Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 58821 εγγραφές  [760-780]


  • ab irato (πρόφ. αμπ ιράτο): υπό την επήρεια θυμού, εν θερμώ. [< λατ.]
  • ab origine (πρόφ. αμπ ορίγκινε): από τη γένεσή του, από την αρχή. [< λατ.]
  • ab ovo (πρόφ. αμπ όβο): από την απώτατη αρχή, εξαρχής. ΑΝΤ. in medias res [< λατ.]
  • ab urbe condita (πρόφ. αμπ ούρμπε κόντιτα): από κτίσεως πόλεως (ενν. της Ρώμης, το 753 π.Χ.): Οι Ρωμαίοι υπολόγιζαν τα έτη ~ ~. [< λατ.]
  • ABS (το): Σύστημα Αντιεμπλοκής κατά την Πέδηση. [< αγγλ. Antilock Braking System]
  • ad absurdum (πρόφ. αντ αμπσούρντουμ): (για συλλογιστική πορεία που οδηγεί) σε παραλογισμό, εις άτοπον: επιχείρημα ~. [< λατ.]
  • ad hoc (πρόφ. αντ χοκ): για τη συγκεκριμένη περίπτωση και μόνο, επί τούτου: ~ ερμηνεία. [< λατ.]
  • ad infinitum (πρόφ. αντ ινφινίτουμ): απεριόριστα, χωρίς τέλος. [< λατ.]
  • ad libitum (πρόφ. αντ λίμπιτουμ, συντομ. ad lib.): κατά βούληση. [< λατ.]
  • ad litteram (πρόφ. αντ λίτεραμ): ΦΙΛΟΛ. κατά γράμμα, σε πιστή απόδοση. [< λατ.]
  • ad nauseam (πρόφ. αντ ναούσεαμ): κατά κόρον, μέχρι αηδίας. [< λατ.]
  • ad rem (πρόφ. αντ ρεμ): επί της ουσίας, επί του προκειμένου. [< λατ.]
  • addendum {πληθ. addenda} (πρόφ. αντέντουμ): προσθετέο, προσθήκη. [< λατ.]
  • ADSL (το): Ασύμμετρη Ψηφιακή Συνδρομητική Γραμμή. [< αμερικ. Asymmetric Digital Subscriber Line]
  • AHEPA βλ. ΑΧΕΠΑ
  • AIDS βλ. έιτζ
  • alea jacta est (πρόφ. άλεα γιάκτα εστ): ο κύβος ερρίφθη, η απόφαση ελήφθη. [< λατ.]
  • alma matter βλ. τροφός
  • alter ego (πρόφ. άλτερ έγκο): το άλλο εγώ. [< αγγλ.-γαλλ. alter ego, γερμ. Alter Ego]
  • aula βλ. άουλα

άουλα

άουλα[ἄουλα] ά-ου-λα ουσ. (θηλ.): αίθουσα τελετών. Βλ. αμφιθέατρο. [< γερμ. Aula, γαλλ. aula]

ΑΧΕΠΑ

ΑΧΕΠΑ& AHEPA (η): Αμερικανο-Ελληνική Εκπαιδευτική Προοδευτική Οργάνωση. || Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης. [< αμερικ. American Hellenic Educational Progressive Association, 1922]

έιτζ

έιτζ[ἔιτζ] έ-ιτζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & AIDS: θανατηφόρα ασθένεια που προκαλείται από τον Ιό της Ανθρώπινης Ανοσοανεπάρκειας (HIV), προσβάλλει το ανοσοποιητικό σύστημα και μεταδίδεται κυρ. με σεξουαλική επαφή ή μέσω του αίματος: η αντιμετώπιση της εξάπλωσης/καταπολέμηση/μάστιγα του ~. Πρόληψη και προστασία κατά του ~. Παγκόσμια ημέρα του ~ (: η 1η Δεκεμβρίου). Φορείς και ασθενείς του ~. Βλ. λεμφοκύτταρα. ΣΥΝ. σύνδρομο επίκτητης ανοσοανεπάρκειας/ανοσολογικής ανεπάρκειας [< αγγλ. AIDS (Acquired Immune Deficiency Syndrome), 1982]

τροφός

τροφόςτρο-φός ουσ. (θηλ.) (λόγ.-παλαιότ.): παραμάνα, βάγια. || (κυριολ. & μτφ.) μητέρα-~ (: το πανεπιστήμιο από το οποίο αποφοίτησε κάποιος). [< αρχ. τροφός· πβ. γαλλ. alma mater, 1890 < λατ. ~]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.