Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 58817 εγγραφές  [6660-6680]


  • αποικοδομώ [ἀποικοδομῶ] α-ποι-κο-δο-μώ ρ. (μτβ.) {αποικοδομ-εί ..., αποικοδόμ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος}: προκαλώ αποικοδόμηση: (ΒΙΟΧ.) Βακτήρια/μικροοργανισμοί/μύκητες που ~ούν κάθε νεκρή οργανική ύλη. Πλαστικά που δεν ~ούνται.|| (ΧΗΜ.) Οξέα/ουσίες/πρωτεΐνες που ~ούνται σε ... (από ένζυμα). [< αρχ. ἀποικοδομῶ 'εμποδίζω την έξοδο με τοίχο', γερμ. abbauen]
  • άποικος [ἄποικος] ά-ποι-κος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {αποίκ-ου | -ων, συνήθ. στον πληθ.} 1. αυτός που ζει σε αποικία ή μετέχει σε αποικιστική αποστολή: (ΙΣΤ.) Οι πρώτοι Έλληνες ~οι που εγκαταστάθηκαν στη Σικελία. Βλ. αποικιοκράτης, έποικος. 2. ΒΙΟΛ. αποικιστής: ~οι του ανώτερου αναπνευστικού/του εντερικού σωλήνα. [< 1: αρχ. ἄποικος]
  • αποικώ [ἀποικῶ] α-ποι-κώ ρ. (μτβ.) {αποικ-είς ... | αποίκ-ησα, -είται, -ήθηκε}: αποικίζω. [< αρχ. ἀποικῶ]
  • άποιος [ἄποιος] ά-ποι-ος επίθ.: ΙΑΤΡ. μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: άποιος διαβήτης: διαταραχή στον άξονα υπόφυση-νεφροί που χαρακτηρίζεται από αδυναμία του οργανισμού να ελέγχει το επίπεδο υγρών, κυρ. ύδατος, στο αίμα και στα ούρα, πολυδιψία και πολυουρία. Βλ. σακχαρώδης διαβήτης. [< αγγλ. diabetes insipidus] [< αρχ. ἄποιος]
  • αποκαθαίρω [ἀποκαθαίρω] α-πο-κα-θαί-ρω ρ. (μτβ.) {αποκαθ-ήρε, -άρει, -άρθηκε, -αρθεί, -αρμένος} (λόγ.): καθαρίζω κάτι εντελώς, το απαλλάσσω από αρνητικά στοιχεία: Η νηστεία έχει σκοπό να ~άρει το σώμα και το πνεύμα (πβ. εξαγνίζω). Τα λόγια του ~ουν την ψυχή (πβ. λυτρώνω). Επιλογές που ~ουν το πολιτικό σύστημα (βλ. εξυγιαίνω). Λιτός τρόπος γραφής ~αρμένος (= απαλλαγμένος) από την υπερβολή. ΑΝΤ. μολύνω (3) [< αρχ. ἀποκαθαίρω]
  • αποκάθαρση [ἀποκάθαρση] α-πο-κά-θαρ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): πλήρης απομάκρυνση αρνητικών στοιχείων, εξαγνισμός: σωματική/ψυχική ~. ~ του δημόσιου βίου/των θεσμών/του κόμματος από αναχρονιστικά στοιχεία. [< αρχ. ἀποκάθαρσις]
  • αποκαθηλώνω [ἀποκαθηλώνω] α-πο-κα-θη-λώ-νω ρ. (μτβ.) {αποκαθήλω-σε, αποκαθηλώ-θηκε, -μένος, αποκαθηλών-οντας} (λόγ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) 1. (μτφ.) καθαιρώ, αποπέμπω και κατ' επέκτ. απαξιώνω, απομυθοποιώ: ~θηκε (= ξηλώθηκε) από την ηγεσία του κόμματος.|| Τα σύμβολα του πολιτισμού ~ονται, αντί να διαφυλάσσονται. Πρώτα κατασκευάζουν είδωλα και μετά τα ~ουν. ANT. εξιδανικεύω, θεο-, μυθο-ποιώ. 2. ξεκρεμώ, ξεκαρφώνω, κατεβάζω: Το γλυπτό/ο πίνακας ~θηκε εν μία νυκτί λόγω των αντιδράσεων που προκάλεσε.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Το σώμα του Χριστού ~θηκε από τον Σταυρό. [< μτγν. ἀποκαθηλῶ]
  • αποκαθήλωση [ἀποκαθήλωση] α-πο-κα-θή-λω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. (συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Α) το κατέβασμα του νεκρού σώματος του Χριστού από τον σταυρό· η σχετική τελετή το πρωί της Μ. Παρασκευής· συνεκδ. η αναπαράσταση του συγκεκριμένου γεγονότος στην τέχνη: η Αγία ~. Η ~ του Εσταυρωμένου/Κυρίου.|| Η ακολουθία/αναπαράσταση της ~ης.|| "~", έργο του μεγάλου ζωγράφου ... Βλ. πιετά. 2. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) καθαίρεση, αποπομπή· κατ' επέκτ. απαξίωση, απομυθοποίηση: ~ από την ηγεσία του κόμματος. Πβ. ξήλωμα.|| ~ ειδώλων/ηρώων. 3. (λόγ.-αρνητ. συνυποδ.) ξεκρέμασμα, κατέβασμα: ~ κεραίας/πίνακα (από έκθεση). [< μεσν. αποκαθήλωσις]
  • αποκαθιστώ [ἀποκαθιστῶ] α-πο-κα-θι-στώ ρ. (μτβ.) {αποκαθιστ-άς ... | αποκατέστη-σε κ. αποκατάστη-σε, αποκαταστή-σει, αποκαθίστ-αται, αποκαταστά-θηκα (λόγ.) απεκαταστάθη, αποκαταστα-θεί, μτχ. αποκατεστη-μένος κ. αποκαταστημένος, αποκαθιστ-ώντας} 1. επαναφέρω σε λειτουργία· επισκευάζω, επιδιορθώνω: Η βλάβη/η επικοινωνία/η ζημιά/η κυκλοφορία/η συγκοινωνία (: επανήλθε στην κανονική ροή)/η σύνδεση/το πρόβλημα ~ηκε άμεσα/μερικώς/σταδιακά.|| (για κτίσμα ή μνημείο) ~ την πρόσοψη κτιρίου (πβ. ανακαινίζω). ~ηκε η μονή (= αναστηλώθηκε)/ο πίνακας (= αναπαλαιώθηκε). 2. φέρνω στην αρχική ομαλή ή συνήθη κατάσταση: (μτφ.) ~θηκε η αλήθεια/η δημοκρατία (ΑΝΤ. βλάπτω)/η ειρήνη/το κύρος της εταιρείας (ΑΝΤ. πλήττω, τραυματίζω)/η τάξη (ΑΝΤ. διασαλεύω). ~θηκαν οι σχέσεις των δύο χωρών (ΑΝΤ. διαταράσσω). ~ώντας τη νομιμότητα/την πραγματικότητα. Κοιτάζει να ~ήσει την τιμή και την υπόληψή του (βλ. περισώσει).|| Δεν ~θηκε ακόμα η ακοή/η υγεία του (= δεν ανάρρωσε, δεν θεραπεύτηκε).|| (ΦΙΛΟΛ.) ~ ένα κείμενο/χειρόγραφο (: στην πρώτη του μορφή, προτού υποστεί φθορές, αλλοιώσεις). 3. (μτφ.) παρέχω υλική ή κοινωνική εξασφάλιση: Ζήτησαν από την κυβέρνηση να ~σει τα θύματα της καταστροφής (: να τα αποζημιώσει).|| Τελειώνουν τη σχολή και προσπαθούν να ~θούν επαγγελματικά (: να βρουν δουλειά).|| Δεν έχει ακόμα ~σει τα παιδιά/τις κόρες του (: τακτοποιήσει επαγγελματικά ή παντρέψει).|| (παρωχ. για άνδρα που διατηρεί σχέση με γυναίκα:) Πρέπει να την ~σεις/να ~σεις την τιμή της (: να την παντρευτείς)! ● βλ. αποκατεστημένος [< μτγν. ἀποκαθιστῶ, γαλλ. restaurer, rétablir]
  • αποκαΐδι [ἀποκαΐδι] α-πο-κα-ΐ-δι ουσ. (ουδ.) {αποκαΐδ-ια, κυρ. στον πληθ.}: ό,τι έχει μείνει κυρ. από καμένο ξύλο ή άλλα υλικά: τα ~ια της φωτιάς.|| (μτφ.) Τα ~ια μιας ζωής. Πβ. απομεινάρι. ● ΦΡ.: στάχτες/στάχτη κι αποκαΐδια: για πλήρη καταστροφή, συνήθ. από φωτιά: Η πύρινη λαίλαπα άφησε πίσω της μόνο ~ ~.
  • αποκαλυπτήρια [ἀποκαλυπτήρια] α-πο-κα-λυ-πτή-ρι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {αποκαλυπτηρί-ων} 1. επίσημη εκδήλωση για την αποκάλυψη μνημείου ή έργου τέχνης· κατ' επέκτ. παρουσίαση νέου προϊόντος: τελετή ~ων προτομής. Έγιναν τα ~ του αγάλματος.|| ~ για το νέο μοντέλο αυτοκινήτου. 2. (μτφ.-ειρων.) δημοσιοποίηση μυστικού, ανήθικης πράξης ή υποκριτικής συμπεριφοράς: τα ~ του σκανδάλου. Οι μάσκες έπεσαν και έγιναν τα ~. Πβ. ξεσκέπασμα. [< γαλλ. dévoilement]
  • αποκαλυπτικός , ή, ό [ἀποκαλυπτικός] α-πο-κα-λυ-πτι-κός επίθ. 1. που φέρνει στο φως άγνωστα στοιχεία ή μυστικές πληροφορίες: ~ός: διάλογος. ~ή: έρευνα/κατάθεση/μελέτη. ~ό: άρθρο/βιβλίο/βίντεο/δελτίο (ειδήσεων)/δημοσίευμα/ρεπορτάζ. ~ές: δηλώσεις/συζητήσεις/φωτογραφίες. ~ά: έγγραφα/ντοκουμέντα/στοιχεία. Κείμενο ~ό για τις προθέσεις/(λόγ.) των σκέψεων του συγγραφέα. Βλ. δηλωτικός, διαφωτιστικός.|| (για πρόσ.) Ήταν ~ και εξομολογητικός στην τελευταία του συνέντευξη. 2. (για γυναικείο συνήθ. ένδυμα) που αφήνει ακάλυπτα μέρη του σώματος: ~ό: μίνι/μπλουζάκι/ντεκολτέ (πβ. ανοιχτό)/ντύσιμο. Πβ. προκλητικός, τολμηρός. Βλ. άσεμνος, σκανδαλιστικός. 3. ΘΕΟΛ. που έχει σχέση με κείμενα που κάνουν λόγο για το τέλος του κόσμου και ειδικότ. την Αποκάλυψη του Ιωάννη: η (ιουδαϊκή/χριστιανική) ~ή γραμματεία/φιλολογία. Βλ. προφητικός. ● επίρρ.: αποκαλυπτικά [< μτγν. ἀποκαλυπτικός 2: αγγλ. revealing 3: αγγλ. apocalyptic, γαλλ. apocalyptique]
  • αποκαλύπτω [ἀποκαλύπτω] α-πο-κα-λύ-πτω ρ. (μτβ.) {αποκάλυ-ψε, -φθηκε (λόγ. απεκαλύφθη, μτχ. (σπάν.) αποκαλυ-φθείς, -φθείσα, -φθέν), αποκαλύπτ-οντας} 1. φανερώνω, δημοσιοποιώ κρυφά, μυστικά στοιχεία: Τα προσωπικά σας στοιχεία δεν ~ονται σε τρίτους (πβ. γνωστο-, κοινο-ποιώ). Όπως ~φθηκε (= έγινε γνωστό) από έρευνα ... Δεν ~ει λεπτομέρειες/τα μελλοντικά του σχέδια/την ηλικία της/τις προθέσεις του (πβ. μαρτυρώ, προδίδω). Δεν μας ~ψε τον πραγματικό λόγο της αποχώρησής του (πβ. εκμυστηρεύομαι. ΑΝΤ. αποσιωπώ). ~φθηκε η απάτη/ο ένοχος (πβ. ξεσκεπάζω. ΑΝΤ. κουκουλώνω, θάβω, συγκαλύπτω). ~φθηκε ότι έχουν γίνει παρανομίες. ~οντας την αλήθεια.|| (ΙΑΤΡ.) Η εξέταση ~ψε (= έδειξε) μεταστάσεις. ΑΝΤ. αποκρύπτω, καλύπτω (8) 2. εμφανίζω, παρουσιάζω, φέρνω στο φως κάτι κρυμμένο: Οι ανασκαφές ~ψαν αρχαία πόλη/επιγραφές. ~φθηκαν μυκηναϊκοί τάφοι. ~φθέντα μνημεία.|| Ο δήμαρχος ~ψε την προτομή (= έκανε τα αποκαλυπτήρια).|| Ρούχα που ~ουν, αντί να καλύπτουν. Μετά τη στροφή μπροστά μας ~εται η θάλασσα καταγάλανη. ● Παθ.: αποκαλύπτομαι 1. ΘΕΟΛ. (για τον Θεό) φανερώνομαι στους ανθρώπους: Ο Κύριος ~φθηκε στους προφήτες.|| Ο ~φθείς λόγος του Θεού. Η ~φθείσα αλήθεια/γνώση. 2. (μτφ.-προφ.) αναγνωρίζω την αξία κάποιου, εκφράζω θαυμασμό: ~ μπροστά στις γνώσεις του! Πβ. βγάζω το καπέλο, υποκλίνομαι. 3. ΣΤΡΑΤ. (ως παράγγελμα) βγάζω το πηλήκιο ως ένδειξη σεβασμού ή σε επιθεώρηση: ~φθείτε! ΑΝΤ. καλυφθείτε! [< μτγν. ἀποκαλύπτομαι] [< αρχ. ἀποκαλύπτω, γαλλ. révéler, αγγλ. reveal]
  • αποκάλυψη [ἀποκάλυψη] α-πο-κά-λυ-ψη ουσ. (θηλ.) 1. φανέρωση, γνωστοποίηση κρυφών, μυστικών στοιχείων: απίστευτες/αποκλειστικές/δημόσιες/σοβαρές/συγκλονιστικές/συνταρακτικές ~ύψεις. ~ παραβάσεων/παράνομων δραστηριοτήτων/προσωπικών δεδομένων/των πτυχών μιας ιστορίας. ~ της αλήθειας/της απάτης/της ταυτότητας (ενός προσώπου)/του δολοφόνου/του περιεχομένου μιας συνομιλίας (πβ. δημοσιοποίηση, κοινοποίηση). Γαϊτανάκι/καταιγισμός/κύμα/μπαράζ/πλήθος/σωρεία/χιονοστιβάδα/χορός ~ύψεων. Αποτροπή/παρεμπόδιση των ~ύψεων. Στον απόηχο των ~ύψεων (για το σκάνδαλο). Έκανε/προέβη σε/προχώρησε σε ~ύψεις. ~-βόμβα/σοκ για ... Μετά τις πρόσφατες ~ύψεις ... Νέες ~ύψεις είδαν το/ήρθαν στο φως της δημοσιότητας. Σάλο προκάλεσε η ~ (της εφημερίδας) ότι .../για τη δράση του κυκλώματος. ΑΝΤ. απόκρυψη (1) 2. εμφάνιση, παρουσίαση: ~ των ερειπίων (αρχαίας πόλης)/του μνημείου. Βλ. ανακάλυψη.|| Τελετή ~ης προτομής (= αποκαλυπτήρια).|| (ΓΕΩΛ.) ~ κοιτάσματος/πετρώματος (στην επιφάνεια της Γης).|| (ΙΑΤΡ.) (Χειρουργική) ~ αγγείων/αρτηρίας/φλέβας. ~ της οδοντίνης/του πολφού. 3. (εμφατ., για κάτι εντυπωσιακό) ευχάριστη έκπληξη: η ~ της βραδιάς/της χρονιάς/του αιώνα! Ο νέος ηθοποιός είναι μεγάλη ~. 4. ΘΕΟΛ. η φανέρωση του θελήματος του Θεού στον άνθρωπο μέσα από ενορατικές εμπειρίες ή γεγονότα· ειδικότ. (με κεφαλ. το αρχικό Α) ονομασία του τελευταίου βιβλίου της Καινής Διαθήκης που αποδίδεται στον Ευαγγελιστή Ιωάννη και έχει εσχατολογικό-προφητικό περιεχόμενο: θεία/θεϊκή ~. ~ του Αγίου Πνεύματος/του Κυρίου (πβ. επιφάνεια). Αλήθεια/γνώση/σοφία εξ ~ύψεως.|| H ~ του Ιωάννη/του Ιωάννου. Το νησί της ~ης (: η Πάτμος). Το θηρίο/τέρας της ~ης/~ύψεως (και μτφ.-υβριστ.).|| (μτφ.) Μετά τον σεισμό ακολούθησαν εικόνες/σκηνές ~ης (= βιβλικής καταστροφής). [< μτγν. ἀποκάλυψις, γαλλ.-αγγλ. apocalypse, γαλλ. révélation]
  • αποκαλώ [ἀποκαλῶ] α-πο-κα-λώ ρ. (μτβ.) {αποκαλ-είς ... | αποκάλ-εσα, -ούμαι, αποκλή-θηκε (προφ.) αποκαλ-έστηκε, (λόγ.) απεκλή-θη, αποκλη-θεί, αποκαλ-ώντας} (λόγ.): αποδίδω χαρακτηρισμό σε κάποιον ή κάτι, ονομάζω: Mια κοινωνία που θέλει να ~είται πολιτισμένη πρέπει … (= αυτοαποκαλείται, λέγεται, χαρακτηρίζεται). Τον ~εσε ψεύτη. ~ώντας με προδότη. Ιαπωνία, η χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου, όπως κοινώς/συνήθως ~είται. Βλ. προσ-αγορεύω, -φωνώ. ● Μτχ.: αποκαλούμενος , η, ο: Οι οπαδοί της θεωρίας, οι ~οι και ... (γραφειοκρ.) Το Υπουργείο ... ~ο εφεξής "Αναθέτουσα Αρχή". (ειρων.) Οι ~οι (= δήθεν/λεγόμενοι) "φίλοι" του, τον πρόδωσαν. Πβ. επονομαζόμενος. [< αρχ. ἀποκαλῶ]
  • αποκάνω [ἀποκάνω] α-πο-κά-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {απόκα-μα (σπανιότ. απόκα-να, λόγ. απέκαμα), αποκά-μει (κ. αποκά-νει), αποκαμω-μένος} (λαϊκό) 1. εξαντλούμαι απο την κούραση: ~μα από τις δουλειές (= ξεθεώθηκα, ψόφησα). ~με να τρέχει. Ο πυρετός την ~νε. ΣΥΝ. αποσταίνω 2. φτάνω σε κάποιο αποτέλεσμα: Τι ~μες τελικά με το θέμα ...; Βλ. απογίνομαι. ● Μτχ.: αποκαμωμένος , η, ο: κουρασμένος, εξαντλημένος σωματικά ή ψυχικά: ~η από τα βάσανα/τις στενοχώριες/τις ταλαιπωρίες. [< μεσν. αποκάνω, αρχ. ἀποκάμνω]
  • αποκαρδιώνω [ἀποκαρδιώνω] α-πο-καρ-δι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {αποκαρδίω-σε, -σει, -θηκα, -θεί, -μένος} (λόγ.): κάνω κάποιον να χάσει το θάρρος του, να απογοητευτεί εντελώς: Η ήττα της ομάδας ~σε τους παίκτες. ~θηκαν από τις συνεχείς αποτυχίες (= τους κόπηκαν τα φτερά). Αισθάνεται ~μένος. Πβ. απελπίζω, αποθαρρύνω, πτοώ. ΑΝΤ. εγκαρδιώνω, εμψυχώνω (1) [< γαλλ. écœurer]
  • αποκαρδίωση [ἀποκαρδίωση] α-πο-καρ-δί-ω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): το αποτέλεσμα του αποκαρδιώνω. Πβ. απογοήτευση, αποθάρρυνση. ΑΝΤ. εγκαρδίωση, εμψύχωση (1)
  • αποκαρδιωτικός , ή, ό [ἀποκαρδιωτικός] α-πο-καρ-δι-ω-τι-κός επίθ.: που προκαλεί αποκαρδίωση: ~ός: απολογισμός. ~ή: εικόνα/εμφάνιση (παικτών)/κατάσταση. ~ό: θέαμα/κλίμα. Πβ. απογοητευτ-, αποθαρρυντ-ικός. ΑΝΤ. εγκαρδιωτικός, εμψυχωτικός ● επίρρ.: αποκαρδιωτικά [< γαλλ. écœurant]
  • αποκαταστάθηκα βλ. αποκαθιστώ

ανακάλυψη

ανακάλυψη[ἀνακάλυψη] α-να-κά-λυ-ψη ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ανακαλύπτω: επαναστατική/σημαντική/σπουδαία/τυχαία ~. Η ~ της Αμερικής. ~ αρχαίων αγγείων και αγαλμάτων/ενός ιού/χρυσού. Έγινε/κάνω μια ~. Πβ. εύρεση.|| ~ των κλοπιμαίων. ~ της αλήθειας/της απάτης. Συνεχίζονται οι έρευνες για την ~ των δραστών. Πβ. αποκάλυψη, ανεύρεση, εντοπισμός.|| ~ της κλοπής. ~ κοινών στοιχείων μεταξύ ... Πβ. διαπίστωση, συνειδητοποίηση.|| ~ του εαυτού (= αυτογνωσία)/του έρωτα/του παρελθόντος/του σώματος. Πβ. γνωριμία, γνώση.|| (καταχρ.) ~ ενός εμβολίου/της τυπογραφίας/ενός φαρμάκου. Πβ. εφεύρεση. 2. (συνεκδ.) εύρημα: η ~ του αιώνα! Επιστημονικές/καινοτόμες/τεχνολογικές ~ύψεις. Συσκευή που αποτελεί/συνιστά μια καινούργια/νέα/πρωτοποριακή ~. ● ΣΥΜΠΛ.: οι μεγάλες ανακαλύψεις: ΙΣΤ. ενν. των Νέων Χωρών: η εποχή των ~ων ~ύψεων. Βλ. Νέος Κόσμος. [< μτγν. ἀνακάλυψις ‘αποκάλυψη’, γαλλ. découverte]

απογίνομαι

απογίνομαι[ἀπογίνομαι] α-πο-γί-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {κυρ. στον αόρ. απέγινα (λαϊκό) απόγινα}: (συνήθ. σε ερωτήσεις) έχω συγκεκριμένη κατάληξη, συνήθ. αρνητική, φτάνω σε ορισμένο αποτέλεσμα: Τι θ' απογίνει, η άμοιρη/έρμη; Και τώρα, τι θ' απογίνουμε χωρίς ...;|| Τι να 'χουν απογίνει, αλήθεια, οι παλιοί μου συμμαθητές;|| Τι απέγινε με το ζήτημα που μου έλεγες; Πβ. γίνομαι, καταλήγω, καταντώ. ● ΦΡ.: παράγινε/έχει παραγίνει το κακό βλ. κακό [< αρχ. ἀπογί(γ)νομαι]

αποικιοκράτης

αποικιοκράτης[ἀποικιοκράτης] α-ποι-κι-ο-κρά-της ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.}: εκπρόσωπος του αποικιοκρατικού καθεστώτος ή γενικότ. η διοικητική Αρχή μιας αποικίας: οι παλιοί/πρώην ~ες. Bλ. έποικος, νεο~, -κράτης. [< αγγλ. colonialist]

αποκαθιστώ

αποκαθιστώ[ἀποκαθιστῶ] α-πο-κα-θι-στώ ρ. (μτβ.) {αποκαθιστ-άς ... | αποκατέστη-σε κ. αποκατάστη-σε, αποκαταστή-σει, αποκαθίστ-αται, αποκαταστά-θηκα (λόγ.) απεκαταστάθη, αποκαταστα-θεί, μτχ. αποκατεστη-μένος κ. αποκαταστημένος, αποκαθιστ-ώντας} 1. επαναφέρω σε λειτουργία· επισκευάζω, επιδιορθώνω: Η βλάβη/η επικοινωνία/η ζημιά/η κυκλοφορία/η συγκοινωνία (: επανήλθε στην κανονική ροή)/η σύνδεση/το πρόβλημα ~ηκε άμεσα/μερικώς/σταδιακά.|| (για κτίσμα ή μνημείο) ~ την πρόσοψη κτιρίου (πβ. ανακαινίζω). ~ηκε η μονή (= αναστηλώθηκε)/ο πίνακας (= αναπαλαιώθηκε). 2. φέρνω στην αρχική ομαλή ή συνήθη κατάσταση: (μτφ.) ~θηκε η αλήθεια/η δημοκρατία (ΑΝΤ. βλάπτω)/η ειρήνη/το κύρος της εταιρείας (ΑΝΤ. πλήττω, τραυματίζω)/η τάξη (ΑΝΤ. διασαλεύω). ~θηκαν οι σχέσεις των δύο χωρών (ΑΝΤ. διαταράσσω). ~ώντας τη νομιμότητα/την πραγματικότητα. Κοιτάζει να ~ήσει την τιμή και την υπόληψή του (βλ. περισώσει).|| Δεν ~θηκε ακόμα η ακοή/η υγεία του (= δεν ανάρρωσε, δεν θεραπεύτηκε).|| (ΦΙΛΟΛ.) ~ ένα κείμενο/χειρόγραφο (: στην πρώτη του μορφή, προτού υποστεί φθορές, αλλοιώσεις). 3. (μτφ.) παρέχω υλική ή κοινωνική εξασφάλιση: Ζήτησαν από την κυβέρνηση να ~σει τα θύματα της καταστροφής (: να τα αποζημιώσει).|| Τελειώνουν τη σχολή και προσπαθούν να ~θούν επαγγελματικά (: να βρουν δουλειά).|| Δεν έχει ακόμα ~σει τα παιδιά/τις κόρες του (: τακτοποιήσει επαγγελματικά ή παντρέψει).|| (παρωχ. για άνδρα που διατηρεί σχέση με γυναίκα:) Πρέπει να την ~σεις/να ~σεις την τιμή της (: να την παντρευτείς)! ● βλ. αποκατεστημένος [< μτγν. ἀποκαθιστῶ, γαλλ. restaurer, rétablir]

αποκατεστημένος

αποκατεστημένος, η, ο [ἀποκατεστημένος] α-πο-κα-τε-στη-μέ-νος επίθ. & (προφ.) αποκαταστημένος 1. εξασφαλισμένος επαγγελματικά, με σταθερή δουλειά και ικανοποιητικό μισθό: οικονομικά ~. Πβ. τακτοποιημένος. 2. που έχει επανέλθει στην αρχική, κανονική του μορφή: ~η: όψη (κτιρίου). ~ο: αγγείο (από θραύσματα· πβ. συγκολλημένο)/μνημείο (πβ. αναστηλωμένο)/νεοκλασικό (πβ. αναπαλαιωμένο)/οίκημα. Χώρος πλήρως ~ (πβ. ανακαινισμένος). Πβ. επισκευασμένος.|| ~η: κόπια (της ταινίας). ~ο: βίντεο.|| (ΦΙΛΟΛ.) ~ο: χειρόγραφο. 3. παντρεμένος. ● βλ. αποκαθιστώ

άσεμνος

άσεμνος, η, ο [ἄσεμνος] ά-σε-μνος επίθ.: που χαρακτηρίζεται από (ή δηλώνει) έλλειψη σεμνότητας, κυρ. σε ό,τι αφορά τη σεξουαλική συμπεριφορά: ~ος: χορός. ~η: γλώσσα (= ελευθεριάζουσα)/ενδυμασία/πράξη (= αδιάντροπη)/στάση/χειρονομία. ~ο: λεξιλόγιο. ~ες: (εκ)φράσεις (βλ. βρισιά, βωμολοχία)/κινήσεις/λέξεις/σκηνές (ταινίας)/φωτογραφίες (: γυμνές). ~α: αστεία/τραγούδια. Ιστοσελίδες με ~ο και τολμηρό περιεχόμενο. ΣΥΝ. αισχρός (1), πρόστυχος, χυδαίος (1) ΑΝΤ. σεμνός (1) ● Ουσ.: άσεμνο (το): παράβαση του νόμου περί ασέμνων (ενν. δημοσιευμάτων). ● επίρρ.: άσεμνα [< αρχ. ἄσεμνος ‘όχι σοβαρός, απρεπής’, γαλλ. indécent]

δηλωτικός

δηλωτικός, ή, ό δη-λω-τι-κός επίθ.: που δηλώνει, φανερώνει κάτι: Ο τίτλος είναι ~ του περιεχομένου του βιβλίου. ~ό της κατάστασης που επικρατεί είναι ότι ... Πβ. αποφαντ-, εμφαντ-, ενδεικτ-ικός.|| (ΓΛΩΣΣ.) Αναφορική ή ~ή λειτουργία της γλώσσας.|| (ΨΥΧΟΛ.-ΠΑΙΔΑΓ.) ~ή: γνώση (: αναφέρεται στη γνώση γεγονότων, εννοιών, καταστάσεων, βλ. διαδικαστική)/μνήμη (= μακροπρόθεσμη μνήμη).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ή γλώσσα προγραμματισμού. Βλ. βιο~, εκ~, συν(υπο)~. ● Ουσ.: δηλωτικό (το): επίσημο έγγραφο στο οποίο καταγράφονται τα εμπορεύματα ή οι επιβάτες πλοίου ή αεροπλάνου. [< πβ. γαλλ. manifeste] [< αρχ. δηλωτικός, γαλλ. déclaratif, dénotatif, 1972]

πιέτα

πιέταπιέ-τα ουσ. (θηλ.): πτυχή, συνήθ. σε ρούχο: φούστα με ~ες (βλ. πλισέ). Πβ. δίπλα. Βλ. -έτα, κουφόπιετα. ● Υποκ.: πιετούλα (η) [< βεν. pieta]

προφητικός

προφητικός, ή, ό προ-φη-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται σε προφητεία ή προφήτη: ~ή: ταινία/φωνή. ~ό: έργο/χάρισμα. ~ές: ικανότητες. ~ά: όνειρα. Τα λόγια του αποδείχθηκαν ~ά.|| (ΘΕΟΛ.) Τα ~ά βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης. ● επίρρ.: προφητικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μτγν. προφητικός, γαλλ. prophétique, αγγλ. prophetic]

σακχαρώδης

σακχαρώδης, ης, ες σακ-χα-ρώ-δης επίθ. {σακχαρώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (επιστ.): κυρ. στα ● ΣΥΜΠΛ.: σακχαρώδης διαβήτης βλ. διαβήτης2, σακχαρώδης διαβήτης (της) κύησης/εγκυμοσύνης βλ. διαβήτης2, σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1 βλ. διαβήτης2, σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 βλ. διαβήτης2 [< γαλλ. sucré]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.