Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 58821 εγγραφές  [11500-11520]


  • γίγαντας γί-γα-ντας ουσ. (αρσ.) {γιγάντ-ων} ΑΝΤ. νάνος 1. άνθρωπος με σωματική διάπλαση και δύναμη που ξεπερνά κατά πολύ τον μέσο όρο και γενικότ. οτιδήποτε έχει ασυνήθιστα μεγάλο μέγεθος: μωρό-~. Οι ~ες της άρσης βαρών. Πβ. θηρίο, τιτάνας.|| Καλαμάρι/σκορπιός/χελώνα ~. ΣΥΝ. γίγας (1) 2. (μτφ., για πρόσ., εταιρεία, οργανισμό) που διακρίνεται για τη δυναμική του παρουσία σε έναν χώρο: βιομηχανικός/ενεργειακός/οικονομικός/πετρελαϊκός/πνευματικός/πολιτικός/πολυεθνικός/τραπεζικός ~ (πβ. κολοσσός). (Οι) ~ες της διανόησης/της επιστήμης/της λογοτεχνίας/των ΜΜΕ (= μεγιστάνες)/της μουσικής/της πληροφορικής/του πνεύματος/της τέχνης (βλ. μύθος). Μάχη/σύγκρουση/συγχώνευση/συμμαχία/συμφωνία/συνεργασία ~ων. Φονέας ~ων (: που καταφέρνει να υπερισχύσει ενός πολύ ισχυρού αντιπάλου). Πβ. ιερά τέρατα.|| (νεαν. αργκό, ως προσφών. μεταξύ ανδρών:) Πού είσαι ρε ~α; ΣΥΝ. τιτάνας 3. ΜΥΘ.-ΛΑΟΓΡ. (κ. με κεφαλ. το αρχικό Γ) ανθρωπόμορφο ή τερατόμορφο ον με υπερφυσικό μέγεθος και δύναμη: η μάχη των Ολυμπίων με τους ~ες (: γιγαντομαχία).|| (σε παραμύθια κ. μύθους) Νάνοι, ~ες και ξωτικά.γίγαντες (οι): ΒΟΤ. μεγάλα άσπρα φασόλια (σπόροι) και κατ’ επέκτ. το σχετικό λαδερό φαγητό: ~ και άλλα όσπρια.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ες γιαχνί/πλακί/στον φούρνο. Πβ. ελέφαντες. ● ΣΥΜΠΛ.: αέριος γίγαντας: ΑΣΤΡΟΝ. μεγάλος πλανήτης από αέριο κυρ. υλικό, που θεωρείται ότι περιβάλλει έναν στερεό πυρήνα· ειδικότ. καθένας από τους τέσσερις μεγαλύτερους πλανήτες του ηλιακού μας συστήματος (Δίας, Κρόνος, Ουρανός, Ποσειδώνας). [< αγγλ. gas giant, 1952] , κοιμισμένος/κοιμώμενος γίγαντας (μτφ.): (για κράτος, εταιρεία) που αποτελεί μεγάλη δύναμη, η οποία, όμως, μένει αδρανής για μεγάλο χρονικό διάστημα: το ξύπνημα του ~ου ~α (της οικονομίας)., κόκκινος/ερυθρός γίγαντας: ΑΣΤΡΟΝ. αστέρας μεγάλων διαστάσεων με επιφανειακή θερμοκρασία χαμηλότερη από αστέρες ανάλογου μεγέθους και ερυθρά απόχρωση. [< αγγλ. red giant, 1929] , αγαθός γίγαντας βλ. αγαθός [< 1: μεσν. γίγαντας, αγγλ. giant, γαλλ. géant]
  • γιγάντειος , α, ο βλ. γιγάντιος
  • εγκαρδιότητα

    , α, ο γι-γά-ντι-ος επίθ. & γιγάντειος & γιγαντιαίος 1. που υπερβαίνει κατά πολύ τις συνηθισμένες, κανονικές διαστάσεις· πάρα πολύ μεγάλος (σε μέγεθος): ~ος: κρατήρας. ~α: οθόνη (= γιγαντοοθόνη). ~ο: ανάστημα/άστρο (πβ. νόβα)/κτίσμα (= κυκλώπειο). ~οι: ουρανοξύστες. ~ες: (ΑΣΤΡΟΝ.) μαύρες τρύπες. ~α: κύματα (βλ. τσουνάμι). ΣΥΝ. κολοσσιαίος, πελώριος, τεράστιος, υπερμεγέθης ΑΝΤ. λιλιπούτειος 2. (μτφ.) υπερβολικά μεγάλος (ως προς τη σημασία, τη βαρύτητα, τη δυσκολία): ~ος: αγώνας. ~α: καταστροφή/προσπάθεια. ~ο: εγχείρημα/εμπόδιο/πρόβλημα. ~α βήματα προς τα εμπρός. Πετύχαμε ένα ~ο έργο (πβ. άθλος). Πβ. ηράκλειος, τιτάνιος, υπεράνθρωπος. [< μτγν. γ(ε)ιγάντιος, αγγλ. gigantic]

  • γιγαντισμός γι-γα-ντι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. γιγάντωση: οικονομικός ~. ~ των επιχειρήσεων/πόλεων. 2. ΙΑΤΡ. παθολογική κατάσταση που προκαλείται από υπερβολική παραγωγή αυξητικής ορμόνης στη διάρκεια της παιδικής ηλικίας, πριν το τέλος της ανάπτυξης. Βλ. ακρομεγαλία, -ισμός. ΑΝΤ. νανισμός (1) [< γαλλ. gigantisme, αγγλ. gigantism]
  • γιγαντο- & γιγαντό- α' συνθετικό λέξεων με αναφορά 1. σε διαστάσεις πολύ μεγαλύτερες από τις κανονικές ή τις συνηθισμένες: γιγαντο-αφίσα/~οθόνη. Γιγαντό-σωμος (ΑΝΤ. νανο-).|| Γιγαντ-ισμός. 2. στους μυθικούς Γίγαντες: Γιγαντο-μαχία.
  • γιγαντοαφίσα γι-γα-ντο-α-φί-σα ουσ. (θηλ.): μεγάλων διαστάσεων αφίσα που τοποθετείται κυρ. σε εξωτερικούς χώρους: διαφημιστικές/κινηματογραφικές ~ες. Βλ. πανό, πόστερ, φέιγ-βολάν. [< αγγλ. giant poster]
  • γιγαντομαχία γι-γα-ντο-μα-χί-α ουσ. (θηλ.): αναμέτρηση μεταξύ πολύ ισχυρών αντιπάλων-ανταγωνιστών: ~ες εταιρειών (πβ. ανταγωνισμός)/ποδοσφαιρικών ομάδων. Βλ. -μαχία. [< αρχ. Γιγαντομαχία, γαλλ. gigantomachie, αγγλ. gigantomachy]
  • γιγαντοοθόνη γι-γα-ντο-ο-θό-νη ουσ. (θηλ.): μεγάλων διαστάσεων οθόνη προβολής εικόνας και ήχου σε μεγάλο κοινό θεατών: η ~ του κινηματογράφου. Παρακολούθησαν τον αγώνα/τη συναυλία από ~. Πβ. βιντεοοθόνη. [< αγγλ. giant screen]
  • γιγαντόσωμος , η, ο γι-γα-ντό-σω-μος επίθ.: εξαιρετικά μεγαλόσωμος: ~ος: παλαιστής. ~ και χειροδύναμος. Πβ. γιγάντιος, θεόρατος, πελώριος, τεράστιος. ΑΝΤ. μικρόσωμος, νανώδης (1) [< μεσν. γιγαντόσωμος]
  • γιγάντωμα βλ. γιγάντωση
  • γιγαντώνω γι-γα-ντώ-νω ρ. (μτβ.) {γιγάντω-σε, -σει, -θηκε, -θεί, γιγαντών-οντας, γιγαντω-μένος} (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): δίνω σε κάτι πολύ μεγάλη δύναμη ή τεράστιες διαστάσεις: Πολιτική που εκτρέφει και ~ει τη γραφειοκρατία/τη διαπλοκή. Πβ. ενδυναμώνω, ενισχύω.|| Ο ανταγωνισμός/η κρίση/το χάσμα (ολοένα και) ~εται (= εντείνεται, μεγαλώνει). Πβ. θεριεύω.
  • γιγάντωση γι-γά-ντω-ση ουσ. (θηλ.) & (προφ.) γιγάντωμα (το): (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) πολύ μεγάλη και ραγδαία αύξηση, ενίσχυση, διεύρυνση: ανεξέλεγκτη/επικίνδυνη ~ της ανεργίας. Άναρχη ~ των πόλεων (πβ. αστικοποίηση). ~ του Δημόσιου Τομέα (= υδροκεφαλισμός)/του κράτους (= συγκεντρωτισμός· βλ. αποκέντρωση)/των πολυεθνικών (βλ. συγχώνευση). Πβ. ενδυνάμωση, επέκταση, μεγάλωμα. ΣΥΝ. γιγαντισμός (1)
  • γίγαρτα γί-γαρ-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. γίγαρτο} (επιστ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. κουκούτσια σταφυλιού. [< αρχ. γίγαρτον]
  • γίγας γί-γας ουσ. (αρσ.) {-αντος | -άντων} 1. (λόγ.) γίγαντας. 2. (στην ονομαστ.) πολύ μεγάλος σε μέγεθος: (ως παραθετικό σύνθ.) καλαμάρι-~ (= γιγάντιο). Πίτσα-~.|| Αναψυκτικό σε συσκευασία ~ (πβ. μάξι). Πβ. υπερμεγέθης. [< αρχ. γίγας]
  • γιγαχέρτζ γι-γα-χέρτζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & γιγαχέρτς (συντομ. GHz): ΦΥΣ. μονάδα μέτρησης της συχνότητας ή (ειδικότ. ΠΛΗΡΟΦ.) της ταχύτητας εκτέλεσης μικροεντολών ανά δευτερόλεπτο, ίση με ένα δισεκατομμύριο χερτζ: Ο επεξεργαστής τρέχει στα ... ~. Βλ. κιλο-, μεγα-χέρτζ. [< αγγλ. gigahertz, 1964]
  • γίγνεσθαι γί-γνε-σθαι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. (λόγ.) η μεταβαλλόμενη κατάσταση σε κάποιον τομέα, οι εξελίξεις: το διεθνές/επιχειρηματικό/εργασιακό/ιστορικό/κοινωνικό/πνευματικό/πολιτικό ~. Η πορεία του οικονομικού ~. Αναβάθμιση του πολιτιστικού ~. 2. ΦΙΛΟΣ. η συνεχής κίνηση και μεταβολή των πάντων: το αιώνιο/κοσμικό ~. Πβ. τα πάντα ρει. Βλ. είναι. ● ΦΡ.: εν τω γίγνεσθαι (αρχαιοπρ.): στη φάση της δημιουργίας και της εξέλιξής του: παρακολούθηση ενός έργου/μιας κατάστασης ~ ~. [< αρχ. γίγνεσθαι]
  • γίδα γί-δα ουσ. (θηλ.) (προφ.): ΖΩΟΛ. κατσίκα: άγρια (= αγριόγιδα, πβ. αγριοκάτσικο, αίγαγρος)/χρονιάρικη (= βετούλι) ~. Κοπάδι ~ες. Πβ. αίγα, γίδι, γκιόσα. Βλ. προβατίνα, τράγος.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ βραστή/κοκκινιστή. ● Υποκ.: γιδούλα (η) ● ΦΡ.: με τη γίδα στην πλάτη: για αυταπόδεικτη ενοχή. [< μεσν. γίδα]
  • γίδι γί-δι ουσ. (ουδ.) {γιδ-ιού | -ια} (προφ.) 1. κατσίκι ή γενικότ. κατσίκα: ~ια και πρόβατα (= γιδοπρόβατα). Πβ. γίδα. Βλ. αγριόγιδο. 2. (μτφ.-μειωτ.) άξεστος, απολίτιστος, απαίδευτος. ● γίδια (τα): κοπάδι από γίδες και τράγους: Βόσκει/φυλάει τα ~. ● ΦΡ.: σαν κουρεμένο γίδι (ειρων.): (για πρόσ.) με πολύ κοντό και άσχημο κούρεμα: Έγινες/είσαι ~ ~. [< μεσν. γίδι(ον) < αρχ. αἰγίδιον]
  • γίδινος , η, ο γί-δι-νος επίθ. & γιδινός & γιδίσιος, ια, ιο (προφ.): κατσικίσιος. [< μεσν. γιδινός]
  • γιδο- & γιδό- βλ. αιγο-

αγαθός

αγαθός, ή, ό [ἀγαθός] α-γα-θός επίθ. 1. καλός, ενάρετος, αγνός, αθώος: ~ός: άνθρωπος/σκοπός. ~ή: βούληση/διάθεση/έκφραση/εντύπωση/πράξη/προαίρεση/ψυχή. ~ό: πνεύμα/χαμόγελο. ~ές: σχέσεις. ~ά: αισθήματα. Κάνω κάτι από ~ή πρόθεση.|| (ΘΕΟΛ.) Ο Θεός είναι ~ (πβ. παν-, υπερ-άγαθος). ΣΥΝ. χρηστός 2. (συνήθ. μειωτ.) αφελής και καλόπιστος: ~ό ανθρωπάκι. Πβ. απονήρευτος. ΣΥΝ. αγαθιάρης ● Υποκ.: αγαθούλης , α, -ικο/-ι: λιγάκι αφελής. ΣΥΝ. αγαθιάρης, αγαθούτσικος , η/ια, ο (σπάν.): στη σημ. 2. ● ΣΥΜΠΛ.: αγαθός γίγαντας (μτφ.): (συνήθ. για αθλητές του μπάσκετ και της άρσης βαρών) μεγαλόσωμος και καλόψυχος. ● ΦΡ.: τύχη αγαθή βλ. τύχη [< 1: αρχ. ἀγαθός 2: μεσν. αγαθός]

αγριόγιδο

αγριόγιδο[ἀγριόγιδο] α-γρι-ό-γι-δο ουσ. (ουδ.): ΖΩΟΛ. είδος άγριας γίδας (επιστ. ονομασ. Rupicapra rupicapra balcanica) με όρθια αγκιστροειδή κέρατα και καφέ τρίχωμα, το οποίο απαντάται σε βραχώδη ορεινά συγκροτήματα της βαλκανικής χερσονήσου. Βλ. αγριοκάτσικο.

αιγο- & αιγό-

αιγο- & αιγό-(λόγ.) & (προφ.) γιδο- & γιδό-: α' συνθετικό ουσιαστικών που αναφέρονται στην κατσίκα: αιγο-βοσκός/~ειδή/~τροφία. Αιγό-κλημα. Γιδο-πρόβατα.

ακρομεγαλία

ακρομεγαλία[ἀκρομεγαλία] α-κρο-με-γα-λί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χρόνια πάθηση ατόμων μετά την εφηβεία, που χαρακτηρίζεται από υπερτροφία των ποδιών, των χεριών και της μύτης, λόγω υπερέκκρισης της αυξητικής ορμόνης. Βλ. γιγαντισμός. ΣΥΝ. μεγαλακρία [< γαλλ. acromégalie, αγγλ. acromegaly]

εγκαρδιότητα

εγκαρδιότητα

, α, ο γι-γά-ντι-ος επίθ. & γιγάντειος & γιγαντιαίος 1. που υπερβαίνει κατά πολύ τις συνηθισμένες, κανονικές διαστάσεις· πάρα πολύ μεγάλος (σε μέγεθος): ~ος: κρατήρας. ~α: οθόνη (= γιγαντοοθόνη). ~ο: ανάστημα/άστρο (πβ. νόβα)/κτίσμα (= κυκλώπειο). ~οι: ουρανοξύστες. ~ες: (ΑΣΤΡΟΝ.) μαύρες τρύπες. ~α: κύματα (βλ. τσουνάμι). ΣΥΝ. κολοσσιαίος, πελώριος, τεράστιος, υπερμεγέθης ΑΝΤ. λιλιπούτειος 2. (μτφ.) υπερβολικά μεγάλος (ως προς τη σημασία, τη βαρύτητα, τη δυσκολία): ~ος: αγώνας. ~α: καταστροφή/προσπάθεια. ~ο: εγχείρημα/εμπόδιο/πρόβλημα. ~α βήματα προς τα εμπρός. Πετύχαμε ένα ~ο έργο (πβ. άθλος). Πβ. ηράκλειος, τιτάνιος, υπεράνθρωπος. [< μτγν. γ(ε)ιγάντιος, αγγλ. gigantic]

γιγάντωση

γιγάντωσηγι-γά-ντω-ση ουσ. (θηλ.) & (προφ.) γιγάντωμα (το): (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) πολύ μεγάλη και ραγδαία αύξηση, ενίσχυση, διεύρυνση: ανεξέλεγκτη/επικίνδυνη ~ της ανεργίας. Άναρχη ~ των πόλεων (πβ. αστικοποίηση). ~ του Δημόσιου Τομέα (= υδροκεφαλισμός)/του κράτους (= συγκεντρωτισμός· βλ. αποκέντρωση)/των πολυεθνικών (βλ. συγχώνευση). Πβ. ενδυνάμωση, επέκταση, μεγάλωμα. ΣΥΝ. γιγαντισμός (1)

είναι

είναι[εἶναι] εί-ναι ουσ. (ουδ.) 1. ψυχή, ψυχισμός: Έδωσε/συμμετείχε με όλο της το ~. 2. (μτφ.) ό,τι πιο σημαντικό στη ζωή κάποιου: Είσαι το ~ (= η ζωή) μου! 3. ΦΙΛΟΣ. η πραγματικότητα· η αληθινή υπόσταση ενός όντος: φαίνεσθαι και ~. ΑΝΤ. γίγνεσθαι (2) [< αρχ. εἶναι, γερμ. Sein, γαλλ. être]

κιλο-

κιλο-: ΜΕΤΡΟΛ. α' συνθετικό μονάδων μέτρησης που δηλώνει το πολλαπλάσιο κατά χίλια: ~βάτ/~μπάιτ/~χέρτζ. Πβ. χιλιο-. Βλ. μεγα-, μιλι-.

-μαχία

-μαχία(λόγ.) επίθημα θηλυκών ουσιαστικών που αναφέρεται σε συμπλοκή ή αντιπαράθεση και ειδικότ. 1. στους αντιπάλους: (μτφ.) γιγαντο~/τιτανο~. Kοκορο~.|| (σπανιότ. στο αντικείμενο, στον στόχο) Ταυρο~. 2. στον χώρο διεξαγωγής: αερο~/ναυ~/οδο~/πεζο~. 3. στον τρόπο ή το μέσο: αντι~/αψι~/τηλε~.|| Mονο~. Συμ~.|| Αρματο~/λασπο~/ξιφο~/πυγ~. Λογο~. 4. στην αιτία: εικονο~.

πανό

πανόπα-νό ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: στενόμακρο κομμάτι από ύφασμα, πλαστικό ή χαρτί, πάνω στο οποίο αναγράφονται συνήθ. σύμβολα, συνθήματα ή μηνύματα, και το οποίο μεταφέρεται τεντωμένο ανάμεσα σε δύο ξύλα ή κρεμιέται σε οποιοδήποτε μέρος: ~ διαμαρτυρίας. Διαφημιστικά ~. Πβ. αερο~, μπάνερ. Βλ. πλακάτ. [< γαλλ. panneau]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.