Αναζήτηση
Χρηστικό λεξικό

- -αίος , α, ο επίθημα για τον σχηματισμό επιθέτων που παράγονται συνήθ. από ουσιαστικά και δηλώνουν 1. τόπο: γωνι~/λιμν~/πρυμν~. 2. τρόπο: αγορ~/αμοιβ~/μοιρ~/πηγ~/τυχ~. Βλ. -ιαίος, -ιαία, -ιαίο.
- -αίος, -αία : επίθημα για τον σχηματισμό αρσενικών και θηλυκών ονομάτων που δηλώνουν εθνικότητα ή καταγωγή: Αθην~/Ευρωπ~/Θηβ~/Κερκυρ~/Λαρισ~/Ρωμ~/Χαλκιδ~. Βλ. -αίικος, -ικός.
- -αΐτης, -αΐτισσα : επίθημα για τον σχηματισμό πατριδωνυμικών ή οικογενειακών ονομάτων: Μορ~/Σιν~/χωρ~.
- -άκα : επίθημα θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν συγγένεια για τον σχηματισμό υποκοριστικών: γιαγι~/μαμ~ (βλ. -ούλα). Βλ. -ακας.
- -ακας & -άκας επίθημα αρσενικών ουσιαστικών που δηλώνει 1. ιδιαίτερο χαρακτηριστικό ατόμου: (συνήθ. μειωτ.) μεθύστ-ακας/μπεκρούλι~.|| (ως κατάλ. κύριων ονομάτων, με μεγεθυντική σημ.) (λαϊκό) Σταύρ-ακας. 2. (χαϊδευτ.-οικ.) στενή συγγενική σχέση και έχει υποκοριστική σημασία: μπαμπ-άκας (βλ. -ούλης). Βλ. -άκα.
- -άκης παραγωγικό επίθημα αρσενικών ουσιαστικών, ιδ. κύριων ονομάτων 1. υποκοριστικών με χαϊδευτική ή μειωτική σημασία: Γιανν~/Γιωργ~.|| Κοσμ~. 2. οικογενειακών ονομάτων, ιδιαίτερα κρητικών. Βλ. -άκος.
- -άκι {χωρ. γεν.} υποκοριστικό επίθημα για τον σχηματισμό ουδέτερων ουσιαστικών και σπανιότ. επιρρημάτων που δηλώνει 1. σμίκρυνση, συχνά σε χαϊδευτική ή ειρωνική χρήση και ιδ. οικειότητα: γατ~ (βλ. -ούλι)/κεφτεδ~/σκετσ~. Αγορ~/διαβολ~/ζευγαρ~/παιδ~/φιλ~.|| (από θηλ. κύρια ονόματα) Ελεν~.|| (μειωτ.) Eπαρχιωτ~.|| (για παράγωγα με σημασιολογική διαφοροποίηση από την πρωτότυπη λέξη:) Αλογ~/γκαζ~/καζαν~. Καλαμαρ-/φασολ-άκια. || Σινεμαδ~. Βλ. -αλάκι, -αράκι, -ουδάκι. 2. μετριασμό, συνήθ. σε ευγενική παράκληση, ή σχετικότητα: (Έλα σε) λιγ~.|| Απογευματ~/βραδ~.
- -άκιας {-άκηδες}: παραγωγικό επίθημα αρσενικών ουσιαστικών με μειωτική συνήθ. σημασία: εξυπν~/τυχερ~.|| Γυαλ~/καλοπερασ~/μουστ~/μπαχαλ~/τσαντ~.
- -άκις (λόγ. ή αρχαιοπρ.): επίθημα παραγωγής επιρρημάτων που δηλώνει επανάληψη: δεκ~/εξ~/οσ~/πλειστ~/πολλ~ (: πολλές φορές).
- -άκλα : επίθημα παραγωγής θηλυκών ουσιαστικών με μεγεθυντική σημασία: φων~. Χερ~ (πβ. -ούκλα).
- -ακλας & -ακλάς : επίθημα παραγωγής αρσενικών ουσιαστικών ή επιθέτων με μεγεθυντική σημασία: άντρ-ακλας. Βλ. -άκλα.|| Φων-ακλάς.
- -άκος επίθημα παραγωγής αρσενικών ουσιαστικών 1. υποκοριστικών με χαϊδευτική ή μειωτική σημασία: γεροντ~/πυρετ~/υπν~.|| (για αρνητ. ιδιότητα:) Aλητ~/διαβολ~/τεμπελ~/ψευτ~ (βλ. -αράκος).|| Γιατρουδ~/εμπορ~/υπαλληλ~ (πβ. -ίσκος). Πβ. -άκι. 2. οικογενειακών ονομάτων, ιδιαίτερα μανιάτικων. Βλ. -άκης.
- -ακός βλ. -ιακός
- -άλα : επίθημα θηλυκών ουσιαστικών που αναφέρονται σε ενέργεια ή στο αποτέλεσμά της: (συνήθ. επιτατ.) τρεχ~. Πβ. -ιμο.|| Διχ~/κρεμ~/φουσκ~.
- -αλάκι : υποκοριστικό επίθημα σε ουδέτερα ουσιαστικά που παράγονται από ουσιαστικά: βηχ~/βουν~/γρομπ~/μπογ~/ρουχ~/συκ~. Βλ. -άκι.
- -άλας, -άλα & -αλάς, -αλού : μεγεθυντικό επίθημα με επιτατική σημασία και συνήθ. ειρωνική συνυποδήλωση για τον σχηματισμό αρσενικών και θηλυκών ουσιαστικών: κεφ-άλας/πειν~. Κρεμαντ-αλάς/μαντραχ~. Μπουντ-αλού.
- -αλγία : (κυρ. στην ιατρ. ορολογία) λεξικό επίθημα που δηλώνει πόνο σε συγκεκριμένο σημείο του σώματος: αυχεν~, ισχι~/καυσ~/κεφαλ~/μυ~/νευρ~/οσφυ~.
- -αλέος , α, ο: επίθημα για τον σχηματισμό επιθέτων που επιτείνει την δηλούμενη ιδιότητα: αβυσσ~/γηρ~/διψ~/θαρρ~/κραυγ~/λυσσ~/νυστ~/πειν~/ρωμ~/υπν~/φευγ~/φρικ~.
- -άλευρο : β' συνθετικό ουδέτερων ουσιαστικών για τη δήλωση συγκεκριμένου είδους άλευρου: καλαμποκ~/κριθ~/πατατ~/ρυζ~/σιτ~/σογι~.|| (κατ' επέκτ.) Χαρουπ~. Ιχθυ~/κρεατ~/οστε~.
- -αλής βλ. -λής
-αίικος
-αίικος: παραγωγικό επίθημα για τον σχηματισμό επιθέτων που δηλώνουν προέλευση από έναν τόπο: κερκυρ~/σμυρν~.
-άκα
-άκα: επίθημα θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν συγγένεια για τον σχηματισμό υποκοριστικών: γιαγι~/μαμ~ (βλ. -ούλα). Βλ. -ακας.
-ακας & -άκας
-ακας & -άκαςεπίθημα αρσενικών ουσιαστικών που δηλώνει 1. ιδιαίτερο χαρακτηριστικό ατόμου: (συνήθ. μειωτ.) μεθύστ-ακας/μπεκρούλι~.|| (ως κατάλ. κύριων ονομάτων, με μεγεθυντική σημ.) (λαϊκό) Σταύρ-ακας. 2. (χαϊδευτ.-οικ.) στενή συγγενική σχέση και έχει υποκοριστική σημασία: μπαμπ-άκας (βλ. -ούλης). Βλ. -άκα.
-άκης
-άκηςπαραγωγικό επίθημα αρσενικών ουσιαστικών, ιδ. κύριων ονομάτων 1. υποκοριστικών με χαϊδευτική ή μειωτική σημασία: Γιανν~/Γιωργ~.|| Κοσμ~. 2. οικογενειακών ονομάτων, ιδιαίτερα κρητικών. Βλ. -άκος.
-άκι
-άκι{χωρ. γεν.} υποκοριστικό επίθημα για τον σχηματισμό ουδέτερων ουσιαστικών και σπανιότ. επιρρημάτων που δηλώνει 1. σμίκρυνση, συχνά σε χαϊδευτική ή ειρωνική χρήση και ιδ. οικειότητα: γατ~ (βλ. -ούλι)/κεφτεδ~/σκετσ~. Αγορ~/διαβολ~/ζευγαρ~/παιδ~/φιλ~.|| (από θηλ. κύρια ονόματα) Ελεν~.|| (μειωτ.) Eπαρχιωτ~.|| (για παράγωγα με σημασιολογική διαφοροποίηση από την πρωτότυπη λέξη:) Αλογ~/γκαζ~/καζαν~. Καλαμαρ-/φασολ-άκια. || Σινεμαδ~. Βλ. -αλάκι, -αράκι, -ουδάκι. 2. μετριασμό, συνήθ. σε ευγενική παράκληση, ή σχετικότητα: (Έλα σε) λιγ~.|| Απογευματ~/βραδ~.
-άκλα
-άκλα: επίθημα παραγωγής θηλυκών ουσιαστικών με μεγεθυντική σημασία: φων~. Χερ~ (πβ. -ούκλα).
-άκος
-άκοςεπίθημα παραγωγής αρσενικών ουσιαστικών 1. υποκοριστικών με χαϊδευτική ή μειωτική σημασία: γεροντ~/πυρετ~/υπν~.|| (για αρνητ. ιδιότητα:) Aλητ~/διαβολ~/τεμπελ~/ψευτ~ (βλ. -αράκος).|| Γιατρουδ~/εμπορ~/υπαλληλ~ (πβ. -ίσκος). Πβ. -άκι. 2. οικογενειακών ονομάτων, ιδιαίτερα μανιάτικων. Βλ. -άκης.
-αλάκι
-αλάκι: υποκοριστικό επίθημα σε ουδέτερα ουσιαστικά που παράγονται από ουσιαστικά: βηχ~/βουν~/γρομπ~/μπογ~/ρουχ~/συκ~. Βλ. -άκι.
-ιαίος
-ιαίος, α, ο λόγιο επίθημα για την παραγωγή επιθέτων κυρ. από ουσιαστικά∙ δηλώνει 1. διάρκεια ή επανάληψη σε τακτά χρονικά διαστήματα: στιγμ~/ωρ~.|| Eβδομαδ~/μην~. 2. μέρος του σώματος: κροταφ~ (= κροταφικός)/μετωπ~ (λοβός). Μηρ-ιαίο (οστό). Γλουτ-ιαίοι (μύες). 3. τρόπο: βαθμ~/κατακλυσμ~. 4. μέγεθος ή ποσότητα: γιγαντ~ (πβ. -ιος)/κολοσσ~/σπιθαμ~.|| Εκατοστ~/ποσοστ~.
-ιακός & -ακός
-ιακός & -ακός, ή, ό επίθημα για την παραγωγή επιθέτων από ουσιαστικά∙ δηλώνει 1. γνώρισμα, ιδιότητα: αισθησ-ιακός/επαρχ~/μαθησ~/παραδοσ~/ψηφ~.|| Mισ-ιακός.|| Αρτηρ-ιακός/βακτηρ~/ισχ~/μιτοχονδρ~. 2. προέλευση: αυστρ-ιακός. Ποντι-ακός/τυνησι~/χι~ (πβ. χιώτικος).
-λής
-λής{-λήδες κ. -αλήδες | -λούδες κ. -αλούδες} (λαϊκό): επίθημα για τη δήλωση χαρακτηριστικού ή ιδιότητας: μερακ-λής (βλ. -ίδικος). Μπεσ-αλής/-αλού.