ανακάλυψη[ἀνακάλυψη] α-να-κά-λυ-ψη ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ανακαλύπτω: επαναστατική/σημαντική/σπουδαία/τυχαία ~. Η ~ της Αμερικής. ~ αρχαίων αγγείων και αγαλμάτων/ενός ιού/χρυσού. Έγινε/κάνω μια ~. Πβ. εύρεση.|| ~ των κλοπιμαίων. ~ της αλήθειας/της απάτης. Συνεχίζονται οι έρευνες για την ~ των δραστών. Πβ. αποκάλυψη, ανεύρεση, εντοπισμός.|| ~ της κλοπής. ~ κοινών στοιχείων μεταξύ ... Πβ. διαπίστωση, συνειδητοποίηση.|| ~ του εαυτού (= αυτογνωσία)/του έρωτα/του παρελθόντος/του σώματος. Πβ. γνωριμία, γνώση.|| (καταχρ.) ~ ενός εμβολίου/της τυπογραφίας/ενός φαρμάκου. Πβ. εφεύρεση. 2. (συνεκδ.) εύρημα: η ~ του αιώνα! Επιστημονικές/καινοτόμες/τεχνολογικές ~ύψεις. Συσκευή που αποτελεί/συνιστά μια καινούργια/νέα/πρωτοποριακή ~. ● ΣΥΜΠΛ.: οι μεγάλες ανακαλύψεις: ΙΣΤ. ενν. των Νέων Χωρών: η εποχή των ~ων ~ύψεων. Βλ. Νέος Κόσμος. [< μτγν. ἀνακάλυψις ‘αποκάλυψη’, γαλλ. découverte]
απογίνομαι[ἀπογίνομαι] α-πο-γί-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {κυρ. στον αόρ. απέγινα (λαϊκό) απόγινα}: (συνήθ. σε ερωτήσεις) έχω συγκεκριμένη κατάληξη, συνήθ. αρνητική, φτάνω σε ορισμένο αποτέλεσμα: Τι θ' απογίνει, η άμοιρη/έρμη; Και τώρα, τι θ' απογίνουμε χωρίς ...;|| Τι να 'χουν απογίνει, αλήθεια, οι παλιοί μου συμμαθητές;|| Τι απέγινε με το ζήτημα που μου έλεγες; Πβ. γίνομαι, καταλήγω, καταντώ. ● ΦΡ.: παράγινε/έχει παραγίνει το κακό βλ. κακό [< αρχ. ἀπογί(γ)νομαι]
αποικιοκράτης[ἀποικιοκράτης] α-ποι-κι-ο-κρά-της ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.}: εκπρόσωπος του αποικιοκρατικού καθεστώτος ή γενικότ. η διοικητική Αρχή μιας αποικίας: οι παλιοί/πρώην ~ες. Bλ. έποικος, νεο~, -κράτης. [< αγγλ. colonialist]
αποκαθιστώ[ἀποκαθιστῶ] α-πο-κα-θι-στώ ρ. (μτβ.) {αποκαθιστ-άς ... | αποκατέστη-σε κ. αποκατάστη-σε, αποκαταστή-σει, αποκαθίστ-αται, αποκαταστά-θηκα (λόγ.) απεκαταστάθη, αποκαταστα-θεί, μτχ. αποκατεστη-μένος κ. αποκαταστημένος, αποκαθιστ-ώντας} 1. επαναφέρω σε λειτουργία· επισκευάζω, επιδιορθώνω: Η βλάβη/η επικοινωνία/η ζημιά/η κυκλοφορία/η συγκοινωνία (: επανήλθε στην κανονική ροή)/η σύνδεση/το πρόβλημα ~ηκε άμεσα/μερικώς/σταδιακά.|| (για κτίσμα ή μνημείο) ~ την πρόσοψη κτιρίου (πβ. ανακαινίζω). ~ηκε η μονή (= αναστηλώθηκε)/ο πίνακας (= αναπαλαιώθηκε). 2. φέρνω στην αρχική ομαλή ή συνήθη κατάσταση: (μτφ.) ~θηκε η αλήθεια/η δημοκρατία (ΑΝΤ. βλάπτω)/η ειρήνη/το κύρος της εταιρείας (ΑΝΤ. πλήττω, τραυματίζω)/η τάξη (ΑΝΤ. διασαλεύω). ~θηκαν οι σχέσεις των δύο χωρών (ΑΝΤ. διαταράσσω). ~ώντας τη νομιμότητα/την πραγματικότητα. Κοιτάζει να ~ήσει την τιμή και την υπόληψή του (βλ. περισώσει).|| Δεν ~θηκε ακόμα η ακοή/η υγεία του (= δεν ανάρρωσε, δεν θεραπεύτηκε).|| (ΦΙΛΟΛ.) ~ ένα κείμενο/χειρόγραφο (: στην πρώτη του μορφή, προτού υποστεί φθορές, αλλοιώσεις). 3. (μτφ.) παρέχω υλική ή κοινωνική εξασφάλιση: Ζήτησαν από την κυβέρνηση να ~σει τα θύματα της καταστροφής (: να τα αποζημιώσει).|| Τελειώνουν τη σχολή και προσπαθούν να ~θούν επαγγελματικά (: να βρουν δουλειά).|| Δεν έχει ακόμα ~σει τα παιδιά/τις κόρες του (: τακτοποιήσει επαγγελματικά ή παντρέψει).|| (παρωχ. για άνδρα που διατηρεί σχέση με γυναίκα:) Πρέπει να την ~σεις/να ~σεις την τιμή της (: να την παντρευτείς)! ● βλ. αποκατεστημένος [< μτγν. ἀποκαθιστῶ, γαλλ. restaurer, rétablir]
αποκατεστημένος, η, ο [ἀποκατεστημένος] α-πο-κα-τε-στη-μέ-νος επίθ. & (προφ.) αποκαταστημένος 1. εξασφαλισμένος επαγγελματικά, με σταθερή δουλειά και ικανοποιητικό μισθό: οικονομικά ~. Πβ. τακτοποιημένος. 2. που έχει επανέλθει στην αρχική, κανονική του μορφή: ~η: όψη (κτιρίου). ~ο: αγγείο (από θραύσματα· πβ. συγκολλημένο)/μνημείο (πβ. αναστηλωμένο)/νεοκλασικό (πβ. αναπαλαιωμένο)/οίκημα. Χώρος πλήρως ~ (πβ. ανακαινισμένος). Πβ. επισκευασμένος.|| ~η: κόπια (της ταινίας). ~ο: βίντεο.|| (ΦΙΛΟΛ.) ~ο: χειρόγραφο. 3. παντρεμένος. ● βλ. αποκαθιστώ
άσεμνος, η, ο [ἄσεμνος] ά-σε-μνος επίθ.: που χαρακτηρίζεται από (ή δηλώνει) έλλειψη σεμνότητας, κυρ. σε ό,τι αφορά τη σεξουαλική συμπεριφορά: ~ος: χορός. ~η: γλώσσα (= ελευθεριάζουσα)/ενδυμασία/πράξη (= αδιάντροπη)/στάση/χειρονομία. ~ο: λεξιλόγιο. ~ες: (εκ)φράσεις (βλ. βρισιά, βωμολοχία)/κινήσεις/λέξεις/σκηνές (ταινίας)/φωτογραφίες (: γυμνές). ~α: αστεία/τραγούδια. Ιστοσελίδες με ~ο και τολμηρό περιεχόμενο. ΣΥΝ. αισχρός (1), πρόστυχος, χυδαίος (1) ΑΝΤ. σεμνός (1) ● Ουσ.: άσεμνο (το): παράβαση του νόμου περί ασέμνων (ενν. δημοσιευμάτων). ● επίρρ.: άσεμνα [< αρχ. ἄσεμνος ‘όχι σοβαρός, απρεπής’, γαλλ. indécent]
δηλωτικός, ή, ό δη-λω-τι-κός επίθ.: που δηλώνει, φανερώνει κάτι: Ο τίτλος είναι ~ του περιεχομένου του βιβλίου. ~ό της κατάστασης που επικρατεί είναι ότι ... Πβ. αποφαντ-, εμφαντ-, ενδεικτ-ικός.|| (ΓΛΩΣΣ.) Αναφορική ή ~ή λειτουργία της γλώσσας.|| (ΨΥΧΟΛ.-ΠΑΙΔΑΓ.) ~ή: γνώση (: αναφέρεται στη γνώση γεγονότων, εννοιών, καταστάσεων, βλ. διαδικαστική)/μνήμη (= μακροπρόθεσμη μνήμη).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ή γλώσσα προγραμματισμού. Βλ. βιο~, εκ~, συν(υπο)~. ● Ουσ.: δηλωτικό (το): επίσημο έγγραφο στο οποίο καταγράφονται τα εμπορεύματα ή οι επιβάτες πλοίου ή αεροπλάνου. [< πβ. γαλλ. manifeste] [< αρχ. δηλωτικός, γαλλ. déclaratif, dénotatif, 1972]
πιέταπιέ-τα ουσ. (θηλ.): πτυχή, συνήθ. σε ρούχο: φούστα με ~ες (βλ. πλισέ). Πβ. δίπλα. Βλ. -έτα, κουφόπιετα. ● Υποκ.: πιετούλα (η) [< βεν. pieta]
προφητικός, ή, ό προ-φη-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται σε προφητεία ή προφήτη: ~ή: ταινία/φωνή. ~ό: έργο/χάρισμα. ~ές: ικανότητες. ~ά: όνειρα. Τα λόγια του αποδείχθηκαν ~ά.|| (ΘΕΟΛ.) Τα ~ά βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης. ● επίρρ.: προφητικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μτγν. προφητικός, γαλλ. prophétique, αγγλ. prophetic]
σακχαρώδης, ης, ες σακ-χα-ρώ-δης επίθ. {σακχαρώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (επιστ.): κυρ. στα ● ΣΥΜΠΛ.: σακχαρώδης διαβήτης βλ. διαβήτης2, σακχαρώδης διαβήτης (της) κύησης/εγκυμοσύνης βλ. διαβήτης2, σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1 βλ. διαβήτης2, σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 βλ. διαβήτης2 [< γαλλ. sucré]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ