, ή, ό: επίθημα για τον σχηματισμό επιθέτων που αναφέρονται σε ονομασία ή σημασιολογική σχέση: τοπ~. Μητρ~/πατρ~.|| Μετ~/συν~.|| (Τα) πατριδωνυμικά (ουσιαστικά).
-ωνύμιο: επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών που αναφέρονται σε ονομασία: αγι~/ανθρωπ~/εδαφ~/ζω~/θεοτοκ~/να~/οικ~/τοπ~/υδρ~/φυτ~.|| Παρ~.
-ώνυμος , η, ο: επίθημα για τον σχηματισμό επιθέτων που αναφέρονται σε όνομα ή σημασιολογική σχέση: ιδι~/φερ~.|| (ουσιαστικοπ.) (Το) πατρ-ώνυμo/ψευδ~.|| (με προθήματα) Αν~/επ~/περι~.|| Συν~.|| Ετερ~/ομ~.
-ώνω κατάληξη ρημάτων που 1. παράγονται από ουσιαστικά και δηλώνουν ενέργεια ή κατάσταση του υποκειμένου: καρφιτσ~ (καρφίτσα)/κερ~/λασπ~.|| Μαραζ~/παγ~.2. σχηματίζονται από επίθετα και δηλώνουν ιδιότητα ή ενέργεια του υποκειμένου: ημερ~ (ήμερος)/παλαβ~.|| Aνακατ~/ισι~.3. προέρχονται από λόγια ρήματα σε -ώ: βεβαι~ (βεβαιώ)/δηλ~ (δηλώ)/ζημι~ (ζημιώ).
-ώος, -ώα, -ώο: κατάληξη επιθέτων που παράγονται από ουσιαστικά: κεντρ~/πατρ~.
-ωπός , ή, ό: επίθημα επιθέτων που δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο μοιάζει, είναι σχεδόν όμοιο με ό,τι εκφράζει το θέμα: σκυθρ~/χαρ~.|| (απόχρωση) Κιτριν~/κοκκιν~. Kασταν~/ξανθ~. Bλ. -ουλός.
-ωρος , η, ο: επίθημα που συνδυάζεται κυρ. με αριθμητικά για δήλωση συγκεκριμένης διάρκειας ωρών: μονό~/δωδεκά~/πολύ~.|| (ουσιαστικοπ.) (Το) δίωρo/οκτάωρο/εικοσιτετράωρο. Bλ. -λεπτος.
-ώροφος , η, ο & -όροφος: β' συνθετικό που συνδυάζεται κυρ. με αριθμητικά για δήλωση συγκεκριμένου αριθμού ορόφων ενός κτιρίου: δι~/εξα~.|| Πολυ~. (ως ουσ.) Το τρι~ο.
-ωρυχείο: το ουσιαστικό ορυχείο ως β' συνθετικό: αδαμαντ~/ανθρακ~/αργυρ~/λιγνιτ~/μεταλλ~/χρυσ~.|| Aλατ~.
-ωρύχος: β' συνθετικό αρσενικών ουσιαστικών με αναφορά κυρ. σε εργάτη ορυχείου: αδαμαντ~/ανθρακ~/μεταλλ~/χρυσ~.|| Aλατ~.|| Τυμβ~.
ab imo pectore (πρόφ. αμπ ίμο πέκτορε): εκ βάθους καρδίας, από τα βάθη της καρδιάς (μου). [< λατ.]
ab initio (πρόφ. αμπ ινίτιο): εξ υπαρχής, από την αρχή: (ΦΥΣ.) Υπολογισμοί ~ (: κβαντομηχανικοί υπολογισμοί, το αποτέλεσμα των οποίων δεν βασίζεται σε πειραματικά δεδομένα). [< λατ.]
αποστεριόρι
αποστεριόρι[ἀποστεριόρι] α-πο-στε-ρι-ό-ρι επίρρ. (επιστ.): εκ των υστέρων: ~ αποδείχτηκε ότι ... ΑΝΤ. απριόρι, εκ των προτέρων [< λατ. a posteriori]
απριόρι
απριόρι[ἀπριόρι] α-πρι-ό-ρι επίρρ. & α πριόρι (επιστ.): εκ των προτέρων: ~ δεδομένο. Δέχομαι ~ ότι ... (= χωρίς αποδείξεις).|| (ΦΙΛΟΣ. ως επίθ.) ~ γνώσεις (: οι οποίες στηρίζονται στη λογική και όχι στην εμπειρία). ΑΝΤ. αποστεριόρι, εκ των υστέρων [< λατ. a priori]
-τικός, ή/ιά, ό επίθημα που δηλώνει ιδιότητα για παραγωγή επιθέτων από 1. ρήματα: απαλλακ~/ενισχυ~/υποβοηθη~.|| (ουσιαστικοπ.) (Ο) δικασ~. (Τα) φορτω-τικά (ενν. έξοδα).2. ουσιαστικά: προβλημα~/σωμα~/χαρισμα~.
-τός
-τός, ή, ό επίθημα ρηματικών επιθέτων∙ δηλώνει ότι αυτό που προσδιορίζεται 1. μπορεί να δεχτεί, να κάνει ή να προκαλέσει κάτι, είναι άξιο για ό,τι εκφράζει το θέμα: κινη~/φορη~. Mετακλη~. Αγαπη~/επιθυμη~/ζηλευ~.2. έχει κάποιο σταθερό χαρακτηριστικό: κοφ~/σκεπασ~/σταυρω~/τρυπη~/χτυπη~.|| (ουσιαστικοπ.) (Το) πλεχ-τό.3. συμβαίνει με συγκεκριμένο τρόπο: ψιθυρισ~. ● βλ. -στός
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.