, α, ο γι-γά-ντι-ος επίθ. & γιγάντειος & γιγαντιαίος 1. που υπερβαίνει κατά πολύ τις συνηθισμένες, κανονικές διαστάσεις· πάρα πολύ μεγάλος (σε μέγεθος): ~ος: κρατήρας. ~α: οθόνη (= γιγαντοοθόνη). ~ο: ανάστημα/άστρο (πβ. νόβα)/κτίσμα (= κυκλώπειο). ~οι: ουρανοξύστες. ~ες: (ΑΣΤΡΟΝ.) μαύρες τρύπες. ~α: κύματα (βλ. τσουνάμι). ΣΥΝ. κολοσσιαίος, πελώριος, τεράστιος, υπερμεγέθης ΑΝΤ. λιλιπούτειος 2. (μτφ.) υπερβολικά μεγάλος (ως προς τη σημασία, τη βαρύτητα, τη δυσκολία): ~ος: αγώνας. ~α: καταστροφή/προσπάθεια. ~ο: εγχείρημα/εμπόδιο/πρόβλημα. ~α βήματα προς τα εμπρός. Πετύχαμε ένα ~ο έργο (πβ. άθλος). Πβ. ηράκλειος, τιτάνιος, υπεράνθρωπος. [< μτγν. γ(ε)ιγάντιος, αγγλ. gigantic]
αγαθός, ή, ό [ἀγαθός] α-γα-θός επίθ. 1. καλός, ενάρετος, αγνός, αθώος: ~ός: άνθρωπος/σκοπός. ~ή: βούληση/διάθεση/έκφραση/εντύπωση/πράξη/προαίρεση/ψυχή. ~ό: πνεύμα/χαμόγελο. ~ές: σχέσεις. ~ά: αισθήματα. Κάνω κάτι από ~ή πρόθεση.|| (ΘΕΟΛ.) Ο Θεός είναι ~ (πβ. παν-, υπερ-άγαθος). ΣΥΝ. χρηστός 2. (συνήθ. μειωτ.) αφελής και καλόπιστος: ~ό ανθρωπάκι. Πβ. απονήρευτος. ΣΥΝ. αγαθιάρης ● Υποκ.: αγαθούλης , α, -ικο/-ι: λιγάκι αφελής. ΣΥΝ. αγαθιάρης, αγαθούτσικος , η/ια, ο (σπάν.): στη σημ. 2. ● ΣΥΜΠΛ.: αγαθός γίγαντας (μτφ.): (συνήθ. για αθλητές του μπάσκετ και της άρσης βαρών) μεγαλόσωμος και καλόψυχος. ● ΦΡ.: τύχη αγαθή βλ. τύχη [< 1: αρχ. ἀγαθός 2: μεσν. αγαθός]
αγριόγιδο[ἀγριόγιδο] α-γρι-ό-γι-δο ουσ. (ουδ.): ΖΩΟΛ. είδος άγριας γίδας (επιστ. ονομασ. Rupicapra rupicapra balcanica) με όρθια αγκιστροειδή κέρατα και καφέ τρίχωμα, το οποίο απαντάται σε βραχώδη ορεινά συγκροτήματα της βαλκανικής χερσονήσου. Βλ. αγριοκάτσικο.
αιγο- & αιγό-(λόγ.) & (προφ.) γιδο- & γιδό-: α' συνθετικό ουσιαστικών που αναφέρονται στην κατσίκα: αιγο-βοσκός/~ειδή/~τροφία. Αιγό-κλημα. Γιδο-πρόβατα.
ακρομεγαλία[ἀκρομεγαλία] α-κρο-με-γα-λί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χρόνια πάθηση ατόμων μετά την εφηβεία, που χαρακτηρίζεται από υπερτροφία των ποδιών, των χεριών και της μύτης, λόγω υπερέκκρισης της αυξητικής ορμόνης. Βλ. γιγαντισμός. ΣΥΝ. μεγαλακρία [< γαλλ. acromégalie, αγγλ. acromegaly]
εγκαρδιότητα
, α, ο γι-γά-ντι-ος επίθ. & γιγάντειος & γιγαντιαίος 1. που υπερβαίνει κατά πολύ τις συνηθισμένες, κανονικές διαστάσεις· πάρα πολύ μεγάλος (σε μέγεθος): ~ος: κρατήρας. ~α: οθόνη (= γιγαντοοθόνη). ~ο: ανάστημα/άστρο (πβ. νόβα)/κτίσμα (= κυκλώπειο). ~οι: ουρανοξύστες. ~ες: (ΑΣΤΡΟΝ.) μαύρες τρύπες. ~α: κύματα (βλ. τσουνάμι). ΣΥΝ. κολοσσιαίος, πελώριος, τεράστιος, υπερμεγέθης ΑΝΤ. λιλιπούτειος 2. (μτφ.) υπερβολικά μεγάλος (ως προς τη σημασία, τη βαρύτητα, τη δυσκολία): ~ος: αγώνας. ~α: καταστροφή/προσπάθεια. ~ο: εγχείρημα/εμπόδιο/πρόβλημα. ~α βήματα προς τα εμπρός. Πετύχαμε ένα ~ο έργο (πβ. άθλος). Πβ. ηράκλειος, τιτάνιος, υπεράνθρωπος. [< μτγν. γ(ε)ιγάντιος, αγγλ. gigantic]
γιγάντωσηγι-γά-ντω-ση ουσ. (θηλ.) & (προφ.) γιγάντωμα (το): (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) πολύ μεγάλη και ραγδαία αύξηση, ενίσχυση, διεύρυνση: ανεξέλεγκτη/επικίνδυνη ~ της ανεργίας. Άναρχη ~ των πόλεων (πβ. αστικοποίηση). ~ του Δημόσιου Τομέα (= υδροκεφαλισμός)/του κράτους (= συγκεντρωτισμός· βλ. αποκέντρωση)/των πολυεθνικών (βλ. συγχώνευση). Πβ. ενδυνάμωση, επέκταση, μεγάλωμα. ΣΥΝ. γιγαντισμός (1)
είναι[εἶναι] εί-ναι ουσ. (ουδ.) 1. ψυχή, ψυχισμός: Έδωσε/συμμετείχε με όλο της το ~. 2. (μτφ.) ό,τι πιο σημαντικό στη ζωή κάποιου: Είσαι το ~ (= η ζωή) μου! 3. ΦΙΛΟΣ. η πραγματικότητα· η αληθινή υπόσταση ενός όντος: φαίνεσθαι και ~. ΑΝΤ. γίγνεσθαι (2) [< αρχ. εἶναι, γερμ. Sein, γαλλ. être]
κιλο-: ΜΕΤΡΟΛ. α' συνθετικό μονάδων μέτρησης που δηλώνει το πολλαπλάσιο κατά χίλια: ~βάτ/~μπάιτ/~χέρτζ. Πβ. χιλιο-. Βλ. μεγα-, μιλι-.
-μαχία(λόγ.) επίθημα θηλυκών ουσιαστικών που αναφέρεται σε συμπλοκή ή αντιπαράθεση και ειδικότ. 1. στους αντιπάλους: (μτφ.) γιγαντο~/τιτανο~. Kοκορο~.|| (σπανιότ. στο αντικείμενο, στον στόχο) Ταυρο~. 2. στον χώρο διεξαγωγής: αερο~/ναυ~/οδο~/πεζο~. 3. στον τρόπο ή το μέσο: αντι~/αψι~/τηλε~.|| Mονο~. Συμ~.|| Αρματο~/λασπο~/ξιφο~/πυγ~. Λογο~. 4. στην αιτία: εικονο~.
πανόπα-νό ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: στενόμακρο κομμάτι από ύφασμα, πλαστικό ή χαρτί, πάνω στο οποίο αναγράφονται συνήθ. σύμβολα, συνθήματα ή μηνύματα, και το οποίο μεταφέρεται τεντωμένο ανάμεσα σε δύο ξύλα ή κρεμιέται σε οποιοδήποτε μέρος: ~ διαμαρτυρίας. Διαφημιστικά ~. Πβ. αερο~, μπάνερ. Βλ. πλακάτ. [< γαλλ. panneau]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ