Αναζήτηση
Χρηστικό λεξικό

- αβεβαίωτος , η, ο [ἀβεβαίωτος] α-βε-βαί-ω-τος επίθ.: που δεν έχει επιβεβαιωθεί, εξακριβωθεί, ελεγχθεί: ~η: είδηση/πηγή/πληροφορία (= ανεπιβεβαίωτη). ~α: στοιχεία (= αναπόδεικτα, ανεξακρίβωτα).|| (ΟΙΚΟΝ.-ΛΟΓΙΣΤ.) ~οι: φόροι (: που δεν έχουν καθοριστεί από την εφορία). ~ες: οφειλές. ~α: ποσά (πβ. ανέλεγκτος). Βεβαιωμένα και ~α έσοδα. [< μεσν. αβεβαίωτος, γερμ. unbestätigt, γαλλ. non confirmé]
- ΑΒΕΕ (η): Ανώνυμη Βιομηχανική Εμπορική Εταιρεία.
- αβελτηρία [ἀβελτηρία] α-βελ-τη-ρί-α ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) αβελτερία (απαιτ. λεξιλόγ.): νωθρότητα στη σκέψη και κατ' επέκτ. μωρία ή ανάλογη ενέργεια ή συμπεριφορά: γραφειοκρατική/δημόσια/διοικητική/διπλωματική/εγκληματική/κρατική/κυβερνητική/πολιτική ~. ~ (= ανοησία) και απερισκεψία. Η ~ των Αρχών/της Πολιτείας. Πβ. αμβλύνοια, ανεπάρκεια. Βλ. αβδηριτισμός. ΑΝΤ. οξύνοια. [< μτγν. ἀβελτηρία, αρχ. ἀβελτερία]
- αβελτίωτος , η, ο [ἀβελτίωτος] α-βελ-τί-ω-τος επίθ. 1. που δεν έχει υποστεί γενετική βελτίωση: ~α: βοοειδή/ζώα. Σπόροι ~ων ποικιλιών. ΑΝΤ. μεταλλαγ-, τροποποιη-μένος. 2. που δεν έγινε ή δεν μπορεί να γίνει καλύτερος: ~ες συνθήκες ζωής. ΑΝΤ. βελτιωμένος. [< 1: αγγλ. unimproved 2: μεσν. αβελτίωτος]
- αβέρτα [ἀβέρτα] α-βέρ-τα επίρρ. (λαϊκό-προφ.) 1. χωρίς φειδώ, χωρίς μέτρο: Δίνει/ξοδεύει/πουλάει ~. Μοιράζει ~ υποσχέσεις (πβ. απλόχερα). 2. (σπάν.) ελεύθερα, φανερά, απροκάλυπτα: Συζητούσαν ~. Δεν μάσησε τα λόγια του· τους τα 'πε ~. Πβ. καθαρά και ξάστερα, ορθά κοφτά, σταράτα. ● ΦΡ.: αβέρτα-κουβέρτα (εμφατ.): σε μεγάλο βαθμό και χωρίς μέτρο: Κάνει παρανομίες/πίνει ~ ~. [< βεν. averto]
- αβέρτος , η, ο [ἀβέρτος] α-βέρ-τος επίθ. (σπάν.-λαϊκό): ανοιχτός, διάπλατος, απλόχωρος: ~ο αμπέλι (= άφραγο). Το ιστιοφόρο έσκιζε τα κύματα με ~α τα πανιά.|| (μτφ.) ~ος: άνθρωπος (= ανοιχτόκαρδος, ειλικρινής, ντόμπρος). ~ες: κουβέντες (= ξεκάθαρες, σταράτες). [< βεν. averto]
- αβίαστος , η, ο [ἀβίαστος] α-βί-α-στος επίθ.: που γίνεται, προκύπτει ή εκδηλώνεται χωρίς βιασύνη ή καταναγκασμό: ~ος: διάλογος/λόγος/ρυθμός. ~η: απάντηση/απόφαση/γραφή/έκφραση/επιλογή/ερμηνεία/ομολογία/συνεργασία/χαρά. ~ο: γέλιο (πβ. αυθόρμητο, πηγαίο)/συμπέρασμα/ύφος (πβ. ανεπιτήδευτο, απροσποίητο)/χαμόγελο. ~ες: κινήσεις. Ελεύθερος/φυσικός και ~ τρόπος (ΑΝΤ. βεβιασμένος, επιτηδευμένος). ● επίρρ.: αβίαστα & (λόγ.) -άστως [< αρχ. ἀβίαστος]
- αβιβλιογράφητος , η, ο [ἀβιβλιογράφητος] α-βι-βλι-ο-γρά-φη-τος επίθ.: (κυρ. για δημοσίευμα) που δεν έχει καταχωρηθεί σε βιβλιογραφία. ΑΝΤ. βιβλιογραφημένος.
- αβιογένεση [ἀβιογένεση] α-βι-ο-γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): ΒΙΟΛ. θεωρητική υπόθεση σύμφωνα με την οποία ζωντανοί οργανισμοί μπορούν να δημιουργηθούν από ανόργανη ύλη (π.χ. χώμα, αέρα). Βλ. -γένεση, βιογένεση. [< γαλλ. abiogenèse, αγγλ. abiogenesis]
- άβιος , α/ος, ο [ἄβιος] ά-βι-ος επίθ. (επιστ.): άψυχος, χωρίς ζωή: ~ος: κόσμος. ~α: ύλη. ~ο: περιβάλλον. ~α: όντα. Βλ. -βιος. ΑΝΤ. έμβιος [< αρχ. ἄβιος 'αφόρητος']
- αβιοτικός , ή, ό [ἀβιοτικός] α-βι-ο-τι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΛ. που αναφέρεται, ανήκει ή οφείλεται στα μη έμβια συστατικά στοιχεία του οικοσυστήματος: ~ός: παράγοντας (π.χ. έδαφος, νερό, ατμόσφαιρα, κλίμα). ~ή: αποικοδόμηση/ποικιλομορφία/ύλη. ~ό: σύστημα. ~οί: πόροι (: μη ανανεώσιμοι, όπως το αργό πετρέλαιο). ~ές: συνθήκες. ~ή καταπόνηση των φυτών (λόγω ξηρασίας). ~ά (λ.χ. αλατότητα, ενεργός οξύτητα και διαλυμένο οξυγόνο) και βιοτικά (: ιχθυοπανίδα, θαλάσσια χλωρίδα) χαρακτηριστικά της λιμνοθάλασσας. [< γαλλ. abiotique, αγγλ. abiotic]
- αβιταμίνωση [ἀβιταμίνωση] α-βι-τα-μί-νω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ανεπαρκής λήψη ή αδυναμία απορρόφησης βιταμινών από τον οργανισμό: ~ Β (: μπέρι μπέρι, πελάγρα)/C (: σκορβούτο)/D (: ραχίτιδα). Βλ. υποβιταμίνωση. ΑΝΤ. υπερβιταμίνωση [< γαλλ. avitaminose, 1919, αγγλ. avitaminosis, 1914]
- αβίωτος , η, ο [ἀβίωτος] α-βί-ω-τος επίθ.: για τόπο στον οποίο δεν μπορεί κανείς να ζήσει και γενικότ. για καθετί που είναι δύσκολο να αντέξει, να υπομείνει κάποιος: ~η: ζωή (= ανυπόφορη)/κατάσταση. Η πόλη έχει γίνει ~η λόγω της ρύπανσης και της οικιστικής παραμόρφωσης.|| ~α συναισθήματα (: που δεν τα έχει βιώσει κάποιος). ● ΦΡ.: μου έχει κάνει το(ν) βίο αβίωτο βλ. βίος [< αρχ. ἀβίωτος]
- αβλάβεια [ἀβλάβεια] α-βλά-βει-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ιδιότητα ενός αντικειμένου, προϊόντος ή γενικότ. μιας κατάστασης να μην προκαλεί βλάβη: Η ~ των παιχνιδιών εξαρτάται από τα υλικά κατασκευής τους. Πβ. ακινδυνότητα. [< αρχ. ἀβλάβεια]
- αβλαβής , ής, ές [ἀβλαβής] α-βλα-βής επίθ. {αβλαβ-ούς | -είς (ουδ. -ή} 1. (επίσ.) που δεν προκαλεί βλάβη, φθορά ή κίνδυνο: ~ής: ακτινοβολία/(διαγνωστική, θεραπευτική) μέθοδος. ~ές: εντομοκτόνο/προϊόν/χημικό στοιχείο. ~είς: πηγές ενέργειας. ~ή: ζώα (ΣΥΝ. άκακα)/υλικά. Ουσία ατοξική και ~ για τον ανθρώπινο οργανισμό/το περιβάλλον. Πβ. αθώος, ακίνδυνος. ΑΝΤ. επικίνδυνος.|| (σπάν. και ως ουσ.) Το ~ές των τροφίμων. ΑΝΤ. βλαβερός, βλαπτικός, επιβλαβής 2. (σπάν.-λόγ.) που δεν τον έχουν βλάψει, που δεν έχει υποστεί κακοποίηση: Έμεινε/επέζησε/σώθηκε ~. Βρέθηκε ζωντανός και ~. ● επίρρ.: αβλαβώς [-ῶς] (λόγ.) ● ΣΥΜΠΛ.: αβλαβής διέλευση: ΝΟΜ. διέλευση σκάφους με σταθερή πορεία και ταχύτητα μέσα από την αιγιαλίτιδα ζώνη, έτσι ώστε να μη διαταράσσεται η ασφάλεια, η ειρήνη και η τάξη του παράκτιου κράτους: ~ ~ και ελεύθερη ναυσιπλοΐα. [< αγγλ. innocent passage, 1958, γαλλ. passage inoffensif] ● ΦΡ.: σώος και αβλαβής (εμφατ.): που δεν έχει υποστεί βλάβη, που παραμένει ακέραιος, υγιής: Ανασύρθηκε από τα συντρίμμια ~ και ~ (: χωρίς να έχει πάθει το παραμικρό). [< αρχ. ἀβλαβής]
- άβλαβος , η, ο [ἄβλαβος] ά-βλα-βος επίθ. & άβλαπτος & άβλαφτος (λαϊκό-λογοτ.): αβλαβής. [< μτγν. ἄβλαπτος, μεσν. άβλαφτος]
- αβλέμονας [ἀβλέμονας] α-βλέ-μο-νας ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): μόνο στη ● ΦΡ.: τρώω/καταβροχθίζω/πίνω/κατεβάζω τον αγλέο(υ)ρα/το καταπέτασμα/τ' άντερά μου/τον άμπακα/τον αβλέμονα βλ. αγλέουρας
- αβλέπτημα [ἀβλέπτημα] α-βλέ-πτη-μα ουσ. (ουδ.) {αβλεπτήμ-ατος | -ατα, -άτων} (επίσ.): σφάλμα από απροσεξία ή παραδρομή: σοβαρό ~. Τυπογραφικά ~ατα. Κείμενο με ~ατα. Έλεγχος για τυχόν ~ατα. Πβ. παρόραμα. Βλ. αβλεψία. [< μτγν. ἀβλέπτημα]
- αβλεπτί [ἀβλεπτί] α-βλε-πτί επίρρ. & (καταχρ.) αβλεπί & αβλεπεί: χωρίς προηγούμενη εξέταση, χωρίς ιδιαίτερη προσοχή ή σκέψη: Αγοράζω/απορρίπτω/δέχομαι/επιλέγω/συμφωνώ ~.|| Αβλεπί στοίχημα (βλ. ποντάρισμα) στο πόκερ (: χωρίς να βλέπουν οι παίκτες το ποσό του στοιχήματος). [< αρχ. ἀβλεπτῶ]
- αβλεψία [ἀβλεψία] α-βλε-ψί-α ουσ. (θηλ.) {αβλεψιών}: απροσεξία και (κατ' επέκτ. ιδ. στον πληθ.) λάθος που οφείλεται σε αυτή: ιατρική/κατασκευαστική/νομική/πολιτική ~. Διοικητικές/μεταφραστικές/ορθογραφικές/τεχνικές/τυπογραφικές ~ες. ~ ή αμέλεια. Το σφάλμα οφείλεται σε ~. Υπεύθυνος για οποιαδήποτε ατέλεια ή ~. Συγγνώμη, ήταν δική μου ~! Η παραμικρή ~ εκ μέρους του πιλότου μπορεί να αποβεί μοιραία. ~ες των διοργανωτών/της έκδοσης/του συγγραφέα. ~ες και παραλείψεις/παρατυπίες/προχειρότητες. ~ες στην έκφραση και γλωσσικά ολισθήματα. Πβ. αβλέπτημα, παραδρομή. ● ΦΡ.: από αβλεψία & (λόγ.) εξ αβλεψίας [ἐξ ἀβλεψίας]: από απροσεξία, χωρίς να υπάρχει πρόθεση: σφάλματα ~ ~ ή λόγω άγνοιας. Δεν διορθώθηκε/καταχωρήθηκε ~ ~. Έγινε συνειδητά ή ~ ~; Παράβαση εξ ~ας. ΣΥΝ. εκ παραδρομής, κατά λάθος [< μτγν. ἀβλεψία]
αβδηριτισμός
αβδηριτισμός[ἀβδηριτισμός] α-βδη-ρι-τι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): ανόητη, ματαιόδοξη, αφελής ενέργεια ή συμπεριφορά: πολιτικός ~. Βλ. αβελτηρία, μικρόνοια, -ισμός.
αβλεψία
αβλεψία[ἀβλεψία] α-βλε-ψί-α ουσ. (θηλ.) {αβλεψιών}: απροσεξία και (κατ' επέκτ. ιδ. στον πληθ.) λάθος που οφείλεται σε αυτή: ιατρική/κατασκευαστική/νομική/πολιτική ~. Διοικητικές/μεταφραστικές/ορθογραφικές/τεχνικές/τυπογραφικές ~ες. ~ ή αμέλεια. Το σφάλμα οφείλεται σε ~. Υπεύθυνος για οποιαδήποτε ατέλεια ή ~. Συγγνώμη, ήταν δική μου ~! Η παραμικρή ~ εκ μέρους του πιλότου μπορεί να αποβεί μοιραία. ~ες των διοργανωτών/της έκδοσης/του συγγραφέα. ~ες και παραλείψεις/παρατυπίες/προχειρότητες. ~ες στην έκφραση και γλωσσικά ολισθήματα. Πβ. αβλέπτημα, παραδρομή. ● ΦΡ.: από αβλεψία & (λόγ.) εξ αβλεψίας [ἐξ ἀβλεψίας]: από απροσεξία, χωρίς να υπάρχει πρόθεση: σφάλματα ~ ~ ή λόγω άγνοιας. Δεν διορθώθηκε/καταχωρήθηκε ~ ~. Έγινε συνειδητά ή ~ ~; Παράβαση εξ ~ας. ΣΥΝ. εκ παραδρομής, κατά λάθος [< μτγν. ἀβλεψία]
αγλέουρας
αγλέουρας[ἀγλέουρας] α-γλέ-ου-ρας ουσ. (αρσ.) & αγλέορας & αγκλέο(υ)ρας: δηλητηριώδες φυτό (χρησιμοποιήθηκε από τη λαϊκή ιατρική κατά της παραφροσύνης). ● ΦΡ.: τρώω/καταβροχθίζω/πίνω/κατεβάζω τον αγλέο(υ)ρα/το καταπέτασμα/τ' άντερά μου/τον άμπακα/τον αβλέμονα: τρώω, πίνω πάρα πολύ. Βλ. μέχρι σκασμού. ΣΥΝ. τρώω/κατεβάζω τον περίδρομο [< αρχ. ἑλλέβορος]
βίος
βίοςβί-ος ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. ζωή και κυρ. ο τρόπος με τον οποίο ζει κάποιος: ασκητικός/έκλυτος/μοναχικός/πολυτάραχος ~. Η πορεία του βίου της. Ο ~ και το έργο του ... Εξιστόρηση του ~ου της ... Διάγει εγκρατή/ενάρετο/ήσυχο ~ο. Πβ. ζήση. 2. σύνολο δραστηριοτήτων σε ορισμένο τομέα: ο κοινωνικός και πολιτικός/ο πνευματικός και υλικός ~. Τα βάρη του οικογενειακού ~ου. Παράταση του επαγγελματικού/εργασιακού ~ου (βλ. ενεργός γήρανση). Χώρισαν μετά από πολλά χρόνια έγγαμου ~ου. ● βίοι (οι): (συνήθ. ΕΚΚΛΗΣ.) βιογραφίες: ~ αγίων. Πβ. αγιολόγιο, συναξάρι. ● ΣΥΜΠΛ.: βίοι παράλληλοι & παράλληλοι βίοι: για να δηλωθεί ότι δύο συνήθ. άνθρωποι έχουν κοινά βιώματα, παρόμοιες εμπειρίες: Ακολουθούν ~ους ~ους., η δημόσια ζωή/ο δημόσιος βίος βλ. δημόσιος, ιδιωτική ζωή/ιδιωτικός βίος βλ. ιδιωτικός ● ΦΡ.: βίος και πολιτεία 1. (ειρων.) ταραχώδης, περιπετειώδης, σκανδαλώδης ζωή: Αυτός (ο άνθρωπος) είναι ~ ~ (= έχει βεβαρημένο παρελθόν). 2. τίτλος βιογραφιών ή μυθιστορημάτων με θέμα τη ζωή ενός προσώπου: ~ ~ του Αγίου .../του ποιητή ..., διά βίου (λόγ.) 1. για όλη τη διάρκεια της ζωής κάποιου: ~ ~ εκπαίδευση/μάθηση. ~ ~ φαρμακευτική αγωγή. Τιμωρία με ~ ~ αποκλεισμό/φυλάκιση (= ισόβια). Πβ. για μια ζωή. ΣΥΝ. εφ' όρου ζωής 2. (σε ΣΥΜΠΛ. που αφορούν την παροχή επιπλέον γνώσεων και δεξιοτήτων σε ενήλικες) διαρκής: ~ ~ (ΣΥΝ. συνεχιζόμενη) εκπαίδευση/κατάρτιση/μάθηση/παιδεία. Βλ. επιμόρφωση, Ι.Δ.ΕΚ.Ε. [< 1: αρχ. διά βίου 2: αγγλ. lifelong] , μου έχει κάνει το(ν) βίο αβίωτο: με ταλαιπωρεί αφάνταστα, μου δημιουργεί πολλά προβλήματα: ~ ~! Δεν αντέχω άλλο. ΣΥΝ. του κάνω τη ζωή δύσκολη/κόλαση/μαρτύριο/μαύρη/πατίνι/ποδήλατο, πρότερος έντιμος βίος {συνήθ. στη γεν.}: ΝΟΜ. σε περιπτώσεις που κάποιος είχε λευκό ποινικό μητρώο, προτού διαπράξει ποινικώς κολάσιμο αδίκημα: (για κατηγορούμενο) Του αναγνωρίστηκε το ελαφρυντικό του προτέρου/πρότερου ~ου ~ου., (εύχομαι) βίο(ν) ανθόσπαρτο(ν) βλ. ανθόσπαρτος, εξεμέτρησε το ζην βλ. εκμετρώ [< αρχ. βίος]
-βιος
-βιος, α, ο: β' συνθετικό επιθέτων που δηλώνει το χρονικό διάστημα ή τη διάρκεια ζωής του προσδιοριζόμενου, το περιβάλλον ή τον τρόπο διαβίωσής του: ημερό~/νυκτό~.|| Αιωνό~/βραχύ~/ισό~/μακρό~.|| Αμφί~/λαθρό~/ορεσί~/υδρό~. Βλ. -φιλος, -χαρής.|| (αρνητ. συνυποδ.) Αλητό~/μπαρό~/φυλακό~.
-γένεση
-γένεση: β' συνθετικό ουσιαστικών που δηλώνει τη γέννηση, τη δημιουργία: αβιο~/αγγειο~/ανθρωπο~/βιο~/εμβρυο~/ιζηματο~/καρκινο~/κοσμο~/κυτταρο~/λιπο~/οργανο~/οστεο~/παθο~/παρα~/παρθενο~/σεισμο~. Πβ. -γονία.
υποβιταμίνωση
υποβιταμίνωση[ὑποβιταμίνωση] υ-πο-βι-τα-μί-νω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική κατάσταση που προκαλείται από την έλλειψη μίας ή περισσοτέρων βιταμινών στον οργανισμό. Βλ. αβιταμίνωση. ΑΝΤ. υπερβιταμίνωση [< γαλλ. hypovitaminose, 1955, αγγλ. hypovitaminosis, 1923]