Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 184 εγγραφές  [0-20]


  • αγγειοδιασταλτικός , ή, ό [ἀγγειοδιασταλτικός] αγ-γει-ο-δι-α-σταλ-τι-κός επίθ.: ΦΥΣΙΟΛ. που προκαλεί αγγειοδιαστολή: ~ός: αναστολέας/παράγοντας. ~ή: δράση/ουσία. ~ές: ιδιότητες. ~ά: (και ινότροπα) φάρμακα. ΑΝΤ. αγγειοσυσταλτικός ● Ουσ.: αγγειοδιασταλτικό (το): ΦΑΡΜΑΚ. φάρμακο που προκαλεί αγγειοδιαστολή. [< γαλλ. vasodilatateur]
  • αγγειοσυσπαστικός , ή, ό [ἀγγειοσυσπαστικός] αγ-γει-ο-συ-σπα-στι-κός επίθ.: ΦΥΣΙΟΛ. που αναφέρεται στην αγγειοσύσπαση: ~ή: στηθάγχη. Η ~ή ικανότητα της αδρεναλίνης. ● Ουσ.: αγγειοσυσπαστικό (το): ΦΑΡΜΑΚ. φάρµακο που αυξάνει τη χαµηλή αρτηριακή πίεση: Τα ~ά χρησιμοποιούνται ως ρινικά αποσυμφορητικά. [< γαλλ. vasoconstricteur]
  • αγωνιστής, αγωνίστρια [ἀγωνιστής] α-γω-νι-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. πρόσωπο που αγωνίζεται, μάχεται σκληρά, που καταβάλλει επίπονη προσπάθεια για την επίτευξη ενός (υψηλού) σκοπού: γνήσιος/εθνικός (πβ. πατριώτης)/θρυλικός/λαϊκός/φλογερός ~. ~ της αλήθειας (πβ. υπέρμαχος, υποστηρικτής)/της δικαιοσύνης/της ελευθερίας/μιας παράταξης. ~ κατά της δικτατορίας. ~ για τα ανθρώπινα δικαιώματα/για τη δημοκρατία. Βλ. πρωτ~, συν~. 2. (ειδικότ.) αυτός που πολεμά ή κυρ. πολέμησε σε μεγάλες μάχες: παλαίμαχος ~. Οι ~ές του 1821/του 1940/του Αλβανικού Έπους/της Εθνικής Αντίστασης. Πβ. μαχητής, πολεμιστής, στρατιώτης. 3. ΦΥΣΙΟΛ. {στο αρσ.} ο μυς που συστέλλεται, σε αντιδιαστολή με τον μυ που χαλαρώνει. Βλ. ανταγωνιστής. 4. ΦΑΡΜΑΚ. {στο αρσ.} φάρμακο που παρουσιάζει συγγένεια με τη δράση κάποιας ουσίας του σώματος: ~ της αδρεναλίνης/οιστρογόνων/ορμονών. [< 1,2: αρχ. ἀγωνιστής, μτγν. ἀγωνίστρια 3,4: αγγλ. agonist, γαλλ. agoniste, γερμ. Agonist]
  • αδρεναλίνη [ἀδρεναλίνη] α-δρε-να-λί-νη ουσ. (θηλ.) 1. ΒΙΟΧ. ορμόνη του μυελού των επινεφριδίων, ισχυρός διεγέρτης του συμπαθητικού νευρικού συστήματος και κατ' επέκτ. το αντίστοιχο φάρμακο: έκκριση ~ης. Η ~ προκαλεί ταχυκαρδία και άνοδο της αρτηριακής πίεσης.|| (ΦΑΡΜΑΚ.) Ο γιατρός τού χορήγησε ~, για να αντιμετωπίσει τη βραδυκαρδία. Βλ. αδρενεργικός, κατεχολαμίνη, νορ~, -ίνη. ΣΥΝ. επινεφρίνη 2. (συνεκδ.) έντονη σωματική διέγερση και κατ' επέκτ. η σχετική κατάσταση, ένταση: Η ~ με έκανε να τρέμω.|| Η ατμόσφαιρα είχε κάτι από την ~ των εφηβικών πάρτι. ● ΦΡ.: ανεβάζω/εκτοξεύω την αδρεναλίνη (στα ύψη/στο κόκκινο) (μτφ.): για πρόκληση πολύ έντονων συναισθημάτων (συνήθ. αγωνίας, άγχους, θυμού, ενθουσιασμού, ερωτικής διάθεσης): Τα επικίνδυνα αθλήματα ανεβάζουν την ~ στα ύψη., ανεβαίνει/εκτινάσσεται/εκτοξεύεται η αδρεναλίνη (κάποιου) (στα ύψη) (μτφ.): για πολύ έντονα συναισθήματα: Όσο πλησιάζει η κρίσιμη μέρα, ~ ~. Με την κατάκτηση της πρώτης θέσης ανέβηκε ~ στα ύψη. [< γαλλ. adrénaline, 1902]
  • ακετυλοσαλικυλικός , ή, ό [ἀκετυλοσαλικυλικός] α-κε-τυ-λο-σα-λι-κυ-λι-κός επίθ.: μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: ακετυλοσαλικυλικό οξύ: ΦΑΡΜΑΚ. ασπιρίνη. [< γαλλ. acétylsalicylique]
  • αλληλεπίδραση [ἀλληλεπίδραση] αλ-λη-λε-πί-δρα-ση ουσ. (θηλ.) & αλληλοεπίδραση 1. αμοιβαία επίδραση: αποτελεσματική/αρνητική/επικοινωνιακή/θετική/κοινωνική/παιδαγωγική/πολιτισμική ~.~ ανάμεσα σε/μεταξύ … ~ ωκεανού-ατμόσφαιρας. Η ~ των μαθητών με τον καθηγητή.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Τεχνολογίες ~ης ανθρώπου-υπολογιστή (βλ. διεπαφή). 2. ΦΑΡΜΑΚ. χημική ή φυσιολογική αντίδραση που προκαλείται, όταν λαμβάνονται μαζί δύο διαφορετικά φάρμακα: ~άσεις φαρμάκων φυτικής προέλευσης. 3. ΦΥΣ. διαδικασία κατά την οποία ένα στοιχειώδες σωματίδιο διασπάται, εξαϋλώνεται ή αντιδρά σε μια δύναμη εξαιτίας της παρουσίας άλλου (π.χ. σε μια σύγκρουση): θεμελιώδεις ~άσεις της ύλης: βαρυτική, ηλεκτρομαγνητική, ισχυρή (πυρηνική δύναμη) και ασθενής (ραδιενέργεια και διάσπαση). [< γερμ. Wechselwirkung, Interaktion, γαλλ.-αγγλ. interaction]
  • διαδρώ [ἀλληλεπιδρῶ] αλ-λη-λε-πι-δρώ ρ. (αμτβ.) {αλληλεπιδρ-ά, -ώντας | αλληλεπίδρ-ασε, -άσει} & αλληλοεπιδρώ: ασκώ αμοιβαία επίδραση σε κάποιον ή κάτι: Ο άνθρωπος ~ά με το περιβάλλον στο οποίο ζει. Οι µαθητές ~ούν µεταξύ τους/με τον εκπαιδευτικό.|| (ΦΑΡΜΑΚ.) Το οινόπνευμα ~ά σχεδόν με όλα τα φάρμακα.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Η οθόνη αφής επιτρέπει στους χρήστες να ~ούν άμεσα με το λογισμικό. ΣΥΝ. διαδρώ [< γερμ. wechselwirken, γαλλ. interagir, 1966, αγγλ. interact]
  • αμφεταμίνη [ἀμφεταμίνη] αμ-φε-τα-μί-νη ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. συνθετικό φάρμακο (σύμβ. C9H13N) που διεγείρει το κεντρικό νευρικό σύστημα, δημιουργεί αίσθημα ευφορίας και καταστέλλει την όρεξη: διακίνηση/δόση/χάπια/χρήση ~ης. Εθισμός στις ~ες. Ο αθλητής βρέθηκε ντοπαρισμένος με ~ες. Βλ. βαρβιτουρικά, έκστασι, μεθ~, -ίνη. [< αγγλ. amphetamine < a(lpha)+m(ethyl)+ph(en-)+et(hyl)+amine, 1938, γαλλ. amphétamine, περ. 1945]
  • αναβράζων , ουσα, ον [ἀναβράζων] α-να-βρά-ζων επίθ.: που αναβράζει· (ειδικότ.-ΦΑΡΜΑΚ.) για ουσίες που διαλύονται στο νερό, δημιουργώντας φυσαλίδες λόγω έκλυσης διοξειδίου του άνθρακα: ~ον: ποτό/φυσικό μεταλλικό νερό. Βλ. θερμοπηγή.|| ~ουσα: ασπιρίνη. ~οντα: δισκία.|| (μτφ.) ~ον: πολιτικό σκηνικό (= τεταμένο). [< αγγλ. effervescent]
  • αναισθητικός , ή, ό [ἀναισθητικός] α-ναι-σθη-τι-κός επίθ.: ΦΑΡΜΑΚ. που προκαλεί αναισθησία: ~ή: ένεση/κρέμα/ουσία. ~ό: αέριο/διάλυμα/σπρέι. ~ά: όπλα/φάρμακα. Πβ. ναρκωτικός. ● Ουσ.: αναισθητικό (το): ουσία που προκαλεί αναισθησία: γενικό/δραστικό/εισπνεόμενο (βλ. αλοθάνιο)/ενδοφλέβιο ~. Τοπικά ~ά. (Eνδαγγειακή) έγχυση/εφαρμογή/χορήγηση ~ού. Πβ. αναλγητικό, κατασταλτικό. ΣΥΝ. αναισθησιογόνο [< γαλλ. anesthésique, αγγλ. anesthetic]
  • αναλγητικός , ή, ό [ἀναλγητικός] α-ναλ-γη-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. -ΦΑΡΜΑΚ. που εξαλείφει ή ελαττώνει τον πόνο: ~ή: αγωγή/αλοιφή/δράση/κρέμα. ~ό: σκεύασμα. ~ές: ουσίες (: ενδορφίνες, μορφίνη). Πβ. ανακουφιστ-, καταπραϋντ-ικός. ● Ουσ.: αναλγητικά (τα) {σπανιότ. στον εν.}: φάρμακα κατά του πόνου, που δεν προκαλούν απώλεια της συνείδησης: αντιπυρετικά/ισχυρά/οπιοειδή ~. Βλ. ναρκωτικό. ΣΥΝ. παυσίπονα [< αγγλ. analgesics, γαλλ. analgésiques] ● επίρρ.: αναλγητικά [< αγγλ. analgetic, γαλλ. analgésique]
  • αναληπτικός , ή, ό [ἀναληπτικός] α-να-λη-πτι-κός επίθ. 1. ΦΑΡΜΑΚ. διεγερτικός, δυναμωτικός, τονωτικός: ~ή: αγωγή. 2. (σπάν.) που είναι σχετικός με την ανάληψη χρημάτων: ~ή: κάρτα. ● Ουσ.: αναληπτικά (τα): ΦΑΡΜΑΚ. διεγερτικά του καρδιαγγειακού και του αναπνευστικού συστήματος (όπως αμφεταμίνη, καφεΐνη). [< μτγν. ἀναληπτικός, αγγλ. analeptic, γαλλ. analeptique]
  • ανορεξιογόνος , ος, ο [ἀνορεξιογόνος] α-νο-ρε-ξι-ο-γό-νος επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναστέλλει την όρεξη: ~ος: δράση. ~ες: ουσίες. Βλ. -γόνος. ● Ουσ.: ανορεξιογόνα (τα): ΦΑΡΜΑΚ. τα αντίστοιχα φάρμακα. Βλ. αμφεταμίνη. [< αγγλ. anorexigenic, 1948, γαλλ. anorexigène, 1967]
  • ανοσοκατασταλτικός , ή, ό [ἀνοσοκατασταλτικός] α-νο-σο-κα-τα-σταλ-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που προκαλεί καταστολή ή μείωση των ανοσιακών αντιδράσεων του οργανισμού: ~ός: ιός (βλ. HIV). ~ή: αγωγή. ● Ουσ.: ανοσοκατασταλτικά (τα): ΦΑΡΜΑΚ. τα αντίστοιχα φάρμακα: θεραπεία με ~. [< αγγλ. immunosuppressives, 1965] [< αγγλ. immunosuppresive, 1963]
  • αντιαιμορραγικός , ή, ό [ἀντιαιμορραγικός] α-ντι-αι-μορ-ρα-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναστέλλει ή προλαμβάνει την αιμορραγία. Πβ. αιμοστατικός. ● Ουσ.: αντιαιμορραγικά (τα): ΦΑΡΜΑΚ. τα αντίστοιχα φάρμακα. [< αγγλ. antih(a)emorrhagic]
  • αντιβακτηριακός , ή, ό [ἀντιβακτηριακός] α-ντι-βα-κτη-ρι-α-κός επίθ. & αντιβακτηριδιακός: ΦΑΡΜΑΚ. που αποτρέπει την ανάπτυξη βακτηρίων: ~ή: προστασία. ~ό: σαπούνι/στοματικό διάλυμα. ~ές: ιδιότητες (βλ. απολυμαντικές). ~ά: φάρμακα. (ως ουσ.) Ήπιο ~ό. Βλ. αντιμικροβιακός, αντιμυκητιασικός. [< γαλλ. antibactérien, αγγλ. antibacterial]
  • αντιβιοτικό [ἀντιβιοτικό] α-ντι-βι-ο-τι-κό ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} 1. ΦΑΡΜΑΚ. ουσία που παράγεται από προϊόντα μεταβολισμού μικροοργανισμών ή συνθετικά και μπορεί να επιβραδύνει ή να αναστείλει την ανάπτυξη παθογόνων μικροβίων, προσφέροντας προστασία κυρ. εναντίον των λοιμώξεων· το αντίστοιχο φάρμακο: ενδοφλέβια/ισχυρά/τοπικά ~ά. ~ ευρέος φάσματος. Αλλεργία/ανθεκτικότητα στα ~ά. Βλ. αντιπυρετικό, εμβόλιο, ερυθρο-, στρεπτο-μυκίνη, πενικιλίνη. ΣΥΝ. αντιβίωση 2. ΠΛΗΡΟΦ. αντιιός, αντιβάιρους. [< 1: αγγλ. antibiotic, 1943, γαλλ. antibiotique 2: αγγλ. antivirus, 1988, γαλλ. ~, 1989]
  • αντιβιοτικός , ή, ό [ἀντιβιοτικός] α-ντι-βι-ο-τι-κός επίθ. 1. ΦΑΡΜΑΚ. που σχετίζεται με τα αντιβιοτικά ή την αντιβίωση: ~ή: αγωγή/αλοιφή/δράση/θεραπεία. ~ό: φάρμακο (= το ~ό). Βλ. αντι-μικροβιακός, -μυκητιασικός. 2. ΠΛΗΡΟΦ. που αναφέρεται στο αντιβιοτικό του υπολογιστή: ~ό: λογισμικό/πρόγραμμα. [< 1: αγγλ. antibiotic, γαλλ. antibiotique 2: αγγλ. antivirus (software), 1988]
  • αντίγραφο [ἀντίγραφο] α-ντί-γρα-φο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άφου | -άφων} 1. προϊόν αντιγραφής: ακριβές/πιστό ~. ~ αγάλματος/αγγείου/βιβλίου. (ΦΑΡΜΑΚ.) Φάρμακα ~α. (πβ. γενόσημα). Πβ. απομίμηση, κόπια, ομοίωμα, ρεπλίκα. ΑΝΤ. πρωτότυπο 2. (ειδικότ.) φωτοαντίγραφο (συνήθ. επίσημου εγγράφου): επικυρωμένο/θεωρημένο ~. ~ απολυτηρίου/βεβαίωσης/πτυχίου/συμβολαίου/ταυτότητας. Έκδοση/χορήγηση ~ου. Έχω/κρατώ ~. Βλ. πρωτόγραφο, τηλε~. ● ΣΥΜΠΛ.: αντίγραφο ασφαλείας & (σπάν.) εφεδρικό αντίγραφο: ΠΛΗΡΟΦ. αντίγραφο δεδομένων ή προγράμματος το οποίο διατηρείται χωριστά σε περίπτωση αλλοίωσης ή καταστροφής του πρωτοτύπου· μπακ-απ. [< αγγλ. backup copy] [< αρχ. ἀντίγραφον, γαλλ. copie]
  • αντίδοτο [ἀντίδοτο] α-ντί-δο-το ουσ. (ουδ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -ότου} 1. (μτφ.) οτιδήποτε χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση προβλήματος, δυσάρεστης κατάστασης: ~ στην ανεργία/ανία. Σωματική άσκηση ~ στην παχυσαρκία. Λειτουργεί ως αντίδοτο. Βλ. γιατρειά, λύση, πανάκεια. 2. ΦΑΡΜΑΚ. φάρμακο ή ουσία για την εξουδετέρωση της δράσης άλλων φαρμάκων ή βλαβερών ουσιών: ~ σε δηλητήριο. Παρασκευή ~ότων. [< 2: μτγν. ἀντίδοτον, γαλλ.-αγγλ. antidote]

αδρενεργικός

αδρενεργικός, ή, ό [ἀδρενεργικός] α-δρε-νερ-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που παράγει αδρεναλίνη ή ενεργοποιείται με αυτή ή άλλη παρόμοια ουσία, ιδ. στο συμπαθητικό νευρικό σύστημα: ~ός: διεγέρτης/υποδοχέας. ~ή: δράση. ~οί: αναστολείς/(αντ)αγωνιστές. ~ά: φάρμακα (: που έχουν επίδραση ανάλογη της αδρεναλίνης). ΑΝΤ. αδρενολυτικός [< γαλλ. adrénergique, 1952, αγγλ. adrenergic, 1934]

αμφεταμίνη

αμφεταμίνη[ἀμφεταμίνη] αμ-φε-τα-μί-νη ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. συνθετικό φάρμακο (σύμβ. C9H13N) που διεγείρει το κεντρικό νευρικό σύστημα, δημιουργεί αίσθημα ευφορίας και καταστέλλει την όρεξη: διακίνηση/δόση/χάπια/χρήση ~ης. Εθισμός στις ~ες. Ο αθλητής βρέθηκε ντοπαρισμένος με ~ες. Βλ. βαρβιτουρικά, έκστασι, μεθ~, -ίνη. [< αγγλ. amphetamine < a(lpha)+m(ethyl)+ph(en-)+et(hyl)+amine, 1938, γαλλ. amphétamine, περ. 1945]

αντιμικροβιακός

αντιμικροβιακός, ή, ό [ἀντιμικροβιακός] α-ντι-μι-κρο-βι-α-κός επίθ.: που εξοντώνει, καταπολεμά τα μικρόβια: ~ή: θεραπεία/προστασία. ~ό: διάλυμα. ~οί: παράγοντες (π.χ. στη συντήρηση τροφίμων). Πβ. αντι-βακτηριακός, -μυκητιασιακός. ● Ουσ.: αντιμικροβιακά (τα) {σπανιότ. στον εν.}: ΦΑΡΜΑΚ. τα αντίστοιχα φάρμακα. [< αγγλ. antimicrobic, 1910, γαλλ. antimicrobien]

βαρβιτουρικά

βαρβιτουρικάβαρ-βι-του-ρι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. βαρβιτουρικό}: ΦΑΡΜΑΚ. ηρεμιστικές και υπνωτικές ουσίες που προκαλούν εθισμό: Πέθανε από υπερβολική δόση ~ών. Βλ. αμφεταμίνη.|| (ΙΑΤΡ.) ~ που χρησιμοποιούνται ως αναισθητικά ή αντιεπιληπτικά φάρμακα. [< γαλλ. barbituriques]

γιατρειά

γιατρειάγια-τρει-ά ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. θεραπεία: ~ της αρρώστιας. Δεν υπάρχει ελπίδα ~άς. Ασθένεια χωρίς ~/που δεν έχει/δεν παίρνει ~ (= ανίατη). Πβ. ίαση. ΣΥΝ. γιάτρεμα 2. (μτφ.) ανακούφιση, παρηγοριά: ~ στον πόνο. Ο χρόνος είναι η μόνη ~ (= βάλσαμο, γιατρικό, γιατρός, φάρμακο). [< μεσν. γιατρειά]

-γονος

-γονος: λεξικό επίθημα ουσιαστικών που αναφέρονται σε συγκεκριμένη σχέση καταγωγής: αρχέ~/επί~/πρό~. Οι από-γονοι (= οι επιγενόμενοι).|| Πρωτό~.

θερμοπηγή

θερμοπηγήθερ-μο-πη-γή ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΓΕΩΛ. φυσική πηγή θερμού ύδατος, η θερμοκρασία του οποίου κυμαίνεται σε επίπεδα υψηλότερα από τη μέση θερμοκρασία του αέρα ή του ανθρώπινου σώματος: ιαματικές/υποθαλάσσιες ~ές. [< γερμ. Wärmequelle]

ναρκωτικό

ναρκωτικόναρ-κω-τι-κό ουσ. (ουδ.) 1. ΧΗΜ. {συνήθ. στον πληθ.} κάθε φυτική ή συνθετική ουσία, τοξική, εξαρτησιογόνος και ψυχοτρόπος, που προκαλεί αίσθημα ευφορίας, διέγερση, λήθαργο, παραισθήσεις ή τάση για ύπνο: βαριά/ήπια/ισχυρά/συνθετικά ~ά. Η κόλαση/μάστιγα των ~ών. Διακίνηση (βλ. βαποράκι)/κατάχρηση/κατοχή/λαθρεμπόριο/χρήση ~ών. Καρτέλ/κύκλωμα/(μεγαλ)έμποροι (βλ. ντίλερ) ~ών. Δίωξη ~ών. Υπό την επήρεια ~ών (= φτιαγμένος). Εθισμένος στα/εξαρτημένος από τα ~ά (= ναρκομανής· βλ. ουσιοεξάρτηση, σύνδρομο στέρησης). Απεξάρτηση από τα ~ά (= αποτοξίνωση· βλ. Ο.ΚΑ.ΝΑ., στεγνά (θεραπευτικά) προγράμματα). Μπλέχτηκε στα δίχτυα των ~ών/έπεσε στα ~ά. Παίρνει ~ά (βλ. μαστουρώνω, σνιφάρω, τριπάρω, τρυπιέμαι). Πέθανε από υπερβολική δόση ~ών. Πβ. ντρόγκα, πρέζα. Βλ. ναρκεμπόριο, ναρκέμπορος, ελ ες ντι, ηρωίνη, κοκαΐνη, χασίς. 2. (μτφ.) καθετί που προκαλεί εθισμό, εξάρτηση ή πνευματική αδράνεια: το ~ της εξουσίας/του καταναλωτισμού/του τζόγου. Η δουλειά είναι το ~ του. 3. ΦΑΡΜΑΚ. ουσία που προκαλεί νάρκωση ή οποιοδήποτε φάρμακο έχει ταυτόχρονα ηρεμιστικές και αναλγητικές ιδιότητες και η κατάχρησή του προκαλεί εθισμό. Βλ. αναισθητικό, αναλγητικά, βαρβιτουρικά, ηρεμιστικά, μορφίνη, υπνωτικό. ● ΣΥΜΠΛ.: μαλακά ναρκωτικά βλ. μαλακός, σκληρά ναρκωτικά βλ. σκληρός [< 1: αμερικ. narcotic, 1926 3: γαλλ. narcotique]

πρωτόγραφο

πρωτόγραφοπρω-τό-γρα-φο ουσ. (ουδ.) {πρωτογράφου} (επίσ.): πρώτη μορφή κειμένου, πρωτότυπο έγγραφο: ~ συγγραφέα. Βλ. αυτόγραφο.|| Τα ~α των δικαιολογητικών θα κατατεθούν στο ... Βλ. αντίγραφο, -γραφος. [< πβ. μεσν. πρωτόγραφος, αγγλ. protograph]