Αναζήτηση
Χρηστικό λεξικό

- ρ (πρόφ. ρο) 1. το δέκατο έβδομο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου, που αντιπροσωπεύει τον συμφωνικό φθόγγο [r]: ~ κεφαλαίο (Ρ). ~ μικρό (ρ). Πβ. ρο. Βλ. σύμφωνο. 2. (σε αρίθμηση) εκατοστός: (συνήθ. με τόνο ρ΄/Ρ΄) Κεφάλαιο/εδάφιο ~.|| (καταχρ. χωρ. τόνο, ρ/Ρ: δέκατος έβδομος). 3. (σε αρίθμηση, με τον τόνο κάτω αριστερά: ,Ρ ή ,ρ) εκατό χιλιάδες. [< αρχ. Ρ, μεσν. ρ]
- Ρ/Σ (ο): Ραδιοφωνικός Σταθμός.
- ραβανί ρα-βα-νί ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ρεβανί: ΖΑΧΑΡ. σιροπιαστό γλυκό του ταψιού από σιμιγδάλι ή αλεύρι, αβγά, ζάχαρη και βούτυρο: ~ με καρύδα. [< τουρκ. revani]
- ραβασάκι ρα-βα-σά-κι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. (ειρων.) σημείωμα ή επιστολή με δυσάρεστο συνήθ. περιεχόμενο για τον παραλήπτη: απειλητικό ~. Ήρθε το ~ της Εφορίας/της Τροχαίας. Πβ. λυπητερή, μπουγιουρντί. 2. (κυρ. παλαιότ.) ερωτικό σημείωμα που έστελνε κάποιος, συνήθ. κρυφά. Πβ. μπιλιέτο.
- ραββί βλ. ραβί
- ραββινικός βλ. ραβινικός
- ραββίνος βλ. ραβίνος
- ραβδί ρα-βδί ουσ. (ουδ.) {ραβδ-ιού}: μικρή ράβδος: μεταλλικό/πλαστικό/σιδερένιο ~. Πβ. βακτηρία, βέργα, μαγκούρα, μπαστούνι. ● Υποκ.: ραβδάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: μαγικό ραβδί/μαγική συνταγή/μαγική λύση/μαγικός τρόπος βλ. μαγικός [< μεσν. ραβδί(ν)]
- ραβδιά ρα-βδιά ουσ. (θηλ.) (κυρ. παλαιότ.): χτύπημα με ραβδί, μπαστουνιά. Πβ. ξυλιά, ράβδισμα. [< μεσν. ραβδιά]
- ραβδία ρα-βδί-α ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. ραβδίο}: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. κύτταρα του αμφιβληστροειδούς χιτώνα, αναγκαία για την όραση σε αμυδρό φως καθώς και για την αντίληψη της φωτεινότητας και του σχήματος των αντικειμένων. Βλ. κωνία, φωτοϋποδοχείς. [< μτγν. ῥαβδίον, αγγλ. rod]
- ραβδίζω [ῥαβδίζω] ρα-βδί-ζω ρ. (μτβ.) {ράβδι-σα, ραβδί-στηκε, -σμένος, ραβδίζ-οντας}: χτυπώ με ραβδί, συνήθ. τα κλαδιά δέντρου, για να πέσουν στο έδαφος οι καρποί του: ~ουν τις ελιές (πβ. τινάζω). ~ουμε αμυγδαλιές/καρυδιές/χαρουπιές. [< αρχ. ῥαβδίζω]
- ράβδισμα ρά-βδι-σμα ουσ. (ουδ.) & ραβδισμός (ο): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ραβδίζω: συγκομιδή με ~. Πβ. τίναγμα. [< μτγν. ῥαβδισμός, μεσν. ράβδισμα]
- ραβδιστήρι ρα-βδι-στή-ρι ουσ. (ουδ.) & ραβδιστήρα (η) (παλαιότ.-προφ.): μακριά βέργα για ράβδισμα των δέντρων. Βλ. ελαιοραβδιστικό, -τήρι.
- ραβδιστής ρα-βδι-στής ουσ. (αρσ.): αγρότης που ραβδίζει δέντρα, κυρ. τις ελιές, για τη συγκομιδή των καρπών τους. [< μτγν. ῥαβδιστής ‘αυτός που χτυπά με ραβδί στάχυα ή μαλλί’]
- ραβδιστικός , ή, ό ρα-βδι-στι-κός επίθ.: που χρησιμεύει στο ράβδισμα κυρ. των ελαιόδεντρων: ~ό: μηχάνημα.|| (ως ουσ.) Δονητικό ~ό. ~ό ελιών (πβ. ελαιοραβδιστικό). Βλ. ραβδιστήρι.
- ραβδόγραμμα ρα-βδό-γραμ-μα ουσ. (ουδ.): ΣΤΑΤΙΣΤ. γράφημα που αποτελείται από κάθετες ή οριζόντιες μπάρες, το μέγεθος των οποίων είναι ανάλογο με τις τιμές που αναπαριστούν: ~ συχνοτήτων. Πβ. ακιδωτό διάγραμμα. Βλ. ιστόγραμμα, πίτα. [< αγγλ. bar diagram, 1923]
- ραβδοειδής , ής, ές ρα-βδο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που έχει σχήμα ράβδου: ~ής: μαγνήτης. ~ή: ηλεκτρόδια. Πβ. ραβδόμορφος. Βλ. -ειδής, ραβδωτός. [< μτγν. ῥαβδοειδής, αγγλ. rhabdoid]
- ραβδοκώδικας ρα-βδο-κώ-δι-κας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. γραμμωτός/γραμμικός κώδικας.
- ραβδόμορφος , η, ο ρα-βδό-μορ-φος επίθ. (επιστ.): που έχει μορφή ράβδου: ~ος: μαγνήτης. ~α: βακτήρια (βλ. βάκιλος). Πβ. ραβδοειδής. Βλ. -μορφος. [< αγγλ. rhabditiform]
- ραβδομυοσάρκωμα ρα-βδο-μυ-ο-σάρ-κω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. όγκος υψηλής κακοήθειας που σχηματίζεται στους σκελετικούς μυς και προσβάλλει συνήθ. παιδιά: εμβρυϊκό/κυψελιδικό ~. [< γερμ. Rhabdomyosarkom, αγγλ. rhabdomyosarcoma, γαλλ. rhabdomyosarcome]
-ειδής
-ειδής, ής, ές {-ειδούς | -ειδείς (ουδ. -ειδή)} (επιστ. ή λόγ.): καταληκτικό επίθημα για τον σχηματισμό επιθέτων∙ δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο έχει τα χαρακτηριστικά της κατηγορίας που ορίζεται από το θέμα: (κυρ. επιστ.) αδενο~/απλο~/διπλο~/αστερο~/κυματο~. (ειδικότ. ουσιαστικοπ. για ζώα ή φυτά που ανήκουν στην ίδια τάξη:) Αιλουρο~ή/πιθηκ~ή/φοινικο~ή.|| (μειωτ., για πρόσ. ή συμπεριφορά:) Ανθρωπο~. Χονδρο~. Βλ. -μορφος.
ελαιοραβδιστικό
ελαιοραβδιστικό[ἐλαιοραβδιστικό] ε-λαι-ο-ρα-βδι-στι-κό ουσ. (ουδ.) & (προφ.) ραβδιστικό: ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα για τη συγκομιδή του καρπού της ελιάς: ηλεκτρικά ~ά. Βλ. ραβδιστήρι.|| (ως επίθ.) Παλμικό ~ό σύστημα.
ιστόγραμμα
ιστόγραμμα[ἱστόγραμμα] ι-στό-γραμ-μα ουσ. (ουδ.): ΣΤΑΤΙΣΤ. γράφημα που απεικονίζει την κατανομή συχνότητας μέσω της χρήσης ορθογώνιων παραλληλογράμμων σε σύστημα κάθετων αξόνων. Βλ. διά-, ραβδό-γραμμα. [< αγγλ. histogram, γαλλ. histogramme, 1956]
κωνία
κωνίακω-νί-α ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. κωνίο}: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. (στον άνθρωπο και τα σπονδυλωτά) φωτοϋποδοχείς που είναι υπεύθυνοι κυρ. για την αντίληψη των χρωμάτων: τα τρία είδη ~ων (: για την αναγνώριση του μπλε, του κόκκινου και του πράσινου). Βλ. ραβδία. [< μτγν. κωνίον 'μικρός κώνος', γαλλ. cônes, αγγλ. cones]
μαγικός
μαγικός, ή, ό μα-γι-κός επίθ. 1. που έχει σχέση με τη μαγεία, την ταχυδακτυλουργία ή λειτουργεί με τρόπο ανεξήγητο: ~ός: καθρέφτης/λόγος. ~ή: δύναμη/ζώνη/πέτρα/πηγή/σκέψη/σκόνη/σκούπα/σφαίρα/τέχνη. ~ό: δαχτυλίδι/λυχνάρι/σύμβολο/φίλτρο/χαλί (= ιπτάμενο). ~οί: πάπυροι. ~ές: ιδιότητες/ικανότητες/τελετές. ~ά: βότανα.|| ~ή: τράπουλα. ~ό: κουτί. ~ά: κόλπα (= τρικ).|| Δεν υπάρχει ~ή θεραπεία για τις ασθένειες. 2. (μτφ.) μαγευτικός ή εντυπωσιακός: ~ός: κόσμος (του διαδικτύου/της μουσικής)/τόπος. ~ή: ατμόσφαιρα/βραδιά/εμπειρία/πόλη/στιγμή/φωνή. ~ό: καλοκαίρι/νησί/ταξίδι. Πβ. γοητευτ-, θελκτ-, σαγηνευτ-, συναρπαστ-ικός, ονειρεμένος.|| (ΑΘΛ.) ~ή: ενέργεια/κεφαλιά/μπαλιά. ~ό: γκολ/πλασέ/σουτ. Πβ. θαυμαστός. 3. (μτφ.) εξαιρετικά σημαντικός και δυσεύρετος: Άφαντα τα ~ά χαρτάκια (= εισιτήρια) για το ντέρμπι. ● ΣΥΜΠΛ.: μαγικά τετράγωνα: ΜΑΘ. τετραγωνικοί πίνακες που περιέχουν ακέραιους αριθμούς τοποθετημένους σε γραμμές και στήλες με τέτοιον τρόπο, ώστε κάθε γραμμή, στήλη και οι δύο διαγώνιοι να έχουν το ίδιο άθροισμα. [< γαλλ. carré magique] , μαγική εικόνα 1. που περιέχει μια δεύτερη κρυμμένη εικόνα: σταυρόλεξα, κρυπτόλεξα και ~ές ~ες. 2. (μτφ.) κατάσταση που δεν απεικονίζει την πραγματικότητα: ~ ~ η οικονομική ανάπτυξη., μαγικό νούμερο (μτφ.): που αποτελεί επιδιωκόμενο στόχο: Στο ~ ~ (: εκπληκτικό ποσοστό) 60% έφτασε η θεαματικότητα της εκπομπής. ΣΥΝ. μαγικός αριθμός (1), μαγικό ραβδί/μαγική συνταγή/μαγική λύση/μαγικός τρόπος (μτφ.): εύκολoς τρόπος που οδηγεί αυτόματα σε εντυπωσιακά αποτελέσματα: Δεν υπάρχει ~ ~ για να χάσει κανείς βάρος. Πβ. βασιλική οδός/βασιλικός δρόμος., μαγικός αριθμός 1. μαγικό νούμερο. 2. ΜΥΘ.-ΛΑΟΓΡ. που εμφανίζει θαυμαστές ή αξιοπερίεργες ιδιότητες: To 7 και το 12 θεωρούνταν ~οί ~οί από πολλούς αρχαίους λαούς. 3. ΦΥΣ. ΠΥΡ. καθένας από τους αριθμούς 2, 8, 20, 28, 50, 82, 126, όταν εκφράζουν το σύνολο των πρωτονίων, των νετρονίων ή και των δύο σε έναν ατομικό πυρήνα, στον οποίο προσδίδουν μεγάλη ευστάθεια. ● ΦΡ.: κάνω μαγικά 1. (προφ.) εντυπωσιάζω με τις ικανότητες ή τις επιδόσεις μου: (για ποδοσφαιριστή) ~ει ~ με την μπάλα. Η νέα έκδοση του προγράμματος ~ει ~. 2. κάνω μάγια. [< 1: μτγν. μαγικός 2,3: γαλλ. magique, enchanteur, αγγλ. magic]
-μορφος
-μορφος, η, ο β' συνθετικό για τη δήλωση 1. ομοιότητας, κυρ. εξωτερικής: ανθρωπό-μορφος (βλ. -ειδής)/ζωό~/λεοντό~/τερατό~. 2. ιδιότητας, χαρακτηριστικού της μορφής: δύσ-μορφος/ομοιό~/πολύ~.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Ερυθρό-μορφος/μελανό~ (αμφορέας).
ραβδιστήρι
ραβδιστήριρα-βδι-στή-ρι ουσ. (ουδ.) & ραβδιστήρα (η) (παλαιότ.-προφ.): μακριά βέργα για ράβδισμα των δέντρων. Βλ. ελαιοραβδιστικό, -τήρι.
ραβί
ραβίρα-βί ουσ. (αρσ.) {άκλ.} & ραββί 1. (στην ΚΔ) προσφώνηση του Ιησού Χριστού από τους μαθητές του. 2. ΘΡΗΣΚ. (παλαιότ.) ραβίνος. [< μτγν. ῥαββί]
ραβινικός
ραβινικός, ή, ό ρα-βι-νι-κός επίθ. & ραββινικός: ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με τους ραβίνους ή τη διδασκαλία τους.
ραβίνος
ραβίνοςρα-βί-νος ουσ. (αρσ.) & ραββίνος: ΘΡΗΣΚ. θρησκευτικός ηγέτης, λειτουργός εβραϊκής κοινότητας. Βλ. αρχι~. ΣΥΝ. ραβί (2) [< μεσν. ραμπίνος, ιταλ. rabbino]
σύμφωνο
σύμφωνοσύμ-φω-νο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ώνου} 1. ΓΛΩΣΣ. φθόγγος που δημιουργείται από φραγμό ή στένεμα στη φωνητική οδό, έτσι ώστε η ροή του αέρα να εμποδίζεται ολικώς ή μερικώς· συνεκδ. το αντίστοιχο γράμμα του αλφαβήτου: (διάκριση ως προς τον τρόπο άρθρωσης:) άηχα (π, τ, κ, φ ...)/ηχηρά (μπ, ντ, γκ, γ ...)/κλειστά (π, τ, κ ...) (πβ. στιγμιαία)/παλλόμενα (ρ)/πλευρικά (λ) (πβ. υγρά)/ρινικά (μ, ν) (πβ. έρρινα)/τριβόμενα (β, χ, ζ ...) (πβ. διαρκή, εξακολουθητικά) ~α.|| (Διάκριση ως προς τον τόπο άρθρωσης:) Διχειλικά/μεσοδοντικά/ουρανικά/συριστικά/χειλοδοντικά/υπερωικά ~α. Τελικά ~α (ς, ν). 2. ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. επίσημη συμφωνία μεταξύ κρατών, διεθνών οργανισμών: άτυπο/διακρατικό/διεθνές/εμπορικό/ιδιωτικό (πβ. συμβόλαιο) ~. ~ ειρήνης (πβ. συνθήκη)/μη επιθέσεως/σταθερότητας (βλ. ΣΣΑ)/συνεργασίας/τιμής/φιλίας. Αναθεώρηση/εφαρμογή/παραβίαση/σύναψη ~ώνου.|| Σχέδιο/υπογραφή ~ώνου. Βλ. προ~, προικο~, συμφωνητικό. ● ΣΥΜΠΛ.: οικουμενικό σύμφωνο βλ. οικουμενικός, πάθη συμφώνων/φωνηέντων βλ. πάθος, σύμφωνο (ελεύθερης) συμβίωσης βλ. συμβίωση [< 1: μτγν. σύμφωνον 2: γαλλ. accord]