Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 8362 εγγραφές  [0-20]


  • α {ά κλ.} 1. (πρόφ. άλφα) το πρώτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου, που αντιπροσωπεύει το φωνήεν [a]: ~ κεφαλαίο (Α). ~ μικρό (α). 2. (σε αρίθμηση, πρόφ. άλφα) πρώτος σε μια σειρά (χρονική, ιεραρχική, αξιολογική): (για αυτοκράτορα ή βασιλιά) Αλέξανδρος/Φίλιππος (ο) Α΄. Βιβλίο/εδάφιο/ενότητα/κεφάλαιο/παράγραφος α΄ (ή Α΄). Συγγενής ~ βαθμού. Ξενοδοχείο ~ κατηγορίας. Λάδι ~ ποιότητας. Μάρμαρα ~ διαλογής. Βιταμίνη ~. Καροτίνη ~/~-καροτίνη. Η ραψωδία Α (κεφαλαίο Α) της Ιλιάδας και α (μικρό α) της Οδύσσειας. 3. (σε αρίθμηση, με τον τόνο κάτω αριστερά: ,Α ή ,α) χίλιοι, χίλια. 4. ΦΥΣ. Α: το σύμβολο του αμπέρ. 5. (Α΄, πρόφ. άλφα) ο βαθμός "Άριστα" στη Γ' και Δ' τάξη του Δημοτικού Σχολείου: ~ με τόνο. ● ΦΡ.: Α3: ΤΥΠΟΓΡ. μέγεθος φύλλου χαρτιού με διαστάσεις 29,7 × 42 εκατοστά: Φωτοτυπίες σε μέγεθος ~., Α4: ΤΥΠΟΓΡ. χαρτί διαστάσεων 21 × 29,7 εκατοστών:, α-α (άλφα-άλφα) (προφ.) 1. άριστης ποιότητας, ανώτατης αξίας, πρώτης τάξεως ή κλάσεως: Πεπόνια ~ ~ (= εκλεκτά). 2. (στη στρατιωτική αργκό) αδικαιολόγητα απών: Βγήκα ~ ~. [< αρχ. ἄλφα, εβραϊκό aleph]
  • α επιφών. 1. (συνοδεύεται από επιφωνηματική ή ερωτηματική φράση ή πρόταση) δηλώνει έντονο συναίσθημα ανάλογα με τον επιτονισμό (απορία, έκπληξη, θαυμασμό, ευχή, πόθο, πόνο, χαρά, λαχτάρα, κοροϊδία, απογοήτευση, οργή, αγανάκτηση, αποστροφή, απειλή, έντονη αντίρρηση, έγνοια): ~, δεν σας το είπε; ~, και να 'μουν νέος (πβ. ε)! ~, τι όμορφη που είναι! ~, πόσο τα θυμάμαι όλα με λαχτάρα! -~ στο καλό/στο διάολο (ΣΥΝ. άντε, άι)! ~, τι κρίμα που έφυγε! ~, κακό που μας βρήκε (πβ. αμάν, πω πω). ~ ρε ψώνια! ~ ρε φίλε, πόσο δίκιο είχες. ~ τον γλείφτη! ~, μα πια! ~ τι ωραία! ~ να χαθείς! ~, όχι, ευχαριστώ. ~ να πλύνω, ~ να σκουπίσω, πέρασ' η ώρα! Πβ. αχ. 2. δηλώνει ότι ξαφνικά κάποιος θυμάται, αντιλαμβάνεται, κατανοεί ή επιβεβαιώνει κάτι: ~, και κάτι ακόμα. ~, παραλίγο να το ξεχάσω. ~, έτσι λοιπόν! ~, τώρα κατάλαβα! ~, μάλιστα. ~, δεν σου είπα ... ~, να θυμηθείς να ... 3. ως μονολεκτική απάντηση (αρνητική, θετική ή μετριαστική): ~ βέβαια/ναι. Θα πας; -~ μπα. Πώς είσαι; -~, έτσι κι έτσι. 4. (προφ.) επαναλαμβανόμενο ως συμπλήρωμα λόγου (όταν ο ομιλητής προσπαθεί να βρει την κατάλληλη διατύπωση ή να εκφράσει τον ενθουσιασμό του): Α α α α α α, περίμενε, θα σου πω ... Α α α! Είπε πως θα μας κεράσει! Α α α! Είναι εξαιρετικό! ● ΦΡ.: ά πα-πα & α πα-πά (προφ.): δηλώνει συνήθ. αποδοκιμασία, έντονη άρνηση ή δυσάρεστη έκπληξη: ~ ~ (: με κανέναν τρόπο), δεν γίνονται αυτά τα πράγματα! ~ ~ δεν θα άντεχα τέτοια πίεση. Βλ. επουδενί., α! γεια σου/α! μπράβο: για να δηλωθεί επιβράβευση, επιδοκιμασία: Του τα 'πα χθες ένα χεράκι. -~ ~. [< από τον φθόγγο που συνήθ. συμβολίζει το γράμμα άλφα, βλ. αγγλ.-γαλλ.-γερμ. ah]
  • Α. : Ανατολή, ανατολικός.
  • α καπέλα [ἀ καπέλα] επίρρ.: ΜΟΥΣ. χωρίς συνοδεία μουσικών οργάνων: Χορωδία ~. Τραγουδώ ~. Ερμηνεύω ~ το τραγούδι. [< ιταλ. a cappella]
  • α λα & αλά [ἀ λα] επίρρ. (λειτουργεί επιρρηματικά μαζί με τη λέξη που ακολουθεί) 1. για δήλωση ομοιότητας ή μίμησης, με τον τρόπο: μακαρονάδα ~ μπολονέζ. Ψάρι ~ σπετσιώτα. Συκώτι ~ μεξικάνα. Γάμος ~ ελληνικά. Στο εστιατόριο πληρώσαμε ~ γερμανικά (: ο καθένας το μερίδιό του, ξεχωριστά). 2. με: μανιτάρια ~ κρεμ. ● ΦΡ.: αλά καρτ & α λα καρτ & αλακάρτ 1. (για επιλογή) από καταλόγο: γεύμα/δείπνο ~ ~. Εστιατόρια ~ ~ και σε μπουφέ. Μενού πέντε πιάτων ή ~ ~. Βλ. ταμπλ-ντοτ. 2. ΠΟΛΙΤ. (κατ' επέκτ.) (τρόπος διαφοροποιημένης προσέγγισης για τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης) επιλογή συμμετοχής σε συγκεκριμένο πολιτικό τομέα, με παράλληλη διατήρηση ενός ελάχιστου αριθμού κοινών στόχων: ενοποίηση/ένταξη/μοντέλο ~ ~.|| (γενικότ.) Θέλουν να εφαρμόσουν μια πολιτική ~ ~, να διαλέξουν μια θέση και να απορρίψουν μια άλλη. [< γαλλ. à la carte] , αλά μπρατσέτα & αλαμπρατσέτα & α λα μπρατσέτα: (για ζευγάρι που έχει πιαστεί) από το μπράτσο. ΣΥΝ. αγκαζέ (1) [< ιταλ. ιδιωμ. a la brazzeta] , αλά πολίτα & α λα πολίτα: τρόπος μαγειρέματος με σάλτσα από λάδι και λεμόνι: αγκινάρες ~ ~. [< πιθ. ιταλ. alla pulita] , στρίβω αλά γαλλικά: φεύγω απαρατήρητος, κρυφά: Μόλις είδε τα δύσκολα, έστριψε ~., αλά γκρέκα βλ. γκρέκα, αλά τούρκα & α λα τούρκα βλ. τούρκα [< 1: ιταλ. alla, γαλλ. à la, 2: γαλλ. à la ]
  • α λα γκαρσόν [ἀ λα γκαρσόν] α λα γκαρ-σόν επίρρ. & αλά γκαρσόν: αγορέ. [< γαλλ. à la garçonne, διαδόθηκε το 1922]
  • α, μπα! βλ. α
  • α- & αν- & ά- & άν- & ανή-: πρόθημα λέξεων που δηλώνει έλλειψη, στέρηση (στερητικό άλφα): ά-οπλος/~υπνος. Α-όρατος/~κατανόητος. Αν-εκτίμητος/~εξάρτητος/~υπόφορος. Ανή-μπορος. Βλ. ανε- & ανέ-.
  • Α/Α 1.(ο) αντιαεροπορικός. 2. (ο) αδικαιολογήτως απών. 3. (το) αεροπορικό απόσπασμα.
  • Α/Κ : αυτοκινούμενος.
  • ΑΑ (η): Αρχιεπισκοπή Αθηνών.
  • α.α. & Α.Α. 1. αύξων αριθμός. 2. αντ' αυτού.
  • ΑΑΔΕ (η): Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων.
  • ΑΑΕ (η) 1. Αθλητική Ανώνυμη Εταιρεία. 2. Αναπτυξιακή Ανώνυμη Εταιρεία. 3. Ασφαλιστική Ανώνυμη Εταιρεία. 4. η εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία.
  • ΑΑΣ (το): Ανώτατο Αεροπορικό Συμβούλιο.
  • ΑΑΥΕ (η): Ανωτάτη Αεροπορίας Υγειονομική Επιτροπή.
  • αβαείο [ἀβαεῖο] α-βα-εί-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. ρωμαιοκαθολικό μοναστήρι: ~ γοτθικού ρυθμού. Το ~ των Βενεδικτίνων/του Μπέλλα Πάις (στην Κύπρο). 2. (σπάν.) η έδρα, η κατοικία του αβά. Πβ. ηγουμενείο. [< γαλλ. abbaye]
  • αβαθής , ής, ές [ἀβαθής] α-βα-θής επίθ. {αβαθ-ούς | -είς (ουδ. -ή)· αβαθέστ-ερος, -ατος} (επίσ.) 1. που έχει ή βρίσκεται σε μικρό βάθος: ~ής: κόλπος/λάκκος. ~ής: θάλασσα/κόγχη/κοίτη. ~ές: δοχείο/έλος. ~είς: γεωτρήσεις/ουλές. Πβ. ά-, ξέ-βαθος.|| (ΙΑΤΡ.) ~ής: αναπνοή.|| (ΜΕΤΕΩΡ.) ~ές: βαρομετρικό χαμηλό. ΣΥΝ. ρηχός (1) ΑΝΤ. βαθύς (1) 2. (μτφ.) που δεν εμβαθύνει, επιφανειακός, ανούσιος: ~ής: διάλογος/χαρακτήρας. ~ής: γνώση/κρίση/προσέγγιση. ~ές: κείμενο. ~ή: αισθήματα. Πβ. επιδερμικός. Βλ. ουσιώδης, ουσιαστικός. ΣΥΝ. ρηχός (2) ● Ουσ.: αβαθές (το) (λόγ.): έλλειψη βάθους: το ~ των υδάτων.|| (μτφ.) Το ~ των νοημάτων/της σκέψης., αβαθή (τα): τα ρηχά (ενν. νερά): Τα ~ της λίμνης. Οι ερωδιοί τριγυρνούν στα ~ αναζητώντας τροφή.|| (ΓΕΩΛ.) Τα αμμώδη/βραχώδη ~ (: αμμόλοφος/βράχια στον θαλάσσιο βυθό). ΑΝΤ. άπατα [< μτγν. ἀβαθής]
  • αβαθμολόγητος , η, ο [ἀβαθμολόγητος] α-βαθ-μο-λό-γη-τος επίθ.: που δεν έχει βαθμολογηθεί, αξιολογηθεί: ~η: άσκηση. ~ες: εκθέσεις. ~α: γραπτά (ΑΝΤ. βαθμολογημένα).|| ~ος: κανόνας (: χωρίς βαθμονομική κλίμακα)/χάρακας.|| (σπανιότ.) ~οι: αγώνες (: που διεξάγονται χωρίς βαθμολογία).
  • άβαθος , η, ο [ἄβαθος] ά-βα-θος επίθ.: αβαθής: ~ο: λιμάνι/πηγάδι. ~ες: ακτές. ~α: νερά (ΑΝΤ. άπατα). ΣΥΝ. ρηχός (1) ΑΝΤ. βαθύς (1)

α

α{ά κλ.} 1. (πρόφ. άλφα) το πρώτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου, που αντιπροσωπεύει το φωνήεν [a]: ~ κεφαλαίο (Α). ~ μικρό (α). 2. (σε αρίθμηση, πρόφ. άλφα) πρώτος σε μια σειρά (χρονική, ιεραρχική, αξιολογική): (για αυτοκράτορα ή βασιλιά) Αλέξανδρος/Φίλιππος (ο) Α΄. Βιβλίο/εδάφιο/ενότητα/κεφάλαιο/παράγραφος α΄ (ή Α΄). Συγγενής ~ βαθμού. Ξενοδοχείο ~ κατηγορίας. Λάδι ~ ποιότητας. Μάρμαρα ~ διαλογής. Βιταμίνη ~. Καροτίνη ~/~-καροτίνη. Η ραψωδία Α (κεφαλαίο Α) της Ιλιάδας και α (μικρό α) της Οδύσσειας. 3. (σε αρίθμηση, με τον τόνο κάτω αριστερά: ,Α ή ,α) χίλιοι, χίλια. 4. ΦΥΣ. Α: το σύμβολο του αμπέρ. 5. (Α΄, πρόφ. άλφα) ο βαθμός "Άριστα" στη Γ' και Δ' τάξη του Δημοτικού Σχολείου: ~ με τόνο. ● ΦΡ.: Α3: ΤΥΠΟΓΡ. μέγεθος φύλλου χαρτιού με διαστάσεις 29,7 × 42 εκατοστά: Φωτοτυπίες σε μέγεθος ~., Α4: ΤΥΠΟΓΡ. χαρτί διαστάσεων 21 × 29,7 εκατοστών:, α-α (άλφα-άλφα) (προφ.) 1. άριστης ποιότητας, ανώτατης αξίας, πρώτης τάξεως ή κλάσεως: Πεπόνια ~ ~ (= εκλεκτά). 2. (στη στρατιωτική αργκό) αδικαιολόγητα απών: Βγήκα ~ ~. [< αρχ. ἄλφα, εβραϊκό aleph]

ανε- & ανέ-

ανε- & ανέ-(ιδιωμ.-λαϊκό): στερητικό πρόθημα: ανε-χόρταγος. Βλ. α-.

γκρέκα

γκρέκα: κυρ. στη ● ΦΡ.: αλά γκρέκα: κατά τον ελληνικό τρόπο: (ΜΑΓΕΙΡ.) λαζάνια/μελιτζάνες ~ ~. (ειρων.) Ντιμπέιτ ~ ~. Βλ. αλά τούρκα. [< ιταλ. alla greca]

ουσιώδης

ουσιώδης, ης, ες [οὐσιώδης] ου-σι-ώ-δης επίθ. {ουσιώδ-ους | -εις (ουδ. -η)· ουσιωδ-έστερος, -έστατος} (λόγ.): σημαντικός, ουσιαστικός: (για πρόσ.) ~ης: μάρτυρας.|| ~ης: στόχος. ~ης: αλλαγή/διαφορά. ~ες: χαρακτηριστικό. ~εις: όροι. ~εις: πληροφορίες. ~η: ζητήματα/προβλήματα. Η άσκηση είναι ~ παράγοντας για τη διατήρηση της καλής φυσικής κατάστασης. Η συλλογή στοιχείων είναι ~ες μέρος της έρευνας. Το έργο του είναι ~ους (πβ. ζωτικής) σημασίας.|| (ως ουσ.) Το ~ες της ζωής (: η ουσία). Πβ. βασικός, θεμελιώδης, κύριος. Βλ. -ώδης. ΣΥΝ. ζουμερός (2), στοιχειώδης (1) ΑΝΤ. επουσιώδης ● επίρρ.: ουσιωδώς (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μτγν. οὐσιώδης]

ταμπλ-ντοτ

ταμπλ-ντοτταμπλ-ντοτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ταμπλ-ντ' οτ: γεύμα ή δείπνο με ειδικό μενού και προκαθορισμένη τιμή που ισχύει σε εστιατόρια, συνήθ. τις ημέρες των εορτών: ρεβεγιόν με ~. Το μαγαζί έβαλε/έχει ~. Βλ. αλά καρτ. [< γαλλ. table d'hôte]

τούρκα

τούρκατούρ-κα: μόνο στη ● ΦΡ.: αλά τούρκα & α λα τούρκα (προφ.): κατά τον τούρκικο τρόπο: διαπραγματεύσεις/σχέδιο ~ ~. Κάθισε ~ ~ (= οκλαδόν). [< ιταλ. alla turca, τουρκ. alaturka] [< ιταλ. turca]