < * ἰχνάριον < αρχ. ἴχνος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.