-άδι: επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών που παράγονται κυρ. από επίθετα, ουσιαστικά και ρήματα: ασπρ~/γλυκ~/κοκκιν~/μαυρ~. Κροκ~/πετρ~/σκοτ~. Aπολειφ~. Bλ. -άρι.
ακρογωνιαίος, α, ο [ἀκρογωνιαῖος] α-κρο-γω-νι-αί-ος επίθ.: βασικός, θεμελιώδης, ουσιώδης: ~α: αρχή/θέση. ~ο: αξίωμα/δόγμα. ~α: στοιχεία. ● ΣΥΜΠΛ.: ακρογωνιαίος λίθος & ακρογωνιαία πέτρα 1. (μτφ.) βάση, θεμέλιο, συστατικό στοιχείο: Η ελευθερία είναι ο ~ ~ του δημοκρατικού πολιτεύματος. Πβ. πυλώνας, στήριγμα. ΣΥΝ. θεμέλιος λίθος (1) 2. μεγάλη πέτρα στην εξωτερική γωνία δύο τεμνόμενων τοίχων. ΣΥΝ. αγκωνάρι (1) [< μτγν. ἀκρογωνιαῖος]
-άραεπίθημα θηλυκών ουσιαστικών 1. (κυρ. προφ.) με μεγεθυντική λειτουργία: σπιτ~ (πβ. -αρόνα)/στοματ~. Τακουν-άρες (= τακούνες).|| (επιτατ., ως έκφρ. θαυμασμού:) Γυναικ~ (βλ. αρσ. -αράς)/εργ~/Κατεριν~ (βλ. αρσ. -άρας, -αρος). Ματ-άρες. 2. (αφηρ.) με εμφατική σημασία, για ιδιότητα ή κατάσταση που υπάρχει σε μεγάλο βαθμό: βαρεμ~/σιχαμ~/τρομ~ (πβ. -αμάρα). Φαγωμ-άρα (πβ. φαγω-μός). ● βλ. -άρης, -άρα, -άρι, -άρης, -άρα, -άρικο
δεκάριδε-κά-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. ο ανώτερος βαθμός στη δεκάβαθμη κλίμακα αξιολόγησης: Πήρε ~ στα μαθηματικά. Έχει δυο ~ια στον έλεγχο. 2. οτιδήποτε φέρει τον αριθμό δέκα: Είχε μείνει με έναν άσο κι ένα ~ (: χαρτί στην τράπουλα).|| Το ~ της Εθνικής ποδοσφαίρου (: ο ποδοσφαιριστής που οργανώνει το παιχνίδι της ομάδας και κυρ. παλαιότ. φορούσε τη φανέλα με το νούμερο δέκα). 3. {ως επίθ.} τυποποιημένο μέγεθος δέκα μονάδων: ~ κλειδί/τζάμι. 4. {ως επίθ.} (λαϊκό) δεκαριά: Μου 'φυγε ένα ~ χιλιάδες ευρώ γι' αυτή την υπόθεση. 5. (λαϊκό) χαρτονόμισμα αξίας δέκα ευρώ, δεκάρικο. ● Υποκ.: δεκαράκι (το): συνηθέστ. στις σημ. 1,5.
ερμάριο[ἐρμάριο] ερ-μά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.) & (λαϊκό) ερμάρι & αρμάρι : είδος ντουλαπιού, συρταριού ή ραφιού: μεταλλικό/ξύλινο ~. Πυροσβεστικά ~α. [< μεσν. ερμάριον]
κατοστάρικα-το-στά-ρι ουσ. (ουδ.) & εκατοστάρι (προφ.) 1. ΑΘΛ. (στον στίβο) αγώνας δρόμου ή (στην κολύμβηση) απόσταση εκατό μέτρων. Βλ. διακοσάρι. 2. για να δηλωθεί ποσότητα εκατό μονάδων. Πβ. κατοστάρα. Βλ. πενηντάρι. 3. κατοσταράκι. 4. κατοστάρικο. [< μεσν. εκατοστάριν 'βάρος εκατό δραμιών']
κολόνακο-λό-να ουσ. (θηλ.) 1. κατακόρυφο, κυλινδρικό ή ορθογώνιο δομικό στοιχείο στήριξης· κατ' επέκτ. οτιδήποτε έχει επίμηκες και συνήθ. κυλινδρικό σχήμα: ξύλινη/πέτρινη/τσιμεντένια ~. ~ της ΔEH (βλ. πυλώνας)/του ΟΤΕ. Μαρμάρινες ~ες. Το αυτοκίνητο έπεσε πάνω/προσέκρουσε σε ~. Πβ. στύλος.|| (ΑΡΧΙΤ., συνήθ. στον πληθ.) Οι ~ες του κτιρίου. ~ες και δοκοί. ΣΥΝ. υποστύλωμα.|| (στο αυτοκίνητο:) Η ~ του τιμονιού. Οι μπροστινές/πίσω ~ες (του αμαξώματος).|| ~ πάγου (= παγο~).|| (μτφ.) ~ (= στήλη) καπνού. 2. (προφ.) κίονας: αρχαίες/δωρικές/ιωνικές ~ες. ● Υποκ.: κολονίτσα (η) ● ΦΡ.: η κολόνα/ο στύλος του σπιτιού (μτφ.): το στήριγμα της οικογένειας, συνήθ. παλαιότ. για τον άνδρα. Βλ. κουβαλητής. [< μεσν. κολόνα < ιταλ. colonna]
μοναχοπαίδιμο-να-χο-παί-δι ουσ. (ουδ.): το μοναδικό παιδί μιας οικογένειας.
μπρατσαράςμπρα-τσα-ράς ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. μπρατσαρού} & μπρατσάς (μεγεθ.): μπρατσωμένος άνδρας: (κ. ως επίθ.) ~ σεκιουριτάς. Πβ. φουσκωτός. Βλ. -αράς.
νυκτός, ή, ό νυ-κτός επίθ.: ΜΟΥΣ. (για έγχορδο όργανο) που παίζεται με τα δάχτυλα ή με πένα (δηλ. όχι με δοξάρι). Βλ. άρπα, κανονάκι, κιθάρα, λαούτο, μαντολίνο, μπουζούκι, ούτι. [< αρχ. νύσσω ‘τσιμπώ, πλήττω’]
πενηντάριπε-νη-ντά-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. σύνολο πενήντα όμοιων μονάδων: Η κούρσα κρίθηκε στο τελευταίο ~. 2. πενηντάρικο: Πλήρωσα ένα ~ στο σούπερ-μάρκετ.|| (ως επίθ.) Ένα ~ ευρώ. ΣΥΝ. πενηντάευρο ● Υποκ.: πενηνταράκι (το) [< μεσν. πενηντάρι]
χνάριχνά-ρι ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό-λογοτ.) αχνάρι 1. {συνήθ. στον πληθ.} ίχνος που δημιουργείται σε μαλακό έδαφος από το πέλμα ανθρώπου ή ζώου κατά την κίνησή του σε αυτό: ~ια θηράματος/λαγού στο χορτάρι (βλ. ιχνηλασία). ~ια θαλάσσιας χελώνας στην άμμο. Άφησε τα ~ια (= πατημασιές, πατήματα) του στο χιόνι. Βλ. αποτύπωμα, σημάδι.|| (κατ' επέκτ.) Η νέα οδός χαράχτηκε στα ~ια της παλαιάς.|| (μτφ.) Στα ~ια κυκλώματος λαθρεμπόρων βρίσκεται η Αστυνομία (: πολύ κοντά στον εντοπισμό τους). Ταξιδεύουν στα ~ια των πρώτων θαλασσοπόρων. 2. (μτφ.) στοιχείο ενδεικτικό της παρουσίας και της προσφοράς κάποιου: Άφησε το δικό/προσωπικό του ~ (: στίγμα) στην ιστορία. ● ΦΡ.: ακολουθώ τα/βαδίζω στα βήματα/χνάρια βλ. βήμα [< μεσν. χνάρι < * ἰχνάριον < αρχ. ἴχνος]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ