Αναζήτηση
Χρηστικό λεξικό

- αγκωνάρι [ἀγκωνάρι] α-γκω-νά-ρι ουσ. (ουδ.) {αγκωναρ-ιού} (λαϊκό) 1. ΟΙΚΟΔ. μεγάλη πελεκημένη πέτρα για την κατασκευή γωνιών σε τοίχους και γενικότ. οποιαδήποτε ογκώδης πέτρα, ογκόλιθος: λαξευτά/σκαλιστά ~ια. Πβ. γωνιόλιθος. Βλ. ακρογωνιαίος λίθος. 2. (μτφ.) στήριγμα: Στάθηκε πραγματικό ~ για την οικογένειά του στις δύσκολες ώρες (βλ. βράχος). [< μεσν. αγκωνάριν ‘βραχιόλι που φοριέται κοντά στον αγκώνα’]
- αμμοχάλικο [ἀμμοχάλικο] αμ-μο-χά-λι-κο ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΔ. μείγμα άμμου και χαλικιού, κυρ. για οικοδομικές εργασίες: χοντρό/ψιλό ~. Διάστρωση δρόμου με ~.
- ανωδομή [ἀνωδομή] α-νω-δο-μή ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΔ. δομική κατασκευή ή τμήμα της που βρίσκεται πάνω από την επιφάνεια του εδάφους: θολωτή/μεταλλική/πλίνθινη ~. ~ ναού. Βλ. υπερδομή, υπερκατασκευή. ΑΝΤ. υποδομή (2) [< γαλλ. superstructure]
- ανώφλι [ἀνώφλι] α-νώ-φλι ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΔ. οριζόντιο δοκάρι στο πάνω μέρος πόρτας ή παραθύρου για στήριξη τοίχου: ~ εισόδου/εκκλησίας/(εξώ)πορτας. Βλ. κατώφλι, παραστάδα, ποδιά. ΣΥΝ. πρέκι, υπέρθυρο [< μεσν. ανώφλιον]
- απόκλιση [ἀπόκλιση] α-πό-κλι-ση ουσ. (θηλ.) 1. εκτροπή από την αρχική κατεύθυνση· κατ' επέκτ. διαφοροποίηση, συνήθ. από ό,τι θεωρείται γενικά αποδεκτό: ~ ενός σώματος από την τροχιά του. Το πλοίο παρουσίασε ~ από την κανονική του πορεία.|| ~ από τις ιδρυτικές αρχές/τις νομοθετικές διατάξεις/τον στόχο/το χρονοδιάγραμμα. ~ από την πεπατημένη/το φυσιολογικό. Γλωσσικές/κοινωνικές/σεξουαλικές ~ίσεις (= παρεκκλίσεις).|| Εφημερίδα αριστερών/δεξιών ~ίσεων (= προτιμήσεων, τάσεων).|| (αντιπαράθεση, διαφωνία:) Iδεολογικές ~ίσεις (= διαφορές). Ουσιαστικές/σοβαρές ~ίσεις μεταξύ των δύο κρατών στα θέματα της άμυνας (ΑΝΤ. ευθυγράμμιση). Διαπιστώθηκε ~ απόψεων/θέσεων (πβ. διάσταση). ΑΝΤ. σύγκλιση (2) 2. διαφορά μιας τιμής από την καθορισμένη ή αναμενόμενη: μεγάλη/μέγιστη επιτρεπτή/μέση/μικρή/σημαντική/σταθερή/φυσιολογική ~.|| (ΟΙΚΟΔ.-ΑΡΧΙΤ.) ~ μηδέν/της τάξεως των 0,4 mm. ~ της επιφάνειας του δαπέδου. ~ από τις ισχύουσες προδιαγραφές.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ίσεις αποδοτικότητας/πωλήσεων. Ο προϋπολογισμός εμφάνισε/παρουσίασε ~ ... ευρώ/... %. Καταγράφονται ~ίσεις στην τιμή πώλησης της βενζίνης. 3. ΝΑΥΤ. (σε πυξίδα) η γωνία μεταξύ μαγνητικού και πραγματικού βορρά: ανατολική/δυτική ~. Αριστερή/δεξιά ~. ~ σε μοίρες. 4. ΑΣΤΡΟΝ. ουρανογραφική συντεταγμένη για τον προσδιορισμό της θέσης σημείου στην ουράνια σφαίρα· το αντίστοιχο του γεωγραφικού πλάτους: ~ αστέρος. Βλ. ορθή αναφορά. 5. ΜΑΘ. η ιδιότητα ακολουθίας ή σειράς να μη συγκλίνει σε όριο. ● ΣΥΜΠΛ.: μαγνητική απόκλιση: ΦΥΣ. η γωνία που σχηματίζει ο μαγνητικός άξονας με τον άξονα περιστροφής της Γης. [< γαλλ. déclinaison magnétique] , τυπική απόκλιση (συντομ. σ ή s(d)): ΣΤΑΤΙΣΤ. μέτρο της διασποράς των τιμών από τον μέσο όρο: ~ ~ των τιμών ενός δείγματος. Βλ. διακύμανση. [< αγγλ. standard deviation] [< μτγν. ἀπόκλισις, γαλλ. déviation 4: γαλλ. déclinaison]
- αποφλοίωση [ἀποφλοίωση] α-πο-φλοί-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. αφαίρεση φλοιού, φλούδας, περιβλήματος: ~ καφέ/κόκκων/ξηρών καρπών/πατάτας/ρυζιού/σουσαμιού. Μηχανή ~ης. (για κάστανα) ~ με ατμούς/φλόγα. Πβ. καθάρισμα, ξεφλούδισμα.|| ~ κωνοφόρων δέντρων με τσεκούρι. Πβ. απόξεση. 2. ΟΙΚΟΔ. διαδικασία αποκόλλησης του σκυροδέματος από την επιφάνεια δομικού στοιχείου: απολεπίσεις, επιφανειακές ρωγμές και ~ώσεις. 3. ΙΑΤΡ. απομάκρυνση, με χειρουργική συνήθ. επέμβαση, του περιβλήματος οργάνου: ~ με λέιζερ. Χημική ~ του δέρματος (πβ. δερματοαπόξεση, πίλινγκ). Βλ. εκπυρήνιση, μαρσιποποίηση. [< γαλλ. décortication]
- αργολιθοδομή [ἀργολιθοδομή] αρ-γο-λι-θο-δο-μή ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΔ. τεχνική τοιχοποιίας με συνδετικό κονίαμα και πλίνθους: ισχυρή ~. ~ και ασβεστοκονίαμα. Θεμέλια από ~.
- αριάνι [ἀριάνι] α-ριά-νι ουσ. (ουδ.) & αϊράνι 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. δροσιστικό ποτό τουρκικής προέλευσης από γιαούρτι, νερό και λίγο αλάτι. Πβ. ξινόγαλο. Βλ. κεφίρ. 2. ΟΙΚΟΔ. αραιό διάλυμα τσιμέντου. [< τουρκ. ayran]
- αρμολόγημα [ἁρμολόγημα] αρ-μο-λό-γη-μα ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΔ. αρμολόγηση. Βλ. ένεμα.
- αρμολόγηση [ἁρμολόγηση] αρ-μο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΔ. έγχυση κονιάματος στους αρμούς μεταξύ δομικών στοιχείων: ~ πέτρας/πλακιδίων. Βλ. στοκάρισμα, τσιμεντένεση. ΣΥΝ. αρμολόγημα 2. (λόγ.) συναρμολόγηση. ΣΥΝ. άρμοση [< μεσν. αρμολόγησις]
- αρμολογώ [ἁρμολογῶ] αρ-μο-λο-γώ ρ. (μτβ.) {αρμολογ-εί | αρμολόγ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος} 1. ΟΙΚΟΔ. κάνω αρμολόγηση: Οι τοίχοι σοβατίζονται και ~ούνται. ~ημένες: πλάκες. Βλ. στοκάρω, -λογώ. 2. (λόγ.) συναρμολογώ. [< μτγν. ἁρμολογῶ]
- αρμός [ἁρμός] αρ-μός ουσ. (αρσ.) 1. ΟΙΚΟΔ. μικρό κενό που αφήνεται ηθελημένα μεταξύ των τμημάτων επιφάνειας ή των δομικών στοιχείων κατασκευής, με σκοπό την αποτροπή πρόκλησης βλαβών, κυρ. εξαιτίας συστολών και διαστολών, και συνήθ. γεμίζεται με κονίαμα: αντισεισμικός ~. Κατασκευαστικοί ~οί. ~οί γεφυρών/πλακιδίων. ~οί μεταξύ κουφώματος και τοίχου. Κάλυψη/πλήρωση/στεγανοποίηση/στοκάρισμα/σφράγιση ~ών (: με αρμόστοκο). 2. σημείο σύνδεσης των μερών ενός συνόλου· γενικότ. συνδετικό στοιχείο: Έτριζαν οι ~οί του κρεβατιού/σκάφους. Πβ. σύνδεσμος.|| (μτφ.) Οι ~οί του κορμιού (= κλειδώσεις)/συστήματος. Συνεκτικοί (κοινωνικοί) ~οί. Πβ. δεσμός, κρίκος. [< αρχ. ἁρμός, γαλλ. joint]
- αρτιφισιέλ [ἀρτιφισιέλ] αρ-τι-φι-σι-έλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΟΙΚΟΔ. σοβάς κυρ. εξωτερικών τοίχων, που σχηματίζει ανώμαλη επιφάνεια. Βλ. σαγρέ. [< γαλλ. artificiel]
- ασβέστης [ἀσβέστης] α-σβέ-στης ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΔ. δομικό υλικό, πορώδες και εύθρυπτο, με λευκό χρώμα· ΧΗΜ. οξείδιο του ασβεστίου (CaO): άνυδρος ~. Τοίχοι περασμένοι με ~η. ~ες και σοβάδες πεσμένοι στο πάτωμα. Βλ. ασβεστ-όλιθος, -οποίηση, κονίαμα. ΣΥΝ. άσβεστος ● ΣΥΜΠΛ.: σβησμένος ασβέστης: υδράσβεστος. [< μεσν. ασβέστης]
- ασβεστοκονίαμα [ἀσβεστοκονίαμα] α-σβε-στο-κο-νί-α-μα ουσ. (ουδ.) & (επίσ.) ασβεστοκονία (η): ΟΙΚΟΔ. κονίαμα. ΣΥΝ. σοβάς [< γερμ. Mörtel]
- αστοχία [ἀστοχία] α-στο-χί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΑΘΛ. {χωρ. πληθ.} αδυναμία ή αποτυχία κάποιου να πετύχει τον στόχο του: (στο μπάσκετ) ~ των παικτών από τη γραμμή των ελεύθερων βολών. ~ στην επίθεση. ΑΝΤ. ευστοχία 2. λάθος, σφάλμα: γλωσσική/λεκτική/πολιτική ~. Επισήμανση παραλείψεων και ~ών. 3. ΟΙΚΟΔ. ατέλεια κατασκευής· η κατάσταση κατά την οποία το έδαφος βρίσκεται στα όρια της αντοχής του και δεν μπορεί να αναλάβει επιπλέον φορτίο: δομική/τεχνική ~. ~ σκυροδέματος. ~ες γεφυρών/υποστυλωμάτων.|| (ειδικότ.) Φαινόμενα εδαφικής ~ας. ● ΣΥΜΠΛ.: αστοχία υλικού: ΤΕΧΝΟΛ. ελάττωμα στο υλικό βιομηχανικής συνήθ. κατασκευής: ~ ~ ή κατασκευαστικό σφάλμα. Μηχανική βλάβη από ~ ~. Κατάρρευση σκέπαστρου που οφείλεται σε ~ ~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Καταστροφή του σκληρού δίσκου από ~ ~. [< αγγλ. material failure] [< μτγν. ἀστοχία 3: αγγλ. failure]
- αυλάκι [αὐλάκι] αυ-λά-κι ουσ. (ουδ.) 1. στενόμακρο, φυσικό ή τεχνητό κοίλωμα στην επιφάνεια του εδάφους, συνήθ. για διοχέτευση νερού: αρδευτικό/βαθύ/ποτιστικό/υπόγειο ~. ~ απορροής/αποστράγγισης/εκροής (: για την απομάκρυνση υγρών βιομηχανικών αποβλήτων)/σποράς (= αυλακιά)/ύδρευσης/υπερχείλισης (ομβρίων). (Δι)ανοίγω/σκάβω ένα ~. Πβ. κανάλι. Βλ. ρείθρο, χαντάκι. 2. (κατ΄επέκτ.) επιμήκης κοιλότητα ή χάραξη σε επιφάνεια: ~ κεραμιδιού.|| (ΟΙΚΟΔ. εσοχή με κάλυμμα σε τοίχο οικοδομής π.χ. για σωλήνες, σύρματα:) Τα καλώδια τοποθετήθηκαν μέσα στο ~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Σπειροειδές ~ (: νοητή γραμμή στην επιφάνεια μαγνητικών μέσων για εγγραφή δεδομένων).|| (μτφ.-λογοτ.) Αναμνήσεις χαραγμένες στα ~ια του μυαλού. ● ΦΡ.: βάζω/μπήκε το νερό στ' αυλάκι: διευθετώ μια/διευθετήθηκε η κατάσταση, ώστε να έχει ομαλή εξέλιξη: Πέσανε οι υπογραφές και μπήκε ~ ~ για την κατασκευή του έργου., κάτω απ' τ' αυλάκι (λαϊκό, συχνά μειωτ.): στην ή από την Πελοπόννησο (νοτιότερα του Ισθμού της Κορίνθου): Η καταγωγή μου είναι ~ ~., κύλησε/θα κυλήσει πολύ νερό στο/στ' αυλάκι & στο(ν) μύλο: μεσολάβησαν διάφορα γεγονότα ή θα γίνουν πολλές αλλαγές, θα υπάρξουν εξελίξεις: Από τότε όμως κύλησε ~ ~ (του χρόνου). Μέχρι να υλοποιηθεί ένα τέτοιο μεγαλόπνοο έργο, θα κυλήσει ~ ~ (= θα χρειαστεί να γίνουν πολλά)., όλοι κλαίν(ε) τον πόνο τους κι ο μυλωνάς τ' αυλάκι βλ. μυλωνάς [< μεσν. αυλάκι(ν) < αρχ. αὖλαξ 2: αγγλ. groove]
- βραχοπαγίδα βρα-χο-πα-γί-δα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΟΙΚΟΔ. τοίχος ή ειδικά πλέγματα προστασίας από πτώσεις βράχων, κυρ. σε αυτοκινητόδρομους.
- γαρμπίλι γαρ-μπί-λι ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΔ. λεπτόκοκκο χαλίκι. Πβ. σύντριμμα. Βλ. αμμοχάλικο. [< πιθ. ιταλ. garbuglio]
- γκρο μπετόν γκρο μπε-τόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΟΙΚΟΔ. άοπλο σκυρόδεμα. ΑΝΤ. μπετόν αρμέ (1) [< γαλλ. gros béton]
ακρογωνιαίος
ακρογωνιαίος, α, ο [ἀκρογωνιαῖος] α-κρο-γω-νι-αί-ος επίθ.: βασικός, θεμελιώδης, ουσιώδης: ~α: αρχή/θέση. ~ο: αξίωμα/δόγμα. ~α: στοιχεία. ● ΣΥΜΠΛ.: ακρογωνιαίος λίθος & ακρογωνιαία πέτρα 1. (μτφ.) βάση, θεμέλιο, συστατικό στοιχείο: Η ελευθερία είναι ο ~ ~ του δημοκρατικού πολιτεύματος. Πβ. πυλώνας, στήριγμα. ΣΥΝ. θεμέλιος λίθος (1) 2. μεγάλη πέτρα στην εξωτερική γωνία δύο τεμνόμενων τοίχων. ΣΥΝ. αγκωνάρι (1) [< μτγν. ἀκρογωνιαῖος]
αμμοχάλικο
αμμοχάλικο[ἀμμοχάλικο] αμ-μο-χά-λι-κο ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΔ. μείγμα άμμου και χαλικιού, κυρ. για οικοδομικές εργασίες: χοντρό/ψιλό ~. Διάστρωση δρόμου με ~.
διακύμανση
διακύμανσηδι-α-κύ-μαν-ση ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (λόγ.): διαρκής αυξομείωση, μεταβλητότητα μεγέθους, φαινομένου ή κατάστασης: ~ της θερμοκρασίας/της τιμής (των καυσίμων). ~άνσεις των μετοχών/της παραγωγικότητας/του πληθυσμού/του πληθωρισμού/των πωλήσεων/της στάθμης (του νερού). Απότομες/συνεχείς ~άνσεις παρατηρούνται στην επιχειρηματική δραστηριότητα.|| (μτφ.) ~ της φωνής (πβ. κυματισμός). Ψυχολογικές ~άνσεις (βλ. κυκλοθυμία). Ο προεκλογικός αγώνας έχει πολλές ~άνσεις και το αποτέλεσμα είναι αβέβαιο. Πβ. σκαμπανέβασμα.|| (ΣΤΑΤΙΣΤ.) ~ μεταβλητής (βλ. διασπορά). Βλ. συν~. ● ΣΥΜΠΛ.: οικονομικές διακυμάνσεις: ΟΙΚΟΝ. ακανόνιστες και συχνά έντονες μεταβολές του ρυθμού της οικονομικής δραστηριότητας ως προς τα επίπεδα παραγωγής, τιμών και απασχόλησης., ανάλυση (της) διακύμανσης/διασποράς/μεταβλητότητας βλ. ανάλυση [< γαλλ. fluctuation]
εκπυρήνιση
εκπυρήνιση[ἐκπυρήνιση] εκ-πυ-ρή-νι-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. πλήρης αφαίρεση ξένου σώματος ή όγκου με χειρουργική μέθοδο: λαπαροσκοπική ~. ~ ινομυωμάτων (= ινομυωματεκτομή). Βλ. αποφλοίωση, μαρσιποποίηση. ΣΥΝ. εκπυρήνωση (2) [< μτγν. ἐκπυρήνισις ‘στύψιμο (για να βγει το κουκούτσι’, γαλλ. énucléation]
ένεμα
ένεμα[ἔνεμα] έ-νε-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΟΙΚΟΔ. ρευστό μείγμα ανόργανων ή οργανικών ουσιών που εισάγεται σε ρωγμές τοίχων ή οδοστρωμάτων για την αποκατάστασή τους. Βλ. τσιμεντένεση. ΣΥΝ. ρευστοκονίαμα 2. ΙΑΤΡ. κλύσμα. [< 1: αγγλ. grout 2: μτγν. ἔνεμα]
κατώφλι
κατώφλικα-τώ-φλι ουσ. (ουδ.) 1. το κάτω οριζόντιο τμήμα του ανοίγματος της πόρτας, που αποτελείται συνήθ. από ξύλινη, πέτρινη ή μεταλλική λωρίδα· κατ' επέκτ. είσοδος, πόρτα. Πβ. ποδιά. Βλ. ανώφλι, κάσα. 2. ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. ουδός: το ~ της συνείδησης (: το όριο μεταξύ συνειδητού-υποσυνείδητου ή συνειδητού-ασυνείδητου).|| Tο ~ της ακοής/του πόνου. ~ ευαισθησίας. 3. ΜΑΘ. -ΦΥΣ.-ΟΙΚΟΝ. το όριο, η ελάχιστη τιμή πέρα από την οποία αρχίζει να εκδηλώνεται ένα φαινόμενο. ● ΦΡ.: περνώ το κατώφλι 1. μπαίνω σε στεγασμένο χώρο: Ο υπουργός πέρασε ~ του πρωθυπουργικού μεγάρου.|| (μτφ.) Πέρασε ~ του Κοινοβουλίου (= εκλέχθηκε βουλευτής). 2. (μτφ.) εισέρχομαι σε μια κατάσταση: Έχουμε περάσει ~ μιας καινούργιας εποχής., στο κατώφλι (+ γεν.): στις απαρχές: ~ ~ της νέας χιλιετίας/του νέου αιώνα. Βρίσκεται/είναι ~ ~ (= στα πρόθυρα) του θανάτου (βλ. ετοιμοθάνατος). [< γαλλ. au seuil ] [< 1: μεσν. κατώφλιν 2,3: γερμ. Schwelle, γαλλ. seuil, αγγλ. threshold]
κεφίρ
κεφίρκε-φίρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. παραδοσιακό υγιεινό κρεμώδες ρόφημα από την περιοχή του Καυκάσου με ξινή γεύση που παράγεται από οποιονδήποτε τύπο γάλακτος (κυρ. αγελαδινό, πρόβειο, κατσικίσιο), ύστερα από ζύμωση με προσθήκη ευεργετικών μικροοργανισμών: Το συμπυκνωμένο ~ μπορεί να καταναλωθεί ως επιδόρπιο. Βλ. αριάνι, ξινόγαλο, προβιοτικός. [< γαλλ. kéfir]
μυλωνάς
μυλωνάςμυ-λω-νάς ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): ιδιοκτήτης ή εργάτης μύλου. Βλ. -άς. ● ΦΡ.: από μυλωνάς δεσπότης: για κάποιον που παίρνει τη μια προαγωγή μετά την άλλη σε σύντομο χρονικό διάστημα ή καταλαμβάνει ανώτερη θέση χωρίς να το αξίζει. ΑΝΤ. από δήμαρχος κλητήρας, θεωρία επισκόπου και καρδία μυλωνά (παροιμ.): για κάποιον ή κάτι εντυπωσιακό, με ωραία εξωτερική εμφάνιση, αλλά στην πραγματικότητα ασήμαντο., όλοι κλαίν(ε) τον πόνο τους κι ο μυλωνάς τ' αυλάκι: για να δηλωθεί ότι ο καθένας ενδιαφέρεται μόνο για τα δικά του θέματα, αδιαφορώντας για τις υποθέσεις των άλλων. [< μεσν. μυλωνάς]
ρείθρο
ρείθρο[ῥεῖθρο] ρεί-θρο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): αυλάκι κυρ. βρόχινου νερού, μεταξύ πεζοδρομίου και δρόμου: ~ απορροής. Βλ. κρασπεδόρειθρο, χαντάκι. [< αρχ. ῥεῖθρον]
σαγρέ
σαγρέσα-γρέ επίθ./ουσ. {άκλ.}: τεχνική βαψίματος οικοδομών που δημιουργεί τραχιά επιφάνεια και γενικότ. επιφάνεια με ανάγλυφη υφή: τοίχος ~. Βλ. αρτιφισιέλ, ρελιέφ.|| Χαρτί ~ (ΣΥΝ. τουάλ). Νεσεσέρ από ~ δέρμα. Πβ. κοκκώδης. [< τουρκ. sağrι]
υπερδομή
υπερδομή[ὑπερδομή] υ-περ-δο-μή ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. υπερκατασκευή: Η σκάλα οδηγεί από το ισόγειο στην ~. Βλ. ανωδομή, επιδομή.|| ~ του πλοίου. 2. ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. εποικοδόμημα. Βλ. βάση, υποδομή. 3. ΓΛΩΣΣ. η τυπική οργάνωση ενός κειμενικού είδους: ~ της αφήγησης. [< 1: γαλλ. superstructure]