Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 58811 εγγραφές  [180-200]


  • -δόχος : λεξικό επίθημα ουσιαστικών που δηλώνει τον αποδέκτη: εντολο~/κληρο~/ξενο~/παραγγελιο~.|| (αγωγός, δοχείο:) Καπνο~/τεφρο~/ψηφο~.|| (ΙΑΤΡ., κοιλότητα στην οποία συγκεντρώνεται υγρό:) Ουρο~/χολη~ (κύστη).
  • -δραχμο (παλαιότ.): β' συνθετικό ονομάτων που δηλώνουν νόμισμα πολλαπλάσιο της δραχμής: δί~/πεντά~/δεκά~.
  • -δρομία {-δρομιών}: λεξικό επίθημα θηλυκών ουσιαστικών για τη δήλωση κυρ. αγωνίσματος δρόμου ή σχεδιασμένης κίνησης σε μία κατεύθυνση, πορείας: λαμπαδη~/σκυταλο~.|| Ιππο~/ποδηλατο~. (ΑΡΧ.) Αρματο~.|| Ορθο~/πλαγιο~.
  • -δρόμιο {-δρόμιου (λόγ.) -δρομίου | -δρομίων} λεξικό επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών που δηλώνει 1. περιοχή προσγείωσης και απογείωσης αεροσκαφών: αερο~/ελικο~/υδατο~.|| (αεροδιαστημικό κέντρο:) Kοσμο~. 2. εγκαταστάσεις για τη διεξαγωγή συγκεκριμένου αγωνίσματος: ιππο~/παγο~/ποδηλατο~/χιονο~. 3. χώρο κίνησης των πεζών: πεζο~. 4. συγκεκριμένο εκκλησιαστικό βιβλίο: κυριακο~.
  • -δρομος {-δρομου (λόγ.) -δρόμου | -δρομων (λόγ.) -δρόμων, -δρομους (λόγ.) -δρόμους}: β' συνθετικό αρσενικών ουσιαστικών με αναφορά σε δρόμο: αυτοκινητό~/λεωφορειό~/μονό~/πεζό~/ποδηλατό~. Σιδηρό~/τροχιό~.|| Aσφαλτό~/καρό~/χωματό~.|| Ταινιό~.
  • -δρόμος : επίθημα αρσενικών και θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν δρομέα και γενικότ. αθλητή: μαραθωνο~. Λαμπαδη~.|| Παγο~/ποδηλατο~.|| (ΑΡΧ.) Αρματο~.
  • -δυμος, -η, -ο : λεξικό επίθημα ουσιαστικών και επιθέτων∙ συνδυάζεται με απόλυτο αριθμητικό που δηλώνει τον αριθμό των παιδιών από την ίδια εγκυμοσύνη ή των όμοιων στοιχείων ενός συνόλου: δίδυμα αδέλφια.|| (ουσιαστικοπ.) Γέννησε πεντάδυμα.|| Τρίδυμος λαχνός.
  • : επίθημα για τον σχηματισμό άκλιτων επιθέτων που δηλώνουν συγκεκριμένη ιδιότητα ή κατάσταση: κυριλ~/μπουκλ~/παντοφλ~/πετσετ~/τιγρ~.|| (αργκό) Κουρελ~.|| (σπανιότ. επίρρ.) Τζαμπ~.
  • -έας : επίθημα αρσενικών και θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν επάγγελμα, ιδιότητα ή μέσο: διερμην~/συγγραφ~/τραυματιοφορ~.|| Δολιοφθορ~/καταστροφ~.|| Προβολ~.
  • -εδρικός , ή, ό: λεξικό επίθημα για τον σχηματισμό επιθέτων∙ συνδυάζεται με απόλυτο αριθμητικό για τη δήλωση αριθμού ή πλήθους εδρών: δι~/οκτα~.|| Mονο~/πολυ~.
  • -εδρος , η, ο: λεξικό επίθημα για τον σχηματισμό επιθέτων∙ συνδυάζεται με απόλυτο αριθμητικό, προσδιορίζοντας τον αριθμό των εδρών γεωμετρικού σώματος: πεντά~.|| (ουσιαστικοπ.) Το εξά~ο. Βλ. -πλευρος.
  • -έζος, -έζα : κατάληξη ουσιαστικών που δηλώνουν καταγωγή ή εθνικότητα: Βιετναμ~/Κιν~/Λονδρ~/Σκωτσ~.
  • -εθνής , ής, ές {-εθνούς | -εθνείς (-ουδ. -εθνή), -εθνών} & -εθνικός: λεξικό επίθημα επιθέτων ή ουσιαστικών που αναφέρονται στο έθνος: τρι~. Δι-εθνικός.|| Aλλο~/ομο~.
  • -εθνικός , ή, ό βλ. -εθνής
  • -εί (λόγ.): επίθημα επιρρημάτων: αυτολεξ~/οιον~/παμψηφ~.|| (κυρ. σε φρ.) Αυθωρ~ (και παραχρήμα)/ωσ~ (παρών). Βλ. 3.
  • -εία επίθημα 1. αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών: κολακ~ (κολακεύω)/λατρ~ (λατρεύω). 2. του θηλυκού γένους των επιθέτων σε -ύς: αμβλ~/οξ~.
  • -εια : καταληκτικό επίθημα αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που παράγονται από οξύτονα ρήματα ή επίθετα σε -ής, -ής, -ές και δηλώνουν ενέργεια ή ιδιότητα: καλλιέργ~ (καλλιεργώ)/προσπάθ~ (προσπαθώ). Ανακρίβ~ (ανακριβής).
  • -ειά : καταληκτικό επίθημα αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που παράγονται από ρήματα∙ δηλώνουν το αποτέλεσμα της ενέργειας: γιατρ~/δουλ~/παντρ~.
  • -ειδής , ής, ές {-ειδούς | -ειδείς (ουδ. -ειδή)} (επιστ. ή λόγ.): καταληκτικό επίθημα για τον σχηματισμό επιθέτων∙ δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο έχει τα χαρακτηριστικά της κατηγορίας που ορίζεται από το θέμα: (κυρ. επιστ.) αδενο~/απλο~/διπλο~/αστερο~/κυματο~. (ειδικότ. ουσιαστικοπ. για ζώα ή φυτά που ανήκουν στην ίδια τάξη:) Αιλουρο~ή/πιθηκ~ή/φοινικο~ή.|| (μειωτ., για πρόσ. ή συμπεριφορά:) Ανθρωπο~. Χονδρο~. Βλ. -μορφος.
  • -ειό {πρόφ. σε μία συλλαβή, με συνίζηση} (λαϊκό): επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών που δηλώνουν τόπο, συνήθ. κατάστημα, εργαστήριο και γενικότ. κτίριο: καπηλ~/λιοτριβ~/μαγε(ι)ρ~/σχολ~. Βλ. -είο.

-εθνής

-εθνής, ής, ές {-εθνούς | -εθνείς (-ουδ. -εθνή), -εθνών} & -εθνικός: λεξικό επίθημα επιθέτων ή ουσιαστικών που αναφέρονται στο έθνος: τρι~. Δι-εθνικός.|| Aλλο~/ομο~.

-ειό

-ειό{πρόφ. σε μία συλλαβή, με συνίζηση} (λαϊκό): επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών που δηλώνουν τόπο, συνήθ. κατάστημα, εργαστήριο και γενικότ. κτίριο: καπηλ~/λιοτριβ~/μαγε(ι)ρ~/σχολ~. Βλ. -είο.

3

3: κατάληξη λόγιων επιρρημάτων: αγγλιστ~/αμαχητ~/αμισθ~/ανεπιστρεπτ~/απνευστ~/αρχαϊστ~/ασυζητητ~/ατιμωρητ~/ελληνιστ~/χιαστ~. Βλ. -εί.

-μορφος

-μορφος, η, ο β' συνθετικό για τη δήλωση 1. ομοιότητας, κυρ. εξωτερικής: ανθρωπό-μορφος (βλ. -ειδής)/ζωό~/λεοντό~/τερατό~. 2. ιδιότητας, χαρακτηριστικού της μορφής: δύσ-μορφος/ομοιό~/πολύ~.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Ερυθρό-μορφος/μελανό~ (αμφορέας).

-πλευρος

-πλευρος, η/ος, ο: επίθημα για τον σχηματισμό επιθέτων∙ δηλώνει τον αριθμό των πλευρών γεωμετρικού σχήματος ή τη σχέση των πλευρών μεταξύ τους: (σε συνδυασμό με απόλ. αριθμητ.) τετρά~.|| Πολύ~. Bλ. -εδρος.|| (μτφ.) Mονό~.|| Iσό~.|| (ως ουσ.) Τρί-πλευρο.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.